← Κύπρος

ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ν. SOBOH PETROLEUM (CYPRUS) LIMITED κ.α., Αριθ. Αγωγής: 9921/10, 20/10/2014

ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ν. SOBOH PETROLEUM (CYPRUS) LIMITED κ.α., Αριθ. Αγωγής: 9921/10, 20/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A375 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Ι. Πογιατζή, Π.Ε.Δ. Αριθ. Αγωγής: 9921/10 ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, ΕΝΑΓΟΥΣΑ και

  1. SOBOH PETROLEUM (CYPRUS) LIMITED,
  2. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ,
  3. CREDIT AGRICOLE (SUISSE) S.A., ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΙ ----------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 5 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ, 2012 ΓΙΑ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΠΟΣΟΥ: Ημερομηνία: 20 Οκτωβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-Εναγομένη 3: Αντώνης Καριτζής για Καριτζής-Αργυρού Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ ης η Αίτηση-Ενάγουσα: Ανδρέας Δημητρίου για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγομένη 1: Μάριος Χαραλάμπους για Chrysses Demetriades & Co LLC Για Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγομένη 2: Φίλιππος Καμένος για Αλέκο Μαρκίδη και Κώστα Βελάρη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εκείνο που είναι άξιον προσοχής στην παρούσα διαδικασία είναι ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι αυτή είναι άγνωστη στο Κυπριακό δίκαιο. Ισχυρίζονται ότι η αιτούμενη θεραπεία δεν αναγνωρίζεται και/ή είναι άγνωστη στα Κυπριακά δικαστήρια. Αυτός, μαζί με άλλους λόγους στους οποίους αναφορά θα γίνει πιο κάτω, προβάλλει ως ο βασικός λόγος ένστασης των Καθ΄ ων η Αίτηση. Παρατίθεται πιο κάτω αυτούσιο το αιτητικό της Αίτησης με το οποίο η Αιτήτρια εξαιρείται: «
  4. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την Ενάγουσα, όπως εντός προθεσμίας που το Δικαστήριο θα θεωρήσει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις να καθορίσει, καταθέσει στο Δικαστήριο και/ή σε τραπεζικό λογαριασμό που θα υποδείξει το Δικαστήριο και/ή να θέσει υπό τη φύλαξη και διαχείριση του Δικαστηρίου, προς όφελος των μερών, το ποσό των $15,877,917.49 (δεκαπέντε εκατομμυρίων οχτακοσίων εβδομήντα εφτά χιλιάδων εννιακοσίων δεκαεφτά δολαρίων Αμερικής και σαράντα εννιά σεντ) που αποτελεί το καταβλητέο από την Ενάγουσα ποσό για την αγορά από τους Εναγόμενους 1, με βάση τους υπολογισμούς και ισχυρισμούς της Ενάγουσας, 34,707.147 μετρικών τόνων ακατέργαστου μαζούτ χαμηλού σε περιεκτικότητα θείου που αποτελεί χρέος της Ενάγουσας προς τους Εναγόμενους 1 και το οποίο οι τελευταίοι έχουν εκχωρήσει στους Αιτητές/Εναγόμενους 3 και στους Εναγόμενους 2, όπως η Ενάγουσα ισχυρίζεται. Διαζευκτικά:
  5. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την Ενάγουσα, όπως εντός προθεσμίας που το Δικαστήριο θα θεωρήσει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις να καθορίσει, καταθέσει στο Δικαστήριο και/ή σε τραπεζικό λογαριασμό που θα υποδείξει το Δικαστήριο και/ή να θέσει υπό τη φύλαξη και διαχείριση του Δικαστηρίου, προς όφελος των μερών, το ποσό των $12,000,000 (δώδεκα εκατομμυρίων ευρώ) το οποίο η Ενάγουσα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, έχει δεσμεύσει για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας εκνίκησης.
  6. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαια και ορθή να δώσει και/ή παραχωρήσει υπό τις περιστάσεις.
  7. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα της παρούσας Αίτησης.» Όπως αναφέρεται στην Αίτηση, αυτή βασίζεται στο Άρθρο 4, του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στο Άρθρο 29 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/1960, στο Θεσμό 57 των Θεσμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας (Rules of the Supreme Court), στα Άρθρα 163 και 168 του Συντάγματος, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48, θθ1-9, καθώς και στη νομολογία, τη διακριτική ευχέρεια, εγγενή εξουσία και/ή πρακτική του Δικαστηρίου. Ισχυρισμοί Αιτήτριας Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας περιέχονται στην Ένορκη Δήλωση του Ανδρέα Δαμιανού, ο οποίος είναι δικηγόρος, συνεργαζόμενος με τη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί την Αιτήτρια. Παρατίθενται αυτούσιοι αφού με αυτούς δίδεται και μια περιγραφή της φύσης της επίδικης αγωγής: «
  8. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης των Εναγομένων 3 που η παρούσα ένορκη δήλωση υποστηρίζει (στο εξής η «Αίτηση»), καλύπτεται ως επί το πλείστον από τα γεγονότα που καταγράφονται στα δικόγραφα, αιτήσεις, ένορκες δηλώσεις και άλλα έγγραφα που βρίσκονται ήδη κατατεθειμένα ή που θα κατατεθούν στο φάκελο της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγής (στο εξής η «Αγωγή»), περιλαμβανομένης της ένορκης μου δήλωσης με σημερινή ημερομηνία που υποστηρίζει αίτηση της εταιρείας Galaxy Energy International Ltd από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (στο εξής η «Galaxy») που καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο σήμερα, στα οποία ή στο περιεχόμενο των οποίων οι Αιτητές επιφυλάσσουν το δικαίωμα να αναφερθούν ή επικαλεστούν κατά την ακρόαση της παρούσας Αίτησης.
  9. Χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω επιφύλαξης δικαιώματος, οι Αιτητές κρίνουν σκόπιμο να αναφερθούν πολύ συνοπτικά στα κύρια σημεία γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση.
  10. Στις 11/09/2009 η Ενάγουσα (στο εξής η «ΑΗΚ») υπέγραψε συμφωνία με τους Εναγόμενους 1 (στο εξής η "Soboh") με αριθμό 107/2009 (στο εξής η «Σύμβαση 107/2009») για την προμήθεια φορτίων ακατέργαστου μαζούτ χαμηλού σε περιεκτικότητα θείου (low sulphur fuel oil - στο εξής "LSFO") ελάχιστης ποσότητας 34,000 μετρικών τόνων και μέγιστης ποσότητας 35,000 μετρικών τόνων για την περίοδο από 1/12/2009 μέχρι 31/01/2011 σε μηνιαία βάση, για χρήση από την ΑΗΚ στους σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στη Δεκέλεια και το Βασιλικό.
  11. Στις 10/09/2010 η Soboh υπέγραφε συμφωνία με την Galaxy για αγορά ενός φορτίου LSFO που βρισκόταν φορτωμένο επί του πλοίου "SCF NEVA" (στο εξής το «Φορτίο») προς ικανοποίηση παραγγελίας με αριθμό 12D/2010 που υποβλήθηκε από την ΑΗΚ στο πλαίσιο της Σύμβασης 107/
  12. Αντίγραφο της σχετικής επιστολής της ΑΗΚ ημερομηνίας 17/08/2010 με την οποία υποβλήθηκε στη Soboh η εν λόγω παραγγελία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  13. Αντίγραφο της συμφωνίας μεταξύ της Soboh και της Galaxy επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  14. Για την προμήθεια του φορτίου στην Soboh, η Galaxy επρόκειτο να αγοράσει το φορτίο από την εταιρεία VITOL S.A. (στο εξής η "Vitol") και για τους σκοπούς της αγοράς η Galaxy ζήτησε από τους Αιτητές την παραχώρηση χρηματοδοτικών διευκολύνσεων υπό μορφή εγγυητικής επιστολής.
  15. Για το σκοπό αυτό, οι Αιτητές ζήτησαν να τους εκχωρηθούν και στις 13/09/2010 τους εκχωρήθηκαν από τη Soboh κατ' απόλυτο τρόπο οι εισπράξεις από την πώληση του Φορτίου στην ΑΗΚ (στο εξής η «Εκχώρηση των Αιτητών»). Αντίγραφο της εν λόγω εκχώρησης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  16. Ειδοποίηση της Εκχώρησης των Αιτητών στάλθηκε στην ΑΗΚ με τηλεομοιότυπο στις 17/09/
  17. Αντίγραφο της εν λόγω ειδοποίησης επισυνάπτεται μαζί με απόδειξη αποστολής ως Τεκμήριο
  18. Στις 19/10/2009 η Soboh, κατόπιν υπόδειξης της ΑΗΚ του συνολικού βάρους LSFO που εκφορτώθηκε στους σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας σχετικά με την πιο πάνω αναφερόμενη παραγγελία, εξέδωσε και παράδωσε στην ΑΗΚ δύο

(2)τιμολόγια με αριθμούς C-093/2010 και C-094/2010 για το συνολικό ποσό των $15,877,917.49 (δεκαπέντε εκατομμυρίων οχτακοσίων εβδομήντα εφτά χιλιάδων εννιακοσίων δεκαεφτά δολαρίων Αμερικής και σαράντα εννιά σεντ), με οδηγίες όπως το ποσό καταβληθεί στους Αιτητές για περαιτέρω πίστωση στη Soboh. Αντίγραφο των δύο τιμολογίων επισυνάπτονται από κοινού ως Τεκμήριο
  1. Στις 22/10/2010, ημέρα κατά την οποία το τιμολογημένο προς την ΑΗΚ ποσό των $15,877,917.49 κατέστη πληρωτέο, οι Αιτητές απέστειλαν στην ΑΗΚ επιστολή μέσω τηλεομοιότυπου, υπενθυμίζοντάς την για την εκχώρησή της. Αντίγραφο της επιστολής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  2. Την ίδια ημέρα, οι δικηγόροι της Galaxy στην Αγγλία, Ince & Co., απέστειλαν επιστολή στη Soboh την οποία κοινοποίησαν στην ΑΗΚ, απαιτώντας την πληρωμή του τιμήματος αγοράς του Φορτίου από τους πελάτες τους αφού η ΑΗΚ αρνείτο να πληρώσει την Credit Agricole στη βάση της εκχώρησης αλλά ούτε και τη Soboh, επικαλούμενη την ύπαρξη δεύτερης συγκρουόμενης εκχώρησης του ιδίου δικαιώματος και/ή χρέους (chose in action) που παραχωρήθηκε από τη Soboh στους Εναγόμενους 2 (στο εξής η «Ελληνική Τράπεζα»). Οι ισχυρισμοί της ΑΗΚ καταγράφονται σε επιστολή της προς τους Ince & Co. ημερομηνίας 27/10/2010 η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  3. Λόγω των πιο πάνω αναφερόμενων αντικρουόμενων, κατά την άποψη της ΑΗΚ, εκχωρήσεων του ιδίου δικαιώματος, η ΑΗΚ καταχώρησε την παρούσα Αγωγή.
  4. Στην Έκθεση Απαίτησης την οποία καταχώρησε στις 4/11/2011 στα πλαίσια αυτής, η ΑΗΚ ισχυρίζεται ότι το ποσό το οποίο έχει δεσμεύσει για τους σκοπούς της διαδικασίας εκνίκησης (interpleader action) και της υπόδειξης από το Δικαστήριο του δικαιούχου ή δικαιούχων αυτού, ανέρχεται στα $12,000,000 (δώδεκα εκατομμύρια δολάρια Αμερικής), για τους λόγους που επεξηγεί τους οποίους οι Αιτητές αγνοούν και συνεπώς αρνούνται.
  5. Είναι η θέση των Αιτητών, την οποία συμμερίζομαι απόλυτα, ότι η διαδικασία εκνίκησης (interpleader action) επιβάλλει την κατάθεση του ποσού που αποτελεί αντικείμενο της διαδικασίας, στο Δικαστήριο.
  6. Ευσεβάστως υποβάλλω εκ μέρους των Αιτητών ότι το Σεβαστό Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα για τους λόγους και στη βάση, μεταξύ άλλων, των γεγονότων που έχω παραθέσει πιο πάνω.» Ένορκη Δήλωση από Δικηγόρο Προβάλλεται ως λόγος ένστασης το παράτυπο της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, καθότι αυτή έγινε από δικηγόρο και δεν πληρεί τις προϋποθέσεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και της νομολογίας. Θεωρώ ότι το θέμα έτυχε συζήτησης και επεξηγήθηκε από τη σχετική νομολογία. Πρώτον, όσον αφορά στο γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών είναι δικηγόρος θεωρώ ότι, αφ΄ ης στιγμής η Αιτήτρια έχει την έδρα της στην Γενεύη της Ελβετίας καθίσταται απόλυτα επιτρεπτό, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω ρητή εξήγηση, την ένορκη δήλωση να την κάνει δικηγόρος Penderhill Holdings Ltd κ.α. ν. Kλουκίνα, Π.Ε. 319 και 320/11, ημερομηνίας 13.1.
  7. Λαμβάνω επίσης υπ΄ όψιν τα όσα αναφέρει ο ενόρκως δηλών δικηγόρος ότι είναι εξουσιοδοτημένος από την Αιτήτρια για να προβεί στη εν λόγω ένορκη δήλωση και ότι τα γεγονότα που αναφέρει περιήλθαν σε γνώση του τόσο από την Αιτήτρια, όσο και από το συνάδελφό του που χειρίζεται την υπόθεση εκ μέρους της Αιτήτριας καθώς και από το φάκελο της υπόθεσης. Επομένως για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας θεωρώ ότι υπάρχει συμμόρφωση με τη Δ.39, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας γι΄ αυτό αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Περιεχόμενο/Επάρκεια της Ένορκης Δήλωσης Υπάρχει όμως μία άλλη παράμετρος στο θέμα της Ένορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση της Αιτήτριας. Αυτή αφορά στην Παράγραφο 2 αυτής, το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται αυτούσιο, πιο πάνω. Εκείνο που προκύπτει είναι ότι η εν λόγω Παράγραφος υιοθετεί όσα γεγονότα εμπεριέχονται σε άλλες Ένορκες Δηλώσεις, έγγραφα κλπ που έχουν γίνει στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και καλεί το Δικαστήριο να τα λάβει υπ΄ όψιν ως υποστηρίζοντα τη θέση της Αιτήτριας. Σημειώνεται ότι στα πλαίσια της παρούσας αγωγής έχουν καταχωριστεί αρκετές αιτήσεις, διαφόρων ειδών. Μάλιστα, η δήλωση της Παραγράφου 2 προχωρεί ένα βήμα πάρακάτω: καλεί το Δικαστήριο να λάβει υπ΄ όψιν και άλλα σχετικά έγγραφα «που θα κατατεθούν στο φάκελο» της αγωγής, εννοώντας προφανώς όσα έχουν καταχωριστεί μέχρι και σήμερα. Θεωρώ αυτό το αίτημα της Αιτήτριας εκτός των πλαισίων της δικονομίας, νομολογίας και πρακτικής. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται ένας διάδικος, έχει ο ίδιος καθήκον να τα συμπεριλάβει στην Ένορκη Δήλωση που στηρίζει την Αίτησή του. Το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να ανατρέξει σε όλες τις Ένορκες Δηλώσεις που υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας οι οποίες έγιναν από πλευράς Αιτήτριας και που αφορούν σε άλλες διαδικασίες με διαφορετικό στόχο και αφού τις μελετήσει, να βρει από μόνο του εκείνα τα γεγονότα που είναι σχετικά με την παρούσα διαδικασία και να τα συμπεριλάβει ως υποστηρίζοντα και ενισχύοντα τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας στην παρούσα διαδικασία. Αντίστοιχη θέση έχει νομολογηθεί στο θέμα του περιεχομένου ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει αίτηση για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος. Στην Νovartis A.G. κ.α. ν. Γεώργιου Ανδρέα Αφαντίτη Λτδ, Π.Ε. 163/09, ημερομηνίας 17.12.2012 αναφέρθηκε ότι «οι εισηγήσεις που πρέπει να γίνονται στην ένορκη δήλωση προς διασφάλιση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος οφείλουν να είναι τέτοιες που να καταδεικνύουν την παραβίαση ή το κίνδυνο παραβίασης, με συγκεκριμένες αναφορές και όχι απλώς γενικά και αόριστα» (Χ"Χαμπής, Δ.). Ομοίως στην Κayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation
(2011)1(Γ) A.A.Δ. 2330, επικυρώθηκε η ενδιάμεση απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο, κατά την ακρόαση της αγωγής, δεν επέτρεψε την κατάθεση ογκωδών καταθέσεων χωρίς η πλευρά των εφεσειόντων να εξειδικεύει σε ποία ακριβώς σημεία θα στηριζόταν. Ο διάδικος ο οποίος επιθυμούσε να καταθέσει τα εν λόγω τεκμήρια, όφειλε να καθορίσει τα σημεία στα οποία θα στηριζόταν ούτως ώστε να διευκολυνθεί το δικαστήριο να εξετάσει την αποδεκτότητά τους. Καταλήγοντας στο θέμα αυτό, το Δικαστήριο θα λάβει υπ΄ όψιν μόνο το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης που στηρίζει την Αίτηση και θα παραγνωρίσει όλα τα άλλα έγγραφα στα οποία επιχειρεί να στηριχθεί η πλευρά της Αιτήτριας. Ιnterpleader Proceedings Έναυσμα για το σχετικό επιχείρημα της Αιτήτριας αποτέλεσε το περιεχόμενο του αιτητικού της Ενάγουσας στο οποίο αναγράφεται ότι αξιώνει τα αιτούμενα ποσά μέσω «διαδικασίας εκνίκησης (interpleader proceedings)». Η Αιτήτρια, όπως ανέφερε κατά την αγόρευσή του ο δικηγόρος της, θα προσπαθήσει να υποστηρίξει και αποδείξει την εγκυρότητα και το αποδεκτό του αιτήματός της, κυρίως στο Θεσμό 57 των Θεσμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας (Rules of the Supreme Court) και εναλλακτικά στη νομολογία του Κοινοδικαίου (Common Law) και/ή στη νομολογία που πηγάζει από τα Αγγλικά Δικαστήρια που εφαρμόζουν το Δίκαιο της Επιείκειας (Equity). Στο σύγγραμμα Ηalsbury΄s Laws of England, 3η έκδοση, Volume 22, Παράγραφος 903, δίδεται ο ορισμός του interpleader, ως ακολούθως: «903. Meaning of interpleader. Where a person is faced with adverse claims to property of money wherein he claims no interest but of which he is in possession or for which he is liable, he is entitled to invoke the authority of a court in order to compel the claimants to litigate their differences at their own expense in place of subjecting him to the uncertainty and expense of separate proceedings. In such circumstances he is said to apply to the court for relief by way of interpleader.» Παρακάτω δε, στην Παράγραφο 904, αναφέρεται ότι η θεραπεία του interpleader παρείχετο, σε περιορισμένο βαθμό, από τα δικαστήρια του κοινοδικαίου και σε μεγαλύτερο βαθμό από τα δικαστήρια του δικαίου της επιείκειας. Η δε Διαταγή 57 των Θεσμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, 1889 (Rules of the Supreme Court), της Αγγλίας, περιέγραψε το δικονομικό πλαίσιο με το οποίο δύνατο να απαιτηθεί η θεραπεία του interpleader. Oι Καθ΄ ων η Αίτηση, ειδικότερα η πλευρά της ενάγουσας, ισχυρίζεται ότι το ένδικο μέσο που επέλεξε η Α.Η.Κ. είναι μία «απλή αγωγή». Η περιγραφή της ως interpleader, είναι περιγραφική και δεν αλλάζει το δικονομικό χαρακτήρα του ένδικου μέσου που επιλέγηκε. Η δε πλευρά της Εναγομένης 2 προχωρεί ένα βήμα παρακάτω: η αυστηρή έννοια του «interpleader action», ισχυρίζεται, σε σχέση με «stakeholder» - όπως η Ενάγουσα φαίνεται να ισχυρίζεται ότι είναι - κατά τον τρόπο που αυτή περιγράφεται και επεξηγείται στους Θεσμούς του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας, δεν εντοπίζεται στους ημεδαπούς θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Είναι άγνωστη έννοια στην Κυπριακή δικονομία και, εν πάση περιπτώσει, ακόμη και εάν υφίσταται τέτοια διαδικασία στην Κύπρο, αυτή, σύμφωνα με τη Διαταγή 57 των Θεσμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Αγγλίας), δεν δύναται να εφαρμοσθεί στην παρούσα υπόθεση. Όπως αναφέρει ο δικηγόρος της Εναγομένης 2, η μόνη αναφορά στους ημεδαπούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, σε διαδικασία interpleader, εντοπίζεται στη Διαταγή 44, η οποία όμως αφορά σε διαδικασία σε σχέση με κατασχεθείσα από δικαστικό επιδότη (bailiff or deputy sheriff) περιουσία. Καμία δηλαδή σημασιολογική ή διαδικαστική ομοιότητα με την παρούσα διαδικασία. Καταρχάς, θα συμφωνήσω με το δικηγόρο της Αιτήτριας ότι με βάση το Άρθρο 29, του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 διατηρούνται και παραμένουν σε ισχύ οι κανόνες του κοινοδικαίου (common law) και του δικαίου της επιείκειας (equity) και μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Έτσι δεν μπορεί να αποκλεισθεί η ύπαρξη της θεραπείας και διαδικασίας του interpleader στην Κύπρο αφού ιστορικά ήταν θεραπεία που παρείχετο από αμφότερα τα Δικαστήρια του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας. Θα διαφωνήσω όμως με τον κ. Καριτζή όσον αφορά στο κατά πόσο διατηρήθηκε σε ισχύ η Δ.57 των Αγγλικών Θεσμών, πιο πάνω. Σε μένα, είναι ξεκάθαρο ότι η τότε Δ.57 δεν ισχύει στην Κύπρο. Στην Κύπρο, ενώ ακόμη αυτή τελούσε υπό το αποικιοκρατικό καθεστώς της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, θεσπίστηκαν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι, με τις τροποποιήσεις τους, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι σήμερα. Αντίστοιχη διάταξη με αυτήν της Δ.57 των Αγγλικών θεσμών, δεν υπάρχει στην Κύπρο. Η επίκληση μερικές φορές αντίστοιχων Αγγλικών θεσμών δεν σημαίνει ότι αυτοί ισχύουν και στην Κύπρο. Απλώς γίνεται για σύγκριση, παραλληλισμό και άντληση καθοδήγησης των Κυπριακών δικαστηρίων, σε περιπτώσεις που υπάρχει πανομοιότυπο λεκτικό στους Κυπριακούς θεσμούς με αυτό των Αγγλικών. Κατά συνέπεια, δεν αποκλείεται η διαδικασία interpleader να ισχύει και στην Κύπρο, αλλά δεν θεωρώ ορθό να γίνει μία σε βάθος εξέταση του θέματος, ιδίως στα πλαίσια μιας διαδικασίας όπως η παρούσα. Σε μία τέτοια περίπτωση, τυγχάνουν εφαρμογής οι κανόνες της πολιτικής δικονομίας και πρακτικής που ισχύουν για όλες τις παρόμοιες περιπτώσεις. Θα γίνει, προς τούτο σχετική αναφορά πιο κάτω. Νομική βάση της Αίτησης Έχουν καταγραφεί πιο πάνω οι διατάξεις στις οποίες βασίζεται η παρούσα Αίτηση. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση επισημαίνουν την κατ΄ ισχυρισμόν παράλειψη όπως στη νομική βάση της Αίτησης συμπεριληφθεί το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/60 το οποίο προνοεί για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Από την άλλη η Αιτήτρια συμπεριέλαβε το Άρθρο 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, το οποίο δίδει εξουσία στο Δικαστήριο, ενόσω εκκρεμεί αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Στο εδάφιο
(1)του εν λόγω Άρθρου περιλαμβάνονται και άλλες περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει σχετικό διάταγμα. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο το Άρθρο 4 του Κεφ.6, μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από το Άρθρο 32, του Ν.14/60. Θεωρώ ότι η απάντηση είναι αρνητική. Ο κ. Καριτζής επικαλείται το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, 240: «With the exception of cases where property is the subject matter of the action, in all other cases an application for an interlocutory order under section 4 of Cap. 6 cannot be considered independently of the provisions of section 32 of Law 14/
  1. Section 32 of Law 14/60 is of a wider application than section 4 of Cap. 6 and, consequently, when an application is considered under this section the provisions of section 4 of Cap. 6 are automatically taken into account.» Έχει όμως διασαφηνιστεί σε μεταγενέστερη νομολογία ότι ο Ν.14/60 που θεσπίστηκε μεταγενέστερα του Κεφ.6 και ειδικότερα το Άρθρο 32, προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων στη έκδοση των παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Τα Άρθρα 4 και 5 του Κεφ.6, δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Ν.14/
  2. ΑΒP Holdings Ltd κ.α. ν. Κιταλίδη κ.α. (Αρ.21
(1994)694, 699-701, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 274. Επιπρόσθετα, στη Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980, λέχθηκε ότι διάταγμα με βάση το Άρθρο 4
(1)του Κεφ.6, δεν εκδίδεται αν ο αιτητής δεν φαίνεται να έχει καλή βάση αγωγής. Επομένως ο μοναδικός τρόπος που μπορεί να εξεταστεί η παρούσα Αίτηση είναι εντός των πλαισίων που θέτει ο νόμος, νομολογία και πρακτική για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, εκκρεμούσας της αγωγής. Αυτά σε συνδυασμό με τις ρητές προϋποθέσεις που τίθενται από το ίδιο το Άρθρο 4 του Κεφ.6. Κατάληξη Με βάση όλα τα πιο πάνω, θεωρώ ότι είναι φανερό ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας που περιλαμβάνονται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δεν πληρούν τα κριτήρια και προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Για το λόγο αυτόν θεωρώ περιττό να επεκταθώ στους ισχυρισμούς των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι αυτό που επιζητείται με την Αίτηση είναι η έκδοση προστακτικού διατάγματος το οποίο εκδίδεται με ακόμη μεγαλύτερη φειδώ. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η Αίτηση απορρίπτεται με Έξοδα υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση και σε βάρος της Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να είναι πληρωτέα μετά το πέρας της υπόθεσης. [Υπ.] Χ. Ι. Πογιατζής, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μκστ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.