← Κύπρος

ΜΑΡΙΟΥ ΜΑΚΡΙΔΗ ν. ΑΝΤΩΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΗ, Αρ. Αγωγής: 11080/07, 30/10/2014

ΜΑΡΙΟΥ ΜΑΚΡΙΔΗ ν. ΑΝΤΩΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΗ, Αρ. Αγωγής: 11080/07, 30/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A390 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 11080/07 Μεταξύ: ΜΑΡΙΟΥ ΜΑΚΡΙΔΗ Ενάγοντος και ΑΝΤΩΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΗ Εναγόμενου --------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Οκτωβρίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: κ. Λ. Ιωάννου για Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης ΔΕΠΕ Για τον εναγόμενο: κ. Α. Δράκος για Δράκος & Ευθυμίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση του ενάγοντος εναντίον του εναγόμενου πηγάζει από δυστύχημα που επεσυνέβη στις 9.10.2006 στη Λεωφόρο Κωνσταντινουπόλεως στη Λευκωσία. Έχει καταστεί παραδεκτό γεγονός κατά την ακροαματική διαδικασία ότι οι ειδικές ζημιές του ενάγοντος, επί πλήρους ευθύνης, ανέρχονται στο ποσό των €21.620, με τόκο επ' αυτού προς 2,75% από την καταχώρηση της αγωγής, δηλαδή από τις 19.12.2007, μέχρι την έκδοση της απόφασης και με νόμιμο τόκο από την έκδοση της απόφασης. Απέμεινε συνεπώς προς εκδίκαση το θέμα της απόδοσης και καταμερισμού της ευθύνης καθώς και οι γενικές αποζημιώσεις. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, η οποία καταχωρήθηκε στις 29.4.2009, ο εναγόμενος περί τις 9.10.2006 και περί ώρα 20.15 οδηγούσε το όχημά του με αρ. εγγραφής ΗΚΥ156 στη Λεωφόρο Κωνσταντινουπόλεως στο Στρόβολο με κατεύθυνση από τη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού προς τη Λεωφόρο Τσερίου και σε σημείο του δρόμου παρά τη στάση λεωφορείου, όπου ήταν σταματημένη στην άκρη του δρόμου στα αριστερά της πορείας του εναγόμενου η μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής ΚΕΝ166 που την οδηγούσε ο ενάγων, στην προσπάθειά του να προσπεράσει από δεξιά τη μοτοσικλέτα, ο εναγόμενος κτύπησε τη μοτοσικλέτα του ενάγοντος στο δεξί πλευρό της, με αποτέλεσμα να προκληθούν σοβαροί και πολλαπλοί τραυματισμοί, ζημιές και απώλειες στον ενάγοντα, λόγω αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων του εναγόμενου, λεπτομέρειες των οποίων εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή, ο ενάγων ήταν ηλικίας 25 ετών και άτομο υγιές, δραστήριο, ενεργητικό και κοινωνικό, ασχολείτο δε με το ποδόσφαιρο, τη γυμναστική και άλλα σπορ. Εργαζόταν σε κατάστημα πώλησης φωτιστικών κερδίζοντας μηνιαίως £640 (€1.093,50), είχε δε συνάψει συμφωνία για να εργαστεί κατά τις βραδινές ελεύθερες του ώρες ως υπεύθυνος του μουσικού τμήματος (DJ) σε δισκοθήκη στο D'VINE LOUNGE BAR στη Λάρνακα από τις 13.10.2006 με απολαβές £80 (€136,69) για κάθε βράδυ, αλλά λόγω του ατυχήματος αυτό δεν κατέστη δυνατό. Παραθέτοντας λεπτομέρειες των σωματικών βλαβών του, με τη θέση ότι η ανικανότητά του συνεπεία του ατυχήματος ξεπερνά το 75%, και των ειδικών ζημιών του, έχοντας όπως προαναφέρθηκε καταστεί παραδεκτό γεγονός το ύψος των ειδικών αποζημιώσεων, ο ενάγων απαιτεί τόσο τις ειδικές αποζημιώσεις όσο και γενικές αποζημιώσεις για τον πόνο, την οδύνη και την ταλαιπωρία που έχει υποστεί καθώς και για απώλεια απολαβών και/ή μείωση της επαγγελματικής του απόδοσης αλλά και την απώλεια μελλοντικών απολαβών λόγω της πλήρους ανικανότητάς του, έξοδα μελλοντικών εγχειρήσεων και δαπανών, νόμιμο τόκο από την ημερομηνία του ατυχήματος και έξοδα. Στην υπεράσπιση του, που καταχωρήθηκε στις 4.9.2009, ο εναγόμενος αποδέχεται ότι ήταν οδηγός του οχήματος που προαναφέρθηκε και ότι ενεπλάκη στο επίδικο δυστύχημα με την πιο πάνω μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ενάγων, αλλά αρνείται τους ισχυρισμούς του ενάγοντος ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και τις προς αυτόν συνέπειες του, καθώς και τις σωματικές βλάβες και τις σχετικές αξιώσεις του ενάγοντος, υποστηρίζοντας ότι το δυστύχημα οφείλετο στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντος και/ή στην από αυτόν παράβαση των εκ του νόμου και των κανονισμών καθηκόντων του, παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες και ζητώντας την απόρριψη της αγωγής. Στην απάντηση του, που καταχωρήθηκε στις 24.9.2009, ο ενάγων επαναλαμβάνει τις θέσεις και τις αξιώσεις του, απορρίπτοντας τις λεπτομέρειες αμέλειας που του καταλογίζονται από τον εναγόμενο. Η προσφερθείσα μαρτυρία που αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη η σύγκρουση, προέρχεται από τον ενάγοντα (ΜΕ2) και τον Α/Αστ. 714 Ανδρέα Σιακαλλή (ΜΕ1), εκ μέρους δε του εναγόμενου κατέθεσε ο ίδιος (ΜΥ1). Ο ΜΕ1 διερεύνησε το επίδικο δυστύχημα, αφού επισκέφθηκε τη σκηνή και κατέθεσε στο Δικαστήριο, κατά την αντεξέταση του, το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής που ετοίμασε ο ίδιος ως Τεκμήριο 2, το δε τελικό σχέδιο κατέθεσε κατά την κυρίως εξέταση του ως Τεκμήριο 1, το οποίο επεξήγησε. Στη σκηνή βρήκε και τους δύο οδηγούς παρόντες ενόσω τα οχήματα είχαν μετακινηθεί από την τελική τους θέση. Ο οδηγός της μοτοσικλέτας κατηγορήθηκε για τρία τροχαία αδικήματα και ο οδηγός του αυτοκινήτου κατηγορήθηκε για το δυστύχημα, ως κατέστη δε και παραδεκτό ο τελευταίος καταδικάστηκε κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στην ποινική υπόθεση. Όπως προκύπτει από τη γραπτή κατάθεση του ΜΕ1 (Έγγραφο Α), το δυστύχημα συνέβη σε κατοικημένη περιοχή όπου το όριο ταχύτητας ήταν 50 χ.α.ω, η άσφαλτος ήταν στεγνή και ο δρόμος επίπεδος με ελαφριά κατηφορική κλίση ως η πορεία του αυτοκινήτου, η ορατότητα ως προς την πορεία των δύο οδηγών ήταν πέραν των 40 μέτρων χωρίς οποιοδήποτε φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο και η περιοχή φωτίζεται από πασσάλους υψηλής ισχύος που βρίσκονται επί του δεξιού πεζοδρομίου ως η πορεία του αυτοκινήτου. Ως προς τις ζημιές των οχημάτων σύμφωνα με τον ΜΕ1, το αυτοκίνητο υπέστη ζημιές στο αριστερό μπροστινό φτερό και αριστερό καθρεφτάκι και η μοτοσικλέτα στο δεξί πισινό εξώστ, στα πλαστικά δεξιά και στο δεξί καθρεφτάκι. Ο ενάγων - ΜΕ2, στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β), ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος υποστήριξε ότι τη συγκεκριμένη ημέρα αφού τέλειωσε την προπόνηση του, ως μέλος της ποδοσφαιρικής ομάδας Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, στο γήπεδο Λατσιών, ανεχώρησε με τη μοτοσικλέτα του με σκοπό να μεταβεί στο κέντρο της Λευκωσίας για να συναντήσει κάποιους φίλους του. Στη Λεωφόρο Κωνσταντινουπόλεως, δίπλα από τη στάση λεωφορείων, σταμάτησε στα αριστερά του δρόμου στο πεζοδρόμιο για να απαντήσει στο κινητό του τηλέφωνο. Απάντησε στο τηλεφώνημα, χωρίς να βγάλει το κράνος του και χωρίς να απενεργοποιήσει τη μοτοσικλέτα, πατώντας με το δεξί του πόδι τα δεξιά πισινά φρένα για να έχει περισσότερο φως η μοτοσικλέτα για σκοπούς ασφαλείας. Αφού ολοκλήρωσε το τηλεφώνημα, έβαλε το τηλέφωνο στην τσέπη του παντελονιού του και κοίταξε δεξιά προς το μέρος της οικίας της κοπέλας του, που βρίσκεται στην παράλληλο της Λεωφόρου Κωνσταντινουπόλεως. Την ίδια στιγμή δέχθηκε κτύπημα στα δεξιά από το όχημα που ερχόταν από πίσω του και το οδηγούσε ο εναγόμενος, σε δευτερόλεπτα δε βρέθηκε πεσμένος στην άσφαλτο, στη δεξιά πλευρά, με τη μοτοσικλέτα από πάνω του. Ο εναγόμενος - ΜΥ1, ανέγνωσε τη γραπτή του κατάθεση στην αστυνομία ημερομηνίας 11.10.2006 (Έγγραφο Γ), όπου είχε αναφέρει ότι κατά το συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, οδηγώντας το προαναφερθέν αυτοκίνητο με ταχύτητα γύρω στα 30-40 χ α ω, σε σημείο του δρόμου που υπάρχει στάση λεωφορείου, πρόσεξε μία μοτοσικλέτα, πάνω στην οποία έφεξαν τα φώτα του αυτοκινήτου, να είναι σταματημένη στην αριστερή πλευρά του δρόμου, σε απόσταση περί τα 10 μέτρα, με τον οδηγό της πάνω σ' αυτή. Νομίζει ότι τα φώτα της μοτοσικλέτας δεν ήταν αναμμένα. Κινήθηκε τότε προς τα δεξιά για να περάσει από δίπλα της και καθώς ήταν έτοιμος να περάσει, η μοτοσικλέτα ξεκίνησε με κλίση δεξιά και κτύπησε στο αριστερό μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου. Ο εναγόμενος προχώρησε και σταμάτησε το αυτοκίνητο πιο κάτω εκτός του δρόμου και όταν πλησίασε στο σημείο του ατυχήματος είχε μαζευτεί κόσμος, η δε μοτοσικλέτα ήταν στημένη και ο οδηγός της πεσμένος στην άσφαλτο. Υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης στον αστυνομικό εξεταστή, ο οποίος το σημείωσε με το σημείο Χ στο πρόχειρο σχέδιο της σκηνής, με το οποίο ο εναγόμενος συμφωνεί. Αναφορικά με τις σωματικές βλάβες του ενάγοντος και τις συνέπειες του ατυχήματος σχετική είναι αρχικά η μαρτυρία του ίδιου. Όπως ανέφερε, ενόσω βρισκόταν πεσμένος στο δρόμο άρχισε να νιώθει αφόρητους πόνους, δεν μπορούσε να κινηθεί και δεν ένοιωθε το δεξί του πόδι από τον αστράγαλο και κάτω. Οι πόνοι αυξήθηκαν ενόσω μεταφέρετο στο παλαιό Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου εισήχθηκε αμέσως στο χειρουργείο και υποβλήθηκε σε επέμβαση διάρκειας περίπου έξι ωρών. Παρέμεινε τρεις μέρες στο εν λόγω νοσοκομείο και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο νέο Γενικό Νοσοκομείο, όπου παρέμεινε για δύο εβδομάδες έχοντας συνεχώς πόνους στο δεξί του πόδι. Λόγω των πολλαπλών τραυμάτων του, κατά την παραμονή του στο νοσοκομείο, δεν μπορούσε να φάει κανονικά, δεν κοιμόταν σχεδόν καθόλου, δεν ενεργείτο και του είχε τοποθετηθεί εξωτερικός νάρθηκας στο δεξί του πόδι. Μεταφέρθηκε στο σπίτι του με ρητές οδηγίες να μην μετακινείται παρά μόνο για τις επισκέψεις του στο νοσοκομείο και στη συνέχεια υποβλήθηκε σε δεύτερη εγχείρηση πλαστικής φύσης για να κλείσει η ανοικτή πληγή του ποδιού του. Παρέμεινε εκ νέου στο νοσοκομείο για μια εβδομάδα και για τέσσερις ημέρες σε καραντίνα λόγω μόλυνσης που υπέστη και στη συνέχεια μετέβη στο σπίτι του με οδηγίες να παραμείνει στο κρεβάτι μέχρι τον τέταρτο μήνα. Μεταφέρθηκε εκ νέου στο νοσοκομείο για αφαίρεση της εξωτερικής οστεοσύνθεσης και του τοποθετήθηκε γύψος στο δεξί πόδι, περιορίστηκε δε για άλλο ενάμιση περίπου μήνα στο σπίτι του, επισκεπτόμενος το νοσοκομείο επανειλημμένα. Λόγω του ότι άνοιξε εκ νέου το τραύμα στο πόδι του απεφάσισε να επισκεφθεί τον γιατρό Σεργίου (ΜΕ3) στο Αρεταίειο Νοσοκομείο, ο οποίος απεφάνθη ότι χρειάζεται εγχείρηση (βλ. Τεκμήριο 4), στην οποία υπέβαλε τον ενάγοντα στις 20.6.2007 (βλ. Τεκμήριο 5). Παρέμεινε για οκτώ ημέρες στο Αρεταίειο Νοσοκομείο και στη συνέχεια κλινήρης στο σπίτι του σε πλήρη ακινησία, επισκεπτόμενος δύο φορές την εβδομάδα τον εν λόγω γιατρό για περίοδο ενός μηνός. Στη συνέχεια του αφαιρέθηκε ο γύψος λόγω του ότι η μόλυνση δεν υποχωρούσε και επισκεπτόταν μέρα πάρα μέρα τον γιατρό του για την περιποίηση της πληγής, που ήταν ανοικτή μέχρι την αναγκαστική αφαίρεση των πλατίνων. Με την πάροδο του χρόνου άρχισε να κινείται περιορισμένα με δεκανίκια, με την ταλαιπωρία να έχει κρατήσει για δύο χρόνια μέχρι το δεξί του πόδι να αποκτήσει κίνηση. Ο γιατρός του εισηγήθηκε νέα εγχείρηση πλαστικής φύσης, όταν ο ενάγων θα νιώθει ψυχολογικά έτοιμος. Σήμερα το δεξί του πόδι είναι παραμορφωμένο, ο ίδιος είναι ανίκανος για εργασία εφόσον δεν αντέχει την ορθοστασία και δεν μπορεί να περπατήσει παρά μόνο πολύ μικρές αποστάσεις με προβλήματα. Στις αλλαγές του καιρού οι πόνοι είναι εφιαλτικοί και μετά από μικρή βάδιση το πόδι του αρχίζει να κουτσαίνει, έχοντας καταστεί ανίκανος πέραν του 75% για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του (βλ. Τεκμήριο 6). Ως Τεκμήρια 7-9 κατέθεσε στοιχεία-αποδείξεις σχετικά με τις ειδικές ζημιές του, το ύψος των οποίων, όπως προαναφέρθηκε, σε μεταγενέστερο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας κατέστη παραδεκτό. Υποστηρίζοντας ότι κατά την ημέρα του δυστυχήματος ήταν ηλικίας 25 ετών, υγιέστατος, δραστήριος και ασχολείτο με το ποδόσφαιρο, τη γυμναστική και άλλου είδους αθλοπαιδιές, ο ενάγων ανέφερε ότι έχει καταντήσει σακάτης, δεν μπορεί να εργαστεί ούτε να ασχοληθεί με αθλητικές δραστηριότητες, είναι δε απαραίτητη, σύμφωνα με τους γιατρούς του, μια σειρά άλλων εγχειρήσεων που θα τον ταλαιπωρήσουν και θα είναι δαπανηρές. Όσον αφορά την εργασία του με αναφορά σε όσα σχετικά παρατέθηκαν πιο πάνω σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, ο ενάγων κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 (για το οποίο υπήρξε επιφύλαξη εκ μέρους του κ. Δράκου ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του) βεβαίωση εταιρείας ημερομηνίας 2.5.2007 για την συμφωνηθείσα εργοδότηση του ως DJ από τις 13.10.2006, η οποία δεν κατέστη δυνατή λόγω του ατυχήματος. Η μαρτυρία που αφορά την σωματική κατάσταση του ενάγοντος μετά το ατύχημα προέρχεται και από τον ιατρό Ορθοπαιδικό Σέργιο Σεργίου (ΜΕ3). Εκ μέρους του εναγόμενου προσφέρθηκε σχετικά η μαρτυρία του Ηλία Γεωργίου, ιατρού Ορθοπαιδικού Χειρουργού, ΜΥ2. Ο ΜΕ3, ανεγνώρισε και υιοθέτησε την βεβαίωση που εξέδωσε ημερομηνίας 12.6.2007 (Τεκμήριο 4), καθώς και το ιατρικό πιστοποιητικό του ημερομηνίας 20.7.2007 (Τεκμήριο 5), ως επίσης και το συμπληρωματικό ιατρικό πιστοποιητικό του ημερομηνίας 14.4.2009 (Τεκμήριο 6) και επεξήγησε την ιατρική του γνώμη. Αναφέροντας ότι έχει εξετάσει τον ενάγοντα τελευταίως, πριν από δύο μήνες, και η κατάστασή του είναι ίδια μ' αυτήν περιγράφεται στο Τεκμήριο 6, υποστήριξε ότι δεν απαιτείται να γίνει άλλη εγχείρηση καθότι δεν θα επιφέρει βελτίωση των καταλοίπων του τραυματισμού. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήρια 10 και 11 καταστάσεις λογαριασμού αναφορικά με τα ποσά που του κατεβλήθησαν από τον ενάγοντα, τα οποία ωστόσο περιλαμβάνονται στο ποσό των ειδικών ζημιών, το ύψος των οποίων, ως προαναφέρθηκε, έχει καταστεί παραδεκτό. Παρεμβάλλεται σ' αυτό το σημείο ότι κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 12 το πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας ημερομηνίας 6.9.2012, αναφορά στο περιεχόμενο του οποίου, που είναι αποδεκτό εκ μέρους του εναγόμενου, θα γίνει στη συνέχεια. Ο ΜΥ2, ως ανέφερε, κατόπιν παραπομπής για λογαριασμό του εναγόμενου, είχε εξετάσει τον ενάγοντα στις 14.9.2007 και κατέθεσε ως Τεκμήριο 13 την ιατρική έκθεσή του, ημερομηνίας 5.10.2007, έχοντας τον δε επανεξετάσει στις 3.6.2010 κατέθεσε ως Τεκμήριο 14 τη συμπληρωματική ιατρική του έκθεση ημερομηνίας 22.7.2010 και επεξήγησε τις εν λόγω εκθέσεις του. Οι συνήγοροι αγορεύοντας με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Οι επί μέρους εισηγήσεις των συνηγόρων θα παρατεθούν στη συνέχεια, όπου χρειάζεται, όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επιδίκων θεμάτων της υπόθεσης. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοι Λτδ

(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd κ.α.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 820). Πριν προβώ σε αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας, αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, είναι σκόπιμο να επισημανθούν στοιχεία που είναι κοινώς παραδεκτά ή δεν αμφισβητήθηκαν. Δεν έχει τεθεί σε αμφισβήτηση αρχικά ότι τα ενεχόμενα στο δυστύχημα οχήματα οδηγούντο από τους διαδίκους. Ούτε η μαρτυρία του αστυνομικού εξεταστή αμφισβητήθηκε. Πιο συγκεκριμένα, σχετικά με όσα αναφέρθηκαν από τον ΜΕ1, δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά η μαρτυρία του και τα στοιχεία πραγματικής μαρτυρίας, τα οποία παρέθεσε και με τα οποία ο ενάγων συμφώνησε, παρέμειναν αναμφισβήτητα εκ μέρους του εναγόμενου ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί η πραγματική μαρτυρία, που είναι η μαρτυρία που προβάλλει από τα ίδια τα πράγματα και μόνο αποτελεί αντικειμενικό εύρημα με αποδεικτική δυναμική, όταν κατά την αντιπαραβολή προς αυτό των αντικρουόμενων εκδοχών είναι εγγενώς αποκαλυπτικό της εξέλιξης των πραγμάτων (Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ. 45). Η πραγματική μαρτυρία αποτελεί γνώμονα τόσο για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και για τον έλεγχο των λεπτομερειών της μαρτυρίας, συνιστά δε σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που προκάλεσαν το δυστύχημα (Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1388, Ιωαννίδου κ.ά. ν. Singh κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1805). Δεν έχω αμφιβολία ότι ο ΜΕ1 παρέθεσε με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο τα ευρήματα του για το δυστύχημα, το οποίο εξέτασε αντικειμενικά και αποδέχομαι τις μετρήσεις του στη σκηνή και τα λοιπά πραγματικά ευρήματα στα οποία αναφέρθηκε, που αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Είναι αναντίλεκτο συνεπώς ότι η σύγκρουση των δύο οχημάτων που οδηγούσαν οι διάδικοι, δηλαδή της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο ενάγων και του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο εναγόμενος, επεσυνέβη στο σημείο Χ του Τεκμηρίου 1, που απέχει 1,40 μέτρα από το αριστερό πεζοδρόμιο της πορείας (Α) του εναγόμενου, ενόσω τα οχήματα δεν βρέθηκαν από τον ΜΕ1 στην τελική τους θέση. Η άσφαλτος ήταν στεγνή και ο δρόμος επίπεδος με ελαφριά κατηφορική κλίση ως η πορεία του αυτοκινήτου (Α), αποτελείται δε από δυο λωρίδες κυκλοφορίας πλάτους 5,6 μέτρων η λωρίδα της πορείας Α και 5 μέτρων η εξ αντιθέτου λωρίδα, με πεζοδρόμια εκατέρωθεν πλάτους 2 μέτρων έκαστο, η ορατότητα ως προς την πορεία των δύο οδηγών ήταν πέραν των 40 μέτρων χωρίς οποιοδήποτε φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο, η περιοχή φωτίζεται από δυο πασσάλους υψηλής ισχύος που βρίσκονται επί του δεξιού πεζοδρομίου ως η πορεία Α του αυτοκινήτου, σε απόσταση περί τα 20 μέτρα διαγώνια από το σημείο σύγκρουσης Χ έκαστος εξ αυτών και το όριο ταχύτητας στην περιοχή ήταν 50 χ.α.ω. Ως προς τις ζημιές των οχημάτων, είναι αποδεκτό ότι το αυτοκίνητο υπέστη ζημιές στο αριστερό μπροστινό φτερό και στο αριστερό καθρεφτάκι και η μοτοσικλέτα στο δεξί πισινό εξώστ, στα πλαστικά δεξιά και στο δεξί καθρεφτάκι. Όπως δε θα διαφανεί στη συνέχεια το ουσιώδες κριτήριο για τον καταμερισμό της ευθύνης για τη σύγκρουση αποτελούν οι ζημιές που αναντίλεκτα προκλήθηκαν στα δυο οχήματα, πέραν των λοιπών στοιχείων της πραγματικής μαρτυρίας που παρατέθηκαν πιο πάνω. Αξιολογώντας περαιτέρω την προσφερθείσα μαρτυρία με βάση τις προαναφερθείσες αρχές κρίνεται ότι η μαρτυρία του ενάγοντος, υπό το φως του συνόλου της προσφερθείσας μαρτυρίας, δεν μπορεί να γίνει πλήρως αποδεκτή, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνέβη η σύγκρουση. Ειδικότερα, ως προς το θέμα της οδικής συμπεριφοράς του ενάγοντος κατά τον χρόνο του ατυχήματος, η εμμονή του στη θέση ότι η μοτοσικλέτα ήταν σταματημένη όταν έγινε η σύγκρουση κρίνεται ως προσπάθεια αποφυγής οποιασδήποτε ευθύνης για το ατύχημα δεδομένου ότι τέτοια θέση δεν υποστηρίζεται από την αναντίλεκτη πραγματική μαρτυρία. Πιο συγκεκριμένα, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η μοτοσικλέτα ήταν σταματημένη και ο ίδιος μάλιστα πατούσε με το αριστερό πόδι του στο πεζοδρόμιο κατά τη στιγμή που το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος επέπεσε επί της μοτοσικλέτας, κρίνεται αναληθής, δεδομένου ότι ως θέμα κοινής λογικής δεν είναι δυνατό να πατά στο πεζοδρόμιο ο ενάγων με το αριστερό του πόδι καθισμένος στη μοτοσικλέτα και η σύγκρουση να γίνει εντός του δρόμου σε απόσταση 1,40 μέτρα από το πεζοδρόμιο. Επιπρόσθετα από τις ζημιές των οχημάτων συνάγεται ότι η σύγκρουση δεν επεσυνέβη στο πίσω μέρος της μοτοσικλέτας, ως θα ήταν λογικό αν ήταν ορθή η εκδοχή του ενάγοντος ότι η μοτοσικλέτα ήταν σταματημένη και το όχημα του εναγόμενου επέπεσε επ' αυτής. Από τις ζημιές των οχημάτων προβάλλει ότι η μοτοσικλέτα του ενάγοντος συγκρούσθηκε με τη δεξιά της πλευρά στο αριστερό μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο εναγόμενος, γεγονός που βάσει της κοινής λογικής σε συνάρτηση με τη θέση του σημείου σύγκρουσης δείχνει ότι, όταν έγινε η σύγκρουση η μοτοσικλέτα είχε αρχίσει να διακινείται με κλίση προς τα δεξιά στο δρόμο. Τα αναντίλεκτα στοιχεία της πραγματικής μαρτυρίας φανερώνουν ότι η μοτοσικλέτα δεν ήταν σταματημένη κατά το χρόνο της σύγκρουσης και έπρεπε ο ενάγων, όταν προσπάθησε να συνεχίσει την πορεία του στο δρόμο, να είχε αντιληφθεί ότι διακινείτο επ' αυτού το αυτοκίνητο του εναγόμενου. Ο δε ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν είχε δυνατότητα να αντιδράσει εφόσον ο εναγόμενος επέπεσε επί της σταματημένης μοτοσικλέτας δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Χωρίς να διαφεύγει της προσοχής, όπως ορθά παρατηρείται από τον συνήγορο του εναγόμενου, η διάσταση των ισχυρισμών που προέβαλε ο ενάγων στην έκθεση απαίτησης του αφενός και στην απάντηση του στην υπεράσπιση αφετέρου σε σχέση με τις συνθήκες του ατυχήματος, από τα πιο πάνω λεχθέντα προκύπτει ότι ο ενάγων δεν ήταν απόλυτα ειλικρινής σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη σύγκρουση, εφόσον τα αναντίλεκτα στοιχεία της πραγματικής μαρτυρίας δεν συνάδουν με την εκδοχή του. Ως προς τη μαρτυρία του εναγόμενου, αν και συνάδει εν πολλοίς με την πραγματική μαρτυρία, δεν μπορεί να γίνει εξ ολοκλήρου αποδεκτή. Όπως ανέφερε, δεν ήταν βέβαιος κατά πόσο τα πισινά φώτα της μοτοσικλέτας ήταν αναμμένα όταν την αντιλήφθηκε να είναι σταματημένη στην αριστερή πλευρά του δρόμου, γεγονός ωστόσο που δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, εφόσον η ορατότητα του, λόγω του ικανοποιητικού φωτισμού του μέρους κατά τον επίδικο χρόνο σύμφωνα με την αναμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΕ1, ήταν απρόσκοπτη και δεν τον εμπόδιζε οτιδήποτε από του να δει τη μοτοσικλέτα. Ούτε και φαίνεται να είχε αντιληφθεί εγκαίρως ότι η μοτοσικλέτα άρχισε να διακινείται προς το δρόμο ώστε να λάβει τα δέοντα μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης στην προσπάθεια του να την προσπεράσει είτε μειώνοντας την ταχύτητα του είτε προβαίνοντας σε οποιοδήποτε ελιγμό ενόψει του πλάτους της λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία διακινείτο ή σε άλλη ενέργεια για να διασφαλίσει την ασφαλή πορεία του στο δρόμο. Ο ισχυρισμός του δε κατά τη ένορκη μαρτυρία του ότι είχε αναβοσβήσει τα φώτα του αυτοκινήτου προσπερνώντας τη μοτοσικλέτα κρίνεται όψιμος εφόσον δεν έδωσε καμία ικανοποιητική δικαιολογία ως προς την παράλειψη του να αναφέρει κάτι τέτοιο στην γραπτή του κατάθεση στην αστυνομία, την οποία έδωσε δυο μέρες μετά το ατύχημα. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, ανακεφαλαιώνοντας τα ευρήματά μου βάσει και των παραδεκτών στοιχείων της υπόθεσης, βρίσκω ότι στις 9.10.2006 και περί ώρα 20.15 ενόσω ο ενάγων οδηγούσε την μοτοσικλέτα του, με αρ. εγγραφής ΚΕΝ166, επί της Λεωφόρου Κωνσταντινουπόλεως με κατεύθυνση από τη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού προς τη Λεωφόρο Τσερίου, σταμάτησε τη μοτοσικλέτα σε σημείο του δρόμου στα αριστερά της πορείας του, παρά τη στάση λεωφορείου, για να μιλήσει στο κινητό του τηλέφωνο. Όταν τέλειωσε τη συνομιλία του ο ενάγων άρχισε να εισέρχεται στο δρόμο με κλίση προς τα δεξιά, όπου διακινείτο το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος με αρ. εγγραφής ΗΚΥ156, με αποτέλεσμα η μοτοσικλέτα του ενάγοντος με τη δεξιά της πλευρά να προσκρούσει στο αριστερό μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του εναγόμενου και ο ενάγων να τραυματιστεί πέφτοντας στο έδαφος στα δεξιά της μοτοσικλέτας. Ο ΜΕ1 επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος και ετοίμασε τα Τεκμήρια 1 και 2, τα δε ευρήματα του ως προς τις ζημιές της μοτοσικλέτας και του αυτοκινήτου καθώς και οι συνθήκες καιρού, ορατότητας και τα λοιπά στοιχεία πραγματικής μαρτυρίας, όπως ήδη παρατέθηκαν, αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί η αμέλεια κρίνεται καθολικά, απρόσωπα και αντικειμενικά, με γνώμονα τις αντιδράσεις του συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί λογικά το δρόμο, συναισθανόμενος την ευθύνη για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο, κάθε υπόθεση δε τροχαίου ατυχήματος εξετάζεται με βάση τα δικά της γεγονότα και περιστατικά. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού και συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Ως προς το θέμα της αναζήτησης συντρέχουσας αμέλειας το Δικαστήριο ερευνά για την ύπαρξη τέτοιων στοιχείων από τα οποία να καταφαίνεται κατά πόσο ο ενάγων παρέλειψε να ασκήσει εύλογη φροντίδα και επιμέλεια για τη δική του ασφάλεια και έτσι μπορεί να λεχθεί ότι συνέβαλε στην πρόκληση των δικών του βλαβών ή ζημιάς (βλ. Sofocleous and another v. Georghiou and another
(1978)1 A.A.Δ. 149, Antoniou v. Iordanous and another
(1976)1 Α.Α.Δ. 341, Αντωνιάδη Μαϊττα ν. Γεωργίου κ.α.
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 1). Η ευθύνη για τροχαίο ατύχημα επιμερίζεται υπό το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οδηγό προς κρίση των παραλείψεων αμφοτέρων των πλευρών αποτελεί ο μέσος συνετός πολίτης και όχι η μικροσκοπική συνεκτίμηση των αντιδράσεων (βλ. Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178, Βελάρης ν. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ. 881, Γεωργίου ν. Παναγιωτίδη κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 80, Ιωάννου κ.α. ν. Μιχαήλ
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 141). Η ευθύνη, περαιτέρω, καταμερίζεται σε συνάρτηση με την υπαιτιότητα αφενός κρινόμενη υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας που προξένησε το ατύχημα και της επελεύσεως της ζημιάς, που αποτελεί το αντικείμενο της δίκης αφετέρου (βλ. Αλεξάνδρου κ.α. ν. Λεβέντη κ.α.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 420). Στην παρούσα υπόθεση εν όψει των πιο πάνω ευρημάτων μου, υπό το φως των κοινώς αποδεκτών σημείων και έχοντας υπόψη μου τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται θεωρώ ότι ο εναγόμενος επέδειξε αμέλεια και ενήργησε με έλλειψη της δέουσας προσοχής, παρατηρητικότητας και πρόβλεψης με αποτέλεσμα να υπέχει ευθύνη για την επίδικη σύγκρουση. Ο εναγόμενος παρέβη το καθήκον επιμέλειας που είχε οδηγώντας το όχημα του έναντι του οδηγού της μοτοσικλέτας στην προσπάθεια του να τον προσπεράσει, έχοντας τον εντοπίσει να βρίσκεται σταματημένος στα αριστερά της πορείας του επί της συγκεκριμένης λεωφόρου. Από τα γεγονότα προκύπτει ότι ο εναγόμενος λόγω έλλειψης της δέουσας προσοχής και παρατηρητικότητας δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως ότι ο ενάγων ξεκίνησε να εισέρχεται στη λωρίδα κυκλοφορίας της πορείας του με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με τη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο τελευταίος. Η αμέλεια του εναγόμενου εντοπίζεται στη μη λήψη των αναγκαίων μέτρων όπως όφειλε και μπορούσε για την ασφαλή πορεία του στο δρόμο υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις και την αποφυγή σύγκρουσης με τη μοτοσικλέτα που μπορούσε έγκαιρα να είχε αντιληφθεί ότι άρχισε να εισέρχεται στο δρόμο μπροστά του, έχοντας προφανώς ευθύνη για το ατύχημα και τις προς τον ενάγοντα συνέπειες του. Περαιτέρω, εξετάζοντας την οδική συμπεριφορά του ενάγοντος υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και βάσει των νομολογιακών αρχών, θεωρώ ότι έχει καταδειχθεί ότι αυτός έχει ενεργήσει αμελώς ώστε θα πρέπει να του αποδοθεί συντρέχουσα αμέλεια για τη σύγκρουση. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο ενάγων παρόλο που είχε πρόθεση να συνεχίσει την πορεία του επί της συγκεκριμένης λεωφόρου ξεκίνησε με κλίση προς τα δεξιά χωρίς να λάβει, όπως έπρεπε, τα δέοντα μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης με τα διακινούμενα επί της λεωφόρου οχήματα. Αν ο ενάγων ασκούσε τη δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα θα μπορούσε να είχε αντιληφθεί έγκαιρα το αυτοκίνητο του εναγόμενου που διακινείτο εντός της λεωφόρου και να συνέχιζε την πορεία του στη λεωφόρο χωρίς να εκθέσει τον εαυτό του στον κίνδυνο σύγκρουσης με το αυτοκίνητο αυτό. Είχε ικανοποιητική και ουσιαστικά απρόσκοπτη ορατότητα υπό τις συνθήκες φωτισμού του μέρους και θα αναμένετο λογικά διατηρώντας στοιχειώδη έλεγχο του δρόμου να δει έγκαιρα το αυτοκίνητο του εναγόμενου ώστε να λάβει μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης. Το γεγονός ότι η πρόσκρουση της δεξιάς πλευράς της μοτοσικλέτας έγινε επί του αριστερού μπροστινού μέρους του αυτοκινήτου καταδεικνύει ότι το αυτοκίνητο του εναγόμενου διακινείτο επί του δρόμου όταν εισήρχετο η μοτοσικλέτα του ενάγοντος, υπό τα δεδομένα της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να ανακύπτει ευθύνη του ενάγοντος για λήψη μέτρων προφύλαξης ενόψει εύλογα εμφανούς κινδύνου. Κατά συνέπεια κρίνεται ότι η συμπεριφορά του ενάγοντος οφείλετο σε έλλειψη της δέουσας προσοχής ή μέριμνας και θα πρέπει να του αποδοθεί ποσοστό συντρέχουσας αμέλειας, το οποίο υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, καθορίζεται σε 50%. Ως προς τις σωματικές βλάβες που υπέστη ο ενάγων και αποδίδονται από τον ίδιο στον τραυματισμό του στο ατύχημα καθώς και τη θεραπεία στην οποία υπεβλήθη, επισημαίνεται αρχικά ότι από το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού - Τεκμηρίου 12, που αποτελεί την ιατρική έκθεση του Π. Σπαστρή, Βοηθ. Διευθυντή Ορθοπαιδικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, ημερομηνίας 6.9.2012, που ως προαναφέρθηκε κατέστη παραδεκτό εκ μέρους του εναγόμενου, το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε σχετικά ευρήματα. Ειδικότερα, στο εν λόγω πιστοποιητικό αναφέρονται τα ακόλουθα (διατηρήθηκε η ορθογραφία του κειμένου): «ΜΑΡΙΟΣ ΜΑΚΡΙΔΗΣ Α.Δ.Τ.: 824404 ΗΜΕΡ. ΓΕΝ.: 04/11/1981 Βάση των στοιχείων του αρχείου του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας ο ανωτέρω ασθενής εξετάσθηκε στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών στις 9/10/2006 μετά από αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα στο οποίο ενεπλάκη. Παρασύρθηκε από διερχόμενο Ι.Χ. αυτοκίνητο. Μετά το κλινικό και ακτινολογικό απεικονιστικό έλεγχο διαπιστώθηκαν τα κάτωθι:
  1. Διπολικό κάταγμα ανοικτό 2ου βαθμού κατά την Α.Ο. δεξιάς κνήμης.
  2. Έγκαυμα εκ τριβής έσω επιφάνειας του γαστροκνημικού με αυξημένη πιθανότητα νέκρωσης του δέρματος.
  3. Έφερε μικρό τραύμα στην οπίσθια επιφάνεια του δεξιού μηρού άνωθεν του γόνατος. Αφού του παρασχέθησαν οι πρώτες βοήθειες στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών πάρθηκε ο απαραίτητος προεγχειρητικός αιματολογικός έλεγχος. Ο ασθενής οδηγήθηκε στον Ορθοπαιδικό Θάλαμο όπου έτυχε προετοιμασίας για να οδηγηθεί στο χειρουργείο. Στο χειρουργείο οδηγήθηκε αυθημερόν περί την 10.45 μ.μ. και διήρκησε 4 ώρες όπου υπό γενική αναισθησία έγινε χειρουργικός καθαρισμός του τραύματος ανοικτή ανάταξη τοποθέτηση οστικών μοσχευμάτων που πάρθησαν από το λαγόνιο οστό του ασθενούς και σταθεροποίηση με εξωτερική οστεοσύνθεση τύπου Α.Ο. Αφού τοποθετήθηκαν και τα redivacs το τραύμα έτυχε συρραφής και ο ασθενής μετά την κάλυψη του τραύματος με στείρες γάζες οδηγήθηκε στον Ορθοπαιδικό Θάλαμο όπου έτυχε νοσηλευτικής και ιατρικής φροντίδας και παρακολούθησης. Διεγχειρητικά έλαβε 3 μονάδες αίμα και αντιβίωση. Στο θάλαμο συνέχισε με αντιβιωτικά keflin, nebcin και flagyl για επτά ημέρες. Στις 9/10/2006 εστάλει στον πλαστικό χειρούργο για έλεγχο του δερματικού τραύματος της δεξιάς κνήμης λόγω στοιχείων νέκρωσης. Ο ασθενής στάληκε στην πλαστική χειρουργική την 10/11/2006 με τη διάγνωση του δερματικού ελλείμματος της δεξιάς κνήμης αφού πάρθησαν καλλιέργειες από το τραύμα και έτυχε χειρουργικού καθαρισμού την 13/11 οδηγήθηκε στο χειρουργείο όπου το δερματικό έλλειμμα αντιμετωπίστηκε από τους πλαστικούς χειρούργους. Ο ασθενής στην συνέχεια παρακολουθήθηκε και από τους πλαστικούς χειρούργους και από τους ορθοπαιδικούς. Στις 5/1/2007 επιτράπηκε η πλήρη φόρτιση του δεξιού κάτω άκρου με την εξωτερική οστεοσύνθεση. Στις 7/2/2007 αφαιρέθηκε η εξωτερική οστεοσύνθεση και την 23/2/2007 επιτράπηκε η βάδιση με πλήρη φόρτιση του δεξιού κάτω άκρου. Την 16/5/2007 διαπιστώθηκε ψευδάρθρωση του κατάγματος της κνήμης και περόνης και συνεστήθηκε χειρουργική αποκατάσταση πέραν αυτής της ημερομηνίας δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία.» Πέραν των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου που αποτελούν κοινό έδαφος, η αμφισβήτηση εκ μέρους του εναγόμενου των επιπτώσεων των τραυματισμών που ως ισχυρίζεται ο ενάγων αντιμετωπίζει, απαιτεί την αξιολόγηση της ιατρικής μαρτυρίας που προσφέρθηκε και από τις δυο πλευρές. Επισημαίνεται σχετικά ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η μαρτυρία προσώπων οι οποίοι θεωρούνται εμπειρογνώμονες, εφόσον καταθέτουν για εξειδικευμένα επίδικα θέματα, παρουσιάζει αντιθέσεις άλλοτε μικρές και άλλοτε μεγάλες. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων, θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη. Καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία, τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και να βοηθήσουν το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις (βλ. Νεάρχου ν. Στεφανίδη κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 351). Όπως λέχθηκε στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κωστάκη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 432, στις σελίδες 451-452, «Η μαρτυρία όμως που δίνεται από ένα εμπειρογνώμονα πρέπει να εξετάζεται πρωτόδικα με ιδιαίτερη προσοχή. Οφείλει ένα πρωτόδικο Δικαστήριο να προχωρεί σε ανάλυση και αντιπαραβολή της συγκρουόμενης επιστημονικής μαρτυρίας και να καταγράφει με επιμέλεια και με πειστικό τρόπο τη δική του ανεξάρτητη κρίση, η οποία όμως να αναδύεται και να παραπέμπει στα επιστημονικά δεδομένα και παρατηρήσεις, όπως εξηγήθηκαν από τους ειδικούς.» Πέραν του ότι τα υποκειμενικά ενοχλήματα που ο ενάγων ανέφερε συνεπεία του τραυματισμού του δεν αμφισβητήθηκαν εκ μέρους του εναγόμενου, δεν έχω οποιοδήποτε δισταγμό να αποδεχθώ τη μαρτυρία του ΜΕ3, ο οποίος ήταν σαφής και συνεπής στη μαρτυρία του και επεξήγησε ικανοποιητικά και με λεπτομέρεια τη διάγνωση του και τη θεραπεία στην οποία υπέβαλε τον ενάγοντα, όταν ο τελευταίος τον επισκέφθηκε τον Ιούνιο του 2007, λόγω του ότι, ως είχε διαπιστωθεί και από τους θεράποντες γιατρούς του νοσοκομείου, το προκληθέν από το ατύχημα κάταγμα της δεξιάς κνήμης δεν είχε επουλωθεί στη σωστή θέση. Αποδέχομαι τα ευρήματα του ΜΕ3 και τη θεραπεία διόρθωσης του τραύματος του ενάγοντος, ως περιγράφονται στα ιατρικά του πιστοποιητικά, Τεκμήρια 4-6 καθώς και τη θέση του ότι δεν απαιτείται οποιαδήποτε άλλη διορθωτική επέμβαση στο μέλλον λόγω της μείωσης του μήκους του οστού της κνήμης κατά 0,5 εκατοστά. Δεν αγνοείται ότι τα ευρήματα του ΜΕ3 δεν έχουν αμφισβητηθεί ουσιαστικά εκ μέρους του εναγόμενου, δεδομένου ότι ο ΜΥ2 συμφώνησε πλήρως με την μορφή των τραυμάτων ως τα περιγράφει ο ΜΕ3 στο Τεκμήριο 6 και με την αναγκαιότητα και ορθότητα της θεραπείας που έγινε από αυτόν στον ενάγοντα, καθώς και με τα κατάλοιπα του τραυματισμού του, με μικρή εξαίρεση τον βαθμό δυσκαμψίας, θεωρώντας την ο ίδιος ωστόσο επουσιώδη διάσταση. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ο ΜΥ2 επιβεβαιώνει την πραγματική εικόνα της κατάστασης του ενάγοντος μετά τον επίδικο τραυματισμό, με αναφορά στα αποτελέσματα των κακώσεων συνεπεία του ατυχήματος καθώς και στα μόνιμα κατάλοιπα, που, πέραν των πολλαπλών χειρουργικών ουλών στη δεξιά κνήμη, στο δεξιό μηρό και στη δεξιά περιοχή της λεκάνης, συναρτώνται με μυϊκή ατροφία των μυών του δεξιού μηρού της τάξης του ενός εκατοστού, με μικρού βαθμού δυσκαμψία σε έκταση και κάμψη της ποδοκνημικής της τάξης των 5 περίπου μοιρών και περιοδικά ενοχλήματα μετά από παρατεταμένη βάδιση και καταπόνηση του δεξιού κάτω άκρου (βλ. Τεκμήριο 14). Συνάγεται ότι και οι δυο ιατροί συμφωνούν ότι παρά την πλήρη επούλωση του κατάγματος της δεξιάς κνήμης σε φυσιολογική θέση μετά τη διορθωτική επέμβαση και τη θεραπεία που έγινε στον ενάγοντα από τον ΜΕ3, παρέμεινε, λόγω εκτεταμένων βλαβών στους μυς, μυϊκή ατροφία των μυών του δεξιού μηρού και δυσκαμψία στην έκταση και κάμψη της ποδοκνημικής, που δικαιολογούν τα περιοδικά ενοχλήματα τα οποία αισθάνεται ο ενάγων. Αποδέχομαι συνεπώς τις επιπτώσεις του τραυματισμού του ενάγοντος ως περιγράφησαν από τον ΜΕ3 στα Τεκμήρια 5 και 6, με εξαίρεση την γνώμη του για την αναπηρία του ενάγοντος σε σχέση με την ικανότητα του για εργασία πέραν του 75%, για την οποία υπάρχει αμφισβήτηση εκ μέρους του εναγόμενου, θέμα το οποίο θα αναλυθεί στη συνέχεια. Με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου ότι ο ενάγων, μετά τον τραυματισμό του στο ατύχημα, νοιώθοντας πόνους στο δεξί του πόδι, μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου κατόπιν κλινικού και ακτινολογικού ελέγχου διεγνώσθη διπολικό ανοικτό κάταγμα δευτέρου βαθμού δεξιάς κνήμης, έγκαυμα εκ τριβής έσω επιφάνειας του γαστροκνημικού με αυξημένη πιθανότητα νέκρωσης του δέρματος και μικρό τραύμα στην οπίσθια επιφάνεια του δεξιού μηρού πάνω από το γόνατο. Υπεβλήθη την ίδια ημέρα σε πολύωρη χειρουργική επέμβαση με γενική αναισθησία για χειρουργικό καθαρισμό του τραύματος, ανοικτή ανάταξη, τοποθέτηση οστικών μοσχευμάτων που λήφθηκαν από το λαγόνιο οστού και σταθεροποίηση με εξωτερική οστεοσύνθεση, παρέμεινε δε στη συνέχεια στο νοσοκομείο για νοσηλεία με φαρμακευτική αγωγή, περί τις δύο εβδομάδες. Έχοντας στη συνέχεια μεταφερθεί στο σπίτι του, επισκέπτετο το νοσοκομείο τακτικά για παρακολούθηση, όπου στις 13.11.2006 υπεβλήθη σε επέμβαση από πλαστικούς χειρουργούς για αποκατάσταση του δερματικού ελλείμματος της δεξιάς κνήμης, παραμένοντας για νοσηλεία περί τη μία εβδομάδα. Παρέμεινε ακολούθως περιορισμένος στην οικία του, με εξωτερική οστεοσύνθεση, η οποία του αφαιρέθηκε στις 7.2.2007 και του τοποθετήθηκε γύψος. Στη συνέχεια, ενώ στις 23.2.2007 του επιτράπηκε η βάδιση με πλήρη φόρτιση του δεξιού κάτω άκρου, στις 16.5.2007 διαπιστώθηκε ψευδάρθρωση του κατάγματος. Μετά από ιατρική εξέταση που έγινε από τον ΜΕ3 στις 12.6.2007, διαπιστώθηκε ότι τα δυο κατάγματα είχαν επουλωθεί με αρκετή γωνίωση (Τεκμήριο 4), οπότε λόγω του ότι το άνω κάταγμα της κνήμης ήταν σε θέση ραιβότητας 25 μοιρών και το κάτω κάταγμα σε θέση γωνίωσης προς τα πίσω της τάξεως των 40 μοιρών, ο ενάγων στις 20.6.2007 υπεβλήθη σε εγχείρηση από τον ΜΕ3, όπου του έγιναν διορθωτικές οστεοτομές και στα δύο κατάγματα και συγκράτηση με "locking plates", δηλαδή πλάκα με βίδες (Τεκμήριο 5), ώστε το σχήμα του οστού να καταστεί σχεδόν κανονικό αλλά το μήκος του να υπολείπεται του κανονικού κατά 0,5 εκατοστά, έχοντας παραμείνει για νοσηλεία στο Αρεταίειο Νοσοκομείο για οκτώ ημέρες με φαρμακευτική αγωγή. Ακολούθησε επούλωση των οστεοτομών της κνήμης, με περιοδική φαρμακευτική αγωγή λόγω μόλυνσης του τραύματος και η τελική αφαίρεση των μεταλλικών προσθετικών έγινε στις 14.1.2009, ενόσω για μικρό χρονικό διάστημα ο ενάγων χρησιμοποιούσε βακτηρίες για να περπατά (βλ. Τεκμήρια 13-14). Έχουν παραμείνει πολλαπλές δύσμορφες εγχειρητικές ουλές στη δεξιά κνήμη (βλ. και σελ. 3 του Τεκμηρίου 14) με αποτέλεσμα την παραμόρφωση του δεξιού κάτω άκρου καθώς και μια ουλή στο δεξιό μηρό και στη δεξιά πλευρά της λεκάνης. Οι κινήσεις της δεξιάς ποδοκνημικής είναι μειωμένες λόγω δυσκαμψίας στην έκταση και κάμψη της, υφίσταται μυϊκή ατροφία των μυών του δεξιού μηρού και προκαλούνται πόνοι κατά περιόδους και στις αλλαγές του καιρού. Ο ενάγων δυσκολεύεται να παραμένει όρθιος για πολλή ώρα, να περπατήσει μεγάλες αποστάσεις, να τρέξει, να ασχοληθεί υπέρμετρα με αθλητικές δραστηριότητες και κάποτε χωλαίνει κατά το περπάτημα. Στη νομολογία έχουν αποκρυσταλλωθεί οι αρχές που διέπουν τον προσδιορισμό του ύψους των αποζημιώσεων. Οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται από το Δικαστήριο πρέπει να είναι δίκαιες και λογικές με στόχο την απόδοση δικαιοσύνης για την απώλεια και τη ζημιά χωρίς ωστόσο να επιβαρύνεται υπέρμετρα ο αδικοπραγών (βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789). Όπως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο ενάγων, όντας 25 ετών κατά τον χρόνο του ατυχήματος υπέστη σωματικές βλάβες συνεπεία αυτού που έχουν πιο πάνω περιγραφεί. Ο ενάγων υπέστη αρκετούς πόνους και ταλαιπωρία λόγω του τραυματισμού του έχοντας υποβληθεί στην προαναφερθείσα θεραπεία που περιλαμβάνει πέραν των τριών χειρουργικών επεμβάσεων, φαρμακευτική αγωγή και φυσιοθεραπείες, για διάστημα δύο ετών περίπου συνεπεία των επιπλοκών που οδήγησαν στην καθυστερημένη επούλωση των τραυμάτων του. Λόγω του τραυματισμού του μετά το δυστύχημα αντιμετωπίζει ενοχλήματα, τα οποία με διακυμάνσεις εξακολουθούν να υπάρχουν μέχρι σήμερα. Δεν μπορεί να τρέξει, να παραμένει όρθιος για πολλή ώρα, να περπατήσει μεγάλες αποστάσεις, να ασχοληθεί υπέρμετρα με αθλητικές δραστηριότητες και κάποτε χωλαίνει κατά το περπάτημα. Οι δυσκολίες αυτές και οι πόνοι θεωρούνται ως κατάλοιπα που θα ταλαιπωρούν τον ενάγοντα περιοδικά στη ζωή του. Μόνιμα κατάλοιπα αποτελούν και οι πολλαπλές δύσμορφες χειρουργικές ουλές στη δεξιά κνήμη, στο δεξιό μηρό και στη δεξιά περιοχή της λεκάνης. Συνεπεία του ατυχήματος επηρεάστηκε η προσωπική ζωή του ενώ μειώθηκε αισθητά η δυνατότητα του να στέκεται και να περπατά παρατεταμένα, γενικότερα δε να απολαμβάνει την ζωή με την ευκολία και άνεση που είχε πριν από το ατύχημα. Λόγω του τραυματισμού του ο ενάγων δεν είναι σε θέση να εκτελεί πλέον εργασία που περιλαμβάνει παρατεταμένη ορθοστασία και περπάτημα με παρατεταμένη καταπόνηση του δεξιού κάτω άκρου. Προσέγγισα το θέμα του υπολογισμού του ύψους των γενικών αποζημιώσεων, αφού έλαβα υπόψη μου τη φύση και έκταση των σωματικών βλαβών και των επιπτώσεών τους και τις εισηγήσεις των συνηγόρων των διαδίκων, καθοδηγούμενη από τη νομολογία σε υποθέσεις με παρόμοια περιστατικά που δεν αποτελούν όμως δεσμευτικό προηγούμενο. Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο οφείλει να προβαίνει στις αναγκαίες αναπροσαρμογές εφόσον τα ουσιώδη γεγονότα δύο υποθέσεων δεν είναι ποτέ ταυτόσημα, δεδομένου ότι υπάρχει μια συνεχής πτώση της αγοραστικής αξίας του χρήματος και έχοντας υπόψη την τάση για αύξηση των αποζημιώσεων αυτών συγκριτικά με το παρελθόν (βλ. μεταξύ άλλων Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1992)1 Α.Α.Δ. 430, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά
(1992)1 Α.Α.Δ. 498, Κωνσταντίνου ν. Γεωργίου κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1580, Αποστολίδης ν. Ζούλη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1695, G. & L. Calibers Ltd v. Λεμεσιανού
(2003)1 Α.Α.Δ. 948, Σπύρος Μελής και Ελένη Λτδ κ.α. ν. Πολίτη
(2003)1 Α.Α.Δ. 590, Σωτηρίου ν. Chapo (Investments) Ltd κ.α.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 491). Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα έχει σκοπό την αποκατάσταση και όχι την τιμωρία που προσδιορίζεται στις μέρες μας από την τάση για «μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και την ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου» (Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, Anja Lankuttis ν. Ανδρέα Νικόλα
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 1128). Η βασική αρχή που διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων στα αστικά αδικήματα είναι ότι τελικός σκοπός των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του θύματος στη θέση που εύλογα θα αναμένετο ότι θα βρισκόταν αν δεν τραυματίζετο, υπό τον όρο ότι η ζημιά που αποδίδεται είναι εύλογη (Ιακώβου ν. Παπαδάκη κ.α.
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 2079, Μεταξάς ν. Μεταξά
(2001)1 Α.Α.Δ. 773). Όπως τονίστηκε στην απόφαση Χριστοδουλίδης ν. Lasers Plastics Industry Ltd
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 556, με την επιδίκαση χρηματικής αποζημίωσης, που συναρτάται άμεσα με τη σοβαρότητα των τραυμάτων, τον πόνο, την οδύνη και τη δυσχέρεια που προκαλούν τα τραύματα ενόσω υπάρχουν, σίγουρα δεν αποκαθίσταται η υγεία του θύματος αστικού αδικήματος και συνεπώς οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν το τέλειο μέτρο αποκατάστασης αλλά δεν υπάρχει καλύτερο μέτρο. Στην υπόθεση Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ 218, επικυρώθηκαν κατ' έφεση οι επιδικασθείσες γενικές αποζημιώσεις ύψους £35.000 για σωματικές βλάβες σε άντρα 47 κατά το ατύχημα ετών, ο οποίος υπέστη εγκεφαλική διάσειση και σοβαρή μορφή υποκεφαλικού κατάγματος του δεξιού μηριαίου οστού, υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση με σκοπό την ολική αρθροπλαστική του δεξιού ισχίου χωρίς τσιμέντο και βάδιζε με τη χρήση βακτηρίων μετά την επέμβαση, με μόνιμα κατάλοιπα ελαφρά χωλότητα και μερικό (σε μικρό βαθμό) περιορισμό των κινήσεων του δεξιού ισχίου, έχοντας ενοχλήσεις λόγω καιρικών αλλαγών και υπήρχε ανάγκη υποβολής σε επιπρόσθετη αρθροπλαστική επέμβαση. Στην υπόθεση Αζόφ ν. Προδρόμου κ.ά.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 331, οι επιδικασθείσες γενικές αποζημιώσεις £30.000 επικυρώθηκαν κατ' έφεση, για σωματικές βλάβες μαθητή ηλικίας 17½ περίπου ετών, που είχε υποστεί επιπλεγμένο συντριπτικό κάταγμα του κάτω τριτημορίου του αριστερού μηριαίου οστού, μεγάλο τραύμα στο αριστερό γόνατο και κάταγμα της γνάθου και του δεξιού οφθαλμικού κόγχου, υποβλήθηκε σε δύο εγχειρήσεις όσον αφορά το κάταγμα στο μηρό και θα πρέπει να υποβληθεί σε νέα εγχείρηση για αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης σε σχέση με το δεξιό οφθαλμικό κόγχο, βάδιζε για 5 με 6 μήνες με χρήση βακτηριών και είχε δυσκολία στη λήψη τροφής και στην ομιλία, με μόνιμα κατάλοιπα δυσκολία κατά την βάδιση μετά από κοπιώδη προσπάθεια και έντονη φόρτιση του αριστερού σκέλους και ουλές ειδικά αυτές που του άφησαν οι εγχειρήσεις. Στην υπόθεση Τζιβανίδης ν. Μιχαηλίδης
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 218, οι επιδικασθείσες γενικές αποζημιώσεις ύψους €51.258,04 κρίθηκαν έκδηλα ανεπαρκείς και αυξήθηκαν κατ' έφεση σε €85.430,07, για νέο, ηλικίας 22 ετών, που κατά το χρόνο του ατυχήματος είχε υποστεί πολλαπλά κατάγματα του δεξιού μηριαίου οστού, είχε υποβληθεί σε τέσσερις πολύωρες χειρουργικές επεμβάσεις, ένοιωσε για πολύ καιρό αφόρητο πόνο και υποβλήθηκε σε αφάνταστη ταλαιπωρία με μόνιμα κατάλοιπα μία ουλή από χειρουργική επέμβαση στο πόδι και μικρή βράχυνση ποδιού, η οποία αντιμετωπίζεται με υπερυψωμένο πάτο στο παπούτσι και δεν είναι ορατή στο βάδισμα. Στην υπόθεση Ευαγγέλου ν. Δημητρίου
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 248, οι επιδικασθείσες γενικές αποζημιώσεις ύψους £13.000 αυξήθηκαν κατ' έφεση στο ποσό των €40.000, όπου ο ενάγων ηλικίας 21 ετών κατά το ατύχημα είχε υποστεί κάταγμα του αριστερού μηρού, πολλαπλά τραύματα στην κεφαλή και κρανιοεγκεφαλική κάκωση όχι σοβαρής μορφής και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση με ανάταξη και σταθεροποίηση μέσω πολλών μεταλλικών προσθετικών και σε συρραφή των τραυμάτων της κεφαλής, που του άφησαν ουλές στα φρύδια, στα χείλη, στο πηγούνι και στο μηρό, βάδιζε με χρήση βακτηρίων για 4 μήνες και αντιμετώπιζε πρόβλημα βάδισης λόγω πόνου για άλλους 2 μήνες, με μόνιμα κατάλοιπα την παρουσία μόνιμης μυϊκής ατροφίας και λόγω των μεταλλικών προσθετικών προβλήματα που εκδηλώνονται με πόνο και αδυναμία σε καιρικές αλλαγές, στο ψύχος και στην έντονη δραστηριότητα που προκαλεί φόρτιση, ιδιαίτερα τα αθλήματα και τη βάδιση μεγάλων αποστάσεων, υπήρχε δε ανάγκη υποβολής σε άλλη εγχείριση για αφαίρεση των μεταλλικών προσθετικών. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Novichkova Daria ν. Θέμη Βλάβη, Πολ. Έφ. Αρ. 83/2009, ημερομηνίας 31.5.2012, όπου η εφεσείουσα είχε υποστεί κακώσεις στο πρόσωπο με θλαστικό τραύμα στη δεξιά υπερόφρυα χώρα και περιοφθαλμικό δεξιό αιμάτωμα, κάκωση κοιλίας με εκχυμώσεις και αριστερή λαγόνια ακρολοφία καθώς και κάταγμα της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, κατ' έφεση δε κρίθηκε ότι υπήρχαν νευρολογικά σημεία και κατάλοιπα και οι γενικές αποζημιώσεις αυξήθηκαν σε €40.000, έγινε ευρεία αναφορά σε υποθέσεις που αφορούν τραυματισμούς με κατάγματα μελών του σώματος ως ακολούθως: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο άντλησε βοήθεια για τον καθορισμό των €25.000 ως γενικών αποζημιώσεων από την υπόθεση Χατζηθεοδοσίου ν. Διονυσίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1121. Εκεί ο εφεσείων υπέστη διάφορα τραύματα σε όλο του το σώμα, με σοβαρότερο το κάταγμα του 6ου θωρακικού σπονδύλου, παρέμεινε στο νοσοκομείο για διάστημα 20 ημερών με συντηρητική θεραπεία και ακολούθησε φυσιοθεραπεία με αναρρωτική άδεια ενός έτους. Παρέμεινε με ελαφριά εμπρόσθια καθίζηση του 6ου θωρακικού σπονδύλου κατά 30%, με μόνιμα κατάλοιπα την κύφωση της θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης με την ορθοστασία, το ανεβοκατέβασμα σκαλών, τη μεταφορά βάρους στο χέρι, το γονάτισμα και το βαθύ κάθισμα να είναι επιβαρυντικά στοιχεία που προκαλούσαν πόνο στην περιοχή του κατάγματος. Επίσης καθημερινές δραστηριότητες όπως η ορθοστασία, η οδήγηση για διάστημα πέραν της μισής ώρας, οι αθλοπαιδιές, ακόμη και κατάκλιση στην ίδια θέση για διάστημα μισής ώρας θα προκαλούσαν πόνο, ενώ θα αναπτύσσονταν και οστεοαρθριτικές αλλοιώσεις. Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι τα τραύματα της εφεσείουσας και τα κατάλοιπα της ήσαν ολιγότερον σοβαρά από αυτά της προαναφερθείσας υπόθεσης στην οποία είχε δοθεί το ποσό των £15.000 ως γενικές αποζημιώσεις. Θα μπορούσε να αντληθεί καθοδήγηση επίσης και από τις υποθέσεις Γεωργίου ν. Αντωνίου
(2005)1 Α.Α.Δ. 967, όπου επιδικάσθηκαν £50.000 για ομολογουμένως σοβαρότερους τραυματισμούς και κατάλοιπα σε νεαρό ηλικίας 21 ετών που, μεταξύ άλλων, είχε υποστεί επιπληγμένο κάταγμα ενδοαρθρικό του κάτω τριτημορίου της δεξιάς κνήμης και περόνης και κάταγμα ενδοαρθρικό του άνω τριτομορίου της ίδιας περιοχής με την ανάγκη υποβολής πολλαπλών χειρουργικών επεμβάσεων και με μόνιμο, μεταξύ άλλων, κατάλοιπο βράχυνση της κνήμης κατά 2.5 εκ. Στη Νεοφύτου ν. Ανδρέου
(2005)1 Α.Α.Δ. 692, επικυρώθηκε ως γενικές αποζημιώσεις το ποσό των £40.000 για σωματικές βλάβες νεαρής και όμορφης κοπέλας που είχε υποστεί συντριπτικό κάταγμα αριστερού μηρού, κάταγμα δεξιού γόνατος, κάταγμα δεξιού αστραγάλου, κάταγμα μετωπιαίου οστού, διάσειση και θλάση κοιλίας. Παρέμεινε με ελαφρά χωλότητα, μικρή αστάθεια στο γόνατο και πιθανότητα ανάπτυξης οστεοαρθρίτιδας σε χρονικό διάστημα 20 με 40 χρόνια. Στη Φίλιππος Γιαπάτος ν. Μαρίας Σάββα και Άλλης
(2010)1 Α.Α.Δ. 1324, γενικές αποζημιώσεις ύψους £18.000 κρίθηκαν ανεπαρκείς και αυξήθηκαν κατ΄ έφεση σε €40.000, για σωματικές βλάβες που υπέστη άνδρας ηλικίας 33 ετών με κάταγμα σκαφοειδούς του αριστερού καρπού και συντριπτικό κάταγμα του κάτω τριτομορίου της δεξιάς κνήμης και περόνης με γραμμοειδή επέκταση στην ποδοκνημική άρθρωση. Υπεβλήθη σε δεύτερη χειρουργική επέμβαση οκτώ μήνες μετά και παρέμεινε με μυϊκή ατροφία ως μόνιμο κατάλοιπο και με πιθανότητα μελλοντικής μετατραυματικής αρθρίτιδας.» Στην παρούσα υπόθεση, έχοντας υπόψη μου όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και ειδικότερα τον πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη ο ενάγων, καθώς και τη φύση και έκταση των τραυμάτων του, με τις συνέπειες και τα κατάλοιπα τους, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ποσό ύψους €60.000, ως γενικές αποζημιώσεις συνιστά μια λογική και δίκαιη αποζημίωση επί πλήρους ευθύνης. Ως προς το θέμα της απώλειας μελλοντικών εισοδημάτων που απαιτεί ο ενάγων, στην υπόθεση Μαυροπετρή ν. Λουκά (πιο πάνω) επισημαίνεται η διάκριση των περιπτώσεων μείωσης της ικανότητας για εργασία από εκείνες όπου αποδεικνύεται συγκεκριμένη απώλεια εισοδήματος. Με αναφορά στην Αγγλική νομολογία, στην υπόθεση εκείνη λέχθηκε ότι η διάκριση δεν φαίνεται να έχει στέρεη νομική βάση, αλλά αντανακλά περισσότερο τις διαφορές μεταξύ υποθέσεων όπου η μελλοντική ζημιά εξειδικεύεται και αποκρυσταλλώνεται και εκείνων όπου η μελλοντική ζημιά δεν συγκεκριμενοποιείται. Όπου ελλείπουν τα στοιχεία για αριθμητικό προσδιορισμό μελλοντικής ζημιάς με τη μέθοδο του πολλαπλασιαστή και πολλαπλασιαστέου, η διαφαινόμενη ζημιά συμπλέκεται με τις γενικές αποζημιώσεις και αποτιμάται κάτω από πλατιά σκοπιά, υπό το φως του συνόλου των δεδομένων της υπόθεσης (βλ. και Μιχαήλ κ.α. ν. Φίλιου Γ. Συκοπετρίτη Λτδ κ.α.
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1049, Κωμιάτη ν. Πόλιτσου κ.α.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 226, Τιτώνη ν. Χαρ. Πηλακούτας Λτδ
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 479, St. Marina Sport. Promot. Ltd v. Dimitrov
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1663, Jamal Ismail ν. Μιχαήλ Αντωνίου κ.α., Πολ. Έφ. Αρ. 333/2009, ημερομηνίας 12.2.2014). Στην παρούσα υπόθεση, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο ενάγων είναι ανίκανος να εκτελεί εργασία που απαιτεί παρατεταμένη ορθοστασία και περπάτημα με παρατεταμένη καταπόνηση του δεξιού κάτω άκρου. Έχει αναφερθεί από τον ΜΕ3 ότι η αναπηρία του ενάγοντος υπολογίζεται ότι είναι πέραν του 75%, ποσοστό το οποίο ως επεξήγησε συναρτάται με συγκεκριμένες εργασίες όπως του σερβιτόρου και μπάρμαν και όχι με εργασίες κυρίως πνευματικές, ενώ δεν θα ήταν δυνατόν να εργαστεί σε εργασίες που περιέχουν βαριά σωματική καταπόνηση όπως οικοδόμος, ενόσω σύμφωνα με τον ΜΥ2 τέτοιο ποσοστό είναι εξαιρετικά μεγάλο και δεν ισχύει στην περίπτωση του ενάγοντος λόγω του επαγγέλματος του κατά τον χρόνο του ατυχήματος, που ως του ανέφερε ήταν του υπεύθυνου μουσικής σε δισκοθήκες και το οποίο μπορεί να συνεχίσει να επιτελεί. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Θεοδωρίδης ν. Χατζημιχαήλ
(1991)1 Α.Α.Δ. 1106, ο καθορισμός της ανικανότητας προσώπου για εργασία έχει ως λόγο την ικανότητα του για εργασία με αναφορά στην κατάσταση της υγείας του. Στην υπόθεση Αντωνίου ν. Νικολάου κ.α. (πιο πάνω), λέχθηκε ότι η αποτίμηση της ανικανότητας από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων είναι ένα από τα στοιχεία που μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά τον προσδιορισμό της ανικανότητας και να βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει στο ποσοστό μείωσης της εισοδηματικής ικανότητας, που αποτελεί δικό του έργο. Στην υπόθεση εκείνη είχε αποτελέσει παραδεκτό γεγονός ότι το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων είχε υπολογίσει την ανικανότητα του εφεσείοντος στο 75%, υπό το φως δε των δεδομένων της υπόθεσης εκείνης κρίθηκε από το Εφετείο ότι η προσφερθείσα μαρτυρία μπορούσε να οδηγήσει το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι το ποσοστό αυτό αντιπροσώπευε τη μείωση της εισοδηματικής ικανότητας του εφεσείοντος. Στην παρούσα υπόθεση, αμφισβητείται εκ μέρους των εναγομένων ότι η μείωση της εισοδηματικής ικανότητας του ενάγοντος ανέρχεται, ως αυτός ισχυρίζεται, στο ποσοστό του 75%, με τη θέση ότι από την προσφερθείσα μαρτυρία προβάλλει ότι ο ενάγων μπορεί να εργασθεί σε πολλές εργασίες και ως εκ τούτου δεν αποδείχθηκε, ενόψει του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης, ότι η ανικανότητα του ενάγοντος για εργασία ανέρχεται σ' αυτό το ποσοστό. Όπως ανέφερε ο ενάγων, μετά τον τραυματισμό του ανηύρε εργασία όπου μπορούσε να απασχοληθεί χωρίς προφανώς να αποτελεί εμπόδιο η σωματική του κατάσταση, έχοντας αφενός εργασθεί μετά τη σταθεροποίηση της κατάστασης του σε προσωρινή πρωινή εργασία, χωρίς να δώσει λεπτομέρειες για τη φύση της και χωρίς αναφορά σε οποιεσδήποτε απολαβές, περιστασιακά δε το βράδυ σε μπαρ, έχοντας μάλιστα δηλώσει στον ΜΥ2 ότι εργαζόταν ως βοηθός αποθηκάριος κατά το έτος 2010 (βλ. Τεκμήριο 14). Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι παρόλο που συνεπεία του τραυματισμού του περιορίζονται εν μέρει οι τομείς εργασίας στους οποίους μπορεί να απασχοληθεί ο ενάγων, δεν μπορεί να λεχθεί ότι αυτός κατέστη ανίκανος τόσο για την εργασία που επιτελούσε πριν από το ατύχημα όσο και για άλλες εργασίες, τις οποίες ήδη επιτελεί και στις οποίες δεν αποτελεί εμπόδιο η σωματική του κατάσταση. Υπό το φως δε όλων των δεδομένων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, δεν μπορεί να καθοριστεί ότι το ποσοστό μείωσης της εισοδηματικής ικανότητας του ενάγοντος ανέρχεται στο 75%. Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ενάγων ανέφερε ότι απασχολείται σε προσωρινή εργασία, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι ο ενάγων έκανε ότι ήταν λογικά εφικτό για να εξασφαλίσει εργασία στην οποία θα μπορούσε να απασχοληθεί με απολαβές ανάλογες των δυνατοτήτων του. Παρόλο δε που, όντας ο ενάγων στην ηλικία των 32 ετών κατά την ακρόαση της υπόθεσης, θα μπορούσε να καθοριστεί πολλαπλασιαστής σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. σχετικά Χριστοδούλου ν. Μπίλλη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 164), υπό τα λοιπά δεδομένα της υπόθεσης θεωρώ ότι δεν μπορεί να καθοριστεί με ακρίβεια ο πολλαπλασιαστέος στην παρούσα περίπτωση, ελλείψει μαρτυρίας για το ύψος μηνιαίας αμοιβής που ο ενάγων μπορούσε και μπορεί να λάβει σε εργασίες, στις οποίες ήταν και είναι δυνατό να απασχοληθεί μετά τον τραυματισμό του. Στην υπόθεση Ευριπίδης Συκοπετρίτης Λτδ ν. Αθηνάκη
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 844, όπου είχε αποτελέσει εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσίβλητος μετά το δυστύχημα ήταν ικανός για ελαφριά εργασία, όχι όμως για βαριά χειρωνακτική, κρίθηκε ότι δεν υπήρχε δυνατότητα εφαρμογής της μεθόδου του πολλαπλασιαστή, παρά το ότι ο εφεσίβλητος δεν εργοδοτήθηκε μέχρι και την ακρόαση της υπόθεσης, καθότι η κατά γενικό τρόπο αναφορά του ότι αναζήτησε αλλά δεν βρήκε ελαφριά εργασία, δεν προσδιορίζει ποιο θα ήταν το αναμενόμενο εισόδημα του από την ελαφριά εργασία και ποια η επίδραση στα εισοδήματα του. Στην υπόθεση Θεοφάνους κ.α. ν. Κουρουκλά κ.α.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 528, κρίθηκε ότι η έλλειψη μαρτυρίας για τα εισοδήματα που θα είχε ο ενάγων από το νέο επάγγελμα που επέλεξε, λόγω της φυσικής ανικανότητας συνεπεία του τραυματισμού του που όμως τον επηρεάζει και στο νέο του επάγγελμα, δικαιολογημένα οδήγησε σε υπολογισμό του ποσού των αποζημιώσεων για απώλεια εισοδηματικής ικανότητας κατ' αποκοπή. Στην υπόθεση Καρδανάς κ.α. ν. Καραμούζη
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 191, κρίθηκε ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων με τη χρήση πολλαπλασιαστή-πολλαπλασιαστέου για απώλεια μελλοντικών απολαβών ήταν εσφαλμένη εφόσον δεν προσκομίστηκε μαρτυρία για καθορισμό του εισοδήματος που θα μπορούσε να έχει ο εφεσίβλητος αν απασχολείτο σε γραφειακή εργασία υπό τα δεδομένα της υπόθεσης εκείνης και τονίστηκε ότι ήταν δική του υποχρέωση να κινηθεί, να αναζητήσει εργασία και να φέρει, με μαρτυρία, τα όποια αποτελέσματα στο Δικαστήριο ώστε να κριθεί η λογικότητα των ενεργειών του στο πλαίσιο του πρακτικώς εφικτού και να υπολογιστεί η ενδεχόμενη μείωση στο εισόδημα του. Με βάση όλα τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και κρίνοντας ότι ο ενάγων απασχολούμενος κατά τον χρόνο του ατυχήματος ως υπάλληλος σε εταιρεία φωτιστικών, έχοντας τη δυνατότητα να εργασθεί σε δεύτερη εργασία περιστασιακά κατά τις βραδινές ώρες, ενόψει των προσωπικών του δυνατοτήτων και του μορφωτικού του επιπέδου, με δεδομένο ότι η ικανότητα του για εργασία μειώθηκε σε κάποιο βαθμό, έχοντας επίσης κατά νου την ηλικία του και τις οικογενειακές του συνθήκες και υποχρεώσεις, θεωρώ ότι σύμφωνα με τη νομολογία δικαιούται να του επιδικαστεί ως μελλοντική απώλεια εισοδήματος ένα κατ' αποκοπή ποσό της τάξεως των €20.000, επί πλήρους ευθύνης. Αναφορικά με το θέμα των τόκων σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 58(Α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 όπως τροποποιήθηκε και με γνώμονα τις κατευθυντήριες γραμμές της νομολογίας (Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Θεοδούλου ν. Α. Panayides Contracting Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 2134, Jamal Ismail ν. Μιχαήλ Αντωνίου κ.α. (πιο πάνω)), έχοντας υπόψη μου τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, ειδικότερα δε διαπιστώνοντας ότι η καθυστέρηση στην εκδίκαση της δεν βαρύνει κατά κύριο λόγο τον ενάγοντα, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως, ως προς το ποσό των γενικών αποζημιώσεων για πόνο και ταλαιπωρία επιδικασθεί τόκος ύψους 8% ετησίως από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος και σύμφωνα με την τροποποίηση που επήλθε με τον περί Αστικών Αδικημάτων Τροποποιητικό Νόμο 82(Ι)/2008 από τις 15.10.2008 προς 5,5% μέχρι την αποπληρωμή του, ενώ ως προς το ποσό της μελλοντικής απώλειας εισοδήματος νόμιμος τόκος από σήμερα. Με βάση όλα τα πιο πάνω έχοντας καταλήξει ότι ο ενάγων έχει αποδείξει την απαίτηση του εναντίον του εναγόμενου, στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις, εφόσον απέδειξε ότι ο εναγόμενος ευθύνεται με ποσοστό ευθύνης 50% για το ατύχημα και τις συνέπειες που είχε αυτό σε σχέση με τους τραυματισμούς και τις ζημιές που υπέστη, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον του εναγόμενου: α) για το ποσό των €30.000, ως γενικές αποζημιώσεις με τόκο προς 8% ετησίως από τις 9.10.2006 και προς 5,5% από τις 15.10.2008 μέχρι σήμερα, β) για το ποσό των €10.000 ως προς την μελλοντική απώλεια εισοδήματος και γ) για το ποσό των €10.810 ως ειδικές αποζημιώσεις (λαμβανομένου υπόψη του συμφωνηθέντος ύψους τους) με τον συμφωνηθέντα τόκο προς 2,75% από την καταχώρηση της αγωγής, δηλαδή από τις 19.12.2007, μέχρι σήμερα. Θα υπολογίζεται δε νόμιμος τόκος επί ολόκληρου του ποσού της απόφασης από σήμερα μέχρις εξοφλήσεως. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην ανάλογη κλίμακα, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντος και εναντίον του εναγόμενου. ............. (Υπ.) Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.