M.A.C Boutique Hotels Ltd ν. Κωνσταντινίδου και Χριστόπουλος Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3702/2014, 15/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A345 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3702/2014 Μεταξύ: M.A.C Boutique Hotels Ltd Εναγόντων και
- Κωνσταντινίδου και Χριστόπουλος Λτδ
- Μιχαλάκης Κωνσταντινίδης
- Ανδρέας Χριστόπουλος Εναγομένων Αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 30.6.2014 Ημερομηνία: 15 Σεπτεμβρίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές-ενάγοντες: κ. Λ. Παρπαρίνος για Λούκας & Βίας Λ. Παρπαρίνος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους καθ' ων η αίτηση-εναγόμενους: κ. Α. Τσάρκατζιης για Χρίστος Πατσαλίδης ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή τους, που καταχωρήθηκε με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 30.6.2014, οι ενάγοντες προβάλλουν εναντίον των εναγομένων αξιώσεις που σχετίζονται με την ενοικίαση από αυτούς του ξενοδοχείου υπό την επωνυμία «Crystal». Συγκεκριμένα, αξιώνουν διάταγμα του Δικαστηρίου για επιστροφή και/ή παράδοση των αντικειμένων «που αναφέρονται στο Παράρτημα Α», τα οποία παράνομα κατακρατούν και/ή ιδιοποιήθηκαν και/ή παράνομα επενέβησαν οι εναγόμενοι από κοινού και διαζευκτικά απόφαση για την αξία τους ύψους €96.725,
- Περαιτέρω, οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον της εναγομένης 1 εταιρείας το ποσό των €4.000 μηνιαίως από 6.3.2014 ως ενοικιαστική αξία χρησιμοποιήσεως των αντικειμένων του «Παραρτήματος Α» μέχρι την παράδοσή τους σύμφωνα με την παράγραφο 26 της έκθεσης απαίτησης, το ποσό των €32.261,82 για τις εργασίες στις οποίες προέβησαν οι ενάγοντες για να καταστεί το ξενοδοχείο λειτουργήσιμο σύμφωνα με την παράγραφο 11 της έκθεσης απαίτησης, το ποσό των €15.371,13 για ζημιές που υπέστησαν οι ενάγοντες συνεπεία των κακοτεχνιών και/ή ατελειών και/ή δυσλειτουργιών που περιγράφονται στην παράγραφο 15 της έκθεσης απαίτησης, το ποσό των €38.000 ως ενοίκια που κατέβαλαν οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι υποχρεούντο να τους επιστρέψουν μετά τον τερματισμό της ενοικίασης σύμφωνα με την παράγραφο 24 της έκθεσης απαίτησης, το ποσό των €240.000 ως διαφυγόν και/ή απωλεσθέν κέρδος από τη μη λειτουργία του ξενοδοχείου σύμφωνα με την παράγραφο 27 της έκθεσης απαίτησης, το ποσό των €3.436 για την απώλεια επιδότησης του σχεδίου της Αρχής Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού σύμφωνα με την παράγραφο 27 της έκθεσης απαίτησης, αξιώνοντας επίσης αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, πλέον τόκο και έξοδα. Ως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης, οι ενάγοντες ασχολούντο, μεταξύ άλλων, με ενοικίαση ξενοδοχείων και/ή τουριστικές και/ή παρεμφερείς επιχειρήσεις, ενόσω οι εναγόμενοι 1 ήταν εταιρεία και ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου υπό την επωνυμία «Crystal», ευρισκόμενου στην Κακοπετριά, ο εναγόμενος 2 γραμματέας των εναγομένων 1 και ο εναγόμενος 3 μέτοχος αυτών. Περί τον Ιούλιο του 2013, δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου, οι ενάγοντες ενοικίασαν από τους εναγόμενους 1 το εν λόγω ξενοδοχείο για περίοδο πέντε ετών από την 1.8.2013 με μηνιαίο ενοίκιο ύψους €10.
- Παραθέτοντας τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 δυνάμει της συμφωνίας ενοικίασης καθώς και την υποχρέωση των εναγόντων να καταβάλουν το συμφωνηθέν ενοίκιο, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι πλήρωσαν το πρώτο ενοίκιο αρχικά με επιταγή και όταν αυτή επεστράφη απλήρωτη το κατέβαλαν σε μετρητά. Οι εναγόμενοι 1 παρέβησαν τις υποχρεώσεις τους που ανέλαβαν σύμφωνα με το ενοικιαστήριο έγγραφο καθότι παρέλειψαν να ενεργήσουν ώστε το ξενοδοχείο να είναι σε πλήρη λειτουργήσιμη κατάσταση και/ή να καταστεί αδειούχο, ενόσω οι ενάγοντες, λόγω υποχρεώσεων προς πελάτες που είχαν προβεί σε κρατήσεις, με τη συμφωνία των εναγομένων 1 ότι θα τους αποζημιώσουν, αναγκάστηκαν να προβούν σε εργασίες και/ή αγορές για να εξοπλίσουν το ξενοδοχείο ώστε να τεθεί σε λειτουργία, ως αυτές περιγράφονται στην παράγραφο 11 της έκθεσης απαίτησης. Περαιτέρω, οι ενάγοντες εξόπλισαν το ξενοδοχείο με τα αντικείμενα συνολικής αξίας €96.725,86, ως το «Παράρτημα Α», τα οποία είναι της απολύτου ιδιοκτησίας τους, τοποθετώντας και ένα τζακούζι αξίας €14.500 και ένα τζάκι €6.900, που ανήκουν σε τρίτους. Λόγω των παραβάσεων των συμφωνηθέντων εκ μέρους των εναγομένων 1 και/ή λόγω μείωσης του αριθμού των δωματίων που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, συμφωνήθηκε προφορικά περί τον Οκτώβριο του 2013 όπως τα ενοίκια των μηνών Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου συμψηφιστούν με μέρος των εξόδων που υπέστησαν οι ενάγοντες καθώς και ότι θα μειωθεί το ενοίκιο σε €7.000 μηνιαίως από την 1.11.2013, οι δε ενάγοντες πλήρωσαν για τα ενοίκια Νοεμβρίου 2013 - Φεβρουαρίου 2014 το ποσό των €7.000 μηνιαίως προς πλήρη ικανοποίηση των εναγομένων
- Οι εναγόμενοι 1 συμφώνησαν όπως αποκαταστήσουν τις ζημιές που υπέστησαν οι ενάγοντες λόγω κακοτεχνιών και/ή δυσλειτουργιών που περιγράφονται στην παράγραφο 15 της έκθεσης απαίτησης ύψους €15.371,
- Παρόλο ότι οι εναγόμενοι 1-3 διαβεβαίωναν τους ενάγοντες ότι είχε εξασφαλιστεί άδεια λειτουργίας του ξενοδοχείου, στις 14.2.2014 επιδόθηκε στους ενάγοντες το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης αρ. 2691/14 που κατεχώρησε ο Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού (στο εξής ο «ΚΟΤ») με κατηγορίες ως προς τη λειτουργία του ξενοδοχείου, χωρίς άδειες λειτουργίας και χωρίς κατάταξη σύμφωνα με τη νομοθεσία και τους επιδόθηκε και αίτηση με την οποία ο ΚΟΤ ζητούσε διατάγματα εναντίον των εναγόντων, του διευθυντού τους και τρίτου προσώπου για αναστολή και παύση λειτουργίας του ξενοδοχείου. Οι ενάγοντες πληροφόρησαν τους εναγόμενους 1-3, καθώς και τον υιό και τη σύζυγο του εναγόμενου 2, για τις εν λόγω υποθέσεις και στη συνέχεια οι δικηγόροι των εναγομένων 1 ζήτησαν από το δικηγόρο των εναγόντων να εξασφαλιστεί χρόνος στην ποινική υπόθεση για να διευθετήσουν την άδεια λειτουργίας του ξενοδοχείου, κάτι που δεν κατέστη δυνατό, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να τερματίσουν στις 28.2.2014 την ενοικίαση του ξενοδοχείου λόγω της μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των εναγομένων 1, επιφυλάσσοντας τα δικαιώματά τους εναντίον τους. Μετά την επίδοση της επιστολής τερματισμού, στις 6.3.2014 οι εναγόμενοι 1-3 έλαβαν κατοχή του ξενοδοχείου, σφραγίζοντας με αλυσίδες την κεντρική είσοδο, χωρίς στο μεταξύ οι ενάγοντες να έχουν μεταφέρει τα αντικείμενα και περιουσιακά στοιχεία τους που ευρίσκοντο εντός του ξενοδοχείου. Με επιστολή των δικηγόρων τους προς τους εναγόμενους 1, ημερομηνίας 14.3.2014, οι ενάγοντες ζήτησαν να τους επιτραπεί να παραλάβουν από το ξενοδοχείο τον ιδιόκτητο εξοπλισμό τους, έπιπλα και άλλα. Ενόσω εκκρεμούσαν διαπραγματεύσεις για σκοπούς συμβιβασμού, οι εναγόμενοι 1 στις 26.3.2014 κατεχώρησαν την αγωγή με αρ. 1743/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ζητώντας δήλωση του Δικαστηρίου ότι η ενοικίαση του ξενοδοχείου τερματίστηκε από αυτούς καθώς και οφειλόμενα δήθεν ενοίκια και αποζημιώσεις, λαμβάνοντας και διάταγμα με το οποίο απαγορεύετο στους ενάγοντες να εισέλθουν χωρίς την άδεια των εναγομένων 1 στο ξενοδοχείο καθώς και να επεμβαίνουν στη λειτουργία του. Η προσωρινή θεραπεία που αφορούσε δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των εναγόντων που ευρίσκονται εντός του ξενοδοχείου, απορρίφθηκε κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.6.
- Οι εναγόμενοι 1 από το τέλος Μαρτίου του 2014 έθεσαν σε λειτουργία το ξενοδοχείο χρησιμοποιώντας παράνομα για το σκοπό αυτό όλα τα προαναφερθέντα περιουσιακά στοιχεία των εναγόντων. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων προς όλους τους εναγόμενους να τους επιστρέψουν τα περιουσιακά στοιχεία και/ή αντικείμενα του «Παραρτήματος Α», αυτοί δεν ανταποκρίθηκαν παρά τις υποσχέσεις των δικηγόρων τους. Παρά, επίσης, το ότι ο εναγόμενος 3 περί τον Οκτώβριο του 2013 δέχθηκε ότι οι εναγόμενοι 1 οφείλουν στους ενάγοντες το ποσό των €13.378 για ζημιές, έξοδα και δαπάνες τους και οι εναγόμενοι 1 συμφώνησαν να πληρώσουν το ποσό των €3.000 για την επίπλωση του roof garden, δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 30.6.2014 και με αυτή οι αιτητές-ενάγοντες αξιώνουν, με το αιτητικό Α, ενδιάμεσο προστακτικό διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι 1-3 και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή οι υπάλληλοί τους, όπως παραδώσουν εντός 10 εργασίμων ημερών στους ενάγοντες όλα τα αντικείμενα που αναφέρονται στο επισυνημμένο «Παράρτημα Α» της απολύτου ιδιοκτησίας των εναγόντων, μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Με το αιτητικό Β εζητείτο ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύετο στους εναγόμενους 1 να πωλήσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή αποξενώσουν το προαναφερθέν ξενοδοχείο μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Τα αιτούμενα διατάγματα δεν δόθηκαν μονομερώς και διατάχθηκε η επίδοση της αίτησης στους εναγόμενους, οπότε, κατόπιν εμφάνισης των εναγομένων, εκδόθηκε εκ συμφώνου, με κάποια διαφοροποίηση, το διάταγμα που εζητείτο με το αιτητικό Β. Συγκεκριμένα, εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα απαγορεύον στους εναγόμενους 1 να πωλήσουν και/ή να αποξενώσουν το ξενοδοχείο με την επωνυμία «Crystal», το οποίο βρίσκεται επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 5602, Τεμ. 165, Τμήμα Φ/Σχ. ΧΧΧ v 30/21.02.01 στο χωριό Κακοπετριά, Λευκωσίας, οδός Γρίβα Διγενή, αρ. 15, μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας αγωγής. Ως προς το αιτητικό Α της αίτησης υπήρξε ένσταση εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων, με αποτέλεσμα τη διεξαγωγή της παρούσας ακροαματικής διαδικασίας. Νομική βάση της υπό κρίση αίτησης αποτελούν τα άρθρα 31, 32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ. 1-4, 8 και 9, καθώς και η πρακτική και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην πολυσέλιδη ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, που συνοδεύει την αίτηση, ο Ανδρέας Μαχαιρίτης, υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής και μέτοχος των εναγόντων, ως αναφέρει, έχει προσωπική γνώση για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης λόγω εμπλοκής του και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Υιοθετώντας και επαναλαμβάνοντας τα γεγονότα της έκθεσης απαίτησης, όπως παρατέθηκαν πιο πάνω, ο ενόρκως δηλών αναφέρεται σε όρους του ενοικιαστηρίου εγγράφου, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1, επισυνάπτοντας επίσης ως Τεκμήριο 2 το προαναφερθέν «Παράρτημα Α» και τα σχετικά τιμολόγια για την αγορά των αντικειμένων που αναφέρονται σ' αυτό ως Τεκμήριο 2(Α). Ως Τεκμήριο 3 επισυνάπτεται το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης με αρ. 2691/14 καθώς και η αίτηση του ΚΟΤ για την έκδοση διαταγμάτων αναστολής και παύσης της λειτουργίας του ξενοδοχείου. Ως Τεκμήριο 4 επισυνάπτεται η επιστολή ημερομηνίας 28.2.2014 με την οποία οι ενάγοντες τερμάτισαν την ενοικίαση του ξενοδοχείου και ως Τεκμήριο 5 επισυνάπτεται η επιστολή ημερομηνίας 14.3.2014 των δικηγόρων των εναγόντων προς τους εναγόμενους 1, για να τους επιτραπεί να παραλάβουν από το ξενοδοχείο τα αντικείμενα που τους ανήκουν. Ως περαιτέρω αναφέρει ο ενόρκως δηλών, μετά τη συνάντηση όλων των εμπλεκομένων περί τις 25.3.2014 για σκοπούς συμβιβασμού και παρά το ότι ο δικηγόρος των εναγόντων απέστειλε με φαξ αποδείξεις που ζήτησαν οι δικηγόροι των εναγομένων (Τεκμήριο 8) για να επιστραφεί ο εξοπλισμός στους ενάγοντες, οι εναγόμενοι κατεχώρησαν στις 26.3.2014 την αγωγή με αρ. 1743/
- Ως Τεκμήρια 6(α)-(δ) επισυνάπτονται αντίστοιχα, το κλητήριο ένταλμα της αγωγής με αρ. 1743/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η αίτηση και το εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 26.3.2014 και οι δύο ένορκες δηλώσεις του εναγόμενου 2 της παρούσας αγωγής, που υποστήριζαν την αίτηση έκδοσης ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων στην αγωγή εκείνη, με την επισήμανση ότι προβάλλεται μια εντελώς διαφορετική κατάσταση από τη θέση των αιτητών-εναγόντων στην παρούσα υπόθεση. Με αναφορά σε συγκεκριμένες παραγράφους της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου 2 - Τεκμήριο 6(γ), ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι παρόλο ότι η εκδοχή των εναγομένων 1 και 2, όπως παρουσιάστηκε στην αγωγή με αρ. 1743/14 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και είναι κατασκευασμένη εκ των υστέρων, διαπιστώνονται παραδοχές που επιβεβαιώνουν τη θέση του ενόρκως δηλούντος των εναγόντων που είναι η αληθινή εκδοχή. Από τις εν λόγω παραδοχές, καθώς και από όσα αναφέρθηκαν στη σελίδα 18 της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου στην αγωγή με αρ. 1743/14 (Τεκμήριο 7), προκύπτει ότι η περιουσία των εναγόντων που μεταξύ άλλων περιγράφεται στο «Παράρτημα Α», ευρίσκεται εντός του ξενοδοχείου και οι εναγόμενοι 1-3 την κατακρατούν παράνομα, την ιδιοποιήθηκαν και παράνομα επενέβησαν σε αυτή, ενόσω το ξενοδοχείο επαναλειτούργησε στις 27.3.2014 με τον εξοπλισμό που αποτελεί περιουσία των εναγόντων και οι εναγόμενοι από την παρανομία τους αποκομίζουν κέρδος λειτουργώντας το ξενοδοχείο. Ως υποστηρίζει ο ενόρκως δηλών, οι αιτητές-ενάγοντες ανέμεναν να καταχωρηθεί η έκθεση απαίτησης στην αγωγή με αρ. 1743/14 για να καταχωρήσουν την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους και στις 30.4.2014 κατεχώρησαν αίτηση για απόρριψη της εν λόγω αγωγής, η οποία ορίστηκε στις 2.7.2014 για οδηγίες ώστε να καταχωρηθεί η έκθεση απαίτησης των εναγόντων - που είναι οι εναγόμενοι 1 στην παρούσα αγωγή. Αυτός είναι ο λόγος που οι ενάγοντες δεν προσέφυγαν προηγουμένως στο Δικαστήριο για να επιδιώξουν τα αιτούμενα με την υπό κρίση αίτηση προσωρινά διατάγματα. Μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 11.6.2014 στην αγωγή με αρ. 1743/14, που αποτελεί δεδικασμένο ως προς την κατακράτηση εκ μέρους των εναγομένων του εξοπλισμού ιδιοκτησίας των εναγόντων, και ενώ αναμένετο ότι οι εναγόμενοι θα επέστρεφαν τον επίδικο εξοπλισμό στους ενάγοντες, καταχωρήθηκαν δύο ποινικές υποθέσεις εναντίον των εναγόντων και του ενόρκως δηλούντος των αιτητών για διάπραξη ποινικών αδικημάτων σε σχέση με τρεις επιταγές (Τεκμήριο 9). Όπως ο ενόρκως δηλών πληροφορείται από τους δικηγόρους του, πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του νόμου και της νομολογίας για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων μονομερώς και θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εφόσον με τη χρήση του εξοπλισμού από τους εναγόμενους 1 μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, αυτός θα καταστραφεί πλήρως, ενόσω η κακή οικονομική κατάσταση των εναγομένων 1, όπως προβάλλει και από την παράγραφο 36 του Τεκμηρίου 6(γ), δεν αφήνει περιθώρια για ικανοποίηση τυχόν απόφασης ήθελε εκδοθεί μεταγενέστερα εναντίον τους, παραθέτοντας και νομολογία προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Κατά τον ενόρκως δηλούντα, με την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων οι εναγόμενοι 1 δεν θα στερηθούν οποιοδήποτε δικαίωμά τους ούτε θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά, υποστηρίζει δε ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των αιτητών-εναγόντων, εφόσον πέραν των πιο πάνω αναφερθέντων, θα πρέπει να τερματιστεί η εγωιστική συμπεριφορά των εναγομένων, οι οποίοι με έκδηλη παρανομία χρησιμοποιώντας τον εξοπλισμό που ανήκει στους ενάγοντες αποκομίζουν και οικονομικό όφελος. Στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων, που καταχωρήθηκε στις 17.7.2014, με νομική βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 θ.2, Δ.48 θ.θ. 1-4 και 7-9 και Δ.64 θ.θ. 1-2, τα άρθρα 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, τα άρθρα 4-6 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 καθώς και τις αρχές του δικαίου της επιείκειας και του κοινοδικαίου, τη σχετική νομολογία και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης, ως συνοψίζονται: · η υπό κρίση αίτηση είναι αντικανονική και βασίζεται σε λανθασμένο νομικό και πραγματικό υπόβαθρο · δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, όπως φαίνεται και από τα γεγονότα της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση και ειδικότερα δεν πληρούται η τρίτη προϋπόθεση εφόσον οι αιτητές δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, δεδομένου ότι ο υπολογισμός των αποζημιώσεων που αξιώνουν είναι δυνατός και η επιδίκαση των αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους · δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων 2 και 3 και συνεπώς δεν υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση εναντίον τους ούτε και ορατή πιθανότητα επιτυχίας · τα γεγονότα της αίτησης δεν δικαιολογούν την έκδοση μονομερώς προσωρινού διατάγματος και οι ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια καθότι παρέλειψαν να αποκαλύψουν ουσιώδη γεγονότα · η έκδοση του υπό το αιτητικό Α αιτουμένου διατάγματος θα αποτελούσε ουσιαστικά χρήση του μηχανισμού έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος για σκοπό διαφορετικό από εκείνο που είναι ταγμένο να εξυπηρετήσει και με την έκδοση του εν λόγω διατάγματος λύεται και η ουσία της διαφοράς, επιφέροντας τον τερματισμό της ή του ενδιαφέροντος των διαδίκων να συνεχίσουν την εκδίκαση της αγωγής, καθόσον το εν λόγω διάταγμα είναι ταυτόσημο με το αιτούμενο υπό στοιχείο Α διάταγμα της αγωγής · η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας καθότι αυτή θα μπορούσε να καταχωρηθεί στα πλαίσια της αγωγής με αρ. 1743/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με τους ίδιους διαδίκους και τα ίδια ακριβώς επίδικα θέματα · οι εναγόμενοι 1 είναι εταιρεία φερέγγυα και αξιόχρεη και η περιουσία της ανέρχεται στα €2.300.000 ώστε μπορεί να ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση εκδοθεί υπέρ των εναγόντων · μεγάλο μέρος του εξοπλισμού που αναφέρεται στο «Παράρτημα Α» της αίτησης δεν ευρίσκεται στην κατοχή των εναγομένων 1 και μέρος του εξοπλισμού που παρέμεινε στο ξενοδοχείο τους αποτελεί προσάρτημα και ή μέρος του ξενοδοχείου · οι ενάγοντες κωλύονται να ζητούν την έκδοση του υπό κρίση διατάγματος εφόσον εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα δυνάμει του αιτητικού Β της αίτησης με σκοπό να ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση εκδοθεί εναντίον των εναγομένων 1 και · με την έκδοση του υπό κρίση διατάγματος επιχειρείται η αλλοίωση του status quo αντί η διατήρησή του. Στην ένορκη του δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, που συνοδεύει την ένσταση, ο εναγόμενος 2, αναφέρει ότι, υπό την ιδιότητά του και ως γραμματέας των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 1, όντας και σύζυγος μίας εκ των διευθυντών και μετόχων αυτών, έχοντας προσωπική γνώση των γεγονότων λόγω προσωπικού του χειρισμού αλλά και από έγγραφα που έχει στην κατοχή του, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους λοιπούς εναγόμενους να προβεί στην ένορκή του δήλωση, ως συμβουλεύεται δε και από τους δικηγόρους του, η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Αρνείται τους ισχυρισμούς των αιτητών, εκτός όπου αναφέρει διαφορετικά, παραθέτοντας τη θέση των εναγομένων και επισημαίνοντας ότι επειδή οι εναγόμενοι 1 δεν έχουν πρόθεση να αποξενώσουν το ξενοδοχείο και τον εξοπλισμό του, αποδέχθηκαν την έκδοση του διατάγματος που προαναφέρθηκε για την εξοικονόμηση εξόδων και δικαστικού χρόνου. Οι αιτητές δεν αποκαλύπτουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων 2 και 3, δεδομένου ότι όπως προβάλλει και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, οι ενάγοντες συμβλήθηκαν με τους εναγόμενους 1, ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου, εναντίον των οποίων μπορούν να προβάλλουν οποιαδήποτε αξίωση για αποζημίωση ζητώντας και την παράδοση του εξοπλισμού, που ως αναφέρουν, ευρίσκεται στο ξενοδοχείο, έχοντας μάλιστα ζητήσει να τους επιτραπεί να παραλάβουν τον εν λόγω εξοπλισμό με επιστολή των δικηγόρων τους προς τους εναγόμενους
- Κατά την παράδοση του ξενοδοχείου στους ενάγοντες αυτό ήταν πλήρως εξοπλισμένο και σε πλήρη λειτουργήσιμη κατάσταση, ενόσω οι εναγόμενοι 1 είχαν προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την έκδοση της άδειας λειτουργίας του ξενοδοχείου, γεγονός που οι ενάγοντες γνώριζαν και ο λόγος που δεν εξασφαλίστηκε η σχετική άδεια από τον ΚΟΤ ήταν ότι οι ενάγοντες προέβησαν σε μετατροπές, χωρίς τη συγκατάθεση των εναγομένων 1, οι οποίες διέφεραν από τα εγκριθέντα από τον ΚΟΤ αρχιτεκτονικά σχέδια, οι δε αλλαγές στο ενοικιαστήριο έγγραφο έγιναν από τους ενάγοντες. Με αναφορά σε ρητούς και ουσιώδεις όρους του ενοικιαστηρίου εγγράφου, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι οι ενάγοντες συστηματικά καθυστερούσαν την καταβολή του συμφωνηθέντος μηνιαίου ενοικίου και δεν συμμορφώνοντο με τις υποχρεώσεις τους παρά τις υποσχέσεις τους, με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι 1 να τερματίσουν το ενοικιαστήριο έγγραφο και να καταχωρήσουν την αγωγή με αρ. 1743/14 εναντίον των εναγόντων, αξιώνοντας δεδουλευμένα ενοίκια ύψους €42.000, πλέον αποζημιώσεις για ζημιές που προκάλεσαν οι ενάγοντες στο ξενοδοχείο ύψους €18.440 (ως Τεκμήριο 1 επισυνάπτεται η έκθεση απαίτησης στην εν λόγω αγωγή). Απορρίπτοντας τους αντίθετους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος των αιτητών, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι το ξενοδοχείο παραδόθηκε στους ενάγοντες σε λειτουργήσιμη κατάσταση χωρίς να συμφωνήσουν οι εναγόμενοι 1 ότι θα τους αποζημιώσουν και η αγορά του εξοπλισμού εκ μέρους των εναγόντων δεν προήλθε από ελλείψεις αλλά επειδή οι ενάγοντες ήθελαν να προβούν σε αλλαγές στο ξενοδοχείο, χωρίς την άδεια των εναγομένων 1 και κατά παράβαση των εγκεκριμένων αρχιτεκτονικών σχεδίων όπως π.χ. οι επενδύσεις από γυψοσανίδα, τα φωτιστικά και η τοποθέτηση ανοξείδωτης λαμαρίνας και μεγαφώνων στο roof garden. Επίσης, οι ενάγοντες αντικατέστησαν με καυστήρα γκαζιού, που αποτελεί πλέον προσάρτημα του ξενοδοχείου, τον καυστήρα πετρελαίου, ο οποίος έχει χαθεί. Αναφορικά με τον εξοπλισμό του «Παραρτήματος Α», ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι το μεγαλύτερο μέρος του παραλήφθηκε από τους ενάγοντες όταν εγκατέλειψαν το ξενοδοχείο, ενόσω μεγάλο μέρος του αφορά αναλώσιμα είδη που έχουν αναλωθεί και άλλο μέρος του αποτελεί προσάρτημα του ξενοδοχείου, η αφαίρεση του οποίου θα προκαλέσει μεγάλες ζημιές στους εναγόμενους
- Ως Τεκμήριο 2 επισυνάπτεται δέσμη φωτογραφιών που έβγαλε ο ενόρκως δηλών στις 6.3.2014, μετά την εγκατάλειψη του ξενοδοχείου εκ μέρους των εναγόντων, όπου φαίνεται ότι ο εξοπλισμός της κουζίνας και των δωματίων του ξενοδοχείου έχει παραλειφθεί από τους ενάγοντες, υποδεικνύοντας επίσης ότι συγκεκριμένα αντικείμενα που περιγράφονται στο «Παράρτημα Α» δεν ευρίσκονται στο ξενοδοχείο. Με συγκεκριμένες αναφορές στο «Παράρτημα Α» και στο Τεκμήριο 5 της αίτησης, ο ενόρκως δηλών επισημαίνει διαφορές ως προς τον αριθμό και την αξία του εξοπλισμού, υποστηρίζοντας ότι στο «Παράρτημα Α» παρουσιάζεται μια εντελώς παραπλανητική εικόνα. Απορρίπτονται ακόμη ως αναληθείς οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντος των αιτητών για μείωση του ενοικίου σε €7.000, ενώ ως προς τις ποινικές υποθέσεις που αναφέρει ο ενόρκως δηλών των αιτητών, υποστηρίζεται ότι οι εναγόμενοι δεν γνώριζαν για την ύπαρξη των εν λόγω ποινικών υποθέσεων παρά μόνο πληροφορήθηκαν ότι υπήρχαν καταγγελίες από τον ΚΟΤ σε συνάντηση με τους ενάγοντες, οι οποίοι αρνούντο να τους καταβάλουν τα οφειλόμενα ενοίκια, αν και γνώριζαν λόγω επιθεώρησης που έγινε από τον ΚΟΤ τον Οκτώβριο του 2013 ότι θα διευθετείτο νέα επιθεώρηση με σκοπό την έκδοση άδειας από τον ΚΟΤ. Αναφορικά με την επιστολή τερματισμού των εναγόντων, ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ίδιου στην αγωγή αρ. 1743/14 ημερομηνίας 29.5.2014 (αντίγραφο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3), όπου φαίνεται ότι οι εναγόμενοι δεν έλαβαν γνώση της εν λόγω επιστολής. Αντίθετα, οι εναγόμενοι 1 τερμάτισαν τη συμφωνία ενοικίασης με επιστολή τους που επιδόθηκε στους ενάγοντες στις 5.3.
- Στις 3.3.2014 ο ενόρκως δηλών ειδοποιήθηκε από κατοίκους της Κακοπετριάς ότι οι ενάγοντες ξεκίνησαν να εγκαταλείπουν το ξενοδοχείο, μεταφέροντας εκτός αυτού αντικείμενα και εξοπλισμό και στις 5.3.2014 το εγκατέλειψαν πλήρως. Επισκέφθηκε αργά το απόγευμα της ημέρας εκείνης το ξενοδοχείο που ήταν κλειστό και την ίδια ημέρα ο υιός του έλαβε τηλεφώνημα από τον διευθυντή των εναγόντων για να του παραδώσει τα κλειδιά του ξενοδοχείου, αλλά τελικά τα έδωσε σε μία πρώην υπάλληλο του ξενοδοχείου. Την επόμενη ημέρα, ο ενόρκως δηλών εισήλθε στο ξενοδοχείο διαπιστώνοντας ότι έλειπαν αντικείμενα από τα δωμάτια και την κουζίνα του ξενοδοχείου, αντικρίζοντας μία εικόνα εγκατάλειψης, καθώς και ζημιές σε έπιπλα και εξοπλισμό και πολλοί τοίχοι να χρειάζονται βάψιμο, τοποθέτησε δε ο ίδιος αλυσίδες στην κεντρική είσοδο του ξενοδοχείου. Απορρίπτοντας τους λοιπούς ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος των αιτητών και επαναλαμβάνοντας τους λόγους ένστασης, όπως πιο πάνω παρατέθηκαν, ο ενόρκως δηλών επισημαίνει την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης και την προσπάθεια των αιτητών να αλλοιώσουν το status quo, εφόσον το ξενοδοχείο επαναλειτούργησε από τις 27.3.2014, γεγονός που οι ενάγοντες γνώριζαν. Ως προς την περιουσία των εναγομένων 1, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι ανέρχεται στο ποσό των €2.300.000, όπως φαίνεται και στον όρο 11.2 του ενοικιαστηρίου εγγράφου, επισυνάπτει δε ως Τεκμήριο 4 κατάσταση λογαριασμού του μοναδικού δανείου των εναγομένων 1 όπου φαίνεται ότι το χρέος ύψους €700.000 αποπληρώνεται κανονικά και ως Τεκμήριο 5 κατάσταση λογαριασμού δανείου των εναγομένων 1, το οποίο εξοφλήθηκε. Τονίζοντας ότι οι ενάγοντες δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά από τη μη έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, ο ενόρκως δηλών επισημαίνει ότι οι αιτητές δεν αναφέρουν ο,τιδήποτε για την οικονομική κατάσταση του ίδιου και του εναγόμενου 3, ενόσω οι ισχυρισμοί περί του ότι οι εναγόμενοι 1 είναι οικονομικά ανίκανοι να αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε δικαστική απόφαση απορρίπτονται, όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω. Κατά την ακρόαση της αίτησης δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες. Με τις γραπτές τους αγορεύσεις τους οι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τη θέση κάθε πλευράς αντίστοιχα, με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και σε νομολογία. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, η έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Σύμφωνα δε με την απόφαση Inter Depol Limited v. Kyriakos Papavassiliou Ltd
(1984)1 ΑΑΔ 769, ακόμη και αν προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθώς και ορατό ενδεχόμενο να δικαιούται θεραπείας ο ενάγων, πρέπει να ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ότι δηλαδή αν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Κarydas Taxi Co. Ltd v. Komodikis
(1975)1 AAΔ 321, Acropol Shipping Company Ltd v. Rossis
(1976)1 ΑΑΔ 38, Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 AAΔ 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 AAΔ 231, G. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits Ltd
(1979)1 AAΔ 689, Μ. & M. Transport Co. Ltd v. Eteria Astikon Leoforion Lemessou Ltd
(1981)1 AAΔ 605, Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557, National Bank v. Motovia Ltd
(1987)1 AAΔ 303, Metro Shipping v. Global Cruises
(1989)1 ΑΑΔ 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 ΑΑΔ 54, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α. (πιο πάνω) έχει αναλυθεί με σαφήνεια το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και έχει λεχθεί ότι προτού το Δικαστήριο εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας, συνεκτιμώντας τις περιστάσεις της υπόθεσης που έχει ενώπιον του, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό. Ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη, αναφορά γίνεται κατά κανόνα στη δικογραφία, κυρίως στην έκθεση απαίτησης, σε συσχετισμό με τη νομική βάση της απαίτησης. Σε σχέση με το κριτήριο της πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία αρκεί βάσει της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης υπό το φως της προσφερόμενης μαρτυρίας να καταδειχθεί μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας, κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Αναφορικά δε με το τρίτο κριτήριο μόνο τότε ικανοποιείται όταν δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα η θεραπεία που επιζητείται. Εάν τυχόν χρηματική αποζημίωση μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική θεραπεία για τον ενάγοντα στο τέλος της δίκης, η έκδοση ή η διατήρηση σε ισχύ του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος αποκλείεται. Όπως λέχθηκε ωστόσο στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης αλλά και άλλα δεδομένα που μπορεί να εμποδίσουν την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. και Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 ΑΑΔ 741). Είναι νομολογημένο ότι κατά την εκδίκαση αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα πρέπει να αποφεύγεται να λέγεται από το Δικαστήριο οτιδήποτε καθώς και να ασκείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να αποφευχθεί η αναφορά δηλώσεων που πιθανόν να θεωρηθεί ότι προδικάζει τα επίδικα θέματα που θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo v. Adidas (πιο πάνω)). Προς εξέταση των προϋποθέσεων που πρέπει να ικανοποιούνται προς έκδοση του αιτουμένου με το αιτητικό Α διατάγματος στην παρούσα υπόθεση, με βάση την έκθεση απαίτησης και όσα δεδομένα υπάρχουν και τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, επισημαίνεται αρχικά ότι η απαίτηση των αιτητών-εναγόντων βασίζεται σε παράβαση, κατά τον ισχυρισμό τους, εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 1 της προαναφερθείσας συμφωνίας ενοικίασης, η συνομολόγηση της οποίας είναι αναμφισβήτητη καθώς και σε διάπραξη αστικών αδικημάτων εκ μέρους των εναγομένων. Από τη μαρτυρία προβάλλει, ως οι αιτητές επικαλούνται, ότι οι καθ' ων η αίτηση 1 παρέβησαν τους όρους της συμφωνίας ενοικίασης με αποτέλεσμα οι αιτητές-ενάγοντες να προβούν στον τερματισμό της συνεπεία της αντισυμβατικής και αμελούς συμπεριφοράς των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 1, επιδιώκοντας την αποκατάσταση των ζημιών που υπέστησαν και την επιστροφή των αντικειμένων, που κατά τον ισχυρισμόν τους τοποθέτησαν στο ξενοδοχείο και έχουν αγοράσει σύμφωνα με το Τεκμήριο 2(Α) της αίτησης. Οι καθ' ων η αίτηση αρνούνται τους ισχυρισμούς των αιτητών και αντιτάσσουν ότι οι αιτητές με την εγκατάλειψη του ξενοδοχείου, παρέλαβαν τα αντικείμενα που είχαν τοποθετήσει σ' αυτό, ενόσω κάποια που ζητούνται δεν υπάρχουν και άλλα αποτελούν προσαρτήματα του ξενοδοχείου, ο δε τερματισμός της υπό αναφορά συμφωνίας έγινε από τους καθ' ων η αίτηση 1 λόγω της παράβασης των όρων αυτής εκ μέρους των αιτητών. Εφόσον, όπως οι καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν, οι αιτητές δεν προέβαλαν τις απαιτήσεις τους εναντίον των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 1 στην αγωγή με αρ. 1743/14, την οποία κίνησαν οι τελευταίοι και εκκρεμοδικεί, οι αιτητές-ενάγοντες κωλύονται να προβάλλουν τους ισχυρισμούς στους οποίους βασίζουν την υπό κρίση αίτηση, με τους τελευταίους να υποστηρίζουν ότι δεν μπορούσαν να αιτηθούν για τέτοιας φύσης προσωρινό διάταγμα στην αγωγή εκείνη λόγω του σταδίου που βρισκόταν. Χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, είναι η αντίληψη μου ότι οι εκατέρωθεν θέσεις φανερώνουν ότι εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην παρούσα υπόθεση έναντι των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 1, οπότε ικανοποιείται ως προς αυτούς το πρώτο κριτήριο που θέτει η νομολογία προς έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Περαιτέρω, έχοντας κατά νου τους ισχυρισμούς των αιτητών ότι τα διεκδικούμενα αντικείμενα τους ανήκουν και με αυτά λειτουργεί το ξενοδοχείο, από την λοιπή υπάρχουσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και από τα στοιχεία που επικαλούνται και οι καθ' ων η αίτηση, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής κατά το στάδιο της δίκης, οπότε ικανοποιείται ως προς τους καθ' ων η αίτηση-εναγόμενους 1 και το δεύτερο κριτήριο που θέτει η νομολογία προς έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Τα δυο όμως αυτά κριτήρια δεν φαίνεται να πληρούνται σε σχέση με τους εναγόμενους 2 και 3, εναντίον των οποίων, όπως ορθά εισηγήθηκε ο συνήγορος τους, δεν απεδείχθη αγώγιμο δικαίωμα, εφόσον η συμφωνία ενοικίασης συνήφθη μεταξύ των αιτητών και των καθ' ων η αίτηση 1-που είναι εταιρεία και ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου, από την οποία εξ άλλου είχε ζητηθεί με επιστολή των εναγόντων ο επίδικος εξοπλισμός, ενόσω μάλιστα οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν διεφάνη ότι κατέχουν τον εξοπλισμό αυτό. Υπό τα δεδομένα της υπόθεσης, η εισήγηση του συνηγόρου των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 ευθύνονται εφόσον, λόγω της ιδιότητας τους, λαμβάνουν τις αποφάσεις για τους εναγόμενους 1, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση παρόλο που οι αιτητές-ενάγοντες ισχυρίζονται ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα στοιχεία προκύπτει ότι η οποιαδήποτε ζημιά έχουν ή τυχόν θα υποστούν συνεπεία των κατ' ισχυρισμόν ενεργειών των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων 1- αλλά και των λοιπών εναγομένων αν ήθελε θεωρηθεί ότι πληρούνται και ως προς αυτούς τα δυο πρώτα κριτήρια- μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Όπως επαναλήφθηκε βέβαια πρόσφατα στην απόφαση Zena Co. Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1848, σύμφωνα με τη νομολογία «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231» (βλ. και Highgate Primary School Ltd κ.α. ν. Φυλακτίδη κ.α.
(2009)1(Α) ΑΑΔ 317 και Όξυνος κ.α. ν. Λου
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1066). Έχω την άποψη ότι στην παρούσα υπόθεση οι ισχυρισμοί των αιτητών-εναγόντων δεν καταδεικνύουν ότι δεν θα μπορέσουν να αποζημιωθούν πλήρως με χρήματα κατά το πέρας της αγωγής. Οι οποιεσδήποτε ζημιές τους είναι αποτιμητές σε χρήμα, εφόσον με την αγωγή τους αξιώνουν διαζευκτικά την αξία, ακόμη δε και την ενοικιαστική αξία χρησιμοποιήσεως, των αντικειμένων που ζητούν να τους παραδοθούν με το αιτούμενο διάταγμα, την οποία οι ίδιοι καθορίζουν, νοουμένου βέβαια ότι αποδειχθούν από αυτούς κατά τη δίκη. Ούτε και έχουν τεθεί εκ μέρους των αιτητών ικανοποιητικά στοιχεία για την οικονομική κατάσταση των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων που να υποστηρίζουν τη θέση ότι θα εμποδισθούν από του να ικανοποιήσουν την υπέρ αυτών τυχόν εκδοθησόμενη απόφαση, δεδομένου μάλιστα ότι από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία προκύπτει ότι η αξία του ξενοδοχείου, του οποίου, ως προαναφέρθηκε, απαγορεύθηκε με το εκδοθέν εκ συμφώνου διάταγμα η αποξένωση μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής, υπερβαίνει κατά πολύ τις αξιώσεις των αιτητών (βλ. όρο 11.2 του Τεκμηρίου 1 της αίτησης). Διαπιστώνεται κατά συνέπεια ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η προϋπόθεση ότι οι αιτητές-ενάγοντες εάν επιτύχουν στην αγωγή τους δεν θα μπορούσαν να αποζημιωθούν πλήρως στο μεταγενέστερο εκείνο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις προς έκδοση του αιτουμένου διατάγματος οδηγεί και στην κρίση ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι κλίνει υπέρ των αιτητών στην παρούσα υπόθεση. Ως προς την εισήγηση του κ. Παρπαρίνου ότι στην παρούσα υπόθεση η διατήρηση του status quo καθώς και η άρση της κατ' ισχυρισμόν παράνομης κατάστασης που δημιουργήθηκε θα πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος για να μην αδικηθούν οι αιτητές αλλά και για να προστατευθούν τα δικαιώματα τους, κρίνεται ότι δεν μπορεί να ευσταθήσει. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.α.
(2000)1(Α) ΑΑΔ 169, υπό συνήθεις συνθήκες η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι να διατηρηθεί το status quo ante μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης και όχι να προκαταληφθεί η έκβαση της υπόθεσης επί της ουσίας. Δεν διαφεύγει της προσοχής ότι το αιτούμενο διάταγμα αποτελεί μια από τις θεραπείες της αγωγής. Όπως βέβαια υποδεικνύεται στη νομολογία, δεν αποκλείεται η έκδοση προσωρινού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή, όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο υπό τις συνθήκες της υπόθεσης (βλ. μεταξύ άλλων, Jonitexo v. Adidas (πιο πάνω), Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.α. (πιο πάνω), Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1572). Στην παρούσα υπόθεση με βάση όσα πιο πάνω λέχθηκαν και έχοντας υπόψη ότι το ξενοδοχείο, όπως οι ίδιοι οι αιτητές υποδεικνύουν, άρχισε ήδη τη λειτουργία του από το τέλος Μαρτίου του 2014 και λειτουργεί με τον εν λόγω εξοπλισμό για τρεις μήνες πριν από την έγερση της παρούσας αγωγής, η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος θα οδηγούσε σε ουσιαστική ικανοποίηση μιας από τις κυρίως θεραπείες που ζητούνται με την αγωγή, κάτι που, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα μπορούσε να γίνει μόνο κατόπιν ακρόασης των θέσεων των μερών επί της ουσίας, υπό το φως της εγειρόμενης υπεράσπισης εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση. Τα γεγονότα άλλωστε της παρούσας υπόθεσης διαφοροποιούνται από αυτά της υπόθεσης Κυρισάββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1245 όπου επισημάνθηκε ότι αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου να διαφυλάττει το κράτος δικαίου όταν διαπιστώνεται παρανομία αλλά και από αυτά της υπόθεσης Highgate Primary School Ltd κ.α. ν. Φυλακτίδη κ.α. (πιο πάνω). Θα πρέπει, τέλος, να λεχθεί ότι στην υπό κρίση αίτηση, η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος επιδιώχθηκε μεν κυρίως δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), αλλά και δυνάμει του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, που, επίσης, περιλαμβάνεται στη νομική της βάση. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α. (πιο πάνω) με αναφορά στην απόφαση ABP Holdings Ltd κ.α. v. Α. Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 ΑΑΔ 694, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου που θεσπίστηκε μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως και το άρθρο 5, κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται, χωρίς να αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) κρίθηκε ότι μόνο όπου το αντικείμενο της αγωγής είναι το επίδικο, τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 4 του Κεφ. 6 και σε αντίθετη περίπτωση δεν μπορεί να εξεταστεί το άρθρο αυτό ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Έχοντας ήδη εξετάσει το θέμα στη βάση των προϋποθέσεων που απαιτούνται από το προαναφερθέν άρθρο 32 και καθοδηγούμενη από τις γενικές αρχές σχετικά με την έκδοση διαταγμάτων που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι ούτε δυνάμει του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, θα ήταν δυνατόν να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, για τους λόγους που έχουν ήδη αναλυθεί πιο πάνω και ειδικότερα επειδή δεν κρίνεται αναγκαία η έκδοση του για την παρεμπόδιση απώλειας ή ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού των αιτητών. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, οι αιτητές που έχουν το βάρος απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων προς έκδοση του αιτουμένου με το αιτητικό Α διατάγματος, δεν το έχουν αποσείσει στο παρόν στάδιο και συνεπώς δεν δικαιολογείται η έκδοση του. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αίτηση ως προς το αιτητικό Α δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται εναντίον των αιτητών-εναγόντων και υπέρ των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων και θα πληρωθούν στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο