← Κύπρος

Γεώργιου Κωνσταντίνου Χ΄΄ Γαβριήλ ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου & Χωρομετρίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 917/07, 17/9/2014

Γεώργιου Κωνσταντίνου Χ΄΄ Γαβριήλ ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου & Χωρομετρίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 917/07, 17/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A348 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 917/07 Μεταξύ: Γεώργιου Κωνσταντίνου Χ΄΄ Γαβριήλ Ενάγοντος και

  1. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου & Χωρομετρίας
  2. Έλλης Α. Θεοφάνους
  3. Νίκης Α. Σλούκα (Περαιτέρω ίδε επισυναπτόμενο δελτίο Α) Εναγομένων Όπως τροποποιήθηκε σύμφωνα με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 1.7.2011 Μεταξύ: Γεώργιου Κωνσταντίνου Χ΄΄ Γαβριήλ Ενάγοντος και
  4. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου & Χωρομετρίας
  5. Έλλης Α. Θεοφάνους
  6. Νίκης Α. Σλούκα (Περαιτέρω ίδε επισυναπτόμενο δελτίο Α) Εναγομένων ----- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17 Σεπτεμβρίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: κ. Α. Σιαπάνης Για τον εναγόμενο 1: κα. Χρ. Κυθραιώτου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή του ο ενάγων αξιώνει δήλωση του Δικαστηρίου ότι τα κτήματα που περιγράφονται στο «Δελτίο Β» της αγωγής αποτελούν περιουσία του δυνάμει συνεχούς και αδιαφιλονίκητης κατοχής τους εκ μέρους του από το έτος 1952, την εγγραφή των εν λόγω κτημάτων επ' ονόματι του, την ακύρωση όλων των εγγραφών μέρους των υπό αναφορά κτημάτων επ' ονόματι των εναγομένων κατόπιν διανομής που έγινε από τον εναγόμενο 1 και την ακύρωση και/ή διαγραφή της απόφασης του εναγόμενου 1 για διανομή των εν λόγω κτημάτων που έγινε από αυτόν στις 28.3.2006, πλέον έξοδα. Θα πρέπει να αναφερθεί στο παρόν στάδιο ότι στην παρούσα αγωγή, πέραν του εναγόμενου 1, είχαν εναχθεί αρχικά ακόμη 14 πρόσωπα, αλλά κατά την πορεία της και πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η αγωγή αποσύρθηκε εκ μέρους του ενάγοντος με επιφύλαξη του δικαιώματος του για καταχώρηση νέας αγωγής και απορρίφθηκε για τους λοιπούς εναγόμενους, παραμένοντας προς εκδίκαση μόνον αναφορικά με τον εναγόμενο
  7. Σύμφωνα με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, που κατεχωρήθη την 1.8.2011, ο ενάγων είναι μόνιμος κάτοχος Παλαιομετόχου και επαγγέλλεται τον γεωργό. Περί το έτος 1951 τέλεσε τους αρραβώνες του με τη Μαρία Γεωργίου από το Παλαιομέτοχο και κατά το έτος 1953 τέλεσε το γάμο του με αυτήν. Προ του γάμου, οι γονείς της Μαρίας Γεωργίου την προικοδότησαν με τα κτήματα ως αυτά περιγράφονται στην παράγραφο 3 (α)-(θ). Παρεμβάλλεται σ' αυτό το σημείο ότι τα αναφερόμενα στην έκθεση απαίτησης κτήματα διαφέρουν εν μέρει από τα αναφερόμενα στο «Δελτίο Β» της αγωγής. Ως ισχυρίζεται ο ενάγων, από το έτος 1952 μέχρι σήμερα, δηλαδή για 55 συναπτά έτη, είχε στη συνεχή, αδιάλειπτη και αδιαφιλονίκητη κατοχή του τα εν λόγω κτήματα, τα οποία καλλιεργούσε με διάφορα λαχανικά, ντομάτες κλπ., και κάποτε με κριθάρι. Το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας προέβη στο διαχωρισμό των πιο πάνω κτημάτων σύμφωνα με το άρθρο 29 του Κεφ. 224 και απέστειλε σε όλους τους συνιδιοκτήτες τα μερίδια τους κατόπιν κληρώσεως. Κατά τον ενάγοντα, ο εν λόγω διαχωρισμός είναι εσφαλμένος και άκυρος, καθότι δεν λήφθηκε υπόψη ότι η σύζυγος του ενάγοντος ήταν ιδιοκτήτης του 1/3 μεριδίου των κτημάτων που προαναφέρθηκαν με τίτλους που εκδόθηκαν στις 30.7.1998, καθώς και ότι ο ενάγων κατείχε όλα τα πιο πάνω κτήματα δυνάμει συνεχούς και αδιαφιλονίκητης κατοχής από το έτος
  8. Στην τροποποιημένη υπεράσπισή του, που κατεχωρήθη στις 15.11.2011, ο εναγόμενος 1 εγείρει αρχικά προδικαστική ένσταση ότι ο ενάγων δεν νομιμοποιείται και/ή κωλύεται να εγείρει την παρούσα αγωγή λόγω της συμπεριφοράς του, εφόσον ουδεμία ένσταση ήγειρε κατά τη διαδικασία του διαχωρισμού των επίδικων κτημάτων από τον εναγόμενο 1, παρόλο που ειδοποιήθηκε δεόντως από τον τελευταίο. Χωρίς βλάβη της εν λόγω προδικαστικής ένστασης, ο εναγόμενος 1 αρνείται τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, εκτός από αυτούς που ρητά παραδέχεται, καθώς και όλες τις αξιώσεις του, ζητώντας την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος του. Ως ισχυρίζεται ο εναγόμενος 1, ο ενάγων ήταν ιδιοκτήτης του 1/21 μεριδίου των κτημάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης υπό στοιχεία (α), (β), (γ), (ε), (στ), (η) και (θ), καθώς και των κτημάτων με αρ. εγγραφής 30953, 30956 και 30957, του χωριού Παλαιομετόχου, κατόπιν κληρονομιάς και διανομής από τη σύζυγό του με το φάκελο Α1575/
  9. Η αίτηση κληρονομιάς και διανομής κατατέθηκε από τη διαχειρίστρια της περιουσίας της συζύγου του ενάγοντος, την Ανδρούλλα Πικεττή, που ήταν η εναγόμενη 4 στην παρούσα αγωγή, δυνάμει εγγράφου διαχείρισης με αρ. 116/
  10. Στις 22.7.2004 ο Σωτήρης Θεοδούλου, που ήταν ο εναγόμενος 8 στην παρούσα αγωγή, αποτάθηκε στον εναγόμενο 1 για διαχωρισμό του συμφέροντος του στα προαναφερθέντα κτήματα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 του Κεφ. 224 και αφού κατέβαλε τα νενομισμένα δικαιώματα ανοίχθηκε ο φάκελος ΑΧ2259/
  11. Στις 30.9.2004 ο εναγόμενος 1 έστειλε με συστημένο ταχυδρομείο τις προβλεπόμενες από το νόμο ειδοποιήσεις προς όλους τους συνιδιοκτήτες και η αίτηση για διαχωρισμό εξετάστηκε επιτόπια στις 19.4.2005 και στις 20.4.2005 στην παρουσία του ενάγοντος και άλλων εναγομένων. Η εν λόγω αίτηση ορίστηκε για διανομή στις 8.3.2006, αφού ειδοποιήθηκαν όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα με ταχυδρομείο και η διανομή έγινε με κλήρωση στις 28.3.2006, στην παρουσία κάποιων εναγομένων, αφού ειδοποιήθηκαν με συστημένο ταχυδρομείο όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, ενόσω ο ενάγων δεν παρουσιάστηκε. Μετά την κλήρωση, στις 3.5.2006 στάληκαν με συστημένο ταχυδρομείο οι αποφάσεις σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Κατόπιν άρνησης των ισχυρισμών του ενάγοντος περί εσφαλμένου και άκυρου διαχωρισμού, ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι η διανομή και εγγραφή των επίδικων κτημάτων έγινε κατόπιν επιτόπιας έρευνας και μελέτης όλων των σχετικών στοιχείων και γεγονότων σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία. Περαιτέρω ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι το κτήμα με αρ. εγγραφής 30955 (που αποτελεί το κτήμα υπό στοιχείο (δ) στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης) πωλήθηκε σε δημοπρασία, στην οποία ο ενάγων ήταν παρών, χωρίς ουδέποτε να φέρει οποιαδήποτε ένσταση και στις 7.3.2006 ενεγράφη επ' ονόματι του Αντρέα Ιωάννη Οδυσσέως. Η προσφερθείσα μαρτυρία προς υποστήριξη της θέσης του ενάγοντος προέρχεται από τον ίδιο (ΜΕ1), από την Παναγιώτα Φλουρή (ΜΕ2) και την Άννα Γεωργίου (ΜΕ3), ενώ εκ μέρους του εναγόμενου 1 δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Ο ενάγων - ΜΕ1, ηλικίας 84 ετών, υποστήριξε τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης καταθέτοντας ως Τεκμήριο 1 τα πρωτότυπα πιστοποιητικά εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας που αφορούν τα οκτώ κτήματα, όπως περιγράφονται στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης, δηλαδή τα κτήματα με αρ. εγγραφής 30947, 30948, 30949, 30950, 30951, 30952, 30954 και
  12. Πρόσθεσε ότι κατά το έτος 1951 τα εν λόγω κτήματα επρόκειτο να πωληθούν με πλειστηριασμό, αλλά ο ίδιος κατέβαλε στον Κοινοτάρχη το ποσό των £112 για την αξία τους, εξοφλώντας στη συνέχεια και το ποσό των £50 που του δόθηκε από τον Κοινοτάρχη για να μπορέσει να κτίσει το σπίτι του, αλλά δεν του μεταβιβάστηκαν επ' ονόματι του, παραμένοντας επ' ονόματι της συζύγου του καθ' ολοκληρίαν. Από το 1952 καλλιεργούσε όλα τα κτήματα χωρίς να τοποθετήσει περιτοίχισμα σ' αυτά και ουδέποτε μέχρι τώρα οποιοσδήποτε αμφισβήτησε ότι ο ίδιος κατείχε και καλλιεργούσε τα εν λόγω κτήματα. Δεν έλαβε την άδεια ή τη συγκατάθεση οποιουδήποτε για να καλλιεργεί τα κτήματα και οι εγγεγραμμένοι κύριοι, αν και γνώριζαν ότι ο ίδιος τα εκμεταλλευόταν, δεν έκαναν οτιδήποτε. Μετά το θάνατο της συζύγου του, τα παιδιά του, μέσω του Κτηματολογίου, διευθέτησαν να λάβουν όλοι οι κληρονόμοι της συζύγου του από 1/7 μερίδιο σε κάθε κτήμα, κάτι που ο ίδιος ζήτησε από το Κτηματολόγιο να μην γίνει επειδή οι διαχειριστές ήταν παράνομοι. Δεν έλαβε καμία επιστολή από το Κτηματολόγιο και ο δικηγόρος του τον συμβούλευσε να μην παρευρεθεί στο διαχωρισμό επειδή έγινε η αγωγή. Ως Τεκμήριο 2 κατέθεσε βεβαίωση ημερομηνίας 28.3.2006, στην οποία ο γείτονας του Γαβριήλ Ττόφας βεβαιώνει ότι ο ενάγων καλλιεργούσε τα κτήματα της συζύγου του πέραν των 50 ετών και ως Τεκμήριο 3 κατέθεσε την επιστολή του τότε δικηγόρου του ημερομηνίας 24.3.2006 προς το Κτηματολόγιο με την οποία εκφράζετο η διαφωνία του ενάγοντος για τη διανομή των κτημάτων. Κατά την αντεξέταση του κατετέθη ως Τεκμήριο 4 ο φάκελος του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με αρ. ΑΧ2259/2004 για διαχωρισμό και αναγκαστική διανομή, εκ του οποίου ως Τεκμήριο 4Α σημειώθηκε ένορκη δήλωση του ενάγοντος ημερομηνίας 31.5.2006 που αφορούσε την Έφεση/Αίτηση 652/06, η οποία ως προκύπτει από το φάκελο-Τεκμήριο 4 (βλ. ερυθρό 156) απεσύρθη με επιφύλαξη στις 20.12.
  13. Η ΜΕ2, Λειτουργός του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, αναφέρθηκε στην εμπλοκή που είχε η ίδια στον αναγκαστικό διαχωρισμό δυνάμει του άρθρου 29 του Κεφ. 224, κατόπιν σχετικής αίτησης του Σωτήρη Θεοδούλου, ενός εκ των συνιδιοκτητών των επίδικων κτημάτων. Ως εμφαίνεται στο σημείωμα 3 του σχετικού φακέλου-Τεκμηρίου 4, η επιτόπια έρευνα των κτημάτων έγινε στις 19 και 20 Απριλίου 2005 (βλ. ερυθρό 9 του Τεκμηρίου 4, που σημειώθηκε κατά την αντεξέταση της ως Τεκμήριο 5) και σε αυτήν ήταν παρών και ο ενάγων. Ακολούθησε η εκτίμηση των κτημάτων και ο υπολογισμός της αξίας του μεριδίου του κάθε συνιδιοκτήτη και στη συνέχεια έγινε η διανομή με κλήρωση. Κατόπιν ειδοποίησης με συστημένη επιστολή ημερομηνίας 13.2.2006 (βλ. ερυθρό 80 του Τεκμηρίου 4, που κατά την αντεξέταση της σημειώθηκε ως Τεκμήριο 6), στις 8.3.2006, που ο ενάγων ήταν παρών, ζητήθηκε αναβολή της διανομής (βλ. σημείωμα 5 του προαναφερθέντος φακέλου και ερυθρό 86, που κατά την αντεξέταση της σημειώθηκε ως Τεκμήριο 8) και ορίστηκε νέα συνάντηση στις 28.3.2006, στην οποία ο ενάγων δεν παρευρέθηκε. Ο ενάγων δεν φαίνεται να είχε φέρει ένσταση για την επιτόπια έρευνα και την κλήρωση και στις 3.5.2006 στάληκαν οι αποφάσεις στους ενδιαφερόμενους, σύμφωνα με τη νομοθεσία. Κατά την αντεξέταση της ΜΕ2, πέραν των προαναφερθέντων Τεκμηρίων, σημειώθηκε ως Τεκμήριο 7 το ερυθρό 87 του Τεκμηρίου 4, που αποτελεί την επιστολή ημερομηνίας 10.3.2006 που απεστάλη συστημένη στους ενδιαφερόμενους συμπεριλαμβανομένου του ενάγοντος (βλ. ερυθρό 89 του Τεκμηρίου 4) για την διεξαγωγή της διανομής στις 28.3.
  14. Έχοντας παραλάβει την επιστολή του δικηγόρου του ενάγοντος-Τεκμήριο 3 (βλ. ερυθρό 92 του Τεκμηρίου 4), η ΜΕ2 του απήντησε με την επιστολή της ημερομηνίας 27.3.2006 (βλ. ερυθρό 95 του Τεκμηρίου 4) ότι τα υπό διανομή κτήματα είναι εγγεγραμμένα στα ονόματα προσώπων, ως είχε ενημερωθεί και ο ενάγων με το έντυπο Ν259Α στις 29.9.2004, η δε διανομή θα γίνει σύμφωνα με το εγγεγραμμένο μερίδιο των συνιδιοκτητών, πληροφορώντας τον επίσης ότι για να σταματήσει η διαδικασία διανομής θα έπρεπε να προσκομίσει διάταγμα Δικαστηρίου, τέτοιο δε διάταγμα δεν υπάρχει στο φάκελο. Η ΜΕ3, ηλικίας 61 ετών, θυγατέρα του ενάγοντος, βεβαίωσε ότι τα επίδικα κτήματα καλλιεργούντο από τον πατέρα της, από ό,τι θυμάται από το 1960 και από πληροφορίες που έλαβε από τον ίδιο από το 1952, ουδείς δε τον εμπόδισε να τα καλλιεργεί, ούτε του ανέφερε ότι ήταν ιδιοκτήτης τους, εφόσον τα κτήματα ήταν του πατέρα της που τα είχε αγοράσει από τα αδέλφια της μητέρας της. Οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Οι επί μέρους εισηγήσεις των συνηγόρων θα παρατεθούν στη συνέχεια, όπου χρειάζεται, όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επίδικων θεμάτων της υπόθεσης. Ως προς τη νομική πτυχή, θα πρέπει να επισημανθεί ότι βάση της αγωγής αποτελεί το κατ' ισχυρισμόν δικαίωμα του ενάγοντος για εγγραφή επ' ονόματι του των επίδικων κτημάτων δυνάμει εχθρικής κατοχής. Σχετικά είναι τα άρθρα 9 και 10 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 όπως τροποποιήθηκε, που έχουν ως ακολούθως: «
  15. Κανένας τίτλος επί ακίνητης ιδιοκτησίας δεν αποκτάται από οποιοδήποτε πρόσωπο με εχθρική κατοχή κατά της Δημοκρατίας ή εγγεγραμμένου κυρίου.
  16. Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9, απόδειξη αδιαφιλονίκητης και αδιάλειπτης εχθρικής κατοχής από πρόσωπο, ή από εκείνους από τους οποίους λαμβάνει την αξίωση, ακίνητης ιδιοκτησίας για την πλήρη περίοδο τριάντα ετών, παρέχει το δικαίωμα στο πρόσωπο αυτό όπως λογίζεται ως ο κύριος της ιδιοκτησίας αυτής και όπως αυτή εγγράφεται στο όνομα του: Νοείται ότι καμιά από τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στο άρθρο αυτό δεν επηρεάζει την περίοδο χρησικτησίας σε σχέση με οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία η οποία άρχισε να κατέχεται εχθρικά πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόμου αυτού, και όλα τα θέματα που αφορούν τη χρησικτησία κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής συνεχίζουν να διέπονται από τις διατάξεις των νομοθετημάτων που καταργήθηκαν από το Νόμο αυτό τα οποία αφορούν τη χρησικτησία, ωσάν ο Νόμος αυτός να μην είχε θεσπιστεί: Νοείται περαιτέρω ότι ανεξάρτητα από την ύπαρξη οποιασδήποτε ανικανότητας που επιφέρει δυνάμει των νομοθετημάτων αυτών την παράταση της περιόδου χρησικτησίας, η περίοδος αυτή σε οποιαδήποτε περίπτωση δεν θα υπερβαίνει συνολικά τα τριάντα έτη ακόμα και όταν οποιαδήποτε τέτοια ανικανότητα δυνατό να συνεχίζει να υπάρχει κατά την εκπνοή των τριάντα ετών.» Ως προς την έννοια και την απόδειξη της εχθρικής κατοχής, στην υπόθεση Νικόλα ν. Κονναρή κ.ά.

(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1785 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το βάρος απόδειξης ήταν στην εφεσείουσα η οποία, είχε καθήκον να αποδείξει ότι η εγγραφή στο όνομα της Αγγελούς έγινε από λάθος ή πλάνη και ότι το δικαίωμα της Αγγελούς και των προκατόχων της επί του επίδικου ακινήτου χάθηκε λόγω εχθρικής κατοχής. Βλ. Socratous ν. Mezou
(1975)1 C.L.R. 62 και Theodorou ν. Hadji Antoni
(1961)1 C.L.R. 203. «Εχθρική κατοχή» σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 του νόμου σημαίνει: «Κατοχήν υπό προσώπου μη δικαιουμένου εις τοιαύτην οσάκις η ρητή ή εξυπακουόμενη συναίνεσις ή άδεια του ούτω δικαιουμένου προσώπου δεν έχει δοθεί ή ληφθεί διά την τοιαύτην κατοχήν.» Στην Rodothea Papageorghiou v. Antonis Komodromou
(1963)2 C.L.R. 221, αναφέρθηκε ότι η αξίωση δικαιώματος ιδιοκτησίας δυνάμει εχθρικής κατοχής παρότι αφορά σε ένα κατ΄ ισχυρισμό προσωπικό δικαίωμα εντούτοις οι περίοδοι κατοχής της επίδικης περιουσίας από τους προκατόχους του ενάγοντα που διεκδικεί δικαίωμα δυνάμει εχθρικής κατοχής μπορούν όπου αυτό απαιτείται, να συνυπολογίζονται. Όπως ορθά αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση, ο όρος «κατοχή» προϋποθέτει κάποιες πράξεις ιδιοκτησίας που έγιναν από το πρόσωπο που διεκδικεί τέτοιο δικαίωμα. Η μαρτυρία επί του προκειμένου πρέπει να είναι θετική και, ανάλογα με τη φύση της υπόθεσης, να οδηγεί στην εξαγωγή τέτοιου συμπεράσματος. Πρέπει να αποδεικνύεται πραγματική κατοχή η οποία, ως εκ της φύσεως της, να αποκλείει οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα κατοχής του συγκεκριμένου ακινήτου από τρίτους. Με άλλα λόγια, αυτός που διεκδικεί δικαίωμα ιδιοκτησίας δυνάμει εχθρικής κατοχής, οφείλει να αποδείξει ότι η κατοχή του επί του ακινήτου ήταν τέτοια ώστε να τίθεται εκ ποδών οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα κατοχής του ιδίου κτήματος από τρίτους. Βλ. Anna Sotiriou v. The Heirs of Despina K. HjiPaschali
(1962)C.L.R. 280, Charalambous etc. v. Ioannides
(1969)1 C.L.R. 72, Aradipioti v. Kyriakou and Others
(1971)1 C.L.R. 381 και HjiPetrou v. Petsoloukas
(1985)1 C.L.R. 83. Ο ενάγων για να στοιχειοθετήσει κατοχή η οποία να εξοστρακίζει δικαιώματα άλλων προσώπων επί του ιδίου ακινήτου, έχει καθήκον να αποδείξει αδιαφιλονίκητη πραγματική κατοχή και ουσιαστική χρήση του κτήματος ασκούμενη συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι τη συμπλήρωση της προβλεπόμενης από το νόμο περιόδου χρησικτησίας ανάλογα με την περίπτωση. Ο ενάγων πρέπει επομένως να στηρίζεται στη δύναμη της δικής του υπόθεσης και όχι στην αδυναμία της υπόθεσης της άλλης πλευράς. Βλ. Andrea & Others v. Dourmoush
(1962)C.L.R. 7 και HjiPetrou (ανωτέρω).» Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοι Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd κ.α.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 820). Πριν προβώ σε αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας, είναι σκόπιμο να επισημανθούν στοιχεία που είναι κοινώς αποδεκτά ή δεν αμφισβητήθηκαν. Συγκεκριμένα, παρέμεινε αναμφισβήτητο ότι όλα τα κτήματα που περιγράφονται στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης, ως προκύπτει από το Τεκμήριο 1, δηλαδή τα κτήματα με αρ. εγγραφής 30947, 30948, 30949, 30950, 30951, 30952, 30954 και 30955, ενεγράφησαν επ' ονόματι της Μαρίας Γεωργίου κατά το μερίδιο που αναφέρεται στα πιστοποιητικά εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας, στις 29.7.
  1. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 4, κατόπιν αίτησης συνιδιοκτήτη των κτημάτων με αρ. εγγραφής 30947, 30948, 30949, 30950, 30951, 30952, 30953, 30954, 30956 και 30957, άρχισε η διαδικασία διαχωρισμού και διανομής τους δυνάμει του άρθρου 29 του Κεφ. 224 με κατάληξη να γίνει διανομή στις 28.3.2006, χωρίς να έχει εγερθεί οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία εκ μέρους του ενάγοντος σε σχέση με τον διαχωρισμό και τη διανομή των εν λόγω κτημάτων μέχρι τότε. Η παρούσα αγωγή κατεχωρήθη στις 7.2.2007 και κατά την πορεία της αυτή δεν προωθήθηκε εκ μέρους του ενάγοντος ως προς τα πρόσωπα εναντίον των οποίων ο ενάγων διεκδικούσε δικαίωμα εγγραφής των κτημάτων δυνάμει εχθρικής κατοχής. Αξιολογώντας ακολούθως την προσφερθείσα μαρτυρία με βάση τις προαναφερθείσες αρχές κρίνεται ότι η μαρτυρία του ενάγοντος - ΜΕ1, δεν παρέχει τα εχέγγυα ώστε να κριθεί αξιόπιστη λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της προσφερθείσας μαρτυρίας και δεδομένου ότι σε ουσιώδη σημεία της είναι αντίθετη με τη μαρτυρία της ΜΕ2, την οποία ο ενάγων προσήγαγε ως μάρτυρα, καθώς και με τα έγγραφα που η ΜΕ2 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρεμβάλλεται σ' αυτό το σημείο ότι δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι η ΜΕ2 κατέθεσε με πλήρη ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα όσα αφορούν τη διεξαχθείσα διαδικασία του διαχωρισμού των προαναφερθέντων κτημάτων, σύμφωνα με το περιεχόμενο του σχετικού φακέλου του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, δηλαδή του Τεκμηρίου
  2. Η μαρτυρία της ΜΕ2, δεν αμφισβητήθηκε εκ μέρους του εναγόμενου
  3. Αντίθετα μάλιστα από την εκδοχή του ενάγοντος, αποτελεί μαρτυρία, η οποία βεβαιώνει την ορθότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε από τον εναγόμενο 1 για τον διαχωρισμό και τη διανομή των επίδικων κτημάτων, με τη σχετική απόφαση του εναγόμενου 1 να μην έχει ανατραπεί κατ' έφεση δυνάμει του άρθρου 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, είναι δε πλήρως αποδεκτή. Άλλωστε δεν θα μπορούσε να γίνει πιστευτός ο ενάγων σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι δεν πήρε καμία επιστολή από το Κτηματολόγιο για την διαδικασία διαχωρισμού καθότι διαψεύδεται ακόμη και από το Τεκμήριο 3, που κατέθεσε ο ίδιος και αποτελεί την επιστολή του τότε δικηγόρου του ημερομηνίας 24.3.2006 προς τη ΜΕ2, από την οποία προκύπτει ότι παρελήφθη εκ μέρους του ενάγοντος η επιστολή της ΜΕ2, ημερομηνίας 10.3.2006, προς όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα (δηλαδή το Τεκμήριο 7), με την οποία η ΜΕ2 τους ειδοποιούσε ότι στις 28.3.2006 θα γίνει η διανομή των προαναφερθέντων ακινήτων στα δικαιούμενα πρόσωπα. Η εμμονή του ενάγοντος ότι δεν είχε παρευρεθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας του διαχωρισμού, φανερώνει τη ανειλικρίνεια του, εφόσον από το Τεκμήριο 4 προκύπτει ότι είχε παρευρεθεί τόσο στην επιτόπια εξέταση (βλ. Τεκμήριο 5) όσο και στην πρώτη συνάντηση για τον επίδικο διαχωρισμό που έγινε στις 8.3.2006 (βλ. Τεκμήρια 6 και 8). Πέραν τούτου, η θέση του ενάγοντος ότι δεν παρέλαβε οποιαδήποτε επιστολή από το Κτηματολόγιο είναι αντίθετη και με την παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησής του, όπου αναφέρεται ότι ο διαχωρισμός των επίδικων κτημάτων περιήλθε σε γνώση του με τη γνωστοποίηση των μεριδίων των συνιδιοκτητών, κατόπιν κληρώσεως, σύμφωνα με το άρθρο 29 του Κεφ. 224 (βλ. και Τεκμήριο 4Α). Είναι πρόδηλη από την προσαχθείσα μαρτυρία η ανακολουθία των θέσεων του ενάγοντος, ο οποίος προσπάθησε, ανεπιτυχώς βέβαια, να υποστηρίξει ότι δεν γνώριζε ότι διεξήγετο η διαδικασία διαχωρισμού που οδήγησε στη διανομή των ακινήτων καθώς και ότι δεν συμμετείχε σ' αυτήν, για να δικαιολογήσει προφανώς τη μη προβολή εκ μέρους του, κατά το χρόνο εκείνο, της διεκδίκησης δικαιώματος για εγγραφή των επίδικων κτημάτων δυνάμει εχθρικής κατοχής. Παρά δε το ότι το δικαίωμα του ενάγοντος για εχθρική κατοχή προβάλλεται για πρώτη φορά μέσω του δικηγόρου του στην επιστολή ημερομηνίας 24.3.2006 - Τεκμήριο 3, ενόσω ήταν σε εξέλιξη η διαδικασία του διαχωρισμού, δεν προωθήθηκε οποιαδήποτε νομική διαδικασία για την αναστολή της διαδικασίας αλλά ούτε και, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ. 224, κατά της απόφασης διαχωρισμού που τελικά έγινε από τον εναγόμενο
  4. Συνεπεία της γενικότερης εντύπωσης που δημιουργήθηκε στο Δικαστήριο για την ανειλικρίνεια του ενάγοντος, είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός του ότι κατείχε συνεχώς και αδιαλείπτως τα επίδικα κτήματα από το έτος 1952, καλλιεργώντας αυτά, με δεδομένη και την απουσία οποιασδήποτε άλλης αποδεκτής μαρτυρίας. Όσον αφορά το Τεκμήριο 2, πέραν του ότι δεν προσδιορίζεται από τον υπογράφοντα ποια κτήματα της συζύγου του καλλιεργούσε ο ενάγων πέραν των 50 χρόνων, δεν μπορεί να αποτελέσει αποδεκτή μαρτυρία σε σχέση με την κατοχή των επίδικων κτημάτων από τον ενάγοντα δεδομένου μάλιστα ότι το περιεχόμενο του, έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο των Πιστοποιητικών του Προέδρου της Κοινότητας Παλαιομετόχου ημερομηνίας 21.7.2004, που αποτελούν τα ερυθρά 1-4 του Τεκμηρίου
  5. Όσον αφορά τη μαρτυρία της ΜΕ3, η οποία δόθηκε προφανώς για να ενισχύσει τη θέση του ενάγοντος περί της αδιάλειπτης κατοχής των επίδικων κτημάτων, αλλά και της αγοράς τους εκ μέρους του ενάγοντος από τα αδέλφια της συζύγου του, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως προς τα επίδικα θέματα, καθότι, πέραν του ότι προέρχεται ουσιαστικά από πληροφορίες που η ΜΕ3 έλαβε από τον ενάγοντα, η ΜΕ3 δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστη και ειλικρινής έχοντας διαφωνήσει με το αναμφισβήτητο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, το οποίο ως προαναφέρθηκε κατετέθη από τον ενάγοντα. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, συνάγεται ότι για τα κτήματα για τα οποία ο ενάγων αξιώνει εγγραφή επ' ονόματι του δυνάμει εχθρικής κατοχής, έγινε εν γνώσει του διαχωρισμός και διανομή στις 28.3.2006, αφού ακολουθήθηκε η δέουσα διαδικασία δυνάμει του άρθρου 29 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, με την απόφαση του εναγόμενου 1 ημερομηνίας 3.5.2006, όσα δε παρατέθηκαν πιο πάνω στη σύνοψη της μαρτυρίας της ΜΕ2, αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Είναι ορθή κατά συνέπεια η θέση της κας Κυθραιώτου ότι ο ενάγων δεν νομιμοποιείται και κωλύετο να εγείρει και να προωθεί την παρούσα αγωγή έναντι του εναγόμενου 1 με βάση το δόγμα του κωλύματος λόγω συμπεριφοράς, εφόσον δεν υπήρξε ένσταση εκ μέρους του κατά το διαχωρισμό των επίδικων κτημάτων. Στην απόφαση Βογαζιανός κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ. 1)
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 253, αναφορικά με τον νομικό κανόνα estoppel λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην Ιωάννου ν. Οργ. Χρημ. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1522, σε σχέση με το κώλυμα, διαβάζουμε τα εξής:- (σελ. 1527-1528) «Σύμφωνα με τον Nokes το Κώλυμα (Estoppel) είναι ένας κανόνας με τον οποίο ένας διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί ένα γεγονός (Nokes 'Introduction to Evidence', 3rd Ed., page 208), ενώ σύμφωνα με τον Phipson είναι ένας κανόνας που εμποδίζει ένα διάδικο από του να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως. (Phipson on Evidence, 12th Ed., page 912). Το Κώλυμα μπορεί να είναι
(1)Κώλυμα λόγω δεδικασμένου (Estoppel by record),
(2)Κώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed) και
(3)Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by conduct or Estoppel in pais). Σύμφωνα με τον κανόνα του Κωλύματος λόγω συμπεριφοράς, «Όταν ένας συμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή με τα λόγια του ή τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μια υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον άλλο συμβαλλόμενο, που αποσκοπεί να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους και ο άλλος συμβαλλόμενος ενεργεί πάνω σε αυτή, διαφοροποιώντας τη θέση του προς βλάβη, δεν θα επιτραπεί στο συμβαλλόμενο που προέβηκε στην υπόσχεση ή έδωσε τη διαβεβαίωση να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς αυτή». (Χ"Γιάννης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1970)1 C.L.R. 32) Το Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς μπορεί να πάρει τη μορφή του (
  1. i)Κωλύματος λόγω παραστάσεων (Soanes v. London and South Western Railway [1919] 120 L.T. 598). (
  2. ii)Κωλύματος λόγω υποσχέσεων (Central London Property Trust Ltd. v. High Trees House Ltd. [1947] 1 K.B. 130) και (iii) Περιουσιακού Κωλύματος.» (βλ. και την πιο πρόσφατη απόφαση Γιώργος Χ"Στυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, Πολ. Εφ. Αρ. 38/2009, ημερομηνίας 22.5.2012, αναφορικά με το κώλυμα εκ δηλώσεως σε έγγραφο (estoppel by deed)). Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει ότι ο ενάγων δεν μπορούσε να προωθήσει την αγωγή του έναντι του εναγόμενου 1 με βάση την αρχή του κωλύματος λόγω συμπεριφοράς (estoppel by conduct or estoppel in pais). Ειδικότερα, ο ενάγων έχοντας το βάρος απόδειξης του δικαιώματος ιδιοκτησίας των επίδικων κτημάτων δυνάμει εχθρικής κατοχής, εμποδίζεται από του να εγείρει τέτοιο δικαίωμα με την αγωγή του έναντι του εναγόμενου 1, εφόσον δεν το προέβαλε κατά τη διαδικασία διαχωρισμού των επίδικων ακινήτων αλλά και κατά την προγενέστερη εγγραφή τους επ' ονόματι των συνιδιοκτητών των κτημάτων αυτών. Η αποδεκτή μαρτυρία της ΜΕ2 κατέδειξε ότι ο ενάγων γνώριζε την ύπαρξη της διαδικασίας διαχωρισμού και διανομής έχοντας παρευρεθεί σε μέρος της και ως εκ τούτου εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ύπαρξη της κατάστασης των γεγονότων που οδήγησε στο διαχωρισμό και τη διανομή των κτημάτων, με αποτέλεσμα οι αξιώσεις του έναντι του εναγόμενου 1 να είναι απορριπτέες. Πέραν τούτου, ως προς το δικαίωμα ιδιοκτησίας των επίδικων κτημάτων που αξιώνει ο ενάγων δυνάμει εχθρικής κατοχής, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου και τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα, κρίνεται ότι ο ενάγων δεν έχει αποδείξει, ως όφειλε, ότι κατείχε αδιαφιλονίκητα, συνεχώς και αδιαλείπτως τα επίδικα κτήματα από το έτος 1952, μετά δηλαδή τη θέσπιση του Κεφ. 224, τόσο πριν όσο και μετά την εγγραφή τους, ως πρόσωπο μη δικαιούμενο να τα κατέχει και χωρίς τη συναίνεση των δικαιουμένων προσώπων. Όσον αφορά δε τη θέση του ενάγοντος, η οποία προεβλήθη στη μαρτυρία του, ότι είχε αγοράσει τα επίδικα κτήματα εξ ολοκλήρου από τον Κοινοτάρχη περί το έτος 1951, πέραν του ότι δεν δικογραφείται αλλά ούτε και γίνεται αποδεκτή λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας του, θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν συνάδει με το ισχυριζόμενο δικαίωμα του περί εχθρικής κατοχής, που αποτελεί τη βάση της παρούσας αγωγής (βλ. Νικόλα ν. Κονναρή κ.ά. (πιο πάνω)). Επισημαίνεται ακόμη ότι, πέραν του ότι από τη μαρτυρία που ο ενάγων προσέφερε δεν απεδείχθη το διεκδικούμενο δικαίωμα του εχθρικής κατοχής των επίδικων κτημάτων, η αγωγή δεν θα μπορούσε να επιτύχει και για το λόγο ότι δεν έχει ακουστεί ενώπιον του Δικαστηρίου η θέση των προσώπων εναντίον των οποίων ασκείται η ισχυριζόμενη εχθρική κατοχή και ως προς τα οποία η αγωγή δεν προωθήθηκε. Όπως ορθά υπέδειξε η κα Κυθραιώτου, επισύροντας την προσοχή του Δικαστηρίου στην υπόθεση Τιτσινίδης ν. Ρεσιάτ
(1993)1 Α.Α.Δ. 429, σε περιπτώσεις αγωγής για αναγνώριση δικαιώματος ιδιοκτησίας δυνάμει εχθρικής κατοχής, είναι απαραίτητο να συνενώνονται ως διάδικοι όλα τα πρόσωπα εναντίον των οποίων ασκήθηκε η ισχυριζόμενη εχθρική κατοχή, ώστε να τους δοθεί η ευκαιρία να ακουστούν από το Δικαστήριο και να παρουσιάσουν την υπόθεσή τους. Όπως λέχθηκε στην εν λόγω υπόθεση, διαταγή για έκδοση τίτλου επ' ονόματι του διεκδικούντος εχθρική κατοχή μπορεί να εκδοθεί μόνο στο πλαίσιο αγωγής εναντίον όλων των προσώπων κατά των οποίων ασκήθηκε εχθρική κατοχή, καθότι οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης επιβάλλουν τη παροχή ευκαιρίας να ακουστεί κάθε πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα προσβάλλονται ή είναι ενδεχόμενο να επηρεαστούν από δικαστική απόφαση. Άλλωστε και από τις εισηγήσεις του κ. Σιαπάνη στη γραπτή του αγόρευση, που βασίζονται στη νομολογία, καταδεικνύεται η αναγκαιότητα να ακούγεται το πρόσωπο εναντίον του οποίου εγείρεται ισχυρισμός εχθρικής κατοχής. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι ο ενάγων δεν έχει αποδείξει την απαίτηση του εναντίον του εναγόμενου 1, στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται εναντίον του εναγόμενου 1. Τα έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται εναντίον του ενάγοντος και υπέρ του εναγόμενου 1. ............. (Υπ.) Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.