Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' κ.α. ν. ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ κ.α., Αγωγή αρ. 4602/14, 26/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A330 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 4602/14 Μεταξύ: Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ', από τη Λευκωσία και άλλων 284 ως ο επισυνημμένος κατάλογος -και-
- ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ, από τη Λευκωσία
- ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία
- ΑΡΧΗΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ, από τη Λευκωσία
- ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ως εκπροσώπου της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή του Υπουργού Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, από τη Λευκωσία
- ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ (υπό την ιδιότητα της ως Ειδική Διαχειρίστρια της Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd.), από τη Λευκωσία
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD, από τη Λευκωσία 26 Αυγούστου, 2014 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες / Αιτητές: κ. Κ. Χρυσοστομίδης με κα Δ. Κωνσταντίνου, για Κ. Χρυσοστομίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε., και κ. Χρ. Μ. Τριανταφυλλίδης με κ. Στ. Χριστοδούλου. Για τις Εναγόμενες αρ. 1 και 3꞉ κ. Αλ. Ευαγγέλου με κα Ε. Στυλιανού και κα Θ. Ραφτοπούλου, για Αλέκος Ευαγγέλου & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη / Καθ' ης η αίτηση αρ. 2: κ. Π. Πολυβίου με κ. Μιχ. Κραμβή, κ. Γ. Μίτλεττον και κα Αφρ. Παρπαρίνου, για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο αρ. 4꞉ κα Θ. Μαυρομουστάκη, Ανώτερη Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Για τις Εναγόμενες / Καθ'ων η αίτηση αρ. 5 και 6: κα Ε. Μιχαήλ και κα Χρ. Πυρκότoυ, για κ.κ. Ανδρέα Νεοκλέους & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗN ΑΙΤΗΣΗ, ΗΜΕΡ. 13.8.2014, ΤΩΝ ΩΣ ΑΝΩ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ / ΑΙΤΗΤΩΝ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΣΩΡΙΝΩΝ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 2, 5 & 6 / ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ 2, 5 & 6 Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Α.
- ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
- Η υπό κρίση αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, καταχωρηθείσα την 13.8.2014 ως μονομερής αίτηση, τέθηκε ενώπιόν μου, ανεξαρτήτως της κλίμακας της αγωγής η οποία υπερβαίνει τα όρια δικαιοδοσίας Επαρχιακού Δικαστή, στη βάση της σειράς που ακολουθείται για το χειρισμό τέτοιων αιτήσεων κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
- Με την υπό κρίση αίτηση οι Ενάγοντες στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή, αιτούνται την έκδοση των ακόλουθων προσωρινών διαταγμάτων: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να απαγορεύεται η διεξαγωγή και/ή αναστέλλεται η διεξαγωγή της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ η οποία θα γίνει στις 28 Αυγούστου 2014 στις 10:00 π.μ. στα Κεντρικά Γραφεία της Τράπεζας Κύπρου για την έγκριση της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης 2 (Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ) και/ή οποιασδήποτε εξ αναβολής Συνέλευσης με την ίδια ημερήσια διάταξη μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να απαγορεύεται στην Καθ' ης η Αίτηση/Εναγόμενη 5 και/ή στην Καθ'ης η Αίτηση/Εναγόμενη 6, αλληλέγγυα και/ή στον καθένα ξεχωριστά, προσωπικά και/ή μέσω των αξιωματούχων και/ή υπαλλήλων και/ή συνεργατών και/ή αντιπροσώπων τους και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που ενεργεί εκ μέρους και/ή κατ' εντολή και/ή για λογαριασμό και/ή προς όφελος και/ή κατόπιν οδηγιών τους, να χρησιμοποιούν με οποιοδήποτε τρόπο το ποσοστό 18.056371% από το συνολικό μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και/ή οποιοδήποτε μέρος του ποσοστού αυτού, το οποίο εκδόθηκε από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και παραχωρήθηκε στην Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd σύμφωνα με το Περί της Έκδοσης Μετοχικού Κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου προς Αποζημίωση της Λαϊκής Τράπεζας Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 279/2013) και/ή να ασκούν οποιοδήποτε δικαίωμα ψήφου στην Έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ η οποία θα γίνει στις 28 Αυγούστου 2014 στις 10:00 π.μ. στα Κεντρικά Γραφεία της Τράπεζας Κύπρου για την έγκριση της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης 2 (Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ) και/ή οποιασδήποτε εξ αναβολής Συνέλευσης με την ίδια ημερήσια διάταξη μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. (Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να απαγορεύεται στην Καθ' ης η Αίτηση/Εναγομένη 2 και/ή στην Καθ' ης η Αίτηση/Εναγόμενη 5 και/ή στην Καθ'ης η Αίτηση/Εναγόμενη 6, αλληλέγγυα και/ή στην κάθε μια ξεχωριστά, προσωπικά και/ή μέσω των αξιωματούχων και/ή υπαλλήλων και/ή συνεργατών και/ή αντιπροσώπων τους και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που ενεργεί εκ μέρους και/ή κατ' εντολή και/ή για λογαριασμό και/ή προς όφελος και/ή κατόπιν οδηγιών τους, από του να μεταβιβάσει και/ή αποξενώσει και/ή εκχωρήσει και/ή επιβαρύνει και/ή πωλήσει το ποσοστό 18.056371% από το συνολικό μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, το οποίο εκδόθηκε από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και παραχωρήθηκε στην Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd, σύμφωνα με το Περί της Έκδοσης Μετοχικού Κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου προς Αποζημίωση της Λαϊκής Τράπεζας Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 279/2013) μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. (Δ) Διαζευκτικά, με την πιο πάνω θεραπεία Γ, Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να απαγορεύεται στην Καθ' ης η Αίτηση/Εναγομένη 2 και/ή στην Καθ' ης η Αίτηση/Εναγόμενη 5 και/ή στην Καθ'ης η Αίτηση/Εναγόμενη 6, αλληλέγγυα και/ή στην κάθε μια ξεχωριστά, προσωπικά και/ή μέσω των αξιωματούχων και/ή υπαλλήλων και/ή συνεργατών και/ή αντιπροσώπων τους και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που ενεργεί εκ μέρους και/ή κατ' εντολή και/ή για λογαριασμό και/ή προς όφελος και/ή κατόπιν οδηγιών τους, από του να μεταβιβάσει και/ή αποξενώσει και/ή εκχωρήσει και/ή επιβαρύνει και/ή πωλήσει 419.464.000 μετοχές από το συνολικό αριθμό των 844.014.000 μετοχών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, οι οποίες εκδόθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και παραχωρήθηκαν στη Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd, σύμφωνα με το Περί της Έκδοσης Μετοχικού Κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου προς Αποζημίωση της Λαϊκής Τράπεζας Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 279/2013) μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. (Ε) Οποιαδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία θεωρήσει το Δικαστήριο δίκαιη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις. (ΣΤ) Έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α. (Αρ. Μητρώου 10259720R).». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.)
- Στην όψη της αίτησης, τα ζητηθέντα διατάγματα έχουν ως αποδέκτες μόνο τις Εναγόμενες 2, 5 και
- Παρά το ότι η αίτηση καταχωρήθηκε ως μονομερής αίτηση, δηλαδή χωρίς να επιδοθεί στους επηρεαζόμενους αποδέκτες των αιτούμενων διαταγμάτων, εντούτοις, ο συνήγορος της Εναγομένης 2 (Τράπεζας Κύπρου), προσήλθε στο Δικαστήριο κατά την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης και ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου όπως ακουσθεί επ' αυτής. Έχοντας πάντοτε κατά νου ότι αποτελεί καθιερωμένη νομολογία πως όταν ο ενδιαφερόμενος εναγόμενος πληροφορηθεί με οποιονδήποτε τρόπο για την καταχώριση της αίτησης, αυτός έχει δικαίωμα να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και να προβάλει γενικές παραστάσεις γιατί η αίτηση να μην προχωρήσει μονομερώς, έδωσα σχετική άδεια στον εν λόγω συνήγορο. Σημειωτέον ότι η συμμετοχή του ενδιαφερόμενου μέρους προς βοήθεια του Δικαστηρίου («in order to assist the Court») σε ό,τι αφορά το περιορισμένο αυτό φάσμα, περιγράφεται από τη νομολογία ως «modem and very sensible practice» προς εξυπηρέτηση της δικαιοσύνης (βλ. Compania Portuguesa de Transportes Maritime of Lisbon v. Sponsalia Shipping Company Limited
(1987)1 C.L.R. 11).
- Ήταν εισήγηση του ιδίου συνηγόρου όπως μην εκδοθεί μονομερώς οποιοδήποτε διάταγμα και όπως αυτός λάβει αυθημερόν επίδοση της αίτησης εκ μέρους της Εναγομένης 2, με την ανάλογη δέσμευση όπως εκδικασθεί η αίτηση πριν την ημερομηνία που είναι ορισμένη η διεξαγωγή της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης (στο εξής «Ε.Γ.Σ.») των μελών της Εναγομένης
- Η εισήγηση αυτή έγινε αποδεκτή από τους συνηγόρους των Εναγόντων, γι' αυτό και έδωσα οδηγίες για επίδοση της αίτησης στην Εναγόμενη 2 αυθημερόν, για καταχώριση ένστασης μέχρι 20.8.2014 και για ακρόαση της αίτησης στις 22.8.
- Όπως φαίνεται στο πρακτικό του Δικαστηρίου, αμέσως μετά τις οδηγίες του Δικαστηρίου, ο κ. Πολυβίου αποδέχθηκε παραλαβή αντίγραφου της αίτησης και των συνημμένων της ενώπιον του Δικαστηρίου ως καλή επίδοση στην Εναγόμενη 2, με επιφύλαξη δικαιωμάτων ως προς το περιεχόμενο.
- Κατά την ίδια 1η δικάσιμο (13.8.2014), εξέτασα καθηκόντως - εφόσον αποτελεί δικαιοδοτικό όρο δυνάμει του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε - το κατά πόσον υφίσταται κατ' επείγον ζήτημα προς εξέταση, τέτοιο που να χωρεί η έκδοση των ζητηθέντων Διαταγμάτων στην απουσία των Εναγομένων αρ. 5 και 6 (βλ. απόφαση ημερ. 19.3.2014, στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 52/2010, Aspis Liberty Life Insurance Public Co. Ltd ν. Ελεονώρας, άλλως Νόρας Σιακατίδου).[1] Έχοντας, επίσης, κατά νου ότι ο όρος του κατ' επειγόντος είναι αυτοτελής όρος, ο οποίος εξετάζεται ανεξάρτητα από την εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 (βλ. την απόφαση Έλενα Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση αρ. 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013), δεν ικανοποιήθηκα ότι ικανοποιείται το κατ' επείγον του ζητήματος στην όψη των γεγονότων της ενόρκου δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Τούτο, δεδομένου του χρονικού διαστήματος που διέρρευσε από τις 30.7.2013, ημερομηνία κατά την οποία επήλθε ο επηρεασμός των δικαιωμάτων των παλαιών μετόχων δυνάμει της εφαρμογής των Νόμων και Διαταγμάτων που οι ίδιοι επικαλούνται (βλ. ειδικότερα το Διάταγμα Κ.Δ.Π. 279/13). Ωστόσο, με γνώμονα το γεγονός ότι το ζητούμενο Διάταγμα ως το αιτητικό (Β) ανωτέρω συνδέεται άρρηκτα με την ίδια τη διεξαγωγή της Ε.Γ.Σ, στην οποία αφορά το αιτητικό (Α) ανωτέρω έναντι της Εναγομένης 2, και προκειμένου να μην κατακερματισθεί η διαδικασία έναντι των εναγομένων, δεν απέρριψα την αίτηση και αντί τούτου εξέδωσα ανάλογες οδηγίες σε σχέση με τις Εναγόμενες 5 και 6 για επίδοση, καταχώριση ένστασης και ακρόαση υπό το ίδιο χρονοδιάγραμμα που καθόρισα για την Εναγομένη
- Εισήγηση του συνηγόρου της Εναγομένης αρ. 2 όπως επιδοθεί η αίτηση και στους υπολοίπους εναγομένους στην αγωγή (αρ. 1, 3 και 4), καθ' ότι τούτο θα ήταν προς όφελος της δικαιοσύνης, εισακούσθηκε από τους συνηγόρους των Εναγόντων. Έτσι, επιδόθηκε η αίτηση και, εντός του χρονοδιαγράμματος που έταξε το Δικαστήριο για τους Εναγόμενους 2, 5 και 6, καταχωρήθηκε εμφάνιση και Ειδοποίηση περί πρόθεσης Ένστασης και από τους λοιπούς Εναγομένους.
- Αποδείχθηκε κατά την ακρόαση της αίτησης, ότι, όσον αφορά τις Εναγόμενες 1 και 3 (Κεντρική Τράπεζα και Αρχή Εξυγίανσης, αντίστοιχα), ήταν όντως κατάλληλο να τους επιδοθεί η αίτηση και να λάβουν γνώση της διαδικασίας. Και τούτο διότι η Εναγομένη 6 (Λαϊκή Τράπεζα) εξακολουθεί να υπόκειται σε καθεστώς εξυγίανσης, με αποτέλεσμα να εφαρμόζεται στην περίπτωσή της το άρθρο 5
(7)του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου, Ν.17(Ι)/2013.[2] Παρά το ότι η Εναγομένη 5 είναι διορισμένη (δυνάμει του άρθρου 14 του ιδίου Νόμου και της ΑΔΠ 197/2013) Διαχειρίστρια της Εναγομένης 6, εντούτοις οι όροι εντολής της έχουν με απόφαση της Αρχής Εξυγίανσης (Εναγομένης 3) τροποποιηθεί από 6.9.2013 και έκτοτε «τα δικαιώματα ψήφου που απορρέουν από τις μετοχές της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, τις οποίες κατέχει η Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ασκούνται από την Αρχή Εξυγίανσης».[3] Συνεπώς, σε περίπτωση που εκδίδονταν τα ζητούμενα Διατάγματα ως το (Β), (Γ) και (Δ) της αίτησης, η συμμόρφωση με αυτά δεν θα εξασφαλίζετο παρά μόνο μέσω των Εναγόμενων 1 και
- Σε ό,τι αφορά τον Εναγόμενο 4, ήταν κοινή η αντίληψη κατά την ακρόαση ότι η εφαρμογή των ζητούμενων Διαταγμάτων δεν τον αφορά ούτε εμπλέκει. Γι' αυτόν τον λόγο και η συμμετοχή του στην ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε σε εκείνην του παρατηρητή.
