← Κύπρος

Ελένης Πέτρου κ.α. ν. Πραξιτέλη Βογιαζιανού, Αρ. Αγωγής: 9248/2003, 24/9/2014

Ελένης Πέτρου κ.α. ν. Πραξιτέλη Βογιαζιανού, Αρ. Αγωγής: 9248/2003, 24/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A352 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9248/2003 Μεταξύ:

  1. Ελένης Πέτρου
  2. Τάκη Παντελίδη Εναγόντων και Πραξιτέλη Βογιαζιανού Εναγόμενου ----------------- 24 Σεπτεμβρίου,
  3. Για τους ενάγοντες: κ. Χρ. Κληρίδης Για τους εναγόμενους: κ. K. Xατζηιωάννου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο εναγόμενος ήταν ο ιδιοκτήτης του τεμαχίου 395, αρ. εγγραφής D460, Φυλ/Σχ. ΧΧΙ που βρίσκεται στον Άγιο Δομέτιο. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 31.10.1973, ο εναγόμενος πώλησε τμήμα του πιο πάνω ακινήτου στους ενάγοντες, επί του οποίου υπήρχε μια κατοικία, έναντι του ποσού των Λ.Κ.10.
  4. Η συμφωνία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο με αριθμό ΠΩΕ 107/
  5. Οι ενάγοντες κατέβαλαν έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος το ποσό των Λ.Κ.7.
  6. Είναι η θέση των εναγόντων ότι ο εναγόμενος, επικαλούμενος διάφορες προφάσεις, ανέβαλλε συνεχώς τη μεταβίβαση του επιδίκου κτήματος στους ενάγοντες. Κατά ή περί την 4.8.2003 οι ενάγοντες τον κάλεσαν όπως παρουσιαστεί ενώπιον του Κτηματολογίου Λευκωσίας για να τους μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο, αυτός όμως παρέλειψε να το πράξει. Με την υπό κρίση αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν την έκδοση διαταγμάτων που σκοπό έχουν τη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομά τους και, διαζευκτικά, την καταβολή αποζημιώσεων. Συγκεκριμένα, ζητούν όπως τους επιστραφεί το ποσό των Λ.Κ.7.500, με νόμιμο τόκο από την ημέρα πληρωμής του ως σήμερα, αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Ο εναγόμενος παραδέχεται τη σύναψη της συμφωνίας, αρνείται όμως ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν έναντι του τιμήματος το ποσό των Λ.Κ.7.
  7. Ισχυρίζεται ότι το ποσό που έχει καταβληθεί είναι μικρότερο. Αρνείται επίσης ότι ήταν αυτός που ανέβαλλε τη μεταβίβαση του κτήματος και ισχυρίζεται ότι η μεταβίβαση δεν επιτεύχθηκε λόγω της παράλειψης των εναγόντων να καταβάλουν το υπόλοιπο του τιμήματος. Παραδέχεται ότι έλαβε την επιστολή που απέστειλαν οι ενάγοντες όπως αυτός εμφανιστεί στο Κτηματολόγιο για μεταβίβαση του κτήματος, ισχυρίζεται όμως ότι ο λόγος που δεν παρουσιάστηκε ήταν γιατί η συμφωνία είχε εν τω μεταξύ ακυρωθεί και/ή ματαιωθεί και/ή τερματιστεί και/ή αυτοδικαίως εκπνεύσει από το
