← Κύπρος

Karkotis Manufacturing & Trading Public Limited ν. Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ, Αρ. Αγωγής: 6520/2009, 14/10/2014

Karkotis Manufacturing & Trading Public Limited ν. Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ, Αρ. Αγωγής: 6520/2009, 14/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A368 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6520/2009 Μεταξύ: Karkotis Manufacturing & Trading Public Limited Ενάγουσας και Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ Εναγομένης ----------------- 14 Οκτωβρίου, 2014. Για την ενάγουσα: κ. Α. Μάγος Για την εναγομένη: κ. Γ. Παπαθεοδώρου Α Π Ο Φ Α Σ Η H ενάγουσα αξιώνει από την εναγομένη επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.100.000, πλέον νόμιμο τόκο επί του πιο πάνω ποσού από 2.7.2002 μέχρι εξοφλήσεως. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης η εναγομένη συμφώνησε προφορικά να αναλάβει την υποχρέωση «.. υποστήριξης των μετοχών (market making) όσο αφορά τις πωλήσεις επί προώθηση των μετοχών της ενάγουσας εταιρείας εις το κοινό της Κυπριακής Δημοκρατίας και αλλού, αφού η ενάγουσα εταιρεία θα εισήρχετο στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου.» Προς εκπλήρωση του πιο πάνω σκοπού η εναγομένη ζήτησε και έλαβε από την ενάγουσα οικονομική βοήθεια ύψους Λ.Κ.100.000, «ως κεφάλαιο κινήσεως». Ήταν όρος της πιο πάνω προφορικής συμφωνίας ότι η εναγομένη θα επέστρεφε το ποσό των Λ.Κ.100.000 στην ενάγουσα «. μετά την παρέλευση ενός χρόνου από την ημέρα έναρξης των διαπραγματεύσεων των μετοχών της ενάγουσας εταιρείας εις το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου». Η εναγομένη απορρίπτει τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι είχαν συνάψει μεταξύ τους προφορική συμφωνία, στα πλαίσια της οποίας έλαβε το πιο πάνω ποσό. Παραδέχεται ότι έλαβε από την ενάγουσα το συγκεκριμένο ποσό, ισχυρίζεται όμως ότι το έλαβε κάτω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες. Παραθέτω αυτούσιες τις σχετικές παραγράφους: «

(4)Το ποσό των Λ.Κ.100.000 (€170.860,14) το οποίο καταβλήθηκε στους εναγομένους την ή περί την 28.6.2001 με οδηγίες των εναγόντων όπως οι εναγομένοι προβούν εκ μέρους και διά λογαριασμό τους σε κατανομή, πληρωμή/επιστροφή του ως έκπτωση σε άτομα ή και εταιρείες οι οποίοι είχαν αγοράσει μετοχές των εναγόντων μέσω των εναγομένων με ιδιωτική τοποθέτηση το Μάρτιο του 2001. Οι Εναγόμενοι τότε ενεργούσαν σαν χρηματιστές.
(5)Οι Εναγόμενοι ανταποκρινόμενοι στις οδηγίες και εντολές των εναγόντων προέβησαν σε πληρωμή ολοκλήρου του ποσού των Λ.Κ.100.000 σε διάφορα άτομα και εταιρείες τα οποία τους είχαν υποδειχθεί από τους ενάγοντες και κανένα ποσό δεν έχει παραμείνει σε πίστη τους ή προς όφελος τους.» Άνευ βλάβης των πιο πάνω, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η αξίωση της ενάγουσας έχει παραγραφεί και/ή ότι αυτή εμποδίζεται να προβάλει την αξίωσή της καθότι καθυστέρησε αδικαιολόγητα να την υποβάλει. Η εναγομένη έχει αναστείλει τις εργασίες της από τη 16.12.2005 και είναι δύσκολο γι΄ αυτή, σύμφωνα πάντα με τις δικογραφημένες θέσεις τις, να συγκεντρώσει και αποδεικτικό υλικό και να παρουσιάσει μαρτυρία προς υποστήριξη της υπεράσπισής της. Τέλος, είναι η θέση της ότι η κατ΄ ισχυρισμό συμφωνία, επί της οποίας εδράζεται η αξίωση της ενάγουσας, ήταν παράνομη καθότι αποσκοπούσε στη χειραγώγηση της τιμής των μετοχών της ενάγουσας. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν τρεις συνολικά μάρτυρες, ο Χρίστος Καρκώτης, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και γενικός διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας, ο Νίκος Μιχαηλάς, διευθύνων σύμβουλος της Δήμητρα Επενδυτική Λτδ, ο οποίος διετέλεσε στο παρελθόν διευθυντής των εργασιών της εναγομένης και ο Παναγιώτης Σταύρου, λειτουργός στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν έχει αμφισβητηθεί, προκύπτει ότι η ενάγουσα εταιρεία ασχολείτο με τη βιομηχανία και εμπορία τροφίμων. Η εναγομένη εταιρεία είναι θυγατρική εταιρεία της Δήμητρα Επενδυτική Λτδ και ασχολείτο κατά τον επίδικο χρόνο με χρηματιστηριακές εργασίες. Το 2001 η ενάγουσα ανέθεσε στην εναγομένη τη «δημοσιοποίηση» της, ήτοι να προβεί σε όλες τις εργασίες που ήταν αναγκαίες για να εισαχθούν οι μετοχές της στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Την περίοδο που γίνονταν οι εργασίες για ένταξη των μετοχών της ενάγουσας στο Χρηματιστήριο, η τελευταία έδωσε στην εναγομένη μια επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.100.000, πληρωτέα στο όνομα της εναγομένης. Η επιταγή φέρει ημερομηνία 28.6.
  1. Κατά τον ουσιώδη χρόνο διευθυντής της εναγομένης εταιρείας ήταν ο Ανδρέας Χ" Ξενοφώντος και Οικονομική Διευθύντρια η κα Φιερού. Ήταν η θέση του Χρίστου Καρκώτη ότι μια εβδομάδα πριν την επίσημη εισδοχή των μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου η εναγομένη, και συγκεκριμένα ο γενικός διευθυντής αυτής Α. Χ" Ξενοφώντος, του ζήτησε να καταβάλει το ποσό των Λ.Κ.100.000 για να γίνει το "market-making" των μετοχών. Η εναγομένη θα προέβαινε σε αγοραπωλησίες των μετοχών της ενάγουσας με σκοπό την προώθηση αυτών. Η εναγομένη παρέλειψε να επιστρέψει το πιο πάνω ποσό εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας, ήτοι εντός ενός έτους, ο μάρτυρας το ζήτησε επανειλημμένα, ο Α. Χ" Ξενοφώντος όμως προέβαλλε διάφορες προφάσεις. Του έλεγε ότι η εναγομένη αντιμετώπιζε «οικονομική στενότητα» και ανέμενε οικονομική ενίσχυση από τη Δήμητρα Επενδυτική Λτδ. Απέρριψε τη θέση ότι το ποσό των Λ.Κ.100.000 είχε δοθεί στην εναγομένη για να διανεμηθεί σε πρόσωπα που είχαν αγοράσει μετοχές της ενάγουσας με ιδιωτική τοποθέτηση, ως έκπτωση. Ήταν η θέση του ότι η διανομή του πιο πάνω ποσού σε επενδυτές που είχαν λάβει μετοχές με ιδιωτική τοποθέτηση ήταν πρακτικώς αδύνατη καθότι ο αριθμός των προσώπων αυτών ήταν πολύ μεγάλος, ανερχόταν σε
  2. Η πληροφόρηση που έτυχε ο ίδιος ήταν ότι το ποσό των €100.000 είχε διανεμηθεί μεταξύ μικρού αριθμού προσώπων και συγκεκριμένα σε στελέχη και συνεργάτες της εναγομένης. Ο Νίκος Μιχαηλιάς ήταν, ως αναφέρω και ανωτέρω, διευθυντής εργασιών της εναγομένης κατά τον επίδικο χρόνο. Το 2005 η εναγομένη ανέστειλε τις εργασίες της. Ο μάρτυρας κατάθεσε, μεταξύ άλλων, ότι στα πλαίσια «δημοσιοποίησης» της ενάγουσας εταιρείας, εργασία την οποία ανέλαβε να διεκπεραιώσει η εναγομένη, είχαν διατεθεί μετοχές προς πώληση με «ιδιωτική τοποθέτηση», προτού οι μετοχές της εταιρείας ενταχθούν στο χρηματιστήριο. Μετά την ένταξη των μετοχών στο χρηματιστήριο εκδόθηκε και πωλήθηκε αριθμός μετοχών. Οι επενδυτές που είχαν αγοράσει μετοχές με ιδιωτική τοποθέτηση «ένοιωθαν» ότι είχαν αγοράσει τις μετοχές σε ψηλή τιμή. Ακολούθησαν συζητήσεις μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης για το θέμα αυτό και συμφωνήθηκε τελικά όπως επιστραφεί ένα ποσό στους επενδυτές αυτούς για να «εφησυχασθούν». Ο ΜΥ2 Παναγιώτης Σταύρου, ήταν εγκεκριμένος λογιστής (chartered accountant) και εργαζόταν ως λειτουργός στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στο Τμήμα Ερευνών και Παρακολούθησης της Αγοράς. Τα κύρια καθήκοντά του ήταν η διεξαγωγή ερευνών σε σχέση με εταιρείες που ήταν εισηγμένες στο Χρηματιστήριο. Την περίοδο 2010-2011 διερεύνησε την επίδικη συναλλαγή που αφορούσε το ποσό των Λ.Κ.100.
  3. Συγκεκριμένα, κατά τον έλεγχο των λογιστικών βιβλίων της ενάγουσας, ο μάρτυρας διαπίστωσε ότι η λογιστική εγγραφή στα βιβλία της ενάγουσας έδειχνε ότι το ποσό των Λ.Κ.100.000 το έδινε η ενάγουσα ως δάνειο στο Χρίστο Καρκώτη προσωπικά. Η ίδια εγγραφή φαινόταν στα βιβλία μέχρι και το
  4. Τα λογιστικά βιβλία της εταιρείας υπογράφονταν από τους διοικητικούς της συμβούλους και ελέγχονταν από εγκεκριμένους λογιστές, τους George Strovolides Chartered Accountants. Την 8.10.2010 η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς απέστειλε επιστολή, Τεκμήριο 3, προς την εναγομένη, με την οποία την κάλεσε να την πληροφορήσει ποιος ή ποιοι λογαριασμοί πελατών της εναγομένης είχαν πιστωθεί με το επίδικο ποσό των Λ.Κ.100.000 που της είχε δοθεί από την ενάγουσα. Η εναγομένη, σε απάντηση της πιο πάνω επιστολής, απέστειλε το Τεκμήριο 4, το οποίο υπογράφεται από το διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας, Παύλο Θεοδότου. Το πιο πάνω θέμα απασχόλησε την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατά τη συνεδρία της ημερομηνίας 2.5.
  5. Τα πρακτικά της συνεδρίας αυτής κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο. Από τα πρακτικά αυτά προκύπτει ότι το υπόλοιπο του δανείου της ενάγουσας προς το Χρίστο Καρκώτη, με βάση τα εγκεκριμένα λογιστικά βιβλία της ενάγουσας, ήταν την 31.12.2008, €204.439 και την 31.12.2009 το ποσό του δανείου μειώθηκε σε €33.
  6. Την 4.11.2009 πιστώθηκε ο λογαριασμός του Χρίστου Καρκώτη με το ποσό των €170.860,14 και χρεώθηκε ο λογαριασμός της Λευκόνοικο Χρηματιστηριακής με το ίδιο ποσό. Η Επιτροπή κατέληξε ότι αφού η πληρωμή των Λ.Κ.100.000 (€170.860) έγινε από το Χρίστο Καρκώτη προς την εναγομένη, εφόσον για την εν λόγω πληρωμή είχε χρεωθεί ο λογαριασμός του Χρίστου Καρκώτη, δεν νομιμοποιείτο η λογιστική εγγραφή που έγινε την 4.11.2009 με την οποία είχε πιστωθεί ο λογαριασμός του εν λόγω προσώπου και είχε χρεωθεί ο λογαριασμός της εναγομένης. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν και να εξετάσω τη μαρτυρία τους. Αρχίζοντας από τον τελευταίο μάρτυρα, διαπιστώνω ότι ήταν τυπικός και ανεξάρτητος, η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε ουσιώδες σημείο και γίνεται δεκτή στο σύνολό της. Ο ΜΥ1 Νίκος Μιχαηλάς παρουσίασε τον εαυτό του, αρχικά, ως σημαντικό στέλεχος της εναγομένης και ως το πλέον αρμόδιο πρόσωπο να καταθέσει για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Έλαβε μέρος στις συζητήσεις που είχαν γίνει για την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.100.000 και αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις δοσοληψίες που είχαν η ενάγουσα και η εναγομένη, στοιχεία τα οποία γνώριζε λόγω της θέσης του ως διευθύνοντα συμβούλου στην εταιρεία και του γεγονότος ότι «επέβλεπε όλες τις ενέργειες της εταιρείας». Κατά την αντεξέτασή του διαφάνηκε όμως ότι η μνήμη του ήταν επιλεκτική. Ενώ γνώριζε τόσες πολλές λεπτομέρειες για τις δοσοληψίες της ενάγουσας και της εναγομένης, δεν γνώριζε σχεδόν τίποτε για τις δοσοληψίες της ενάγουσας με άλλες εταιρείες οι οποίες είχαν καταλήξει και αυτές, όπως η παρούσα, στο Δικαστήριο. Ενώ αρχικά παρουσιάστηκε ότι ήταν καλός γνώστης όλων των εργασιών της εναγομένης, στη συνέχεια, στην προσπάθειά του να αποφύγει να απαντήσει συγκεκριμένες ερωτήσεις, παρουσίασε το ρόλο του στην εναγομένη εταιρεία ως δευτερεύοντα. Χαρακτηριστική είναι η πιο κάτω απάντηση που έδωσε: «Α. Ενόσω ήμουν στη Λευκόνοικο υπήρχαν και άλλοι διευθυντές πάνω από εμένα, ήταν ο κ. Χ" Ξενοφώντος, η κα Φιερού, οι οποίοι γνώριζαν τα θέματα. Στις υποθέσεις του Λευκονοίκου εμφανιζόμουν εκεί που είχα γνώση από την περίοδο μετά που σταμάτησε τις εργασίες της Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή. Μετά από το 2005». Πέραν τούτου, διαπιστώνω ότι η μαρτυρία του δεν ήταν σταθερή, θετική επί των ουσιωδών σημείων. Ανάφερε αρχικά, πέραν της μίας φοράς, ότι είχε συμφωνηθεί να επιστραφεί το ποσό των Λ.Κ.100.000 στους επενδυτές που αγόρασαν μετοχές με ιδιωτική τοποθέτηση «ως έκπτωση της τάξης του 10% για την επένδυση του ενός εκατομμυρίου». Το ποσό αυτό πιστώθηκε στους λογαριασμούς των πελατών, ανάλογα με τον αριθμό μετοχών που έκαστος είχε αγοράσει. Κατά την επομένη δικάσιμο το ποσοστό του 10% διπλασιάστηκε, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση από το μάρτυρα, και έγινε 20%. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, το ποσό διαμοιράστηκε μεταξύ δέκα επενδυτών οι οποίοι αγόρασαν μετοχές συνολικής αξίας Λ.Κ.352.
  7. Αν δεχθούμε τον πρώτο ισχυρισμό του, ήτοι το ποσοστό του 10%, καταλήγουμε ότι διαμοιράστηκε μεταξύ των επενδυτών το ποσό των Λ.Κ.35.200, ενώ αν δεχθούμε το δεύτερο ισχυρισμό, ήτοι το ποσοστό του 20%, καταλήγουμε ότι διαμοιράστηκε μεταξύ των επενδυτών το ποσό των Λ.Κ.70.
  8. Σε καμία περίπτωση το ποσό που κατ΄ ισχυρισμό διαμοιράστηκε στους επενδυτές δεν ανήλθε στο ποσό της επιταγής, ήτοι Λ.Κ.100.000 και καμία εξήγηση δόθηκε από το μάρτυρα για το υπόλοιπο ποσό που παρέμεινε αδιανέμητο. Σε κάποιο άλλο στάδιο της μαρτυρίας του ανάφερε ότι η συνολική αξία των μετοχών που αγοράστηκαν με ιδιωτική τοποθέτηση ανερχόταν σε Λ.Κ.500.000, ανατρέποντας προηγούμενο ισχυρισμό που είχε επαναλάβει πέραν της μίας φοράς ότι το ποσό ανερχόταν σε Λ.Κ.1.000.
  9. Τα στοιχεία που έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ταιριάζουν μεταξύ τους. Αν η συνολική αξία των μετοχών που αγοράστηκαν με ιδιωτική τοποθέτηση ήταν Λ.Κ.1.000.000, όπως φαίνεται και στο ενημερωτικό δελτίο της εταιρείας, που αποτελεί επίσημο έγγραφο, και δεχθούμε ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων επιστροφή ποσοστού 20%, ως ήταν και η θέση της εναγομένης προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, Τεκμήριο 4, η ενάγουσα θα έπρεπε να είχε επιστρέψει στην εναγομένη το ποσό των Λ.Κ.200.000 και όχι των Λ.Κ.100.
  10. Άγνωστος παραμένει ο αριθμός και τα ονόματα των προσώπων, οι λογαριασμοί των οποίων πιστώθηκαν με το επίδικο ποσό, καθότι η μαρτυρία του επί του συγκεκριμένου σημείου βρίθει από αντιφάσεις. Ανάφερε αρχικά ότι το ποσό πιστώθηκε στους λογαριασμούς των προσώπων, τα ονόματα των οποίων αναγράφονται στο ενημερωτικό δελτίο, Τεκμήριο 5, που αποτελούσε «.. το επίσημο έγγραφο το οποίο κατατέθηκε στο Χρηματιστήριο». Του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 4, που είναι η επιστολή που απέστειλε η εναγομένη στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και στην οποία δίδονται στοιχεία σε σχέση με τους λογαριασμούς που πιστώθηκαν. Όταν ζητήθηκε από το μάρτυρα να δώσει κάποια εξήγηση γιατί ο αριθμός των επενδυτών που αγόρασαν με ιδιωτική τοποθέτηση ήταν διαφορετικός, στο Τεκμήριο 5 ήταν 12 ενώ στο Τεκμήριο 4 ήταν 9, δεν ήταν σε θέση να το πράξει. Καμία εξήγηση επίσης δόθηκε γιατί τα ονόματα στα δύο αυτά έγγραφα δεν ταυτίζονται. Στο Τεκμήριο 5 αναγράφονται τέσσερα ονόματα, Επενδυτική Εταιρεία Δήμητρα Λτδ, Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ, Ταμείο Προνοίας Υπαλλήλων Λευκονοίκου και Ανδρέας Λεωνίδου, τα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται στο Τεκμήριο 4, ενώ στο Τεκμήριο 4 αναγράφεται το όνομα του μάρτυρα που δεν συμπεριλαμβάνεται στο Τεκμήριο
  11. Καμία λογική εξήγηση έχει δοθεί γιατί πιστώθηκε ο λογαριασμός του μάρτυρα με κάποιο ποσό, εφόσον ο ίδιος δεν είχε αγοράσει μετοχές της ενάγουσας εταιρείας με ιδιωτική τοποθέτηση. Το γεγονός αυτό εγείρει πολύ σοβαρά ερωτηματικά. Αναπάντητο παραμένει και το ερώτημα γιατί δεν πιστώθηκαν οι λογαριασμοί των Επενδυτική Εταιρεία Δήμητρα Λτδ, Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ, Ταμείο Προνοίας Υπαλλήλων Λευκονοίκου και Ανδρέας Λεωνίδου, οι οποίοι αγόρασαν σημαντικό αριθμό μετοχών εφόσον το ποσό των Λ.Κ.100.000 δόθηκε κατ΄ ισχυρισμό για να διανεμηθεί μεταξύ όλων των επενδυτών που αγόρασαν μετοχές με ιδιωτική τοποθέτηση. Ασταθής ήταν και η μαρτυρία του σε σχέση με τους λόγους που οδήγησαν τα δύο μέρη να συμφωνήσουν στην επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.100.
  12. Αρχικά ισχυρίστηκε ότι η έκπτωση δόθηκε λόγω «.. των μεγεθών της εταιρείας και της κατάστασης του Χρηματιστηρίου», στη συνέχεια ανάφερε ότι ο λόγος της έκπτωσης ήταν ότι οι εργασίες της εταιρείας δεν πήγαιναν πολύ καλά και η πορεία του Χρηματιστηρίου ήταν «πτωτική», στη συνέχεια ανάτρεψε την πιο πάνω θέση και περιορίστηκε μόνο στην «πτωτική» πορεία του Χρηματιστηρίου. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα όπου αναδεικνύεται και η ποιότητα της μαρτυρίας του: «Ε. Η τιμή έκδοσης είναι άρα προτού εσείς διαπραγματευτείτε την μετοχή πήρατε αυτά τα χρήματα. Πώς ήρθες να πεις στο Δικαστήριο ότι δεν πήγαινε καλά η μετοχή και γι΄ αυτό πιάσαμε τις 100.000; Δεν είναι κάτι το αντιφατικό; Α. Δεν έχω πει αυτά που λέτε. Πρώτα απ΄ όλα τις 500.000 δεν τις πήραμε εμείς αλλά ο πελάτης σας. Αυτό που είχα αναφέρει προηγουμένως στην κατάθεσή μου είναι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οι εργασίες της εταιρείας δεν πήγαιναν πολύ καλά όσο καλά παρουσιάζονταν τουλάχιστον στο έγγραφο το prospectus που ετοιμάστηκε για την ένταξη της εταιρείας στο Χρηματιστήριο αλλά και η πορεία του ιδίου του Χρηματιστηρίου ήταν πτωτική και μέσα σε αυτό το κλίμα αποφασίστηκε να δοθεί έκπτωση της τάξης του 20% επειδή λόγω των συνθηκών θεωρήσαμε ότι η τιμή έκδοσης ήταν 0,50 ήταν υψηλή. Ε. Καλά κ. μάρτυρα πώς αποφάσισες ότι δεν πάει καλά η εταιρεία, οι μετοχές ήταν αυτές οι μετοχές δεν μπήκαν στο πάτωμα εκτός αν είστε μάγος σαν εμένα. Α. Μα δεν μίλησα γι΄ αυτές τις μετοχές. Δεν μίλησα για τις μετοχές της Καρκώτης ότι δεν πήγαιναν καλά. Είπα για το Χρηματιστήριο.» Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιόν μου, και ιδιαίτερα από την επιστολή, Τεκμήριο 4, που απέστειλε η εναγομένη προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, προκύπτει ότι ούτε η εναγομένη ήταν σε θέση να δώσει πλήρη στοιχεία σε ποιους λογαριασμούς είχε πιστωθεί το ποσό των Λ.Κ.100.000, τα στοιχεία που έδωσε αφορούσαν μόνο μέρος του ποσού αυτού, ύψους Λ.Κ.67.
  13. Εν πάση περιπτώσει, από τον τρόπο που είναι διατυπωμένη η εν λόγω επιστολή, προκύπτει ότι τα ό,σα αναγράφονταν αποτελούσαν απλές «υποθέσεις». Αυτός ήταν και ο λόγος που ο συντάκτης της επιστολής, Παύλος Θεοδότου, αναγράφει ότι «. το ποσό των €100.000 φαίνεται να επιστράφηκε ως έκπτωση σε άτομα/εταιρείες» και «. αυτό ενισχύει την υπόθεση μας για έκπτωση στην αρχική τιμή αγοράς». Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, θεωρώ τον ισχυρισμό της υπεράσπισης, από μόνο του, κάθε άλλο παρά πειστικό. Αδυνατώ να πιστέψω ότι η ενάγουσα αποδέχθηκε, χωρίς να έχει οποιαδήποτε νομική υποχρέωση, να επιστρέψει το ένα πέμπτο του ποσού που εισέπραξε για να «εφησυχάσει» κάποιους επενδυτές προτού καν οι μετοχές της ενάγουσας εταιρείας εισαχθούν στο Χρηματιστήριο και αρχίσει η διαπραγμάτευσή τους. Εκείνο δε που είναι άξιο απορίας είναι γιατί εκδόθηκε επιταγή από την ενάγουσα εταιρεία εφόσον τα έσοδα από την πώληση των μετοχών με ιδιωτική τοποθέτηση τα εισέπραξε ο Χρίστος Καρκώτης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν γίνεται αποδεκτή. Φτωχή εντύπωση μου έκανε και ο μάρτυρας εναγόντων Χρίστος Καρκώτης. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα εταιρεία έδωσε το ποσό των €100.000 για να γίνουν αγοραπωλησίες μετοχών της ενάγουσας εταιρείας, για να φαίνεται ότι υπήρχε «κίνηση» σε σχέση με τις μετοχές αυτές, γεγονός που θα προσέλκυε περισσότερους επενδυτές. Το ποσό αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, καταβλήθηκε από την ενάγουσα και θα επιστρεφόταν εντός ενός έτους. Καμία λογική εξήγηση δόθηκε στο Δικαστήριο γιατί η ενάγουσα καθυστέρησε εννέα περίπου χρόνια για να διεκδικήσει την επιστροφή των χρημάτων της. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία αν λάβουμε υπόψη ότι η εναγομένη είχε αναστείλει από το 2005 τις εργασίες της και βρισκόταν, σύμφωνα με το μάρτυρα, σε «οικονομική στενότητα». Κάποιος λογικά θα ανέμενε ότι η ενάγουσα θα έσπευδε να αξιώσει την επιστροφή των χρημάτων της και δεν θα χρονοτριβούσε για τόσο μεγάλο διάστημα. Οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο μάρτυρας, ήτοι ότι του εδίδονταν προφορικές υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις, δεν πείθουν. Ο μάρτυρας μου έδωσε την εικόνα έξυπνου και δραστήριου επιχειρηματία και είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι θα ικανοποιείτο με τις προφορικές δηλώσεις κάποιων αξιωματούχων της εναγομένης. Πολύ πιο δύσκολο δε είναι να πιστέψει κανείς ότι αυτός συμφώνησε να δώσει στην εναγομένη ένα τόσο μεγάλο ποσό, χωρίς να ζητήσει από την τελευταία να υπογράψει κάποιο έγγραφο, έστω και κάποιο πρόχειρο σημείωμα, με το οποίο να αναγνωρίζει ότι έλαβε το συγκεκριμένο ποσό και ότι όφειλε να το επιστρέψει εντός καθορισμένης προθεσμίας. Κανένα γραπτό αποδεικτικό στοιχείο έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με την επίδικη συναλλαγή, ούτε καν οι λογαριασμοί της ενάγουσας στους οποίους να φαίνεται το επίδικο χρέος. Αντιθέτως, με βάση τους εγκεκριμένους λογαριασμούς της ενάγουσας - σχετική είναι η μαρτυρία του λειτουργού Κεφαλαιαγοράς που δεν αμφισβητήθηκε επί του συγκεκριμένου σημείου - το ποσό αυτό ήταν καταχωρημένο στα λογιστικά βιβλία της ενάγουσας που είχαν εγκριθεί από τους διοικητικούς συμβούλους, ως ποσό που όφειλε η εναγομένη προς το Χρίστο Καρκώτη προσωπικά. Αν τα ό,σα ανάφερε ο Χρίστος Καρκώτης ευσταθούσαν, τότε η πίστωση για το ποσό των €100.000 θα έπρεπε να ήταν στο όνομα της ενάγουσας και όχι στο όνομα του μάρτυρα προσωπικά. Πέραν των πιο πάνω, κρίνω ότι θα ήταν πρακτικώς δύσκολο να επιστραφεί το ποσό των Λ.Κ.100.000 ακέραιο. Το ποσό αυτό θα χρησιμοποιείτο για να αγοράζονται και να πωλούνται οι μετοχές της ενάγουσας στο Χρηματιστήριο. Η αξία των μετοχών όμως που διαπραγματεύονται στο Χρηματιστήριο δεν παραμένει σταθερή αλλά αυξομειώνεται. Αν οι ισχυρισμοί του μάρτυρα ευσταθούσαν, τότε κάποιος λογικά θα ανέμενε ότι στη συμφωνία θα γίνονταν σχετικές πρόνοιες για το θέμα αυτό, καθότι θα ήταν παράλογο να αναμένει κανείς ότι το ποσό που θα επιστρεφόταν τελικά θα ήταν ακριβώς το ίδιο με το ποσό που είχε αρχικά παραδοθεί στην εναγομένη. Τέτοια στοιχεία όμως δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, γεγονός που ενισχύει την άποψή μου ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταξύ των δύο μερών η επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.100.
  14. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία του Χρίστου Καρκώτη δεν γίνεται αποδεκτή. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω όμως, θα συμφωνήσω με τη θέση της υπεράσπισης ότι σε περίπτωση που οι θέσεις της ενάγουσας ευσταθούσαν η συμφωνία θα ήταν παράνομη. Υπενθυμίζω ότι ο σκοπός που κατ΄ ισχυρισμό δόθηκε το ποσό των Λ.Κ.100.000 ήταν για να γίνονται αγοραπωλησίες των μετοχών της ενάγουσας, στην ουσία πλασματικές αγοραπωλησίες, να παρουσιάζεται μεγάλο αγοραστικό ενδιαφέρον σε σχέση με τη μετοχή αυτή, που σκοπό θα είχε την προσέλκυση μεγάλου αριθμού επενδυτών. Η νομοθεσία που ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο δεν περιείχε ρητή πρόνοια με την οποία να απαγορευόταν η πιο πάνω ενέργεια, πιστεύω όμως ότι αυτή αντίκειτο στο πνεύμα της τότε ισχύουσας νομοθεσίας που προωθούσε τη διαφάνεια σε σχέση με τις συναλλαγές μετοχών που θα εισήγοντο ή είχαν ήδη εισαχθεί στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Επισημαίνω, μεταξύ άλλων, ότι το άρθρο 189 του περί Χρηματιστηρίων Αξιών Κύπρου Νόμου 42(Ι)/1993, προβλέπει ότι όποιος προβαίνει κατά την παροχή πληροφορίας, για οποιοδήποτε από τους σκοπούς του παρόντος Νόμου ή των Χρηματιστηριακών Κανονισμών, σε δήλωση ψευδή, παραπλανητική ή απατηλή ως προς ουσιώδες στοιχείο της ή αποκρύπτει ο,τιδήποτε ουσιώδες, διαπράττει αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή. Πέραν τούτου όμως, η συγκεκριμένη ενέργεια, ήτοι η επιχορήγηση πλασματικών αγοραπωλησιών, συνιστούσε απάτη με βάση το κοινό δίκαιο και το άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, καθότι αποσκοπούσε στην εξαπάτηση των επενδυτών. Σκοπός της κατ΄ ισχυρισμό συμφωνίας ήταν η στρέβλωση του μηχανισμού καθορισμού των τιμών και η διάδοση ψευδών και παραπλανητικών ενδείξεων για την προσφορά και ζήτηση των μετοχών αυτών. Πληροφοριακά αναφέρω ότι λίγα χρόνια αργότερα, το 2005, θεσπίστηκε ο περί Πράξεων Προσώπων που Κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρηση Αγοράς) Νόμος του 2005 (116(Ι)/2005), που περιέχει μεταξύ άλλων ρητές και εκτενείς πρόνοιες αναφορικά με τη χειραγώγηση της αγοράς[1]. Με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιόν μου, καταλήγω ότι η ενάγουσα έδωσε στην εναγομένη το ποσό των Λ.Κ.100.000 σε επιταγή, οι συνθήκες όμως κάτω από τις οποίες δόθηκε το ποσό αυτό παραμένουν αδιευκρίνιστες. Δεν έχω πειστεί ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ότι το ποσό των Λ.Κ.100.000 θα επιστρεφόταν εντός ενός έτους στην ενάγουσα. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης και εναντίον της ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. [1] Βλέπετε σχετικά άρθρο 20
(1)του Νόμου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.