Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α. ν. Άθου Παρισινού κ.α., Αρ. Αγωγής: 2126/14, 20/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A376 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2126/14 Μεταξύ:
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
- Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού
- Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου & Χωρομετρίας Εναγόντων Και
- Άθου Παρισινού, εκ Λευκωσίας
- Έρσης Παρισινού, εκ Λευκωσίας
- Βερόνικας - Ελένης Στρέγγελ, εκ Λευκωσίας
- Tom-Άντερς Στρέγγελ, εκ Λυθροδόντα νυν εις Φιλανδία
- Μαρίας Παρισινού, εξ Αγγλίας Εναγομένων -------------------------------------------------------------------------- Αίτηση Εναγόντων ημερ. 11.4.2014 για Προσωρινά Διατάγματα 20 Οκτωβρίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Μ. Στυλιανού Για Εναγομένους 1, 3, 4 και 5 - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Κ. Καλλής Για Εναγομένη 2 - Καθ' ης η Αίτηση: κος Ν. Θεοδώρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 14.4.14 και στη βάση μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 11.4.14, οι Ενάγοντες (στο εξής οι Αιτητές), αιτήθηκαν από το Δικαστήριο την έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων με τα οποία να αναστέλλεται (α) η απόφαση ημερ. 10.2.12 στην αγωγή 5071/11 και (β) το ένταλμα κατάσχεσης με αρ. 1464/12 ημερ. 21.3.12, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Με οδηγίες του Δικαστηρίου η αίτηση επιδόθηκε στους Εναγομένους (στο εξής οι Καθ' ων η Αίτηση) οι οποίοι καταχώρησαν ένσταση. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ.1-9, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στο άρθρο 23 του Συντάγματος, στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο άρθρο 7 του περί Απαλλοτρίωσης Νόμο 15/62, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 22, 32 και 47, στους Κανόνες της Επιείκειας και Φυσικής Δικαιοσύνης, και στη Διακριτική ευχέρεια και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Ρίτας Χριστοφίδου ημερ. 11.4.
- Η Ρίτα Χριστοφίδου είναι Κτηματολογικός Λειτουργός Β. Αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι στις 3.9.10 δημοσιεύθηκε διάταγμα απαλλοτρίωσης με αριθμό 736 ημερ. 3.9.10 (Τεκμήριο 1) και ακολούθησε έντυπη προσφορά προς τους Καθ' ων η Αίτηση ημερ. 27.12.10 (Τεκμήριο 2). Οι Καθ' ων η Αίτηση με επιστολή τους ημερ. 6.7.11, λόγω του γεγονότος ότι δεν καταβλήθηκε το ποσό το οποίο προσφέρθηκε, καλούσαν τους Αιτητές είτε να καταβάλουν το ποσό της προσφοράς είτε να τους επιστρέψουν το ακίνητο τους (Τεκμήριο 3). Αμέσως μετά την αποδοχή της προσφοράς από τους Καθ' ων η Αίτηση, επειδή η απαλλοτριούσα αρχή δεν τους είχε καταβάλει το ποσό, καταχώρησαν την αγωγή με αρ.5071/11 διεκδικώντας την άμεση καταβολή του, παρ' ότι το ακίνητο ήταν και εξακολουθεί να βρίσκεται, επ' ονόματι τους, υπό την κυριότητα και την κατοχή τους. Στις 10 Φεβρουαρίου 2012 εκδόθηκε απόφαση στην πιο πάνω αγωγή, μετά από αίτηση για συνοπτική απόφαση (Τεκμήριο 4). Εναντίον της απόφασης καταχωρήθηκε έφεση με αριθμό 146/12 (Τεκμήριο 5) η οποία αποσύρθηκε τελικά στις 28.2.
- Η απαλλοτριούσα αρχή 7 μήνες αργότερα, ανακάλεσε το διάταγμα απαλλοτρίωσης με διάταγμα ανάκλησης Δ.Π.603/21.9.12 ημερ. 21.9.12 (Τεκμήριο 6) καθ' ότι έκρινε ότι το εν λόγω ακίνητο δεν χρειαζόταν για σκοπούς δημόσιας ωφέλειας και έτσι η απαλλοτριούσα αρχή εφάρμοσε τις διατάξεις του αρ.7 του περί Απαλλοτριώσεως Νόμου. Αυτό είχε σαν συνέπεια το ακίνητο να είναι απαλλαγμένο από οποιοδήποτε διάταγμα και να εξακολουθεί να βρίσκεται υπό την κατοχή και την κυριότητα των Καθ' ων η Αίτηση όπως ήταν εξ' υπαρχής. Ισχυρίζεται ότι η ανάκληση απαλλοτρίωσης επιτρέπεται ελεύθερα πριν την συντέλεση της απαλλοτρίωσης, η οποία ολοκληρώνεται με την καταβολή του ποσού και την μεταβίβαση του ακινήτου. Οι ιδιοκτήτες του απαλλοτριωθέντος ακινήτου ουδέποτε έπαψαν να είναι κύριοι και κάτοχοι του ακινήτου με μόνη τη δημοσίευση του διατάγματος απαλλοτρίωσης. Τα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα χάνονται μόνο με την συντέλεση - ολοκλήρωση της αποζημίωσης η οποία σύμφωνα με το αρ.13 του περί Απαλλοτριώσεως Νόμου γίνεται με την καταβολή του ποσού της αποζημίωσης και την μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επομένως σε περίπτωση που η πρωτόδικη απόφαση στην αγωγή αρ.5071/11 εκτελεστεί, και το ποσό των €5.000.000 καταβληθεί στους Καθ' ων η Αίτηση, παρ' ότι το διάταγμα απαλλοτρίωσης έχει ανακληθεί, αυτοί θα καταστούν πλουσιότεροι χωρίς νόμιμη αιτία ώστε να επισύρεται αδικαιολόγητος πλουτισμός τους έναντι των Αιτητών. Με την ανάκληση της Διοικητικής Πράξης που αφορά το διάταγμα της απαλλοτρίωσης, η εκτέλεση της απόφασης δεν έχει αντικείμενο εφόσον με την εν λόγω ανάκληση, ουσιαστικά τίποτα δεν οφείλεται στους Καθ' ων η Αίτηση. Εάν η εκτέλεση της απόφασης στην αγωγή αρ.5071/11 δεν ανασταλεί, ενώ υπάρχει καλή βάση αγωγής για παραμερισμό της απόφασης, ενόψει της ανάκλησης του διατάγματος της απαλλοτρίωσης, οι Αιτητές θα βρίσκονται στην παράδοξη θέση να πληρώσουν €5.000.000 πλέον τόκους χωρίς να έχουν λάβει οτιδήποτε σαν αντάλλαγμα. Εναντίον του διατάγματος ανάκλησης έχουν καταχωρηθεί δύο προσφυγές με αρ.1781/12 και 1849/12 για την ακύρωση του, οπότε στο στάδιο εκείνο θα κριθεί και η νομιμότητα του. Μέχρι την έκδοση της απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο το διάταγμα ανάκλησης ως διοικητική πράξη παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματα της με βάσει το τεκμήριο νομιμότητας που τη διέπει. Ενόψει όλων όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω είναι η θέση της ότι η απόφαση στην αγωγή 5071/11 θα πρέπει να ανασταλεί μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Σημειώνει περαιτέρω ότι για την αναστολή εκτέλεσης του εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας, καταχωρίστηκε αίτηση στα πλαίσια της αγωγής 5071/11 δυνάμει της Δ.40 Θ.7 και 11, η οποία απορρίφθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο (Τεκμήριο 7), ενώ ακολούθησε και αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης στα πλαίσια καταχώρησης έφεσης η οποία επίσης απορρίφθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο (Τεκμήριο 8). Επομένως είναι αναγκαίο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, καθ' ότι οι Καθ' ων η Αίτηση πιέζουν ασφυκτικά για την εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης με ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας εναντίον περιουσίας της Δημοκρατίας, υποβάλλοντας τη Δημοκρατία σε δυσμενή θέση ενόψει της οικονομικής κρίσης που μαστίζει τη χώρα τη δεδομένη στιγμή και αψηφώντας τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει για την εξασφάλιση πόρων προς τη διαβίωση και συνέχιση του κράτους, παρόλο που με την ανάκληση της απαλλοτρίωσης οι Αιτητές δεν υποχρεούνται να καταβάλουν οποιονδήποτε ποσό. Η πίεση που ασκείται από τους επιδότες και η οποία γίνεται επιλεκτικά κατά χρονικά διαστήματα ανάλογα με την εξέλιξη της υπόθεσης, οδήγησαν σε ένα αρχικό στάδιο διαπραγματεύσεων, για εξεύρεση μιας συναινετικής διευθέτησης, παρ' ότι το διάταγμα απαλλοτρίωσης έχει ανακληθεί. Δυστυχώς λόγω του μεγάλου ύψους του ποσού των €5.000.000 πλέον τόκο 9% από την ημέρα της γνωστοποίησης ημερ. 28 Μαΐου 2010 αλλά και του γεγονότος ότι έπαψε να υφίσταται διάταγμα απαλλοτρίωσης επί του ακινήτου των Καθ' ων η Αίτηση με την ανάκληση του, οι διαπραγματεύσεις τελικά δεν καρποφόρησαν. Ως εκ τούτου οι πιέσεις για εκτέλεση του εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας κατέστησαν πιο δυνατές και άρχισαν εκ νέου να καθίστανται απειλητικές για τη Δημοκρατία ενώ για αρκετό χρονικό διάστημα είχαν κοπάσει, με αποτέλεσμα να κατασχεθεί το αυτοκίνητο που χρησιμοποιούσε ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας. Οι Αιτητές με την επιστολή τους ημερ. 6.7.11 (Τεκμήριο 3) ζήτησαν εκ νέου την επιστροφή του ακινήτου τους αν δεν καταβληθούν άμεσα τα χρήματα και όταν το διάταγμα απαλλοτρίωσης ανακλήθηκε, οι Καθ' ων η Αίτηση υπαναχώρησαν από τη θέση τους και επιμένουν στην αναγκαστική καταβολή του ποσού που αφορούσε η προσφορά. Ισχυρίζεται ότι είναι άδικο να καταβληθεί το ποσό εφόσον το διάταγμα απαλλοτρίωσης έχει ανακληθεί και επομένως οι Αιτητές κανένα ποσό οφείλουν. Προβάλλει περαιτέρω τον ισχυρισμό ότι η εμμονή των Καθ' ων η Αίτηση για ολοκλήρωση της απαλλοτρίωσης με την καταβολή του ποσού, παρ' ότι τέτοιο διάταγμα έπαψε να υφίσταται, αντιστρέφει την σχέση κράτους και διοικούμενου, αφού το δικαίωμα του κράτους να απαλλοτριώνει ελεύθερα, το μετατρέπουν σε εξαναγκασμό του κράτους να προβεί σε απαλλοτρίωση του ακινήτου τους. Η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 10 Φεβρουαρίου 2012, θα αποβεί προς το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης ενώ καθόλου δεν επηρεάζει τα συμφέροντα των Καθ' ων η Αίτηση οι οποίοι καμιά ζημιά ούτε υπέστηκαν ούτε θα υποστούν. Και τούτο γιατί ήταν και εξακολουθούν να είναι οι νόμιμοι ιδιοκτήτες και κάτοχοι του επίδικου ακινήτου και μπορούν να το διαθέσουν όπως θέλουν. Με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αποφεύγεται ο κίνδυνος εξαναγκασμού του κράτους να καταβάλει ένα υπέρογκο ποσό, χωρίς να υπάρχει προς τούτο νόμιμη αιτία εφόσον δεν υφίσταται πλέον διάταγμα απαλλοτρίωσης. Σε περίπτωση που η πρωτόδικη απόφαση στην αγωγή 5071/11 παραμεριστεί, θα είναι αδύνατο να επιστραφεί το ποσό στους Αιτητές και η ζημιά για αυτούς θα είναι ανεπανόρθωτη, αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα Προσθέτει ότι πέραν του διατάγματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας το οποίο εκκρεμεί και που ήταν η αιτία να κατασχεθεί το αυτοκίνητο του Γενικού Εισαγγελέα, έχει εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση, Διάταγμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, ως Μεσεγγυούχου, εναντίον της Α.Η.Κ για πιθανό φόρο προστιθέμενης αξίας που χρωστά στην Κυπριακή Δημοκρατία (Τεκμήρια 9 και 10). Οι Καθ' ων η Αίτηση με την ένστασή τους εγείρουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Η αίτηση και η Αγωγή παραβιάζουν το δικαίωμα της δίκαιης δίκης το οποίο διασφαλίζεται από το Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος και από το Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
- Η αίτηση και η Αγωγή παραβιάζουν το δικαίωμα ιδιοκτησίας των Εναγομένων το οποίο διασφαλίζεται από το Άρθρο 23 του Συντάγματος και από το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
- Το Κλητήριο Ένταλμα δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε έγκυρη αιτία Αγωγής.
- Δεν συντρέχουν οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960(14/60).
- Οι Ενάγοντες κωλύονται από του να προωθούν τόσο την Αγωγή όσο και την αίτηση λόγω δεδικασμένου.
- Η Αγωγή και η αίτηση συνιστούν κατάφωρη παραβίαση της Δικαστικής Διαδικασίας. Η ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Έρσης Παρισινού, Καθ' ης η Αίτηση 2 ημερομηνίας 26.5.
- Η Καθ' ης η Αίτηση 2 ισχυρίζεται στην ένορκη της δήλωση ότι με την απόσυρση της έφεσης με αρ. 146/12 στις 28.2.14, η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου στην αγωγή αρ.5071/11 (Τεκμ.4 στην αίτηση) κατέστη τελεσίδικη. Παραδέχεται ότι η Απαλλοτριούσα Αρχή ανακάλεσε το διάταγμα απαλλοτρίωσης στις 21.9.12, όμως εναντίον του διατάγματος ανάκλησης, οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν τις προσφυγές με αρ.1781/12 και 1849/12 και το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να εξετάσει τη νομιμότητα της ανάκλησης. Η δικαστική απόφαση την οποία, με την παρούσα Αγωγή οι Αιτητές επιδιώκουν να παραμερίσουν, αποτελεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση η οποία έχει εκδοθεί από αρμόδιο Δικαστήριο και το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να την ακυρώσει. Ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές έχουν επινοήσει ή εφεύρει ή κατασκευάσει ή δημιουργήσει μαρτυρία, η οποία αποτελείται από το γεγονός της ανάκλησης της απαλλοτρίωσης. Επικαλούνται δηλαδή μαρτυρία την οποία οι ίδιοι έχουν εφεύρει ή επινοήσει ή κατασκευάσει ή δημιουργήσει, μετά την έκδοση της επίδικης δικαστικής απόφασης και επιδιώκουν να τη χρησιμοποιήσουν για να πετύχουν ακύρωση της δικαστικής απόφασης. Ο παραμερισμός της επίδικης απόφασης δεν είναι εφικτός και ως εκ τούτου το κλητήριο ένταλμα δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε νόμιμη και/ή έγκυρη αιτία αγωγής. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι, το κλητήριο ένταλμα δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε νόμιμη ή έγκυρη αιτία αγωγής και για τον ακόλουθο πρόσθετο λόγο: Η μοναδική αιτία αγωγής την οποία επικαλούνται οι Αιτητές δηλαδή η ανάκληση της απαλλοτρίωσης, δεν αποτελεί έγκυρο και/ή νόμιμο και/ή ικανό λόγο για τη χορήγηση της θεραπείας που αξιώνεται με την αγωγή γιατί παραβιάζει το Άρθρο 23 του Συντάγματος και το Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης τα οποία διασφαλίζουν το δικαίωμα ιδιοκτησίας. Παραβιάζει επίσης του Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος και το Άρθρο
(6)
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης τα οποία διασφαλίζουν το δικαίωμα της δίκαιης δίκης. Μια δικαστική απόφαση αποτελεί «περιουσία» εντός της έννοιας του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών («η Ευρωπαϊκή Σύμβαση») και κατάργηση με νόμο μιας δικαστικής ή διαιτητικής απόφασης παραβιάζει το πιο πάνω Άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου. Στην παρούσα υπόθεση η αιτία της αγωγής δεν βασίζεται επί Νομοθετικής διατάξεως αλλά επί της διοικητικής πράξης της ανάκλησης της απαλλοτρίωσης. Εφόσον ένας Νόμος δεν είναι ικανός να ακυρώσει ή να καταργήσει μια δικαστική απόφαση, η ανάκληση της απαλλοτρίωσης με διοικητική πράξη, δεν είναι ικανή να ακυρώσει ή να καταργήσει την επίδικη δικαστική απόφαση. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η αιτία Αγωγής παραβιάζει την αρχή του Δεδικασμένου της επίδικης δικαστικής απόφασης. Οι Αιτητές έχουν επικαλεσθεί την ανάκληση της απαλλοτρίωσης και στην αίτηση τους ημερ. 23.10.2012 στην Αγωγή 5071/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας - στην οποία είχε εκδοθεί η επίδικη Δικαστική απόφαση - με την οποία είχαν αιτηθεί αναστολή της εκτέλεσης του εντάλματος κινητών. Το Επαρχιακό Δικαστήριο με απόφαση του ημερ. 31.12.2012 απέρριψε την αίτηση για το λόγο ότι η ανάκληση της απαλλοτρίωσης δεν αποτελούσε λόγο για αναστολή της εκτέλεσης του Εντάλματος. Επίκληση της ανάκλησης της απαλλοτρίωσης έγινε και στην αίτηση των Εναγόντων ημερ. 12.2.2013 με την οποία είχαν εκ νέου αιτηθεί αναστολή της εκτέλεσης της επίδικης Δικαστικής απόφασης. Το Επαρχιακό Δικαστήριο με απόφαση του ημερ. 20.5.2013 απέρριψε την αίτηση γιατί συνιστούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Επομένως η αιτία αγωγής αποτελεί δεδικασμένο. Ισχυρίζεται ότι η αναστολή εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης είναι νομικώς δυνατή και/ή εφικτή μόνο στα πλαίσια εκκρεμούσης έφεσης και ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να επέμβει στο τελεσίδικο μιας δικαστικής απόφασης. Οι Αιτητές είχαν την ευχέρεια να αποταθούν στο Ανώτατο Δικαστήριο κατά των αποφάσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου ημερ. 31.12.12 και 20.5.13 (Τεκμήρια 7 και 8 στην αίτηση), όμως δεν το έπραξαν. Αποδοχή της θέσης ότι ένας αποτυχών διάδικος διαθέτει την ευχέρεια να επιστρέψει το αντικείμενο της Αγωγής, είτε πρόκειται για ακίνητη ιδιοκτησία ή για κινητή ιδιοκτησία, θα κατέλυε και θα αχρήστευε το δεδικασμένο που πηγάζει από δικαστικές αποφάσεις, θα εκθεμελίωνε το όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης και θα αποτελούσε μόνιμη πηγή αποσταθεροποίησης του δικαίου και των έννομων σχέσεων. Εισηγείται ότι ενόψει του ότι το κλητήριο ένταλμα δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε έγκυρη και/ή καλή και/ή νόμιμη αιτία Αγωγής, δεν ικανοποιούνται οι πρώτες δύο προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (14/60) δηλαδή η προϋπόθεση της ύπαρξης συζητήσιμης υπόθεσης και η προϋπόθεση της πιθανότητας επιτυχίας της Αγωγής. Ισχυρίζεται ότι η εμμονή των Καθ' ων η Αίτηση στην εκτέλεση ενός εντάλματος του οποίου η εκτέλεση δεν έχει ποτέ ανασταλεί, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ασφυκτική πίεση. Το ένταλμα εκκρεμεί εδώ και 26 μήνες και δεν έχει ακόμη εκτελεστεί. Οι διαπραγματεύσεις για πληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους με δόσεις καρποφόρησαν και μάλιστα το αποτέλεσμα τους έτυχε και της έγκρισης του Υπουργού Οικονομικών (Τεκμήριο 4). Αυτός που υπαναχώρησε από τη συμφωνία ήταν ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας ο οποίος υπέβαλε νέα πρόταση η οποία δεν έγινε αποδεκτή από τους Καθ' ων η Αίτηση. Η εμμονή των Καθ' ων η Αίτηση να απολαύσουν τους καρπούς της δικαστικής απόφασης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απειλή ή ότι αποτελεί αλλότριο σκοπό. Η οικονομική αδυναμία του Κράτους δεν αποτελεί έγκυρο και ικανό λόγο για τη μη ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης. Η διαφορά που έχει προκύψει από την απαλλοτρίωση έχει αποκρυσταλλωθεί σε δικαστική απόφαση η οποία αποτελεί περιουσία και είναι οι Αιτητές που παραβιάζουν τα περιουσιακά δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση και όχι αυτοί τα δικά τους περιουσιακά συμφέροντα. Συμφωνεί ότι έχει κατασχεθεί το αυτοκίνητου Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας αλλά παρόλο ότι έχουν παρέλθει 60 μέρες από την κατάσχεση, το αυτοκίνητο κατά παράβαση της Δ.44 θ.8
(2)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών δεν έχει ακόμη πωληθεί. Η μη πώληση του μέχρι σήμερα εξουδετερώνει και εκθεμελιώνει τους ισχυρισμούς των Αιτητών περί ασφυκτικών πιέσεων και απειλών. Η έκδοση του διατάγματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου αποτελεί νόμιμο δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση και η έγερση της Αγωγής και η παρούσα αίτηση για προσωρινή θεραπεία, συνιστούν κατάφωρη κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες έχω διεξέλθει με την επιβαλλόμενη προσοχή και ειδική αναφορά στις εκατέρωθεν εισηγήσεις - στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο - θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο οι Αιτητές έχουν καταδείξει ότι ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Το άρθρο 32 έτυχε νομολογιακής εξέτασης κατ' επανάληψη (βλ. Karydas Taxi Co. v. Komodikis
(1975)1 C.L.R 321 Papastratis v Pierides
(1979)1 C.L.R 231, Odysseos v Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R. 557 και άλλες) και είναι γνωστές οι τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν προκειμένου να επιτύχει ο αιτητής. Θα πρέπει να καταδείξει ότι:
- Εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, κάτι που δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
- Έχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή του, προϋπόθεση που αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά πολύ λιγότερο από απόδειξη με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και
- Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, προϋπόθεση που φέρνει στο προσκήνιο το θέμα των αποζημιώσεων, δηλαδή αν η θεραπεία των αποζημιώσεων θα ήταν ικανοποιητική υπό τα περιστατικά της υπόθεσης. Σ' ότι αφορά τις πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, παρατηρώ ότι από μια απλή ανάγνωση του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, αιτία και/ή βάση αγωγής αποτελεί η ανάκληση του διατάγματος αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης ημερ. 10.2.12 στην αγωγή αρ. 5071/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η εν λόγω ανάκληση αποτελεί τη βάση στην οποία οι Αιτητές στηρίζονται, αξιώνοντας τον παραμερισμό και/ή ακύρωση της εν λόγω δικαστικής απόφασης, επικαλούμενοι επίσης τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Το ερώτημα επομένως που εγείρεται, είναι κατά πόσο η ανάκληση του διατάγματος αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ημερ. 21.9.12, η οποία έγινε 7 μήνες μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης ημερ. 10.2.12, αποτελεί βάσιμο, νόμιμο και έγκυρο λόγο ακύρωσης της δικαστικής απόφασης στην αγωγή 5071/
- Η απάντηση κατά την άποψη μου, είναι καταφανώς αρνητική. Όπως ορθά υπέδειξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Καθ' ων η Αίτηση, παραπέμποντας το Δικαστήριο στην υπόθεση Boyadji v. Papachristoforou
(1958)23 C.L.R. 299, 302 το Δικαστήριο έχει εξουσία: (
- i)να διορθώσει γραμματικά ή τυχαία λάθη στις δικαστικές αποφάσεις. (
- ii)να παραμερίσει ορισμένες ερήμην δικαστικές αποφάσεις. (iii) να παραμερίσει δικαστικές αποφάσεις που εξασφαλίστηκαν με δόλο. (
- iv)να ακυρώσει μια δικαστική απόφαση αφού ανακαλύψει νέα και ουσιώδη μαρτυρία. (
- v)να ακυρώσει εκ συμφώνου δικαστικές αποφάσεις σε ορισμένες υποθέσεις. Εκτός από τις πιο πάνω περιπτώσεις, το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να ακυρώσει μια δικαστική απόφαση που δόθηκε σε προηγούμενη υπόθεση. Το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Boyiadji (ανωτέρω) είναι σχετικό: "It seems that apart from the power to correct clerical or accidental mistakes in judgments and to set aside certain judgments in default, the Court has power to set aside judgments obtained by fraud (see our Order 33, rule 15, and Birch v. Birch
(1902)P.130), to rescind a judgment on discovery of new and material evidence, and to set aside consent judgments in certain circumstances (see 22 Halsbury's Laws, 3rd edition, paragraphs 1664-1674, pp.784-793) but, so far as my researches could carry me, apart from the above cases, it would seem that the Court has no power to set aside a judgment given in a previous case." Αναφορικά με τον όρο «νέα μαρτυρία» σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το Σύγγραμμα Halsbury's Laws, 3η έκδοση Τόμος 22 παραγρ. 1670, σύμφωνα με το οποίο, «νέα μαρτυρία σημαίνει μαρτυρία η οποία δεν θα μπορούσε να ανακαλυφθεί προηγουμένως με την επίδειξη εύλογης επιμέλειας»: "
- Setting aside a judgment on fresh evidence. An action will lie to rescind a judgment on the ground of the discovery of new evidence which would have had a material effect upon the decision of the court. It must be shown that such evidence is a discovery of something material in the sense that it would be a reason for setting aside the judgment if it were established by proof; that the discovery is new, and that it could not with reasonable diligence have been discovered before. A mere suspicion of fresh evidence is not sufficient." Στην προκειμένη περίπτωση, είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι η ανάκληση του διατάγματος απαλλοτρίωσης, δεν αποτελεί νέα μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακύρωση της δικαστικής απόφασης στην αγωγή αρ.5071/
- Και τούτο γιατί το διάταγμα ανάκλησης εκδόθηκε μεταγενέστερα της έκδοσης της δικαστικής απόφασης και επομένως δεν αποτελεί γεγονός που υφίστατο κατά το χρόνο έκδοσης της δικαστικής απόφασης και οι Αιτητές δεν θα μπορούσαν να ανακαλύψουν προηγουμένως με την επίδειξη εύλογης επιμέλειας. Γεγονότα που έχουν επισυμβεί μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης, όπως συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση, δεν αποτελούν νέα μαρτυρία που θα μπορούσε να τεκμηριώσει νόμιμη και έγκυρη αιτία αγωγής για ακύρωση προηγούμενης εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Η κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου οδηγεί στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι με την παρούσα αγωγή δεν εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε και υπάρχει ορατή πιθανότητα οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία σ' αυτήν. Επομένως δεν πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 (ανωτέρω). Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Καθ' ων η Αίτηση εισηγήθηκαν επίσης ότι η αιτία αγωγής - που επαναλαμβάνω αποτελεί το διάταγμα ανάκλησης του διατάγματος απαλλοτρίωσης - παραβιάζει την αρχή του Δεδικασμένου. Προς τούτο παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Γενικού Εισαγγελέα Πολ. Έφ. 261/09 ημερ. 19.2.13 και στην υπόθεση του ΕΔΑΔ Brumarescu v. Romania Application No. 28342/95 ημερ. 28.10.99, όπου αποφασίστηκε ότι «Μια θεμελιώδης αρχή του Κράτους Δικαίου είναι η αρχή της σταθερότητας του Δικαίου, η οποία, μεταξύ άλλων, απαιτεί ότι όπου τα Δικαστήρια έχουν τελεσιδίκως αποφανθεί επί ενός ζητήματος, η απόφαση τους δεν πρέπει να αμφισβητείται.» Στην προκειμένη περίπτωση, η δικαστική απόφαση ημερ. 10.2.12 στην αγωγή 5071/11 κατέστη τελεσίδικη, εφόσον η έφεση με αρ. 146/12 που καταχωρήθηκε εναντίον της, αποσύρθηκε στις 28.2.
- Περαιτέρω, οι Αιτητές επικαλέστηκαν την ανάκληση του διατάγματος απαλλοτρίωσης και στην αίτηση τους ημερ. 23.10.12 στην αγωγή 5071/11, με την οποία αιτήθηκαν αναστολή της εκτέλεσης του εντάλματος κινητών. Το Επαρχιακό Δικαστήριο με απόφαση του ημερ. 31.12.12 απέρριψε την αίτηση για το λόγο ότι η ανάκληση του διατάγματος απαλλοτρίωσης δεν αποτελούσε λόγο για αναστολή εκτέλεσης του εντάλματος κινητών (τεκμήριο 7 στην αίτηση). Οι Αιτητές επικαλέστηκαν ξανά την ανάκληση του διατάγματος απαλλοτρίωσης, στην αίτηση τους ημερ. 12.2.13 στην αγωγή 5071/11 με την οποία αιτήθηκαν εκ νέου αναστολή της εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης, εκκρεμούσης έφεσης. Το Επαρχιακό Δικαστήριο, με απόφαση του ημερ. 20.5.13 απέρριψε την αίτηση ως καταπιεστική και καταχρηστική (τεκμ.8 στην αίτηση). Επισημάνθηκε επίσης ότι ο στόχος και σκοπός της υπό κρίση αίτησης δεν ήταν η αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης ενόψει της εκκρεμότητας της έφεσης αλλά για να αποφύγουν την καταβολή του ποσού της απόφασης λόγω της ανάκλησης της απαλλοτρίωσης. Οι δυο πιο πάνω αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου ημερ. 31.12.12 και 20.5.13 δεν εφεσιβλήθηκαν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Έχοντας κατά νου την βάση της παρούσας αγωγής που αποτελεί το διάταγμα ανάκλησης του διατάγματος απαλλοτρίωσης, το σκεπτικό του Επαρχιακού Δικαστηρίου στην απόφαση του ημερ. 20.5.13 στην αγωγή 5071/11 ως και τον τελεσίδικο χαρακτήρα της δικαστικής απόφασης ημερ. 10.2.12 στην αγωγή 5071/11, καταλήγω ότι η αιτία της παρούσας αγωγής παραβιάζει την αρχή του δεδικασμένου. Έγινε περαιτέρω εισήγηση από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση ότι η παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Και τούτο γιατί από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής στις 11.4.14 και μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση στις 30.4.14, οι Αιτητές παραλείπουν μέχρι σήμερα, δηλαδή μετά πάροδο 6 μηνών, να καταχωρήσουν Έκθεση Απαίτησης. Το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Melouskia Commercial Ltd κ.ά ν. Chumackenko Alisa Πολ. Έφεση 71/13 ημερ. 30.9.14 είναι σχετικό: «Εξετάσαμε τις εκατέρωθεν θέσεις στο υπό συζήτηση θέμα, έχοντας υπόψη τον τρόπο αντιμετώπισης του από τη νομολογία (Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) A.A.Δ. 1572, Akis Express v. Aris Express
(1998)1 Α.Α.Δ. 149, Rousounides & Soteriou Trading Ltd v. ΚΟΤ
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1274, Κίτσιος κ.α. ν. A.C. Kitsios Motors Ltd κ.α.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1262 και Ελευθερίου ν. Λαϊκού Καφεκοπτείου Δημόσια Λτδ, Πολ. Εφ. 39/2010 ημερ. 23.1.14) η οποία διαμορφώθηκε ως αποτέλεσμα των παρατηρήσεων που διατύπωσε (per curiam) το Εφετείο στην υπόθεση Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1(β) 1453. Συναφώς, στην εν λόγω υπόθεση χαρακτηρίστηκε απαράδεκτη η τακτική επιδίωξης και εξασφάλισης ενδιάμεσης θεραπείας χωρίς την παράλληλη προώθηση εκδίκασης της υπόθεσης και τονίστηκε ότι η παροχή τέτοιας θεραπείας «.δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Το κύριο έρεισμα για την παροχή προσωρινής θεραπείας είναι η αντικειμενική αδυναμία της άμεσης διεξαγωγής της δίκης. Επομένως βαρύνεται ο διάδικος που την επιδιώκει να προλειάνει, το ταχύτερο, το έδαφος για την εκδίκαση της υπόθεσης.» Πρόκειται, τονίστηκε στην Rousounides (ανωτέρω), για θεμελιακής σημασίας ζήτημα αφού αποτελεί και συνταγματική επιταγή η συμπλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου και, το Εφετείο, εφαρμόζοντας τις παρατηρήσεις της Vuitton δεν ασχολήθηκε με την ουσία της έφεσης, αλλά τερμάτισε την ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος για το λόγο ότι η συνέχιση του συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας. Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε το Εφετείο και στις άλλες υποθέσεις που αναφέρουμε πιο πάνω, στις οποίες επίσης τερματίστηκε η ισχύς των εκδοθέντων διαταγμάτων χωρίς την ενασχόληση με την ουσία της έφεσης. Όμως, όπως παρατηρήθηκε στην υπόθεση Τ.Α. Micrologic Comp. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, υπάρχουν περιπτώσεις όπου αποκτούν σημασία και άλλοι παράγοντες. Τέτοια είναι κατά την άποψη μας και η παρούσα περίπτωση, στην οποία η προώθηση της αγωγής - ετοιμασία και καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης - φαίνεται πως προϋποθέτει την παροχή των πληροφοριών για τις οποίες εκδόθηκαν τα επίδικα διατάγματα που, όμως, αναστάληκαν μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Κατά συνέπεια θεωρούμε πως υπό τα περιστατικά της υπόθεσης η μη καταχώριση της έκθεσης απαίτησης δεν συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας ώστε να τερματιστεί η ισχύς των διαταγμάτων χωρίς την ενασχόληση με την ουσία της έφεσης. Θα παρατηρούσαμε όμως ότι σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, το δικονομικώς ορθό είναι να υποβάλλεται αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης (Δ.20 θ.1 και Δ.57 θ.2) και, όπου αυτό δεν γίνεται, να καταχωρείται από την άλλη πλευρά αίτηση για απόρριψη της αγωγής (Δ.26 θ.1) αν όντως το ενδιαφέρον της για την τήρηση της συνταγματικής επιταγής για εκδίκαση της υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου είναι γνήσιο. Στην παρούσα όμως περίπτωση ουδέν έγινε, όπως δεν ενεργοποιήθηκε και από το Δικαστήριο ο μηχανισμός της Δ.26 θ.13 για απόρριψη της αγωγής ώστε, εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα της δυνατότητας ετοιμασίας της έκθεσης απαίτησης ενόψει της αναστολής των διαταγμάτων να εξεταστεί - όπως είναι και το δικονομικώς ορθό - από το πρωτόδικο Δικαστήριο.» Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πλευρά των Αιτητών καμία εξήγηση και δικαιολογία έδωσε για την παράλειψη τους να καταχωρήσουν μέχρι σήμερα και μετά πάροδο 6 μηνών, την Έκθεση Απαίτησης τους. Είναι επομένως προφανές ότι οι Αιτητές κατά τρόπο απαράδεκτο, επιδίωξαν με την παρούσα αίτηση να εξασφαλίσουν, κατ' αρχήν μονομερώς, την αιτούμενη ενδιάμεση θεραπεία, την οποία και συνεχίζουν να επιδιώκουν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, χωρίς όμως να προωθήσουν την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, γεγονός που καταδεικνύει ότι η παρούσα διαδικασία αποτελεί για τους Αιτητές αυτοσκοπό και αναμφίβολα συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Είναι περαιτέρω σημαντικό να τονιστεί ότι παρόλο που οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν στις 25.6.14 αίτηση για απόρριψη της παρούσας αγωγής διότι οι Αιτητές παρέλειψαν να καταχωρήσουν Έκθεση Απαίτησης, - η οποία ακόμα εκκρεμεί και είναι ορισμένη στις 23.10.14 -, εντούτοις οι Αιτητές συνεχίζουν να παραλείπουν την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης τους. Για όλα τα πιο πάνω, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση και σε βάρος των Αιτητών και αυτά, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............... Στ. Χατζηγιάννη Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Ε.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο