Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λευκωσίας Λτδ ν. Ελένης Χαραλάμπου Κρασάρη κ.α., Αρ. Αίτησης: 1932/12, 1/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A338 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Αίτησης: 1932/12 Μεταξύ: Επί τοις αφορώσι τη Διαιτησία υπ αριθμό 3 Δ/ 632/38 μεταξύ του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λευκωσίας Λτδ εκ Λευκωσίας και Ελένης Χαραλάμπου Κρασάρη, Χαρούλλα Κόκκινου, Πέτρου Κόκκινου, Ιωάννη Ταννή, Έλενας Φιλίππου, Χρίστου Γρηγορίου, Κωνσταντίνου Ταννή, εκ Λευκωσίας. -και- Επί τοις αφορώσι τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 1 Σεπτεμβρίου, 2014. Για τoυς αιτητές: κος Πέτρου. Για τους καθ' ων η αίτηση 1 και 2: κος Μαμαντόπουλος. Για τον καθ' ου η αίτηση 3: κα Χλωρακιώτου. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την επίδικη αίτηση επιζητείται η έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: Α. Απαγορευτικό Διάταγμα που να παρεμποδίζει το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λτδ ή τον διαιτητή ή τον Έφορο Εποπτείας και Ανάπτυξης Πιστωτικών Ιδρυμάτων να προχωρήσει με τη διαιτησία. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει το συνυποσχετικό παραπομπής σε διαιτησία ή που να δίνει άδεια για ακύρωση του συνυποσχετικού. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναστέλλει τη διαδικασία διαιτησίας μέχρι εκδίκασης της παρούσας αιτήσεως ή και μέχρι νεότερων διαταγών του δικαστηρίου. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απομακρύνει το διαιτητή Στέλιο Παπαλεξάνδρου από τη διαδικασία διαιτησίας. Ε. Δήλωση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει ότι η διαδικασία διαιτησίας είναι άκυρη και/ή παράτυπη. Στ. Δήλωση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει ότι επίδικη διαφορά δεν έχει ποτέ παραπεμφθεί σε διαιτησία και/ή δεν έχει παραπεμφθεί νόμιμα σε διαιτησία. Ζ. Οιανδήποτε ετέρα θεραπεία. Aς λεχθεί από τώρα ότι οι αιτητές είναι έξι στον αριθμό. Την αίτηση όμως υποστηρίζει η ένορκος δήλωση του αιτητή 4 (στη συνέχεια ο αιτητής), ο οποίος δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τους υπόλοιπους αιτητές να προβεί στην εν λόγω ένορκο δήλωση. Η αίτηση εδράζεται· στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4 και συγκεκριμένα στα άρθρα 9
(1)και
(2), 10, 20
(1)και
(2), 23 και 24· στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, Ν. 22/85, άρθρο 52· στο Σύνταγμα, άρθρο 30· στον περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικό) Νόμο, Ν. 39/62, άρθρο 6· στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, κκ 78 και 79· στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 κκ1 έως 12 και Δ.64· και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε την 23.10.2012. Παράλληλα προωθήθηκε και μονομερής αίτηση δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεσο διάταγμα αναστολής της διαιτητικής διαδικασίας. Στη συνέχεια οι διάδικοι συμφώνησαν σε οριστικοποίηση του ενδιάμεσου διατάγματος μέχρι εκδικάσεως της επίδικης αίτησης, που είναι και η κυρίως. Επιπλέον σημειώνεται ότι όλοι οι διάδικοι εμπλέκονται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στη διαιτητική διαδικασία που ανεστάλη με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Επεξηγείται εν προκειμένω ότι η καθ' ης η αίτηση 1 είναι Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα (στη συνέχεια το ΣΠΙ) και πιστωτής των αιτητών. Δυνάμει αυτής της σχέσης που το ΣΠΙ έχει με τους αιτητές, αποτάθηκε στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών για επίλυση διαφοράς που ανεφύη. Για την ώρα δεν υπεισέρχομαι σε διερεύνηση των πραγματικών και νομικών δεδομένων που αφορούν τη διαιτησία και συνεπώς δεν αποφαίνομαι για οτιδήποτε αποτελεί αντικείμενο της αίτησης. Παρατηρώ όμως ότι αφότου διορίστηκε διαιτητής - το πώς και δυνάμει ποιου νόμου και/ή συμφωνίας διορίστηκε εξετάζεται πιο κάτω - οι αιτητές παρέστησαν στη διαιτησία και όταν σε κατοπινό χρόνο θεώρησαν ότι συγκεκριμένες ενέργειες και/ή αποφάσεις του διαιτητή πλήττουν τα δικαιώματά τους, αποτάθηκαν στο Δικαστήριο και αξίωσαν έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Επιπλέον σημειώνεται ότι με την επίδικη αίτηση οι αιτητές κατέστησαν διάδικο όχι μόνο το ΣΠΙ αλλά και την Υπηρεσία Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών Λευκωσίας (καθ' ης η αίτηση 2), καθώς και τον διαιτητή. Παρεμβάλλω ότι ορθή κρίνεται η επιλογή των αιτητών να καταστήσουν μέρος της επίδικης διαδικασίας και το διαιτητή, εφόσον μεγάλο μέρος των ισχυρισμών της αίτησης αλλά και των αιτούμενων διαταγμάτων πλήττουν το διαιτητή, τις αποφάσεις και τις ενέργειές του. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Limited
(1998)1Δ Α.Α.Δ. 1978, 1984, σε τέτοια περίπτωση ο διαιτητής έχει δικαίωμα να ακουστεί και να ενστεί. Ορθά λοιπόν έπραξαν οι αιτητές που επέδωσαν την αίτηση στο διαιτητή και κατέστησαν τούτον διάδικο στην επίδικη διαδικασία. Παρ' ότι οι τρεις καθ' ων η αίτηση (ΣΠΙ, Υπηρεσία Εποπτείας και διαιτητής), εμφανίζονται με διαφορετικό συνήγορο (οι δύο πρώτοι εκπροσωπούνται από τον ίδιο συνήγορο, ο τελευταίος από άλλο), οι λόγοι ένστασης και η νομική βάση που επικαλείται η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης, ταυτίζονται και έτσι θα παρατεθούν μια μόνο φορά. Σημειώνεται απλώς ότι η ένσταση των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 (ΣΠΙ και Υπηρεσία Εποπτείας) υποστηρίζεται από δύο ένορκες δηλώσεις, μια για κάθε οργανισμό, ενώ η ένσταση του διαιτητή υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση που ορκίζεται ο ίδιος. Το περιεχόμενο όλων των ενόρκων δηλώσεων το πραγματεύομαι πιο κάτω. Η νομική βάση της ένστασης των καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3 παραπέμπει· στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4· στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς· στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, Ν. 22/85, άρθρο 52· στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Ν. 14/60, άρθρα 21, 29, 31 και 32· στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 44/2001, άρθρα 1 έως 30· στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.2 κ.2, Δ.6 κκ 1-9, Δ.27, Δ.35 κ.2, Δ.39, κκ 2-21 Δ.48 κκ 1-4, 7, 8 και 9 και Δ.57 κ. 2· στον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο, Ν. 31
(1)/1992, άρθρα 1 - 10· και στη νομολογία, τις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Οι δε λόγοι ένστασης που προβάλλουν οι καθ' ων η αίτηση έχουν ως ακολούθως:
(1)Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για έκδοση και/ή συνέχιση της ισχύος των ως άνω διαταγμάτων που εκδόθηκαν σε μονομερή βάση.
(2)Οι Αιτητές δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα και/ή δεν έχει αποκαλυφθεί αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των καθ' ων η αίτηση.
(3)Οι Αιτητές δεν έχουν καταχωρήσει οποιαδήποτε αγωγή εναντίον των καθ' ων η αίτηση στην οποία να συνοδεύεται αίτηση για απαγορευτικά διατάγματα.
(4)Η Αίτηση των αιτητών είναι παράτυπη και άκυρη γιατί ο διορισμός του Διαιτητή έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και όχι σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί διαιτησίας νόμου Κεφ. 4.
(5)Η διαδικασία διορισμού του διαιτητή είναι καθ' όλα νόμιμη και οι αντίθετες θέσεις των αιτητών είναι νομικά αστήριχτες.
(6)Η όλη διαδικασία που ακολουθήθηκε στην επίδικη διαιτησία είναι νομικά ορθή και έγκυρη και σε καμία περίπτωση δεν έγινε οτιδήποτε που να ζημιώσει τους αιτητές.
(7)Δεν υφίσταται εκ του Νόμου οποιαδήποτε υποχρέωση για αποστολή ειδοποίησης προς τους αιτητές αναφορικά με τον διορισμό του διαιτητή.
(8)Ο διαιτητής κ. Στέλιος Παπαλεξάνδρου είναι πρόσωπο κατάλληλο για διεκπεραίωση της επίδικης διαιτησίας με εμπειρία σε παρόμοιες υποθέσεις διαθέτει όλες τις απαραίτητες γνώσεις για να αντεπεξέλθει στα καθήκοντα του, έχει σπουδάσει Νομικά και σε καμία περίπτωση δεν προέβει σε μεθοδεύσεις για να αποστερήσει τους αιτητές να ακουσθούν στην διαδικασία και/ή ότι τους έθεσε σε μειονεκτική θέση παραβιάζοντας τα δικαιώματα τους και/ή ότι επέδειξε ανάρμοστη συμπεριφορά και/ή ότι δεν είναι αμερόληπτο και ανεξάρτητο πρόσωπο.
(9)Η μονομερής αίτηση των αιτητών είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη.
(10)Τα επίδικα διατάγματα εκδόθηκαν καθ' υπέρβαση εξουσίας και/ή χωρίς το Σεβαστό Δικαστήριο να έχει δικαιοδοσία να εκδώσει τα υπό κρίση διατάγματα.
(11)Οι αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά από την μη έκδοση των διαταγμάτων και δεν υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία που να αποδεικνύει την πιθανότητα πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς. Oυδείς των διαδίκων ζήτησε αντεξέταση και έτσι η διαδικασία περιορίστηκε στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων. Δεν είναι πρόθεση μου να επαναλάβω όσα οι συνήγοροι ανέφεραν με τις άρτιες και καλοδουλεμένες αγορεύσεις τους, εφόσον η διεργασία που ακολουθεί αποκαλύπτει ό,τι σχετικό. Παρ' ότι η πλευρά των καθ' ων η αίτηση απορρίπτει το σύνολο, σχεδόν, των ισχυρισμών του αιτητή, εν τούτοις προσεκτική ανάγνωση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν τις ενστάσεις, αποκαλύπτει ότι κάποια των γεγονότων συνιστούν κοινό τόπο. Τούτα τα γεγονότα είναι τα ακόλουθα: Tην 4.5.2012 επιδόθηκε στους αιτητές ειδοποίηση που τους καλούσε να παραστούν την 8.6.2012 στα γραφεία των καθ' ων η αίτηση, ώστε να μετάσχουν σε επικείμενη διαιτησία. Οι αιτητές ούτω και έπραξαν και δη δια συνηγόρου. Εν προκειμένω ο συνήγορος που σήμερα εκπροσωπεί τους αιτητές τους εκπροσώπησε και στη διαιτησία. Διαιτητής διορίστηκε ο καθ' ου η αίτηση
- Η διαδικασία διορισμού του διαιτητή και το πρόσωπο που τον διόρισε συνιστά επίδικο ζήτημα και έτσι το πραγματεύομαι πιο κάτω. Όταν οι δύο πλευρές, δηλαδή το ΣΠΙ και οι αιτητές, εμφανίστηκαν στη διαιτησία, δόθηκαν οδηγίες για καταχώριση δικογράφων. Ως εκ τούτου το ΣΠΙ καταχώρισε έκθεση απαιτήσεως και στη συνέχεια οι αιτητές καταχώρισαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Ακολούθως, το ΣΠΙ καταχώρισε απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Το σύνολο των δικογράφων που καταχωρίστηκαν είναι το τεκμήριο 1 στην αίτηση. Ημερομηνία σταθμός είναι η 28.9.
- Την εν λόγω ημερομηνία η διαιτησία ήταν ορισμένη για οδηγίες. Αποτελεί κοινό τόπο ότι εκείνη την ημέρα ο διαιτητής όρισε τη διαιτησία σε νέα ημερομηνία για ακρόαση και έδωσε οδηγίες όπως η ακρόαση διεξαχθεί με γραπτές αγορεύσεις. Για την ώρα δεν αποφαίνομαι ως προς το τι διημείφθη την 28.9.2012 μεταξύ του διαιτητή και των διαδίκων σε σχέση με την ακρόαση, εφόσον οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν διαφέρουν και συνεπώς αυτή η πτυχή της αίτησης επιβάλλεται να αποφασιστεί. Γεγονός όμως είναι ότι ο δικηγόρος των αιτητών δεν έφερε ένσταση στη σχετική διαταγή του διαιτητή (βλ. παρ. 8 στην ένορκο δήλωση του αιτητή). Μετά την 28.9.2012 και προτού τα μέρη παραστούν ενώπιον του διαιτητή για ακρόαση της διαιτησίας, παρενέβαλε η επίδικη αίτηση και το ενδιάμεσο διάταγμα ημερομηνίας 29.10.2012, γεγονότα που ανέκοψαν την εξέλιξη της διαιτησίας. Προτού όμως παραθέσω τους λοιπούς ισχυρισμούς των διαδίκων οφείλω να προσθέσω άλλο ένα γεγονός που η μαρτυρία που προσφέρθηκε αναδεικνύει ως παραδεχτό. Οι αιτητές υποστήριξαν ότι ο διαιτητής σχετίζεται με κάποιον από τους διαδίκους. Ο εν λόγω ισχυρισμός, παρ' ότι δεν εξειδικεύθηκε, απαντήθηκε από όλους τους καθ' ων η αίτηση. Για την ώρα δεν απασχολεί η επιχειρηματολογία που προωθήθηκε αλλά το γεγονός που οι καθ' ων η αίτηση παραδέχτηκαν. Οι καθ' ων η αίτηση λοιπόν παραδέχτηκαν ότι δύο έτη πριν τη διαιτησία ο διαιτητής ήταν υπάλληλος στην Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών. Αυτή εν προκειμένω είναι η σχέση του διαιτητή και αυτό είναι το γεγονός που παραδέχτηκαν όλοι οι καθ' ων η αίτηση. Όλα τα πιο πάνω είναι όσα αντιλαμβάνομαι ότι συνιστούν κοινό τόπο μεταξύ των μερών και δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Παρεμβάλλω εδώ ότι η θέση των αιτητών εξικνείται στο ότι η έκδοση των επίδικων διαταγμάτων δικαιολογείται για λόγους που άπτονται του διορισμού του διαιτητή, της ικανότητας ή καταλληλότητάς του όπως και της αμεροληψίας του. Περαιτέρω, διατείνονται ότι συγκεκριμένες ενέργειες του αιτητή συνιστούν ανάρμοστη συμπεριφορά και ως εκ τούτου δικαιολογούν την απομάκρυνσή του. Τέλος, είναι η θέση των αιτητών ότι η διαφορά των διαδίκων, δηλαδή μεταξύ των αιτητών και του ΣΠΙ, δεν είναι κατάλληλη να ακουστεί στο πλαίσιο διαιτησίας. Με αυτή τη σειρά θα προσεγγίσω την αίτηση επιχειρώντας σύνοψη των ισχυρισμών που τα μέρη προώθησαν και παράλληλα διερεύνηση των επίδικων θεμάτων. Είναι η θέση των αιτητών ότι ουδέποτε τους επιδόθηκε γραπτή ειδοποίηση για το διορισμό του διαιτητή. Το γεγονός, αναφέρουν, ότι διορίστηκε από τον Έφορο Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Ιδρυμάτων, καθιστά το διορισμό αυθαίρετο και τον ίδιο, δηλαδή το διαιτητή, υποχείριο του προσώπου που το διόρισε, δηλαδή όχι αμερόληπτο. Διατείνονται επίσης ότι δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να εγκρίνουν το διαιτητή και/ή να εκφέρουν γνώμη για την καταλληλότητά του. Είναι δε η θέση τους ότι η διαδικασία διορισμού διαιτητή δεν ολοκληρώνεται χωρίς την κοινοποίηση της από το πρόσωπο που το διορίζει στο άλλο μέρος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους διατείνονται ότι ο διορισμός του διαιτητή δεν είναι νόμιμος και/ή έγκυρος. Στον αντίποδα οι καθ' ων η αίτηση απορρίπτουν τις πιο πάνω αιτιάσεις των αιτητών. Επικαλούνται εν προκειμένω τη συμφωνία που υπέγραψε το ΣΠΙ με την πρωτοφειλέτιδα και τους εγγυητές (οι εν λόγω συμφωνίες είναι τα τεκμήρια 1 και 2 στην ένσταση των καθ' ων η αίτηση 1 και 2), όπως και το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν. 22/
- Θέση τους είναι ότι οι εν λόγω συμφωνίες και το νομικό καθεστώς που τις διέπει, δηλαδή ο Ν. 22/1985, προβλέπουν διεξαγωγή διαιτησίας. Είναι δε η θέση τους ότι ακολουθήθηκαν οι πρόνοιες του νόμου και της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και συνεπώς ο διορισμός του διαιτητή δεν πάσχει. Επαναλαμβάνω ότι ουδεμία πλευρά ζήτησε αντεξέταση. Τούτου δοθέντος προκύπτει ότι αναμφισβήτητη παρέμεινε η θέση των καθ' ων η αίτηση πως τα τεκμήρια 1 και 2 στην ένσταση είναι η συμφωνία δανείου και η συμφωνία εγγύησης, αντίστοιχα, που συνομολόγησαν το ΣΠΙ και οι αιτητές. Περιπλέον, τα δύο αυτά έγγραφα, τεκμήρια 1 και 2 στην ένσταση, φανερώνουν ότι οι υπογράψαντες τα έγγραφα, δηλαδή οι αιτητές και το ΣΠΙ, συμφώνησαν ότι τυχόν διαφορά θα παραπεμφθεί σε διαιτησία. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύω ότι η συμφωνία δανείου (τεκμήριο 1 στην ένσταση) στον όρο 12 αναφέρει ότι: Για τους σκοπούς εκτέλεσης του παρόντος εγγράφου, και των σχετιζομένων με αυτό, και τα δύο μέρη διακηρύσσουν ότι αποδέχονται τη διαδικασία της Διαιτησίας όπως προνοείται στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, χωρίς τούτο να αποκλείει το Δικαίωμα της Συνεργατικής να επιλέξει αντί διαιτησίας την παραπομπή του χρεώστη στα πολιτικά δικαστήρια και να λάβει οποιαδήποτε δικαστικά μέτρα εναντίον του χρεώστη σε οποιοδήποτε δικαστήριο της Κύπρου ή άλλης χώρας. Η δε σύμβαση εγγύησης στον όρο 1 αναφέρει ότι η συμφωνία δανείου καθίσταται αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης εγγυήσεως, ενώ στον όρο 16 της τελευταίας αναφέρεται ότι: Τα μέρη συμφωνούν ότι σε περίπτωση που ασκηθούν δικαστικές ή διαιτητικές διαδικασίες εναντίον του Εγγυητή, θα αποτελεί αποκλειστική μαρτυρία (conclusive evidence) εναντίον του όσον αφορά το δυνάμει της Σύμβασης Δανείου οφειλόμενο προς το Ταμιευτήριο ποσό, πιστοποιητικό υπογραμμένο από οποιοδήποτε λειτουργό ή εξουσιοδοτημένο/ους υπάλληλο/ους του Ταμιευτηρίου. Tα πιο πάνω δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι η συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ ΣΠΙ και αιτητών προνοεί για διαιτησία. Όπως δε λέχθηκε στην υπόθεση Skaliotou v. Ch. Pelekanos
(1976)1 C.L.R. 251, 255, πρόσωπα που συμβάλλονται μπορούν να ενσωματώσουν στη συμφωνία που υπογράφουν και όρο ότι τυχόν διαφορές παραπέμπονται σε διαιτησία. Ανάλογα ισχύουν και στη δοσμένη περίπτωση εφόσον αυτή είναι η σημασία των όρων που προαναφέρονται. Εν πάση όμως περιπτώσει, τον επίδικο χρόνο
(2012)το άρθρο 52
(1)(β) του Ν. 22/1985 προνοούσε ότι κάθε φορά που (οσάκις) εγείρεται οποιαδήποτε διαφορά η οποία αφορά το ΣΠΙ και, μεταξύ άλλων, καταθέτη, χρεώστη ή πελάτη του, η διαφορά παραπέμπεται στον Έφορο και ο τελευταίος μπορεί, μεταξύ άλλων, να παραπέμψει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία. Σύμφωνα με τους αναμφισβήτητους ισχυρισμούς των καθ' ων η αίτηση αυτό είναι που έγινε στη δοσμένη περίπτωση και ουδείς λόγος ή μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να το διαψεύδει. Παρεμβάλλω ότι στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Ν. 22/1985 επεξηγείται ότι· «Έφορος σημαίνει τον δυνάμει του άρθρου 4 διοριζομένου Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών.» Απ' όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι στην προκείμενη περίπτωση ο διορισμός του διαιτητή δεν συντελέστηκε από τον Έφορο Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Ιδρυμάτων, όπως διατείνονται οι αιτητές. Ορθή εν προκειμένω είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι το ΣΠΙ απέστειλε τη διαφορά στον Έφορο Συνεργατικών Ιδρυμάτων και ο τελευταίος παρέπεμψε τούτη σε διαιτησία, διορίζοντας ταυτόχρονα τον καθ' ου η αίτηση 3 ως διαιτητή, ενέργειες που δικαιούταν να πράξει βάσει του νόμου 22/1985. Ούτε όμως ο διορισμός του διαιτητή υπό του Εφόρου αποκαλύπτει ελάττωμα. Κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή το 2012, το άρθρο 52 του Ν. 22/1985 αποτελείτο από πέντε μόνο εδάφια, κανένα εκ των οποίων εξειδίκευε τον τρόπο διορισμού διαιτητή. Σχετικός όμως ήταν ο θεσμός 79. Στην προκείμενη περίπτωση ενδιαφέρει το άρθρο
(1)του θεσμού 79 και έτσι παρατίθεται. Αναφέρεται εκεί πως Εάν ο Έφορος παραπέμψη οιανδήποτε διαφοράν εις διαιτησίαν θα ορίζη το όνομα, μέρος διαμονής και επάγγελμα του διαιτητού η διαιτητών και την προθεσμίαν εντός της οποίαςη διαιτητική απόφασις, θα υποβάλλεται υπό του διαιτητού ή των διαιτητών προς τον Έφορον. Νοείται ότι ο Έφορος δύναται να παρατείνει το χρονικόν διάστημα εντός του οποίου θα εκδίδεται η τοιαύτη διαιτητική απόφασις. Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι κατά τον επίδικο χρόνο
(2012)ο διορισμός διαιτητή σε διαδικασία που διέπεται από τις πρόνοιες του Ν. 22/1985, δεν προϋποθέτει τη συγκατάθεση των μερών σε σχέση με το διαιτητή που διορίζεται, εφόσον τούτος διορίζεται από τρίτο και ανεξάρτητο από τη διαιτησία πρόσωπο και δη θεσμικό όργανο, δηλαδή τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών. Κατ' επέκταση, νομικά αστήρικτες κρίνονται οι αιτιάσεις των αιτητών ότι δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να εγκρίνουν το διαιτητή και ότι ο διορισμός τούτου πάσχει. Όλα όσα πιο πάνω αναφέρονται φανερώνουν ότι σε περίπτωση όπως η επίδικη ο διαιτητής διορίζεται από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών και τα μέρη της διαιτησίας, εν προκειμένω το ΣΠΙ και οι αιτητές, δεν έχουν λόγο σε αυτό το διορισμό. Εν κατακλείδι, η επιστολή που οι αιτητές αναφέρουν ότι τους επιδόθηκε την 4.5.2012 και τους καλούσε να παρευρεθούν την 8.6.2012 σε διαιτησία, συνιστά επαρκή κοινοποίηση του διορισμού του διαιτητή. Τις αιτιάσεις των αιτητών που άπτονται των ενεργειών του διαιτητή και την επάρκεια ή καταλληλότητα του λόγω αυτών ακριβώς των ενεργειών, κρίνω πρόσφορο να τις εξετάσω σωρευτικά. Είναι εν προκειμένω η θέση των αιτητών πως ο διαιτητής δεν είναι ικανός να ακούσει την επίδικη διαιτησία και ότι ο χειρισμός της διαδικασίας από αυτόν αποδεικνύει του λόγου το ασφαλές. Επιπλέον, διατείνονται ότι οι οδηγίες που έδωσε ο διαιτητής, δηλαδή ο χειρισμός που έκανε της διαιτησίας, συνιστούν ανάρμοστη συμπεριφορά και δικαιολογούν απομάκρυνσή του. Ο χειρισμός που επικαλούνται οι αιτητές αφορά τις οδηγίες που ο διαιτητής έδωσε την 28.9.
- Είναι η θέση των αιτητών ότι μετά την καταχώριση των δικογράφων ο διαιτητής όρισε την υπόθεση για ακρόαση και έδωσε οδηγίες διεξαγωγής τούτης με γραπτές αγορεύσεις. Λόγω αυτών των οδηγιών, διατείνονται οι αιτητές, παραβιάζονται οι κανόνες φυσικής δικαιοσύνης, όπως το δικαίωμα προσκόμισης μαρτυρίας, καθώς και αντεξέτασης μαρτύρων του ΣΠΙ. Άλλωστε, λένε οι αιτητές, η υπεράσπιση που καταχώρισαν στη διαιτητική διαδικασία αποκαλύπτει ότι αμφισβητούν το χρέος που το ΣΠΙ επικαλείται. Συνεπώς η απόφαση του διαιτητή να περιορίσει τη διαδικασία σε γραπτές αγορεύσεις παραβιάζει το δικαίωμα τους για δίκαια δίκη. Μάλιστα χαρακτηρίζουν αυτή την απόφαση του διαιτητή μεθόδευση που παραβλάπτει θεμελιώδη δικαιώματά τους και περαιτέρω, αποκαλύπτει ότι ο διαιτητής είναι ακατάλληλος και ανίκανος να ακούσει την εν λόγω διαδικασία, η οποία διέπεται από τις ίδιες αρχές που διέπουν την εκδίκαση υποθέσεων Δικαστηρίου, εφόσον οι εγειρόμενοι ισχυρισμοί αναδεικνύουν πολύπλοκα νομικά ζητήματα. Όπως προαναφέρθηκε είναι παραδεχτό γεγονός ότι τη δικάσιμο 28.9.2012 ο διαιτητής όρισε τη διαιτησία σε νέα ημερομηνία για ακρόαση και έδωσε οδηγίες για διεξαγωγή τούτης με γραπτές αγορεύσεις. Εν τούτοις, θέση των καθ' ων η αίτηση είναι πως την 28.9.2012 ο διαιτητής ρώτησε τα μέρη κατά πόσο επιθυμούσαν να προσκομίσουν οιανδήποτε μαρτυρία. Ο συνήγορος του ΣΠΙ απάντησε ότι στην έκθεση απαιτήσεως που καταχώρισε περιλαμβάνονται όλα τα γεγονότα καθώς και τα τεκμήρια που συνιστούν την αξίωση και συνεπώς δεν θα προσκομίσει άλλη μαρτυρία. Σύμφωνα με τους καθ' ων η αίτηση και ο συνήγορος των αιτητών δήλωσε ότι δεν προτίθεται να προσκομίσει οιανδήποτε μαρτυρία. Στη συνέχεια και ενόψει των προειρημένων δηλώσεων, αναφέρουν οι καθ' ων η αίτηση, ο διαιτητής όρισε τη διαιτησία για γραπτές αγορεύσεις. Ως εκ των πιο πάνω, υποστηρίζουν, ο χειρισμός της διαδικασίας από το διαιτητή είναι καθ' όλα ορθός. Εν πάση περιπτώσει, αναφέρουν οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2, αν οι αιτητές επιθυμούσαν να προσκομίσουν προφορική μαρτυρία είχαν κάθε δικαίωμα να αποταθούν στο διαιτητή και να υποβάλουν σχετικό αίτημα. Διαφορετικά όφειλαν να αναμένουν την έκδοση απόφασης και αν το αποτέλεσμα ήταν εναντίον τους να εφεσιβάλουν τούτο εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Από τα πιο πάνω διαπιστώνω ότι οι θέσεις των δύο πλευρών δεν διίστανται επί των γεγονότων. Απλώς οι ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση αποδίδουν με περισσότερη λεπτομέρεια τα διαλαμβανόμενα τη δικάσιμο της 28.9.
- Εφόσον οι σχετικοί ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση δεν αμφισβητήθηκαν από τους αιτητές, διέπονται από αληθοφάνεια και λογική και τέλος, είναι σε πλήρη αρμονία με το παραδεχτό γεγονός, δηλαδή τις οδηγίες που δόθηκαν από το διαιτητή την 28.9.2012, ουδείς λόγος υφίσταται για απόρριψη ή αποκλεισμό τούτων των ισχυρισμών. Δέχομαι λοιπόν ότι προτού ο διαιτητής ορίσει τη διαιτησία για γραπτές αγορεύσεις ρώτησε τα μέρη, ΣΠΙ και αιτητές, κατά πόσο επιθυμούσαν προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας και αμφότερες οι πλευρές έδωσαν αρνητική απάντηση. Στο σύγγραμμα Russell On The Law of Arbitration, 19η έκδοση, σελίδα 107, κάτω από τον τίτλο Staying Arbitration Proceedings, υποδεικνύεται ότι ενώ παλαιότερα τα Δικαστήρια αρνούνταν έκδοση διατάγματος για αναστολή της διαιτησίας, επί τω ότι ο θιγμένος διάδικος έχει πάντα τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την απόφαση του διαιτητή με έφεση, σήμερα πλέον το σχετικό ένδικο μέσο είναι ανοιχτό στους διαδίκους. Υποδεικνύεται όμως ότι όπως στην περίπτωση κάθε άλλου διατάγματος (application for an injunction) η καθυστέρηση διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο για μη έκδοση του διατάγματος, ενώ οι αρχές που διέπουν το ζήτημα είναι· (α) η αναστολή δεν πρέπει να προκαλεί αδικία στο διάδικο που αιτείται τη διαιτησία, και (β) ο διάδικος που αιτείται την αναστολή πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η συνέχιση της διαιτησίας θα είναι καταπιεστική (oppressive) ή ενοχλητική (vexatious) σε αυτόν, ή καταχρηστική της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Το δε άρθρο 9 του Κεφ. 4, παρέχει ευχέρεια αναστολής της διαιτητικής διαδικασίας άμα ο αιτητής αποδείξει, εκ πρώτης όψεως, ότι το άλλο μέρος είναι ένοχο δόλου (βλ. Ψηλογένη ν. ΣΠΕ Πλατρών
(2004)1 Α Α.Α.Δ. 243). Βεβαίως στην προκείμενη περίπτωση το άρθρο 9 του Κεφ. 4 δεν τυγχάνει εφαρμογής εφόσον οι αιτητές δεν επικαλέστηκαν και δεν απέδειξαν εκ πρώτης όψεως δόλο του ΣΠΙ, δηλαδή του διαδίκου με τον οποίο συμφώνησαν όπως τυχόν διαφορά παραπεμφθεί σε διαιτησία. Σε σχέση με αίτημα για απομάκρυνση του διαιτητή στο σύγγραμμα Russell, πιο πάνω, στη σελίδα 163 και κάτω από τον τίτλο Chief Grounds for Granting Leave to Revoke αναφέρονται τέσσερις κατηγορίες οι οποίες δυνατό να δικαιολογήσουν ανάκληση του διoρισμού. Τούτες είναι:
(1)Εxcess or refusal of jurisdiction by arbitrator,
(2)Misconduct of Arbitrator,
(3)Disqualification of Arbitrator και
(4)Exceptional cases. Στη σελίδα 165 υποδεικνύεται ότι στην κατηγορία Exceptional cases παλαιότερα ενέπιπταν και οι περιπτώσεις error in law. Σήμερα όμως, τονίζουν οι συγγραφείς, το ζήτημα επιλύεται αλλιώς εφόσον πάντα υπάρχει η δυνατότητα για παραπομπή νομικού ζητήματος στο Δικαστήριο. Στο πλαίσιο του Κεφ. 4 σχετικό είναι και το άρθρο 20 και η ερμηνεία που έτυχε από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στη δοσμένη περίπτωση οι ισχυρισμοί των αιτητών αποκαλύπτουν ότι η αιτούμενη απομάκρυνση του διαιτητή ζητείται για λόγους που άπτονται ικανότητας, αμεροληψίας, καθώς και διαγωγής. Άλλωστε ο πυρήνας της αίτησης είναι οι οδηγίες που ο διαιτητής έδωσε την 28.9.2012. Αυτές είναι που καθιστούν τη συμπεριφορά του ανάρμοστη, σύμφωνα πάντα με τους αιτητές, και αναδεικνύουν ανικανότητα. Όπως έχει νομολογηθεί λανθασμένη αποδοχή μαρτυρίας δυνατό να θεωρηθεί ανάρμοστη συμπεριφορά (Misconduct) (Bλ. Α. Ν. Stasis Estates Co Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1 Γ Α.Α.Δ. 2006, 2011 και Panicos Harakis Ltd v. The Official Receiver
(1978)1 Chris, 23). Στο σύγγραμμα Russell πιο πάνω, υποδεικνύεται μάλιστα ότι η παρέμβαση του Δικαστηρίου λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς μπορεί να λάβει χώρα οποτεδήποτε (βλ. σελίδα 459). Εν τούτοις, η σχετική αρχή της νομολογίας, θα έμενε ημιτελής αν δεν αναφερόταν εδώ και το ακόλουθο απόσπασμα, επίσης από το σύγγραμμα Russell, πιο πάνω. Στη σελίδα 461 αναφέρεται ότι· Τhe arbitrator has in general a discretion as to the manner in which the reference is to be conducted. The court will not review the arbitrator's discretion, provided he acts within his authority and according to the principles of justice and behaves fairly to each party. Thus Cockburn C. J. said: "I would observe that we must not be over-ready to set aside awards where the parties have agreed to abide by the decision of a tribunal of their own selection, unless we see that there has been something radically wrong and vicious in the proceeding.. However, the discretionary power of an arbitrator in the conduct of the case, though large, is not absolute, and his decision may be reviewed by the court and his award set aside if it appears that in the course which he has pursued he has acted, though with the best intentions, unfairly to either party. Απ' όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι η λανθασμένη αποδοχή, ενίοτε αποκλεισμός, μαρτυρίας, δεν συνιστά λόγο παρέμβασης του Δικαστηρίου παρά μόνο αν αυτός ο χειρισμός του διαιτητή παραβλάπτει θεμελιώδη δικαιώματα των διαδίκων ή αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, ή ακόμη απολήγει σε πραγματική και καταφανή αδικία. Ζητούμενο λοιπόν είναι το κατά πόσο οι ενέργειες του διαιτητή παραβλάπτουν τοιουτοτρόπως τα δικαιώματα των αιτητών. Υποδεικνύεται εδώ ότι το άρθρο 52
(2)(β) του Ν. 22/85 διαλαμβάνει πως διαιτησία ως η επίδικη διεξάγεται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, δηλαδή το Κεφ. 4. Κατ' επέκταση, οι ερμηνευτικές του Κεφ. 4 αποφάσεις, αλλά και τα αγγλικά συγγράμματα που άπτονται του πανομοιότυπου Arbitration Act του 1950, είναι καθ' όλα καθοδηγητικά. (Βλ. Ψηλογένης ν. ΣΠΕ Πλατρών
(2004)1 Α Α.Α.Δ. 243, 251): Kατόπιν τούτου παρατηρώ ότι στο σύγγραμμα Halsbury's, πιο πάνω, στη σελίδα 5 αναφέρεται ότι "Arbitration is a reference of a dispute for a hearing in a judicial manner". Aυτό και μόνο αποκρυσταλλώνει ότι είθισται η διαιτητική διαδικασία να διεξάγεται με τους κανόνες που τα Δικαστήρια ακολουθούν κατά την εκδίκαση δικαστικών υποθέσεων. Υπογραμμίζω τη φράση είθισται εφόσον τούτο δεν είναι επιτακτική υποχρέωση. Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Halsbury's, πιο πάνω, κυρίαρχο ρόλο στον καθορισμό της διαιτητικής διαδικασίας διαδραματίζουν τα διαλαμβανόμενα στη συμφωνία των μερών για παραπομπή σε διαιτησία, όπου δυνατό η συμφωνία να οριοθετείται, σε σχέση με τη διαδικασία, κατά τρόπο που αποκλίνει από τα ειωθότα της δικαστικής διαδικασίας, φερ' ειπείν προβλέποντας ότι η μαρτυρία δεν θα προσφερθεί viva voce αλλά δια ενόρκων δηλώσεων (βλ. σελίδα 35 κάτω από τον τίτλο Conduct of Proceedings). Στη δοσμένη περίπτωση εφόσον η συμφωνία των μερών (τεκμήρια 1 και 2 στην ένσταση) δεν προβλέπει ειδική διαδικασία αλλά εμμέσως παραπέμπει στα διαλαμβανόμενα στο Κεφ. 4, είναι αντιληπτό ότι ισχύουν οι βασικοί κανόνες που ακολουθούνται από το Δικαστήριο. Μεταξύ αυτών είναι και ο κανόνας προσκόμισης μαρτυρίας και αντεξέτασης των μαρτύρων. Άλλωστε το άρθρο 6 του Κεφ. 4 παραπέμπει στο Πρώτο Παράρτημα όπου στις παραγράφους 4 και 5 αναφέρεται ότι
- Oι διάδικοι στην παραπομπή, και όλα τα πρόσωπα τα οποία αξιώνουν μέσω αυτών αντίστοιχα, υποβάλλουν τους εαυτούς των, τηρουμένης οποιασδήποτε νομικής ένστασης, σε εξέταση από τους διαιτητές ή τον επιδιαιτητή, είτε με όρκο είτε με διαβεβαίωση, αναφορικά με τα θέματα της διαφοράς και, τηρουμένων των πιο πάνω, παρουσιάζουν ενώπιον των διαιτητών ή του επιδιαιτητή όλα τα βιβλία, συμβόλαια, γραπτές συμφωνίες, λογαριασμούς, γραπτά και έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή τους ή υπό την εξουσία τους αντίστοιχα τα οποία δυνατό να ζητηθούν ή απαιτηθούν και προβαίνουν σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια την οποία οι διαιτητές ή ο επιδιαιτητής δυνατό να αξιώσουν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας στην παραπομπή.
- Οι μάρτυρες στην παραπομπή εξετάζονται ενόρκως ή με διαβεβαίωση, αν οι διαιτητές ή ο επιδιαιτητής κρίνουν αυτό σκόπιμο. Tο δε άρθρο 17 του Κεφ. 4 εξοπλίζει το Δικαστήριο με εξουσία να εξαναγκάσει πρόσωπο να παραστεί σε διαιτητική διαδικασία ώστε να εξεταστεί. Όλα τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι η διαδικασία που ακολουθείται κατά την ακρόαση διαιτητικής διαδικασίας θέλει, συνήθως, κλήτευση μαρτύρων ώστε να εξεταστούν και αντεξεταστούν. Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω δεν μπορώ να μην υποδείξω ότι ενίοτε και η ίδια η δικαστική διαδικασία περιορίζεται στους ισχυρισμούς των δικογράφων. Για του λόγου το ασφαλές υπενθυμίζεται ο κ. 7(i) της Δ.33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Άλλοτε πάλιν η συμπεριφορά των μερών είναι ικανή να διαφοροποιήσει τον ρουν της διαδικασίας. Επί του προκειμένου σχετική είναι η απόφαση Οικοδομικές Επιχειρήσεις Σταύρος Α. Σταύρου ν. Τυλλή
(2007)1Β Α.Α.Δ.
- Το κρίσιμο απόσπασμα από τη σελίδα 1175 αποκρυσταλλώνει τα γεγονότα καθώς και το σκεπτικό (ratio) της υπόθεσης. Λέχθηκε εκεί ότι Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου, προκύπτει ότι στις 5.11.2001 οι εργολάβοι υπέβαλαν γραπτώς την απαίτησή τους προς τους διαιτητές με επισυνημμένα έγγραφα προς απόδειξη της απαίτησης τους. Το ίδιο έπραξαν και οι ιδιοκτήτες οι οποίοι υπέβαλαν γραπτώς τη δική τους θέση και ανταπαίτηση με επισυνημμένα έγγραφα. Ο κύκλος υποβολής των εγγράφων προς τους διαιτητές έκλεισε στις 9.1.
- Η απόφαση των διαιτητών εκδόθηκε στις 18.4.
- Κατά το μεγάλο χρονικό αυτό διάστημα μεταξύ 8.1.2002 μέχρι 18.4.2003 δεν φαίνεται να είχε ζητηθεί από τη μια ή την άλλη πλευρά η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας ούτε προκύπτει ότι οι ιδιοκτήτες διαμαρτυρήθηκαν για ό,τι είχε σχέση με τη νομιμότητα της διαδικασίας της διαιτησίας. Σαφώς συνάγεται ότι μετά την υποβολή των εκατέρωθεν θέσεων και του μαρτυρικού υλικού, οι διάδικοι άφησαν το θέμα της επίλυσης της διαφοράς στους διαιτητές, αναμένοντας την απόφασή τους στη βάση του υλικού που προσκόμισαν. Συνάγεται επίσης από τη συμπεριφορά των ιδιοκτητών ότι γι' αυτούς ήταν αρκετό όπως η διαιτησία διεξαχθεί με βάση αυτό και μόνο το υλικό που προσκόμισαν χωρίς την προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας. Έχουμε τη γνώμη ότι το περί του αντιθέτου συμπέρασμα του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι λανθασμένο καθότι αφίσταται από τη λογική των ίδιων των γεγονότων όπως εξ αντικειμένου εμφανίζονται. Το λάθος εντοπίζεται στο ότι το συμπέρασμα του δικαστηρίου έχει ως αφετηρία τη διαπίστωση ότι εφόσον δεν γινόταν οποιαδήποτε αναφορά στη διαιτητική απόφαση για συμφωνημένη διαδικασία, η διαδικασία έπρεπε να είχε διεξαχθεί σύμφωνα με τις καθιερωμένες αρχές, μια από τις οποίες είναι ότι η διαιτησία διεξάγεται υπό μορφή προφορικής ακρόασης εκτός αν οι διάδικοι συμφωνήσουν διαφορετικά. Με βάση τα λεχθέντα, οι διάδικοι ουσιαστικά συμφώνησαν διαφορετικά επιλέγοντας την υποβολή γραπτών στοιχείων για θεμελίωση των αντίστοιχων ισχυρισμών και απαιτήσεων τους θεωρώντας αχρείαστη την προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας. Eίναι η θέση των αιτητών πως τα γεγονότα της παρούσας διαφοροποιούνται από εκείνα της υπόθεσης Οικοδομικές Επιχειρήσεις, πιο πάνω, και αυτό γιατί οι αιτητές δεν άφησαν το χρόνο να διαρρεύσει και έσπευσαν αμέσως στο Δικαστήριο για προστασία. Έχω την άποψη ότι η εν λόγω εισήγηση παραγνωρίζει το τι πραγματικά έλαβε χώρα την 28.9.
- Ο διαιτητής δεν αποστέρησε τους διαδίκους από το δικαίωμα τους να προσκομίσουν μαρτυρία, απλώς κατέγραψε την επιθυμία τους να μην προσφέρουν τέτοια και γι' αυτό όρισε την υπόθεση για αγορεύσεις. Υπό αυτή τη θεώρηση των πραγματικών γεγονότων δυσκολεύομαι να αντιληφθώ τις αιτιάσεις των αιτητών. Είναι ηλίου φαεινότερον ότι όπως στην υπόθεση Οικοδομικές Επιχειρήσεις, πιο πάνω, έτσι και εδώ, η συμπεριφορά και οι δηλώσεις των μερών ενώπιον του διαιτητή είναι ό,τι τροχιοδρόμησε τη διεξαγωγή της διαδικασίας χωρίς προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας και όχι η στάση ή η συμπεριφορά του διαιτητή. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω καθώς επίσης τη διαπίστωση ότι ο διαιτητής ρώτησε τα μέρη αν επιθυμούσαν να προσκομίσουν μαρτυρία και απάντησαν αρνητικά, είμαι της γνώμης ότι είναι τουλάχιστον άδικο να ψέγεται ο διαιτητής για παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων και να κατηγορείται για μεθόδευση που έθεσε τους αιτητές σε μειονεκτική θέση. Στην προκείμενη περίπτωση τα πραγματικά γεγονότα, νοείται ως έχουν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, αποκαλύπτουν ότι οι διάδικοι, ΣΠΙ και αιτητές, είναι που επέλεξαν να μην προσκομίσουν οιανδήποτε μαρτυρία. Η δεδηλωμένη τούτη επιθυμία των μερών δεν επέτρεπε στο διαιτητή χειρισμό άλλο από εκείνο που ακολούθησε. Άλλωστε, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση υποδεικνύεται ότι στην υπόθεση Re Enoch and Zaretzky, Bock & Co
(1910)1 K. B. 327, CA η απόφαση του διαιτητή να κλητεύσει μάρτυρες γεγονότων χωρίς τη συγκατάθεση των μερών, οδήγησε στην απομάκρυνση του από το Δικαστήριο (η εν λόγω αναφορά στην υποσημείωση (d) στη σελίδα 33 του συγγράμματος). Είναι μάλιστα αξιοσημείωτο ότι οι συγγραφείς παραθέτουν την εν λόγω απόφαση στο κεφάλαιο Removal of Arbitrator or Umpire και την αποδίδουν σε ανάρμοστη συμπεριφορά. Από τα πιο πάνω καθίσταται αντιληπτό ότι μετά τη δήλωση των μερών ο διαιτητής δεν είχε επιλογή άλλη από εκείνη που ακολούθησε. Ως εκ τούτου ούτε ο χειρισμός της διαδικασίας δεν αναδεικνύει οτιδήποτε μεμπτό, πόσω μάλλον μεθόδευση ή αποστέρηση θεμελιωδών δικαιωμάτων και παραβίαση του δικαιώματος για δίκαια δίκη. Για κάθε ένα ξεχωριστά αλλά και όλους μαζί τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι ο χειρισμός του διαιτητή και δη οι οδηγίες που έδωσε την 28.9.2012, δεν συνιστούν ανάρμοστη συμπεριφορά (misconduct) εν τη έννοια του άρθρου 20 του Κεφ. 4 και της σχετικής νομολογίας. Ούτε όμως και οι αιτιάσεις των αιτητών περί πολύπλοκης νομικά υπόθεσης είναι ικανές να αναιρέσουν τα συμφωνηθέντα, δηλαδή τον όρο στα τεκμήρια 1 και 2 στην ένσταση, για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Αφενός παρατηρώ ότι ο διαιτητής είναι νομικός, όπως ο ίδιος ανέφερε και δεν αμφισβητήθηκε, αφετέρου όμως, οι διάδικοι στη διαιτησία δύνανται, ανά πάσα στιγμή, να επικαλεστούν τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ. 4 και να απαιτήσουν παραπομπή νομικού θέματος στο Δικαστήριο, ώστε να αποφασιστεί. Συνεπώς η πολυπλοκότητα των νομικών ζητημάτων δεν συνιστά λόγο ανάκλησης ή ακύρωσης της διαιτητικής διαδικασίας. Τελευταίο ζήτημα που απομένει να εξεταστεί είναι οι αιτιάσεις των αιτητών ότι ο διαιτητής συνδέεται με κάποιο εκ των διαδίκων. Αναφέρθηκε ήδη πως οι καθ' ων η αίτηση, μεταξύ αυτών και ο διαιτητής, παραδέχονται ότι δύο έτη πριν την επίδικη διαιτησία ο διαιτητής εργαζόταν στην Υπηρεσία Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών. Επαναλαμβάνω ότι οι αιτητές δεν εξειδίκευσαν τη σχέση του διαιτητή που επικαλέστηκαν. Με γενικότητα και αοριστία ανέφεραν ότι ο διαιτητής σχετίζεται με κάποιον εκ των διαδίκων χωρίς μάλιστα να εξειδικεύσουν με ποιον. Αν αναφέρω τούτο είναι γιατί αξίζει, πιστεύω, να τονιστεί πως η Υπηρεσία Ανάπτυξης και Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών δεν έχει σχέση με τη διαιτησία. Όπως ορθά αναφέρει ο διαιτητής, πρόκειται για ανεξάρτητη υπηρεσία της οποίας η επιτροπή διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο. Πέραν τούτου όμως, ούτε και ο Έφορος Συνεργατικών Εταιρειών έχει άμεση σχέση με το ΣΠΙ. Ο ρόλος του είναι εποπτικός και διακριτός από το ΣΠΙ. Όπως επεξηγείται στο άρθρο 21 του Ν. 22/1985, κάθε ΣΠΙ συνιστά ξεχωριστή νομική προσωπικότητα. Πέραν των πιο πάνω, είναι παραδεχτό γεγονός ότι ο διαιτητής αποχώρησε από την εργασία που είχε, δηλαδή από την Υπηρεσία Ανάπτυξης και Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών, τουλάχιστον δύο έτη πριν την έναρξη της διαιτησίας. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δυσκολεύομαι να αντιληφθώ ποία είναι η σχέση που οι αιτητές διατείνονται ότι έχει ο διαιτητής με κάποιο εκ των καθ' ων η αίτηση. Το γεγονός και μόνο ότι δύο έτη πριν την ανάληψη των καθηκόντων του ο διαιτητής εργαζόταν σε μια ανεξάρτητη υπηρεσία η οποία εποπτεύει και ελέγχει τα συνεργατικά ιδρύματα, δεν σημαίνει ότι μεροληπτεί υπέρ του ΣΠΙ. Σε αυτό το σημείο υποδεικνύεται ότι η νομολογία του Δικαστηρίου δεν υποστηρίζει τη θέση των αιτητών. Σχετική εν προκειμένω είναι η υπόθεση Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 601, καθώς και η εκεί αναφερόμενη υπόθεση Πίτσιλλος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268. Στην υπόθεση Ψύλλας, πιο πάνω, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα (στη σελίδα 603): Στην αρχή της διαδικασίας, ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ο εφεσείων ζήτησε την εξαίρεση του δικαστή. Συγκεκριμένα, εισηγήθηκε πως πριν από το διορισμό του ως δικαστή, όταν εκτελούσε χρέη εισαγγελέα, παρουσίασε ενώπιον του Κακουργιοδικείου υπόθεση εναντίον του στην οποία καταδικάστηκε, το Ανώτατο Δικαστήριο όμως ανέτρεψε την καταδίκη. Ο εφεσείων άφησε έτσι να νοηθεί πως υπήρχε κάποια έχθρα μεταξύ του και του δικαστή. Αναφέρθηκε επίσης σε υπόθεση που ο ίδιος ο δικαστής εξέδωσε διάταγμα προφυλάκισης του μέχρι την εκδίκαση εις βάρος του υπόθεσης ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Και αυτό όμως το διάταγμα ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο κατ' έφεση. Ο δικαστής ασχολήθηκε με την εισήγηση του εφεσείοντος και απέρριψε το αίτημα. Στην πρωτόδικη απόφαση ο δικαστής έκανε, ορθά, ειδική αναφορά στην υπόθεση: Πίτσιλλος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ.268 όπου τα γεγονότα ήσαν παρόμοια με αυτά που μας απασχολούν, και στην: Krasias shoe factory Ltd
(1990)1 Α.Α.Δ. 873. Κρίνουμε πως η απόφαση του Δικαστή να μην εξαιρεθεί από την υπόθεση είναι ορθή. Το γεγονός πως ο δικαστής, σε παλαιότερο χρόνο, άσκησε καθήκοντα εισαγγελέα σε υπόθεση εναντίον του εφεσείοντος, δεν συνιστά λόγο ώστε να δημιουργήσει εύλογα στον εχέφρονα πολίτη την εντύπωση πως ο δικαστής δεν θα ενεργήσει ανεξάρτητα και αμερόληπτα. Επ' αυτού η κρίση του δικαστή υποστηρίζεται από αυτά που ειπώθηκαν στην πρώτη υπόθεση, που αναφέρουμε πιο πάνω. Επίσης, το γεγονός πως ο δικαστής είχε επιληφθεί και άλλης υπόθεσης, στην οποία ο εφεσείων προφυλακίστηκε η δε απόφαση αυτή ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, δεν οδηγεί πουθενά. Σχετικά είναι και τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Russell, πιο πάνω. Στην υπόθεση Morgan v. Morgan
(1832)1 Dowl. 611; 2 L.J. Ex. 56, λέχθηκε ότι το γεγονός και μόνο πως ο διαιτητής οφείλει χρήματα σε ένα εκ των διαδίκων, δεν τον καθιστά υπαίτιο μεροληψίας (βλ. σελίδα 465 συγγράμματος). Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι ούτε αυτός ο λόγος των αιτητών είναι βάσιμος και έτσι απορρίπτεται. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι οι αιτητές δεν κατόρθωσαν να αποδείξουν οιονδήποτε λόγο που να δικαιολογεί την αναστολή και/ή ακύρωση της διαιτησίας ή την απομάκρυνση του διαιτητή. Κατ' επέκταση η αίτηση απορρίπτεται και το ενδιάμεσο διάταγμα ημερομηνίας 29.10.2012 ακυρώνεται. Τα έξοδα της επίδικης διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εις βάρος των αιτητών. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /μ.α.σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο