← Κύπρος

NEW NISSAN CYPRUS LIMITED (HE 120341) ν. RAFAEL I.C.V.G. LIMITED (HE 139472), Αρ. Αγωγής : 2110/2013, 20/8/2014

NEW NISSAN CYPRUS LIMITED (HE 120341) ν. RAFAEL I.C.V.G. LIMITED (HE 139472), Αρ. Αγωγής : 2110/2013, 20/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A323 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝː Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 2110/2013 ΜΕΤΑΞΥ: NEW NISSAN CYPRUS LIMITED (HE 120341) Εναγόντων -Και- RAFAEL I.C.V.G. LIMITED (HE 139472) Εναγομένων Ημερομηνίαː 20 Αυγούστου, 2014 Εμφανίσειςː Για τους Ενάγοντες / Καθ' ων η αίτησηː κ. Βιολάρης, για Κλεόπας & Κλεόπας Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους / Αιτητέςː κ. Ν. Χρ. Νικολαϊδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΗΜΕΡ. 25.11.2013 ΓΙΑ ΑΚΥΡΩΣΗ ΚΑΙ/Ή ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΡΗΜΗΝ ΤΟΥΣ ΕΚΔΟΘΕΙΣΑΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΑΓΩΓΗ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την ως άνω αίτηση, οι Εναγόμενοι / Αιτητές αιτούνταιː «

  1. Όπως το Δικαστήριο εκδώσει διάταγμα που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set aside) προηγούμενη εκδοθείσα υπ' αυτού απόφαση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή.
  2. Περαιτέρω ή άλλη θεραπεία.
  3. Τα έξοδα της Αίτησης πλέον Φ.Π.Α. (αρ. εγγραφής Φ.Π.Α. 00662745W)». ΙΙ ΤΑ ΔΙΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΑ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟΥ Η αίτηση παραμερισμού βασίζεται στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ.10, Δ.48 Θ.9(h). Τα πραγματικά γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η Αίτηση αυτή εμφαίνονται στην επισυνημμένη σε αυτήν Ένορκη Δήλωση (στο εξής «η Ε/Δ») της κας Έλενας Βάχετ, από τον Ύψωνα Λεμεσού, ημερομηνίας 25.11.
  4. Κρίνω κατάλληλο να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο της Ε/Δ της κας Βάχετː «
  5. Είμαι μια εκ των διευθυντών της Εναγομένης, είμαι εξουσιοδοτημένη να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση, γνωρίζω πλήρως τα γεγονότα στην παρούσα αγωγή και έχω συμβουλευθεί τον Δικηγόρο μου καταλλήλως.
  6. Την 21/6/13 οι Ενάγοντες έλαβαν απόφασην εναντίον της Εναγομένης, λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης, ως φαίνεται και από την επισυνημμένη απόφαση.
  7. Αγνοούσα παντελώς την ύπαρξη οιασδήποτε Αγωγής και Απόφασης, καθότι ουδέποτε μου επιδόθηκε το κλητήριον ένταλμα, της υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αγωγής αφού επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο των Εναγομένων, δηλαδή στην οδό Στέλιου Κυριακίδη αρ.6, 3080 Λεμεσός στις 10/5/
  8. Μια, δυο ημέρες μετά, επιδόθηκε σ' εμένα κατηγορητήριο το οποίο αφορούσε την ποινική υπόθεση αρ. 1700/13 και η οποία επίσης αφορά το ίδιο αντικείμενο δηλαδή την επίδικη επιταγή της παρούσας αγωγής.
  9. Ενημέρωσα τον Δικηγόρο μου, το Γραφείο του οποίου είναι η εγγεγραμμένη διεύθυνση των Εναγόμενων, ότι έλαβα ένα έντυπο για το Δικαστήριο το οποίο αφορούσε την επίδικη επιταγή, χωρίς όμως να του διευκρινίσω ότι επρόκειτο για ποινική υπόθεση ή κατηγορητήριο μόνο.
  10. Ο Δικηγόρος, όμως, και το εγγεγραμμένο γραφείο των Εναγομένων, λανθασμένα νόμισε ότι μου είχε επιδοθεί η παρούσα αγωγή, όχι οτιδήποτε άλλο και ανάμενε σχετικές οδηγίες μου για το χειρισμό της παρούσας. Εγώ, όμως, ως ανάφερα και πιο πάνω, αναφερόμουν στην ποινική υπόθεση, όχι στην αγωγή.
  11. Εγώ, όμως, δεν έδωσα οποιεσδήποτε οδηγίες στον Δικηγόρο μου, αφού, λόγω οικονομικών δυσκολιών, επιθυμούσα να υποβάλω αίτηση για νομική αρωγή, πρώτα, όσον αφορά την ποινική υπόθεση που ανάφερα πιο πάνω και μετά να τον ειδοποιήσω και να του ζητήσω να χειριστεί την ποινική υπόθεση εκ μέρους μου.
  12. Η διαδικασία νομικής αρωγής ακόμη δεν έχει αποπερατωθεί και η επόμενη ημερομηνία είναι σήμερα δηλαδή τις 25/11/
  13. 9 Από την άλλη, ο δικηγόρος μου νομιζόμενος ότι οι δικηγόροι των Εναγόντων συμπεριέλαβαν το όνομα του εις τους κατηγορούμενους εκ λάθους, τους απέστειλε επιστολή ζητώντας τους να αποσύρουν την ποινική υπόθεση και να την διακόψουν εναντίον του. Αποτέλεσμα των πιο πάνω, και χωρίς να μπουν και στον κόπο οι δικηγόροι να του απαντήσουν, οι τελευταίοι ζήτησαν την έκδοση εντάλματος συλλήψεως.
  14. Το πιο πάνω, όμως, προκάλεσε περαιτέρω καθυστέρηση στο να ξεδιαλύνει η όλη κατάστασης.
  15. Επίσης, τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα, η σοβαρή ασθένεια του συζύγου μου και άλλα προσωπικά μου προβλήματα με εμπόδιζαν από του να μπορέσω να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση ενωρίτερα, κάτι το οποίο όμως δεν ήταν σκόπιμο.
  16. Ευσεβάστως δηλώνω προς το σεβαστό Δικαστήριο ότι ο λόγος για τον οποίο δεν καταχώρησα την παρούσα ενωρίτερα είναι για τους ως άνω λόγους και σε καμία περίπτωση δεν έδειξα ασέβεια τόσον έναντι του Δικαστηρίου όσον και έναντι των δικαστικών διαδικασιών, τις οποίες σέβομαι και τηρώ και τυχόν οποιαδήποτε καθυστέρηση στην παρούσα, οφειλόταν, επίσης, στην δυσκολία μου να εξεύρω δικηγόρον για να με υπερασπισθεί στην παρούσα υπόθεση, καθότι δεν έχω οικονομική ευχέρεια να πληρώνω τα δικηγορικά και δικαστικά έξοδα, για την υπεράσπιση μου και δηλώνω ότι έχω καλήν υπεράσπιση στην υπόθεση αυτή.
  17. Η επίδικη επιταγή δεν πληρώθηκε αφού οι Ενάγοντες παραβίασαν την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία και δεν προσέφεραν τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες.
  18. Συγκεκριμένα, οι Ενάγοντες δεν προέβησαν στην επιδιόρθωση οχήματος ως υποσχέθηκαν με αποτέλεσμα το εν λόγω όχημα να συνεχίζει να είναι ελαττωματικό, να μην έχει επιδιορθωθεί και να χρειάζεται επιπρόσθετες επιδιορθώσεις.
  19. Επίσης, οι Ενάγοντες προέβησαν σε περαιτέρω παραβιάσεις της εν λόγω συμφωνίας με αποτέλεσμα ο Δικηγόρος των Εναγομένων στις 29/2/2012 να αποστείλει επιστολή στους Ενάγοντες αντίγραφο της οποίας επισυνάπτω ως τεκμήριο «Α». Οι Ενάγοντες ουδέποτε απάντησαν την ως άνω επιστολή.
  20. Ευσεβάστως θεωρώ ότι έχω καλή υπεράσπιση στην παρούσα Αγωγή και θεωρώ περαιτέρω ότι είναι ορθό και δίκαιον να τύχει και η δική μου άποψης ακροάσεως υπό του Σεβαστού Δικαστηρίου.
  21. Για τους πιο πάνω λόγους ευσεβάστως εξαιτούμαι από το Σεβαστό Δικαστήριο, την έκδοση Διατάγματος ως η Αίτηση μου και τον παραμερισμό της Απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21/6/2013.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου). ΙΙΙ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ Οι Ενάγοντες καταχώρισαν Ειδοποίηση Ένστασης στην αίτηση παραμερισμού στις 19/3/
  22. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5, Δ.17 Θ. 10, Δ.33 Θ. 5, Δ.48 Θ. 1, 2, 3, 4, 8 και 9, και Δ.64 Θ. 1,2 και στις συμφυείς και αναφαίρετες εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: Α. Υπήρξε εσκεμμένη αδιαφορία προς τη δικαστική διαδικασία η οποία δεν δικαιολογεί και/ή στην Αίτηση δεν δίδεται επαρκής αιτιολογία για τη μη έγκαιρη καταχώριση εμφάνισης από τους Εναγόμενους. Οι Εναγόμενοι μέχρι και σήμερα παραλείπουν να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. Β. Οι Εναγόμενοι αδυνατούν να αποκαλύψουν υπεράσπιση και/ή καλή υπεράσπιση. Γ. Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας και καταχωρήθηκε με μοναδικό σκοπό την κωλυσιεργία και την παρακώλυση της εκτέλεσης της απόφασης στην ως άνω αγωγή. Όπως αναφέρεται στην Ειδοποίηση Ένστασης, τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στον φάκελο της δικαστικής διαδικασίας και αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του κ. Χρίστου Αγγελή, από την Λευκωσία, ημερ. 19.3.2014, ο οποίος δηλώνει τα ακόλουθα:
  23. «Είμαι ο οικονομικός διευθυντής των Εναγόντων, και υπεύθυνος για τον χειρισμό όλων των θεμάτων που έχουν να κάνουν με τους πελάτες των Εναγόντων και τους λογαριασμούς αυτών. Έχω στην κατοχή μου όλα τα σχετικά έγγραφα, χειρίζομαι, ενημερώνομαι και εποπτεύω όλα τα θέματα που έχουν να κάνουν με τους Εναγόμενους, ορκίζομαι δε την παρούσα ένορκο δήλωση ως εντίμως πιστεύω και δυνάμει νομικής συμβουλής την οποία έχω λάβει και εξ όσων προσωπικά γνωρίζω εκτός εάν αναφέρεται διαφορετικά πιο κάτω.
  24. Έχω διαβάσει με προσοχή τόσο την Αίτηση ημερομηνίας 25 Νοεμβρίου 2013 όσο και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση και εκτός όπου ρητώς προβαίνω σε παραδοχές πιο κάτω απορρίπτω το περιεχόμενο καθώς και τις αιτούμενες θεραπείες.
  25. Ανάγνωσα το σώμα της ένστασης και τους αναγραφόμενους λόγους ένστασης τα οποία υιοθετώ.
  26. Απορρίπτω κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς των Εναγομένων - Αιτητών ως αυτοί παρατίθενται στις παραγράφους

(3),
(4),
(5),
(6),
(7),
(8),
(9),
(10)
(11)και
(12)της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την Αίτηση. Εις απάντηση αναφέρω τα ακόλουθα: i. Η Ιδιωτική Ποινική με αριθμό 1700/2013 η οποία αφορά έκδοση ακάλυπτης επιταγής ουδόλως επηρεάζει την παροχή ή μη παροχή της Αιτούμενης Θεραπείας. ii. Η επίδοση του Κλητήριου Εντάλματος ως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα κα. Ελένη Βάχετ στην παράγραφο
(3)της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση έγινε στο Εγγεγραμμένο Γραφείο της Εταιρείας σε αξιωματούχο της Εταιρείας που μάλιστα τυγχάνει να είναι και ο Δικηγόρος που έχει καταχωρήσει και προωθεί την Παρούσα Αίτηση. Εσωκλείω ως Τεκμήριο 1 ηλεκτρονική Έρευνα από το Γραφείο του Εφόρου Εταιρειών σε σχέση με την Εναγόμενη Εταιρεία η οποία Έρευνα παρουσιάζει την διεύθυνση του Εγγεγραμμένου Γραφείου ως επίσης και τους αξιωματούχους της Εταιρείας. Ως Τεκμήριο 2 εσωκλείω επιστολή από τον Ιδιώτη Επιδότη κ. Παύλο Παπακώστα που παρουσιάζει το άτομο στο οποίο έγινε επίδοση. iii. Βάσει των πιο πάνω και ως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι των Εναγόντων η επίδοση του κλητήριου εντάλματος έχει γίνει νομότυπα και επομένως οι όποιοι ισχυρισμοί περί σύγχυσης ή λάθους στην λήψη της επίδοσης δεν ευσταθούν και δεν μπορούν να γίνουν πιστευτοί, αφού η επίδοση εκτός από του ότι έγινε νομότυπα έγινε και σε Δικηγόρο ο οποίος θα έπρεπε αν μη τι άλλο να γνωρίζει, όχι μόνο το σωστό της επίδοσης αλλά και τις συνέπειες της μη εμφάνισης εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. iv. Κατά συνέπεια το εάν ο εν λόγω Δικηγόρος δεν ενημέρωσε ή δεν εξήγησε τις επιπτώσεις της νομότυπης επίδοσης που δέχτηκε στους λοιπούς αξιωματούχους της Εταιρείας, αυτό σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογήσει την καθυστέρηση των 5 και πλέον μηνών καταχώρησης της υπό εξέταση Αίτησης. v. Όσον αφορά την παραδοχή της Ενόρκου Δηλούσας στην παράγραφο 12 της Ενόρκου Δηλώσεως που συνοδεύει την Αίτηση, ότι δηλαδή «...δεν έχω την οικονομική ευχέρεια να πληρώνω τα δικηγορικά και δικαστικά έξοδα», με σεβασμό πάντοτε προς το Δικαστήριο αναφέρω ότι αυτός και αν αποτελεί λόγο να μην επιτραπεί ο παραμερισμός της απόφασης. Εάν οι Εναγόμενοι δεν μπορούν να πληρώσουν τα αρχικά έξοδα των Δικηγόρων τους και τα δικαστικά έξοδα, πως δηλαδή σε περίπτωση που η υπόθεση παραμεριστεί, οι Εναγόμενοι: - Θα μπορέσουν να πληρώσουν τα έξοδα καταχώρησης υπεράσπισης του Δικηγόρου τους και επομένως να διασφαλίσουν την ταχεία διεκπεραίωση της υπόθεσης? - Πως οι Εναγόμενοι θα καταβάλουν έξοδα σε περίπτωση που η υπόθεση προχωρήσει σε ακρόαση και οι θέσεις τους απορριφτούν από το Δικαστήριο και άρα οι ίδιοι θα κληθούν να καταβάλουν, επαυξημένα στην περίπτωση αυτή έξοδα? 5. Σε συνάρτηση με τα πιο πάνω αναφέρω ότι οι Εναγόμενοι - Αιτητές αδυνατούν να δικαιολογήσουν την παράλειψη τους να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης στην παρούσα αλλά ούτε και προωθούν ή τεκμηριώνουν κάποια αιτιολογία για το γεγονός αυτό. Αντίθετα οι ίδιοι ακόμα και σήμερα παραλείπουν να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης, παράληψη από τους Εναγόμενους που δεικνύει καταφανέστατα ότι η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά με μοναδικό σκοπό να κερδίσουν χρόνο και να καθυστερήσουν την εκτέλεση της απόφασης στην παρούσα αγωγή.[1] 7. Απορρίπτω κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς των παραγράφων
(13),
(14),
(15),
(16)και
(17)της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την Αίτηση των Εναγομένων - Αιτητών και αναφέρω εις απάντηση τα ακόλουθα: (α) Οι Εναγόμενοι στερούνται υπεράσπισης και η όποια δικαιολογία προβάλλεται στο παρόν στάδιο είναι ανυπόστατη και παραπλανητική. (β) Η επιστολή Τεκμήριο «Α» η οποία επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση αν και φέρει ημερομηνία 29/2/2012 αυτή έχει αποσταλεί πολύ αργότερα. Εν πάση περιπτώσει ο ισχυρισμός της Ενόρκου Δηλούσας κα. Ελένης Βάχετ (Παρ. 15) ότι «Οι Ενάγοντες ουδέποτε απάντησαν την ως άνω επιστολή» είναι ψευδής, κακόπιστος και προπάντων παραπλανητικός προς το σεβαστό Δικαστήριο, γεγονός το οποίο θα πρέπει να απασχολήσει και να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όταν αυτό θα κληθεί να εξαντλήσει την Διακριτική του Ευχέρεια προς παροχή ή μη παροχή της Αιτούμενης Θεραπείας. Επισυνάπτω και σημειώνω ως Τεκμήριο 3 επιστολή από τους Δικηγόρους μας Κλεόπας & Κλεόπας Δ.Ε.Π.Ε. η οποία απαντά στην επιστολή Τεκμήριο «Α» με επισυναπτόμενη μάλιστα απόδειξη παραλαβής από τον Δικηγόρο των Αιτητών. (γ) Οι Εναγόμενοι - Αιτητές αδυνατούν να προωθήσουν οποιαδήποτε αιτιολογία που να τεκμηριώνει καλή υπεράσπιση ή οποιοδήποτε άλλο λόγο που να δικαιολογεί την παρέκκλιση της διαδικασίας για να τους επιτραπεί να υπερασπιστούν την υπόθεση για την οποία εξεδόθη εναντίον τους απόφαση. Ο μοναδικός ισχυρισμός περί τάχα ελαττωματικότητας του αυτοκινήτου μετά από το service καταρρέει αφού: - Δεν επισυνάπτεται κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει την κατ' ισχυρισμό ελαττωματικότητα του επίδικου αυτοκινήτου. - Η επίδικη επιδιόρθωση έγινε εδώ και πέραν των 2 χρόνων και επομένως το όποιο δικαίωμα πιθανό να είχαν οι Εναγόμενοι (γεγονός το οποίο απορρίπτεται) δεν υφίσταται πλέον αφού λόγω της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος οι Εναγόμενοι έχουν απεμπολήσει το οποίο δικαίωμα πιθανό να είχαν. - Οι Εναγόμενοι συνεχίζουν να χρησιμοποιούν το επίδικο αυτοκίνητο μέχρι και σήμερα. 8. Αληθώς δε αναφέρω ότι οι Εναγόμενοι οφείλουν στους Ενάγοντες το ποσό για το οποίο εξεδόθη, στις 21/6/2013, απόφαση στην παρούσα αγωγή εναντίον τους και ότι οι Εναγόμενοι ουδέν ποσό κατέβαλαν μέχρι σήμερα έναντι της εν λόγω οφειλής τους. 9. Ως εκ τούτου αιτούμαι της απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον των Εναγομένων πλέον Φ.Π.Α. 10. Διαζευτικά και αν το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να επιτρέψει στους Εναγόμενους να καταχωρήσουν την κατ' εμάς ανύπαρκτη υπεράσπιση τους στην παρούσα υπόθεση αιτούμαι όπως επιβληθούν τέτοιοι όροι στους Εναγόμενους ως προς τα έξοδα (που προκλήθηκαν από την εσκεμμένη και αδικαιολόγητη αδιαφορία τους) ούτως ώστε να διασφαλιστεί η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης στην παρούσα υπόθεση.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην απόφαση στην Πολιτική Έφεση Αρ. 10096, Κύπρος Γεωργίου ν Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1999)(Αρ.2) 1Γ ΑΑΔ 1938, ο Ηλιάδης Δ. κατέγραψε τα εξής, τα οποία απηχούν μέχρι σήμερα τη θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίουː «Οι αρχές που διέπουν τον παραμερισμό μιας απόφασης που λήφθηκε λόγω παράλειψης του εναγομένου να εμφανισθεί αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Αγγλικών και Κυπριακών αποφάσεων. (Evans ν. Bartlam [1937] 2 All E.R 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρο)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ.
(1997)1 Α.Α.Δ. 28). Στην Milouca Motor Trading Ltd. ν. Κούρτης
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 γίνεται μια εκτενής ανάλυση της σχετικής νομολογίας υιοθετήθηκαν οι αρχές όπως καθορίσθηκαν στην απόφαση Phylactou ν. Michael
(1982)1 C.L.R. 204,210, που τονίζουν αφενός την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουσθεί και αφετέρου την ανάγκη διασφάλισης της άνευ προσκόμματος αποπεράτωσης της δίκης. Ταυτόχρονα σημειώθηκε ότι όταν η συμπεριφορά του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης ισοδυναμεί με καταφρόνηση του Δικαστηρίου ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την αίτηση. Όπως εξηγεί ο Πικής, Π., που έδωσε την απόφαση του Εφετείου, "Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης." Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης. (Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd. ν. Κούρτης (πιο πάνω). Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Νικήτα στην απόφαση Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου) (πιο πάνω),"Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του."». Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Μιχάλης Περατικός (5788/2005, απόφαση ημερομηνίας 05/08/2013): «Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης (βλ. lason Travel & Tours Ltd v. L. Pashias Travel Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 145/2010, ημερομηνίας 19.02.13).». Υπό το φως των πιο πάνω νομολογηθέντων είναι που θα πρέπει να διαβάζεται η Διαταγή 17, Θ.10, η οποία προβλέπει ότιː «10. Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διάταξης, θα είναι νόμιμο δια το Δικαστήριο, στην κατάλληλη περίπτωση, να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.». Οι προϋποθέσεις για τον παραμερισμό μιας απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του Εναγομένου, δυνάμει της Δ.17 θ.10 ανωτέρω, συνοψίσθηκαν πρόσφατα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 15.1.2013, (δοθείσα από τον Ναθαναήλ, Δ.), στην Πολιτική Έφεση 205/2010, Κυριακή Τσεσμέλογλου ν Σοφοκλή Σοφοκλέους. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμαː «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Η απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη ουσιαστικά εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, υπόκειται επομένως στα καλώς εγνωσμένα περιοριστικά κριτήρια που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί. Τα πιο πάνω αντλούνται από υποθέσεις όπως οι Evans v. Bartlam
(1973)3 All E.R. 646, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Μιχάλης Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 163 και Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1 Α.Α.Δ. 333.». Ως προς το βάρος της απόδειξης της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης, παραπέμπω στην απόφαση Merkis v. Yiannoukas and another
(1994)1 AAA 736 όπου λέχθηκε ότι «από το σκεπτικό της Evans ν. Bartlam συνεπάγεται ότι- i. Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης ... ii. ... Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιαδήποτε άλλη έγγραφη μαρτυρία συνημμένη στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.». Έχει νομολογηθεί ότι η αποκάλυψη μιας καλής υπόθεσης ή συζητήσιμης υπεράσπισης, προϋποθέτει την προσκόμιση κάποιων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία εξυπακούεται ότι εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας όπως προβάλλεται μέσα από την ένορκη δήλωση, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνον αν θα εξυπηρετηθεί ο χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων (βλ. Πατουρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118. 2124 και Γεώργιος Φρίξου Γεωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κώστα Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(B) Α.Α.Δ., 1101 σελ. 1106). Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των αιτητών. Εκεί όπου η προβαλλόμενη υπεράσπιση δεν φέρει τα αναγκαία χαρακτηριστικά και ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται (Παρασκευά Κωνσταντίνου κ.ά. v. ΥΡ Trade & Service Ltd, 3225/2011, απόφαση ημερ. 12 Ιουνίου 2013). Στην απόφαση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθος Κούρτη
(1997)1B ΑΑΔ 941, επεξηγήθηκε η σημασία της διαγωγής του εναγομένου ως παράγοντα που μπορεί να επενεργήσει κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ανεξάρτητα από τη διαπίστωση της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, στη σελ. 945, αναφέρεται: «Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου [...]. [...] Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του Εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματος του. Διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και το αποτέλεσμα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του Εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν με την εξής επισήμανση του Ναθαναήλ, Δ., στην προμνησθείσα απόφαση στην Πολιτική Έφεση 205/2010ː «Η ανάδειξη εκ πρώτης όψεως καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης που συνιστά κυρίαρχο παράγοντα σε αιτήσεις του είδους, ουδέποτε εξετάζεται κατ΄ απομόνωση. Ανάλογα με τα περιστατικά, οι υπόλοιποι παράγοντες ή κριτήρια αποκτούν λιγότερη ή περισσότερη σημασία. Ικανά ακόμη και να αντισταθμίσουν την καλή υπεράσπιση. [...] Επομένως, όπως έχει κατ΄ επανάληψη λεχθεί (δέστε, για παράδειγμα, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941), η χωρίς επαρκή λόγο παράλειψη εμφάνισης αποτελεί βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού, διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγόμενου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος επιλέγει να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά, (F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Acqua Culture Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 2054).». IV. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Με βάση τη δοθείσα μαρτυρία, ως αξιολογείται στην όψη των ενόρκων δηλώσεων και δεδομένου ότι δεν υπήρξε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, έχω ικανοποιηθεί ότι στην παρούσα υπόθεση η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στους Εναγομένους έγινε νομότυπα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη Δ.5, θ. 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου και ειδικότερα την ένορκη δήλωση που καταχώρισε ο Δικαστικός επιδότης στο Πρωτοκολλητείο Λεμεσού στις 13.5.2013, επιβεβαιώνεται το περιεχόμενο της επιστολής που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 στην Ε/Δ που συνοδεύει την Ειδοποίηση Ένστασης των Εναγόντων στην υπό κρίση αίτηση, ότι δηλαδή το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στις 10.5.2013 στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας έναντι της υπογραφής του Νικόλαου Χρ. Νικολαϊδη, δικηγόρου στο εν λόγω γραφείο. Άλλωστε, ο κ. Νικολαϊδης, ενεργώντας ως ο δικηγόρος των Εναγομένων κατά τον χρόνο προώθησης της υπό κρίση αίτησης, ουδόλως έχει αμφισβητήσει το γεγονός αυτό, τουναντίον το έχει επιβεβαιώσει μέσα από τα γραφόμενά του στην γραπτή του αγόρευση. Δεν έχει εξάλλου αμφισβητηθεί από αυτόν ή και από την ενόρκως δηλούσα εκ μέρους των Εναγομένων ούτε και ο ισχυρισμός γεγονότος που αναφύεται μέσα από το Τεκμήριο 1 της Ε/Δ που συνοδεύει την Ένσταση των Εναγόντων, ότι δηλαδή ο κ. Νικολαϊδης είχε, κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης, ήτοι στις 10.5.2013, το αξίωμα του Γραμματέα της Εναγομένης εταιρείας. Επισημαίνω συναφώς ότι, αναφορικά με την επίδοση δικογράφου σε νομικό πρόσωπο, σχετική είναι η Διαταγή 5, θ. 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, την οποία παραθέτω αυτούσιαː «7. In the absence of any statutory provision regulating service of process upon a corporate body, service of an office copy of a writ of summons or other process on the president or other head officer, or on the treasurer or secretary of such body, or delivery of such copy at the office of such body, shall be deemed good service; [...]». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Συνεπώς, η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στο γραμματέα της εταιρείας ικανοποιεί τις πρόνοιες της εν λόγω δικονομικής Διαταγής. Τούτου δεδομένου, έχω ικανοποιηθεί ότι ο κ. Νικολαΐδης ήταν αρμόδιο πρόσωπο για να παραλάβει το επιδοτήριο, έτσι ώστε η επίδοση σε αυτόν να θεωρείται κανονική και νομότυπη. Η απόφαση του Δικαστηρίου επί της αγωγής εκδόθηκε στις 21.6.2013 δυνάμει της Διαταγής 17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, λόγω της παράλειψης των Εναγομένων να καταχωρήσουν Σημείωμα εμφάνισης μετά την παρέλευση 10 ημερών από την ημερομηνία της ως άνω νομότυπης επίδοσης στους Εναγόμενους. Το κείμενο της απόφασης βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου και αντλώ γνώση των λεπτομερειών της μέσα από αυτό. Εφόσον η επίδοση του κλητηρίου ήταν νομότυπη και εφόσον παρήλθε άπρακτη από πλευράς των Εναγομένων η προβλεπόμενη από τη Διαταγή 17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 10ήμερη προθεσμία για την καταχώριση Σημειώματος Εμφάνισης, οι Ενάγοντες νομιμοποιούνταν να αιτηθούν και να λάβουν απόφαση επί της αγωγής. Συνεπώς, δεν υφίσταται οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να δικαιολογεί τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης ex debito justitiae. Το επόμενο ζήτημα που εξετάζεται αφορά στο κατά πόσον οι Εναγόμενοι έχουν αποδείξει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ώστε να δικαιολογείται ο παραμερισμός της νομότυπα εκδοθείσας απόφασης επί της αγωγής. Σε αυτό το σημείο, κρίνω κατάλληλο να επισημάνω ότι η γραμμή υπεράσπισης που προωθούν οι Εναγόμενοι στην όψη της Ε/Δ της κας Βάχετ, εντοπίζεται στις παρα. 13 και 14 αυτής, ως έχουν παρατεθεί πιο πάνω. Είναι φανερό ότι οι Εναγόμενοι απαντούν σε υπόθεση οφειλής δυνάμει ακάλυπτης και /ή απλήρωτης επιταγής, ενώ απλή ανάγνωση του κειμένου της απόφασης του Δικαστηρίου, εκδοθείσας την 21.6.2013 στη βάση συγκεκριμένης ενόρκου δηλώσεως ιδίας ημερομηνίας της κας Ευτυχίας Σπύρου, η οποία βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, αποκαλύπτει ότι οι Ενάγοντες προώθησαν την αγωγή στη βάση τρεχούμενου λογαριασμού ο οποίος παρουσίαζε οφειλόμενο υπόλοιπο. Συνεπώς, άλλη θα αναμένετο να ήταν η γραμμή υπεράσπισης που θα προωθούσαν οι Εναγόμενοι. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι Εναγόμενοι θα μπορούσαν, σε περίπτωση παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης και με δεδομένο ότι το κλητήριο ένταλμα εμφάνιζε ως διαζευκτική βάση αγωγής την οφειλή δυνάμει ακάλυπτης επιταγής, να προωθούσαν υπεράσπιση αρμόζουσα σε τέτοια αιτία αγωγής, το Δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάσει το ζήτημα της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης υπό το φως των όσων η νομολογία έχει διευκρινίσειː ότι δηλαδή οι Εναγόμενοι σε τέτοια περίπτωση πρέπει εκ πρώτης όψεως να αποδείξουν ότι δεν δόθηκε καθόλου αντάλλαγμα για την επιταγή (total failure of consideration), δίδοντας εξηγήσεις για τον ισχυρισμό αυτό. Λαμβάνω υπόψη τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση ημερ. 18/11/1999, στην Πολιτική Έφεση Aρ. 10419, N. V. CATERCHEF LTD. ν. P.C.P. ELECTRONICS LTD.,
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912, όπου η επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη στην εφεσίβλητη, όχι λόγω έλλειψης χρημάτων στον λογαριασμό της εφεσείουσας, αλλά επειδή αυτή η ίδια σταμάτησε την πληρωμή προς την εφεσίβλητη για το λόγο ότι η τελευταία δεν έδωσε νόμιμο αντάλλαγμα για την έκδοση της. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο ισχυρισμός αυτός, χωρίς καμιά άλλη εξήγηση, δεν ικανοποιεί το κριτήριο για ύπαρξη δικάσιμου θέματος, που υπαγορεύει παράθεση γεγονότων και λεπτομερειών έτσι ώστε να φαίνεται πως προβάλλεται καλόπιστα υπεράσπιση. Το γεγονός ότι η Τράπεζα κλήθηκε να μην πληρώσει και η ξηρή άρνηση, χωρίς τίποτε άλλο, ότι δόθηκε αντάλλαγμα δεν συνιστούν από μόνα τους υπεράσπιση. Ιδιαίτερα στην περίπτωση αυτή που το Άρθρο 30 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, δημιουργεί τεκμήριο αξίας και καλής πίστης. Λαμβάνω επίσης υπόψη όσα αναφέρονται στο White Book
(1976), Rules of the Supreme Court , O.14, r.r. 3-4 επισύροντας την προσοχή στην ακόλουθη περικοπή από τη σελ. 142: «The principle is that a bill, cheque or note is given and taken in payment as so much cash, and not as merely giving a right of action for the creditor to litigate a counterclaim (see Jackson v Murphy, supra). We have repeatedly said in this court that a bill of exchange or a promissory note is as to be treated as cash. It is to be honoured unless there is some good reason to the contrary, e.g. if there is an arguable case based on total failure of consideration (see per Lord Denning M..R. in Fielding & Platt Ltd v Selim Najjar [1969] 1 W.L.R. 357 at p. 361; [1969] 2 All ER 150 at p. 152, C.A.). Δεν μου διαφεύγει ότι και στην παρούσα υπόθεση, η κατάσταση λογαριασμού που οι Ενάγοντες παρουσίασαν στον αδελφό Δικαστή που εξέδωσε την απόφαση της οποίας οι Εναγόμενοι ζητούν τον παραμερισμό, περιγράφει το οφειλόμενο στον τρεχούμενο λογαριασμό υπόλοιπο των €1.580,00 ως υπόλοιπο που αντιστοιχεί στην περιγραφή «STOP PAYMENT CHQ.33733160". Για σκοπούς υπεράσπισης, οι Εναγόμενοι επικαλούνται μέσω της Ε/Δ της κας Βάχετ ότι δεν δόθηκε αντάλλαγμα για την επιταγή λόγω μη επιδιόρθωσης του οχήματος με αρ. εγγραφής KRA 126 με αποτέλεσμα αυτό να συνεχίζει να είναι ελαττωματικό, να μην έχει επιδιορθωθεί και να χρειάζεται επιπρόσθετες επιδιορθώσεις. Ωστόσο, ο ισχυρισμός περί μη ύπαρξης καθόλου ανταλλάγματος για την επιταγή εκ πρώτης όψεως συγκρούεται με το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 29.2.2012 ως το Τεκμήριο Α στην Ε/Δ της κας Βάχετ, επί του οποίου στηρίζει την υπεράσπισή της η πλευρά των Εναγόντων. Απ' εκεί εκ πρώτης όψεως προκύπτει ότι έγιναν επισκευές και/ή επιδιορθώσεις στο εν λόγω όχημα και ότι η διαφωνία των Εναγομένων αφορά στο ύψος του ποσού της χρέωσης το οποίο θεωρούν υπερβολικό και/ή εξογκωμένο. Επιπλέον εκεί παρουσιάζεται ότι οι Ενάγοντες προχώρησαν στις ζητηθείσες από τους Εναγομένους αλλαγές εξαρτημάτων και ότι οι Εναγόμενοι παραπονούνται για το ότι έγιναν και πρόσθετες επιδιορθώσεις χωρίς την συγκατάθεσή τους. Εκ πρώτης όψεως αυτοί οι ισχυρισμοί δεν συνάδουν με ό,τι η νομολογία αποδέχεται ως «total failure of consideration». Χωρίς επηρεασμό των ως άνω παρατηρήσεών μου, επισημαίνω ότι, όπως εύστοχα παρατηρεί ο συνήγορος των Εναγόντων, απουσιάζει κάθε ίχνος υποστηρικτικής μαρτυρίας του ισχυρισμού των Εναγομένων που άπτεται της κατ' ισχυρισμό ελαττωματικότητας του οχήματος και της εκτίμησης της ισχυριζόμενης ζημιάς του, με αποτέλεσμα να μην εμπεριέχουν οι ισχυρισμοί των Εναγομένων τέτοιο βαθμό πειστικότητας που να δημιουργεί στο Δικαστήριο την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει επί ματαίω τη διακριτική του ευχέρεια για παραμερισμό της απόφασης. Ενόψει όλω των ανωτέρω, δεν έχω ικανοποιηθεί για την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Για χάριν πληρότητας, εξετάζω στη συνέχεια κατά πόσον οι Εναγόμενοι έδωσαν επαρκείς εξηγήσεις για την καθυστέρηση που επέδειξαν στην καταχώριση σημειώματος εμφάνισης και στην υποβολή αίτησης για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Ως προς το πρώτο σκέλος, είναι φανερό ότι ενώ το πρόσωπο που παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα ήταν δικηγόρος στο επάγγελμα και γνώριζε τις συνέπειες από τη μη εμφάνιση στην αγωγή, καθώς επίσης ήταν αξιωματούχος της Εναγομένης εταιρείας και θα μπορούσε να ενεργήσει γι' αυτήν, δεν έπραξε ως οι Θεσμοί προβλέπουν για την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης. Ορθά εξάλλου επισημαίνει ο συνήγορος των Εναγόντων ότι η κα Βάχετ έχει επιμελώς αποφύγει να προσδιορίσει πότε χρονικά έλαβε γνώση για την έκδοση της απόφασης. Στερεί κατ' αυτόν τον τρόπο από το Δικαστήριο την ευχέρεια να αξιολογήσει τον πραγματικό χρόνο καθυστέρησης που υπήρξε σε ό,τι αφορά την καταχώριση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης. Με δεδομένο πάντως ότι ο Γραμματέας της Εναγομένης εταιρείας γνώριζε για την ύπαρξη του κλητηρίου και για την ημερομηνία επίδοσης του σε αυτόν και δεδομένης της γνώσης που λογικά είχε, ως δικηγόρος που είναι, για την ευχέρεια των Εναγόντων να ζητήσουν και να λάβουν απόφαση ερήμην των Εναγομένων σε περίπτωση παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να επισημάνει ότι ήταν πλέον ζήτημα απλής και μη δαπανηρής έρευνας στο φάκελο της αγωγής η διαπίστωση της έκδοσης τέτοιας απόφασης σε εύθετο χρόνο και σε κάθε περίπτωση πολύ πριν την παρέλευση 5 μηνών από την ημερομηνία επίδοσης του κλητηρίου σε αυτόν. Ό,τι καταλήγει να αντιλαμβάνεται και πιστεύει το Δικαστήριο είναι ότι οι Εναγόμενοι, αν και γνώριζαν ευθύς εξ αρχής για την καταχώριση της αγωγής και για το λογικό επακόλουθο της έκδοσης απόφασης ερήμην τους λόγω της μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, καθυστέρησαν αδικαιολόγητα να εκδηλώσουν ενδιαφέρον για την παρούσα δικαστική διαδικασία. Δεν έχω πεισθεί ότι οι όποιες οικονομικές δυσκολίες τις οποίες επικαλείται η κα Βάχετ εμπόδιζαν την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης ή/και ότι η προτεραιότητα που επέδειξαν στον χειρισμό της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης αποτελούσαν εύλογο λόγο για την αδιαφορία για την παρούσα υπόθεση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι - (α) έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή, και ότι (β) δεν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην αίτηση για παραμερισμό της απόφασης. Συνεπακόλουθα, απορρίπτω την αίτηση, με έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δεδομένου του πιο πάνω αποτελέσματος, δεν χρειάζεται να αποφανθώ επί του αιτήματος των Εναγόντων για την επιβολή οποιουδήποτε όρου περί ασφάλειας των εξόδων. Σημειώνω παρενθετικά και μόνο ότι η έκδοση τέτοιας διαταγής σε περίπτωση παραμερισμού της απόφασης δεν αποκλείεται όπου η βάση της αγωγής αφορούσε σε μη τιμηθείσα επιταγή, απεναντίας αναφορά στην ύπαρξη διακριτικής ευχέρεια του Δικαστηρίου για την έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται στο White Book
(1976), Rules of the Supreme Court , O.14, r.r. 3-
  1. Σχετική η εξής περικοπή από τη σελ. 142: «Neverthless, in an action on a dishonoured bill of exchange the court is not bound in every case to give judgment for the plaintiff unconditionally but still has a discretion in the matter, e.g. where there appears to be a real issue to be tried, leave to defend may be given conditionally upon the whole amount claimed brought into court (see per Salmon L.J. in Saga of Bond Street Ltd v. Avalon Promotions Ltd [1972] 2 QB 325; [1972] 2 WLR 1250 at 1252; [1972 2 All ER 545 at 547).". (υπ.) ............................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Ακολουθεί η παρα. 7, αφού στο κείμενο δεν υπάρχει αριθμημένη παρα.
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.