L.C.A. DOMIKI LIMITED ν. CYBEND HOLDINGS LTD, Αρ. Αγωγής: 4830/13, 18/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A351 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4830/13 Μεταξύ: L.C.A. DOMIKI LIMITED Eναγόντων και CYBEND HOLDINGS LTD Εναγομένων -------------------- Αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 7.10.2013 Ημερομηνία: 18 Σεπτεμβρίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές-ενάγοντες: κ. Π. Μ. Πετράκης Για τους καθ' ων η αίτηση-εναγόμενους: κα Ν. Πετρίδου για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές-ενάγοντες ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων για το ποσό των €338.429,18, πλέον έξοδα. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 θ.θ.1-2 και Δ.48 θ.2 καθώς και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου, υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση της Ανθής Χριστοφίδου, ημερομηνίας 4.10.2013. Η ενόρκως δηλούσα, ως αναφέρει, είναι στην υπηρεσία των εναγόντων και δεόντως εξουσιοδοτημένη από αυτούς να προβεί στην ένορκη της δήλωση, γνωρίζοντας προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Συμφωνεί πλήρως και υιοθετεί το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, προσθέτοντας ότι όλες οι πωλήσεις προς τους εναγόμενους ελάμβαναν χώρα μέσω της και εκτελούντο πάντοτε σύμφωνα με τις οδηγίες των εναγομένων τόσο αναφορικά με την τιμή όσο και τον τόπο και τον τρόπο παράδοσης και παραλαβής του εμπορεύματος. Μετά από κάθε παράδοση του εμπορεύματος η ίδια προσωπικά επικύρωνε ανελλιπώς με τους εναγόμενους ότι τα εμπορεύματα πράγματι παρελήφθησαν από αυτούς. Επίσης, στο τέλος κάθε μηνός οι εναγόμενοι εφοδιάζοντο με αντίγραφα της κατάστασης λογαριασμού τους και ουδέποτε εξέφρασαν οποιοδήποτε παράπονο για οποιαδήποτε πώληση. Μετά την καταχώρηση της αγωγής, οι εναγόμενοι έχουν εξοφλήσει τις δύο επιταγές, που αναφέρονται στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης, συνολικού ποσού ύψους €28.000 και έτσι το χρέος τους έχει μειωθεί στο ποσό των €338.429,18. Ως Τεκμήριο 1 επισυνάπτεται δέσμη εγγράφων που αποτελούν τιμολόγια, κατάσταση λογαριασμού και αντίγραφα των επίδικων επιταγών και της αναγνώρισης χρέους. Κατόπιν νομικής συμβουλής, η ενόρκως δηλούσα πιστεύει ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή και ζητά να εκδοθεί απόφαση εναντίον των εναγομένων ως το αιτητικό της αίτησης. Με την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης, που καταχωρήθηκε στις 22.1.2014 και βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 θ.θ.1-9, Δ.39 και Δ.48 θ.θ.1-4, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 του περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικού) Νόμου (Ν.39/1962), καθώς και στη νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου, οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης, ως συνοψίζονται: - η υπό κρίση αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη - δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, όπως έχουν καθοριστεί από τη νομολογία - η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 θ.1 - οι αιτητές δεν προσέρχονται ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια καθότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση περιέχει παραπλανητικούς και/ή ψευδείς ισχυρισμούς εφόσον οι οποιεσδήποτε παραγγελίες σιδήρου από τους καθ' ων η αίτηση ουδέποτε εγίνοντο μέσω της ενόρκως δηλούσας αλλά μέσω του Γιαννάκη Χριστοφίδη - άνευ βλάβης και/ή διαζευκτικά των πιο πάνω, η υπό κρίση αίτηση εγείρεται κακόπιστα και/ή καταχρηστικά καθότι το χρεωστικό υπόλοιπο που αναφέρουν οι αιτητές ως οφειλόμενο δυνάμει τιμολογίων και/ή καταστάσεων λογαριασμών δεν αποτελεί εκκαθαρισμένο χρέος και/ή αποτελεί χρέος που εύλογα αμφισβητείται για ουσιαστικούς λόγους επειδή οι καταστάσεις λογαριασμών δεν μπορούν να αποτελέσουν απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν χωρίς πρωτογενή μαρτυρία - διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα των πιο πάνω, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε ικανοποιητική μαρτυρία από τους αιτητές ως προς το ότι τα εμπορεύματα στα οποία αναφέρονται παραδόθηκαν όντως στους καθ' ων η αίτηση - οι καθ' ων η αίτηση έχουν καλή και βάσιμη υπεράσπιση και δεν θα πρέπει να στερηθούν του δικαιώματος να την προβάλουν καθόσον: (
- i)όπως οι αιτητές αναφέρουν, οι καθ' ων η αίτηση κατέβαλαν προς αυτούς περί τις 20.6.2012 και τις 11.7.2012 με δύο επιταγές το συνολικό ποσό των €28.000, προς πλήρη εξόφληση όλων των οφειλομένων προς τους αιτητές ποσών και αμφισβητούν ως εκ τούτου ότι οφείλουν οποιοδήποτε άλλο ποσό (
- ii)άνευ βλάβης και /ή διαζευκτικά των πιο πάνω, το χρεωστικό υπόλοιπο των τιμολογίων και/ή των καταστάσεων λογαριασμών που επισυνάπτουν οι αιτητές ως Τεκμήριο 1 εύλογα αμφισβητείται από τους καθ' ων η αίτηση, καθότι υπάρχουν διάφορες προσθαφαιρέσεις που έγιναν εν αγνοία των καθ' ων η αίτηση και/ή οι αιτητές δεν παρουσιάζουν οποιαδήποτε στοιχεία για απόδειξη του αξιούμενου χρεωστικού υπολοίπου (iii) οι καταστάσεις λογαριασμών του Τεκμηρίου 1 της αίτησης ξεκινούν με υπόλοιπο λογαριασμού ύψους €357.955,77, το οποίο οι καθ' ων η αίτηση αμφισβητούν καθότι δεν έλαβαν γνώση τί αφορά το εν λόγω ποσό ούτε και υπάρχει η παραμικρή επεξήγηση για το πώς προήλθε το ποσό αυτό (
- iv)άνευ βλάβης και/ή διαζευκτικά των πιο πάνω, οι καθ' ων η αίτηση πλανήθηκαν και/ή εξαπατήθηκαν από τους αιτητές, οι οποίοι κακόπιστα και με αλλότριους σκοπούς χρέωσαν τους καθ' ων η αίτηση με υπέρμετρα ποσά (
- v)άνευ βλάβης των πιο πάνω, οι αιτητές ενήργησαν κακόπιστα σε βάρος των καθ' ων η αίτηση καθότι παρέβησαν τα συμφωνηθέντα και/ή προέβησαν στην πώληση σιδήρου προς τους καθ' ων η αίτηση, το αντίτιμο της οποίας δεν αντικατόπτριζε την αναπροσαρμογή της τιμής του σιδήρου και (
- vi)άνευ βλάβης και/ή διαζευκτικά των πιο πάνω, μέρος του παραδοθέντος σιδήρου στους καθ' ων η αίτηση ήταν ελαττωματικό και/ή δεν ήταν της ποιότητας που συμφωνήθηκε και οι καθ' ων η αίτηση έχουν ανταπαίτηση για τις ζημιές που υπέστησαν λόγω της ακαταλληλότητας του σιδήρου, έχοντας και μαρτυρία ειδικού επ' αυτού του θέματος - εγείρονται πολλά νομικά σημεία, τα οποία πρέπει να εξεταστούν μετά την αναγκαία μαρτυρία και, αν αποδειχθούν βάσιμα, καθιστούν παράνομη και/ή άκυρη και/ή νομικά ανεφάρμοστη την επίδικη αξίωση των αιτητών και - η υπό κρίση αίτηση γίνεται κακόπιστα και καταχρηστικά με μόνο σκοπό να αποστερήσει τους καθ' ων η αίτηση από του να υπερασπιστούν την υπόθεσή τους σε κανονική δίκη. Στην ένορκή του δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, που συνοδεύει την ένσταση, ο Κώστας Λουκά, όπως αναφέρει, είναι ο μοναδικός διευθυντής των εναγομένων και δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκή του δήλωση. Γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης προσωπικά και αναφέρει την πηγή της γνώσης του σε αντίθετη περίπτωση, έχοντας και τη νομική συμβουλή των δικηγόρων του. Έχοντας αναγνώσει την αγωγή, την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, ο ενόρκως δηλών αρνείται τους ισχυρισμούς που περιέχουν στο βαθμό που είναι αντίθετοι με τις θέσεις των καθ' ων η αίτηση και επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τους λόγους ένστασης, όπως αυτοί παρατέθηκαν πιο πάνω, υποστηρίζει ότι οι εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή, ζητά δε την απόρριψη της αίτησης. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν και οι συνήγοροι των δύο πλευρών με τις αγορεύσεις τους, υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα με αναφορά στα γεγονότα και τις νομολογιακές αρχές. Εκ μέρους των αιτητών-εναγόντων ο συνήγορος τους εισηγήθηκε ότι οι αιτητές-ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει τις βασικές προϋποθέσεις προς έκδοσης συνοπτικής απόφασης ενόσω οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι δεν απέσεισαν το βάρος να αποδείξουν ότι έχουν καλόπιστη υπεράσπιση ούτε και γεγονότα επαρκή με τις αναγκαίες λεπτομέρειες για να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Αντίθετα εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων προβάλλει η εισήγηση ότι, πέραν του ότι δεν πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, υπάρχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση στην υπόθεση καθώς και ανταπαίτηση, όπως με λεπτομέρεια προβάλλεται στην ένορκη τους δήλωση και παρέμεινε αναντίλεκτο, καθόσον υπάρχουν ουσιώδη θέματα προς εκδίκαση που δεν μπορούν να αποφασισθούν στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, η οποία θα πρέπει να απορριφθεί. Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 18.7.2013 και επιδόθηκε στους εναγόμενους στις 9.9.2013. Σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους των εναγομένων καταχωρήθηκε στις 20.9.2013. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων το ποσό των €366.429,18, ως οφειλόμενο για πωληθέντα και παραδοθέντα εμπορεύματα και/ή επιστραφείσες απλήρωτες επιταγές, πλέον τόκους και έξοδα, συνεπεία πώλησης και παράδοσης στους εναγόμενους διαφόρων ποσοτήτων σιδήρου οικοδομών κατά τις χρονικές περιόδους από 7.9.2007 μέχρι 31.12.2011 και από 1.1.2012 μέχρι 19.10.2012. Οι νομολογιακές αρχές που αφορούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης έχουν θεμελιωθεί σε πάγια νομολογία, όπου τονίζεται ότι η δικαιοδοσία δυνάμει της Δ.18, ως εξαιρετικό μέτρο, θα πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή ώστε να μην αποκλείεται διάδικος να εγείρει οποιαδήποτε υπεράσπιση, την οποία μπορεί πράγματι να έχει. Στην απόφαση Μεττή ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) ΑΑΔ 417, έχουν λεχθεί χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξή του αυτή. Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, εκτός αν ο ενάγων ικανοποιήσει πρώτα τις διαδικαστικές αυτές απαιτήσεις, το δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης.» Σύμφωνα με το κείμενο της Δ.18 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών αλλά και τη νομολογία, ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει ότι συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) το κλητήριο να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6, (β) να έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφανίσεως από τον εναγόμενο και (γ) η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντος ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Με την ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνεται η αιτία της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και να δηλώνεται η πίστη του ενόρκως δηλούντος ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. (βλ. και ΣΠΕ Πέγειας ν. CAA Travel Media Ltd
(2008)1 (Β) ΑΑΔ 837). Η μη ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση καθόσον η τήρηση τους σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130). Όπως έχει υποδειχθεί στη νομολογία, αν κριθεί ότι ο ενάγων με αυστηρή τήρηση και προσήλωση στις τεχνικές διατυπώσεις της Δ.18 θ.1 έχει ικανοποιήσει τις πιο πάνω προϋποθέσεις (βλ. N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1912), το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγόμενου, ο οποίος για να εξασφαλίσει δικαίωμα υπεράσπισης θα πρέπει να παρουσιάσει λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση ή εγείρονται θέματα που πρέπει να εκδικαστούν ή αποκαλύπτονται γεγονότα που κρίνονται αρκετά ώστε να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλλει υπεράσπιση (βλ. Μεττή ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, (πιο πάνω)). Το Δικαστήριο στη διαδικασία αυτή δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών ή σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγόμενου, ως να εκδίκαζε την ουσία της υπόθεσης. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση (βλ. Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) ΑΑΔ 817). Αν οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, όσον απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, δικαιολογούν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης, η αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν μπορεί να επιτύχει (βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) ΑΑΔ 418). Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, από το φάκελο της διαδικασίας προκύπτει ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσουν οι ενάγοντες πληρούνται, εφόσον αφενός το κλητήριο ένταλμα, που καταχωρήθηκε στις 18.7.2013, είναι ειδικά οπισθογραφημένο βάσει της Δ.2 θ.6 και αφετέρου οι εναγόμενοι έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στις 20.9.2013. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση που θα πρέπει να ικανοποιήσουν οι ενάγοντες προκύπτει, από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση τους, ότι η ενόρκως δηλούσα, ενόψει των όσων αναφέρει στις παραγράφους 1-3 της ένορκης της δήλωσης, ούσα στην υπηρεσία της ενάγουσας εταιρείας και δεόντως εξουσιοδοτημένη από αυτήν να προβεί στην ένορκη της δήλωση, είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, γνωρίζοντας αυτά προσωπικά (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Παύλου ν. Ο.Χ.Τ.Κ. Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1051, Σπηταλιώτης κ.α. ν. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1(Β) ΑΑΔ 1113, Νεάρχου κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Έλλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) ΑΑΔ 818, Γεωργίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) ΑΑΔ 274 και Θεοδώρου κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2006)1(Β) ΑΑΔ 915). Είναι εντέλει φυσικό πρόσωπο που ορκίζεται στη θέση της ενάγουσας εταιρείας. Με την ένορκη δε δήλωση της επιβεβαιώνεται η αιτία της αγωγής και όσα αξιώνονται και υποστηρίζεται ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι οι παραγγελίες σιδήρου δεν εγίνοντο μέσω της ενόρκως δηλούσας αλλά μέσω άλλου προσώπου δεν μεταβάλλει την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, εφόσον η ενόρκως δηλούσα των αιτητών αναφέρεται στις πωλήσεις και στην παράδοση των εμπορευμάτων στους εναγόμενους που σχετίζονται άμεσα με το αξιούμενο με την αγωγή ποσό και όχι στις παραγγελίες σιδήρου. Έχοντας ικανοποιήσει οι ενάγοντες τις τρεις απαιτούμενες προϋποθέσεις, θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσο οι εναγόμενοι παρουσιάζουν τέτοια στοιχεία και γεγονότα ώστε να αποσείουν το βάρος που μετατίθεται στους ώμους τους για να τους δοθεί το δικαίωμα από το Δικαστήριο να υπερασπιστούν στην παρούσα αγωγή. Εξετάζοντας την ένσταση των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων και τους ισχυρισμούς που εκεί προβάλλονται, όπως αναλυτικά παρατέθηκαν πιο πάνω, κρίνεται ότι αποκαλύπτονται τέτοια στοιχεία που τους δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν στην παρούσα υπόθεση (βλ. Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (πιο πάνω), ενώ η θέση του συνηγόρου των αιτητών-εναγόντων ότι όσα προβάλλονται δεν είναι ικανά να υποδείξουν υπεράσπιση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν ειδικά όσα οι ενάγοντες ισχυρίζονται σχετικά με την ύπαρξη συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων για αγοραπωλησίες ποσοτήτων σιδήρου οικοδομών. Ισχυρίζονται ωστόσο ότι το αξιούμενο εκ μέρους των εναγόντων χρεωστικό υπόλοιπο δεν αποτελεί εκκαθαρισμένο χρέος και αμφισβητείται για ουσιαστικούς λόγους, ως παρατέθηκε πιο πάνω στις παραγράφους (
- i)- (
- v)των λόγων ένστασης. Κατά τη θέση τους, με την καταβολή στους ενάγοντες του ποσού των δυο επιταγών ύψους €28.000 έχουν εξοφλήσει όλα τα προς αυτούς οφειλόμενα ποσά, ενόσω οι καταστάσεις λογαριασμών δεν μπορούν να αποτελέσουν απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν χωρίς πρωτογενή μαρτυρία, περιλαμβάνουν δε, όπως και τα τιμολόγια, υπέρμετρες χρεώσεις με τιμές σιδήρου κατά παράβαση των συμφωνηθέντων και δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε ικανοποιητική μαρτυρία ως προς το ότι τα εμπορεύματα, στα οποία οι ενάγοντες αναφέρονται, παραδόθηκαν όντως στους εναγόμενους, προβάλλοντας επίσης ανταπαίτηση για ζημιές που υπέστησαν λόγω της ακαταλληλότητας του παραδοθέντος σιδήρου. Όσον αφορά το περιεχόμενο του εγγράφου ημερομηνίας 6.2.2012 που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 1 της αίτησης και κατά τον κ. Πετράκη αποτελεί επιβεβαίωση της οφειλής των εναγομένων ύψους €357.955,77 που έχει χρεωθεί στην κατάσταση λογαριασμού (βλ. Τεκμήριο 1), η κα Πετρίδου αντιτάσσει ότι το εν λόγω ποσό αμφισβητείται, ενόσω στο εν λόγω έγγραφο δεν υπάρχει το όνομα του υπογράφοντος ούτε η σφραγίδα της εναγόμενης εταιρείας, ώστε να αποτελεί αναγνώριση χρέους, ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Χωρίς να αξιολογούνται οι ισχυρισμοί των εναγομένων ή να εξάγονται ευρήματα αναφορικά με την υπεράσπιση τους ή την ανταπαίτηση που προβάλλεται, κάτι ανεπίτρεπτο σύμφωνα με τη νομολογία, κρίνεται ότι φανερώνεται η ύπαρξη υπεράσπισης και επιδίκων θεμάτων εναντίον της αξίωσης καθώς και ανταπαίτησης, που πρέπει να εκδικαστούν (βλ. και Subotic ν. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) ΑΑΔ 22). Παρεμβάλλεται σ' αυτό το σημείο ότι, παρά το ότι στο φάκελο του Δικαστηρίου υπάρχει το καταχωρηθέν στις 2.7.2014 δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων, η εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση δυνάμει της Δ.18 θ.1 παραμένει άθικτη καθότι η καταχώρηση υπεράσπισης και ανταπαίτησης, η οποία σημειωτέον ότι κινείται στα ίδια πλαίσια με την ένσταση των καθ' ων η αίτηση, δεν αποτελεί χρήσιμο διάβημα (βλ. The Annual Practice, 1958
(1), σελ. 260, Melita Manuf. Ltd v. Chris Joannou Ltd
(1996)1(Β) ΑΑΔ 1238, Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) ΑΑΔ 408). Αυτό που αβίαστα συνάγεται από τα τεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι εγείρονται σοβαρά πραγματικά και νομικά ζητήματα που δεν είναι δυνατό να αποφασιστούν σ' αυτό το στάδιο, όπου το Δικαστήριο δεν είναι ορθό να αξιολογήσει τις προβαλλόμενες θέσεις, ανεξάρτητα από την πιθανότητα επιτυχίας τους. Όπως κρίθηκε στην υπόθεση Λαζάρου ν. Μακεδόνα (πιο πάνω), δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο, μέσα στα πλαίσια της αίτησης για συνοπτική απόφαση, να εξετάζει και να αποφαίνεται επί των αντικρουόμενων ισχυρισμών μετατρέποντας τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας. Στην ίδια υπόθεση, με παραπομπή σε αυθεντίες, τόσο Αγγλικές όσο και Κυπριακές, λέχθηκε ότι «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση» (βλ. και Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (πιο πάνω)). Στην παρούσα υπόθεση δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο, όπως ουσιαστικά καλείται να πράξει από τον συνήγορο των αιτητών, να αποφανθεί επί της ορθότητας των ισχυρισμών των εναγομένων και ως προς το αποδεκτό τυχόν μαρτυρίας που αυτοί θα προσφέρουν κατά την ακρόαση της αγωγής ούτε να αποδεχθεί άνευ ετέρου τους ισχυρισμούς των εναγόντων. Κρίνεται συνεπώς ότι όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αναφορικά με την προβαλλόμενη υπεράσπιση φανερώνουν ότι αναφύονται προς εξέταση πραγματικά γεγονότα και νομικά θέματα στη βάση των πραγματικών δεδομένων, τα οποία σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας σαφώς δεν είναι ξεκάθαρα. Όπως η νομολογία υποδεικνύει στο στάδιο της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης δεν πρέπει να εξετάζονται πραγματικά, νομικά και άλλα ζητήματα που εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση, καθότι αυτά πρέπει να εξετάζονται κατά την κανονική δίκη όπου οι διάδικοι θα έχουν την ευκαιρία να παρουσιάσουν τις θέσεις τους με κάθε λεπτομέρεια, κάτι που δεν είναι επιτρεπτό να γίνεται στη συνοπτική δίκη (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1(Β) ΑΑΔ 977). Σύμφωνα με τη νομολογία, η ορθή αντίληψη σε σχέση με τα δικαιώματα του διάδικου βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος μας και των σχετικών διατάξεων της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επιβάλλει όπως η έκδοση απόφασης βάσει της συνοπτικής διαδικασίας που προβλέπει η Δ.18 θ.1 περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες που έκδηλα καταδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή (βλ. Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Σχίζας ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1866). Εν όψει όλων των προαναφερθέντων κρίνεται ότι οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι ικανοποίησαν το Δικαστήριο ότι γνήσια και όχι για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας, προβάλλουν υπεράσπιση και ανταπαίτηση υποστηρίζοντας ουσιώδη γεγονότα, που δεν είναι επιτρεπτό να κριθούν στην παρούσα διαδικασία και για τα οποία σαφώς δεν αποφαίνομαι και που θα πρέπει να εξεταστούν κατά την κανονική δίκη, με αποτέλεσμα να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν στην αγωγή. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων και εναντίον των αιτητών-εναγόντων και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.).......... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο