Pitsillides Trading Co Ltd κ.α. ν. Αντώνη Χατζηγιάννη, Αρ. Αγωγής: 2504/2008, 24/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A353 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2504/2008 Μεταξύ:
- Pitsillides Trading Co Ltd
- Παναγιώτη Πιτσιλλίδη Εναγόντων και Αντώνη Χατζηγιάννη Εναγομένου ----------------- 24 Σεπτεμβρίου,
- Για τους ενάγοντες: κ. Π. Αγγελίδης Για τον εναγόμενο: κ. Γ. Γεωργιάδης Α Π Ο Φ Α Σ Η H ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με έδρα τη Λευκωσία. Ο ενάγοντας ήταν καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους διευθυντής και μέτοχος της πιο πάνω εταιρείας, θέση την οποία κατέχει μέχρι σήμερα. Η ενάγουσα ασχολείτο, μεταξύ άλλων, με τη διανομή του ποτού "Red Bull" στην Κύπρο. Η διανομή του πιο πάνω ποτού της είχε ανατεθεί από την εταιρεία "Red Bull Gmbh", που θα αναφέρεται μετά απλώς ως «Red Bull». Η συνεργασία μεταξύ των δύο πιο πάνω οργανισμών άρχισε το 1998 και τερματίστηκε το 2007 με πρωτοβουλία της τελευταίας. Η Red Bull απέστειλε επιστολή στην ενάγουσα, ημερομηνίας 7.12.2007, με την οποία ανακοίνωσε την απόφασή της να τερματίσει τη μεταξύ τους συνεργασία. Στην εν λόγω επιστολή, Τεκμήριο 3, δεν γίνεται αναφορά στους λόγους που την οδήγησαν στην πιο πάνω απόφαση. Ο εναγόμενος ήταν, καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους, ο Brand Manager της Red Bull Gmbh. Αρχές του 2008 ο ενάγοντας παρέλαβε από τον Alessandro Angelon, υπεύθυνο της Red Bull το πιο κάτω μήνυμα ημερομηνίας 13.3.2008, μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το οποίο είχε αποσταλεί από τον εναγόμενο προς τη Red Bull: «Good morning, For historic and reporting reasons I need the attached report for the months of December, January, February and of course the coming months. Also it would be very usefull to have the latest visibility master plan. As I have already told you lots of fridges have disappeared from the market after orders from Pitsillides (Andreas can confirm that). It will be very usefull to have the master plan in order to be able to track our posm and shelf space. Also from the last two months the sales report is missing but is of no importance for me. History of sales per outlet could be useful but I doubt it that he would give it to us." Είναι η θέση των εναγόντων ότι στα ό,σα καταγράφονται πιο πάνω υπάρχει υπαινιγμός ότι ο ενάγοντας ή οι υπαλλήλοι της ενάγουσας έκλεψαν τα ψυγεία της Red Bull. Πρόκειται, σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις τους, για ψευδείς, ανυπόστατους, κακοήθεις και κακόβουλους υπαινιγμούς οι οποίοι αφορούσαν τους ενάγοντες και μπορούσαν να ερμηνευθούν ως ακολούθως: «(α) ήταν φυσικά και νομικά πρόσωπα ανάξια συνεργασίας και/ή πλημμελούς συμπεριφοράς και/ή μειωμένης αξιοπιστίας και/ή ευτελούς επαγγελματικής δραστηριότητας και γενικά ανάρμοστης και ασύγνωστης διαγωγής. (β) προέβαινε σε ανήθικες και/ή ευτελείς πράξεις (γ) ενεργούσε καθ' υπέρβαση των χρηστών ηθών (δ) ήταν πρόσωπα ανέντιμα που στερούντο ηθικών ερεισμάτων και επαγγελματικότητας.» Η φήμη, η εικόνα, το εκτόπισμα και η επαγγελματική υπόσταση των εναγόντων έχει κλονιστεί. Οι τελευταίοι αξιώνουν από τον εναγόμενο γενικές, ειδικές, τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Ο εναγόμενος στην υπεράσπισή του παραδέχεται ότι ήταν ο brand manager της Red Bull, ως επίσης και το γεγονός ότι η ενάγουσα, διευθυντής της οποίας ήταν ο ενάγοντας, είχε αναλάβει για κάποιο χρονικό διάστημα τη διανομή των προϊόντων Red Bull στην Κύπρο. Παραδέχεται επίσης ότι είχε αποστείλει την επίδικη επιστολή στον Alessandro Angelon, απορρίπτει όμως οποιαδήποτε κακοβουλία εκ μέρους του. Ισχυρίζεται ότι την απέστειλε στον προϊστάμενό του στα πλαίσια των εργασιακών καθηκόντων του, «... με μοναδικό σκοπό την καλόπιστη και ειλικρινή ενημέρωσή του για την κατάσταση της αγοράς των προϊόντων Red Bull στην Κύπρο». Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι «... τα αναφερόμενα στην επίδικη επιστολή, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και περιγράφουν ακριβώς και χωρίς υπαινιγμούς την κατάσταση στην Κυπριακή αγορά αναφορικά με τα προϊόντα Red Bull» και περιήλθαν σε γνώση του από τον επαρχιακό διευθυντή της ενάγουσας. Αρνείται την ερμηνεία που αποδίδουν στην επίδικη επιστολή οι ενάγοντες και ισχυρίζεται διαζευκτικά ότι η δημοσίευση ήταν προνομιούχα, έγινε καλή τη πίστη προς εκπλήρωση των εργασιακών του καθηκόντων. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν τρεις μάρτυρες, ο ενάγοντας, ο εναγόμενος και ο μάρτυρας υπεράσπισης Αντρέας Ηλία. Συνοψίζω τη μαρτυρία τους. Ο ενάγοντας αναφέρθηκε στον τερματισμό της συνεργασίας μεταξύ της ενάγουσας και της Red Bull Αυστρίας, όπως την αποκαλούσε χαρακτηριστικά, και της εταιρείας του. Η εταιρεία του ενημερώθηκε για τη διακοπή της συνεργασίας μέσω φαξ. Μετά την αποστολή του πιο πάνω φαξ η συνεργασία μεταξύ των δύο εταιρειών συνεχίστηκε για ακόμη έξι μήνες, καθότι αυτό προέβλεπε η αρχική συμφωνία. Στο φαξ δεν γινόταν οποιαδήποτε αναφορά στους λόγους της διακοπής. Αρχές του 2008 επισκέφθηκε τα γραφεία της Red Bull στην Αυστρία, κατά την παραμονή του εκεί συνάντησε ένα παλιό συνεργάτη του, ο οποίος του είπε εμπιστευτικά ότι ο εναγόμενος είχε κάνει πολλές αρνητικές αναφορές και σχόλια σε σχέση με την εταιρεία και το άτομό του. Στη συνέχεια έλαβε την επιστολή, Τεκμήριο 6, όπου κατηγορείτο ότι «εξαφάνισε», ήτοι ότι έκλεψε, τα ψυγεία της Red Bull. Πρόκειται για κακοήθες ψέμα καθότι ο ίδιος δεν «εξαφάνισε», ούτε έδωσε οδηγίες «να εξαφανιστούν» τα ψυγεία της Red Bull. Κανένα ψυγείο είχε τοποθετηθεί στην αποθήκη της εταιρείας του μετά τη διακοπή της συνεργασίας τους. Η εταιρεία του διατηρούσε, καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους, master plan σε σχέση με τους χώρους όπου ήταν τοποθετημένα τα ψυγεία, το οποίο ήταν πάντα στη διάθεση του brand manager της Red Bull, ήτοι του εναγομένου. Ο εναγόμενος ήταν το άτομο που εκπροσωπούσε τη Red Bull στην Κύπρο και ήταν με εκείνο που ο ενάγοντας επικοινωνούσε. Ανέφερε επίσης σε σχέση με τα ψυγεία ότι αυτά που βρίσκονταν σε καταστήματα παρέμειναν εκεί ενώ ό,σα ήταν στην αποθήκη της ενάγουσας φορτώθηκαν στην παρουσία του εναγομένου και μεταφέρθηκαν σε άλλους χώρους. Κατά την αντεξέταση υποβλήθηκε στον ενάγοντα ότι ο Αντρέας Ηλία είχε αναφέρει στον εναγόμενο ότι τα ψυγεία είχαν «μετακινηθεί» μετά από οδηγίες που είχε δώσει ο ίδιος. Ο ενάγοντας δήλωσε εμφαντικά ότι ο ισχυρισμός αυτός ήταν ψευδής καθότι ο ίδιος ουδέποτε έδωσε τέτοιες οδηγίες. Ο Αντρέας Ηλία εργοδοτείτο από την εταιρεία του, ήτοι την ενάγουσα, στη συνέχεια όμως εργοδοτήθηκε από τη Red Bull. Ο εναγόμενος καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι αρχικά εργοδοτείτο από την ενάγουσα εταιρεία, ήτοι από τον Απρίλιο 2002 μέχρι τις αρχές του
- Τον Ιανουάριο του 2004 η Red Bull του πρότεινε να αναλάβει ως Marketing Director τμήματος της Red Bull που θα δημιουργείτο στην Κύπρο, πρόταση την οποία αποδέχτηκε. Στα καθήκοντά του περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, η εποπτεία και ο έλεγχος των πωλήσεων και των διανομέων και η υποβολή αναφορών και παρατηρήσεων στο διευθυντή σε σχέση με τα πιο πάνω. Το 2007 ο εναγόμενος πληροφορήθηκε ότι η Red Bull αποφάσισε τη διακοπή της συνεργασίας με την ενάγουσα εταιρεία, απόφαση την οποία ανέλαβε ο ίδιος προσωπικά να μεταφέρει στον ενάγοντα σε κατ΄ ιδίαν συνάντηση. Κατά τη συνάντηση ο ενάγοντας, μετά την πληροφόρηση που έτυχε, δήλωσε στον εναγόμενο ότι θα τον διέγραφε με "tippex" και του επέρριψε ευθύνες για τη διακοπή της συνεργασίας. Τον χαρακτήρισε ως πρόσωπο «ανεπιθύμητο» και έθεσε τέρμα στη μεταξύ τους επικοινωνία και συνεργασία. Έκτοτε δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με τον ενάγοντα, ο τελευταίος αρνείτο επίμονα να του μιλήσει. Οποιαδήποτε επικοινωνία μεταξύ τους γινόταν μέσω τρίτου προσώπου, του προϊσταμένου του Alessandro Angelon. Ο ενάγοντας τον κατηγορούσε σε τρίτα πρόσωπα ότι είχε χρηματοδοτηθεί από την Cosmos Trading Ltd, την εταιρεία που ανέλαβε μετά τη διανομή του προϊόντος, «. με σκοπό να τερματιστεί η συνεργασία της P. Pitsillides Trading Ltd με τη Red Bull και να συναφθεί συμφωνία συνεργασίας μεταξύ της Cosmos Trading Ltd και της Red Bull». Τέλη Φεβρουαρίου του 2008, «. τέθηκαν υπόψη του, από κάποιους πωλητές του προϊόντος αναφορές για αφαίρεση των ψυγείων της Red Bull». Πληροφορήθηκε δε ότι κάποιοι πελάτες είχαν αρνηθεί να παραδώσουν τα ψυγεία. Σε συζήτηση που είχε με τον Αντρέα Ηλία, πρώην επαρχιακό διευθυντή Πάφου της ενάγουσας και έμπιστο συνεργάτη του ενάγοντα, ο οποίος στη συνέχεια εργοδοτήθηκε από τη Red Bull, ο τελευταίος του επιβεβαίωσε τις πιο πάνω πληροφορίες και του ανάφερε επίσης ότι η αφαίρεση των ψυγείων έγινε με οδηγίες του ενάγοντα μετά την ανακοίνωση της διακοπής της συνεργασίας. Ο ενάγοντας είχε ζητήσει από τον Αντρέα Ηλία, όταν αυτός βρισκόταν ακόμη στην υπηρεσία της ενάγουσας, «. να αφαιρέσει διακριτικά τα ψυγεία που ο ίδιος τοποθέτησε σε καταστήματα και να σταματήσει να καταναλώνει προϊόντα Red Bull!" Ο εναγόμενος θεώρησε τότε ως καθήκον του να προστατέψει τα συμφέροντα της εταιρείας του. Επικοινώνησε με τον προϊστάμενό του Allesandro Angelon και τον ενημέρωσε για τις αναφορές που έλαβε για την αφαίρεση ψυγείων, τις οποίες του είχε επιβεβαιώσει ο συνεργάτης του Αντρέας Ηλία. Του ζήτησε επίσης όπως του αποστείλει τον κατάλογο (masterplan) με τα καταστήματα και τα σημεία πώλησης, στα οποία είχαν τοποθετηθεί τα ψυγεία, για να μπορέσει να διερευνήσει το θέμα. Ισχυρίστηκε χαρακτηριστικά ότι «. ουδέποτε επιχείρησε να δυσφημίσει με οιονδήποτε τρόπο τον κ. Πιτσιλλίδη, ούτε είχε διεξάγει οποιαδήποτε συμπεράσματα για το ποιος αφαίρεσε τα ψυγεία ή ότι πράγματι αφαιρέθηκαν τα ψυγεία.» Τόνισε ότι τα ψυγεία ήταν ιδιοκτησία της Red Bull, βρίσκονταν όμως νόμιμα στην κατοχή της ενάγουσας. Η ενάγουσα είχε υποχρέωση να τα επιστρέψει στη Red Bull την 30.6.2008, ημερομηνία τερματισμού της συνεργασίας. Ενόψει τούτου, ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι αυτός προέβη σε υπαινιγμό κλοπής των ψυγείων είναι ανυπόστατος. Είναι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, «. αδιανόητο και εξωπραγματικό πως θα μπορούσε να θεωρηθεί πως έκανε υπαινιγμό για κλοπή από το πρόσωπο που ήταν νόμιμος κάτοχος των ψυγείων». Οι ανησυχίες τόσο της Red Bull όσο και οι δικές του δεν ήταν «η κλοπή αφ' εαυτή των ψυγείων», αλλά οι δυσμενείς επιπτώσεις που θα επέφερε η αφαίρεση των ψυγείων, συγκεκριμένα «.. η μείωση προώθησης ή εξουδετέρωση του προϊόντος καθώς επίσης τα επιπλέον έξοδα για επαναφορά». Η Red Bull, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, δεν θα μπορούσε ποτέ να εκλάβει τα σχόλια για αφαίρεση των ψυγείων, υπό την έννοια ή τον υπαινιγμό της κλοπής των ψυγείων. Κατά την αντεξέτασή του ανέτρεψε μόνος του τους πιο πάνω ισχυρισμούς, και ιδιαίτερα τη δήλωσή του ότι ο ίδιος δεν είχε διαπιστώσει ότι έγινε αφαίρεση ψυγείων από τους ενάγοντες. Ισχυρίστηκε ότι προέβη σε έρευνα του θέματος και διαπίστωσε ότι σε κάποιες περιπτώσεις πωλητές της ενάγουσας εταιρείας πήγαν στους χώρους όπου ήταν τα ψυγεία και ζήτησαν τα ψυγεία. Σε δύο περιπτώσεις οι πελάτες, προφανώς εννοούσε τους κατόχους των υποστατικών, αρνήθηκαν να τα παραδώσουν. Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας του ανάφερε ότι είχε εντοπίσει κάποιες περιπτώσεις στη Λεμεσό όπου «έλειπαν» τα ψυγεία, έκρινε όμως σκόπιμο να μη δώσει «επέκταση» στο θέμα καταγγέλλοντάς το στην αστυνομία. Ο Ανδρέας Ηλία, ΜΥ2, εργοδοτείτο αρχικά, ως αναφέρω και πιο πάνω, από την ενάγουσα εταιρεία. Κατείχε τη θέση περιφερειακού διευθυντή της επαρχίας Πάφου. Ήταν, σύμφωνα με τον ίδιο, στενός συνεργάτης του ενάγοντα, «το δεξί του χέρι», ως ανάφερε χαρακτηριστικά. Τόνισε, πέραν της μιας φοράς, την εκτίμηση και το σεβασμό που έτρεφε για τον εναγόμενο, ο τελευταίος τον είχε βοηθήσει να ανελιχτεί επαγγελματικά. Ανάμεσα στα καθήκοντά του μάρτυρα ήταν η τοποθέτηση των προϊόντων και των ψυγείων της Red Bull σε καταστήματα και άλλα σημεία πώλησης στην Επαρχία Πάφου, με σκοπό την προώθηση των προϊόντων και την αύξηση των πωλήσεων. Μετά την ανακοίνωση του τερματισμού της συνεργασίας της ενάγουσας και της Red Bull, υπήρχε μια μεταβατική περίοδος έξι περίπου μηνών για μεταφορά κύκλου εργασιών της ενάγουσας στη νέα εταιρεία που θα αναλάμβανε τη διανομή των προϊόντων της Red Bull. Ο ενάγοντας περιήλθε, λόγω της διακοπής της συνεργασίας, σε άσχημη συναισθηματική και ψυχολογική κατάσταση. Επιθυμούσε, αποχωρώντας από τη συνεργασία, «. να δυσκολέψει την ομαλή ανάληψη των εργασιών από την Cosmos Trading Ltd, βλάπτοντας την εμπορία του προϊόντος, αφού πίστευε πως με αυτή του τη στάση, κατά κάποιο τρόπο θα έπαιρνε την εκδίκησή του». Σε κάποιο στάδιο, το οποίο ο μάρτυρας δεν καθόρισε χρονικά, ο ενάγοντας του τηλεφώνησε και του έδωσε οδηγίες όπως αφαιρέσει όλα τα ψυγεία Red Bull από τα σημεία πώλησης και να σταματήσει να καταναλώνει προϊόντα Red Bull. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη γραπτή δήλωσή του: «. με πήρε τηλέφωνο και μου έδωσε οδηγίες όπως αφαιρέσω όλα τα ψυγεία Red Bull το οποία τοποθέτησα από τα σημεία πώλησης, καθώς επίσης όπως σταματήσω να καταναλώνω προϊόντα Red Bull!!» Ο μάρτυρας του δήλωσε ότι δεν θα προέβαινε σε τέτοια ενέργεια, δεν του το επέτρεπε το ήθος και οι αρχές του. Ο ενάγοντας του είπε τότε «έκτισες τα εσύ, και θα τους τα αφήσεις έτοιμα;» Ο μάρτυρας επέμενε ότι δεν θα μπορούσε να προβεί σε τέτοια ενέργεια. Λίγο χρόνο αργότερα, αρχές του 2008, ο μάρτυρας εργοδοτήθηκε στη Red Bull. Μετά την εργοδότησή του στην εν λόγω εταιρεία συνομίλησε με τον εναγόμενο για το θέμα των ψυγείων. Ο εναγόμενος τον ενημέρωσε ότι είχε λάβει πληροφορίες από πελάτες πως είχαν αφαιρεθεί κάποια ψυγεία. Ο μάρτυρας του ανάφερε τότε πως αυτές ήταν οι οδηγίες που είχε δώσει ο ενάγοντας. Ο εναγόμενος δήλωσε ότι θα διερευνούσε το θέμα και θα εξέταζε κατά πόσο είχαν πράγματι αφαιρεθεί ψυγεία και από ποια σημεία πωλήσεως. Για σκοπούς της έρευνάς του θα ζητούσε από τον προϊστάμενό του το master plan. Κατά την αντεξέτασή του ανάφερε ότι ως την ημέρα που έφυγε από την ενάγουσα εταιρεία δεν είχε αφαιρεθεί οποιοδήποτε ψυγείο. Σε κάποιο άλλο στάδιο ανάφερε ότι είχαν αφαιρεθεί ψυγεία, ισχυρισμό που ανέτρεψε λίγο αργότερα αναφέροντας ότι δεν γνώριζε κατά πόσο είχαν αφαιρεθεί οποιαδήποτε ψυγεία. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι μετά την ειδοποίηση τερματισμού της συνεργασίας της ενάγουσας και της Red Bull, η πρώτη συνέχιζε να πωλεί τα προϊόντα της δεύτερης για περίοδο έξι περίπου μηνών. Κατά την περίοδο εκείνη τα ψυγεία της Red Bull ήταν στην κατοχή και τον έλεγχο της ενάγουσας. Καμία θετική μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι κατά την πιο πάνω περίοδο είχαν αφαιρεθεί, από τους ενάγοντες, από τα σημεία πώλησης των προϊόντων Red Bull, οποιαδήποτε ψυγεία. Η μόνη μαρτυρία ήταν αυτή του εναγομένου, η οποία ήταν αντιφατική και στερείται σοβαρότητας. Ενώ στη γραπτή δήλωσή του, παράγραφο 11, αναφέρει ρητά ότι δεν είχε «διεξάγει» οποιαδήποτε συμπεράσματα για το ποιος αφαίρεσε τα ψυγεία ή ότι πράγματι αφαιρέθηκαν ψυγεία, καταθέτοντας ενόρκως στο δικαστήριο ισχυρίστηκε ότι η έρευνα που διεξήγαγε κατέδειξε ότι έγιναν προσπάθειες εκ μέρους της ενάγουσας αφαίρεσης ψυγείων. Η μαρτυρία του συγκεκριμένου προσώπου, σε σχέση με το θέμα των ψυγείων και των λόγων που τον οδήγησαν να αποστείλει την επίδικη επιστολή, στερείτο συνοχής, γεγονός που επεσήμανα και πιο πάνω κατά την παράθεση της μαρτυρίας του. Πέραν τούτου, προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, ότι ενώ ο ενάγοντας τον διέβαλλε σε τρίτους και τον κατηγορούσε ότι δωροδοκήθηκε από την Cosmo Trading Ltd, ενώ αρνείτο να έχει οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί του, ακόμη και επαγγελματική, ο ίδιος δικαιολογούσε τη συμπεριφορά του και την απέδιδε στην πικρία που ένοιωθε λόγω του τερματισμού της συνεργασίας με τη Red Bull. Η εικόνα που προσπάθησε να δώσει στο Δικαστήριο, ήτοι του ανεπηρέαστου και ακεραίου προσώπου που δεν εχθρευόταν τον ενάγοντα αλλά, αντιθέτως, ένοιωθε οίκτο γι΄ αυτόν λόγω της κατάστασης που περιήλθε, δεν με πείθει. Εντύπωση μου έκανε ότι θυμόταν, κατά λέξη, τις φράσεις που του είχε αναφέρει ο ενάγοντας, που καθόλου κολακευτικές ήταν για το πρόσωπό του, τις οποίες έκρινε σκόπιμο να επαναλάβει και στο Δικαστήριο. Φτωχή ήταν και η εντύπωση που μου έκανε ο ΜΥ2 Αντρέας Ηλία. Προσπάθησε να πείσει το δικαστήριο ότι ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας που εκτιμούσε και σεβόταν πολύ τον ενάγοντα, καθότι ο τελευταίος ήταν το πρόσωπο που τον βοήθησε και τον ανέδειξε επαγγελματικά. Οι ισχυρισμοί του δεν με πείθουν. Με βάση τη δική του μαρτυρία, προκύπτει ότι με την πρώτη δυσκολία, σε μια περίοδο που ο ενάγοντας τον είχε πραγματικά ανάγκη, αυτός τον εγκατέλειψε. Λίγες μόνο μέρες μετά την αποστολή της επιστολής τερματισμού της συνεργασίας, ο μάρτυρας, έχοντας ως μοναδικό γνώμονα το δικό του συμφέρον και παραγνωρίζοντας τη σχέση του με τον ενάγοντα, σχέση «πατέρα-γιου», ως την περιέγραψε ο ίδιος, υπέβαλε την παραίτησή του και εργοδοτήθηκε από τη Red Bull. Η εικόνα που σχημάτισα ήταν ότι ο μάρτυρας ήλθε στο Δικαστήριο, όχι για να πει την αλήθεια, αλλά για να υποστηρίξει τη μαρτυρία του εναγομένου με τον οποίο συνδεόταν επαγγελματικά. Παρουσίασε τον ενάγοντα ως άτομο αλλόφρων, που μετά την παραλαβή της επιστολής τερματισμού η μοναδική του έγνοια ήταν να παρεμβάλει εμπόδια στην εμπορία του προϊόντος Red Bull και «να πάρει την εκδίκησή του». Εκείνη την περίοδο, ο μόνος που τον συγκρατούσε ήταν ο μάρτυρας, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο. Ήταν φυσικό ο ενάγοντα να ήταν πικραμένος, στενοχωρημένος και απογοητευμένος μετά τη διακοπή του τερματισμού, απορρίπτω όμως ότι ήταν εκδικητικός, ως προσπάθησε να τον παρουσιάσει ο μάρτυρας. Επισημαίνω ότι την ίδια εικόνα είχε προσπαθήσει να μεταφέρει και ο εναγόμενος στη διοίκηση της Red Bull, ήτοι ότι ο ενάγοντας προσπαθούσε να παρεμβάλει εμπόδια με την επίδικη επιστολή. Αξιοπερίεργο δε βρίσκω και το γεγονός ότι και οι δύο στη γραπτή τους δήλωση περιγράφουν με τις ίδιες ακριβώς λέξεις τις οδηγίες που δήθεν ο ενάγοντας έδωσε στον Αντρέα Ηλία, να «αφαιρέσει» τα ψυγεία και να σταματήσει «να καταναλώνει προϊόντα Red Bull!" Χαρακτηριστικό δε είναι ότι και στις δύο δηλώσεις, μετά την ολοκλήρωση των πιο πάνω προτάσεων, υπάρχει θαυμαστικό. Τα πιο πάνω με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία τους ήταν το αποτέλεσμα συνεννόησης που είχαν προηγουμένως μεταξύ τους. Πέραν τούτου, παρατηρώ ότι η μαρτυρία του ΜΥ2 στερείτο συνοχής σε σχέση με τα ουσιώδη σημεία και συγκεκριμένα κατά πόσο είχαν χαθεί ψυγεία της Red Bull μετά που αυτός αποχώρησε από την ενάγουσα εταιρεία. Ενώ αρχικά ανάφερε ότι «χάθηκαν, χάνονταν συνεχώς, χάνονταν καθημερινά», στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε κατά πόσο είχαν χαθεί ή όχι ψυγεία. Ενόψει των πιο πάνω, καμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία του. Ο ενάγοντας ήταν, κατά το χρόνο που κατέθετε, συναισθηματικά φορτισμένος. Ήταν πρόδηλο ότι η διακοπή της συνεργασίας με τη Red Bull τον είχε αναστατώσει και πικράνει σε πολύ μεγάλο βαθμό. Παρά τη φόρτισή του απαντούσε τις ερωτήσεις ευθέως και χωρίς περιστολές και η εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο ήταν θετική. Δέχομαι, μεταξύ άλλων, τη δήλωσή του ότι ουδέποτε είχε δώσει οδηγίες σε οποιονδήποτε για την απομάκρυνση των ψυγείων και ότι η εταιρεία του διατηρούσε πάντοτε "master plan" το οποίο ήταν στη διάθεση της Red Bull, όπου καταγράφονταν οι χώροι όπου ήταν τοποθετημένα τα ψυγεία της Red Bull. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιόν μου, καταλήγω ότι οι σχέσεις του ενάγοντα και του εναγομένου, καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους, ήτοι μετά την αποστολή της ειδοποίησης για διακοπή της συνεργασίας της ενάγουσας και της Red Bull και εντεύθεν, ήταν πολύ άσχημες. Ο ενάγοντας αρνείτο να έχει οποιαδήποτε σχέση με τον εναγόμενο καθότι θεωρούσε ότι αυτός είχε συμβάλει καθοριστικά στη συνεργασία της εταιρείας του με τη Red Bull, ενώ ο τελευταίος θεωρούσε ότι αδίκως ο ενάγοντας τον απέφευγε και τον κατηγορούσε, καθότι ο ίδιος καμία εμπλοκή είχε στον τερματισμό της επίδικης συνεργασίας. Η επιστολή, αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, αποστάληκε από τον εναγόμενο στον Allesandro Angelon μετά την αποστολή της ειδοποίησης τερματισμού της συνεργασίας και στη συνέχεια αποστάληκε αυτούσια στον ενάγοντα, κάτω από συνθήκες που παρέμειναν αδιευκρίνιστες στο Δικαστήριο. Ήταν η θέση του ενάγοντα ότι η φράση που είχε χρησιμοποιήσει ο εναγόμενος «lots of fridges have disappeared from the markets after orders from Pitsillides», υπονοούσε ότ αυτός είχε κλέψει τα ψυγεία της Red Bull. Ο εναγόμενος υποστήριξε εντελώς διαφορετική θέση και ισχυρίστηκε ότι με την εν λόγω επιστολή καμία υπόνοια για κλοπή αφήνεται. Κατά πόσο η πιο πάνω αναφορά είναι δυσφημιστική ή όχι είναι θέμα πραγματικό και όχι νομικό, το οποίο εξετάζεται με βάση τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Η επίδικη επιστολή αποστάληκε, ως αναφέρω και πιο πάνω, λίγους μήνες μετά την αποστολή της ειδοποίησης τερματισμού της συνεργασίας μεταξύ των δύο εταιρειών και την ανάθεση διανομής των προϊόντων Red Bull σε κάποια τρίτη εταιρεία. Η αναφορά του εναγομένου σε εξαφάνιση μεγάλου αριθμού ψυγείων μετά από οδηγίες του ενάγοντα, επιδέχεται, υπό τις συνθήκες που επκρατούσαν τότε, μόνο μιας ερμηνείας, ήτοι ότι ο ενάγοντας ενεργώντας δολίως, χωρίς οποιοδήποτε νόμιμο δικαίωμα επί των πιο πάνω αντικειμένων και χωρίς να εξασφαλίσει προηγουμένως τη συγκατάθεση του νόμιμου ιδιοκτήτη, μετέφερε τα εν λόγω αντικείμενα σε άγνωστο χώρο. Πρόκειται για μομφή εναντίον του ενάγοντα, του αποδίδεται ανάρμοστη, ανέντιμη, εκδικητική συμπεριφορά η οποία δεν αρμόζει βέβαια καθόλου στο διευθυντή και ιδιοκτήτη μιας επιχείρησης. Συμφωνώ με τη θέση του ενάγοντα ότι η πιο πάνω αναφορά πλήττει την επαγγελματική του εικόνα και τη φήμη του. Ο εναγόμενος στην υπεράσπισή του ισχυρίστηκε ότι τα ό,σα αναφέρονται στην επίδικη επιστολή «ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα» και περιήλθαν σε γνώση του από τον ίδιο τον επαρχιακό διευθυντή της ενάγουσας, τον Αντρέα. Προφανώς εννοούσε τον Αντρέα Ηλία, ΜΥ
- Εν πρώτοις, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι ο Αντρέας Ηλία κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι το Μάρτιο του 2008, δεν ήταν επαρχιακός διευθυντής της ενάγουσας, αλλά υπάλληλος της Red Bull. Υπενθυμίζω ότι με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία, ο Αντρέας Ηλία παραιτήθηκε από την ενάγουσα εταιρεία και εργοδοτήθηκε στη Red Bull το Φεβρουάριο του
- Πέραν τούτου όμως, ο ίδιος ο εναγόμενος, κατάθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υποστήριξε την πιο πάνω θέση, ήτοι ότι όντως εξαφανίστηκαν ψυγεία μετά από οδηγίες του ενάγοντα. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται διαζευκτικά ότι η δημοσίευση ήταν προνομιούχα, έγινε καλή τη πίστει και αποτελούσε μια δραστηριότητα προς εκπλήρωση των εργασιακών καθηκόντων του εναγομένου και προάσπιση των συμφερόντων της εργοδότριας εταιρείας. Οι ενάγοντες δεν αμφισβήτησαν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε αποσταλεί η επιστολή, ως επίσης και τη σχέση του αποστολέα και του λήπτη της επιστολής, ισχυρίζονται όμως ότι ο εναγόμενος δεν μπορεί να επικαλείται την υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη καθότι η συγκεκριμένη υπεράσπιση έγινε κακόπιστα και κακόβουλα. Αλληλογραφία μεταξύ προσώπων που έχουν κοινό συμφέρον, η οποία γίνεται καλόπιστα, θεωρείται προνομιούχα, υπό επιφύλαξη, καθότι γίνεται για το δημόσιο συμφέρον, ανεξαρτήτως αν αυτή περιέχει δυσφημιστικά σχόλια. Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά από το Λόρδο Campbell C.J. στην καθοδηγητική Αγγλική απόφαση Hamson v. Bush[1]: «A communication bona fide made upon any subject-matter in which the party communicating has an interest . is privileged, if made to a person having a corresponding interest or duty, although it contain criminating matter which, without the privilege, would be slanderous and actionable.»[2] Απαραίτητη προϋπόθεση για να θεωρηθεί ότι κάποιο δημοσίευμα είναι προνομιούχο υπό επιφύλαξη, είναι να μην έχει γίνει κακόπιστα, δηλαδή το πρόσωπο που προέβη στη δημοσίευση να μην οδηγήθηκε από αλλότρια κίνητρα ή γνωρίζοντας ότι η αναφορά του ήταν ψευδής ή να επέδειξε πλήρη αδιαφορία να εξετάσει προηγουμένως κατά πόσο η αναφορά του στηριζόταν σε πραγματικά γεγονότα[3]. Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου «Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης»: «Το προνόμιο αυτό παραχωρείται κατ΄ εξαίρεση και για συγκεκριμένους λόγους δημόσιας πολιτικής. Δεν επιτρέπεται η επίκληση του προνομίου όταν δεν συντρέχουν οι λόγοι που οδήγησαν στη δημιουργία του ούτε και όταν υπάρχει κακοπιστία (εφόσον η κακοπιστία ουδέποτε συμβάλλει στο δημόσιο καλό). ................................... Στην πράξη όμως, όπως έχει ήδη αναφερθεί και στις δύο περιπτώσεις, αυτή του προνομίου υπό επιφύλαξη και αυτή του εντίμου σχολίου, δεν φαίνεται να υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ των δύο προσεγγίσεων, με αποτέλεσμα το βασικό κριτήριο και στις δύο περιπτώσεις να είναι η εντιμότητα και μάλιστα υπό την υποκειμενική έννοια, δηλαδή κατά πόσο ο εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο πίστευε στην αλήθεια των όσων έλεγε. Άλλωστε, το εσκεμμένο ψέμα δεν μπορεί να συνιστά θεμιτό μέσο προώθησης του δημοσίου συμφέροντος, όποια και να είναι η συγκεκριμένη υπεράσπιση που επικαλείται ο εναγόμενος (Slim v. Daily Telegraph Ltd [1968] 2 QB 157). Όπως ανέφερε ο Δικαστής Denning, «η εντιμότητα του είναι το κύριο κριτήριο» («his honesty is the cardinal test»). Το ίδιο ισχύει ιδιαίτερα στην Κύπρο, όπου η «καλή πίστη» (και κατά συνέπειαν η «κακή πίστη») έχουν βασικά την ίδια έννοια, με βάση το άρθρο 21
(2)του Νόμου.» Στην υπό κρίση υπόθεση οι ενέργειες του εναγομένου δεν χαρακτηρίζονται από εντιμότητα, αντιθέτως η εικόνα που σχημάτισε το Δικαστήριο ήταν ότι αυτός ενήργησε κακόβουλα και κακόπιστα και προσπάθησε να υποσκάψει τον ενάγοντα, χωρίς να έχει οποιαδήποτε στοιχεία που να υποστηρίζουν τις δηλώσεις του. Οι λόγοι που ενήργησε με το συγκεκριμένο τρόπο είναι προφανείς, πληροφορήθηκε από τρίτους ότι ο ενάγοντας τον κατηγορούσε ότι δωροδοκήθηκε από την Cosmos Trading Ltd και θεώρησε σκόπιμο να ενεργήσει και ο ίδιος με τον ίδιο τρόπο, ήτοι να κατηγορήσει τον ενάγοντα στους πρώην συνεργάτες του ότι δήθεν «εξαφάνισε» πολλά ψυγεία της εταιρείας, κατηγορία που δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε γεγονότα και την οποία ο ίδιος ο εναγόμενος δεν θεωρούσε ότι ανταποκρινόταν στην αλήθεια. Με το πιο πάνω δημοσίευμα, αποδίδεται στον ενάγοντα ανέντιμη, εξευτελιστική και καθόλου επαγγελματική συμπεριφορά. Τον παρουσιάζει ως το άτομο που έδωσε οδηγίες για να εξαφανιστούν τα ψυγεία, ιδιοκτησία της Red Bull, και με τον τρόπο αυτό να παρεμβάλει μεγάλα εμπόδια στην ομαλή διεξαγωγή των εργασιών της τελευταίας. Αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση το δυσφημιστικό δημοσίευμα να είναι αντιληπτό ότι αναφέρεται στον ενάγοντα. Στην υπό κρίση υπόθεση, οι ενάγοντες είναι δύο, η εταιρεία και ο διευθυντής της Παναγιώτης Πιτσιλλίδης. Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο το επίδικο δημοσίευμα είχε αντίκτυπο και στην ενάγουσα εταιρεία, εφόσον δεν γίνεται αναφορά στο όνομά της. Οι αρχές που εφαρμόζονται σε τέτοιες περιπτώσεις συνοψίζονται στο πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Gatley on Libel[4]: «A company cannot, therefore, maintain an action for defamation in respect or words which reflect solely upon its individual officers or members and not upon the company itself. To take an extreme case, a trading company could clearly have no action in respect of a statement imputing sexual promiscuity to its managing director or alleging that he had murdered his wife. Where the imputation concerns a "business" matter more difficult questions of degree will arise but the extent to which the person directly defamed controls the company and can therefore be regarded as its alter ego will be relevant consideration". Στη συγκεκριμένη υπόθεση το επίδικο δημοσίευμα αφορούσε τα ψυγεία της Red Bull και τη συμπεριφορά του διευθυντή και ιδιοκτήτη της ενάγουσας εταιρείας σε σχέση με τα ψυγεία αυτά. Η σχέση της ενάγουσας εταιρείας με τα ψυγεία ήταν άμεση καθότι τα ψυγεία ήταν απαραίτητος εξοπλισμός για την εμπορία των προϊόντων Red Bull. Διαφορετική θα ήταν η προσέγγιση του Δικαστηρίου αν το δημοσίευμα αφορούσε κάποιο άλλο θέμα άσχετο με την ενάγουσα και τη Red Bull, αν για παράδειγμα ο ενάγοντας κατηγορείτο ότι είχε «εξαφανίσει» κάποιο κόσμημα ή ότι είχε παράνομα επιτεθεί εναντίον κάποιου προσώπου. Οι πιο πάνω ενέργειες δεν θα μπορούσαν να συσχετιστούν με οποιοδήποτε τρόπο με τις εμπορικές δοσοληψίες της ενάγουσας εταιρείας και δεν θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη φήμη της. Το επίδικο δημοσίευμα όμως, ως αναλύω αμέσως πιο πάνω, έχει άμεσο αντίκτυπο στην ενάγουσα εταιρεία και ως εκ τούτου γίνεται αντιληπτό ότι η επίδικη αναφορά αφορούσε και αυτή. Ενόψει όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι το επίδικο δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό και για τους δύο ενάγοντες και οι υπερασπίσεις που επικαλείται ο εναγόμενος καμία εφαρμογή έχουν στη συγκεκριμένη υπόθεση. Στρέφομαι τώρα στο θέμα των αποζημιώσεων. Το μέτρο των αποζημιώσεων σε υποθέσεις δυσφήμισης συναρτάται με τη συμπεριφορά του ενάγοντα, τη θέση του στην κοινωνία, τη φύση της δυσφήμισης και τον τρόπο και την έκταση της. Λαμβάνεται επίσης υπόψιν η συμπεριφορά του εναγομένου από την ώρα που το λιβελλογράφημα δημοσιεύθηκε μέχρι την ημέρα που εκδίδεται η απόφαση[5]. Η απόσυρση του λιβελλογραφήματος ή η απολογία συνιστούν επίσης παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Gatley on Libel[6]: «...The jury is entitled to take into their consideration the conduct of the claimant, his position and standing, the nature of the libel, the mode and extent of publication, the absence of refusal of any retraction or apology, and the conduct of the defendant from the time when the libel was published down to the verdict». To δικαίωμα του ενάγοντα σε αποζημιώσεις, γεννάται με τη διάπραξη του αστικού αδικήματος. Ο υπολογισμός των αποζημιώσεων γίνεται κατά πάγια νομολογία την ημέρα της δίκης. Η αποζημίωση πρέπει να είναι εύλογη, ήτοι να βρίσκει αντικειμενικό έρεισμα στον κοινωνικό χώρο. Κατά τον υπολογισμό των αποζημιώσεων στην υπό κρίση υπόθεση, έλαβα υπόψη το περιεχόμενο και τις συνθήκες που έγινε το πιο πάνω δημοσίευμα, μεταξύ των οποίων το πλήγμα που δημιούργησε η δυσφήμιση στην υπόληψη των εναγόντων, το βαθμό της δημοσίευσης, υπενθυμίζω ότι η επιστολή είχε αποσταλεί, μέσω διαδικτύου, στον Alessandro Angelon, διευθυντικό στέλεχος της Red Bull στο εξωτερικό, τη σχέση της Red Bull με τους δύο ενάγοντες, το γεγονός ότι υπήρξαν επαγγελματικοί συνεργάτες και, παράλληλα, ότι η συνεργασία είχε διακοπεί, χωρίς όμως να αποκλείω το ενδεχόμενο να υπήρχε συνεργασία στο μέλλον. Λαμβάνω επίσης υπόψη ότι η πρόθεση του εναγομένου, όταν προέβαινε στην επίδικη δημοσίευση, δεν ήταν έντιμη, κατά την ακρόαση δεν επέμενε στην αλήθεια των δηλώσεων. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιόν μου, καταλήγω ότι το συνολικό ποσό των €10.000, ποσό €5.000 για έκαστο των εναγόντων, είναι εύλογη και δίκαιη αποζημίωση για τη δυσφήμιση που αυτοί έχουν υποστεί. Σε σχέση με την αξίωση των εναγόντων για επιδίκαση τιμωρητικών και/ή παραδειγματικών αποζημιώσεων, σημειώνω ότι η κακοβουλία και η κακεντρέχεια του ενάγοντα έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά τον υπολογισμό των γενικών αποζημιώσεων και δεν διαπιστώνω να συντρέχουν οποιοιδήποτε άλλοι εξαιρετικοί λόγοι που θα δικαιολογούσαν την επιδίκαση των αποζημιώσεων αυτών. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για το συνολικό ποσό των €10.000, ποσό €5.000 επιδικάζεται υπέρ εκάστου των εναγόντων, πλέον νόμιμο τόκο επί των πιο πάνω ποσών από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής μέχρι τελικής εξόφλησης, πλέον έξοδα στην κλίμακα της επιτυχίας τους, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. [1]
(1855)5 Ε&Β,
- [2] Βλέπετε επίσης σχετικά την Αγγλική απόφαση Hunt v. G.N. Ry [1891] 2 Q.B.
- [3] Βλέπετε σχετικά Gatley on Libel and Slander, Έκδοση 2004, παράγρ.14.
- [4] Έκδοση 2004, παράγρ. 8.17 [5] Βλέπετε σχετικά Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ v. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ.
- [6] 10η Έκδοση, παράγρ. 9.
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο