← Κύπρος

Δ. ΚΥΘΡΕΩΤΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ν. Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 1083/07, 29/9/2014

Δ. ΚΥΘΡΕΩΤΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ν. Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 1083/07, 29/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A355 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1083/07 Μεταξύ: Δ. ΚΥΘΡΕΩΤΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Εναγόντων και Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Εναγομένων --------- Ημερομηνία: 29 Σεπτεμβρίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κ. Γ. Κολοκασίδης για Κολοκασίδης Χατζηπιερής ΔΕΠΕ Για τους εναγόμενους: κ. Κ. Χατζηιωάννου για Α.Κ. Χατζηιωάννου & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι αρχικές αξιώσεις των εναγόντων εναντίον των εναγομένων με την παρούσα αγωγή ήταν το ποσό των £134.000 ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και το ποσό των £136.000 ως απωλεσθέν κέρδος (δηλαδή το συνολικό ποσό των €461.322), πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, που καταχωρήθηκε στις 15.2.2007, οι ενάγοντες είναι ετερόρρυθμη εταιρεία νόμιμα εγγεγραμμένη, με κύρια ασχολία την παροχή αρχιτεκτονικών υπηρεσιών. Δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 30.12.2003 και κατόπιν σχετικού διαγωνισμού, οι εναγόμενοι ανέθεσαν στους ενάγοντες την παροχή προς τους εναγόμενους αρχιτεκτονικών και συναφών υπηρεσιών έναντι αμοιβής. Μεταξύ των όρων της εν λόγω συμφωνίας, για το ακριβές περιεχόμενο και τους όρους της οποίας οι ενάγοντες επιφυλάχθηκαν να αναφερθούν στη δικάσιμο, ήταν ότι, οι ενάγοντες θα παρείχαν τις υπηρεσίες σύμφωνα με την προσφορά τους και ως αναφέρετο επί του Παραρτήματος Α της συμφωνίας, για χρονική περίοδο δύο ετών με μονομερές δικαίωμα των εναγομένων για ανανέωσή της για τρίτο έτος, το χρονοδιάγραμμα του έργου καθορίζετο στο Παράρτημα Β της συμφωνίας, η αμοιβή των εναγόντων φαινόταν στην προσφορά τους και ο τρόπος πληρωμής καθορίζετο στο Παράρτημα Γ της συμφωνίας, οι ενάγοντες θα παρείχαν επαγγελματική ασφάλιση και τραπεζική εγγύηση ως εγγύηση για οποιεσδήποτε ζημιές προκαλούντο στους εναγόμενους λόγω αμέλειας, παράλειψης ή λάθους των εναγόντων ή/και των εργοδοτουμένων τους ή/και άλλων συνεργατών τους, οι ενάγοντες θα εργοδοτούσαν ή θα χρησιμοποιούσαν ειδικούς συμβούλους ή συνεργάτες ή άλλο προσωπικό για την εκπόνηση ειδικών μελετών στα πλαίσια της μελέτης τους για τις διάφορες εργασίες, θα επέβλεπαν το συντονισμό και την ποιότητα των εργασιών όντας υπεύθυνοι για την ορθή και έγκαιρη εκτέλεσή τους, θα ήταν δε υπεύθυνοι για την πληρωμή της αμοιβής των ειδικών που θα χρησιμοποιούσαν καθώς και για την ορθή ή/και επαγγελματική ή/και έγκαιρη ή/και εμπρόθεσμη εκτέλεση των υποχρεώσεων και καθηκόντων τους και σε περίπτωση που οι εναγόμενοι απαιτούσαν την παροχή υπηρεσιών πέραν των υποχρεώσεων των εναγόντων, οι εναγόμενοι θα κατέβαλλαν αμοιβή στους ενάγοντες που θα συμφωνείτο μεταξύ τους. Στο πλαίσιο της συμφωνίας ή/και προς εκπλήρωση των σχετικών υποχρεώσεών τους, οι ενάγοντες προέβησαν σε έξοδα γραφείου ή/και επάνδρωση ομάδας μελέτης και εκτέλεσης ή/και άλλα έξοδα, λεπτομέρειες των οποίων επιφυλάχθηκαν να αναφέρουν κατά τη δικάσιμο. Ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, οι εναγόμενοι ή/και οι υπηρέτες ή/και οι υπάλληλοι ή/και οι υπεργολάβοι τους παρέβησαν τη συμφωνία καθότι δεν πραγματοποιήθηκαν οι εργασίες που αναφέρονται στη συμφωνία ή/και οι εργασίες που είχαν υποσχεθεί και περαιτέρω οι εναγόμενοι ανέθεσαν σε τρίτους την ετοιμασία μελέτης και εγγράφων έργων, τα οποία ενέπιπταν στα έργα που θα έπρεπε να είχαν ανατεθεί στους ενάγοντες βάσει της συμφωνίας. Συνεπεία της παράβασης της συμφωνίας, οι ενάγοντες υπέστησαν έξοδα γραφείου ύψους £15.000 και έξοδα επάνδρωσης ομάδας μελέτης και εκτέλεσης ή/και άλλα έξοδα ύψους £119.000, δηλαδή συνολικού ύψους £134.

  1. Περαιτέρω, ή/και διαζευκτικά, λόγω της παράβασης της συμφωνίας εκ μέρους των εναγομένων, το απωλεσθέν κέρδος των εναγόντων από τη μη εκτέλεση των συμφωνηθέντων, βάσει της συμφωνίας, εργασιών για τα δύο χρόνια ανέρχεται στο ποσό των £136.
  2. Οι εναγόμενοι στην υπεράσπισή τους, που καταχωρήθηκε στις 8.6.2007, αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγόντων και ισχυρίζονται ότι μετά από δημόσιο διαγωνισμό, στις προδιαγραφές του οποίου θα αναφερθούν κατά τη δικάσιμο, συνομολόγησαν συμφωνία ημερομηνίας 30.12.2003 με τους ενάγοντες, στην ερμηνεία και τα αποτελέσματα της οποίας θα αναφερθούν κατά τη δικάσιμο. Κατόπιν άρνησης των ισχυρισμών των εναγόντων που αφορούν την παράβαση της συμφωνίας εκ μέρους των εναγομένων και περιλαμβάνονται στις παραγράφους 4-8 της έκθεσης απαίτησης, όπου δεν δίδονται λεπτομέρειες, οι εναγόμενοι αρνούνται τις ισχυριζόμενες δαπάνες, έξοδα και ζημιές και με τον ισχυρισμό ότι συνεμορφώθησαν πλήρως με τη συμφωνία και ενήργησαν νομίμως μέσα στα πλαίσια των δικαιωμάτων τους χωρίς να παραβιάσουν οποιοδήποτε συμβατικό ή άλλο δικαίωμα των εναγόντων, ζητούν την απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Προς υποστήριξη της εκδοχής των εναγόντων προσφέρθηκε η μαρτυρία του Διομήδη Κυθρεώτη (ΜΕ1) και του Δημήτρη Δημητρίου (ΜΕ2) και εκ μέρους των εναγομένων προσφέρθηκε η μαρτυρία της Άννας Γιαννάκη (ΜΥ1) και του Πέτρου Ζωγράφου (ΜΥ2). Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας κατετέθη εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 1 η συμφωνία ημερομηνίας 30.12.2003 και περαιτέρω ως Τεκμήρια 2-16 κατετέθησαν εκ συμφώνου, για το σκοπό της ύπαρξής τους, έγγραφα που αποτελούν πρακτικά και επιστολές που αντηλλάγησαν μεταξύ των διαδίκων. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1 (βλ. Έγγραφο Α), αρχιτέκτονα που διευθύνει το αρχιτεκτονικό γραφείο των εναγόντων, στις 25.7.2003 παρέλαβαν, κατόπιν πρόσκλησης από τους εναγόμενους, έγγραφα προσφοράς για την παροχή αρχιτεκτονικών υπηρεσιών, δηλαδή μελέτης και προδιαγραφής καθώς και παρακολούθησης/επίβλεψης μικρών κυρίως έργων των εναγομένων (τα εν λόγω έγγραφα είναι ενσωματωμένα στο Τεκμήριο 1). Η εν λόγω παροχή θα υλοποιείτο με απασχόληση του γραφείου των εναγόντων για συγκεκριμένη συνολική περίοδο χρόνου με αποτέλεσμα το γραφείο να παραμένει διαθέσιμο και δεσμευμένο. Μετά τη μελέτη των εγγράφων και τον υπολογισμό των λογικά προβλεπομένων ωρών απασχόλησης, οι ενάγοντες κατέθεσαν την προσφορά τους και επελέγησαν ως ο επιτυχών προσφοροδότης τόσο βάσει του κριτηρίου της οικονομικότερης προσφοράς αλλά και επειδή πληρούσαν όλα τα λεπτομερή και αναλυτικά κριτήρια συμμόρφωσης. Μετά την επιστολή των εναγομένων ημερομηνίας 9.12.2003 που τους ενημέρωνε για την κατακύρωση της προσφοράς (Τεκμήριο 2), οι ενάγοντες παρέδωσαν την τραπεζική εγγύηση που απαιτείτο από τους εναγόμενους (Τεκμήριο 3) καθώς και αντίγραφο συμβολαίου επαγγελματικής ασφάλισης (βλ. Τεκμήριο 4). Στις 30.12.2003 οι διάδικοι συνήψαν τη σύμβαση παροχής υπηρεσιών ειδικότητας αρχιτέκτονα και πολιτικού μηχανικού τακτής χρονικής περιόδου (Τεκμήριο 1) με συνολικό σκοπούμενο όγκο των υπηρεσιών βάσει του συμβολαίου αξίας €439.025,14 (£256.950) και για τα τρία έτη εξαιρουμένου του ΦΠΑ, ενόσω για τα πρώτα δύο έτη ο σκοπούμενος όγκος ήταν αξίας €268.592,14 (£157.200). Σύμφωνα με τους ενάγοντες το ποσό αυτό του συμβολαίου ήταν η χρηματική αξία που αντιπροσώπευε και τον προσδοκώμενο κύκλο εργασίας αναλαμβάνοντας ως αρχιτεκτονικό γραφείο τον κίνδυνο τιμολόγησης της προσφοράς τους. Το εν λόγω ποσό συμβολαίου συνίστατο σε εφαρμογές τιμολογούμενων ποσοστών αμοιβής για υπηρεσίες επί ποσών εκτιμούμενου οικοδομικού κόστους διάφορων κτιρίων και εργασιών προς εκτέλεση από διάφορους χρονιαίους εργολάβους, κατόπιν σχετικών οδηγιών των εναγομένων, με αρχική διάρκεια του συμβολαίου για δύο χρόνια και με μονομερές δικαίωμα επιλογής για ανανέωση της σύμβασης από τους εναγόμενους και για τρίτο έτος. Στα πρώτα στάδια του συμβολαίου οι εναγόμενοι ανέθεσαν μερικά έργα στους ενάγοντες, που περιγράφησαν από τον ΜΕ1, με συνολικό όμως όγκο εργασιών κατά πολύ μικρότερο του προβλεπόμενου για τα πρώτα δύο έτη της σύμβασης. Παρά το ότι είχαν προγραμματίσει τις εργασίες τους με την εύλογη προσδοκία του επίδικου συμβολαίου υπηρεσιών, έχοντας προσφέρει κάποιες υπηρεσίες κατά το έτος 2004, περί τα τέλη αυτού του έτους οι ενάγοντες παρατήρησαν ότι το συμβόλαιο δεν υλοποιείτο ικανοποιητικά και δεν απασχολούντο ως γραφείο στο βαθμό που αντιστοιχούσε με τον λογικά προσδοκώμενο κύκλο εργασίας. Συγκεκριμένα, μέχρι τα μέσα περίπου του 2005 οι ενάγοντες διεκπεραίωσαν εργασία συνολικής αξίας μόνο €17.947,99 (£10.504,49) εξαιρουμένου του ΦΠΑ (βλ. Τεκμήριο 5), ποσό το οποίο πληρώθηκε προς αυτούς από τους εναγόμενους. Επεξηγώντας τη φύση του συμβολαίου, κατά τη δική του θέση, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι η δραστική αυξομείωση του τελικού σκοπού και έκτασης του συμβατικού αντικειμένου πέραν του εύλογα προβλεπτού ορίου απόκλισης, ήταν παράνομη προκαλώντας ζημιά στους ενάγοντες, οι οποίοι υπέβαλλαν συνεχείς παραστάσεις προς τους εναγόμενους, θεωρώντας ότι η αιτία της ζημιάς ήταν πράξεις ή παραλείψεις και περιστάσεις εντός του ελέγχου των εναγομένων. Μετά την κατάθεση ανανέωσης της τραπεζικής εγγύησης των εναγόντων με την επιστολή τους ημερομηνίας 14.1.2005 (Τεκμήριο 6), περί τον Ιανουάριο του 2005 περιήλθε στην αντίληψη του ΜΕ1 ότι πραγματοποιείτο έργο των εναγομένων για ενίσχυση και συντήρηση του κτιρίου τους στα Κιόνια, το οποίο ενώ θα έπρεπε να ανατεθεί στους ενάγοντες βάσει του συμβολαίου, αυτό δεν έγινε, γεγονός που επισημάνθηκε στους εναγόμενους με επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 20.1.2005 (Τεκμήριο 7), χωρίς όμως αποτέλεσμα. Έχοντας οι ενάγοντες εγείρει το θέμα προφορικά και στη συνέχεια γραπτώς με επιστολή ημερομηνίας 18.2.2005 (Τεκμήριο 8) για να τηρήσουν οι εναγόμενοι τις δεσμεύσεις τους βάσει του συμβολαίου, χωρίς πάλι αποτέλεσμα, στις 7.3.2005 σε συνάντηση μεταξύ των εναγομένων και των εναγόντων, όπου παρευρέθηκε ο ΜΕ1 θέτοντας το ζήτημα, οι εκπρόσωποι των εναγομένων άφησαν να νοηθεί ότι υπήρχαν έργα τα οποία θα μπορούσαν να ανατεθούν στους ενάγοντες (βλ. πρακτικό συνάντησης που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9). Υπό το φως των εν λόγω διαβεβαιώσεων, οι ενάγοντες συνέχισαν να διατηρούν την απαιτούμενη από το συμβόλαιο οργάνωση και στη συνέχεια οι εναγόμενοι απέστειλαν προς τους ενάγοντες σχετική επιστολή ημερομηνίας 28.3.2005 (Τεκμήριο 10). Το πρόβλημα όμως συνεχίστηκε και με επιστολή τους ημερομηνίας 29.6.2005 (βλ. Τεκμήριο 11) οι ενάγοντες ήγειραν εκ νέου το θέμα μη ανάθεσης εργασιών λαμβάνοντας την απάντηση των εναγομένων ότι αυτοί τηρούν τις πρόνοιες του συμβολαίου (βλ. επιστολή ημερομηνίας 15.7.2005 που κατετέθη ως Τεκμήριο 12), στην οποία οι ενάγοντες απάντησαν με την επιστολή ημερομηνίας 19.7.2005 (Τεκμήριο 13). Ακολούθως, με επιστολή ημερομηνίας 5.1.2006 προς τους εναγόμενους (Τεκμήριο 14), ο ΜΕ1 εκ μέρους των εναγόντων ζήτησε να πληροφορηθεί κατά πόσο οι εναγόμενοι είχαν πρόθεση να ανανεώσουν το συμβόλαιο. Επακολούθησε συνάντηση στις 9.2.2006, όπου συμμετείχε ο ΜΕ1 επαναλαμβάνοντας τη θέση των εναγόντων για τον πολύ μικρό όγκο εργασιών που τους είχε δοθεί για μελέτη και τις ως εκ τούτου προκληθείσες ζημιές στους ενάγοντες (σχετικό πρακτικό της συνάντησης το οποίο ο ΜΕ1 επέστρεψε στους εναγόμενους με διορθώσεις κατετέθη ως Τεκμήριο 15). Τελικά οι εναγόμενοι δεν ανανέωσαν το συμβόλαιο και λόγω της απαίτησης των εναγόντων για αποζημιώσεις συνεπεία παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγομένων, στάληκε από τους δικηγόρους των εναγόντων προειδοποιητική συστημένη επιστολή προς τους εναγόμενους ημερομηνίας 24.3.2006 (Τεκμήριο 16), στην οποία οι εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν με αποτέλεσμα την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Στη συνέχεια, στις παραγράφους 26-42 της γραπτής του δήλωσης ο ΜΕ1 προβαίνει σε ανάλυση των ζημιών των εναγόντων, έχοντας ως βάση το γεγονός ότι το συμβόλαιο ήταν ενεργό για δύο χρόνια. Συνοπτικά η θέση του είναι ότι, οι ενάγοντες διατήρησαν σε λειτουργία μια ομάδα προσωπικού για μελέτη και εκτέλεση εργασιών, έχοντας επιπρόσθετα κάποια πάγια έξοδα συνεπεία αυτού, ως προς τα οποία υπήρξε μείωση με το να μη χρησιμοποιούν τους δύο εξωτερικούς συμβούλους Χριστοφορίδη και Κυριάκου και στρέφοντας την υπόλοιπη ομάδα κατά 20% σε άλλες εργασίες οπότε μειώθηκαν τα πάγια έξοδα κατά 20%, διεκδικούν δε το διαφυγόν κέρδος τους. Όσον αφορά το ποσό του διαφυγόντος κέρδους, ο ΜΕ1 υποστήριξε ότι δεν μειώθηκε καθότι οι ενάγοντες δεν είχαν άλλες εργασίες από τις οποίες να διεκδικήσουν το χαμένο κέρδος. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, το σύνολο της προσφοράς των εναγόντων αντικατοπτρίζει (α) τη διατήρηση προσωπικού για δύο χρόνια (€219.384,42) (β) τα πάγια έξοδα για δύο χρόνια (€27.269,48) και (γ) το κέρδος για τα δύο χρόνια (€21.938,24), δηλαδή σύνολο €268.592,
  3. Κατόρθωσαν να μετριάσουν τη ζημιά τους, μειώνοντας κατά 20% τη χρήση του προσωπικού για τη σύμβαση, αποφεύγοντας τη χρήση των εξωτερικών συμβούλων και μειώνοντας κατά 20% το κόστος των παγίων εξόδων, δηλαδή μείωσαν τη ζημιά τους κατά το συνολικό ποσό των €78.630,15, με αποτέλεσμα η ζημιά τους, πριν την αφαίρεση της καταβληθείσας πληρωμής, να ανέρχεται στο ποσό των €189.961,
  4. Καταλήγει δε ότι η διεκδικούμενη ζημιά των εναγόντων, αφού αφαιρεθεί η καταβληθείσα πληρωμή ύψους €17.947,99, ανέρχεται στο ποσό των €172.
  5. Πέραν του πιο πάνω ποσού, διεκδικείται η καταβολή τόκου και/ή χρηματοδοτικού κόστους ή απώλειας για την αποκατάσταση πρόσθετης ζημιάς λόγω της αποστέρησης χρηματικής ροής προς τους ενάγοντες με επιτόκιο προς 8%, ως του μέσου όρου ετήσιας χρέωσης των εναγόντων επί των υπεραναλήψεων στον τραπεζικό τους λογαριασμό, για περίοδο οκτώ ετών, συνολικού ύψους €110.088,
  6. Στα ίδια ακριβώς πλαίσια, σε σχέση με το είδος του συμβολαίου και τον υπολογισμό της ζημιάς των εναγόντων, κινήθηκε και η μαρτυρία του ΜΕ2 (βλ. Έγγραφο Β), ο οποίος ως ανέφερε, είναι εγκεκριμένος επιμετρητής και ειδικός σύμβουλος επί κατασκευαστικών συμβολαίων και κλήθηκε από τους ενάγοντες να εξετάσει την υπόθεσή τους για την εξέλιξη της επίδικης συμφωνίας τους με τους εναγόμενους. Έχοντας μελετήσει το σχετικό συμβόλαιο (Τεκμήριο 1), το θεωρεί ότι είναι παρόμοιου τύπου με τις κατά προσέγγιση συμβάσεις, στις οποίες ο προσδιορισμός των προτεινόμενων εργασιών ή υπηρεσιών πρέπει να είναι εύλογα ποσοτικά ορθός και οποιαδήποτε απόκλιση πέραν ενός λογικού ποσοστού να υπόκειται σε χρηματική αναπροσαρμογή, παραθέτοντας την άποψή του ως προς την ερμηνεία των όρων του επίδικου συμβολαίου που δικαιολογεί την απόδοση στους ενάγοντες των διεκδικουμένων ζημιών. Έχοντας λάβει λεπτομέρειες για τον προϋπολογισμό κόστους της προσφοράς των εναγόντων καθώς και τις αναγκαίες πληροφορίες προέβη σε κοστολόγηση των ζημιών, καταλήγοντας στα ίδια ποσά με τον ΜΕ1, όπως πιο πάνω παρατέθηκαν στη σύνοψη της μαρτυρίας του τελευταίου. Η ΜΥ1 στη μαρτυρία της (βλ. Έγγραφο Γ), ανέφερε ότι, υπό την ιδιότητά της ως υπαλλήλου στις νομικές υπηρεσίες των εναγομένων γνωρίζει τις πρακτικές και τις διαδικασίες που αυτοί ακολουθούν. Σε αυτές εντάσσεται και η προσφορά επαγγελματικών υπηρεσιών αρχιτεκτόνων και πολιτικών μηχανικών για εργασίες για μικρά έργα, χωρίς την προκήρυξη αρχιτεκτονικού διαγωνισμού, όπου ο προμηθευτής επιλέγεται με βάση ποιοτικά κριτήρια και τιμές που διαμορφώνονται στη βάση υποθετικών, μη δεσμευτικών ποσοτήτων εργασιών, ώστε να υπάρχει ενιαίο μέτρο σύγκρισης. Στον επιλεγόμενο προμηθευτή ανατίθενται οι εργασίες για τις οποίες προκηρύχθηκε η προσφορά, όταν και αν αυτές προκύψουν κατά τη διάρκεια της συμφωνίας, χωρίς ωστόσο οι εναγόμενοι να υποχρεούνται να αναθέσουν στον προμηθευτή οποιαδήποτε εργασία ή συγκεκριμένη ποσότητα εργασιών. Στην προκείμενη περίπτωση, με βάση τις προδιαγραφές και την υπογραφείσα συμφωνία, οι εναγόμενοι θα ανέθεταν στους ενάγοντες οποιαδήποτε εργασία, αξίας μέχρι £400.000, που θα προέκυπτε κατά τη διάρκεια των δύο χρόνων. Παρά το ότι η θέση αυτή των εναγομένων υποδείχθηκε επανειλημμένα στους ενάγοντες (βλ. και επιστολή ημερομηνίας 7.2.2005 που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 17), οι τελευταίοι παρερμηνεύοντας τις προδιαγραφές διεκδικούσαν ότι θα έπρεπε να τους ανατεθούν έργα που θα απέδιδαν σ' αυτούς το ποσό της προσφοράς τους, το οποίο βασίζετο σε υποθετικές ποσότητες. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ο ΜΥ2 (βλ. Έγγραφο Δ), ο οποίος κατέθεσε υπό την ιδιότητά του ως εγκεκριμένος επιμετρητής ποσοτήτων και έχοντας μελετήσει τα δικόγραφα της υπόθεσης καθώς και τη μαρτυρία που προσφέρθηκε εκ μέρους των εναγόντων, περιλαμβανομένων των Τεκμηρίων 1-16, υποστήριξε, με αναφορά στους όρους του συμβολαίου - Τεκμηρίου 1, ότι το υπογραφέν επίδικο συμβόλαιο είναι τακτής περιόδου, που όπως συνήθως συμβαίνει με τέτοια συμβόλαια, δεν εμπεριέχει ποσό συμβολαίου, δηλαδή συμβατικό τίμημα που να καθορίζει τον όγκο των έργων της εργασίας που θα εκτελεστεί και την αντίστοιχη αμοιβή που θα πληρωθεί αλλά μόνο τα ποσοστά αμοιβής, σε αντίθεση με τα συμβόλαια τακτής περιόδου που έχουν ποσό συμβολαίου και χρησιμοποιούνται όταν ο εργοδότης έχει γνώση του όγκου εργασιών κατά προσέγγιση και αποφασίζει να δεσμευτεί γι' αυτό μέσω του συμβολαίου. Θεωρεί ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια που να δημιουργεί δικαίωμα στους ενάγοντες να απαιτούν αποζημιώσεις λόγω μικρού όγκου ανατεθέντων έργων, εφόσον δεν υπάρχει οποιαδήποτε δέσμευση για ανάθεση εκ μέρους των εναγομένων συγκεκριμένου όγκου έργων. Κατά τη δική του δε εκτίμηση, η επίδικη συμφωνία δεν είναι συμβόλαιο με κατά προσέγγιση ποσότητες, όπου υπολογίζεται το κατά προσέγγιση τίμημα που αποτελεί το ποσό συμβολαίου και αναφέρεται στο συμβόλαιο, δεδομένου ότι στην υπό κρίση συμφωνία δεν υπάρχει ούτε ποσό συμβολαίου ούτε ρητή πρόνοια για τη διαφοροποίηση του ποσού συμβολαίου προς τα πάνω ή προς τα κάτω, εφόσον η συμφωνία προνοεί την πληρωμή αμοιβής προς τον Σύμβουλο με βάση την πραγματική αξία των έργων που εκτελεί και των οποίων ο όγκος είναι απροσδιόριστος, χωρίς να περιλαμβάνει δέσμευση του εργοδότη σε σχέση με κατά προσέγγιση όγκο ή αξία έργων που θα εκτελεστούν. Οι συνήγοροι με τις γραπτές τους αγορεύσεις υποστήριξαν τη θέση κάθε πλευράς και, με αναφορά στη νομολογία που αφορά την ερμηνεία των συμβάσεων, κάλεσαν το Δικαστήριο να προβεί σε ευρήματα σύμφωνα με την εκδοχή της πλευράς τους αντίστοιχα. Η εισήγηση του συνηγόρου των εναγόντων είναι ότι, με βάση την ορθή ερμηνεία της επίδικης συμφωνίας, οι εναγόμενοι όφειλαν να αναθέσουν στους ενάγοντες έργα της αξίας του ποσού του συμβολαίου που ήταν €268.592,
  7. Συνεπεία της παράβασης της υποχρέωσης αυτής των εναγομένων και με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία των εναγόντων απεδείχθη η αξίωση τους εναντίον των εναγομένων, η δε ζημιά των εναγόντων οφείλετο μερικώς στη διατήρηση μιας δομής ανθρώπων με τα έξοδα που συνεπάγονται για περίοδο δυο ετών, μειώνοντας αυτά κατά 20%, για την εξυπηρέτηση των αναγκών των εναγομένων με βάση τη σύμβαση και στο λογικό κέρδος που ανέμεναν να εισπράξουν οι ενάγοντες από αυτή και το οποίο είχαν ενσωματώσει στην τιμή της προσφοράς τους, πλέον τους τόκους. Η θέση του συνηγόρου των εναγομένων είναι ότι από τους όρους της επίδικης συμφωνίας είναι πρόδηλο ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν υποχρέωση να αναθέσουν συγκεκριμένο αριθμό έργων στους ενάγοντες, οι οποίοι θα αμείβοντο μόνο για την εκτελεσθείσα εργασία, χωρίς δικαίωμα πρόσθετης αμοιβής ή αποζημίωσης, όπως εξήγησαν και οι μάρτυρες των εναγομένων, αλλά και προβάλλει από τις επιστολές των εναγομένων προς τους ενάγοντες που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου, ενόσω ο υπολογισμός των ζημιών των εναγόντων δεν είναι αποδεκτός εφόσον βασίζεται σε υποθετικά στοιχεία, μη ικανά να αποδείξουν τις κατ' ισχυρισμόν ειδικές ζημιές των εναγόντων. Με βάση όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου επισημαίνεται ότι δεν αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο η σύναψη της συμφωνίας ημερομηνίας 30.12.2003 μεταξύ των διαδίκων, που αποτελεί το Τεκμήριο
  8. Είναι αναμφισβήτητο, επίσης, ότι κατά τον χρόνο ισχύος της συμφωνίας ανατέθηκαν στους ενάγοντες, εκ μέρους των εναγομένων με βάση την εν λόγω συμφωνία, έργα για τα οποία κατεβλήθη στους ενάγοντες το ποσό των €17.947,
  9. Όσον αφορά τα Τεκμήρια 2-17 αποτελούν πρακτικά και επιστολές που αντηλλάγησαν μεταξύ των διαδίκων, περιλαμβάνοντας τη θέση τους και δεν αμφισβητείται η ύπαρξη τους. Παραμένει συνεπώς προς κρίση και εξαγωγή ευρημάτων κατά πόσο οι αξιώσεις των εναγόντων εναντίον των εναγομένων ευσταθούν έχοντας ως βάση την κατ' ισχυρισμό των εναγόντων παράβαση της συμφωνίας εκ μέρους των εναγομένων, τους όρους της οποίας το Δικαστήριο καλείται από τα μέρη να ερμηνεύσει. Πριν από την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας και με δεδομένο ότι η σύναψη της επίδικης συμφωνίας είναι αναμφισβήτητη, επισημαίνεται ότι η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα, το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο και ο σκοπός της ερμηνείας εγγράφων είναι η ανεύρεση της πραγματικής πρόθεσης των μερών όπως διακηρύττεται στο έγγραφο (βλ. Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου

(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 168). Όταν το έγγραφο δεν είναι λεπτομερές ώστε να φανερώνει με σαφήνεια την πρόθεση των μερών, το Δικαστήριο μπορεί και οφείλει να εξετάζει το σύνολο της μαρτυρίας για να διαπιστώσει τί συμφωνία επιτεύχθηκε μεταξύ των μερών (Marketventures Ltd ν. Δικωμίτη
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 383). Οι αξιώσεις των εναγόντων βασίζονται σε παράβαση της επίδικης συμφωνίας εκ μέρους των εναγομένων δυνάμει του άρθρου 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, που προνοεί ότι το ζημιωθέν συμβαλλόμενο μέρος συνεπεία παράβασης της σύμβασης δικαιούται αποζημίωση από το υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο μέρος για τη ζημιά ή απώλεια που έχει υποστεί συνεπεία της παράβασης της σύμβασης, που προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήψαν τη σύμβαση ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της, χωρίς να καταβάλλεται αποζημίωση για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά. Σύμφωνα δε με την παράγραφο
(3)του ίδιου άρθρου κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή ζημιάς συνεπεία της παράβασης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα που υπήρχαν για τη θεραπεία της δυσχέρειας που προκάλεσε η μη εκτέλεση της σύμβασης. Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αχιλλέως κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1058, βάση του κανόνα που διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση στη θέση που θα βρισκόταν το αναίτιο μέρος κατά τον χρόνο της διάρρηξης της συμφωνίας, με την προϋπόθεση ότι οι αποζημιώσεις είναι δίκαιες μεταξύ του υπαίτιου και του αναίτιου μέρους. Ο λόγος της αποκατάστασης είναι η τοποθέτηση του αθώου μέρους στη θέση που θα απολάμβανε αν η συμφωνία εφαρμοζόταν. (βλ. επίσης McGrecor on Damages, 14η έκδοση, §10-11, σελ. 7-8, ΑΛΠΑΝ (Αδελφοί Τάκη) Λτδ κ.α. ν. Τρυφωνίδου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 679, Δρυάδης κ.α. ν. Καλησπέρα
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 881). Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοι Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 820). Ως προς την προσφερθείσα μαρτυρία επισημαίνεται αρχικά ότι, πέραν της μαρτυρίας που προσφέρθηκε από τους ενάγοντες και σχετίζεται με το ύψος των διεκδικούμενων ζημιών τους, η μαρτυρία και των δυο πλευρών αφορούσε κυρίως την ερμηνεία της επίδικης συμφωνίας, παρά το ότι με τις εισηγήσεις τους οι συνήγοροι τους τονίζουν ότι η ερμηνεία της συμφωνίας αποτελεί, σύμφωνα με τη νομολογία, έργο του Δικαστηρίου. Παρατηρείται, ακόμη, ότι ενώ η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 περιστράφηκε κατά κόρον στην ερμηνεία της συμφωνίας, ο κ. Κολοκασίδης προέβαλλε σφοδρή ένσταση στο να αναφερθούν οι ΜΥ1 και ΜΥ2 κατά τη μαρτυρία τους στην ερμηνεία της συμφωνίας, επιδιώκοντας και λαμβάνοντας και ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου στη σχετική ένσταση του. Εν πάση περιπτώσει, προσεκτική μελέτη του Τεκμηρίου 1 και χωρίς να είναι καθοριστικές οι απόψεις των μαρτύρων και των δυο πλευρών ως προς την ερμηνεία της συμφωνίας, καταδεικνύει ότι, ως θα παρατεθεί στη συνέχεια, οι θέσεις των εναγόντων δεν ευσταθούν. Περαιτέρω, αξιολογώντας την προσφερθείσα μαρτυρία έχοντας κατά νου το σύνολο της, είναι η αντίληψη μου ότι ο ΜΕ1, έχοντας και προσωπικό συμφέρον ως προς το αποτέλεσμα της αγωγής, κατέθεσε με αποκλειστικό σκοπό να υποστηρίξει την εκδοχή των εναγόντων για να αποκτηθεί όφελος από αυτούς, με την προβολή ισχυρισμών και θέσεων που δεν συνάδουν με την υπογραφείσα συμφωνία και, ως θα αναλυθεί πιο κάτω, περιλαμβάνουν αυθαίρετους υπολογισμούς ώστε να δικαιολογηθούν οι αξιώσεις των εναγόντων. Όσον αφορά τον ΜΕ2, παρά το ότι κατέθεσε υπό την ιδιότητα του ως εμπειρογνώμων, δημιούργησε στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι η μαρτυρία του δόθηκε για να ενισχύσει την εκδοχή των εναγόντων χωρίς να είναι πειστικός στον αναγκαίο βαθμό ως προς την άποψη του για τη φύση της επίδικης συμφωνίας, προβαίνοντας σε ταυτόσημους υπολογισμούς με αυτούς του ΜΕ1 σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμόν ζημιές των εναγόντων που, ως θα διαφανεί στη συνέχεια, δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί. Αντίθετα, η ΜΥ1 αναφέρθηκε με σαφήνεια και απλότητα στην πρακτική των εναγομένων σε σχέση με προσφορές για επιλογή προμηθευτών υλικών ή υπηρεσιών, παραθέτοντας τις διεκδικήσεις των εναγόντων πριν από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και επεξηγώντας ότι η γνωστοποιηθείσα σ' αυτούς θέση των εναγομένων, ότι δεν υποχρεούντο να τους αναθέσουν συγκεκριμένο αριθμό έργων, προβάλλει από τις ξεκάθαρες πρόνοιες της ίδιας της συμφωνίας. Η μαρτυρία του ΜΥ2, ο οποίος υπό την ιδιότητα του ως εμπειρογνώμων, υποστήριξε, λόγω της εμπειρίας του στον οικοδομικό κλάδο, ότι η επίδικη συμφωνία συνεπεία του περιεχομένου της διαφέρει από τις συμβάσεις που καθορίζουν κατά προσέγγιση ποσότητες όπου οι συμβαλλόμενοι δεσμεύονται ως προς το κατά προσέγγιση τίμημα που καθορίζεται στη συμφωνία, δεν είναι ιδιαίτερα βοηθητική για τα επίδικα θέματα, λαμβανομένου υπόψη και ότι δεν κατετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε σύμβαση κατά προσέγγιση, στη φύση της οποίας αναφέρθηκε τόσο ο ΜΕ2 όσο και ο ΜΥ2, ώστε να γίνει σύγκριση της με την υπό κρίση συμφωνία και να ελεγχθούν οι διαφορετικές προσεγγίσεις τους επί του θέματος. Εξετάζοντας με την αναγκαία ενδελέχεια το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 (στις σελίδες του οποίου, όπως αριθμήθηκαν με μολύβι από κοινού από τους συνηγόρους στο πάνω δεξί μέρος κάθε σελίδας, αναφορά γίνεται στη συνέχεια), σύμφωνα με το οποίο, κατόπιν προκήρυξης προσφορών οι ενάγοντες επελέγησαν εκ μέρους των εναγομένων ως Σύμβουλοι Τακτής Περιόδου δυο ετών (βλ. σελ. 2 και όρους 6 και 25 του Παραρτήματος 1 στις σελ. 32 και 40 αντίστοιχα) για την παροχή Υπηρεσιών Ειδικότητας Αρχιτέκτονα και Πολιτικού Μηχανικού, υπεγράφη η επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 30.12.2003, η οποία, ως προνοείται στον ερμηνευτικό ορισμό του όρου 1.6 (βλ. σελ. 2), αποτελείται από το προοίμιο, τους όρους 1-20 και τα Παραρτήματα Α-Γ καθώς και τα Παραρτήματα 1-2, έχοντας γίνει αποδεκτοί όλοι οι όροι της εκ μέρους των εναγόντων ως εμφαίνεται στους Πίνακες Συμμόρφωσης (βλ. σελ. 143-145 στο Παράρτημα 2). Ο όρος 2 της συμφωνίας (βλ. σελ. 3) προνοεί την εκ μέρους των εναγομένων προς τους ενάγοντες ανάθεση της εκτέλεσης των εργασιών, όπως αυτές καθορίζονται στο Παράρτημα Α (βλ. σελ. 12-24), τις οποίες οι ενάγοντες ανελάμβαναν να εκτελέσουν μέσα στα χρονικά πλαίσια του Παραρτήματος Β (βλ. σελ. 25-26), με αμοιβή για τις εργασίες και υπηρεσίες που θα προσέφεραν (βλ. όρο 3 σελ. 3), η οποία θα πληρώνετο όπως καθορίζεται στο Παράρτημα Γ (βλ. σελ. 27). Διατρέχοντας τις πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας, ως πιο πάνω αυτή περιγράφεται, είναι πρόδηλο ότι δεν καθορίζεται σ' αυτήν ποσό συμβολαίου αλλά ούτε και συγκεκριμένος αριθμός έργων που θα ανέθεταν οι εναγόμενοι προς τους ενάγοντες και για τα οποία οι εναγόμενοι ανέλαβαν δέσμευση με οποιονδήποτε όρο της συμφωνίας. Όπως προβάλλει από τα έντυπα που περιλαμβάνονται στην «Αναλυτική Κατάσταση Προσφοράς» (βλ. σελ. 95-105 του Παραρτήματος 1 και σελ. 220-230 του Παραρτήματος 2), τόσο οι αξίες των έργων όσο και οι ποσότητες αυτών, που αναφέρονται στους Πίνακες, είναι «προνοητικές» για σκοπούς αξιολόγησης της προσφοράς, με ρητή αναφορά στη διατήρηση του δικαιώματος των εναγομένων να αυξομειώσουν τις ποσότητες σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες τους. Η μόνη ερμηνεία που προκύπτει από το περιεχόμενο των εν λόγω εντύπων, που αποτελούν μέρος της επίδικης συμφωνίας, σε συνδυασμό με τους λοιπούς όρους αυτής, είναι ότι η προσφορά των εναγόντων δόθηκε για κάποιες ποσότητες έργων, όπως ζητήθηκε από τους εναγόμενους, οι οποίες ήταν ενδεικτικές, προς το σκοπό να εξασφαλιστούν προσφορές με βάση τα ίδια δεδομένα, ώστε να αξιολογηθούν με τα ίδια κριτήρια για όλους τους προσφοροδότες. Άλλωστε, η θέση των εναγόντων ότι συμφωνήθηκε ποσό συμβολαίου ως ήταν το συνολικό ποσό προσφοράς τους (βλ. σελ. 230), δηλαδή το ποσό των £256.950, βάσει του ότι το ποσό αυτό αναφέρεται στο έντυπο προσφοράς των εναγόντων (βλ. σελ. 215), αποτελώντας και τη βάση της παρασχεθείσας εγγύησης πιστής εκτέλεσης των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγόντων σύμφωνα με τον όρο 26 Παραρτήματος 1 (βλ. σελ. 40 του Τεκμηρίου 1 και Τεκμήριο 3), προβάλλει αβάσιμη και για το λόγο ότι το ποσό αυτό αποτελεί την προσφορά των εναγόντων για τρία έτη ενώ η συμφωνία ήταν διετής, με μονομερές δικαίωμα των εναγομένων να την ανανεώσουν για περαιτέρω περίοδο ενός έτους (βλ. όρο 6 του Παραρτήματος 1 στη σελ. 32). Ούτε και με βάση το περιεχόμενο των όρων 25, 26 και 30 του Παραρτήματος 1 (βλ. σελ. 40-41) είναι δυνατό να θεωρηθεί βάσιμη η θέση αυτή των εναγόντων. Όπως ήδη αναφέρθηκε, το ποσό των £256.950 προήλθε από ενδεικτικές ποσότητες για σκοπούς αξιολόγησης της προσφοράς και υπόκειτο σε μεταβολή λόγω της συμφωνηθείσας δυνατότητας των εναγομένων να αυξομειώσουν τις ποσότητες και τις αξίες των έργων ανάλογα με τις ανάγκες τους. Από δε τον όρο 25 του Παραρτήματος 1 (βλ. σελ. 40) προβάλλει ότι το ποσό αυτό αποτελεί «μέγιστο ποσό Συμβολαίου» καθώς αναφέρεται ότι «το Συμβόλαιο θα διαρκέσει μέχρι την εξάντληση του ποσού αυτού ή μέχρι την παρέλευση των 24 μηνών που είναι η μέγιστη διάρκεια του (όποιο από τα δυο συμβεί πρώτο)», όπως εξάλλου υποδείχθηκε στους ενάγοντες εκ μέρους των εναγομένων και με την επιστολή τους Τεκμήριο 2. Όπως ορθά εισηγήθηκε ο κ. Χατζηιωάννου, η ορθή ερμηνεία της συμφωνίας καταδεικνύει ότι η αμοιβή στους ενάγοντες θα καταβάλλετο μόνο για εργασίες που θα εκτελούντο. Με δεδομένο ότι οι εναγόμενοι είχαν δικαίωμα να αναστείλουν την εκτέλεση οποιουδήποτε έργου, σύμφωνα με τους όρους 3.2 και 5 της συμφωνίας (βλ. σελ. 4-5 του Τεκμηρίου 1), η ερμηνεία της συμφωνίας που εισηγούνται οι ενάγοντες ως προς την αναγκαιότητα ανάθεσης συγκεκριμένου αριθμού έργων, θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα εφόσον θα υπήρχε δέσμευση και υποχρέωση των εναγομένων να αναθέσουν στους ενάγοντες συγκεκριμένο αριθμό έργων, τα οποία είχαν δικαίωμα αμέσως μετά να αναστείλουν. Ενόψει των πιο πάνω, η εισήγηση του κ. Κολοκασίδη περί του ότι η απεριόριστη αυξομείωση των έργων αποτελεί ερμηνεία που οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα προβάλλει λανθασμένη, δεδομένου μάλιστα ότι, ως και ο ίδιος αναφέρει στη γραπτή του αγόρευση, δεν υπάρχει ρήτρα αποκλεισμού ευθύνης οποιουδήποτε μέρους στην επίδικη συμφωνία. Συνάγεται από τα πιο πάνω ότι από τις πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι οι εναγόμενοι είχαν υποχρέωση να αναθέσουν στους ενάγοντες συγκεκριμένο αριθμό έργων ή έργα αξίας ανάλογης με το ποσό της προσφοράς των εναγόντων, ώστε η παράβαση αυτής της υποχρέωσης τους να οδηγεί σε παράβαση της επίδικης συμφωνίας εκ μέρους των εναγομένων. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, εξετάζοντας τις αξιώσεις των εναγόντων για τις ειδικές ζημιές που επικαλούνται ότι υπέστησαν λόγω παράβασης της επίδικης συμφωνίας εκ μέρους των εναγομένων και που, σύμφωνα με τους ΜΕ1 και ΜΕ2, ανέρχονται στο ποσό των €172.014, πλέον τόκους ύψους €110.088,96, κρίνεται ότι δεν έχουν αποδειχθεί όπως απαιτείται από τη νομολογία. Η εισήγηση του κ. Κολοκασίδη ότι οι εναγόμενοι δεν ανέτρεψαν τις σχετικές αξιώσεις των εναγόντων δεν μπορεί να ευσταθήσει, δεδομένου ότι οι εναγόμενοι αμφισβήτησαν τα αξιούμενα ποσά και δεν απαιτείτο η προσαγωγή μαρτυρίας εκ μέρους τους. Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, η νομολογία αναφορικά με τις διεκδικήσεις ειδικών αποζημιώσεων είναι σαφής και προδιαγράφει ότι αυτές πρέπει να αποδεικνύονται με ακρίβεια ενώ η απόδειξή τους κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια (Σπύρου ν. Χ¨ Χαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 298, Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1157, Μαϊττας ν. Γεωργίου κ.ά.
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 1). Ειδικότερα, ακόμη και αν ακολουθείτο ο συλλογισμός των ΜΕ1 και ΜΕ2 ως προς το αποτέλεσμα της ερμηνείας της επίδικης συμφωνίας, το λανθασμένο και αυθαίρετο των υπολογισμών που περιέχονται στη μαρτυρία τους, συνάγεται από το περιεχόμενο της ίδιας της συμφωνίας, πέραν του ότι το ποσό στο οποίο καταλήγουν, ύψους €172.014, διαφέρει από τα ποσά της παραγράφου 6 της έκθεσης απαίτησης και χωρίς να διαφεύγει της προσοχής και ότι η σχετική εισήγηση στη γραπτή αγόρευση του κ. Κολοκασίδη αναφέρεται σε διεκδικούμενο ποσό ύψους €172.947,
  1. Πιο συγκεκριμένα, το σύνολο της προσφοράς των εναγόντων για τα δύο χρόνια δεν ανέρχεται στο ποσό των €268.592,14 αλλά στο ποσό των €292.683,42, ακόμη και αν, ως επικαλούνται οι ΜΕ1 και ΜΕ2, εθεωρείτο ότι το ποσό του συμβολαίου (σύμφωνα με το περιεχόμενο της σελίδας 215 του Τεκμηρίου 1) ήταν £256.950 για τρία χρόνια, δηλαδή αντίστοιχο των €439.025,14, οπότε €439.025,14 δια 3 έτη = €146.341,71 ετησίως, επί 2 έτη = €292.683,
  2. Ομοίως αυθαίρετη και ανεξήγητη παρέμεινε η μείωση κατά 20% των εξόδων των εναγόντων, λαμβανομένου υπόψη μάλιστα ότι, ως υποστήριξε ο ΜΕ1, αφενός η πρόσληψη της κας Νεοφυτίδου δεν γνωστοποιήθηκε ούτε ενεκρίθη από τους εναγόμενους και αφετέρου οι ενάγοντες δεν αναγκάστηκαν να αρνηθούν τη διεκπεραίωση άλλων εργασιών κατά τον χρόνο ισχύος της συμφωνίας και λόγω της ύπαρξης της, εφόσον δεν τους προτάθηκε από άλλους πελάτες οποιαδήποτε εργασία. Όσον αφορά τη διατήρηση της συγκεκριμένης δομής, σύμφωνα με την προσφορά τους, στο προσωπικό τους, την οποία οι ενάγοντες θεωρούσαν ως υποχρεωτική μέχρι τη λήξη της συμφωνίας, από τους όρους της συμφωνίας προβάλλει ότι ήταν δυνατή κατά τον χρόνο της ισχύος της συμφωνίας η αλλαγή της δομής αυτής εφόσον μπορούσε να εγκριθούν εκ μέρους των εναγομένων και άτομα για τα οποία δεν είχαν δοθεί στοιχεία κατά την υποβολή της προσφοράς των εναγόντων (βλ. στο Παράρτημα 1 την παράγραφο υπό στοιχείο Β στις σελίδες 73-74 του Τεκμηρίου 1). Περαιτέρω, δεν απεδείχθη εκ μέρους των εναγόντων η αναγκαιότητα διατήρησης της δομής του προσωπικού, ως ισχυρίσθηκαν και για το λόγο ότι από την κατατεθείσα μεταξύ των διαδίκων αλληλογραφία προβάλλει ότι η θέση των εναγομένων, ότι δεν είχαν υποχρέωση να αναθέσουν συγκεκριμένο αριθμό έργων στους ενάγοντες, τους είχε γνωστοποιηθεί επανειλημμένα (βλ. Τεκμήρια 17 και 12), οπότε θα μπορούσαν οι ενάγοντες να λάβουν τα αναγκαία μέτρα αναφορικά με το προσωπικό τους με βάση τον αριθμό και τη συχνότητα των έργων που τους ανετίθεντο, έχοντας και οι ίδιοι διαπιστώσει από τα τέλη του έτους 2004 ότι τα έργα αυτά ήταν λιγότερα από τα προσδοκώμενα. Από το αναμφισβήτητο περιεχόμενο άλλωστε της επιστολής των εναγομένων - Τεκμηρίου 17 (που στάληκε στους ενάγοντες ως απάντηση της επιστολής τους - Τεκμηρίου 7) προκύπτει ότι το έργο των εναγομένων στα Κιόνια δεν θα μπορούσε να ανατεθεί στους ενάγοντες δυνάμει των προνοιών της επίδικης συμφωνίας, ενόσω επίσης οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι ανετέθησαν από τους εναγόμενους σε τρίτους εργασίες που θα έπρεπε να ανατεθούν στους ίδιους βάσει της συμφωνίας, ως ισχυρίζονται στην έκθεση απαίτησης τους. Ως προς δε τους διεκδικούμενους τόκους ύψους €110.088,96, θέμα για το οποίο προσφέρθηκε η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 εκ μέρους των εναγόντων, χωρίς ένσταση εκ μέρους των αντιδίκων τους, παρατηρείται ότι ουδόλως περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης και το Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να το εξετάσει (βλ., μεταξύ άλλων, Αυστριακές Αερογραμμές ν. Γενικών Ασφαλειών
(1991)1 Α.Α.Δ. 764 και Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1541). Παρά ταύτα, επισημαίνεται ότι το διεκδικούμενο ποσό τόκων δεν αποδείχθηκε στον απαιτούμενο βαθμό και με τα αναγκαία στοιχεία ως πρόσθετη ζημιά συνεπεία της αποστέρησης χρηματικής ροής προς τους ενάγοντες και με επιτόκιο προς 8%, ως του μέσου όρου ετήσιας χρέωσης των εναγόντων επί των υπεραναλήψεων στον τραπεζικό τους λογαριασμό, για περίοδο οκτώ ετών, ως υποστήριξαν οι ΜΕ1 και ΜΕ2. Ενόψει των πιο πάνω και με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνεται ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει την αξίωση τους εναντίον των εναγομένων, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, εναντίον των εναγόντων και υπέρ των εναγομένων. .............. (Υπ.) Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.