← Κύπρος

Σωτήρη Γιωργαλλή ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αριθ. 895/2009, 21/10/2014

Σωτήρη Γιωργαλλή ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αριθ. 895/2009, 21/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A378 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Αριθ. 895/2009 Μεταξύ: Σωτήρη Γιωργαλλή, τώρα στο Λονδίνο -και- Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου 2014 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ.κ. Παναγιώτου και Δαμιανού, για Αλέκο Μαρκίδη Για τον Εναγόμενο: κ. Κ. Σταυρινός, Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Α.

  1. Η ΑΞΙΩΣΗ Με την υπό κρίση αγωγή, ο Ενάγων αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες꞉ «Α. Ποσό 65.200,92 λιρών στερλινών ή το ισάξιο σε Ευρώ ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος για τις ζημιές τις οποίες υπέστη ο Ενάγων συνεπεία της απόφασης της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας για την μετάθεση του Ενάγοντος από την Υπάτη Αρμοστεία της Δημοκρατίας στο Λονδίνο, στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών Λευκωσία από 31.08.2004, η οποία, μετά από Αίτηση Ακυρώσεως, που είχε υποβάλει ο Ενάγων στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο με την απόφαση στην Αναθεωρητική Έφεση 132/
  2. Β. Τόκο Γ. Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., πλέον έξοδα επίδοσης.». Α.
  3. ΟΙ ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ Είναι παραδεκτοί από πλευράς του Εναγομένου (βλ. τις παρα. 1 και 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης («Ε/Υ»)) οι ισχυρισμοί γεγονότων που δικογράφισε ο Ενάγων στις πιο κάτω παρατιθέμενες παρα. 1 έως 7 και 9 έως 20 της Έκθεσης Απαίτησης («Ε/Α»))꞉
  4. «Καθ' όλο τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ο Ενάγων ήταν δημόσιος υπάλληλος και υπηρετούσε από 10.09.1980 στην Υπάτη Αρμοστεία της Δημοκρατίας στο Λονδίνο ως Σύμβουλος Τύπου.
  5. Ο Ενάγων αρχικά είχε διοριστεί με ανανεώσιμο ετήσιο συμβόλαιο, ενώ από το 1987 με την μονιμοποίηση του υπηρετούσε ως μόνιμος Λειτουργός Τύπου και Πληροφοριών.
  6. Κατά/ή περί το 1997 ο Ενάγων προήχθη στη θέση του Λειτουργού Τύπου και Πληροφοριών, (κλίμακα Α11+2), θέση στην οποία συνέχισε να υπηρετεί μέχρι τη λήψη της απόφασης για μετάθεση του από την Υπάτη Αρμοστεία της Δημοκρατίας στο Λονδίνο στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών στη Λευκωσία, όπου ανήκει οργανικά η θέση του Λειτουργού Τύπου και Πληροφοριών Α΄.
  7. Το Υπουργικό Συμβούλιο με τις αποφάσεις του με αριθμούς 57998, 58250 και 58720 με ημερομηνίες 04.06.2003, 16.07.2003 και 18.10.2003 αντίστοιχα αποφάσισε ότι «οι πρόνοιες των Περί Εξωτερικής Υπηρεσίας (Ειδικές Διατάξεις) Κανονισμών του 1968-2002, που ρυθμίζουν τη χρονική περίοδο και παραμονή των μελών της Εξωτερικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας στο εξωτερικό «κατ' αναλογία τυγχάνουν εφαρμογής» και στην περίπτωση του μη διπλωματικού προσωπικού και «ειδικότερα εν προκειμένω των Συμβούλων και Ακολούθων Τύπου, που τοποθετούνται για υπηρεσία στα Γραφεία Τύπου των Διπλωματικών Αποστολών».
  8. Ο Διευθυντής του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών με επιστολή ημερομηνίας 19.01.2004 πληροφόρησε τον Ενάγοντα ότι ενόψει των αναφερομένων στην παράγραφο 4 ανωτέρω αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου είχε εισηγηθεί στην Αρμόδια Αρχή την μετάθεση του Ενάγοντος στη Λευκωσία από 31.08.2004 και ότι ο Ενάγων είχε δικαίωμα να υποβάλει γραπτώς σχετικές παραστάσεις.
  9. Ο Ενάγων υπέβαλε σχετική ένσταση κατά της σκοπούμενης μετάθεσης του αποστέλλοντας σχετική επιστολή ημερομηνίας 27.01.2004 προς το Διευθυντή Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, το περιεχόμενο της οποίας συμπληρώθηκε με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 28.01.
  10. Με τις επιστολές αυτές, στις οποίες ο Ενάγων θα αναφερθεί κατά την ακρόαση, αφενός εξηγήθηκαν οι ριζικές ανατροπές των δεδομένων της ζωής του Ενάγοντος, καθώς και αυτής των μελών της οικογένειας του, οι οποίες θα επέρχονταν σε περίπτωση αποδοχής της εισήγησης για μετάθεση και αφετέρου υποβλήθηκαν ενστάσεις για τη νομιμότητα αυτής.
  11. Με απόφαση της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας ημερομηνίας 04.06.2004, η οποία κοινοποιήθηκε στον Ενάγοντα με επιστολή ημερομηνίας 08.06.2004 αποφασίσθηκε η μετάθεση του Ενάγοντος από την Υπάτη Αρμοστεία της Δημοκρατίας στο Λονδίνο στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών στη Λευκωσία από 31.08.2004.». [....]
  12. Κατά ή περί την 29.07.2004 ο Ενάγων καταχώρησε στο Ανώτατο Δικαστήριο την Προσφυγή υπ' αριθμό 769/2004 εναντίον της αναφερόμενης στην παράγραφο 7 ανωτέρω απόφασης.
  13. Η Προσφυγή υπ' αριθμό 769/2004 απορρίφθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 05.10.
  14. Εναντίον της πρωτόδικης απορριπτικής απόφασης ο Ενάγων καταχώρησε κατά/ή περί την 11.11.2005 την Αναθεωρητική Έφεση 132/
  15. Με απόφαση ημερομηνίας 19.11.2007 το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε δεκτή την Έφεση και ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας ημερομηνίας 04.06.2004 για μετάθεση του Ενάγοντος από την Υπάτη Αρμοστεία της Δημοκρατίας στο Λονδίνο στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών στη Λευκωσία.
  16. Ο Ενάγων απέστειλε μέσω του δικηγόρου του επιστολή ημερομηνίας 17.09.2008 προς το Υπουργικό Συμβούλιο, η οποία και επιδόθηκε την ίδια μέρα, με την οποία κοινοποιούσε την πρόθεση του Ενάγοντος να διεκδικήσει αποζημιώσεις δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος και καλούσε σε εξώδικη ρύθμιση του ζητήματος εντός ενός μηνός από την παραλαβή της επιστολής.
  17. Η Γραμματεία του Υπουργικού Συμβουλίου με επιστολή της ημερομηνίας 30.09.2008 προς τον δικηγόρο του Ενάγοντος, τον πληροφόρησε ότι η αναφερόμενη στην παράγραφο 15 ανωτέρω επιστολή διαβιβάστηκε στο Υπουργείο Εσωτερικών λόγω αρμοδιότητας.
  18. Ο Ενάγων απέστειλε μέσω του δικηγόρου του νέα επιστολή ημερομηνίας 20.11.2008 προς το Υπουργείο Εσωτερικών ζητώντας να πληροφορηθεί τη θέση του Υπουργείου σε σχέση με την πρόταση που είχε υποβάλει με την επιστολή του ημερομηνίας 17.09.2008 για εξώδικη διευθέτηση του ζητήματος.
  19. To Υπουργείο Εσωτερικών με επιστολή του προς το δικηγόρο του Ενάγοντος ημερομηνίας 25.11.2008 τον πληροφόρησε ότι το Υπουργείο Εσωτερικών απέστειλε σχετική επιστολή στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ζητώντας τις απόψεις του τόσο αναφορικά με το θέμα της εξώδικης διευθέτησης του ζητήματος όσο και για το ύψος της αποζημίωσης που διεκδικεί ο Ενάγων.
  20. Ο Ενάγων απέστειλε μέσω του δικηγόρου του επιστολή ημερομηνίας 11.12.2008 προς το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών με την οποία τον πληροφορούσε ότι ήταν διατεθειμένος να αναμένει τη θέση του Υπουργείου Εσωτερικών μέχρι το τέλος Ιανουαρίου 2009 και ότι σε περίπτωση μη απάντησης εκ μέρους του Υπουργείου Εσωτερικών μέχρι τότε, ο Ενάγων θα προχωρούσε με την καταχώρηση αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο για διεκδίκηση αποζημιώσεων δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος.
  21. Το Υπουργείο Εσωτερικών μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αγωγής δεν απάντησε στην αναφερόμενη στην παράγραφο 15 ανωτέρω επιστολή και/ή σιωπηρά και/ή άλλως απέρριψε την αξίωση του Ενάγοντος.». Η αντιδικία, στην όψη των δικογράφων, περιστράφηκε γύρω από τους ισχυρισμούς γεγονότων του Ενάγοντος που εκτίθενται στις παρα. 8 έως 10 της Ε/Α:
  22. «Συνεπεία της αναφερόμενης στην παράγραφο 7 ανωτέρω απόφασης, ο Ενάγων αναγκάστηκε να υποβάλει παραίτηση από την Δημόσια Υπηρεσία κατά/ή περί την 23.09.
  23. Κατά την ίδια ημερομηνία προσλήφθηκε με διετές συμβόλαιο από το Υπουργείο Εξωτερικών, ως επιτόπιο προσωπικό, για εκτέλεση καθηκόντων Συμβούλου Τύπου στην Κυπριακή Υπάτη Αρμοστεία Λονδίνου, δηλαδή των ίδιων ακριβώς καθηκόντων που εκτελούσε πριν την λήψη της απόφασης για μετάθεση του στη Λευκωσία.
  24. Η αναφερόμενη στην παράγραφο 8 ανωτέρω ημερομηνία παραίτησης του Ενάγοντος, διορθώθηκε αργότερα μετά τον υπολογισμό της άδειας που είχε προς πίστη του, και ως ημερομηνία αφυπηρέτησης του καθορίστηκε η 01.02.
  25. Ο Ενάγων, αν δεν αναγκαζόταν να υποβάλει αίτημα για πρόωρη αφυπηρέτηση λόγω της παράνομης, όπως κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο μετάθεσης του, θα συνέχιζε την υπηρεσία του στην Υπάτη Αρμοστεία του Λονδίνου, στη μόνιμη θέση του Συμβούλου Τύπου, μέχρι και την αφυπηρέτηση του κατά την 31.08.2007, δηλαδή για περίοδο 31 μηνών περίπου.». Συγκεκριμένα, η υπεράσπιση του Εναγομένου, ως προς τους πιο πάνω παρατειθέμενους ισχυρισμούς του Ενάγοντος, είναι δικογραφημένη εξής:

(1)«Ο εναγόμενος απορρίπτει τον ισχυρισμό που περιέχεται στην παράγραφο 8 της Ε/Α, ότι ο ενάγων αναγκάστηκε να υποβάλει παραίτηση από τη Δημόσια Υπηρεσία, και αναφέρει ότι ο ενάγων, χωρίς καμία πίεση από οποιονδήποτε, αυτόβουλα υπέβαλε παραίτηση.
(2)Ο εναγόμενος παραδέχεται τον άλλο ισχυρισμό της παρ. 8 της Ε/Α, περί πρόσληψης του με διετές συμβόλαιο. Όμως αναφέρει ότι η πρόσληψη του δεν άρχισε από 23.9.04, αλλά από 1.2.2005.
(3)Ο εναγόμενος παραδέχεται το περιεχόμενο της παρ. 9 της Ε/Α.
(4)Ο εναγόμενος και πάλιν αρνείται τον ισχυρισμό της παρ. 10 της Ε/Α, περί εξαναγκασμού του σε πρόωρη αφυπηρέτηση. Ως προς τον άλλο ισχυρισμό που αναφέρεται στην παρ. 10 της Ε/Α, ότι θα συνέχιζε την υπηρεσία του μέχρι την αφυπηρέτηση του, ο εναγόμενος αναφέρει, ότι η αναφορά σε μελλοντικό χρόνο δεν το βρίσκει σύμφωνο.» Περαιτέρω, η αντιδικία στην όψη των δικογράφων περιστράφηκε γύρω από τις λεπτομέρειες ζημιών που ο Ενάγων δικογράφησε στην παρα. 21 της Ε/Α ως ακολούθως: «
  1. Συνεπεία της ακυρωθείσας από το Ανώτατο Δικαστήριο απόφασης της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, ο Ενάγων υπέστη ζημιά, την οποία και αξιοί δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΖΗΜΙΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ α. Ο τελευταίος μισθός του Ενάγοντος ως μόνιμου δημόσιου υπάλληλου ανερχόταν στις 4600 λίρες στερλίνες. Επομένως οι απωλεσθείσες απολαβές του για 31 μήνες ανέρχονται στο ποσό 142.600,00 λιρών στερλινών. β. Στο ποσό αυτό θα πρέπει να προστεθούν και οι 13°' μισθοί για το 2005, 2006 και η αναλογία 13ου μισθού (8/12) για το
  2. Ο 13ος μισθός που έλαβε ο Ενάγων για το έτος 2004 ανερχόταν στις 1858.66 λίρες στερλίνες. Επομένως οι απωλεσθέντες 13°' μισθοί του Ενάγοντος για τα έτη 2005, 2006 και 2007 ανέρχονται στις 4956.43 λίρες στερλίνες. γ. Περαιτέρω ο Ενάγων υπέστη ζημία, λόγω του μειωμένου ποσού που έλαβε ως εφάπαξ. Κατά την αφυπηρέτηση του έλαβε ως εφάπαξ το ποσό των 56.194,30 λιρών στερλινών, ενώ αν αφυπηρετούσε κανονικά την 31.08.2007 θα λάμβανε ως εφάπαξ το ποσό των 61.706,19 λιρών στερλινών, δηλαδή θα λάμβανε ποσό μεγαλύτερο κατά 5.511,88 λίρες στερλίνες. δ. Επιπλέον ο Ενάγων υπέστη ζημιά διότι λαμβάνει μειωμένη σύνταξη, την οποία θα λαμβάνει μέχρι και τον θάνατο του. Η ετήσια σύνταξη του Ενάγοντος σήμερα είναι 12.041,63 λίρες στερλίνες ενώ αν αφυπηρετούσε κανονικά την 31.08.2007 θα ήταν 13.222,74 λίρες στερλίνες. Αν γίνει δεκτό ότι ο μέσος όρος ζωής σήμερα είναι τα 80 χρόνια, τότε ο Ενάγων θα απωλέσει το ποσό των 25.393,65 λιρών στερλινών (211/2 χρόνια Χ 1.181,10 λίρες στερλίνες) συνεπεία πληρωμής μειωμένης σύνταξης. ε. Ο Ενάγων κατά την εργοδότησή του ως επιτόπιο προσωπικό στη θέση του Συμβούλου Τύπου στην Κυπριακή Υπάτη Αρμοστεία Λονδίνου από την 01.02.2005 μέχρι 31.01.2007 έλαβε το ποσό των 79.862,98 λιρών στερλινών. στ. Περαιτέρω ο Ενάγων κατά την περίοδο 01.02.2005 μέχρι 31.08.07 έλαβε ως σύνταξη το ποσό των 33.398,06 λιρών στερλινών. ζ. Επομένως κατά την εν λόγω περίοδο ο Ενάγων είχε συνολικές απολαβές ύψους 113.261,04 λιρών στερλινών. η. Από την αφαίρεση του ποσού των συνολικών απολαβών του Ενάγοντος κατά την περίοδο από 01.02.2005 μέχρι 31.08.2007 (113.261,04 λιρών στερλινών) από τις απωλεθείσες απολαβές του (178.461,96 λιρών στερλινών), προκύπτει η ζημιά του Ενάγοντος, την οποία αξιοί με την παρούσα αγωγή, και η οποία ανέρχεται στο ποσό των 65.200,92 λιρών στερλινών.». Σε σχέση με τις πιο πάνω λεπτομέρειες ζημιών, η θέση που δικογράφησε ο Εναγόμενος στο δικόγραφο της Ε/Υ ήταν ότι:
(5)«Ο εναγόμενος αγνοεί και συνεπώς αρνείται την παρ. 21 της Ε/Α όπως επίσης την παρ. 21(α-δ) της Ε/Α.
(6)Ο εναγόμενος αναφορικά με την παρ. 21 (ε-ζ) της Ε/Α αναφέρει, ότι ο ενάγων κατά την εργοδότησή του ως επιτόπιο προσωπικό στη θέση Συμβούλου Τύπου στην Κυπριακή Υπάτη Αρμοστεία Λονδίνου είχε συνολικές απολαβές υψηλότερες από τις ισχυριζόμενες 113.261,04 στερλίνες.
(7)Ο εναγόμενος αναφορικά με την παρ. 21 (η) της Ε/Α υποστηρίζει, ότι δεν έχει υποστεί καμία απολύτως ζημιά.». Στη βάση των εκατέρωθεν δικογραφημένων θέσεων ήταν η εισήγηση του Ενάγοντος ότι η αγωγή θα πρέπει να επιτύχει, ενώ ο Εναγόμενος υποστήριξε ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον του Ενάγοντος και υπέρ του Εναγομένου. Α.
  1. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΚΑΙ ΕΓΓΡΑΦΑ Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν στο Δικαστήριο κατάλογο παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων, ως το Έγγραφο Α. Ειδικότερα, κατέστη παραδεκτό γεγονός ότι - (α) Η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας με απόφαση ημερομηνίας 8.6.2004 αποφάσισε τη μετάθεση του Ενάγοντος από την Υπάτη Αρμοστεία της Δημοκρατίας στο Λονδίνο στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών στη Λευκωσία από τις 31.8.
  2. (β) Με απόφαση ημερομηνίας 19.11.2007 στην Αναθεωρητική Έφεση 132/2005 το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας. (γ) Ο Ενάγων προσελήφθη, μετά την πρόωρη αφυπηρέτησή του, με σύμβαση ως επιτόπιο προσωπικό για εκτέλεση καθηκόντων Συμβούλου Τύπου στην Ύπατη Αρμοστεία της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Λονδίνο από 1/2/2005 μέχρι 31/1/
  3. Αντίγραφο της επιστολής, ημερ. 24.2.2006, με την οποία προσφέρθηκε στον Ενάγοντα θέση Συμβούλου Τύπου στην Υπάτη Αρμοστεία της Κυπριακής Δημοκρατίας με σύμβαση και της αποδοχής της προσφοράς αυτής από τον Ενάγοντα στις 24.2.2006 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 υπό το Έγγραφο Α. (δ) Λόγω της πρόωρης αφυπηρέτησής του, ο Ενάγων απώλεσε συνολικά διαφυγόντα κέρδη 53.000 στερλίνες. Το ποσό αυτό υπολογίστηκε βάσει κοινά αποδεκτής κατάστασης που ετοιμάστηκε από το Λογιστήριο του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών και η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7 υπό το Έγγραφο Α.. Για χάριν ευχερέστερης παρακολούθησης της υπόθεσης, παραθέτω εδώ τη μεθοδολογία βάσει της οποίας υπολογίστηκε το ποσό των 53.000 στερλινών ως διαφυγόν κέρδος, ως ο πίνακας που παρατίθεται στο Τεκμήριο 7 υπό το Έγγραφο Α (τα ποσά δεν κρίνεται αναγκαίο να παρατεθούν)꞉ Α. ΠΟΣΑ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΛΑΒΕΙ
  4. ΚΑΤΑ ΧΑΡΙΝ ΦΙΛΟΔΩΡΗΜΑ 5/2007
  5. ΣΥΝΤΑΞΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 2005 - 2013
  6. ΜΙΣΘΟΙ ΠΟΥ ΕΛΑΒΕ ΩΣ ΕΠΙΤΟΠΙΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ Β. ΠΟΣΑ ΠΟΥ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΕΙΧΕ ΛΑΒΕΙ
  7. ΕΦΑΠΑΞ ΠΟΣΟ ΛΟΓΩ ΑΦΥΠΗΡΕΤΗΣΗΣ Ποσό που έλαβε το 2005 Ποσό που θα ελάμβανε το 2007
  8. Μισθοί που θα ελάμβανε 1/2/2005 - 31/8/2007
  9. Σύνταξη που θα ελάμβανε από 1/9/2007 Γ. ΔΙΑΦΟΡΑ Β ΑΠΟ Α Δ. ΔΙΑΦΟΡΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ @ 13 ΕΤΗ Μηνιαία σύνταξη 12/2013 Θα έπαιρνε τον 12/2013 Μηνιαία διαφορά στη σύνταξη £154,68@13 μήνες Μείον αναλογική σύνταξη £725,62@13 χρόνια (Σήμερα 67 χρονών, προσδόκιμα 80) Ε. ΔΙΑΦΟΡΑ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΛΑΒΕΙ ΣΤ. ΜΕΙΟΝ ΦΟΡΟΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ = ΔΙΑΦΥΓΟΝΤΑ ΚΕΡΔΗ Κατατέθηκαν, επίσης, ως παραδεκτά έγγραφα ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους, οι αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 4/6/2003, 16/7/2003 και 8/10/2003 (βλ. Τεκμήρια 1, 2 και 3, υπό το Έγγραφο Α, αντίστοιχα), με τις οποίες αποφασίστηκε όπως οι πρόνοιες των Περί Εξωτερικής Υπηρεσίας (Ειδικές Διατάξεις) Κανονισμών του 1963 έως 2002, που ρυθμίζουν τη χρονική περίοδο παραμονής των μελών της εξωτερικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας στο εξωτερικό, τυγχάνουν, κατ' αναλογία εφαρμογής και στην περίπτωση του μη διπλωματικού προσώπου που τοποθετείται για υπηρεσία στις διάφορες Διπλωματικές αποστολές. Περαιτέρω, κατατέθηκε ως παραδεκτό έγγραφο, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους (βλ. το Τεκμήριο 4) οι περί Εξωτερικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας Κανονισμοί του 1990, ΚΔΠ 21/90.» Α.
  10. ΤΟ ΕΠΙΔΙΚΟ ΘΕΜΑ Μετά τον προσδιορισμό των παραδεκτών γεγονότων, αμφότεροι οι συνήγοροι εισηγήθηκαν ότι παρέμεινε ως επίδικο θέμα η διαπίστωση ύπαρξης ευθύνης εκ μέρους της Δημοκρατίας ως αυτή περιγράφεται στις παραγράφους 8 και 10 της Έκθεσης Απαίτησης και και η οποία αποτελεί αντικείμενο άρνησης στις παραγράφους 2 και 4 της Υπεράσπισης. Συγχρόνως, οι διάδικοι επεφύλαξαν το δικαίωμά τους, όπως με τις τελικές τους αγορεύσεις αναφερθούν στο ύψος της αποζημίωσης που θα δικαιούται ο Ενάγων ως εύλογη και δίκαιη με βάση το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος σε περίπτωση διαπίστωσης ευθύνης από τη Δημοκρατία. Β. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξει την υπόθεσή του, ο Ενάγων έδωσε προφορική μαρτυρία ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου και έκλεισε την υπόθεσή του βάσει αυτής. Από την πλευρά του Εναγομένου, προσήλθε ως μάρτυρας υπεράσπισης η κα Κατερίνα Γεωργίου Ρωσσίδου και ακολούθως ο Εναγόμενος έκλεισε την υπόθεσή του. Β.1 Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, ο Ενάγων υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης που ανέγνωσε ενώπιον του Δικαστηρίου και την οποία κατέθεσε ως Έγγραφο Β. Παραθέτω απόσπασμα αυτής, το οποίο κρίνω ουσιώδες (βλ. τις παρα. 9 - 11)꞉ «
  11. Με απόφαση της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας ημερομηνίας 04.06.2004, η οποία μου κοινοποιήθηκε με επιστολή ημερομηνίας 08.06.2004 αποφασίσθηκε η μετάθεση μου από την Υπάτη Αρμοστεία της Δημοκρατίας στο Λονδίνο στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών στη Λευκωσία από 31.08.
  12. Καταθέτω την εν λόγω επιστολή ημερομηνίας 08.06.2004 ως Τεκμήριο ε. Την 31/08/04 επέστρεψα στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών όπου ανέλαβα καθήκοντα, όπως μου είχε ζητηθεί. Στις 16/09/04, μη έχοντας άλλη επιλογή παρά να συνεχίσω την παραμονή μου και αυτή της οικογένειας μου στο Λονδίνο, αναγκάστηκα να υποβάλω αίτηση για πρόωρη αφυπηρέτηση από την Δημόσια Υπηρεσία, την οποία καταθέτω ως Τεκμήριο στ, αφού προηγουμένως πληροφορήθηκα ότι το Υπουργικό Συμβούλιο την προηγούμενη μέρα, δηλαδή στις 15/09/04, ενέκρινε πρόταση του Υπουργείου Εξωτερικών για την πρόσληψη μου με σύμβαση ως μέλος του επιτόπιου προσωπικού για την εκτέλεση καθηκόντων Συμβούλου Τύπου στην Κυπριακή Υπάτη Αρμοστεία Λονδίνου. Καταθέτω αντίγραφο του πρακτικού του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 15/09/2004 ως Τεκμήριο ζ, καθώς επίσης και την σχετική πρόταση του Υπουργείου Εξωτερικών προς το Υπουργικό Συμβούλιο ημερομηνίας 09/09/2004 ως Τεκμήριο η. Αυτή ήταν η μόνη απτή διευθέτηση που θα μου επέτρεπε να παραμείνω στο Λονδίνο με την οικογένεια μου, αν και με μειωμένες απολαβές και χωρίς την ασφάλεια της μονιμότητας. Ωστόσο με αυτό τον τρόπο θα μπορούσα τουλάχιστον να περιορίσω ως ένα βαθμό τις ζημίες και απώλειες μου που διαφορετικά θα προέκυπταν αν παρέμενα στην Κύπρο.
  13. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω διευθετήσεων επέστρεψα στο Λονδίνο για να αναλάβω τα καθήκοντα μου με βάση διετές συμβόλαιο που μου είχε προσφερθεί από το Υπουργείο Εξωτερικών για εκτέλεση καθηκόντων Συμβούλου Τύπου στην Κυπριακή Υπάτη Αρμοστεία Λονδίνου, δηλαδή των ίδιων ακριβώς καθηκόντων που εκτελούσα πριν την λήψη της απόφασης για μετάθεση μου στη Λευκωσία. Η ημερομηνία έναρξης του συμβολαίου ήταν η 23/09/
  14. Καταθέτω ως Τεκμήριο θ αντίγραφο του εν λόγω συμβολαίου.
  15. Η αναφερόμενη πιο πάνω ημερομηνία έναρξης του συμβολαίου μου τροποποιήθηκε αργότερα από την αρμόδια αρχή για να είναι σύμφωνη με τους κανονισμούς της δημόσιας υπηρεσίας και ως ημερομηνία έναρξης του συμβολαίου μου καθορίστηκε η 01/02/05 ώστε να συμπέσει αυτή η ημερομηνία με την καθορισθείσα ημερομηνία της αφυπηρέτησής μου. Παραπέμπω το σεβαστό Δικαστήριο στο Τεκμήριο 5 υπό το Έγγραφο Α το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου.». Στις παρα. 12 έως 21 της γραπτής δήλωσης του Ενάγοντος (ως το Έγγραφο Β) αναδιπλώνεται το σκεπτικό με το οποίο ο ίδιος έφερε ένσταση στη μετάθεσή του από το Λονδίνο στην Κύπρο꞉
  16. «Καθ' όλη την περίοδο των 23 προηγουμένων ετών, δεν είχα καμία προειδοποίηση και καμία ένδειξη από την Υπηρεσία μου ότι επίκειται μετάθεση μου στη Κύπρο. Αντιθέτως, κατά το έτος 1994, μετά από 14 χρόνια υπηρεσίας στο Λονδίνο, εξαιρέθηκα από τις πρόνοιες των περί Εξωτερικής Υπηρεσίας Κανονισμών, γεγονός που στην πράξη σήμαινε ότι η υπηρεσία μου στο Λονδίνο θα συνεχίζετο, όπως και προηγουμένως. Καταθέτω ως Τεκμήριο ι σε φωτοαντίγραφο την σχετική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ημερομηνίας 26/10/94.[1]
  17. Περαιτέρω, από το έτος 1993 μέχρι και το 2002, ζητούσα την μετάθεση μου από το Λονδίνο για σκοπούς ανάπτυξης της καριέρας μου και διευρύνσεις των εμπειριών μου, αλλά τα αιτήματα μου δεν εγκρίθηκαν και η μετάθεση μου δεν κατέστη δυνατή από την Υπηρεσία μου. Οι λόγοι της μη μετάθεσης μου ήταν ότι η Υπηρεσία θεωρούσε απολύτως αναγκαία την υπηρεσία μου στο Λονδίνο για συγκεκριμένους πολιτικούς λόγους που επικρατούσαν τότε. Βάσει των πιο πάνω όχι μόνο δεν είχα οποιαδήποτε ένδειξη για πιθανή μετάθεση μου αλλά και όταν το ζήτησα προσωπικά με επίσημα αιτήματα μου, δεν υπήρξε θετική κατάληξη.
  18. Στην βάση των πιο πάνω δεδομένων και στην βάση των παραστάσεων που λάμβανα για σειρά χρόνων από την ίδια την Διοίκηση μέσω των αντιπροσώπων και λειτουργών της, ήταν λογικό να αρχίζω να κτίζω την ζωή μου όπως και αυτή των μελών της οικογένειας μου στο Λονδίνο, πάνω σε μονιμότερη βάση.
  19. Η σύζυγος μου, λόγω των πιο πάνω αναφερόμενων δεδομένων, εγκατέλειψε την εργασία της ως νηπιαγωγός στην Κύπρο κατά ή περί το 1988 για να εγκατασταθεί μόνιμα μαζί μου στο Λονδίνο. Την περίοδο από το 1980 μέχρι το 1998, ταξίδευε συχνά στο Λονδίνο για να με επισκεφτεί γιατί δεν επιθυμούσε να εγκαταλείψει την εργασία της στην Κύπρο.
  20. Οι ανήλικες θυγατέρες μας, κατά την επίδικη περίοδο, ηλικίας 14 και 11 χρονών, γεννήθηκαν το 1989 και 1993 στο Λονδίνο και φοιτούσαν σε αγγλικά σχολεία στο Λονδίνο στα οποία, σε αντίθεση με άλλες χώρες όπου υπηρετούν Κύπριοι δημόσιοι λειτουργοί, κατέβαλα ο ίδιος τα δίδακτρα. Η ελληνική ήταν η δεύτερη γλώσσα των θυγατέρων μου και όχι η πρώτη τους γλώσσα. Ωστόσο, ζήτησα επανειλημμένα την κάλυψη των διδάκτρων τους για εκμάθηση της ελληνικής και ως απάντηση μου λέχθηκε ότι αυτό δεν καλύπτεται από τους κανονισμούς. Υπέβαλα σχετικές αιτήσεις για κάλυψη των διδάκτρων τόσο των αγγλικών σχολείων όσο και για την εκμάθηση της ελληνικής, μέσω του Διευθυντή του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών ο οποίος τις απέστελλε στο Τμήμα Προσωπικού του Υπουργείου Οικονομικών. Όταν το εν λόγω αίτημα μου απερρίφθη, ζήτησα όπως αυτά τα δίδακτρα, το σύνολο των οποίων ανερχόταν σε ένα αρκετά σεβαστό ποσό ετησίως, τουλάχιστο ληφθούν υπόψη στις ετήσιες φορολογικές μου δηλώσεις ώστε να μειωθούν ανάλογα οι σχετικές αποκοπές. Και αυτό το αίτημα μου όμως απερρίφθη. Καταθέτω ως Τεκμήριο ια σχετική επιστολή μου προς τον Διευθυντή του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων ημερομηνίας 27/02/2003 καθώς και απαντητική επιστολή τou Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων ημερομηνίας 20/03/2003 ως Τεκμήριο ιβ. Συνέχισα να ζητώ διευθέτηση του θέματος με νέα επιστολή μου προς τον Πρώτο Φοροθέτη του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, ημερομηνίας 23/04/03 στην οποία δεν έλαβα απάντηση. Καταθέτω αντίγραφο της εν λόγω επιστολής ως Τεκμήριο ιγ.
  21. Κατά την επίδικη περίοδο η θυγατέρα μου, Μαριάννα, ηλικίας 14 χρονών, τον Σεπτέμβριο του 2003 άρχιζε την προετοιμασία για να λάβει μέρος στις αγγλικές εξετάσεις GCSE, οι οποίες έχουν διάρκεια δύο χρόνια. Συνεπώς, ενδεχόμενη αλλαγή του συστήματος στην εκπαίδευση της θα είχε τουλάχιστον αρνητικές ως και καταστρεπτικές συνέπειες για την εκπαίδευση της.
  22. Η άλλη θυγατέρα μου, Μιχαλίνα, ηλικίας 11 χρονών, τον Σεπτέμβριο του 2003 άρχιζε τον τελευταίο της χρόνο στο δημοτικό σχολειό, χρονιά καθοριστική και κρίσιμη για την εκπαίδευση της, η οποία θα διαταρασσόταν ανεπανόρθωτα με τυχόν μετακίνηση της σε άλλο σχολείο άλλης χώρας.
  23. Σύμφωνα με τους Κανονισμούς του σχολείου στο οποίο φοιτούσαν θα έπρεπε να δοθεί τουλάχιστον ένα τρίμηνο προειδοποίηση για να γίνει δεκτή απόσυρση μαθητή από το σχολείο και σε αντίθετη περίπτωση θα έπρεπε να καταβληθεί στο σχολείο ως αποζημίωση για την απόσυρση μαθητή το αντίστοιχο του 1/3 (ενός τρίτου) των συνολικών διδάκτρων. Στην περίπτωση της Μαριάννας κάτι τέτοιο θα σήμαινε ποσό ύψους 2.719 λιρών στερλινών το αντίστοιχο σε €3,239.71 και στην περίπτωση της Μιχαλίνας 2.248 λιρών στερλινών, το αντίστοιχο σε €2,678,
  24. Καταθέτω σχετικά τιμολόγια για το σχολικό έτος 2003-04 ως επίσης και τους κανονισμούς του εν λόγω σχολείου ως Τεκμήριο ιδ.
  25. Περαιτέρω και αφού δεν είχα οποιαδήποτε ένδειξη για πιθανή μετάθεση μου ως εξήγησα ανωτέρω, το 2000 προέβηκα σε αγορά διαμερίσματος με αρκετά ψηλό δάνειο, όντας πεπεισμένος ότι η υπηρεσία μου στο Λονδίνο θα συνεχίζετο μέχρι και το 2006, έτος κατά το οποίο θα συμπλήρωνα το 60ον έτος της ηλικίας μου και θα αφυπηρετούσα.
  26. Το πιο πάνω αναφερόμενο διαμέρισμα που αγόρασα για την οικογένεια μου ήταν σύμφωνα με τα δεδομένα της αγοράς στο Λονδίνο και δη με «lease» διάρκειας 25 χρόνια. Είχαμε δικαίωμα να αυξήσουμε τα χρόνια του «lease» με την προϋπόθεση ότι θα παραμείνουμε ως κατοικούντες σ' αυτό για τουλάχιστον 5 χρόνια από την ημερομηνία αγοράς του, δηλαδή μετά τον Ιούλιο του
  27. Σε διαφορετική περίπτωση η πώληση του εν λόγω διαμερίσματος θα ήταν πάρα πολύ δύσκολη αν όχι και αδύνατη λόγω του ότι κανένας αγοραστής δεν θέλει να αγοράσει περιουσία για μόνο 25 χρόνια, και επιπρόσθετα η τιμή πώλησης του θα είναι εξευτελιστικά χαμηλή. Περαιτέρω, η Τράπεζα από την οποία εξασφάλισα το δάνειο για την αγορά του διαμερίσματος, η Barclays Bank, δεν μου επέτρεπε ως δανειοδότης την ενοικίαση του διαμερίσματος βάσει των αυστηρών κανονισμών της για «home mortgages», δηλαδή δανείων για ιδιοκατοίκηση που έχουν χαμηλούς τόκους. Καταθέτω ως Τεκμήριο ιε το βιβλιάριο των εν λόγω κανονισμών.». Ακολούθως, στις παρα. 22 έως 25 και 27 έως 32 της γραπτής του δήλωσης, ο Ενάγων δίδει μαρτυρία αναφορικά με την καταχώρηση από μέρους του προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος κατά της μετάθεσής του και της παράλειψης της διοίκησης να προβεί σε επανεξέταση μετά την κατ' έφεση ακύρωση της μετάθεσής του꞉
  28. «Κατά/ή περί την 29.07.2004 καταχώρησα στο Ανώτατο Δικαστήριο την Προσφυγή υπ' αριθμό 769/2004 εναντίον της πιο πάνω αναφερόμενης στην παράγραφο 9 απόφασης.
  29. Η Προσφυγή υπ' αριθμό 769/2004 απορρίφθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 05.10.
  30. Εναντίον της πρωτόδικης απορριπτικής απόφασης, καταχώρησα κατά/ή περί την 11.11.2005 την Αναθεωρητική Έφεση 132/
  31. Με απόφαση ημερομηνίας 19.11.2007 το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε δεκτή την Έφεση και ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας ημερομηνίας 04.06.2004 για μετάθεση μου από την Υπάτη Αρμοστεία της Δημοκρατίας στο Λονδίνο στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών στη Λευκωσία. Παραπέμπω το σεβαστό Δικαστήριο στο Τεκμήριο 6 υπό το Έγγραφο Α το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου.
  32. [....]
  33. Με επιστολή ημερομηνίας 17.09.2008 η οποία εστάλη μέσω των δικηγόρων μου προς το Υπουργικό Συμβούλιο και την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, και η οποία και επιδόθηκε την ίδια μέρα, κοινοποιούσα την πρόθεση μου να διεκδικήσω αποζημιώσεις και καλούσα σε εξώδικη ρύθμιση του ζητήματος εντός ενός μηνός από την παραλαβή της επιστολής.[2] Καταθέτω ως Τεκμήριο ιστ ένορκη δήλωση της επίδοσης της επιστολής ημερομηνίας 17.0.2008 προς το Υπουργικό Συμβούλιο και ως Τεκμήριο ιζ αντίστοιχη ένορκη δήλωση επίδοσης προς την ΕΔΥ.
  34. Η Γραμματεία του Υπουργικου Συμβουλίου με επιστολή της ημερομηνίας 30.09.2008 προς τους δικηγόρους μου, με πληροφόρησε ότι η πιο πάνω επιστολή διαβιβάστηκε λόγω αρμοδιότητας στο Υπουργείο Εσωτερικών. Καταθέτω ως Τεκμήριο ιη την εν λόγω επιστολή ημερομηνίας 30.9.
  35. Με νέα διπλοσυστημένη επιστολή ημερομηνίας 20.11.2008, η οποία εστάλη μέσω των δικηγόρων μου προς το Υπουργείο Εσωτερικών και το Υπουργικό Συμβούλιο, ζήτησα να τύχω πληροφόρησης για τη θέση του Υπουργείου σε σχέση με την πρόταση που είχα υποβάλει με την επιστολή μου ημερομηνίας 17.09.2008, Τεκμήρια ιστ και ιζ για εξώδικη διευθέτηση του ζητήματος. Καταθέτω ως Τεκμήριο ιθ αντίστοιχα τις εν λόγω επιστολές ημερομηνίας 20.11.2008 μαζί με απόδειξη παραλαβής τους.
  36. Το Υπουργείο Εσωτερικών με επιστολή του προς το δικηγόρο μου ημερομηνίας 25.11.2008 τον πληροφόρησε ότι το Υπουργείο Εσωτερικών απέστειλε σχετική επιστολή στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ζητώντας τις απόψεις του τόσο αναφορικά με το θέμα της εξώδικης διευθέτησης του ζητήματος όσο και για το ύψος της αποζημίωσης το οποίο διεκδικώ. Καταθέτω ως Τεκμήριο κ την εν λόγω επιστολή ημερομηνίας 25.11.
  37. Με νέα επιστολή μέσω του δικηγόρου μου ημερομηνίας 11.12.2008 και η οποία εστάλη με τηλεομοιότυπο προς το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών με την οποία τον πληροφορούσε ότι ήμουν διατεθειμένος να αναμένω τη θέση του Υπουργείου Εσωτερικών μέχρι το τέλος Ιανουαρίου 2009 και σε περίπτωση μη απάντησης εκ μέρους του Υπουργείου Εσωτερικών μέχρι τότε, θα προχωρούσα με την καταχώρηση αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο για διεκδίκηση αποζημιώσεων. Καταθέτω ως Τεκμήριο κα την εν λόγω επιστολή ημερομηνίας 11.12.2008 μαζί με την απόδειξη αποστολής της μέσω τηλεομοιοτύπου.
  38. Το Υπουργείο Εσωτερικών μέχρι και σήμερα δεν απάντησε στην επιστολή του δικηγόρου μου, Τεκμήριο κα.». Στις παρα. 26 και 33 της γραπτής του δήλωσης ο Ενάγων προσδιορίζει τη ζημιά που κατά τον ίδιο προκάλεσε σ' αυτόν η παράνομη και ακυρωθείσα πράξη της μετάθεσής του στην Κύπρο ως εξής꞉ «Εάν δεν αναγκαζόμουν να υποβάλω αίτημα για πρόωρη αφυπηρέτηση λόγω της παράνομης, όπως κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο μετάθεσης μου, θα συνέχιζα την υπηρεσία μου στην Υπάτη Αρμοστεία του Λονδίνου, στη μόνιμη θέση του Συμβούλου Τύπου, μέχρι και την αφυπηρέτηση μου κατά την 31.08.2007, δηλαδή για περίοδο 31 μηνών περίπου. Συνεπεία της πιο πάνω ακυρωθείσας απόφασης, υπέστηκα ζημίες οι οποίες προκύπτουν συνοπτικά ως εξής: Από την αφαίρεση του ποσού των συνολικών απολαβών μου κατά την περίοδο από 01.02.2005 μέχρι 31.08.2007 από τις απωλεθείσες απολαβές μου, ήτοι διαφορά ύψους μισθών, 13ων μισθών, μειωμένο ποσό εφάπαξ και σύνταξης, προκύπτει η ζημιά μου, και η οποία ζημία ανέρχεται στο ποσό των 53.000 λιρών στερλινών, το αντίστοιχο σε € 63,645.
  39. Παραπέμπω προς τούτο, το σεβαστό Δικαστήριο στο Τεκμήριο 7 υπό το Έγγραφο Α, το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου.
  40. Ενόψει των ανωτέρω ευσεβάστως ζητώ απόφαση εναντίον της Εναγόμενης διά το ποσό των 53.000 λιρών στερλινών, το αντίστοιχο σε € 63,645.41 ως αποζημιώσεις για την ζημία την οποία υπέστηκα συνεπεία της πιο πάνω παράνομης απόφασης της Ενάγουσας για μετάθεση μου.». Πέραν του περιεχομένου της γραπτής του δήλωσης, ο Ενάγων απάντησε σε μια μόνο ερώτηση του συνηγόρου του κατά την κυρίως εξέτασή του ως παρατίθεται πιο κάτω: «Ε. Υπήρχαν οποιεσδήποτε διαφοροποιήσεις στα καθήκοντα σας κατά τη διάρκεια που υπηρετούσες ως μόνιμος δημόσιος υπάλληλος στην Υπάτη Αρμοστεία σε σχέση με το χρόνο που υπηρέτησες στο ίδιο πόστο επιτόπιο προσωπικό επί συμβάσει ως Σύμβουλος Τύπου; Α. Καμιά απολύτως διαφορά. Ε. Υπήρχε κάποια άλλη διαφορά στα ωφελήματα σας, προνόμια; A. Μόνο στη μισθοδοσία. Ενώ θεωρούμαι μέλος του επιτόπιου προσωπικού, σε αντίθεση με τα μέλη του επιτόπιου προσωπικού ήμουν διπλωμάτης με πλήρη διπλωματική κάλυψη, ήμουν στη Βρετανική Διπλωματική Επετηρίδα. Η μόνη διαφορά ήταν στο μισθό μου. Τα μέλη του επιτόπιου προσωπικού είναι γραφείς, οδηγοί, καθαριστές που δεν έχουν διπλωματική υπόσταση. Αυτό φαίνεται και από το μισθό που μου προσφέρθηκε. Τα μέλη του επιτόπιου προσωπικού έπαιρναν 1000-1200 στερλίνες το μήνα, ο μισθός που μου προσφέρθηκε ήταν τετραπλάσιος από αυτός που προσφέρετο στα μέλη του επιτόπιου προσωπικού. Ήταν απλά ένας λόγος για να προσληφθώ υπ' αυτή τη κάλυψη. Ε. Δεν έχω άλλη ερώτηση.». Η αντεξέταση του Ενάγοντος εστιάστηκε κατά κύριο λόγο στον ισχυριζόμενο εξαναγκασμό του Ενάγοντος σε παραίτηση εξαιτίας της μετάθεσής του στην Κύπρο. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα꞉ «Ε. Λέεις στη γραπτή δήλωση σου ότι αναγκάστηκες να υποβάλεις παραίτηση, με ποιο τρόπο αναγκάστηκες; Σου έβαλαν το πιστόλι στον κρόταφο; A. Αν αναγκαζόμουν μετά από δάνειο 400.000 λιρών να φύγω από το Λονδίνο λόγω των συγκεκριμένων λόγων που ανέφερα στη συγκεκριμένη ένσταση μου στην ΕΔΥ [...]. Ε. Αυτό το πράγμα το θεώρησες εξαναγκασμό; Α. Βεβαίως, εξήγησα λεπτομερέστατα τους λόγους γιατί αυτή η απόφαση θα ανέτρεπε ριζικά τα δεδομένα της ζωής μου. Ε. Σου υποβάλλω ότι οικειοθελώς παραιτήθηκες χωρίς κανένα εξαναγκασμό, ήταν επιλογή δική σου, αναλαμβάνεις πλήρως την ευθύνη των πράξεων σου και αν έχεις υποστεί οποιαδήποτε ζημιά την αναλαμβάνεις εσύ αποκλειστικά 100% αφού δεν υπήρξε ποτέ εξαναγκασμός με οποιοδήποτε τρόπο. Α. Διαφωνώ ριζικά με αυτή τη θέση. Δεν ήταν στα καλά καθούμενα που παραιτήθηκα. Επειδή αναγκάστηκα να παραιτηθώ για τους λόγους που αναφέρω στην ΕΔΥ και στον Διευθυντή του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, είναι προσωπικοί και οικονομικοί λόγοι. Ε. Αυτό το οποίο έκανες είναι οικονομική αυτοκτονία για σας. Αποζημιώσατε τον εαυτό σας από μόνος σας. Δεν μπορείτε τώρα να ζητάτε και τα ρέστα από τη Δημοκρατία. Α. Ανέφερα τους λόγους που παραιτήθηκα στις ενστάσεις μου για τη μετάθεση μου, όταν εφαρμόστηκε αυτή η μετάθεση μου δεν είχα επιλογή από το να μειώσω τις απώλειες μου (προσωπικές και οικονομικές) γι' αυτό παραιτήθηκα και δέχθηκα το συμβόλαιο με επιστροφή στο Λονδίνο με τους όρους που μου προτάθηκαν. Ε. Ο όρος εξαναγκασμός περιέχει μια ηθική βία και ψυχολογική βία, εσύ με τα όσα είπες δεν έχει καμία σχέση με άσκηση βίας, δεν έχεις αποδείξει ότι ασκήθηκε βία ή ψυχολογική ή σωματική για να παραιτηθείς και κακώς παραιτήθηκες. Α. Εσύ καθόρισες την σημασία του όρου «εξαναγκασμός». Εξαναγκάστηκα με βάση τα δεδομένα που είχα ενώπιον μου. Ε. Στην παράγραφο 6 της γραπτής σου δήλωσης την περίοδο 93-2002 είχες ζητήσει 2 φορές μετάθεση από το Λονδίνο και οι κυβερνητικοί εκπρόσωποι Παπαπέτρου και Κασουλίδης σου είχαν υποσχεθεί να σε βοηθήσουν. Το αίτημα για να πάεις μετάθεση στην Ουάσιγκτον έρχεται σε αντίθεση με το παράπονο σου να φύγεις από το Λονδίνο για μετάθεση. Αποδέχτηκες την μετάθεση σου από το Λονδίνο και μετά αντίδρασες όταν σε μετάθεσαν από το Λονδίνο; Από τη μια επιδοκίμασες την μετάθεση σου από το Λονδίνο με το να πάεις στην Ουάσιγκτον και αποδοκίμασες τη μετάθεσή σου από το Λονδίνο στη Κύπρο; Αυτό δείχνει αντίφαση. Α. Είναι προφανές ότι ο Εισαγγελέας της Δημοκρατίας συγχύζει τις περιόδους που κάνει αναφορά. Είναι διαφορετικές οι περιόδοι. Άλλα τα δεδομένα της ζωής μου και της οικογένειας μου από το 80 μέχρι το 93 και άλλα στη περίοδο μετά το
  41. Δεν είχα παιδιά όταν ζητούσα μετάθεση. Δεν είχα αγοράσει σπίτι, το σπίτι το αγόρασα το 2000, ήθελα να διευρύνω τις εμπειρίες μου και ζητούσα[...]. Αμφισβητήθηκε η αλήθεια της τελευταίας δήλωσης του Ενάγοντος ως προς το κατά πόσον ήταν ή όχι γεννημένα τα παιδιά του όταν αυτός διεκδικούσε μετάθεση από το Λονδίνο στην Ουάσιγκτον. Ανασκεύασε ο Ενάγων τη δήλωσή του, αναγνωρίζοντας ότι η μια του κόρη ήταν τότε γεννημένη αλλά επέμεινε ότι δεν ήταν συγκρίσιμες οι συνθήκες της ζωής του τότε με εκείνες που ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο για τους σκοπούς της παρούσας αγωγής. Κατά την αντεξέταση του Ενάγοντος, του ζητήθηκε επίσης να διευκρινίσει την ημερομηνία που θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη ως προς την περίπτωση κανονικής (αντί πρόωρης) αφυπηρέτησής του. Παραθέτω και πάλιν αυτούσια τη στιχομυθία꞉ «Ε. Πότε αφυπηρετούσες κανονικά αν δεν υπέβαλλες πρόωρη παραίτηση; Α. Τον Αύγουστο του
  42. Αν το 60 έτος ήταν το όριο αφού γεννήθηκα στις 6/8/46 και 60 δηλαδή τέλος Αυγούστου του
  43. Αργότερα όμως το όριο αφυπηρέτησης αυξήθηκε στο 63ον έτος το οποίο θα εφαρμόζετο σταδιακά. Εγώ θα κέρδιζα ένα χρόνο λόγω ηλικίας, δηλαδή θα αφυπηρετούσα τέλος Αυγούστου
  44. Όταν μετατέθηκα δεν είχε αυξηθεί το όριο αφυπηρέτησης από το 60 στα 63.». Β.
  45. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΡΩΣΣΙΔΟΥ (ΜΥ1) Η ΜΥ1, κα Κατερίνα Γεωργίου Ρωσσίδου δήλωσε ότι εργάζεται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και είναι τοποθετημένη στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, στην Υπηρεσία Ασύλου και στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης σαν προϊσταμένη και των τριών λογιστηρίων. Ασχολείται με όλες τις πράξεις και πληρωμές και με την ετοιμασία προϋπολογισμών. Η ίδια διευκρίνισε ότι δεν γνώριζε προσωπικά τον Ενάγοντα, αφού όταν ανέλαβε το 2009 το λογιστήριο του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, εκείνος είχε ήδη αφυπηρετήσει. Μελέτησε το φάκελο της παρούσας υπόθεσης για σκοπούς της παρούσας δικαστικής διαδικασίας. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της, η ΜΥ1 επιβεβαίωσε ότι υπήρχε διαφορά στο μισθό που λάμβανε ο κ. Γιωργαλλής ως μόνιμος δημόσιος υπάλληλος στο Λονδίνο από το μισθό που έπαιρνε στο Λονδίνο ως επιτόπιο προσωπικό βάσει συμβολαίου. Συγκεκριμένα, ο μισθός που λάμβανε ως μόνιμος υπάλληλος ήταν 5.171 στερλίνες, υπήρχε δηλαδή μια διαφορά της τάξης των 1.021 στερλινών. Ήταν όμως η θέση της ΜΥ1 ότι η διαφορά αυτή στους δύο μισθούς καλυπτόταν από τη σύνταξη που λάμβανε την ίδια περίοδο ο κ. Γιωργαλλής που ήταν 1038 στερλίνες το μήνα. Ερωτηθείσα, αν σε περίπτωση που επέστρεφε στη Κύπρο ο κ. Γιωργαλλής ως μόνιμος δημόσιος υπάλληλος θα είχε διαφορά ο μισθός του από το μισθό που έπαιρνε στο Λονδίνο ως μόνιμος υπάλληλος, η ΜΥ1 εξήγησε ότι ο μισθός του μόνιμου υπαλλήλου αν επέστρεφε στην Κύπρο ήταν 2.786 στερλίνες, δηλαδή θα είχε μείωση στις απολαβές γύρω στις 2.385 στερλίνες. Κληθείσα στη συνέχεια να συγκρίνει την περίπτωση του μισθού που θα λάμβανε στην Κύπρο ο Ενάγων αν επέστρεφε ως μόνιμος δημόσιος υπάλληλος με το μισθό που λάμβανε στο Λονδίνο ως επιτόπιο προσωπικό, η ΜΥ1 εξήγησε ότι η διαφορά ανέρχετο σε 1364 στερλίνες το μήνα. Ερωτήθηκε, επίσης, η ΜΥ1 αν από τα στοιχεία του φακέλου που μελέτησε, εντόπισε να υπάρχει οποιοδήποτε έγγραφο από το οποίο να φαίνεται ότι ο Ενάγων εξαναγκάστηκε να παραιτήσει. Η ΜΥ1 δήλωσε ότι δεν υπάρχει τέτοιο έγγραφο για εξαναγκασμό. Δήλωσε επίσης ότι ο κ. Γιωργαλλής θα αφυπηρετούσε κανονικά την 1/9/06 και ότι αυτός γνώριζε καθ' ον χρόνο υπέβαλλε την παραίτησή του ότι σε ένα χρόνο και 7 μήνες θα αφυπηρετούσε κανονικά, σε ηλικία 60 χρονών. Ήταν δηλαδή η θέση της ΜΥ1 ότι ο Ενάγων δεν εξαναγκάστηκε να παραιτήσει, αλλά γνώριζε ότι σε ένα χρόνο και 7 μήνες θα αφυπηρετούσε κανονικά από την Δημόσια Υπηρεσία και με το μισθό που του ενέκρινε το Υπουργικό Συμβούλιο ως επιτόπιο προσωπικό και τη σύνταξη που θα λάμβανε, δεν θα μείωνε το εισόδημά του. Στάθηκε στο ίδιο σημείο και ο συνήγορος του Ενάγοντος κατά την αντεξέταση της ΜΥ
  46. Της υπεδείχθη η πρόταση προς το Υπουργικό Συμβούλιο για εργοδότηση του Ενάγοντος ως επιτόπιου προσωπικού στο Λονδίνο ως το Τεκμήριο ζ υπό το Έγγραφο Β και ακολούθησε η εξής στιχομυθία꞉ Ε. Συμφωνείς μαζί μου ότι δεν είναι ο κ. Γιωργαλλής «που έδυσε το γάρο του»[3] αλλά το Υπουργικό Συμβούλιο, η υπηρεσία που εξασφάλισε την παρουσία του κ. Γιωργαλλή στο Λονδίνο επειδή κατά την υπηρεσία ήταν αναγκαία η παρουσία του κ. Γιωργαλλή στο Λονδίνο; Α. [...] Η παράγραφος αυτή αναφέρει ξεκάθαρα ότι ο κ. Γιωργαλλής επιθυμεί να υποβάλει αίτηση στην Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας για πρόωρη αφυπηρέτηση για να εργοδοτηθεί από το Υπουργείο Εξωτερικών με τους όρους επιτόπιου προσωπικού για εκτέλεση των ειδικών καθηκόντων στην Υπάτη Αρμοστεία Λονδίνου. Επομένως δεν εξαναγκάστηκε αλλά ο ίδιος επιθυμούσε να υποβάλει αίτηση. Επίσης διαφωνώ στο ότι η αντικατάσταση με μόνιμο λειτουργό θα κόστιζε περισσότερα στο δημόσιο λόγω των γενικών επιδομάτων εξωτερικού. Από την προηγούμενη κατάθεση μου φαίνεται ότι ο μισθός που λάμβανε ο κ. Γιωργαλλής ως μόνιμος υπάλληλος συμπεριλαμβανομένου του γενικού επιδόματος εξωτερικού 5171 στερλίνες και ο μισθός που λάμβανε ως επιτόπιο προσωπικό 4150 στερλίνες. Λάμβανε επίσης και σύνταξη από το κράτος 1038 στερλίνες. Επομένως αν αποσπάτο υπάλληλος από το P.I.O πιθανό να ήταν και χαμηλότερη κλίμακα, δεν ήταν κατ' ανάγκη απόφαση να πάει μόνιμο προσωπικό της κλίμακας του κ. Γιωργαλλή. Ε. Μπορεί να ήταν και ψηλότερης κλίμακας ο αντικαταστάτης; Α. Οι λειτουργοί ξεκινούν από Α8 μέχρι Α11 συν
  47. Επομένως δεν θα μπορούσε να πάει κάποιος με ψηλότερη κλίμακα. Ε. Με την ίδια; A. Με την ίδια ή χαμηλότερη. Ε. Είναι υποθετικά αυτά που είπες τώρα; A. Βεβαίως. Ε. Γιατί είπες πριν με βεβαιότητα ότι δεν εξαναγκάστηκε σε παραίτηση; A. Τον όρο «εξαναγκασμό» τον εννοώ ότι τον υποχρέωσε κάποιος να υποβάλει παραίτηση. Αν ο ίδιος είχε χρέη ή άλλη υποχρέωση στο Λονδίνο δεν το γνωρίζω.». Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας και είχα την ευκαιρία να δω την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, καθώς και να συγκρίνω τα λεγόμενά τους με το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια ενώπιόν μου. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά τη διάρκεια της αποτίμησης της αξιοπιστίας τους, είχα κατά νου ότι αυτό είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Όσον αφορά τον Ενάγοντα, κρίνω ότι η μαρτυρία του σχετικά με (α) τους λόγους ένστασης στη μετάθεσή του, (β) το χρόνο λήψης και εφαρμογής της απόφασης για τη μετάθεσή του, καθώς και (γ) όσον αφορά την προσφυγή του στη δικαιοσύνη και τις ενέργειές του για εξασφάλιση εξώδικης διευθέτησης, υπήρξε τεκμηριωμένη και λεπτομερής. Συνάδει εξάλλου με ό,τι παρουσιάστηκε ως παραδεκτό γεγονός από τους συνηγόρους και δεν επιδέχεται περαιτέρω αξιολόγησης. Ως προς αυτές τις πτυχές, αποδέχομαι τη μαρτυρία του Ενάγοντος ως αληθή και αξιόπιστη. Ωστόσο, όσον αφορά το επίδικο θέμα, ήτοι το κατά πόσον αυτός εξαναγκάστηκε σε παραίτηση, η μαρτυρία του είναι υποκειμενική. Πρόκειται για δική του προσωπική εκδοχή, την οποία αυτός προωθεί έχοντας συμφέρον στη διεκδίκηση αποζημιώσεων. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να διατυπώσει επ' αυτής αξιολόγηση και να καταλήξει σε εύρημα γεγονότων. Προχωρώ λοιπόν σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσκόμισε προς απόδειξη της εκδοχής του. Αφετηρία της όποιας αξιολόγησης δεν μπορεί παρά να είναι η επιστολή του Ενάγοντος, ημερ. 16.9.2004, με την οποία γνωστοποίησε στην Αρμόδια Αρχή (Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών στο οποίο υπάγεται το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών όπου υπηρετούσε) την απόφασή του για υποβολή αίτησης πρόωρης αφυπηρέτησης, αναφέρει τα εξής (βλ. Τεκμήριο στ υπό το Έγγραφο Β)꞉ «Μετά την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ημερ. 15/9/2004, για εργοδότησή μου ως Επιτόπιο Προσωπικό στην Υπάτη Αρμοστεία Λονδίνου για την εκτέλεση καθηκόντων Συμβούλου Τύπου, επιθυμώ να υποβάλω αίτηση για πρόωρη αφυπηρέτηση μου από τη Δημόσια Υπηρεσία από 01.02.
  1. Παρακαλώ όπως προωθήσετε την αίτησή μου προς την αρμόδια αρχή.». Αναδεικνύονται τέσσερα σημαντικά στοιχεία από τα πιο πάνω γραφόμενα του Ενάγοντα꞉ (α) ότι η βούλησή του, όπως την εξωτερίκευσε προς την ΕΔΥ, δεν αφορούσε σε παραίτηση, αλλά σε πρόωρη αφυπηρέτηση· (β) ότι δεν του επιβλήθηκε από την ΕΔΥ η υποβολή παραίτησης, αλλά αντίθετα αυτός αιτήθηκε την πρόωρη αφυπηρέτηση· (γ) ότι αυτός προσδιόρισε την ημερομηνία από την οποία ήθελε να αρχίζει η αφυπηρέτησή του· (δ) ότι όταν αυτός υπέβαλε την αίτηση για πρόωρη αφυπηρέτηση, είχε ήδη λάβει γνώση της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου όπως τον εργοδοτήσει ως επιτόπιο προσωπικό στην Υπάτη Αρμοστεία στο Λονδίνο. Κρίνω σε αυτό το σημείο κατάλληλο να επισημάνω ότι ο όρος «παραίτηση» και «πρόωρη αφυπηρέτηση» δεν αποτελούν ταυτόσημους όρους, γι' αυτό και υπόκεινται σε ξεχωριστές ρυθμιστικές διατάξεις του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, Ν.1/
  2. Συγκεκριμένα, η πράξη της υποβολής παραίτησης ρυθμίζεται σύμφωνα με το άρθρο 52 του Ν.1/90, ενώ η πράξη της υποβολής πρόωρης αφυπηρέτησης ρυθμίζεται από το άρθρο 53 του Ν.1/90.[4] Και στις δύο περιπτώσεις, υφίσταται υποχρέωση του δημοσίου υπαλλήλου να αιτηθεί την άδεια της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας. Στην περίπτωση της αίτησης για άδεια πρόωρης αφυπηρέτησης, εξυπακούεται εκ του Νόμου ότι πρόκειται για «οικειοθελή» πράξη του υπαλλήλου (βλ. το λεκτικό της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 53). Σε αντιδιαστολή με την οικειοθελή πρόωρη αφυπηρέτηση, ο Νομοθέτης έχει δώσει στην Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας την αρμοδιότητα να αποφασίζει για την επιβολή της αφυπηρέτησης δημοσίου υπαλλήλου ως πειθαρχικής ποινής (βλ. την παρα. (η) του εδαφίου
(1)του άρθρου 53) ή όπου ο υπάλληλος κηρύσσεται πτωχεύσας ή όπου διαπιστώνεται αναίτια ακατάλληλος ή ανεπαρκής κλπ.[5] Υπό το φως των διατάξεων του άρθρου 53
(1)(γ) είναι αντιφατικό να προωθεί ο Ενάγων τον ισχυρισμό περί «εξαναγκασμού του σε παραίτηση» την ίδια στιγμή που παρουσίασε έγγραφη μαρτυρία από την οποία προκύπτει με σαφήνεια η διατύπωση της βούλησής του για οικειοθελή πρόωρη αφυπηρέτηση. Παρεμβάλλω εδώ την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερ. 15/9/2004, στην οποία αναφέρθηκε ο Ενάγων στην πιο πάνω επιστολή του προς την αρμόδια αρχή (βλ. το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά της συνεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου, ημερ. 15/9/2004, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο ζ υπό το Έγγραφο Β)꞉ «Αρ. Απόφασης 60.801
  1. Το Συμβούλιο, για τους λόγους που αναφέρονται στην Πρόταση, αποφάσισε να εγκρίνει την εργοδότηση του κ. Σώτου Γιωργαλλή ως Συμβούλου Τύπου στην Υπάτη Αρμοστεία της Δημοκρατίας στο Λονδίνο με τους όρους απασχόλησης του επιτόπιου προσωπικού με διετές συμβόλαιο και με μηνιαίο μισθό £3.500, νοουμένου ότι ο κ. Γιωργαλλής θα υποβάλει στην Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας αίτηση για πρόωρη αφυπηρέτηση από τη μόνιμη θέση Λειτουργού Τύπου και Πληροφοριών Α' που κατέχει σήμερα και η οποία θα γίνει αποδεκτή.». (Η έμφαση με υπογράμμιση είναι δική μου.) Κατά την κρίση μου, το γεγονός ότι ο Ενάγων εμφανίζεται - βάσει της μαρτυρίας που προσκόμισε - να ανταποκρίθηκε σε όρο που έθεσε το Υπουργικό Συμβούλιο για την πρόσληψή του με σύμβαση ως επιτόπιο προσωπικό στο Λονδίνο, δηλαδή να υποβάλει αίτηση για πρόωρη αφυπηρέτηση, με το σκεπτικό ότι δεν θα μπορούσε να αναλάβει τέτοια σύμβαση εργοδότησης καθ' ον χρόνο αυτός διατηρούσε το καθεστώς του δημοσίου υπαλλήλου, δεν αναιρεί τον οικειοθελή, για σκοπούς του Νόμου 1/90, χαρακτήρα της πράξης του να αιτηθεί πρόωρη αφυπηρέτηση. Εξάλλου, αυτή η ίδια η πρόταση προς το Υπουργικό Συμβούλιο στη βάση της οποίας εκδόθηκε η προμνησθείσα απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου καταγράφει στην αφετηρία της την εκδήλωση επιθυμίας από μέρους του Ενάγοντος να υποβάλει αίτηση στην ΕΔΥ για πρόωρη αφυπηρέτηση με σκοπό να μπορεί να εργοδοτηθεί από το Υπουργείο Εξωτερικών με τους όρους του επιτόπιου προσωπικού στο Λονδίνο. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο της πρότασης του Υπουργείου Εξωτερικών προς το Υπουργικό Συμβούλιο (αρ. 1277/2004), ημερ. 9.9.2004, αναφέρει τα εξής (βλ. το Τεκμήριο (η) υπό το Έγγραφο Β)꞉ «Ο κ. Σώτος Γιωργαλλής, μόνιμος Λειτουργός Τύπου και Πληροφοριών Α', ο οποίος υπηρετούσε ως Σύμβουλος Τύπου στην Υπάτη Αρμοστεία της Δημοκρατίας στο Λονδίνο, έχει μετατεθεί στο ΓΤΠ στο Κέντρο στις 31.8.2004 με βάση την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου αρ. 58.720 ημ. 8.10.
  2. Ο κ. Γιωργαλλής επιθυμεί να υποβάλει αίτηση στην Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας για πρόωρη αφυπηρέτηση και να εργοδοτηθεί από το Υπουργείο Εξωτερικών με τους όρους του επιτόπιου προσωπικού για εκτέλεση των ιδίων καθηκόντων στην Υπάτη Αρμοστεία Λονδίνου. Οι λόγοι είναι οι ακόλουθοι꞉ (α) Ο κ. Γιωργαλλής είναι εγκατεστημένος στο Λονδίνο όπου υπηρετούσε ως Σύμβουλος στην Υπάτη Αρμοστεία από το
  3. Ο κ. Γιωργαλλής αφυπηρετεί από τη δημόσια υπηρεσία την 1η Σεπτεμβρίου
  4. Από το 1993 μέχρι το 2000 ζητούσε μετάθεση από το Λονδίνο αλλά αυτή δεν κατέστη δυνατή από την Υπηρεσία του. Ως εκ τούτου, το 2000 προέβη σε αγορά διαμερίσματος με αρκετά ψηλό δάνειο γιατί δεν είχε καμιά ένδειξη μετάθεσης. Τα δύο παιδιά του ηλικίας 14 και 11 χρόνων, τα οποία γεννήθηκαν στο Λονδίνο φοιτούν σε αγγλικά σχολεία. (β) Το Υπουργείο Εξωτερικών με επιστολή του ημερ. 28.5.2004 και αρ. Φακ. 15.5.2005 ενημέρωσε τους Αρχηγούς Διπλωματικών Αποστολών ότι παρέχεται στο μόνιμο γραμματειακό και άλλο προσωπικό η ευχέρεια για υποβολή παραίτησης και επαναπρόσληψης με τους όρους του επιτόπιου προσωπικού, υπό την αίρεση της τελικής έγκρισης του Υπουργικού Συμβουλίου.
  5. Το Υπουργείο Εξωτερικών επιθυμεί να εργοδοτήσει τον κ. Γιωργαλλή στη θέση Συμβούλου Τύπου στο Λονδίνο με τους όρους του επιτόπιου προσωπικού λόγω της πείρας του στη συγκεκριμένη θέση και της σημασίας του συγκεκριμένου πόστου στη Βρετανική πρωτεύουσα και ζητά την έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου με βάση την προηγούμενη απόφαση του αρ. 30.571 ημ. 11.8.1998, που αναφέρεται στην επαναπρόσληψη συνταξιούχων, αλλά και με βάση τα όσα αναφέρονται στο σημείο (β) της προηγούμενης παραγράφου. Σημειώνεται ότι αντικατάσταση του κ. Γιωργαλλή με ένα πρωτοδιοριζόμενο υπάλληλο δεν θα ήταν προς όφελος της Υπηρεσίας. Επίσης, αντικατάστασή του με μόνιμο λειτουργό από το ΓΤΠ θα κοστίζει περισσότερο στο δημόσιο λόγω των Γενικών Επιδομάτων Εξωτερικού και του επιδόματος ενοικίου που θα λαμβάνει.
  6. Το Υπουργείο Εξωτερικών εισηγήθηκε μηνιαίο μισθό ΛΚ3.500 ο οποίος είναι κατώτερος από το αρχικό σημείο της σχετικής κλίμακας της Βρετανικής Δημόσιας Υπηρεσίας. Επίσης, λόγω άμεσης ανάγκης πρόσληψης Συμβούλου Τύπου στο Λονδίνο παρίσταται ανάγκη απασχόλησης του κ. Γιωργαλλή κατά τη διάρκεια των 85 ημερών άδειας που έχει σε πίστη του πριν την αφυπηρέτησή του. Αφού δεν υπάρχει δυνατότητα να λάβει την άδεια του πριν την πρόσληψή του ως επιτόπιο προσωπικό, θα του καταβληθεί το αντίτιμο της άδειας ανάπαυσης που έχει σε πίστη του, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 8
(5)των περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Χορήγηση Αδειών) Κανονισμών.
  1. Το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού συμφωνεί με τα πιο πάνω.
  2. Η παρούσα πρόταση υποβάλλεται σε συνεννόηση με το Υπουργείο Εσωτερικών.
  3. Ο Υπουργός Εξωτερικών ο οποίος θα παρουσιάσει το θέμα θα ζητήσει από το Υπουργικό Συμβούλιο να εγκρίνει την εργοδότηση του κ. Γιωργαλλή ως Συμβούλου Τύπου στην Υπάτη Αρμοστεία Λονδίνου με τους τους όρους του επιτόπιου προσωπικού με διετές συμβόλαιο και με μηνιαίο μισθό ΛΚ3.500, νοουμένου ότι ο κ. Γιωργαλλής θα υποβάλει αίτηση στην Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας για πρόωρη αφυπηρέτηση και η Επιτροπή την εγκρίνει.». (Η έμφαση με υπογράμμιση είναι δική μου.) Κατά την κρίση μου, το γεγονός ότι στην Πρόταση προς το Υπουργικό Συμβούλιο μνημονεύονται, στην παρα. 2(α) και (β) αυτής, ως λόγοι για τους οποίους ο Ενάγων επιθυμεί την πρόσληψή του υπό το καθεστώς επιτόπιου προσωπικού στο Λονδίνο οι ίδιοι λόγοι για τους οποίους αυτός ενίστατο στη μετάθεσή του στην Κύπρο, είναι μεν αποκαλυπτικό του σκεπτικού με το οποίο ο Ενάγων εκδήλωσε την επιθυμία να αφυπηρετήσει πρόωρα, πλην όμως δεν αλλάζει το νομικό χαρακτήρα της πρόωρης αφυπηρέτησης ως οικειοθελούς πράξης ενός υπαλλήλου και όχι ως πράξης που επιβάλλεται από τη διοίκηση. Καθοδήγηση θα μπορούσε κατ' αναλογίαν να ληφθεί από την απόφαση, ημερ. 19.6.03, στην Προσφ. αρ. 684/02, Θεμιστοκλέους ν. ΕΔΥ όπου ηγέρθηκε ανάλογος ισχυρισμός περί εξαναγκασμού σε παραίτηση και σχολιάστηκε από τον Δικαστή Χατζηχαμπή ως εξής: "Θεμελιακής σημασίας είναι το γεγονός ότι το αίτημα για παραίτηση προήλθε από τον ίδιο τον αιτητή. Αυτό και ουδέν άλλο ήταν ενώπιον της ΕΔΥ. Ούτε πειθαρχική διαδικασία ούτε οποιασδήποτε φύσης καταγγελία εκκρεμούσε εναντίον του αιτητή. Η ΕΔΥ δεν υπεισήλθε στη διαμάχη μεταξύ του Υπουργού και του αιτητή για να εκφέρει γνώμη ως προς την ορθότητα των θέσεων εκάστου. Δεν ήταν αυτή η αρμοδιότητά της. Ούτε την αφορούσαν οι συνθήκες υπό τις οποίες ο αιτητής αποφάσισε να υποβάλει την παραίτησή του πλην ως ο λόγος που ο ίδιος παρέθεσε για να εξηγήσει την απόφαση του. ΄Ηταν ο αιτητής που, σταθμίζοντας τα δεδομένα της υπηρεσίας του, κατέληξε στην απόφαση να παραιτηθεί. Η επιλογή ήταν δική του και ήταν οριστική επιλογή παραίτησης. Η επιστολή του δεν αναφέρετο σε πρόθεση παραίτησης που συναρτάτο προς την κατάληξη οποιασδήποτε έρευνας ως προς τα παράπονά του για τη στάση του Υπουργού, ούτε συνιστούσε αίτημα για εξέταση καταγγελίας κατά του Υπουργού. ΄Ηταν επιστολή άμεσης και άνευ όρων παραίτησης. Η ΕΔΥ εξάντλησε το έργο της εφόσον, δοθείσας και της θετικής στάσης του Υπουργείου έναντι του αιτήματος του αιτητή και της απουσίας πειθαρχικών ή ποινικών υποθέσεων εναντίον του ή υποχρεώσεων του προς τη Δημοκρατία, δεν είχε λόγο να μην ικανοποιήσει το αίτημα που ο ίδιος ο αιτητής υπέβαλε για παραίτησή του. Εξάλλου, προερχόμενη από δικό του αίτημα, η απόφαση της ΕΔΥ να αποδεχθεί την παραίτηση του αιτητή, του στερούσε το έννομο συμφέρον να την προσβάλει." (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου). Δεν εξωτερίκευσε προς την ΕΔΥ ο Ενάγων την αίτηση για αφυπηρέτησή του ως πράξη εξαναγκασμού του σε παραίτηση λόγω της μετάθεσής του, ούτε άλλωστε αιτήθηκε ποτέ την ακύρωση της πράξης της ΕΔΥ να αποδεχθεί την πρόωρη αφυπηρέτησή του με αυτό το πνεύμα (σύγκρινε με τα γεγονότα στην Προσφυγή 68/98, Χρίστου Σιοπαχά ν Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου
(1998)4 Α.Α.Δ. 673 και την Προσφυγή 1254/03, Ανδρέας Κακουλλής ν Δήμου Παραλιμνίου, αποφαση ημερ. 24.5.2005). Καταλήγω σε εύρημα πως, με βάση το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, η πράξη του Ενάγοντος να αιτηθεί άδεια για πρόωρη αφυπηρέτηση με έναρξη ισχύος από 1.2.2005 αποτελεί οικειοθελή πράξη του και όχι προϊόν εξαναγκασμού του σε παραίτηση από την αρμόδια αρχή ή από την ΕΔΥ ή από άλλο όργανο της Δημοκρατίας. Άνευ επηρεασμού της πιο πάνω κατάληξής μου, σημειώνω ότι στο πλαίσιο της αντεξέτασης του Ενάγοντος, έγινε λόγος από τον Ενάγοντα για την περίπτωση ενός ακόμη συναδέλφου του που μετά την απόφαση για μετάθεσή του στην Κύπρο, παραιτήθηκε από τη Δημόσια Υπηρεσία. Συγκεκριμένα, έγινε αναφορά στο όνομα του κ. Κωμοδρόμου. Η πλευρά του Εναγομένου, στην προσπάθειά της να αποδείξει ότι η μετάθεση δεν ισοδυναμεί με εξαναγκασμό σε παραίτηση, προσέφερε, μέσω της ΜΥ1, μαρτυρία αναφορικά με την επιλογή καριέρας που έκανε ο κ. Κωμοδρόμος μετά την απόφασή μετάθεσής του στην Κύπρο. Αν και η μαρτυρία της ΜΥ1 στηρίζεται κατά τρόπο αντικειμενικό σε έγγραφη μαρτυρία (σχετικές αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ως τα κατατεθέντα Έγγραφα Γ και Δ), εντούτοις, δεν το θεωρώ ορθό ή κατάλληλο να αναφερθώ στη μαρτυρία αυτή, η οποία αφορά στον κ. Κωμοδρόμο, καθ'οτι πρόκειται για προσωπικά δεδομένα εκείνου του προσώπου. Εξάλλου, ο ίδιος ο συνήγορος του Ενάγοντος στην τελική του αγόρευση, έχει εισηγηθεί προς το Δικαστήριο ότι το αν παραιτήθηκαν και άλλα άτομα τα οποία είχαν μετατεθεί στην Κύπρο βάσει των ίδιων αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου, είναι ισχυρισμός που δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη (βλ. σελ. 9, σημείο 37(ii) της εν λόγω τελικής αγόρευσης). Πάντως, το γεγονός ότι η ΜΥ1 προσήλθε στο Δικαστήριο έτοιμη για να αναφερθεί στην περίπτωση του κ. Κωμοδρόμου και να παρουσιάσει τα τεκμήρια ως τα Έγγραφα Γ και Δ, δεν την καθιστά αφ' εαυτού μάρτυρα που μεροληπττεί υπέρ του Εναγομένου ή μάρτυρα που δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια σε ό,τι αφορά την περίπτωση του Ενάγοντος, αφού η περίπτωση του κ. Κωμοδρόμου ουδόλως διασυνδέεται ή περιπλέκεται με τα επίδικα θέματα που αφορούν στον Ενάγοντα. Κρίνω ότι η ΜΥ1 ήταν μάρτυρας της αλήθειας και στο βαθμό που αφορά μαρτυρία γεγονότων (ήτοι τη μισθολογική διαφορά των διαφόρων θέσεων του Ενάγοντος και την επεξήγηση της μεθοδολογίας υπολογισμού των διαφυγόντων κερδών του Εναγομένου), την αποδέχομαι ως αληθή. Αξίζει στο σημείο αυτό να επισημάνω ότι, ο πίνακας υπολογισμού των διαφυγόντων κερδών του Ενάγοντος ως το Τεκμήριο 7 υπό το Έγγραφο Α έχει σχεδιαστεί από την ΜΥ1, κατ' εντολή αμφότερων των συνηγόρων, κατά τρόπο που καλύπτει μόνο την περίοδο 1.2.2005 μέχρι 31.8.
  1. Εντούτοις, σύμφωνα με τη μαρτυρία που έδωσε ο Ενάγων αλλά και βάσει της μαρτυρίας που έδωσε η ΜΥ1, η μετάθεσή του Ενάγοντος στην Κύπρο ίσχυσε από 31.8.2004 μέχρι 31.1.
  2. Επομένως, ο Ενάγων εμφανίζεται να μην διεκδικεί καθόλου αποζημιώσεις για τη χρονική περίοδο κατά την οποία ίσχυε η μετάθεσή του στην Κύπρο. Αλλά και από απόψεως του είδους του ζημιογόνου κατάλοιπου της μετάθεσής του, ο Ενάγων δεν εμφανίζεται να διεκδικεί τις δαπάνες στις οποίες υπεβλήθη στο πλαίσιο συμμόρφωσης με την απόφαση μετάθεσής του (ήτοι τα έξοδα επιστροφής του στην Κύπρο, διαμονής του στην Κύπρο) ούτε ισχυρίζεται ότι χρειάστηκε να μετακομίσει η οικογένεια του στην Κύπρο ή να τερματίσει τη φοίτηση των παιδιών του στο Λονδίνο και να καταβάλει οποιαδήποτε συναφή επιβάρυνση ως προς τα σχολικά δίδακτρα ούτε ότι επηρεάστηκε η ικανότητα του να καταβάλλει τις μηνιαίες δόσεις στο δάνειό του συνεπεία της μείωσης του μισθού του ως εκ της εφαρμογής της μετάθεσής του στην Κύπρο. Ό,τι διεκδικεί είναι την ισχυριζόμενη απώλεια σε μισθούς και συντάξεις, σε περίπτωση που δεν εφαρμοζόταν ποτέ η μετάθεση και συνέχιζε την υπηρεσία του μέχρι την ημερομηνία κανονικής αφυπηρέτησής του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΓΩΓΙΜΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Το ζήτημα που εγείρεται είναι κατά πόσον υφίσταται ζημιογόνο κατάλοιπο της ακυρωθείσας μετάθεσης του Ενάγοντος, πέραν της περιόδου εφαρμογής της μετάθεσής του και ανεξάρτητα από την εφαρμογή αυτής, από το οποίο να γεννάται δικαίωμα αποζημιώσεων. Χρήσιμη σύνοψη των νομολογημένων αρχών ως προς τον προσδιορισμό του δικαιώματος αποζημιώσεως δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος παρέχει το Σύγγραμμα του Α.Σ. Αγγελίδη «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», Έκδοση Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου, Λευκωσία 2011, όπου αναφέρονται συναφώς τα εξής (βλ. σελ. 315, 316)꞉ «Μετά την ακυρωτική απόφαση που δυνατό να εκδώσει το Ανώτατο Δικαστήριο κατά το Άρθρο 146
(4), προκύπτει δικαίωμα διεκδίκησης «θεραπείας», το οποίο ανήκει ρητά ως αρμοδιότητα στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Πρόκειται για αγώγιμο δικαίωμα ιδιόμορφο (cause sui generis). Οι προϋποθέσεις γένεσής του καθώς και οι κανόνες καθορισμού του ύψους των αποζημιώσεων είναι ιδιαίτεροι και διαφέρουν από τους αντίστοιχους του κοινοδικαίου και της επιείκειας (Frangoulides v Republic
(1982)1 C.L.R. 462). Μετά την έκδοση ακυρωτικής απόφασης, η διοίκηση έχει πρώτιστη και επιτακτική υποχρέωση να συμμορφωθεί ενεργώς με αυτήν και να αποκαταστήσει τη νομιμότητα, η οποία έχει τρωθεί με την, εν τέλει, ακυρωθείσα απόφασή της. Η υποχρέωση αυτή αποτελεί μια νόμω οφειλόμενη ενέργεια, εφ' όσον επιβάλλεται δια του Άρθρου 146
(5)του Συντάγματος. Ο διοικούμενος ο οποίος πέτυχε τη δικαστική ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης έχει αντίστοιχο δικαίωμα. Η αποκατάσταση της νομιμότητας προϋποθέτει, κατ' αρχήν, την εκ μέρους της διοίκησης αποκατάσταση των πραγμάτων στην κατάσταση που ευρίσκοντο πριν από την ακυρωτική απόφαση καθώς και την επανεξέταση του ζητήματος επί τη βάσει των ευρημάτων του Ακυρωτικού Δικαστηρίου όσον αφορά στα γεγονότα. Η αποκατάσταση των πραγμάτων συχνά επιβάλλει την καταβολή αποζημιώσεων στον ζημιωθέντα από την ακυρωθείσα διοικητική απόφαση διοικούμενο ή την παροχή σε αυτόν άλλης, κατάλληλης θεραπείας (Νίκολας ν Δημοκρατία
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 983, 1002). Σε περίπτωση που η διοίκηση αρνηθεί ή παραλείψει να ενεργήσει ως ανωτέρω, τότε ο ζημιωθείς διοικούμενος νομιμοποιείται να καταχωρήσει αγωγή επικαλούμενος, ως αιτία, το δικαίωμα που θεσμοθετείται δια του Άρθρου 146
(6)του Συντάγματος. Απαραίτητες προϋποθέσεις για την παραδεκτή καταχώρηση τέτοιας αγωγής είναι ως καθιερώθηκαν [...][6] δια της Νομολογίας οι ακόλουθες꞉ (α) η εξασφάλιση ακυρωτικής απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια άσκησης της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας, (β) η υποβολή εκ μέρους του ζημιωθέντος διοικούμενου, προς τη διοίκηση, γραπτού αιτήματος για την καταβολή αποζημιώσεων ή για την παροχή άλλης κατάλληλης θεραπείας και (γ) η απόρριψη του αιτήματος αυτού ή παράλειψη της διοίκησης να το εξετάσει (Νίκολας ν Δημοκρατίας (ανωτέρω), Rosary Gardens Ltd v Δημοκρατίας
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 230, 234). Έτσι, η κρατούσα νομολογία προβλέπει ότι εφ' όσον διαπιστωθεί η συνδρομή των τριών αυτών προϋποθέσεων, εξετάζεται η βασιμότητα των αξιώσεων του ενάγοντος. Οι αξιώσεις αυτές είναι βάσιμες εφ' όσον αποδειχθεί, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, πως ο ενάγων, πράγματι υπέστη ζημιά από την ακυρωθείσα διοικητική απόφαση ή υπέστη ζημιά ως άμεση συνέπεια της απόφασης αυτής. Τέλος εφόσον αποδειχθεί πως η ακυρωθείσα διοικητική απόφαση υπήρξε ζημιογόνος, επιδικάζονται αποζημιώσεις δίκαιες και εύλογες. Για τον προσδιορισμό του ύψους των δίκαιων και εύλογων αποζημιώσεων, συνεκτιμούνται όλοι οι σχετικοί παράγοντες (Νίκολας ν Δημοκρατίας (ανωτέρω) 997 και 1006, δείτε επίσης τις αποφάσεις Εγγλεζάκη κ.α. ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1992)1 Α.Α.Δ. 697, Μαυρονύχης ν Αρχής Βιομηχανικής Καταρτίσεως
(1995)1 Α.Α.Δ. 612, Δήμος Αραδίππου ν Γεωργιάδης
(2000)1 Α.Α.Δ. 1000 και Vnukovo Airlines (V.A.) κ.α. ν Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 969).». Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομολογημένες αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, παρατηρώ κατ' αρχάς τα εξής꞉ Ως προς την προϋπόθεση (α) ανωτέρω, αυτή πληρούται στη βάση της ακυρωτικής απόφασης ως το Τεκμήριο ε υπό του Εγγράφου Α. Όσον αφορά την προϋπόθεση υπό (β) ανωτέρω, και αυτή πληρούται στη βάση των επιστολών που απέστειλε ο Ενάγων και μέσω του συνηγόρου του απαιτώντας από την ΕΔΥ και την αρμόδια αρχή αποκατάσταση της νομιμότητας ή/και εξώδικη διευθέτηση, ως τα Τεκμήρια ιστ, ιθ, κ και κα του Εγγράφου Β. Σε σχέση με την προϋπόθεση υπό (γ) ανωτέρω, έχει αποδειχθεί στη βάση της δοθείσας μαρτυρίας ότι η Διοίκηση παρέλειψε μέχρι σήμερα να προβεί σε επανεξέταση για σκοπούς συμμόρφωσης με την ακυρωτική απόφαση και ότι, ως εκ τούτου, ουδέποτε εξαλείφθηκε το ζημιογόνο αποτέλεσμα της παράνομης μετάθεσης του Ενάγοντος. Παρατηρώ, συγχρόνως, ότι στην τελική του αγόρευση, ο συνήγορος του Ενάγοντος εισηγείται ότι υπό τις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης «υπάρχει αντικειμενική αδυναμία εκτελέσεως της απόφασης in natura», γι' αυτό και «η έννοια της αποκαταστάσεως θα πρέπει να περιορίζεται σε χρηματική αποζημίωση». Υπονοεί, προφανώς, ο συνήγορος του Ενάγοντος ότι η αδυναμία εκτελέσεως της ακυρωτικής απόφασης οφείλεται στο ότι μεσολάβησε η αφυπηρέτηση του Ενάγοντος. Παραπέμπει ο συνήγορος του Ενάγοντος προς επίρρωση της θέσης του στο πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα της Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου «Αι συνέπειαι της ακυρώσεως διοικητικής πράξεως έναντι της Διοικήσεως», σελ.285: «...Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η in natura αποκατάστασης των πραγμάτων εις την προτέραν των θέσιν, είναι αδύνατος. Τούτο παρατηρείται οσάκις η εκτέλεσις της ακυρωθείσης πράξεως ή παραλείψεως επέφερεν υλικήν αλλοίωσιν ανεπανόρθωτον, όπως π.χ. εις περίπτωσιν παρανόμου κατεδαφίσεως ως αυθαιρέτου κτίσματος (οικίας, περιπτέρου, λυομένου κτίσματος), ή εις περίπτωσιν που ο χρόνος καθ' ον ίσχυσεν η ακυρωθείσα περιέλαβεν ολόκληρον το διάστημα εις το οποίον αφεώρα η ακυρωθείσα, όπως π.χ. εις την περίπτωσιν αρνήσεως χορηγήσεως αδείας κυκλοφορίας αυτοκινήτου δι' ωρισμένην ημέραν, ή συγκροτήσεως διαδηλώσεως καθ' ωρισμένην ημέραν, Οσάκις υπάρχει η ως άνω αντικειμενική αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως in natura, η έννοια της αποκαταστάσεως θα πρέπει να περιορίζεται εις χρηματικήν αποζημίωσιν, όταν όμως υπάρξη ζημία και εφ' όσον συντρέχουν αι λοιπαί προϋποθέσεις προς αποζημίωσιν. Ο χαρακτήρ της αποζημιώσεως αυτής είναι επανορθωτικός υπό την έννοιαν ότι αυτή ισοδυναμεί με αποκατάστασιν (retroactive par equivalence) και αντιδιαστέλλεται της αποζημιώσεως ως κυρώσεως διά την μη εκτέλεσιν της ακυρωτικής αποφάσεως». Παραπέμπει περαιτέρω ο εν λόγω συνήγορος, προς απόδειξη της υιοθέτησης της πιο πάνω προσέγγισης από την Κυπριακή Νομολογία, στην απόφαση ημερ. 25/7/2013, Υπόθεση Αρ. 775/2010 LELLA KENTONIS INVESTMENT CO LTD v. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΕΩΣ κ.α... Δεν θα με απασχολήσει το κατά πόσον υπάρχει εκ των πραγμάτων αδυναμία επανεξέτασης ή/και εκτελέσως της ακυρωτικής απόφασης στην παρούσα υπόθεση. Αυτό θα ήταν κατάλληλο να απασχολήσει το Ανώτατο Δικαστήριο στο πλαίσιο τυχόν νέας προσφυγής κατά παράλειψης της διοίκησης να προβεί σε επανεξέταση για σκοπούς συμμόρφωσης με την ακυρωτική απόφαση. Έχοντας υπόψη μου όσα λέχθηκαν στη Μαυρονύχης ν Αρχής Βιομηχανικής Καταρτίσεως
(1995)1 Α.Α.Δ. 612, αυτό που θα με απασχολήσει είναι αν στην παρούσα υπόθεση το ζημιογόνο αποτέλεσμα που επικαλείται ο Ενάγων αποτελεί όντως άμεση συνέπεια της ακυρωθείσας πράξης της διοίκησης να τον μεταθέσει. Στην υπόθεση Μαυρονύχης, ο εφεσείων άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης των εφεσιβλήτων να διορίσουν τον Κλεάνθη Ιωάννου στη θέση του Υπεύθυνου Λογιστηρίου. Ο διορισμός ακυρώθηκε (βλ. Mavronichis v. Industrial Training Authority
(1986)3 C.L.R. 2213) και ο εφεσείων, με αγωγή, διεκδίκησε αποζημιώσεις κατ' επίκληση του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Ως μη ικανοποιηθείσα αξίωση του εφεσείοντα αναφέρετο ο μη διορισμός του στη θέση. Μεσολάβησε πριν την καταχώρηση της αγωγής η κατάργηση της θέσης στην οποία ήθελε να είχε διοριστεί. Κατά τον εφεσείοντα, η κατάργηση της θέσης κατέστησε αδύνατη την εκπλήρωση από τη διοίκηση της υποχρέωσής της για επανεξέταση του θέματος της πλήρωσης της παλαιάς θέσης, γεγονός που του στέρησε την πιθανότητα να διοριστεί. Η αξίωση του για αποζημίωση αφορούσε σ' αυτήν την απώλεια και μόνο. Ο Κωνσταντινίδης, Δ, δίδοντας την απόφαση του Εφετείου, υπέδειξε τα εξής꞉ «Η αξίωση, που εφόσον δεν ικανοποιηθεί δημιουργεί δικαίωμα επιδίκασης αποζημίωσης, πρέπει να θεμελιώνεται στην ίδια την απόφαση που κηρύχθηκε άκυρη. Τίθεται ζήτημα αποζημίωσης μόνο εφόσον η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπειά της. (Βλ. Attorney-General ν. Andreas Marcoullides and Another
(1966)1 C.L.R. 242, Costas Tsakkistos v. Attorney-General
(1969)1 C.L.R. 355, Kambis v. Republic
(1984)1 C.L.R. 314, Christofides v. Attorney-General (ανωτέρω), Frangoullides v. Republic (ανωτέρω) Πελαγίας Εγγλεζάκης και Άλλοι ν. Γενικός Εισαγγελέας
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 697 και Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ν. Χάρης Θεοδωρίδης
(1993)1 Α.Α.Δ. 420). Αν η μεταγενέστερη απόφαση για κατάργηση της θέσης προκάλεσε ζημιά και ποιά, ήταν ζήτημα ασύνδετο προς την απόφαση που ακυρώθηκε. Το παράδειγμα της αδυναμίας ικανοποίησης απολυθέντος υπαλλήλου λόγω κατάργησης της θέσης που επικαλέστηκε ο εφεσείων με αναφορά στο έργο του Φ. Βεγλερή - Η συμμόρφωσις της Διοικήσεως εις τας αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας σελ. 117, δεν υποστηρίζει το συλλογισμό του. Εκεί υπήρχε δικαίωμα αποζημίωσης ακριβώς επειδή η αξίωση του απολυθέντος για επάνοδο στην υπηρεσία ως κατ' ευθείαν συνέπεια της εξαφάνισης της απόλυσής του με την ακυρωτική απόφαση, δεν μπορούσε πλέον να ικανοποιηθεί. Εδώ η ζημιά εμφανίζεται να προεκλήθη όχι λόγω της ακυρωθείσας απόφασης αλλά λόγω της μεταγενέστερης απόφασης για κατάργηση της θέσης. Το κατά πόσο η διοίκηση εκπλήρωσε ή όχι την υποχρέωσή της προς συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση με εξαφάνιση των συνεπειών του παράνομου διορισμού και επανεξέταση του θέματος δεν είναι ζήτημα που συνάπτεται προς την ίδια την ακυρωτική απόφαση. Σημειώνουμε όμως πως, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Frangoulides v. Republic (ανωτέρω), παράλειψη της διοίκησης για άρση κάθε πτυχής της άκυρης απόφασης και λήψη της κατάλληλης ενέργειας προς συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση, αντιμετωπίζεται με νέο αναθεωρητικό έλεγχο. Εφόσον δε το επιχείρημα του εφεσείοντα στηρίζεται στην αντίληψη, λανθασμένη ή όχι δεν το εξετάζουμε, ότι ήταν ολωσδιόλου αδύνατη η επανεξέταση μετά την ακυρωτική απόφαση επειδή μεσολάβησε η κατάργηση τις θέσης, θα είχε ίσως τη θέση του το πιο κάτω απόσπασμα από το Φ. Βεγλερή (ανωτέρω) σελ. 103, τις υιοθετήθηκε στην υπόθεση Christofides ν. Attorney-General (ανωτέρω)꞉ «Αλλ' η Διοίκησις υποχρεούται εν ταις ενεργείαις τις τις επαναφοράν των πραγμάτων εις την προτέραν των κατάστασιν να σεβασθή τας μεταγενεστέρως τις εκδόσεως τις ακυρωθείσης πράξεως νομίμως δημιουργηθείσας καταστάσεις. Η απαγγελθείσα ακύρωσις δεν έχει επιρροήν επί των καταστάσεων αίτινες έλαβον ύπαρξιν μεταγενεστέρως τις εκδόσεως τις ακυρωθείσης πράξεως επί τη βάσει νομίμων καθ' εαυτάς πράξεων τις Διοικήσεως. Η επίδρασις τις ακυρώσεως δεν εκτείνεται, πράγματι, πέραν των πράξεων και των καταστάσεων, αίτινες έχουν ως άμεσον έρεισμα την ακυρωθείσαν πράξιν και μετέχουν συνεπώς των ελαττωμάτων και τις ακυρότητας εκείνης». Για τις πιο πάνω λόγους η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται και η αγωγή απορρίπτεται. Κάτω από τις περιστάσεις δεν θα εκδοθεί διαταγή για έξοδα.». Εφαρμόζοντας όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Μαυρονύχης ανωτέρω, κρίνω ότι η αλυσίδα του ζημιογόνου αποτελέσματος της μετάθεσής του Ενάγοντος δεν δύναται να θεωρηθεί ότι επεκτείνεται πέραν της ημερομηνίας της οικειοθελούς πρόωρης αφυπηρέτησης του Ενάγοντος. Εκείνη η η πράξη, ως μεταγενέστερη της ακυρωθείσας πράξης και ως προερχόμενη από την ελεύθερη βούληση του Ενάγοντος, η οποία επέφερε έννομα αποτελέσματα, κρίνω ότι διασπά την αλυσίδα του ζημιογόνου αποτελέσματος της ακυρωθείσας μετάθεσης. Διαφορετική θα ήταν η περίπτωση, κατά την κρίση μου, αν ο Ενάγων αρνείτο να συμμορφωθεί με την απόφαση για τη μετάθεσή του, αν τότε η Διοίκηση κινούσε πειθαρχική διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας επέβαλλε την αφυπηρέτησή του ως πειθαρχική ποινή και ακυρώνετο στη συνέχεια η πράξη της μετάθεσης, ή, αν η ακυρωτική απόφαση αφορούσε στην ίδια την πράξη της αφυπηρέτησης τους Ενάγοντος (Σύγκρινε με Attorney General v Andreas A. Markoullides and Another
(1966)1 C.L.R. 242). Αξίζει εδώ να σημειώσω ότι η πρόωρη αφυπηρέτηση του Ενάγοντος, συνεπεία της αποδοχής της σχετικής αίτησής του από την ΕΔΥ, έχει παράξει συγκεκριμένα έννομα αποτελέσματα, ήτοι τον καθορισμό του τελευταίου του μισθού και κατ' επέκταση των συνταξιοδοτικών του ωφελημάτων με βάση την 31.1.2005 ως τελευταία ημέρα της υπηρεσίας του. Η νομιμότητα των αποτελεσμάτων αυτών δεν θα μπορούσε να αμφισβητηθεί μέσω της παρούσας αγωγής, αφού αποκλειστικός φορέας της αρμοδιότητας άσκησης ακυρωτικού ελέγχου των πράξεων της Διοίκησης είναι το Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Συνεπώς, το ότι ζητείται από το παρόν Δικαστήριο να αποδώσει στον Ενάγοντα αποζημιώσεις για απώλεια μισθών και συνταξιοδοτικών ωφελημάτων, μεταβάλλοντας την ημερομηνία αφυπηρέτησής του από εκείνην που προέκυψε συνεπεία της νόμιμης και οικειοθελούς πρόωρης αφυπηρέτησής του (ήτοι από 1.2.2005) σε άλλην ημερομηνία ωσάν αυτός να παρέμενε στη δημόσια υπηρεσία μέχρι που να συμπλήρωνε κανονικά την ηλικία αφυπηρέτησής του στα 61 χρόνια (ήτοι την 31.8.2007), υπερβαίνει, κατά την κρίση μου, το μέτρο θεραπείας που δικαιούται ο Ενάγων εξαιτίας της ακύρωσης της πράξης της μετάθεσής του. ΣΤ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους και υπό το δεδομένο ότι ο Ενάγων δεν αξιώνει αποζημιώσεις για την περίοδο καθ' ην εφαρμόστηκε η διοικητική πράξη της μετάθεσής του, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγομένου και εναντίον του Ενάγοντος, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.. (υπ.) ............ Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Το Τεκμήριο ι αποτελεί απόσπασμα από τα πρακτικά της συνεδρίας του Υπουργικού Συμβουλίου, ημερ. 26.10.1994, (αρ. Αποφασης 41.731) σύμφωνα με την οποία꞉ «30. Το Το Συμβούλιο, για τους λόγους που αναφέρονται στην Πρόταση αποφάσισε α) να εξαιρέσει τους Λειτουργούς Τϋπου και Πληροφοριών από την εφαρμογή των προνοιών της Απόφασης με αρ. 32.778 και ημερ. 21.12.1989 και κατ' επέκταση των διατάξεων του Κανονισμού 21 των περί Εξωτερικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας (Ειδικές Διατάξεις) Κανονισμών του 1968 έως 1994, και β) να εξουσιοδοτήσει τον Υπουργό Εσωτερικών να αποφασίζει για τη χρονική διάρκεια υπηρεσίας των Λειτουργών Τύπου και Πληροφοριών σε Γραφεία Τύπου στο εξωτερικό, ανάλογα με τις ανάγκες της Υπηρεσίας και μετά από σχετική προς τούτο εισήγηση του Διευθυντή του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών. [2] Με την επιστολή ως το Τεκμήριο ιστ διατυπώνετο η προθυμία του Ενάγοντα «να δεχθεί ως δικαία αποζημίωση δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος ποσό €90.000 ως πλήρη και τελεία εξόφληση της υπολογιζόμενης ζημιάς, και την οποία ζημιά θα διεκδικήσει σε περίπτωση μη επίτευξης εξώδικης ρύθμισης.». Το ίδιο περιεχόμενο είχε και η επιστολή ως το Τεκμήριο ιζ. [3] Την έκφραση αυτή χρησιμοποίησε πρώτος ο συνήγορος του Εναγομένου κατά την αντεξέταση της ΜΥ1. [4] 52.—
(1)Τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου ή οποιασδήποτε άλλης διάταξης που έχει νομοθετική ισχύ, κανένας υπάλληλος δεν μπορεί να παραιτηθεί από τη θέση του χωρίς την προηγούμενη άδεια της Επιτροπής.
(2)Υπάλληλος που παραιτείται από τη θέση του χωρίς την προηγούμενη άδεια της Επιτροπής θεωρείται απών από το καθήκον χωρίς άδεια και υπόκεινται σε πειθαρχική δίωξη. [5] 53.—
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(5)και ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, η Επιτροπή έχει αρμοδιότητα να αποφασίζει την αφυπηρέτηση μόνιμου συντάξιμου υπαλλήλου από τη δημόσια υπηρεσία στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Όταν συμπληρώνεται η ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης του υπαλλήλου· (β) όταν απαιτηθεί από υπάλληλο που έχει συμπληρώσει την ηλικία των πενήντα πέντε ετών να αφυπηρετήσει· (γ) μετά από αίτηση υπαλλήλου για οικειοθελή πρόωρη αφυπηρέτηση· (δ) για λόγους υγείας· (ε) λόγω πτώχευσης του υπαλλήλου, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 68· (στ) όταν η αφυπηρέτηση γίνεται για να αναλάβει ο υπάλληλος δημόσιο λειτούργημα ασυμβίβαστο με τη θέση που κατέχει ή για να διοριστεί σε οργανισμό δημόσιου δικαίου ή αρχή τοπικής διοίκησης· (ζ) σε περίπτωση αναίτιας υπηρεσιακής ανεπάρκειας ή ακαταλληλότητας του υπαλλήλου· (η) ως πειθαρχική ποινή, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού.
(2)Η Επιτροπή αποφασίζει την αφυπηρέτηση υπαλλήλου μετά από πρόταση της αρμόδιας αρχής η οποία είναι υποχρεωτική γι' αυτή στις περιπτώσεις των παραγράφων (α) και (στ) του εδαφίου
(1)καθώς και στις περιπτώσεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), προκειμένου για υπάλληλο που υπηρετεί κατά την 30ή Ιουνίου 2005 και υποβάλλει αίτηση για αφυπηρέτηση με τη συμπλήρωση του εξηκοστού έτους της ηλικίας του ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο.
(3)Στις περιπτώσεις των παραγράφων (γ) και (στ) του εδαφίου
(1), η αρμόδια αρχή, πριν υποβάλει την πρότασή της προς την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, βεβαιώνεται ότι— (α) Ο υπάλληλος δεν έχει οικονομικές υποχρεώσεις έναντι του κράτους, ή αν έχει θα τις εξοφλήσει, και (β) δεν εκκρεμεί πειθαρχική ή ποινική υπόθεση εναντίον του.
(4)Η απόφαση για αφυπηρέτηση υπαλλήλου, σύμφωνα με τις παραγράφους (β) και (ζ) του εδαφίου
(1), λαμβάνεται αφού δοθεί στον υπάλληλο η ευκαιρία να ακουστεί.
(5)Τηρουμένων των διατάξεων των πιο πάνω εδαφίων, η αφυπηρέτηση μόνιμων συντάξιμων υπαλλήλων διέπεται από τις διατάξεις του περί Συντάξεων Νόμου ή κάθε νόμου που τον τροποποιεί ή τον αντικαθιστά και οποιωνδήποτε κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού.
(6)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(3)του άρθρου 41, προσωρινοί υπάλληλοι που πληρώνονται με το μήνα αφυπηρετούν με τη συμπλήρωση της ηλικίας των εξήντα χρόνων. [6] Διατυπώνει εδώ ο συγγραφέας του Συγγράμματος την προσωπική του γνώμη «θεωρώ έξω από το Σύνταγμα». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.