- Τα έγγραφα των Ενστάσεων που καταχωρήθηκαν όπως και οι αγορεύσεις των συνηγόρων ενώπιον του Δικαστηρίου περιείχαν λεπτομερέστατη αποτύπωση του πραγματικού και νομικού υπόβαθρου της υπόθεσης υπό την οπτική γωνία του κάθε διάδικου. Το Δικαστήριο εκφράζει την ευαρέσκειά του για την αρτιότητα της παρουσίασης της υπόθεσης από όλους τους συνηγόρους εντός του ελάχιστου χρόνου που δόθηκε. Είναι ασφαλώς αδύνατον να ενσωματωθούν όσα λέχθηκαν σε όλη τους την έκταση στο κείμενο της παρούσας απόφασης. Εκεί και όπου έχουν επιδράσει στη διαμόρφωση της δικαστικής μου κρίσης, τούτο σημειώνεται με παραπομπή στο σχετικό σημείο της Ένστασης/ αγόρευσης. Α.
- ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ
- Επί της ουσίας της αίτησης, οι νομικές θέσεις που αναπτύχθηκαν από τους συνηγόρους περιστράφηκαν γύρω από την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου όσον αφορά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το Δικαστήριο δύναται να χορηγεί παρεμπίπτοντα απαγορευτικά διατάγματα. Τρεις είναι οι βασικές προϋποθέσεις που καθιερώνει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί με νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, την Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557: a. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Το ερώτημα τούτο απαντάται θετικά εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξής του (T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). b. Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (visible chance of success), δηλαδή πιθανότητας οι Ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία. Εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί στο στάδιο της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Luis Vuitton v Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ.
- c. Ότι, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στους Ενάγοντες σε μεταγενέστερο στάδιο. Αν οι αποζημιώσεις, με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το κοινοδίκαιο, θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο/οι εναγόμενος/οι θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλουν, το Δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του ενάγοντα.
- Επιπρόσθετα, εξετάζεται σε κάθε περίπτωση από το Δικαστήριο κατά πόσον, υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης υπόθεσης, είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί το διάταγμα (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση, ημερ. 13.6.2013, στην Πολιτική Έφεση αρ. 145/2011, Hellenic Bank Public Company Limited v Alpha Panareti Public Limited).
- Ειδικά εκεί όπου το δικαστήριο βρίσκεται σε αμφιβολία ως προς την επάρκεια των αντίστοιχων θεραπειών σε αποζημιώσεις που προσφέρονται είτε στον ενάγοντα είτε στον εναγόμενο είτε και στους δύο εγείρεται το θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας (American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd [1975] A.C. 396) ή, καλύτερα διατυπωμένου, του ισοζυγίου της δικαιοσύνης (Francome -ν- Mirron Group Newspapers Ltd
(1984)1 WLR 892). Σ' αυτό το στάδιο- a. το δικαστήριο δικαιούται να εξετάσει κατά πόσο υπάρχει ουσιαστική ανισότητα επί της ουσίας της υπόθεσης και ποιός από τους διαδίκους έχει περισσότερη πιθανότητα επιτυχίας͘ b. το δικαστήριο δικαιούται επίσης να εξετάσει την ικανότητα πληρωμής αποζημιώσεων των διαδίκων (βλ. Copinger and Skone James on Copyright, 12th ed., παρα. 627). Το δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν είναι σε οικονομική θέση να αντιμετωπίσει αξίωση για σημαντικές αποζημιώσεις εναντίον του και ότι ο ενάγων είναι πιθανόν να υποστεί ζημιές πέραν από εκείνες που μπορεί ο εναγόμενος να του καταβάλει. Από την άλλη το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη την ικανότητα ή άλλως πως του ενάγοντα να αποζημιώσει τον εναγόμενο με την ανάληψη υποχρέωσης για πληρωμή αποζημιώσεων. Το δικαστήριο θα είναι προσεκτικό να εξετάσει αυτά τα ζητήματα όταν οι διάδικοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. c. το δικαστήριο θα λάβει τέτοια μέτρα τα οποία σκοπό έχουν τη διατήρηση του status quo ante bellum, δηλαδή της κατάστασης πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν την πράξη που αποτελεί το casus belli, δηλαδή της επίδικης παραβίασης δικαιωμάτων (βλ. Bacardi & Co. Ltd v Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788)͘[4]͘ d. το δικαστήριο θα σταθμίσει τον κίνδυνο αδικίας του εναγομένου που δημιουργείται από οποιαδήποτε μη αναγκαία καθυστέρηση από μέρους του ενάγοντα στην επιδίωξη ενδιάμεσης θεραπείας (βλ. την Bacardi, ανωτέρω). Έτσι, ενώ η τάση της νομολογίας είναι να μην απορρίπτεται αξίωση για διάταγμα κατά την ακρόαση της αγωγής απλώς και μόνο λόγω της καθυστέρησης στην καταχώριση της αγωγής τηρουμένων των προνοιών του περί Παραγραφής νόμου, εντούτοις η ανεξήγητη καθυστέρηση από τους ενάγοντες στην επιδίωξη ενδιάμεσης θεραπείας (απαγορευτικού διατάγματος) είναι γενικώς μοιραία (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026).
- Κατά την εφαμογή των προϋποθέσων του άρθρου 32, άντλησα καθοδήγηση όχι μόνον από τη σχετική Κυπριακή Νομοθεσία (πρωτογενή και δευτερογενή) αλλά και από την πρόσφατα θεσπισθείσα σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης νομοθεσία που ρυθμίζει το πεδίο της εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων και καθορίζει το επίπεδο προστασίας των θιγόμενων μερών. Αναφέρομαι στην Οδηγία 2014/59/ΕΕ.[5] Η Οδηγία αυτή δημοσιεύτηκε στις 12/6/2014 στην Επίσημη Εφημερίδα της Ε.Ε. και τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ενσωματώσουν τις διατάξεις της στις εθνικές τους νομοθεσίες το αργότερο μέχρι την 31/12/
- Διευκρινίζω ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 288 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην άρθρο 249 της ΣΕΚ), «η Οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.». Παρά το ότι το δικαίωμα των πολιτών κράτους μέλους να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τις διατάξεις μιας Οδηγίας προς υποστήριξη των δικαιωμάτων τους έναντι του Κράτους (της Διοίκησης)[6] αρχίζει να υφίσταται από τη λήξη της προθεσμίας που τάσσει η ίδια η Οδηγία για την ενσωμάτωσή της στην έννομη τάξη του κράτους μέλους, εντούτοις, επισημαίνω ότι, ακόμη και στο διάστημα μεταξύ της έναρξης της ισχύος της Οδηγίας (δηλ. κατά κανόνα της ημερομηνίας δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκτός αν άλλως ορίζεται στην Οδηγία) και μέχρι την ημερομηνία λήξης της προαναφερθείσας προθεσμίας, τα Κράτη Μέλη υπέχουν υποχρέωση, σύμφωνα με το Άρθρο 4, παράγραφος 3, δεύτερη υποπαράγραφος της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την εκεί προδιαγραφόμενη «αρχή της καλόπιστης συνεργασίας», «να διευκολύνουν την Ένωση στην εκπλήρωση της αποστολής της και να απέχουν από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου ικανού να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των στόχων της Ένωσης». Τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα (εν προκειμένω το παρόν Δικαστήριο) υπέχουν ευθύνη τήρησης της αρχής αυτής.[7] Α.
- ΣΥΝΟΨΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
- Η εκτίμηση στην οποία κατέληξα επί των διαφόρων ζητημάτων συνοψίζεται ως ακολούθως꞉ a. Εξέτασα πρώτον τον λόγο ένστασης περί κατάχρησης της διαδικασίας. Δεν εντοπίζω να υφίσταται ζήτημα κατάχρησης διαδικασίας ως εκ της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης παράλληλα με την εκκρεμούσα προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο ορισμένων εκ των Εναγόντων, καθότι δεν εκκρεμεί στο πλαίσιο της εν λόγω προσφυγής αίτηση για ανασταλτικά μέτρα. Τυχόν κατάχρηση σε ότι αφορά την καταχώριση της ίδιας της αγωγής παράλληλα με την προσφυγή είναι κατάλληλο να αποφασιστεί στο στάδιο ακρόασης της αγωγής. b. Διαπιστώνω ότι υπήρξε μακρά καθυστέρηση στην προώθηση από μέρους των Εναγόντων της υπό κρίση αίτησης για ενδιάμεση θεραπεία σε σχέση με πράξεις ή παραλείψεις που ως ισχυρίζονται τους ζήμιωσαν και οι οποίες ανάγονται χρονικά κατά ή περί τις 30.7.2013 (σε ό,τι αφορά τον καθορισμό της συμμετοχής της Λαϊκής Τράπεζας στη μετοχική δομή της Τράπεζας Κύπρου - βλ. ΚΔΠ 279/2013) ή το αργότερο κατά τη δημοσίευση των οικονομικών καταστάσεων της Τράπεζας Κύπρου για το 2013 (σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό περί διαγραφής περιουσιακών στοιχείων από τον ισολογισμό της Τράπεζας κατά παράβαση των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων). Αυτή η καθυστέρηση δεν έχει δικαιολογηθεί από τους Ενάγοντες. Απομειώνεται η δυνατότητα να διατηρηθεί το status quo ante σε περίπτωση έκδοσης των απαγορευτικών διαταγμάτων. Δημιουργείται ορατός κίνδυνος αδικίας για τους Εναγόμενους σε περίπτωση έκδοσης των διαταγμάτων στο παρόν στάδιο λόγω μεταβολής της θέσης τους στο μεσοδιάστημα ή/και λόγω ανάληψης υποχρεώσεων έναντι τρίτων προσώπων. Υφίσταται επιπλέον κίνδυνος για το δημόσιο συμφέρον. Το ισοζύγιο της δικαιοσύνης γέρνει υπέρ των Εναγομένων. Τούτο από μόνο του δείχνει ότι δεν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθούν τα ζητούμενα απαγορευτικά διατάγματα, ακόμη και αν ικανοποιούνται οι τρεις προύποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
- Η αίτηση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. c. Εξέτασα, εν πάση περιπτώσει, για χάριν πληρότητας, και τις τρεις προϋποθέσεις του άρθρου
- d. Σε ό,τι αφορά την 1η προϋπόθεση, δηλαδή αν το δικόγραφο της αίτησης και της Ε/Δ που το συνοδεύει αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής, έχω καταλήξει ότι δεν υφίσταται καλή βάση αγωγής έναντι των Εναγομένων. i. Δεν εναποτίθεται κανένα καθήκον από τον περί Εξυγίανσης Νόμο στους ώμους των Εναγομένων 2, 5 και 6 σε ό,τι αφορά την αποτίμηση που γίνεται στο πλαίσιο έκδοσης του Διατάγματος για το μέτρο εξυγίανσης. Η αποτίμηση στο πλαίσιο έκδοσης της ΚΔΠ279/2013 για την αξία του ανταλλάγματος για την πώληση περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας προς την Τράπεζα Κύπρου είναι παραδεκτό ότι έγινε από την Αρχή Εξυγίανσης. Συνεπώς δεν μπορεί να αναζητείται βάσιμα από τους Εναγόμενους 2, 5 και 6 αστική ευθύνη για παράβαση καθήκοντος. ii. Η ΚΔΠ 279/2013 φέρει το τεκμήριο της νομιμότητας έως ότου κριθεί από αρμόδιο Δικαστήριο παράνομη και άκυρη. Ο Νόμος περί Εξυγίανσης δυνάμει του οποίου εκδόθηκε η εν λόγω ΚΔΠ φέρει το τεκμήριο της συνταγματικότητας. Συνεπώς δεν έχει γεννηθεί ακόμη καθήκον για διόρθωση οποιασδήποτε παράνομης πράξης όπως επικαλούνται οι Ενάγοντες[8] και δεν μπορεί βάσιμα να αναζητηθεί μέχρι στιγμής αστική ευθύνη για παράβαση τέτοιου καθήκοντος ως ισχυρίζονται είτε από τους Εναγόμενους 1 και 3, είτε από τις Εναγόμενες 2, 5 και
- iii. Ο περί Εξυγίανσης Νόμος περιέχει, εν πάση περιπτώσει, ρήτρα περιορισμού της ευθύνης. Μόνο για πράξη που δεν τελέστηκε καλή τη πίστει ή για βαριά αμέλεια ή για δόλια πράξη στο πλαίσιο εφαρμογής του περί Εξυγίανσης Νόμου μπορεί να αναζητηθεί ευθύνη από τους Εναγόμενους 1, 3, 5 (ως επίσης και από τον Εναγόμενο 4). Δεν εγείρεται ισχυρισμός για κάτι τέτοιο από τους Ενάγοντες στην οπισθογράφιση της αγωγής ή στην όψη της Ε/Δ του κ. Νίκολσον. iv. Η μόνη ζημιά που αναγνωρίζει ο περί Εξυγίανσης Νόμος ότι δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα είναι η ζημιά που υπέστησαν τα θιγόμενα μέρη (εν προκειμένω οι μέτοχοι) στο βαθμό που αυτή υπερβαίνει τη ζημιά που θα είχαν αν το πιστωτικό ίδρυμα προχωρούσε σε διαδικασία εκκαθάρισης αντί να τεθεί σε διαδιασία εξυγίανσης. Αυτό υποστηρίζεται και από το Ευρωπαϊκό δίκαιο. Δεν αξιώνουν σε αυτή τη βάση θεραπεία οι Ενάγοντες στην παρούσα αγωγή. v. Δεν υφίσταται καλή βάση αγωγής ως εκ των ισχυριζόμενων παραβιάσεων των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου κατά την έκδοση της ΚΔΠ 279/2013 και την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης. Ο περί Εξυγίανσης Νόμος περιέχει διατάξεις που ρητά υπερέχουν των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου ενόσω το πιστωτικό ίδρυμα τελεί υπό το καθεστώς εξυγίανσης. Το ίδρυμα επιστρέφει στην «εταιρική δημοκρατία» (corporate democracy) μόνο αφ' ης στιγμή εξέλθει του εν λόγω καθεστώτος. Η παράκαμψη των κανόνων του δικαίου των Εταιρειών γίνεται ανεκτή και από το Ευρωπαϊκό δίκαιο, εφόσον συντρέχουν συνθήκες για επείγουσα λήψη δράσης εξυγίανσης. vi. Η βάση αγωγής που επικαλέστηκαν κατά την ακρόαση έναντι των Εναγομένων 5 και 6 αφορούσε στα άρθρα 70 (αδικαιολόγητο πλουτισμό) και 72 (λήψη πράγματος κατόπιν εξαναγκασμού) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Δεν δικογραφήθηκε αυτή η νομική βάση στην αίτηση. Υπάρχει νομολογιακά η ευχέρεια να αναφερθεί κατά την αγόρευση του συνηγόρου. Είναι αμφίβολο αν υφίσταται μία εκ των προϋποθέσεων για έγερση τέτοιας βάσης αγωγής. vii. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν πιθανολογηθεί η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος στη βάση του άρθρου 70 του Κεφ. 149, δεν υφίσταται ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Στην όψη της Ε/Δ του κ. Νίκολσον δεν υφίσταται μαρτυρία εμπειρογνώμονα η οποία να υποστηρίζει τη θέση των Εναγόντων περί εσφαλμένης αποτίμησης ή υπερβολικού ανταλλάγματος ώστε αχρεωστήτως να καταβλήθηκε και η οποία να μπορεί να αντιταχθεί στην έκθεση αποτίμησης επί της οποίας στηρίχθηκε η ΚΔΠ 279/2013, για να διαφανεί η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Το βάρος απόδειξης είναι στους Ενάγοντες. viii. Για τον ίδιο λόγο δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υφίσταται ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής έναντι της Εναγομένης 2 αναφορικά με την ισχυριζόμενη εσφαλμένη διαγραφή περιουσιακών της στοιχείων από τον ισολογισμό της. Στην όψη της Ε/Δ του κ. Νίκολσον δεν υφίσταται μαρτυρία εμπειρογνώμονα η οποία να υποστηρίζει τη θέση των Εναγόντων περί εσφαλμένης εφαρμογής των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων η οποία να μπορεί να αντιταχεί στη μαρτυρία των Εναγομένων ότι οι οικονομικές καταστάσεις έτυχαν ελέγχου (audit control) από εγκεκριμένους λογιστές στη βάση των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων, για να διαφανεί η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. ix. Δεν είναι αναγκαία η εξέταση της 3ης προϋπόθεσης, δεδομένης της κατάληξης μου σε σχέση με τις πρώτες δύο. Εν πάση περιπτώσει, σε ό,τι αφορά την 3η προϋπόθεση, αν δηλαδή δεν θα είναι δυνατόν να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μετέπειτα στάδιο, κρίνω ότι εφόσον δεν επιζητήθηκε έγκαιρα ο δικαστικός έλεγχος της ΚΔΠ 279/2013 ή/και η αναστολή της εφαρμογής της και κατέληξαν να έχουν από καιρό συντελεσθεί οι αλλαγές στη μετοχική δομή της Τράπεζας Κύπρου, οι Ενάγοντες δεν μπορούν να αποβλέπουν πλέον σε οποιαδήποτε άλλη αποκατάσταση παρά μόνον στην εξασφάλιση αποζημιώσεων. Δεν είναι αδύνατον να υπολογισθεί χρηματικά η όποια ζημιά. Οι ίδιοι οι Ενάγοντες έχουν υπολογίσει ποια ήταν σε χρήμα η κατ' ισχυρισμόν, απορρέουσα από την εσφαλμένη αποτίμηση ή τον εσφαλμένο λογιστικό χειρισμό, ζημιά στην περιουσία ή/και στη μετοχική σύνθεση της Εναγομένης 2, μέσω της οποίας προέρχεται ο δικός τους επηρεασμός. x. Εφόσον οι αποζημιώσεις θ' αποτελούν επαρκή θεραπεία υπό τις περιστάσεις δεν τίθεται κανονικά ζήτημα εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας. Αλλά και αν ακόμη το Δικαστήριο χρειασθεί να υπεισέλθει σε αυτό, τότε λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην προώθηση της υπό κρίση αίτησης, όπως προανέφερα δημιουργείται κίνδυνος αδικίας για τους Εναγόμενους, ο οποίος γέρνει την πλάστιγγα υπέρ τους. Σημειωτέον ότι ουδείς εκ των Εναγομένων έχει χαρακτηρισθεί από τους Ενάγοντες ως αφερέγγυος να καταβάλει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις, ούτε έχει δοθεί τέτοια μαρτυρία. Δεν επαρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί σε σχέση με την αδυναμία να ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση. Β. Η ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Β.
- ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ
- Η αίτηση βασίζεται - · στα άρθρα 2, 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 (όπως αυτός τροποποιήθηκε), · στα άρθρα 29, 30, 31, 32 και 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, · στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Άρθρα ΙΑ, 23, 24, 25, 28, 33 και 35, · στον περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό Δ.39, Δ.48 θ.θ. 2 και 8, · στον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 (Ν. 17
(1)/2013), · στους περί Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμούς του 2013, Κ.Δ.Π. 92/2013, 94/2013, 97/2013, 103/2013, 104/2013, 132/2013, 275/2013, 278/2013, 133/2013, 276/2013 και 279/2013, · στον περί Σύστασης και Λειτουργίας του Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 (Ν. 16
(1)/2013), · στον περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου του 2002 (Ν. 138(Ι)/2002), · στον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο του 1997 (Ν. 66
(1)/1997), · στον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, και συγκεκριμένα αλλά χωρίς περιορισμό στα άρθρα 64-69, 105, 125, 126, 126Α, 127, 129, 130, 152 και 202 · και/ή στο Άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης περί Προασπίσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία κυρώθηκε με τον Περί Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικό) Νόμο του 1962 (Ν. 39/1962)και η οποία, δυνάμει του Άρθρου 169 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι της ημεδαπής νομοθεσίας, · στα άρθρα 15, 16, 17 και 20 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, · καθώς και στο άρθρο 63 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και/ή του Ευρωπαϊκού Δικαίου εν γένει και/ή του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου το οποίο δυνάμει του άρθρου ΙΑ του Συντάγματος έχει αυξημένη τυπική ισχύ · και/ή στο Δίκαιο της Επιείκειας και/ή σε οποιαδήποτε σχετική καθοδηγητική Νομολογία και/ή στη διακριτική ευχέρεια και/ή τις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Β.
- ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΕΠΙ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ Η ΑΙΤΗΣΗ
- Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη σε αυτήν ένορκη δήλωση (στο εξής «η Ε/Δ») του κ. Στέλιου Νίκολσον, από τη Λευκωσία, ημερ. 13.8.
- Η ιδιότητα υπό την οποία προβαίνει στην Ε/Δ αυτή ο κ. Νίκολσον και το υπόβαθρο της από μέρους του γνώσης των πραγματικών γεγονότων καθώς και των νομικών θεμάτων της υπόθεσης επεξηγούνται στις παραγράφους 1 έως 6 της Ε/Δ και είμαι ικανοποιημένη ότι πληρούται η Δ.39, θ.
- Σημειώνω ότι ο κ. Νίκολσον είναι ένας εκ των Εναγόντον στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Όπως ο ίδιος δηλώνει, είναι «παλαιός μέτοχος» της Τράπεζας Κύπρου και Γραμματέας του "Συνδέσμου Παλαιών Μετόχων Τράπεζας Κύπρου".
- Οι παλαιοί μέτοχοι της Τράπεζας Κύπρου, σύμφωνα με τη δήλωση του κ. Νίκολσον, είναι περίπου 88.000 άτομα και σκοπός του Συνδέσμου, μεταξύ άλλων, είναι η εκπροσώπηση αυτών των ατόμων στην προσπάθεια τους να διεκδικήσουν τα δικαιώματα χους. Ο Σύνδεσμος σήμερα και επί του παρόντος αριθμεί περίπου 800 άτομα (φυσικά και νομικά).
- Ο όρος «παλαιοί μέτοχοι» χρησιμοποιείται, όπως εξηγεί ο κ. Νίκολσον, με αναφορά στους μετόχους, των οποίων οι μετοχές απομειώθηκαν κατά 99% μετά την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης όπως διαλαμβάνονται στα διατάγματα Κ.Δ.Π. 103/2013 και Κ.Δ.Π.278/
- Όλοι οι άλλοι Ενάγοντες στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή είναι επίσης παλαιοί μέτοχοι της Τράπεζας Κύπρου. Ο αριθμός μετοχών που κατείχε ο κάθε Ενάγοντας πριν και μετά την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης αναγράφεται στον επισυνημμένο στην υπό κρίση αίτηση, κατάλογο Εναγόντων, δίπλα από το όνομα του κάθε Ενάγοντα.
- Ο κ. Νίκολσον είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από όλους τους Ενάγοντες να προβεί στην Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση. Όλοι οι Ενάγοντες γνωρίζουν το περιεχόμενο της και συμφωνούν με αυτό.
- Ο κ. Νίκολσον έχει προσωπική γνώση των γεγονότων, τα οποία εκτίθενται στην Ένορκη Δήλωση, λόγω προσωπικής ανάμειξης στα όσα αναφέρει, καθώς και από πληροφορίες τις οποίες έχει συγκεντρώσει και από έγγραφα τα οποία αυτός μελέτησε και όσα του έχουν δοθεί από τους Ενάγοντες. Για τα νομικά θέματα στα οποία αναφέρεται, έχει λάβει και νομική συμβουλή από τους δικηγόρους - νομικούς συμβούλους των Εναγόντων Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σια ΔΕΠΕ και κ. Χρ. Μ. Τριανταφυλλίδη.
- Τα γεγονότα που εκθέτει ο κ. Νίκολσον διακρίνω ότι αφορούν σε τρεις χρονικές περιόδους꞉ (α) Τα γεγονότα από τη Σύνοδο του Eurogroup, ημερ. 15.3.2013 αναφορικά με την οικονομία της Κύπρου μέχρι την έξοδο της Εναγομένης αρ. 2 από το καθεστώς εξυγίανσης την 30.7.
- (βλ. παρα. 10 έως 31 της Ε/Δ του κ. Νίκολσον) (β) Τα γεγονότα κατά ή περί την 8.8.2013 που αφορούν στην Ανακοίνωση που εξέδωσε η Εναγομένη αρ. 2 προς τους παλαιούς μετόχους της αναφορικά με τις αλλαγές που επήλθαν στους τίτλους ιδιοκτησίας τους. (βλ. παρα. 32 και 33 της Ε/Δ του κ. Νίκολσον) (γ) Τα γεγονότα που αφορούν στην επικείμενη Έκτακτη Γενική Συνέλευση των μελών της Εναγομένης 2, ημερ. 28.8.
- Ανακοίνωση ημερ. 30.7.
- (βλ. παρα. 63 έως 67 της Ε/Δ του κ. Νίκολσον)
- Η παράθεση των γεγονότων από μέρους του κ. Νίκολσον σε ό,τι αφορά την περίοδο (α) ανωτέρω δεν έγινε πλήρως αποδεκτή από τους συνηγόρους των Εναγομένων. Ωστόσο, τούτο δεν απασχολεί ιδιαίτερα το Δικαστήριο στην υπό κρίση αίτηση καθ' ότι τα γεγονότα εκείνης της περιόδου, είναι παραδεκτά από όλους τους συνηγόρους όπως έχουν, στη μεγαλύτερη τους έκταση, σκιαγραφηθεί στην κατά πλειοψηφία απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 7.6.2013, στην υπόθεση 551/2013 Μυρτώ Χριστοδούλου ν Κεντρική Τράπεζα κ.α., η οποία είναι δημοσιευμένη (προσφυγή κουρεμένων καταθετών).
- Ό,τι ενδιαφέρει στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης είναι ότι- · Στις 22.3.2013 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 (Ν.17(Ι)/2013)(στο εξής «ο περί Εξυγίανσης Νόμος»). · Δυνάμει του περί Εξυγίανσης Νόμου, εκδόθηκε αριθμός Διαταγμάτων (Κανονιστικών Διοικητικών Πράξεων). Από τις διατάξεις ορισμένων εξ αυτών οι Ενάγοντες θεωρούν ότι θίγονται τα συμφέροντά τους και ειδικότερα η αξία της περιουσίας τους (δηλ. των μετοχών τους). · Ειδικότερα, οι Ενάγοντες εστιάζουν το παράπονό τους στις πρόνοιες και την εφαρμογή - o Του περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα του 2013, Κ.Δ.Π. 103/2013 (ημερομηνία δημοσίευσης και έναρξης ισχύος: 29.3.2013), όπως τούτο τελευταία τροποποιήθηκε με την Κ.Δ.Π. 278/2013 (ημερομηνία δημοσίευσης και έναρξης ισχύος: 30.7.2013). o Του περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public. Co. Ltd Διάταγμα του 2013, Κ.Δ.Π. 104/2013 (ημερομηνία δημοσίευσης και έναρξης ισχύος: 29.3.2013), όπως τούτο τελευταία τροποποιήθηκε με την Κ.Δ.Π. 276/2013 (ημερομηνία δημοσίευσης και έναρξης ισχύος: 30.7.2013). o Του περί της Έκδοσης Μετοχικού Κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου προς Αποζημίωση της Λαϊκής Τράπεζας Διάταγμα του 2013, Κ.Δ.Π. 279/2013 (ημερομηνία δημοσίευσης και έναρξης ισχύος: 30.7.2013). · Οι μεταβολές που επήλθαν δυνάμει της Κ.Δ.Π.103/2013 όπως τροποποιήθηκε με την Κ.Δ.Π. 278/2013 και στις οποίες αναφέρθηκε ο κ. Νίκολσον είναι οι εξής꞉ o Σύμφωνα με τον Κανονισμό 5 της ΚΔΠ 103/2013, όλα τα δικαιώματα των μετόχων σε σχέση με τις Συνήθεις Μετοχές αναστέλλονταν μέχρι την ημέρα επαναμετατροπής των Μετοχών της Τάξης Δ' κατά την έννοια του Μέρους 4 του Παραρτήματος Γ της ΚΔΠ. o Σε μετοχές Τάξης Β' μετατράπηκαν οι χρεωστικοί τίτλοι έκδοσης της Τράπεζας Κύπρου και τα δικαιώματα απόκτησης χρεωστικών τίτλων της Τράπεζας Κύπρου. o Σε μετοχές Τάξης Γ' μετατράπηκαν τα αξιόγραφα μετατρέψιμα σε μετοχές έκδοσης της Τράπεζας Κύπρου και τα δικαιώματα απόκτησης αξιόγραφων μετατρέψιμων σε μετοχές έκδοσης της Τράπεζας Κύπρου. o Σε μετοχές Τάξης Δ' μετατράπηκαν τα χρέη και οι απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης της Τράπεζας Κύπρου (δευτεροβάθμιο κεφάλαιο). o Σύμφωνα με τον Κανονισμό 6 της Κ.Δ.Π. 103/2013, οποιαδήποτε κατάθεση υπερέβαινε το ποσό των Ευρώ 100.000,00 στις 22:00 στις 26.3.2013, θα υπόκειτο, για το ποσό πέραν των Ευρώ 100.000,00 (μειωμένου κατά το συνολικό ποσό των δανειακών απαιτήσεων τις οποίες η Τράπεζα Κύπρου είχε κατά του εν λόγω προσώπου κατά τον πιο πάνω χρόνο), αναγκαστικά στα ακόλουθα: (α) «37,5% του υπερβάλλοντος ποσού μετατρέπετο, τηρούμενης της παραγράφου
(5), σε συνήθεις Μετοχές Τάξης Α ' με τιμή μετατροπής ένα
(1)ευρώ ονομαστικής αξίας Μετοχών Τάξης Λ' για κάθε ένα
(1)ευρώ του μετατρεπόμενου υπερβάλλοντος ποσού («Ποσό Αρχικής Συνεισφοράς Καταθέσεων»), (β) το υπόλοιπο 22,5% του υπερβάλλοντος ποσού μηδενίζετο και αντικαθίστατο από τίτλο διεπόμενο από τους όρους του Παραρτήματος Α, και...», κλπ. o Τον Ιούλιο 2013, το ποσοστό μείωσης των ανασφάλιστων καταθέσεων έκλεισε» στο 47,5% με τη μετατροπή του σε μετοχές, μία μετοχή ανά Ευρώ καταθέσεων. o Με την τροποποίηση της Κ.Δ.Π.103 από την Κ.Δ.Π.278/2013, προβλέπετο στον Κανονισμό 5 η μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 ως ακολούθως: «(α) Με τη μείωση της ονομαστικής αξίας όλων των Συνήθων Μετοχών από ένα
(1)ευρώ εκάστη σε ένα
(1)σεντ του ευρώ εκάστη (β) με τη μείωση της ονομαστικής αξίας όλων των Μετοχών Τάξης Β' από ένα
(1)ευρώ εκάστη σε τρία
(3)σεντ του ευρώ εκάστη (γ) με τη μείωση της ονομαστικής αξίας όλων των Μετοχών Τάξης Γ' από ένα
(1)ευρώ εκάστη δε δύο
(2)σεντ του ευρώ εκάστη (δ) με τη μείωση της ονομαστικής αξίας όλων των Μετοχών Τάξης Δ ' από ένα
(1)ευρώ εκάστη σε ένα
(1)σεντ του ευρώ εκάστη.» o Περαιτέρω, σύμφωνα με τον κανονισμό 6, όπως τροποποιήθηκε με την Κ.Δ.Π. 278/2013 προβλεπόταν ότι: «(α) κάθε μία
(1)Μετοχή Τάξης Α Όνομαστικής αξίας ένα
(1)ευρώ εκάστη, υποδιαιρείται σε εκατό
(100)Μετοχές Τάξης Α ' ονομαστικής αξίας ένα
(1)σεντ του ευρώ εκάστη (β) κάθε μία
(1)Μετοχή Τάξης Β "ονομαστικής αξίας τρία
(3)σεντ του ευρώ εκάστη, υποδιαιρείται σε τρεις
(3)Μετοχές Τάξης Β' ονομαστικής αξίας ένα
(1)σεντ του ευρώ εκάστη (γ) κάθε μία
(1)Μετοχή Τάξης Γ "ονομαστικής αξίας δύο
(2)σεντ του ευρώ εκάστη, υποδιαιρείται σε δύο
(2)Μετοχές Τάξης Γ' ονομαστικής αξίας ένα
(1)σεντ του ευρώ εκάστη» o Με τον κανονισμό 7, κάθε μετοχή αξίας ένα
(1)σεντ του ευρώ (Τάξης Α', Β', Γ' και Δ') μετατρέπεται σε μια συνήθη μετοχή ονομαστικής αξίας ένα
(1)σεντ του ευρώ εκάστη. Τέλος, σύμφωνα με τον κανονισμό 8, κάθε 100 Μετοχές ονομαστικής αξίας ένα
(1)σεντ του ευρώ εκάστη που θα είναι εγγεγραμμένες στον ίδιο μέτοχο ενοποιούνται και/ή μετατρέπονται σε μία
(1)Μετοχή ονομαστικής αξίας
(1)ευρώ εκάστη. o Επομένως, ο διαχωρισμός των μετοχών σε Τάξεις με την ΚΔΠ103/2013 (όπως περιγράφεται πιο πάνω στην παράγραφο 18), με την ΚΔΠ278/2013 καταργήθηκε. · Η αναφορά του κ. Νίκολσον στην Κ.Δ.Π.104/2013 αφορά στα εξής꞉ Δυνάμει της Κ.Δ.Π. 104/2013, η οποία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 29.3.2013, μεταβιβάσθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου όλα τα στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας και δικαιώματα (εκτός από τα προβλεπόμενα στο Παράρτημα I της εν λόγω Κ.Δ.Π.). Περαιτέρω, στην Τράπεζα Κύπρου, δυνάμει του κανονισμού 5
(2)της Κ.Δ.Π. 104/2013 μεταβιβάσθηκαν και οι ακόλουθες υποχρεώσεις της Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd.: (α) το δάνειο που έλαβε η Λαϊκή Τράπεζα μέσω του μηχανισμού παροχής έκτακτης ρευστότητας (ELA), (β) οι υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας έναντι οποιουδήποτε προσώπου, το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 8 των Περί της Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών 2013 (εξαιρουμένης οποιασδήποτε κατάθεσης σε υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας στο Ηνωμένο Βασίλειο) εκτός στο βαθμό που η εν λόγω υποχρέωση υπερβαίνει το ποσό των εκατόν χιλιάδων (100.000) ευρώ για καταθέσεις. (γ) άλλες υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας όπως περιγράφονται στο Παράρτημα II. · Η αναφορά του κ. Νίκολσον στην Κ.Δ.Π. 279/2013 αφορά στα εξής꞉ Δυνάμει της Κ.Δ.Π 279/2013, η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 30/7/2013, η Τράπεζα Κύπρου υποχρεώθηκε να εκδώσει και να παραχωρήσει στη Λαϊκή Τράπεζα τόσες Μετοχές Τάξης Α' ονομαστικής αξίας ένα
(1)ευρώ έκαστη, έτσι ώστε η Λαϊκή Τράπεζα στις 17:15 την 30η Ιουλίου να κατέχει 18,056371% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου σύμφωνα με την παράγραφο 6
(2)των περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διαταγμάτων του 2013 (Κ.Δ.Π. 104/2013), προς δίκαιη αποζημίωση της Λαϊκής Τράπεζας, χωρίς δικαίωμα άλλης αποζημίωσης.
- Όπως δηλώνει ο κ. Νίκολσον και όπως έγινε αποδεκτό κατά την ακρόαση της δίκης, όλες οι μεταβολές στη μετοχική δομή της Τράπεζας Κύπρου βάσει του περί Εξυγίανσης Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Διαταγμάτων συντελέστηκαν το αργότερο την 30.7.
- Κατά την ίδια ημερομηνία, η Τράπεζα Κύπρου εξήλθε από το καθεστώς εξυγίανσης, γεγονός το οποίο ανακοινώθηκε με κοινή ανακοίνωση της Εναγομένης 3 και του Υπουργείου Οικονομικών. Β.3 ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ / ΑΙΤΗΤΩΝ
- Αφετηρία της ανάλυσης των Εναγόντων είναι ότι κατά την ημερομηνία θέσπισης του περί Εξυγίανσης Νόμου (22.03.2013) η Τράπεζα Κύπρου ήταν φερέγγυα, είχε ίδια κεφάλαια και χρηματιστηριακή αξία. Σχετική η παρα. 12 της Ε/Δ του κ. Νίκολσον).
- Σημειωτέον ότι οι Εναγόμενες 1 και 3 έχουν δώσει τα δικά τους στοιχεία για την πραγματική εικόνα της εν λόγω Τράπεζας στις παρα. 9 έως 9.11 της Ε/Δ του Διευθυντή του Τμήματος Εποπτείας & Ρυθμίσεως Τραπεζικών Ιδρυμάτων και Υπηρεσίας Αδειοδότησης στην Κεντρική Τράπεζα, κου Γιάγκου Δημητρίου, ημερ. 20.8.
- Αναφέρεται, ειδικότερα στην παρα. 9.10, ότι τα αποτελέσματα του διαγνωστικού ελέγχου που διενήργησε ο οίκος PIMCO κατά ή περί την 1.2.2013 έδειξαν ότι τα περιουσιακά στοιχεία της Τράπεζας Κύπρου υπολείπονταν σημαντικά των υποχρεώσεών της. Αναφέρεται περαιτέρω, στην παρα. 9.11, ότι η ρευστότητα της Τράπεζας Κύπρου επιδεινώθηκε σημαντικά κατά τους πρώτους τρεις μήνες του 2013 λόγω αυξημένων εκροών καταθέσεων, με αποτέλεσμα το Φεβρουάριο του 2013 η Τράπεζα Κύπρου να αιτείται την παροχή έκτακτης ρευστότητας (Emergency Liquidity Assistance - ELA) από την Κεντρική Τράπεζα, δίδοντας εξασφαλίσεις επί των περιουσιακών της στοιχείων.[9]
- Παρόμοια περιγραφή δίδει και ο Εναγόμενος 4 στην παρα. 17 της Ε/Δ, ημερ. 20.8.2014, του κ. Ανδρέα Χαραλάμπους, Οικονομικού Διευθυντή στη Διεύθυνση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας του Υπουργείου Οικονομικών, η οποία συνοδεύει την Ένσταση του Εναγομένου
- Προβάλλεται ο ισχυρισμός γεγονότος ότι στην περίπτωση που ενεργοποιείτο το Σχέδιο Προστασίας Καταθέσεων σύμφωνα με τον σχετικό Περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, θα έπρεπε να αποζημιωθούν άμεσα όλες οι καλυπτόμενες καταθέσεις μέχρι του ποσού των € 100.000, με το συνολικό κόστος για την Τράπεζα Κύπρου να ανέρχεται σε €12,2 δις περίπου, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία με ημερομηνία αναφοράς 31 Δεκεμβρίου
- Το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων δεν διέθετε τα κεφάλαια για να καλύψει τους ασφαλισμένους καταθέτες της Τράπεζας Κύπρου και/ή της Λαϊκής Τράπεζας. Παράλληλα, η οφειλή έκαστης τράπεζας σε σχέση με την έκτακτη ρευστότητα [ELA] που της είχε μέχρι τότε παρασχεθεί, θα καθίστατο απευθείας ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και η Κεντρική Τράπεζα για σκοπούς είσπραξης του ποσού θα αξιοποιούσε τα περιουσιακά στοιχεία έκαστης τράπεζας που είχαν παραχωρηθεί ως εξασφάλιση. Ως εκ τούτου, τα περιουσιακά στοιχεία αυτά δεν θα ήταν στη διάθεση του εκκαθαριστή προς ικανοποίηση των λοιπών πιστωτών. Σε κάθε περίπτωση, η Κυπριακή Δημοκρατία θα τίθετο σε ανυπέρβλητα δεινή οικονομική κατάσταση με καταστροφικές συνέπειες για τους καταθέτες και πιστωτές των τραπεζών, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και το κοινωνικό σύνολο.
- Αναφέρω τα πιο πάνω, διευκρινίζοντας συγχρόνως ότι δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου στην παρούσα, ενδιάμεση διαδικασία να υπεισέλθει σε αντιπαράθεση της μαρτυρίας με σκοπό να ανευρεθεί η πραγματική βάση γεγονότων ή η αλήθεια των ισχυρισμών (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026). Ποια ήταν η πραγματική εικόνα της Τράπεζας Κύπρου και συγκεκριμένα «η τρέχουσα οικονομική κατάσταση και βιωσιμότητα του επηρεαζόμενου ιδρύματος» κατά την έννοια του άρθρου 7
(1)του περί Εξυγίανσης Νόμου κατά την ημερομηνία εφαρμογής σε αυτήν των μέτρων εξυγίανσης και πώς η εικόνα αυτή επηρεάζει τη νομιμότητα λήψης της απόφασης της Αρχής Εξυγίανσης για την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης στην εν λόγω Τράπεζα, είναι κάτι που θα μπορεί να κριθεί κατά την κυρίως δίκη της αγωγής (έαν και εφόσον κριθεί ότι εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου ο έλεγχος της νομιμότητας των Διαταγμάτων).
- Το παράπονο των Εναγόντων στηρίζεται στις εξής νομικές θέσεις για τις οποίες ο κ. Νίκολσον έλαβε νομική συμβουλή από τους συνηγόρους των Εναγόντων: Β.
- Αναφορικά με τη νομιμότητα των ιδίων των περί Εξυγίανσης Διαταγμάτων (βλ. παρα. 34 έως 38 της Ε/Δ του):
- Είναι η θέση των Εναγόντων ότι όλες οι διαδικασίες οι οποίες οδήγησαν στη μείωση της αξίας των αρχικών μετοχών στην Τράπεζα Κύπρου σε €0.01, ενώ είχαν αξία €1, με την έκδοση της Κ.Δ.Π. 278/2013 καθώς και οι διαδικασίες με τις οποίες αποφασίστηκε όπως ποσοστό 18.056371% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου, εκδοθεί από την Τράπεζα Κύπρου και παραχωρηθεί στην Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd. σύμφωνα με την ΚΔΠ 279/2013, είναι παράνομες, αυθαίρετες, λανθασμένες και/ή υπερβολικές υπό τις περιστάσεις, αδικαιολόγητες και καταχρηστικές και αντίθετες με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα.
- Ειδικότερα, σε σχέση με την παραχώρηση ποσοστού 18,056371% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου στην Λαϊκή Τράπεζα, είναι η θέση των Εναγόντων ότι δεν αποτελεί νόμιμο αντάλλαγμα και/ή αποτελεί εν πάση περιπτώσει υπερβολικό αντάλλαγμα και συνιστά αδικαιολόγητο πλουτισμό.
- Περαιτέρω, είναι ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι η παραχώρηση του ποσοστού 18,056371% έγινε χωρίς οι Εναγόμενοι 1 μέχρι 4 να έχουν καν συμμορφωθεί με τα άρθρα του Καταστατικού της Εναγομένης 2 και/ή αμέλησαν και/ή παρέλειψαν να σεβαστούν το δικαίωμα προτίμησης των παλαιών μετόχων, κατά την παραχώρηση (κακώς) του προαναφερόμενου 18.056371%, ως θα έπρεπε, κατά παράβαση του Καταστατικού της Εναγόμενης 2 και συγκεκριμένα των άρθρων 3, 50 και
- Έτι περαιτέρω, στο Άρθρο 12 του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν. 17(Ι)/2013), δεν περιλαμβάνεται η εξουσία μείωσης του μετοχικού κεφαλαίου. Ακόμη και αν δικαιούτο βάσει του Άρθρου 12
(8)(α) του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος Ν. 17(Ι)/2013, να προβεί σε τέτοια μείωση η Αρχή Εξυγίανσης θα έπρεπε πρώτα να είχε αποδειχθεί πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας ότι οι ζημιές υπερβαίνουν τη συνολική αξία του μετοχικού κεφαλαίου, πράγμα το οποίο δεν απέδειξαν. Έπρεπε να ακολουθηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία επικύρωσης της προτιθέμενης μείωσης της αξίας του μετοχικού κεφαλαίου, σύμφωνα με τα Άρθρα 64, 65 και 66 του Περί Εταιρειών Νόμου κεφ. 113, πράγμα το οποίο δεν έγινε.
- Πέραν των πιο πάνω ισχυρισμών, ο κ. Νίκολσον εξηγεί στις παρα. 39 έως 50 γιατί ο υπολογισμός του ποσοστού 18,056371% της Εναγόμενης 1 το οποίο εκδόθηκε και παραχωρήθηκε προς την Εναγόμενη 6 είναι λανθασμένος. Εξηγεί επίσης γιατί πιστεύει ότι η εκτίμηση των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 6 ήταν λανθασμένη. Το σφάλμα αποδίδεται στη διαδικασία αποτίμησης που εμφιλοχώρησε στην έκδοση του Διατάγματος ΚΔΠ 279/2013 σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του περί Εξυγίανσης Νόμου. Δηλαδή στα στοιχεία που έλαβε υπόψη της η Αρχή Εξυγίανσης εκδίδοντας το εν λόγω Διάταγμα. a. Ο κ. Νίκολσον αναφέρεται σε δηλώσεις του τέως Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, αλλά και στο περιεχόμενο της ΚΔΠ 279/2013, και λέγει ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 22 του Νόμου αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων στηρίχθηκε σε μελέτες της PIMCO και της KPMG. Η πρώτη αναφερόμενη έκθεση κυκλοφόρησε ενώ η δεύτερη ουδέποτε δημοσιοποιήθηκε. Παρά το ότι, όπως δήλωσε ο συνήγορος των Εναγόντων κατά την ακρόαση, οι Ενάγοντες επανηλειμμένα τη ζήτησαν από την Αρχή Εξυγίανσης, εντούτοις η έκθεση της KPMG ουδέποτε τους δόθηκε. b. Τα στοιχεία ενεργητικού της Λαϊκής Τράπεζας, τα οποία αγοράστηκαν με υποχρεωτικό τρόπο δυνάμει Διατάγματος από την Τράπεζα Κύπρου, αποτιμήθηκαν σε €442.805.
- Παραπέμπει ο κ. Νίκολσον στην Ετήσια Οικονομική Έκθεση της Τράπεζας Κύπρου, στη σελ. 22, όπου φαίνεται η τιμή αγοράς των στοιχείων ενεργητικού της Λαιϊκής (Τεκμήριο 2 στην Ε/Δ). c. Είναι ο ισχυρισμός του κ. Νίκολσον ότι η πιο πάνω αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας δεν ήταν ορθή. Δεν αποδίδει την πραγματική αξία των περιουσιακών στοιχείων. Απόδειξη του ισχυρισμού αυτού, είναι, ως δηλώνει ο κ. Νίκολσον, το γεγονός ότι το νυν Δ.Σ. της Τράπεζας Κύπρου περιέλαβε συγκεκριμένη αναφορά στην παράγραφο 33.2 των προσωρινών λογαριασμών (ως Τεκμήριο 3 της Ε/Δ του) που δείχνει ότι και το ίδιο είχε αντιληφθεί το πρόβλημα και ανέθεσε σε ανεξάρτητο διεθνή οίκο την ακριβή και τελική εκτίμηση τους. d. Αλλά, λέγει ο κ. Νίκολσον, ακόμη και αν η αποτίμηση του ενεργητικού της Λαϊκής στα €442.805.000 ήταν, για χάριν συζήτησης, ορθή, υπήρξε άλλο σφάλμα꞉ της παραχωρήθηκαν περισσότερες μετοχές ως αντάλλαγμα για τα περιουσιακά στοιχεία της που εξαναγκάστηκε να αγοράσει η Εναγομένη
- Προς ενίσχυση του ισχυρισμού του, ο κ. Νίκολσον επικαλείται τη θέση του τότε Δ.Σ. της Τράπεζας Κύπρου, το οποίο δήλωσε ότι η πράξη αυτή ήταν εις βάρος της Τράπεζας Κύπρου και στην προσπάθεια τους να την αποτρέψουν υπέβαλαν παραίτηση. e. Συγκεκριμένα, λέγει ο κ. Νίκολσον, για την πιο πάνω αγορά περιουσιακών στοιχείων αξίας €442.805.000, εκδόθηκε και παραχωρήθηκε μετοχικό ποσοστό 18,056371%. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί σε 845.758.000 μετοχές ονομαστικής αξίας €1, όπως αναγράφεται στη σελίδα 22 των λογαριασμών (Βλ.Τεκμήριο 2 στην Ε/Δ του). f. Ο κ. Νίκολσον προσδιορίζει τη ζημιά που υπήρξε για την Τράπεζα Κύπρου και τους μετόχους της ως εξής꞉ «Η παραχώρηση ποσοστού 18,056371% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου στη Λαϊκή Τράπεζα, είχε ως αποτέλεσμα οικονομική απώλεια για την Εναγομένη 2 ή για τους μετόχους αυτής, η οποία συνίσταται στη διαφορά των περιουσιακών στοιχείων που αγοράστηκαν βάσει της ΚΔΠ 279/2013 από την Εναγομένη 6 για το ποσό των €442,805,000 και της αξίας των μετοχών που εκδόθηκαν. Με βάση τα ελεγμένα αποτελέσματα της Εναγομένης 2, ημερομηνίας 31.12.2013, η παραχώρηση του πιο πάνω ποσοστού είχε σαν αποτέλεσμα ζημία της Τράπεζας Κύπρου και κατ' επέκταση των παλαιών μετόχων ύψους €402.953.000.». g. Κατέληξαν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κ. Νίκολσον, οι μεν καταθέτες της Τράπεζας Κύπρου για κάθε €1 κατάθεσης τους που μετατράπηκε σε μετοχές να λάβουν 1 μετοχή (αναλογία 1:1) η δε Λαϊκή για κάθε €1 καθαρού ενεργητικού να λάβει 1,92 μετοχές (αναλογία 1:1,92). h. Η θεραπεία που, σε τελική ανάλυση, εισηγείται ο κ. Νίκολσον ότι θα πρέπει να δοθεί στους Ενάγοντες στην παρούσα αγωγή είναι η εξής꞉ «Θα πρέπει είτε να ακυρωθεί η παραχώρηση του συνόλου ή μέρους των 844.014.000 μετοχών της Τράπεζας Κύπρου οι οποίες εκδόθηκαν ή παραχωρήθηκαν στην Εναγόμενη 6 για να γίνει ορθός υπολογισμός και δίκαιη έκδοση και παραχώρηση έτσι ώστε να μην υπάρχει η εμφανής άνιση μεταχείριση προς όφελος της Εναγομένης 6 και σε βάρος των παλαιών μετόχων αλλά" και των καταθετών της Τράπεζας Κύπρου πέραν των €100.000,000.». Β.
- Αναφορικά με πράξεις ή παραλείψεις της ιδίας της Εναγομένης 2
- Περαιτέρω, στις παρα. 53 έως 61 ο κ. Νίκολσον εξηγεί γιατί ο υπολογισμός των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 2 είναι λανθασμένος και γιατί έχει ζημιώσει τους παλαιούς μετόχους꞉ a. Όπως δηλώνει ο κ. Νίκολσον, η Τράπεζα Κύπρου προχώρησε σε άμεση απομείωση της αξίας του δανειακού χαρτοφυλακίου της Λαϊκής κατά €1.902.711.000, λαμβάνοντας ενδεχομένως υπόψη πιθανές μελλοντικές ζημιές. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α, τη σελίδα 138 από την Ετήσια Οικονομική Έκθεση για το 2013, στην οποία φαίνεται η πιο πάνω απομείωση. b. Η πιο πάνω ενέργεια ήταν, λέγει ο κ. Νίκολσον, εσφαλμένη, γιατί έρχεται σε αντίθεση με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα τα οποία λαμβάνουν υπόψη μόνο πραγματοποιηθείσες ζημίες (incurred losses). c. Η Τράπεζα Κύπρου όφειλε να καταχωρήσει στα βιβλία της το πιο πάνω ποσό ως περιουσιακό στοιχείο που ανήκει στους μετόχους, ως υπάρχον περιουσιακό στοιχείο βάσει των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων. Το ποσό αυτό λανθασμένα δεν έχει συμπεριληφθεί στον ενοποιημένο ισολογισμό της Εναγόμενης 2, όπως αυτός δημοσιεύθηκε επίσημα από την Εναγόμενη 2 στις 16.5.
- d. Κατά συνέπεια, λέγει ο κ. Νίκολσον, «τα κεφάλαια των αρχικών μετόχων της Εναγόμενης 2 (δηλαδή των πρώτων μετόχων πριν την εφαρμογή του bail in)[10] έχουν υποτιμηθεί κατά το ποσό αυτό, δηλαδή 1,902 δισεκατομμύρια, επιπρόσθετα προς το ποσό των €419.464, που αναφέρεται πιο πάνω στις παραγράφους 39-48.». Β.
- Προσδιορισμός της ζημιάς
- Καταληκτικά είναι η θέση των Εναγόντων ότι εξαιτίας όλων των παράνομων και/ή αυθαίρετων ενεργειών που ισχυρίζονται ανωτέρω, η μετοχική δομή της Εναγομένης 2, τώρα έχει ως ακολούθως: Παλαιοί Μέτοχοι[11] 0.5% Λαϊκή Τράπεζα 18.1% Bail in νέοι μέτοχοι 81.4% ΣΥΝΟΛΟ 100%
- Ακόμα και εάν θεωρηθεί ότι τα Διατάγματα νόμιμα εκδόθηκαν, πράγμα το οποίο οι Ενάγοντες αμφισβητούν, λέγουν ότι, εάν δεν λάμβαναν χώρα οι πιο πάνω κατ' ισχυρισμόν παράνομες και/ή αυθαίρετες ενέργειες, τότε σήμερα η μετοχική δομή της Τράπεζας Κύπρου θα έπρεπε να ήταν η ακόλουθη: Παλαιοί Μέτοχοι[12] 21.74% CECS 7.42% Convertible Bonds 1.99% Λαϊκή Τράπεζα 7.16% Bail in νέοι μέτοχοι 61.69% ΣΥΝΟΛΟ 100%».
- Καταλήγουν οι Ενάγοντες στην παρα. 78 της Ε/Δ του κ. Νίκολσον να επισημαίνουν στο Δικαστήριο ότι, εάν δεν γίνει η αποκατάσταση της μετοχικής δομής πριν από την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, «τότε το ποσοστό συμμετοχής τους θα εκμηδενιστεί σχεδόν εντελώς και η πιθανότητα αποκατάστασης τους είναι πλέον πρακτικά αδύνατη, μια και αποκατάσταση τους μετά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου είναι σχεδόν αδύνατη.».
- Ισχυρίζονται, περαιτέρω, ότι «ουδεμία ζημιά πρόκειται να υποστούν οι Εναγόμενοι από την τυχόν έκδοση τους, ενώ, αντίθετα, οι Ενάγοντες θα υποστούν τεράστια και ανεπανόρθωτη ζημιά.», και ότι «στην περίπτωση που το Δικαστήριο εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, διατηρείται το status quo ante μέχρι την εκδίκαση της αγωγής.»
- Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι, «εάν το Δικαστήριο δεν εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα και, ως εκ τούτου, προχωρήσει κατά την Έκτακτη Γενική Συνέλευση, η ψήφιση εκ μέρους του 18.056371%, κατ'εντολή, υπέρ της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου, η πλάστιγγα θα γείρει υπέρ της εν λόγω αύξησης. Οι νέοι μέτοχοι ή οι αγοραστές τους πιθανόν ως καλόπιστοι τρίτοι να προστατεύονται από οποιαδήποτε εναντίον τους αξίωση. Ακόμα είναι πιθανόν το ενδεχόμενο το σύνολο των μετοχών που κατέχει η Εναγόμενη 6 στην Εναγόμενη 2 να διατεθεί σε μεγάλο αριθμό ατόμων και έτσι ακόμα και εάν το Δικαστήριο αποφασίσει υπέρ των Εναγόντων στην παρούσα αγωγή, η απόφαση να μην μπορεί πλέον να εκτελεστεί ή προκειμένου για να εκτελεστεί να απαιτούνται άλλες περαιτέρω πολύπλοκες δικαστικές διαδικασίες.». Καταλήγουν ότι «Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει ξεκάθαρα υπέρ των Εναγόντων.». Γ. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ
- Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω το σύνολο των λόγων ένστασης όπως δικογραφήθηκαν σε μία έκαστη Ειδοποίηση Ένστασης των Εναγομένων 1, 2, 3, 5 και 6.[13] Σημειώνω ενδεικτικά τους εξής꞉ a. Τα επίδικα Διατάγματα (Κ.Δ.Π. 278/2013 και Κ.Δ.Π. 279/2013, που εκδόθηκαν στις 30 Ιουλίου 2013, με βάση τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013, βρίσκονται σε ισχύ, καθότι εκδόθηκαν από αρμόδια δημόσια αρχή της Δημοκρατίας και δεν έχουν μέχρι τώρα ακυρωθεί εν όλω ή εν μέρει από το Σεβαστό Δικαστήριο. Ούτε έχουν ανακληθεί από την αρμόδια δημόσια αρχή της Δημοκρατίας που το εξέδωσε. b. Με βάση το Νόμο 17(Ι)/2013, Διάταγμα της Αρχής Εξυγίανσης για εφαρμογή μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα είναι αμέσως δεσμευτικό για το υπό εξυγίανση Ίδρυμα και τα θιγόμενα από το εν λόγω Διάταγμα μέρη. c. Τα πιο πάνω Διατάγματα, η θέσπιση και εφαρμογή τους δεν ανάγονται σε αποφάσεις ή πράξεις ή παραλείψεις της Εναγομένης
- d. Η παρούσα αίτηση είναι αντίθετη και/ή έρχεται σε άμεση σύγκρουση με τα πιο πάνω δεσμευτικά Διατάγματα καθώς και τη σχετική νομοθεσία. e. Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας. f. Η παρούσα αίτηση δεν ικανοποιεί τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. g. Η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική, έκδηλα αβάσιμη και ανυπόστατη. h. Δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής, ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε ορατή και καλή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. i. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ανεπαρκής, ασαφής και αόριστη δεν εκτίθενται σε αυτήν επαρκή γεγονότα για να στηρίξουν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. j. Όσο αφορά τα αιτούμενα διατάγματα του Σεβαστού Δικαστηρίου, δεν υπάρχει ένδειξη ανεπανόρθωτης ζημιάς, κάτι που αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η όποια ζημιά ενδεχόμενα να επισυμβεί (κάτι που οι εναγόμενοι αρνούνται) μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. k. Όσο αφορά τα αιτούμενα διατάγματα του Σεβαστού Δικαστηρίου, δεν είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν βρίσκεται σε ισχύ το υπό κρίση διάταγμα. l. Η παρούσα αίτηση δεν ικανοποιεί την προϋπόθεση του κατεπείγοντος και/ή έγινε με μεγάλη, υπό τις περιστάσεις, καθυστέρηση. m. Το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν ευνοεί την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. n. Είναι εύλογο και δίκαιο και προς το δημόσιο συμφέρον όπως απορριφθεί η παρούσα αίτηση.
- Ειδικά σε ό, τι αφορά τις Εναγόμενες 5 και 6, ξεχωρίζουν οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης꞉ a. Τα αιτούμενα Διατάγματα υπό σημεία (Β), (Γ) και (Δ) της υπό κρίση Αίτησης αντιβαίνουν πρόνοιες της κυπριακής νομοθεσίας και/ή είναι αντίθετα με στοιχειώδεις πρόνοιες της φυσικής δικαιοσύνης και/ή του δημοσίου συμφέροντος καθότι αποσκοπούν στην αναστολή δευτερογενούς νομοθεσίας η οποία εκδόθηκε δυνάμει Νόμου που βρίσκεται σε πλήρη ισχύ και εφαρμογή. b. Οι Εναγόμενες 5 και 6 οφείλουν να συμμορφωθούν και να εφαρμόσουν τα εν λόγω Διατάγματα και/ή Αποφάσεις.Τυχόν έγκριση της υπό κρίσης Αίτησης θα αναγκάσει τους Εναγόμενους 5 και 6 να παραβούν τις υποχρεώσεις τους που προκύπτουν από το Μνημόνιο Συναντίληψης, που συμφωνήθηκε μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Τρόικας με αποτέλεσμα να επέλθουν ολέθριες συνέπειες όχι μόνο στους πιστωτές της Εναγόμενης 6 αλλά στην Κύπρο γενικότερα. Ουσιαστικά το Διάταγμα θα εμποδίσει την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξυγίανσης. c. Το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης του Στέλιου Νίκολσον (στο εξής «η Ε/Δ Νίκολσον»), η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, δεν αποκαλύπτει κανένα αστικό αδίκημα από πλευράς των Εναγομένων 5 και/ή 6 και/ή δεν αποκαλύπτει ότι οι Ενάγοντες υπέστησαν ζημιά συνεπεία οποιουδήποτε ισχυριζόμενου αστικού αδικήματος που διαπράχθηκε από μέρους των Εναγομένων 5 και
- d. Οι Ενάγοντες δεν έχουν καταδείξει ότι έχουν ζημιωθεί από τα μέτρα εξυγίανσης περισσότερο απ' ότι θα ζημίωναν εάν τα μέτρα εξυγίανσης δεν είχαν ληφθεί, ούτε καν προβάλλουν τέτοιο ισχυρισμό. e. Η αγωγή των Εναγόντων και κατ' επέκταση και η ενδιάμεση αίτηση είναι πρόωρη. Γ.1 ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ
- Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Ένσταση της Εναγομένης αρ. 2 εκτίθενται στην Ε/Δ της κας Κάτιας Σάντη, Διευθύντριας της Νομικής Υπηρεσίας της Τράπεζας Κύπρου, από τη Λευκωσία, ημερομηνίας 20.8.
- Σε ό,τι αφορά το ζήτημα της νομιμότητας των Διαταγμάτων, η κα Σάντη αναφέρει ότι «Τα Διατάγματα είναι νομικά, έγκυρα και καθορίζουν επακριβώς το τι έγινε και το τι πρέπει να γίνει.».
- Σε ό,τι αφορά την ύπαρξη ή μη ευθύνης από μέρους της Τράπεζας Κύπρου για τις ρυθμίσες που επέβαλαν τα Διατάγματα, η κα Σάντη λέγει ότι «Οι ρυθμίσεις αυτές δεν έγιναν από την Τράπεζα Κύπρου» και παρατηρεί, συναφώς, ότι- a. Δεν είναι η Τράπεζα Κύπρου που μετέβαλε τη μετοχική της δομή. b. Ούτε είναι η Τράπεζα Κύπρου που καθόρισε το ποσοστό που αποδόθηκε τη Λαϊκή Τράπεζα «προς δίκαιη αποζημίωση της Λαϊκής Τράπεζας χωρίς δικαίωμα άλλης αποζημίωσης». c. Ούτε είναι η Τράπεζα Κύπρου που θέσπισε το Νόμο Περί Εξυγίανσης. d. Ούτε είναι η Τράπεζα Κύπρου που καθόρισε με αριθμό Διαταγμάτων τα διάφορα οικονομικά και άλλα θέματα και ρυθμίσεις μετά τη Συμφωνία με το Eurogroup (δέστε Χριστοδούλου). e. Ούτε είναι η Τράπεζα Κύπρου που προέβη στην πώληση των καταστημάτων της στην Ελλάδα, πράξη στην οποία προέβη, από ότι πληροφορούμαι από τον κ. Π.Γ. Πολυβίου, ο πρώην Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας. f. Όπως με συμβουλεύει ο κ. Π.Γ. Πολυβίου, η Τράπεζα Κύπρου ουδεμία εμπλοκή ή επιλογή είχε ή έχει στο όλο θέμα, δηλαδή της διάρθρωσης της μετοχικής της δομής ή του καθορισμού και απόδοσης του ποσοστού που αποδόθηκε στη Λαϊκή Τράπεζα. Αυτές είναι αποφάσεις της Πολιτείας και των συντεταγμένων της οργάνων, προς τις οποίες η Τράπεζα Κύπρου θα πρέπει να συμμορφωθεί απόλυτα (όπως και συμμορφώνεται) .
- Προς υποστήριξη του λόγου ένστασης ότι η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, η κα Σάντη επικαλείται πληροφόρηση που έχει λάβει από το συνήγορο της Τράπεζας ότι πολλοί παλαιοί μέτοχοι έχουν καταχωρήσει δικαστικές διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επίσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου (με προσφυγή με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος). Διάφοροι από τους παραπονούμενους είναι ενάγοντες ή διάδικοι και στα τρία είδη διαδικασίας, και εκπροσωπούνται από το Δικηγορικό Γραφείου Δρ. Κύπρου Χρυσοστομίδη.
- Όσον αφορά το παράπονο των Εναγόντων ότι το χαρτοφυλάκιο δανείων της Λαϊκής Τράπεζας το οποίο μεταβιβάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου δεν έτυχε λογιστικού χειρισμού στα βιβλία της Τράπεζας Κύπρου κατά τρόπο που να συνάδει με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, η κα Σάντη αναφέρεται σε πληροφόρηση που έλαβε από την κα Ελίζα Λειβαδιώτου, Οικονομικό Διευθυντή του Συγκροτήματος, ως πιο κάτω: a. Σύμφωνα με την παράγραφο 18 του Διεθνές Πρότυπου Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 3 «Συνενώσεις Επιχειρήσεων» ο αγοραστής (σε αυτήν την περίπτωση η Τράπεζα) θα επιμετρά τα αναγνωρίσιμα περιουσιακά στοιχεία και τις αναληφθείσες υποχρεώσεις στις εύλογες αξίες τους κατά την ημερομηνία απόκτησης τους. b. Η Τράπεζα για τον καθορισμό της εύλογης αξίας των αναγνωρίσιμων περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες ανεξάρτητου διεθνούς οίκου. c. Τα προσωρινά αποτελέσματα της άσκησης για τον καθορισμό της εύλογης αξίας παρουσιάζονται στη Σημείωση 54.2 των ελεγμένων ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων του Συγκροτήματος για το έτος που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2013, και τα τελικά αποτελέσματα της άσκησης παρουσιάζονται στη Σημείωση 32.1 των Ενδιάμεσων Συνοπτικών Ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων του Συγκροτήματος για το τρίμηνο που έληξε στις 31 Μαρτίου
- d. Οι οικονομικές καταστάσεις του Συγκροτήματος ετοιμάζονται σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς και οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις του Συγκροτήματος για το έτος 2013 έχουν ελεγχθεί από τους εξωτερικούς ελεγκτές, Ernst & Young.».
- Όσον αφορά το παράπονο των Εναγόντων ότι συνεπεία εσφαλμένου λογιστικού χειρισμού των περιουσιακών στοιχείων της Τράπεζας Κύπρου (ήτοι της διαγραφής από τα βιβλία της του χαρτοφυλακίου δανείων της Λαϊκής Τράπεζας το οποίο μεταβιβάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου), επηρεάστηκε η μετοχική δομή της Τράπεζας Κύπρου, η κα Σάντη παραπέμπει και πάλιν σε πληροφόρηση που έλαβε από την κα Λειβαδιώτου, ως εξής꞉ a. Η απεικόνιση των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων στις οικονομικές καταστάσεις του Συγκροτήματος αντικατόπτριζε τις πρόνοιες των σχετικών διαταγμάτων και δεν είχε καμία επίδραση στον αριθμό μετοχών που έλαβε η Λαϊκή Τράπεζα ή οι παλιοί μέτοχοι αφού αυτά είχαν καθοριστεί από την Αρχή Εξυγίανσης. b. Όπως με πληροφορεί η κα Ελίζα Λειβαδιώτου, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι ο λογιστικός χειρισμός και απεικόνιση της «εξαγοράς» της Λαϊκής Τράπεζας αποτελούσαν την απεικόνιση των αποφάσεων της Αρχής Εξυγίανσης. Το βασικότερο στοιχείο είναι ότι ο καθορισμός του υπό κρίση ποσοστού της Λαϊκής Τράπεζας έγινε από την Αρχή Εξυγίανσης, και όχι από την Τράπεζα Κύπρου. c. Ακόμα όμως και σε περίπτωση που το ποσοστό μετοχών της Λαϊκής Τράπεζας δεν ήταν 18,056371%, το διαφοροποιημένο ποσοστό μετοχών θα επηρέαζε τη διασπορά (dilution) των κουρεμένων καταθετών (νέοι μέτοχοι) και όχι τους παλαιούς μετόχους. Δεν πρέπει δηλαδή να λησμονείται ή να παραγνωρίζεται και η ζημιά η οποία επιβλήθηκε επί των καταθετών.
- Όσον αφορά το παράπονο των Εναγόντων ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, η κα Σάντη επισημαίνει ότι - a. η οποιαδήποτε «μείωση» της αξίας των παλαιών μετοχών (πέραν αυτής που επέφεραν τα Διατάγματα) μπορεί να τύχει αποζημίωσης στο πλαίσιο αποζημιώσεων (σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει σε μεταγενέστερο στάδιο ότι υπήρξε κάποια νομική παρατυπία ή λάθος). b. Όσο αφορά τα αιτούμενα διατάγματα του Σεβαστού Δικαστηρίου, δεν είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η όποια ζημιά αποδειχθεί από τους ενάγοντες (κάτι που οι εναγόμενοι 2 αρνούνται) μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. c. Εν όψει της ταυτότητας των εναγομένων, δεν πιστεύω ότι υπάρχει αδυναμία καταβολής αποζημιώσεων, σε περίπτωση που η όποια ζημιά αποδειχθεί από τους ενάγοντες (κατά τη διάρκεια της κυρίως δικαστικής διαδικασίας). Γ.
- ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ
- Όπως εξηγεί στην παρα. 6 της Ε/Δ της η κα Αντωνιάδου, αυτή διορίστηκε από την Αρχή Εξυγίανσης, δυνάμει του περί Εξυγίανσης Νόμου ως Ειδικής Διαχειρίστριας της Εναγόμενης 6 για να αναλάβει τη διοίκηση της Εναγόμενης 6 με σκοπό την αποτελεσματικότερη εκτέλεση των μέτρων εξυγίανσης, ήτοι την παροχή οποιασδήποτε υπηρεσίας, διευκόλυνσης ή εκτέλεσης εργασίας, μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης. Ο διορισμός αυτός έγινε δυνάμει του Διατάγματος της Αρχής Εξυγίανσης, ημερομηνίας 26/3/2013 Α.Δ.Π. 197/2013 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 στην Ε/Δ της). Είναι δε η θέση της κας Αντωνιάδου ότι αυτή, ως Ειδική Διαχειρίστρια της Εναγομένης 6, ουδέποτε προέβηκε σε οποιαδήποτε πράξη εκτός του ελέγχου, οδηγιών και έγκρισης της Εναγομένης
- Περαιτέρω, η κα Αντωνιάδου εισηγείται ότι η υπό κρίση Αίτηση εσφαλμένα και καταχρηστικά στρέφεται κατά των Εναγομένων 5 και 6 αφού - a. Σύμφωνα με την πρώτη τροποποίηση ημερομηνίας 6.9.2013 της Πράξης Διορισμού της κας Αντωνιάδου ως Διαχειρίστριας της Λαϊκής Τράπεζας, τα δικαιώματα ψήφου που απορρέουν από τις μετοχές της Εναγομένης 2 τις οποίες κατέχει η Εναγόμενη 6 ασκούνται από την Εναγόμενη 3 (αντίγραφο του συνοδευτικού ηλεκτρονικού μηνύματος και της σχετικής πρώτης τροποποίησης επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2), και b. σύμφωνα με τη δεύτερη τροποποίηση ημερομηνίας 29.10.2013 της Πράξης Διορισμού μου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) η εκποίηση, μεταβίβαση ή μεταφορά περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 6 δεν δύναται να γίνει χωρίς την προηγούμενη έγκριση της Εναγόμενης
- 57.Είναι η θέση των Εναγομένων 5 και 6, βάσει νομικής συμβουλής που έχουν λάβει, ότι- c. Εάν δεν λαμβάνονταν τα μέτρα εξυγίανσης, αναμφίβολα, υπήρχε κίνδυνος άμεσης χρεοκοπίας της Εναγομένης 6 με αλυσιδωτές επιπτώσεις στην Εναγόμενη 2 και, έπειτα, σε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα και, κατ' επέκταση, στη Δημοκρατία. Οι επιπτώσεις αυτές θα αντανακλούνταν όχι μόνο στις ανασφάλιστες αλλά και στις ασφαλισμένες καταθέσεις, αφού δεν θα υπήρχαν διαθέσιμα κρατικά ποσά προς κάλυψη των ασφαλισμένων καταθέσεων δυνάμει των σχετικών Σχεδίων Προστασίας Καταθετών. d. Συνεπώς, δεν υπήρχε περιθώριο για τις Εναγόμενες 5 και 6 να μην συμμορφωθούν με τα Διατάγματα. Δεν μπορούσαν να μην αποδεχθούν το μετοχικό μερίδιο που τους δόθηκε στην Τράπεζα Κύπρου, ως αντάλλαγμα και δη χωρίς απόζημίωση. e. Ο περί Εξυγίανσης Νόμος και οι ΚΔΠ εκδόθηκαν λόγω έκτακτης ανάγκης και/ή δημοσίου συμφέροντος και/ή δημοσίας ωφελείας, γεγονός που αποτελεί εξαίρεση στην υποχρέωση για προστασία της ιδιοκτησίας τόσο δυνάμει του Συντάγματος όσο και δυνάμει του Άρθρου 1
(2)του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Δυνάμει του άρθρου 15 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, προνοείται δυνατότητα παρέκκλισης από τις υποχρεώσεις των κρατών μελών, που απορρέουν από την εν λόγω Σύμβαση, σε περιπτώσεις δημόσιου κινδύνου που απειλεί την επιβίωση του έθνους, κάτι το οποίο, όπως προκύπτει από τα γεγονότα που αναφέρω πιο πάνω, συμβαίνει στην περίπτωση της Κύπρου. Τα μέτρα εξυγίανσης, ως έχει αναφερθεί κι ανωτέρω, επιβλήθηκαν κατόπιν επιτακτικής ανάγκης για τη διαφύλαξη του δημόσιου συμφέροντος και, επί της ουσίας, για την αποφυγή της άτακτης χρεωκοπίας του Κράτους και τη διάσωση της κυπριακής οικονομίας.
- Είναι περαιτέρω η θέση των Εναγομένων 5 και 6 ότι αφ' ης στιγμής τα επίδικα Διατάγματα δεν έχουν ανακληθεί και/ή ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου, αυτά τεκμαίρονται συνταγματικά και, συνεπώς, παράγουν έννομα και δεσμευτικά αποτελέσματα. Αν οι Εναγόμενες 5 και 6 δεν εφαρμόσουν το Νόμο Εξυγίανσης και τα Διατάγματα που εξέδωσε η Αρχή Εξυγίανσης δυνάμει του εν λόγω Νόμου, θα είναι υπαίτιες παράλειψης οφειλόμενης ενέργειας.
- Πρόσθετα, οι Εναγόμενες 5 και 6 σημειώνουν, βάσει νομικής συμβουλής, ότι η αναστολή της ισχύος της δευτερογενούς νομοθεσίας δύναται να διαταχθεί μόνο από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια άσκησης της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας. Τα Επαρχιακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοτικής εξουσίας να παρέμβουν στο νομοθετικό έργο ως επιζητείται μέσω των αιτούμενων Διαταγμάτων υπό σημεία (Β), (Γ) και (Δ). Εξ' ου και τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων υπό σημεία (Β), (Γ) και (Δ) θα αποτελούσε παρέμβαση των Επαρχιακών Δικαστηρίων στη νομοθετική εξουσία και, ως τέτοια, κρίνεται αντικανονική.
- Κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου οι Εναγόμενες 5 και 6 ότι - «σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων δεσμεύεται και επιβαρύνεται το μερίδιο των μετοχών που κατέχει η Εναγόμενη 6 στην Εναγόμενη 2 με αποτέλεσμα η Εναγόμενη 6 να εμποδίζεται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από το Μνημόνιο Συναντίληψης, που συμφωνήθηκε και υπογράφηκε μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Τρόικας. Η παράβαση των εν λόγω υποχρεώσεων της Εναγόμενης 6 ενδεχομένως να έχει ως αποτέλεσμα την άρνηση εκταμίευσης της επόμενης δόσης της Κύπρου.».
- Τονίζουν οι Εναγόμενες 5 και 6 ότι - [οι Ενάγοντες] «Δεν έχουν επεξηγήσει ή αναλύσει πως θα επηρεαστεί η δική τους μετοχική κατάσταση από την άσκηση του δικαιώματος ψήφου της Εναγομένης 6 στην Έκτακτη Γενική Συνέλευση της Εναγόμενης
- Αντιθέτως, ως φαίνεται στην Ε/Δ Νίκολσον στην παράγραφο 60, η Εναγόμενη 6 κατέχει το 18,056371% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 2 ενώ το ποσοστό της πλειοψηφίας κατέχεται από τους νέους μετόχους ακολούθως του bail-in. Συνεπώς, γίνεται παραδοχή ότι η Εναγόμενη 6 δεν κατέχει την πλειοψηφία των μετοχών της Εναγόμενης
- Ως εκ τούτου, έχουν επίσης αποτύχει να καταδείξουν πως η παγοποίηση αυτού είναι αναγκαία υπό τις περιστάσεις.».
- Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό των Εναγόντων ότι ζήμιωσαν από την παραχώρηση του 18,056371% στην Εναγόμενη 6, οι Εναγόμενες 5 και 6 εισηγούνται ότι είναι ψευδής, παραπλανητικός και αβάσιμος ισχυρισμός καθότι οι Ενάγοντες έχουν εσκεμμένα αποφύγει και/ή παραλείψει να το παρουσιάσουν στη βάση των σχετικών επί του ανωτέρω θέματος Κανονιστικών Διοικητικών Πράξεων: a. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 της Κ.Δ.Π. 279/2013, η Εναγόμενη 2 εκδίδει και παραχωρεί στην Εναγόμενη 6 τόσες Μετοχές Τάξης Α' ονομαστικής αξίας €1 έκαστη έτσι ώστε η Εναγόμενη 6 στις 17:15 της 30.7.2013 να κατέχει 18,056371% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης
- b. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 της Κ.Δ.Π. 279/2013, το εν λόγω διάταγμα τίθεται σε εφαρμογή στις 17:05 της 30.7.
- c. Στις 30.7.2013 δημοσιεύτηκε επίσης η Κ.Δ.Π. 278/
- Σύμφωνα με την παράγραφο 6 αυτής, κάθε μία μετοχή Τάξης Α' ονομαστικής αξίας €1 έκαστη υποδιαιρείται σε 100 μετοχές Τάξης Α' ονομαστικής αξίας €0,01 έκαστη. d. Σύμφωνα με την παράγραφο 11 της Κ.Δ.Π. 278/2013 το διάταγμα τίθεται σε εφαρμογή στις 17:10 της 30.7.2013 προνοώντας πρόσθετα ότι οι μεταβολές στο μετοχικό κεφάλαιο σύμφωνα με τις παραγράφους 5, 6, 7, 8 και 9 επέρχονται και ολοκληρώνονται κατά την έναρξη ισχύος, δηλαδή στις 17:10 της 30.7.