  8. Ο εναγόμενος καταχώρησε ανταπαίτηση με την οποία αξιώνει τη διαγραφή από το Κτηματολόγιο της εγγραφής της επίδικης συμφωνίας και την ακύρωση αυτής. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν έξι συνολικά μάρτυρες. Εκ μέρους των εναγόντων κατέθεσαν, εκτός από τους ιδίους, ο Ξένιος Γεωργίου, κτηματολογικός λειτουργός, και ο Χάρης Τιμοθέου, εκτιμητής ακινήτων και εκ μέρους της υπεράσπισης ο Αντρέας Αντρέου, εκτιμητής ακινήτων και ο εναγόμενος. Κατατέθηκε επίσης μεγάλος αριθμός τεκμηρίων που αφορούσαν την επίδικη συναλλαγή, μεταξύ των οποίων και η επίδικη σύμβαση. Σύμφωνα με το πιο πάνω έγγραφο, ο εναγόμενος πώλησε στους δύο ενάγοντες το τμήμα του οικοπέδου που σημειωνόταν με μαύρες ραβδώσεις επί του σχεδίου, Παραρτήματος Α, το οποίο επισυναπτόταν στην επίδικη συμφωνία και το οποίο περιγραφόταν ως «νότια κατοικία». Το έγγραφο ρητά προέβλεπε ότι ο πωλητής υποχρεούτο να μεριμνήσει για την έκδοση χωριστού τίτλου, απαλλαγμένου «πάσης υποχρεώσεως». Το τίμημα, Λ.Κ.10.000, ήταν πληρωτέο σε δύο δόσεις, η πρώτη Λ.Κ.3.000 την 31.10.1973, και η δεύτερη Λ.Κ.7.000 εντός τριών μηνών από την υπογραφή της συμφωνίας, με τόκο 6% ετησίως από την υπογραφή της συμφωνίας μέχρι τελικής εξοφλήσεως. Σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής των δόσεων εντός των πιο πάνω καθοριζομένων ημερομηνιών, ο πωλητής είχε δικαίωμα, μετά πάροδο τριών ημερών, να απαιτήσει την επιστροφή του ακινήτου. Ο πωλητής είχε υποχρέωση να εγγράψει το ακίνητο στα ονόματα των δύο αγοραστών, ήτοι των εναγόντων, εντός τριών μηνών από την υπογραφή της συμφωνίας. Η μεταβίβαση θα λάμβανε χώρα μόλις οι εναγόντες εξοφλούσαν το τίμημα. Το Φεβρουάριο του 1974 οι ενάγοντες απέστειλαν επιστολή μέσω του δικηγόρου τους στον εναγόμενο, Τεκμήριο 15, με την οποία τον καλούσαν όπως προβεί άμεσα στη μεταβίβαση του κτήματος. Στην ίδια επιστολή εκφραζόταν η ετοιμότητα των εναγόντων να καταβάλουν το υπόλοιπο του τιμήματος, Λ.Κ.5.000, «.. αμέσως και οποτεδήποτε και οπουδήποτε» ήθελε ο εναγόμενος και παράλληλα η ανησυχία τους ότι το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο προς όφελος της τράπεζας. Αρκετά χρόνια αργότερα, και συγκεκριμένα το 2003, του απέστειλαν δεύτερη επιστολή, παρομοίου περιεχόμενου, μέσω του δικηγόρου τους, με την οποία του ζητούσαν εκ νέου να προβεί στη μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου, καθόριζαν την 11.8.2003 ως ημέρα μεταβίβασης και του ζητούσαν όπως την ημέρα εκείνη παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο. Η επιστολή φέρει ημερομηνία 4.8.2003 και έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο
  9. Κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας ολόκληρο το κτήμα, συμπεριλαμβανομένου και του επιδίκου, ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα του εναγομένου. Το 1998 το ένα δεύτερο (1/2) μερίδιο μεταβιβάστηκε, μετά από διάταγμα δικαστηρίου που εκδόθηκε στα πλαίσια αγωγής, στο όνομα της αδελφής του εναγομένου, Ηώς Σταυρινίδη. Με βάση τη μαρτυρία των εναγόντων 1 και 2, προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο αγοράστηκε από αυτούς λίγο χρόνο πριν το γάμο τους ως η «συζυγική κατοικία». Κατά την υπογραφή του συμβολαίου καταβλήθηκε ποσό Λ.Κ3.000 ως προκαταβολή και στη συνέχεια δύο άλλα ποσά, Λ.Κ.2.000 την 31.12.1973 και Λ.Κ.2.500 την 8.5.1974, σύνολο Λ.Κ.7.
  10. Οι ενάγοντες έλαβαν κατοχή της οικίας αμέσως μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. Έκτοτε ζητούσαν επίμονα από τον εναγόμενο να τους μεταβιβάσει το ακίνητο, εκείνος όμως τους έλεγε ότι θα έπρεπε να βγει ξεχωριστός τίτλος και τους διαβεβαίωνε ότι η σχετική διαδικασία «προχωρούσε κανονικά». Οι ενάγοντες πείστηκαν από τις δηλώσεις, και αυτός ήταν και ο λόγος που του κατέβαλαν και το ποσό των Λ.Κ.2.000 την 31.12.1973, ενώ αυτό δεν προβλεπόταν από τη συμφωνία εφόσον το ακίνητο δεν είχε μεταβιβαστεί στα ονόματά τους. Την 8.5.1974 έγινε συνάντηση μεταξύ των διαδίκων στο γραφείο του εναγομένου. Ο τελευταίος τους διαβεβαίωσε για ακόμη μία φορά ότι δεν υπήρχε πρόβλημα και ότι θα γινόταν η μεταβίβαση. Ανέλαβε δε όπως εξασφαλίσει ξεχωριστό τίτλο και προβεί στη μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου εντός τριών μηνών από την ημερομηνία της συνάντησής τους. Ενόψει των πιο πάνω διαβεβαιώσεων, τις οποίες διατύπωσε και γραπτώς στο πίσω μέρος του επιδίκου συμβολαίου, οι ενάγοντες του παρέδωσαν στις 8.5.1974 το ποσό των Λ.Κ.2.500, Λ.Κ.2.000 σε επιταγή και Λ.Κ.500 μετρητά. Οι ενάγοντες συνέχισαν και μετά την Τουρκική εισβολή να προβαίνουν σε διαβήματα για την υλοποίηση της συμφωνίας, ήτοι τη μεταβίβαση του ακινήτου και εξόφληση του υπολοίπου του τιμήματος, ο εναγόμενος όμως καθυστερούσε τη μεταβίβαση λέγοντάς τους ότι δεν είχε εκδοθεί ακόμη τίτλος. Το 2003 οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν από λειτουργό του Δήμου Αγίου Δομετίου ότι ο τίτλος σε σχέση με το επίδικο ακίνητο είχε εκδοθεί από το
  11. Οι ενάγοντες απέστειλαν τότε στον εναγόμενο την επιστολή Τεκμήριο 4, στην οποία γίνεται αναφορά ανωτέρω, με την οποία του ζήτησαν όπως παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο την 11.8.2003 για τη μεταβίβαση του κτήματος. Αυτός παρέλειψε να το πράξει και οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή. Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν ότι ο εναγόμενος είχε μεταβιβάσει το ένα δεύτερο (1/2) μερίδιο του ακινήτου στην αδελφή του και στη συνέχεια η τελευταία το μεταβίβασε στο γιο της, Αλέξιο Σταυρινίδη. Η επίδικη κατοικία βρίσκεται, ως αναφέρω και πιο πάνω, στον Άγιο Δομέτιο. Κατά την Τουρκική εισβολή οι ενάγοντες, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία τους, αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν καθότι αυτή βρισκόταν δίπλα από την ΕΛΔΥΚ την οποία βομβάρδισαν οι Τούρκοι την 20.7.
  12. Τα Τουρκικά στρατεύματα βρίσκονταν πολύ πλησίον της οικίας, σε απόσταση 250 μέτρων. Σήμερα η περιοχή όπου βρίσκεται η επίδικη κατοικία είναι προσπελάσιμη και άρχισε εκ νέου η ανάπτυξή της. Κατά την αντεξέταση υποβλήθηκε και στους δύο ενάγοντες ότι ο λόγος που δεν έγινε η μεταβίβαση της επίδικης οικίας δεν ήταν η έκδοση τίτλου αλλά η δική τους αδυναμία να εξοφλήσουν το υπόλοιπο του τιμήματος, θέση που απέρριψαν και οι δύο. Η οικονομική κατάστασή τους ήταν καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους πολύ καλή, εργάζονταν και οι δύο, ο ενάγοντας ως εκπαιδευτικός και η ενάγουσα ως αισθητικός, ενώ ο πατέρας της τελευταίας ήταν πολύ εύπορος, ήταν βιομήχανος, διατηρούσε εργοστάσιο επίπλων και ξυλείας και εργοδοτούσε μεγάλο αριθμό προσώπων. Ο Ξένιος Γεωργίου είναι κτηματολογικός λειτουργός στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας από το
  13. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο και στη μεταβίβαση του ενός δευτέρου (1/2) μεριδίου του επιδίκου κτήματος στην αδελφή του εναγομένου και στη συνέχεια στο γιο της Αλέξιο Σταυρινίδη. Αντεξεταζόμενος, ανάφερε ότι το Κτηματολόγιο δεν προβαίνει σε διαχωρισμό ακινήτου που βρίσκεται στις κατεχόμενες περιοχές, αργότερα όμως δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να πει αν επιτρεπόταν ή όχι ο πιο πάνω διαχωρισμός. Ο εναγόμενος, καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, επέρριψε όλες τις ευθύνες για τη μη υλοποίηση της συμφωνίας και τη μεταβίβαση του επιδίκου κτήματος στους ενάγοντες. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι αυτοί δεν εξόφλησαν το υπόλοιπο του τιμήματος μέχρι την 3.1.1974 και ζητούσαν συνεχώς όπως τους παραχωρηθεί περαιτέρω χρόνος. Αναγνώρισε ότι οι χειρόγραφες σημειώσεις στο πίσω μέρος της επίδικης συμφωνίας ήταν δικές του και ότι ο ίδιος έλαβε τα χρηματικά ποσά που αναγράφονται εκεί. Ισχυρίστηκε ότι συγκατατέθηκε όπως ο χρόνος μεταβίβασης παραταθεί γιατί είχε ανάγκη από χρήματα. Οι ενάγοντες θα έπρεπε να εξοφλήσουν το τίμημα μέχρι την 8.8.1974, αυτοί όμως «εξαφανίστηκαν», χωρίς να του δώσουν, είτε προφορικά είτε γραπτά, οποιοδήποτε λόγο. Έκτοτε έχασε τα ίχνη τους. Ο ενάγοντας θεώρησε τη συμφωνία «τερματισθείσα/ ματαιωθείσα» και τους ενημέρωσε περί τούτου τον Αύγουστο του
  14. Συγκεκριμένα, τους άφησε επιστολή τερματισμού «κάτω από την πόρτα τους», ως ανάφερε χαρακτηριστικά. Παραδέχθηκε ότι το 2003 του είχαν ζητήσει να παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο για μεταβίβαση του κτήματος, ισχυρίστηκε όμως ότι ακόμη και τότε οι ενάγοντες δεν είχαν προσφερθεί να καταβάλουν το υπόλοιπο του τιμήματος. Απέρριψε τον ισχυρισμό ότι ήταν ο ίδιος που καθυστερούσε τη μεταβίβαση λόγω της παράλειψής του να εκδώσει ξεχωριστό τίτλο. Ο Αιμίλιος Τσίγκης ήταν υπάλληλος στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Ο μάρτυρας δήλωσε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι δεν ήταν σε θέση να πει κατά πόσο το επίδικο ακίνητο βρισκόταν ή όχι στη «νεκρή ζώνη». Ως ανάφερε χαρακτηριστικά ο όρος «νεκρή ζώνη» δεν καθοριζόταν από το γραφείο του. Ανάφερε επίσης ότι πολλά κτήματα τα οποία ήσαν απροσπέλαστα μετά την Τουρκική εισβολή δεν είχαν συμπεριληφθεί στην εκτίμηση του
  15. Το επίδικο ακίνητο ήταν ένα από αυτά. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους πιο πάνω μάρτυρες ενώ κατέθεταν και να εξετάσω τη μαρτυρία τους. Ο Αιμίλιος Τσίγκης ήταν τυπικός και ανεξάρτητος μάρτυρας, παρόλα αυτά η μαρτυρία του δεν διαφώτισε το Δικαστήριο σε οποιαδήποτε ουσιώδη σημεία. Τυπικός και ανεξάρτητος μάρτυρας ήταν και ο κτηματολογικός λειτουργός, Ξένιος Γεωργίου. Δέχομαι τη μαρτυρία του σε σχέση με την κατάθεση του συμβολαίου στο Κτηματολόγιο, τη μεταβίβαση του ενός δευτέρου (1/2) μεριδίου του ακινήτου σε τρίτα πρόσωπα, απορρίπτω όμως τη μαρτυρία του σε σχέση με τη δυνατότητα διαχωρισμού κτήματος που βρίσκεται σε κατεχόμενη περιοχή. Ως διαφάνηκε κατά την κατάθεσή του δεν ήταν γνώστης του θέματος. Και οι δύο ενάγοντες μου έκαναν πολύ καλή εντύπωση. Η μαρτυρία τους ήταν θετική, ειλικρινής και αυθόρμητη. Δεν περιέπεσαν σε αντιφάσεις και η αξιοπιστία τους δεν κλονίστηκε σε οποιοδήποτε στάδιο της κατάθεσής τους. Δέχομαι, μεταξύ άλλων, τη θέση τους ότι είχαν τους οικονομικούς πόρους και ήταν πάντα πρόθυμοι να καταβάλουν το υπόλοιπο του τιμήματος και ότι ήταν ο εναγόμενος αυτός που ανέβαλλε τη μεταβίβαση, προβάλλοντας διάφορες προφάσεις. Δέχομαι επίσης τη θέση τους, η οποία δεν έχει αντικρουστεί με οποιαδήποτε θετική μαρτυρία, ότι η κατοικία ήταν προσπελάσιμη και τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει η ανάπτυξη της γύρω περιοχής. Ο εναγόμενος διαμόρφωνε τη μαρτυρία του ανάλογα με την περίπτωση. Προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι οι ενάγοντες ήταν αποκλειστικά υπεύθυνοι για την καθυστέρηση. Οι ισχυρισμοί του δεν πείθουν. Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προέκυψε ότι αυτός δεν είχε λάβει οποιοδήποτε μέτρο για έκδοση ξεχωριστού τίτλου, η θέση του δε ότι ο τίτλος θα εκδιδόταν εκ των υστέρων μετά την εξόφληση του τιμήματος αντίκειται στους όρους της συμφωνίας. Εντελώς ανεδαφικό και ακόμη και γελοίο θεωρώ και τον ισχυρισμό του ότι ανέμενε όπως γίνει η μεταβίβαση την 8.8.1974 όταν όλη η χώρα σείετο από τον Τούρκο κατακτητή. Πέραν τούτου όμως, κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία δεν υπήρχε ξεχωριστός τίτλος για το επίδικο ακίνητο και ως εκ τούτου θα ήταν πρακτικά αδύνατο να γίνει η μεταβίβαση κατά το συγκεκριμένο χρόνο. Απορρίπτω επίσης τον ισχυρισμό του ότι ο ίδιος τερμάτισε την επίδικη συμφωνία και ότι τη θεωρούσε τερματισθείσα από τον Αύγουστο του
  16. Πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψη η οποία δεν καλύπτεται καν από το δικόγραφό του. Η γενική εικόνα που μου έδωσε ο εναγόμενος ήταν ατόμου πονηρού, πρόθυμου να καταθέσει ο,τιδήποτε, αν αυτό κατά την άποψή του θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά του. Επικαλέστηκε πέραν της μίας φοράς προς υποστήριξη των θέσεών του, την επιστολή που απέστειλε ο δικηγόρος των εναγόντων στον ίδιο, Τεκμήριο 4, ημερ. 4.8.2003, στην οποία λανθασμένα είχε καταγραφεί ότι το τίμημα είχε εξοφληθεί, ενώ στην πραγματικότητα εκκρεμούσε το ποσό των Λ.Κ.2.
  17. Είναι φανερό ότι επρόκειτο για λάθος και ως τέτοιο το εξέλαβε και ο εναγόμενος και με κανένα τρόπο δεν καταδεικνύει απροθυμία εκ μέρους των εναγόντων να εξοφλήσουν το υπόλοιπο του τιμήματος. Εξάλλου, από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν στον εναγόμενο πολύ μεγαλύτερο ποσό από αυτό που προέβλεπε η συμφωνία τους. Υπενθυμίζω ότι η συμφωνία προέβλεπε Λ.Κ.3.000 ως προκαταβολή και Λ.Κ.7.000 κατά τη μεταβίβαση και οι ενάγοντες κατέβαλαν πέραν του ποσού της προκαταβολής Λ.Κ.4.500 ενώ το ακίνητο δεν είχε μεταβιβαστεί στο όνομά τους. Τα πιο πάνω απορρίπτουν τη θέση του ότι οι ενάγοντες ήταν απρόθυμοι να εξοφλήσουν το υπόλοιπο του τιμήματος. Με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιόν μου, καταλήγω ότι την αποκλειστική ευθύνη για τη μη υλοποίηση της συμφωνίας τη φέρει ο εναγόμενος. Ο τελευταίος, παρά το γεγονός ότι έλαβε το μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος, παρέλειψε μέχρι σήμερα να εξασφαλίσει ξεχωριστό τίτλο και να μεταβιβάσει το ακίνητο στα ονόματα των εναγόντων. Ο χρόνος υλοποίησης της συμφωνίας που αρχικά προβλεπόταν, παρατάθηκε κατόπιν παράκλησης του εναγομένου, με τη σύμφωνο γνώμη των εναγόντων, καθότι αυτός δεν είχε εξασφαλίσει τον απαιτούμενο ξεχωριστό τίτλο. Αρχικά παρατάθηκε μέχρι τον Αύγουστο του 1974 και στη συνέχεια μέχρι την έκδοση ξεχωριστού τίτλου. Παρά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος, ο εναγόμενος παρέλειψε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα για την έκδοση τίτλου και οι ενάγοντες αναγκάστηκαν να καταστήσουν το χρόνο ουσιώδη, καθορίζοντας ημερομηνία μεταβίβασης του επιδίκου ακινήτου. Σχετική είναι η επιστολή που απέστειλαν στον εναγόμενο, Τεκμήριο 4, με την οποία του ζητούσαν όπως παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο σε συγκεκριμένη ημερομηνία για τη μεταβίβαση του κτήματος. Η συμφωνία ουδέποτε ακυρώθηκε ή τερματίστηκε, ως ήταν η θέση του εναγομένου. Πέραν τούτου, ο ισχυρισμός που περιλαμβάνεται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ότι η συμφωνία ματαιώθηκε, δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε γεγονότα. Το μόνο που αναγράφεται στο δικόγραφό του είναι ότι η συμφωνία ματαιώθηκε, χωρίς να δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία ως προς το χρόνο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η συμφωνία είχε κατ΄ ισχυρισμό ματαιωθεί. Είναι γεγονός ότι παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα από το 1974 μέχρι την καταχώρηση της αγωγής, τριάντα περίπου χρόνια, ο εναγόμενος όμως καθ΄ όλη αυτή την περίοδο γνώριζε ότι οι ενάγοντες ζητούσαν τη μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου. Με βάση τη μαρτυρία των εναγόντων, η οποία είναι αποδεκτή από το Δικαστήριο, κατά τη διάρκεια της πιο πάνω περιόδου αυτοί επανειλημμένα ζητούσαν από τον εναγόμενο να προβεί στις αναγκαίες διευθετήσεις για μεταβίβαση του κτήματος, οι εκκλήσεις τους όμως δεν εύρισκαν οποιαδήποτε ανταπόκριση. Εκείνο που μπορεί να τους καταλογίσει κάποιος είναι ότι ήταν ευκολόπιστοι και ότι δεν ήταν αρκετά φορτικοί και διεκδικητικοί. Αυτό όμως δεν μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος τους. Η επίδικη συμφωνία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο και παραμένει κατατεθειμένη μέχρι σήμερα. Ο εναγόμενος κανένα μέτρο έλαβε για τη διαγραφή της πιο πάνω εγγραφής. Ζήτησε για πρώτη φορά τη διαγραφή της το 2003 με την Ανταπαίτησή του, όταν οι ενάγοντες κινήθηκαν δικαστικώς εναντίον του. Το ένα δεύτερο (1/2) του επιδίκου τεμαχίου, συγκεκριμένα το βόρειο τμήμα αυτού, μεταβιβάστηκε, ως αναφέρω και ανωτέρω, στην αδελφή του εναγομένου και αυτή στη συνέχεια το μεταβίβασε στο γιο της Α. Σταυρινίδη. Ο εκπρόσωπος των δύο πιο πάνω προσώπων δήλωσε στο Δικαστήριο ότι αυτοί καμία ένσταση φέρουν για τη μεταβίβαση του νοτίου τμήματος του τεμαχίου στους ενάγοντες. Σε παρόμοια δήλωση προέβη και η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα σε σχέση με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου. Οι ενάγοντες ζητούν την ειδική εκτέλεση της σύμβασης. Το θέμα της ειδικής εκτέλεσης διέπεται από το Νόμο 81(Ι)/2011 περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεσης) Νόμος 2011, ο οποίος κατάργησε τον περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο, Κεφ.
  18. Οι διατάξεις του πιο πάνω Νόμου εφαρμόζονται και σε σχέση με συμβάσεις που συνομολογήθηκαν πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του και οι οποίες είναι ήδη κατατεθειμένες στο Κτηματολόγιο, ανεξάρτητα αν σε σχέση με αυτές εκκρεμεί κατά την εν λόγω ημερομηνία οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία[1]. Η υπό κρίση σύμβαση εμπίπτει στην πιο πάνω κατηγορία και ως εκ τούτου εκείνο που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του Ν. 81(Ι)/
  19. Σύμφωνα με το άρθρο 6

(1)του πιο πάνω Νόμου, κάθε γραπτή σύμβαση είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης με διάταγμα του Δικαστηρίου, νοουμένου ότι έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο, και το αγώγιμο δικαίωμα για ειδική εκτέλεση της σύμβασης δεν έχει παραγραφεί. Η επίδικη σύμβαση, ως ανάφερα ήδη πολλάκις, έχει κατατεθεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων που πηγάζει από τη σύμβαση δεν έχει παραγραφεί και ως εκ τούτου πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης. Το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την ειδική εκτέλεση της σύμβασης υπό οποιουσδήποτε όρους που κρίνει αναγκαίους. Σχετικό είναι το άρθρο 7
(1)του Νόμο, που παραθέτω αυτούσιο για σκοπούς εύκολης αναφοράς. «7.
(1)Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το Δικαστήριο δύναται με διάταγμά του να διατάξει την ειδική εκτέλεση της σύμβασης υπό οποιουσδήποτε όρους τούτο κρίνει αναγκαίους». Στην υπό κρίση υπόθεση ο εναγόμενος είχε συμβατική υποχρέωση όπως μεριμνήσει για την έκδοση χωριστού τίτλου, σε σχέση με το τμήμα του ακινήτου που αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης, πράγμα που παρέλειψε να πράξει μέχρι σήμερα. Συμφωνώ με την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου ότι η μόνη ξεχωριστή εγγραφή, η οποία είναι αναγκαία να εξασφαλιστεί δυνάμει της επίδικης συμφωνίας, είναι αυτή του νοτίου τμήματος και δεν είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί η εγγραφή της κατοικίας στο εν λόγω τμήμα. Εκδίδονται τα πιο κάτω διατάγματα:
  1. Ο εναγόμενος διατάσσεται όπως προχωρήσει με τη δημιουργία ξεχωριστής εγγραφής και όπως, για το σκοπό αυτό, προβεί σε κάθε απαραίτητη ενέργεια για την εξασφάλιση των απαιτουμένων πιστοποιητικών, αδειών ή εγκρίσεων.
  2. Ο εναγόμενος διατάσσεται, εντός έξι μηνών από σήμερα, να μεταβιβάσει και εγγράψει επ΄ ονόματι των εναγόντων το ακίνητο με αρ. εγγραφής D460, Φ/Σχ. ΧΧΙ.45, Τεμάχιο 395, το νότιο τμήμα, περιοχή «Καμηλόστρατα» στον Άγιο Δομέτιο, το οποίο τους πώλησε δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 31.10.1973, ελεύθερο από κάθε εμπράγματο βάρος, με την ταυτόχρονη καταβολή εκ μέρους των εναγόντων στον εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ.2.500, που αντιστοιχεί σε €4.271,05 που είναι το υπόλοιπο του τιμήματος, με τόκο προς 6% ετησίως, ως προβλέπεται στη συμφωνία, από 31.10.1973 μέχρι την 11.8.2003 που είναι η ημερομηνία που ο εναγόμενος κλήθηκε από τους ενάγοντες να παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση του ακινήτου και αρνήθηκε να το πράξει. Σε περίπτωση που η έκδοση των πιο πάνω διαταγμάτων αμφισβητηθεί και ανατραπεί κατ΄ έφεση, τότε οι ενάγοντες δικαιούνται στην καταβολή αποζημιώσεων. Στην Έκθεση Απαίτησης οι ενάγοντες απαιτούν επιστροφή του ποσού που κατέβαλαν, γενικές αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Το θέμα των παραδειγματικών αποζημιώσεων δεν θα με απασχολήσει καθότι δεν προωθήθηκε από τους ενάγοντες κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Η μαρτυρία που προσκόμισαν οι ενάγοντες αφορούσε την αξία του επιδίκου ακινήτου το 2003, αξία την οποία διεκδικούν, η οποία όμως δεν έχει δικογραφηθεί. Ενώ διεκδικούν με την Έκθεση Απαίτησής τους γενικές αποζημιώσεις, προσκόμισαν μαρτυρία για ειδικές αποζημιώσεις, οι οποίες όμως δεν δικογραφούνται. Ζητούν όπως τους καταβληθεί συγκεκριμένο ποσό, ήτοι €182.853, το οποίο όμως δεν συμπεριέλαβαν στην απαίτησή τους, ως όφειλαν να πράξουν. Ως αναφέρεται σχετικά στο σύγγραμμα McGregor on Damages[2]: «
(1)Where the precise amount of a particular item or damage has become clear before the trial either because it has already occurred and so become crystallised or because it can be measured with complete accuracy, this exact loss must be pleaded as special damage.» Εφόσον οι ζημιές αυτές δεν δικογραφούνται, η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί σε σχέση με το θέμα, ήτοι η μαρτυρία των δύο εκτιμητών, δεν μπορεί να εξεταστεί και να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο. Καταλήγω ότι σε περίπτωση που τα διατάγματα ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης ακυρωθούν κατ΄ έφεση, οι ενάγοντες δικαιούνται όπως τους επιστραφεί το ποσό των Λ.Κ.7.500 που κατέβαλαν, πλέον νόμιμο τόκο επί του πιο πάνω ποσού. Ενόψει του γεγονότος ότι τα ποσά καταβλήθηκαν σε διάφορες χρονικές περιόδους, ο τόκος θα υπολογιστεί ως ακολούθως. Επί του ποσού των Λ.Κ.3.000, νόμιμος τόκος από την ημέρα υπογραφής της συμφωνίας μέχρι εξοφλήσεως, επί του ποσού των Λ.Κ.2.000 από 31.12.1973 μέχρι εξοφλήσεως και επί του υπολοίπου Λ.Κ.2.500 από 8.5.1974 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου. [Υπ.] ................ Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. [1] Βλέπετε άρθρο 16
(2)του Νόμου [2] 14η έκδοση, παράγρ. 1498. Βλέπετε σχετικά την αγγλική απόφαση Perestrello v. United Paint Co. [1969] 1 W.L.R. 570 (CA). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.