- e. Επιπρόσθετα, ο κανονισμός 2
(2)του εν λόγω Διατάγματος προβλέπει ρητά ότι «Για σκοπούς του παρόντος Διατάγματος οι Μετοχές Τάξης Α ' περιλαμβάνουν και τις Μετοχές Τάξης Α ' που εκδόθηκαν με βάση την παράγραφο" 2 του περί Έκδοσης Μετοχικού Κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου προς αποζημίωση της Λαϊκής Τράπεζας Διατάγματος του 2013.» f. Κατά συνέπεια, η Εναγόμενη 6 στις 17:15 της 30.7.2013 κατείχε τόσες μετοχές Τάξης Α' που αντιστοιχούσαν στο 18,056371% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης 2 ονομαστικής αξίας €0,01 και όχι ονομαστικής αξίας €1 ως οι Ενάγοντες παραπλανητικά αναφέρουν. g. Ως εκ τούτου, οι υπολογισμοί των Εναγόντων, οι οποίοι ως ίδιοι αναφέρουν είναι δικοί τους υπολογισμοί και όχι υπολογισμοί ανεξάρτητων ειδικών ελεγκτών και/ή ελεγκτικών οίκων, καταρρίπτονται στο σύνολο τους ως παραπλανητικοί, αναληθείς και αβάσιμοι. h. Κανένα έγγραφο δεν επισυνάφθηκε ως τεκμήριο στην Ε/Δ Νίκολσον, που να αποδεικνύει την οποιαδήποτε ζημιά υπέστηκαν οι Ενάγοντες ως αποτέλεσμα της συμμόρφωσης των Εναγομένων 5 και 6 με τις αποφάσεις και διατάγματα που εκδόθηκαν δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 (Ν.17(Ι)/2013). Γ.
- ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ / ΑΡΧΗΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ
- Σχετικά με το παράπονο των Εναγόντων ότι η αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων δεν διενεργήθηκε όπως απαιτεί το άρθρο 22 του περί Εξυγίανσης Νόμου, είναι η θέση που αποτυπώνει ο κ. Γιάγκος Δημητρίου, Διευθυντής του Τμήματος Εποπτείας & Ρυθμίσεως Τραπεζικών Ιδρυμάτων και Υπηρεσίας Αδειοδότησης στην Κεντρική Τράπεζα, στην Ε/Δ του, ημερ. 20.8.2014, ότι꞉ a. Τα κριτήρια που λήφθηκαν υπόψη για την αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας και Τράπεζας Κύπρου και για τον καθορισμό της τιμής πώλησης και της παραχώρησης μετοχών απο την Τράπεζα Κύπρου στην Λαϊκή για εξόφληση του τιμήματος πώλησης είναι αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 22 του Νόμου 17(Ι)/2013, και όχι αυτά που λήφθηκαν υπόψη για την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων της Τράπεζας Κύπρου, οι οποίες εν πάση περιπτώσει ετοιμάστηκαν πέντε μήνες μετά την έξοδο της Τράπεζας Κύπρου απο την εξυγίανση, και οι οποίες γίνονται δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
- Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στις οικονομικές καταστάσεις της καθ'ης η αίτηση 2 δεν σχετίζονται ούτε δεσμεύουν με οποιοδήποτε τρόπο την καθ'ης η αίτηση 3, ούτε τις ενέργειες, διαδικασίες και υπολογισμούς της στα πλαίσια της λήψης και εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης, σύμφωνα με το Νόμο 17(Ι)/
- b. Η Αρχή Εξυγίανσης είχε διορίσει, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Νόμου 17(Ι)/2013, την 30.5.2013 τον οίκο KPMG LLP UK για να διενεργήσει την αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων ως πιο πάνω αναφέρεται και η σχετική έκθεση είχε ολοκληρωθεί και παραδοθεί μέχρι τις 30/07/2013 στην Αρχή Εξυγίανσης. c. Δεν υπάρχει υποχρέωση δημοσίευσης της έκθεσης του ανεξάρτητου εκτιμητή ούτε με βάση τον Νόμο 17(Ι)/2013, ούτε με βάση οποιοδήποτε άλλο νόμο. d. Το ποσοστό συμμετοχής της Λαϊκής Τράπεζας στο μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας Κύπρου υπολογίσθηκε στη βάση της εύλογης καθαρής αξίας των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που μεταβιβάστηκαν από τη Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου στις 29/03/2013, σύμφωνα με την έκθεση αποτίμησης του ανεξάρτητου ελεγκτικού οίκου KPMG Λονδίνου και λαμβάνοντας υπόψη την εύλογη καθαρή αξία των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της Τράπεζας Κύπρου κατά την ίδια ημερομηνία, σύμφωνα με την έκθεση του εν λόγω οίκου. e. Η Αρχή Εξυγίανσης, αφού καθόρισε την εύλογη αξία των καθαρών περιουσιακών στοιχείων των δύο τραπεζών και λαμβάνοντας υπόψη τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, εξέδωσε το Διάταγμα Κ.Δ.Π. 279/2013 δια του οποίου η Τράπεζα Κύπρου εξέδωσε και παραχώρησε στη Λαϊκή Τράπεζα τόσες Μετοχές Τάξης Α' ονομαστικής αξίας ένα
(1)ευρώ έκαστη, έτσι ώστε η Λαϊκή Τράπεζα να κατέχει το 18,056371% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου απαρτιζόμενου από μια και μοναδική τάξη Μετοχών. f. Σύμφωνα με το άρθρο 31 του Νόμου 17(Ι)/2013 οι διατάξεις του εφαρμόζονται ανεξάρτητα από τις διατάξεις των περί της Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Νόμων του 1997 έως 2011, των περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμων του 1997 έως 2013, καθώς και οποιουδήποτε άλλου νόμου που έρχεται σε αντίθεση με τον πιο πάνω Νόμο. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 5
(7)του Νόμου, εφόσον ληφθούν μέτρα εξυγίανσης σε επηρεαζόμενο ίδρυμα, όλες οι εξουσίες, καθήκοντα και ευθύνες των μετόχων ή μελών, των συμβούλων ή μελών της επιτροπείας και των διευθυντών του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, δύνανται να ασκούνται από την Αρχή Εξυγίανσης ή και από τον Ειδικό Διαχειριστή, ο οποίος διορίζεται δυνάμει του άρθρου 14 και, σε τέτοια περίπτωση, οποιεσδήποτε ενέργειες ή αποφάσεις λαμβάνονται από το εν λόγω ίδρυμα ή από τρίτο, για λογαριασμό του εν λόγω ιδρύματος, θεωρούνται άκυρες, εκτός αν έχουν ληφθεί από ή με τη συγκατάθεση της Αρχής Εξυγίανσης. Παραπέμπω επίσης στην πρόνοια της παραγράφου 5
(2)(α) του Διατάγματος Κ.Δ.Π. 103/2013. g. Κατά τη λήψη μέτρων εξυγίανσης εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)(α) του Νόμου 17(Ι)/2013, η γενική αρχή ότι οι μέτοχοι του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση επωμίζονται πρώτοι τυχόν ζημιές που προκύπτουν από την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης. Σύμφωνα με τα άρθρα 3
(2)(α) και 12
(8)του Νόμου, οι μέτοχοι της Τράπεζας Κύπρου κατά τον ουσιώδη χρόνο έχουν επωμισθεί ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του μέτρου της διάσωσης με ίδια μέσα κατά το άρθρο 12 του Νόμου τις ζημιές που τους αναλογούν. h. Σε περίπτωση που η Τράπεζα Κύπρου ετίθετο σε εκκαθάριση, οι εισπράξεις από την εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων δεν θα αρκούσαν για αποπληρωμή των πιστωτών με αποτέλεσμα οι μέτοχοι να χάσουν ολόκληρο το ποσό της επένδυσης τους γεγονός που επιβεβαιώνεται από την έκθεση της PIMCO που αναφέρεται πιο πάνω και την έκθεση της KPMG LLP UK για την αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της Τράπεζας Κύπρου. i. Αναφορικά με την πώληση ορισμένων εργασιών της καθ'ης η αίτηση 6 στην καθ'ης η αίτηση 2, όπως πολύ καλά γνωρίζω και ειλικρινά πιστεύω, η καθ'ης η αίτηση 3 είχε προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες και διαδικασίες τις οποίες προνοεί το άρθρο 9 και γενικότερα ο Ν. 17(Ι)/
- Περαιτέρω, η καθ'ης η αίτηση 3, κατά τον ουσιώδη με την παρούσα υπόθεση χρόνο, προσέγγισε άλλα πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία κάλεσε να δηλώσουν αν ενδιαφέρονται για την απόκτηση των εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας και τα οποία απάντησαν αρνητικά. j. Περαιτέρω, όπως πολύ καλά γνωρίζω και ειλικρινά πιστεύω, δυνάμει της Κ.Δ.Π. 104/2013 εκτός από τα περίπου 9 δις του ELA που ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου εκχωρήθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου και περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας αξίας μεγαλύτερης από το ELA. Η οφειλή της Λαϊκής Τράπεζας από ELA η οποία μεταφέρθηκε δια της εξυγίανσης στην Τράπεζα Κύπρου περιελάμβανε ανάγκη σε ρευστότητα της ίδιας της Τράπεζας Κύπρου, δηλαδή ποσό περίπου €1,2 δις το οποίο αντιστοιχούσε σε οφειλή της Τράπεζας Κύπρου προς τη Λαϊκή Τράπεζα λόγω του ότι η Λαϊκή Τράπεζα χρηματοδότησε στις 26/3/2013 την οφειλή της Τράπεζας Κύπρου προς την Τράπεζα Πειραιώς εκ της πώλησης των εν Ελλάδι εργασιών της Τράπεζας Κύπρου. k. Η καθ'η αίτηση 3, προέβη σε προσωρινή αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της Λαϊκής που μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου ημερομηνίας 25 Μαρτίου 2013 σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 22 του Νόμου Ν. 17(Ι)/2013.Περαιτέρω, μετά την αποτίμηση των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου διαφάνηκε ότι η αξία τους υπερέβαινε την αξία των υποχρεώσεων που μεταβιβάστηκαν από την Λαϊκή Τράπεζα στην Τράπεζα Κύπρου και ως εκ τούτου η Λαϊκή Τράπεζα έλαβε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου ισόποσης αξίας με την διαφορά στην αξία των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων και των μεταβιβασθεισών υποχρεώσεων. l. Οι Αιτητές μετά την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου θα έχουν τον ίδιο αριθμό μετοχών και απλά το ποσοστό συμμετοχής τους και η αξία των μετοχών τους θα μειωθεί, χωρίς ωστόσο να εκμηδενιστεί. Νοείται ότι σε περίπτωση που οι Αιτητές θα συμμετάσχουν στην αύξηση κεφαλαίου ο αριθμός μετοχών που θα κατέχουν θα αυξηθεί ανάλογα. Όπως θα αναφέρω πιο κάτω, η έκδοση κεφαλαίου ενισχύει και διασφαλίζει περαιτέρω τη βιωσιμότητα της τράπεζας και συνεπώς αυξάνει την άξια της τράπεζας και κατ' επέκταση και των υφιστάμενων μετοχών. Δ. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Δ.
- ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΧΡΗΣΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ
- Ένας εκ των εγερθέντων λόγων ένστασης που κρίνω ότι χρήζει της τοποθέτησης του Δικαστηρίου ευθύς εξ' αρχής αφορά στον ισχυρισμό ότι η υπό κρίση αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. Παραθέτω εδώ το σκεπτικό με το οποίο έχω καταλήξει ότι δεν δικαιολογείται η απόρριψη ή η αναστολή εκδίκασης της αίτησης στη βάση αυτή.
- Το Δικαστήριο έχει εξουσία και καθήκον να εξετάσει αν υφίσταται κατάχρηση διαδικασίας και, εφόσον εντοπίσει τέτοια, τότε να την παρεμποδίσει (βλ. Constantinides v Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348). Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ιδίου στόχου (Βλ. Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ.4).
(1993)1 Α.Α.Δ. 961). Στην απόφαση Beogradska DD
(1996)1 C.L.R. 911 το Δικαστήριο παρέπεμψε στην Thames Launches v Trinity Hours [1961] 1 All ER 26, όπου ο Δικαστής Buckley είπε (σε μετάφραση στα Ελληνικά), «Εάν υπάρχουν δύο δικαστήρια τα οποία αντιμετωπίζουν ουσιαστικά το ίδιο ζήτημα είναι επιθυμητό να είμαστε βέβαιοι ότι εκείνο το ζήτημα συζητείται σε μόνο ένα από εκείνα τα δικαστήρια, εάν με αυτόν τον τρόπο μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη. Δεν μου φαίνεται ότι θα έκαμνε οποιαδήποτε διαφορά αν τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το ένα δικαστήριο ήταν πιο πλατιά και πιο γενικής φύσης από τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το άλλο δικαστήριο.». Κατέληξε το Ανώτατο Δικαστήριο στην Beogradska ανωτέρω, να εισηγείται τα εξής: «Χωρίς να επιχειρούμε τη διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα, θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας.». Αποφάσισε, επίσης, ότι κρίσιμος χρόνος για εξέταση ζητήματος κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας είναι ο χρόνος ακρόασης της σχετικής διαδικασίας.
- Κατά την ακρόαση της υπό κρίση αίτησης, ο συνήγορος των Εναγόντων παραδέχθηκε, ότι πριν την καταχώριση της αγωγής στο Επαρχ. Δικ. Λ/σιας επί της οποίας στηρίζεται η παρούσα η αίτηση, καταχωρήθηκε προσφυγή από 31 εκ των Εναγόντων ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος με την οποία επιδιώκεται η ακύρωση, ως παράνομων, των ιδίων περί Εξυγίανσης Διαταγμάτων τα οποία απασχολούν και στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής και αίτησης.
- Υπενθυμίζω ότι όπως φαίνεται από την παράθεση του παραπόνου των Εναγόντων πιο κάτω, η παρούσα αίτηση συνδέει την πιθανότητα ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων, μεταξύ άλλων, με την κατ' ισχυρισμόν αντισυνταγματικότητα και/ή ασυμβατότητα με το Ευρωπαϊκό δίκαιο του περί Εξυγίανσης Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Διαταγμάτων. Εξάλλου η επιδιωκόμενη θεραπεία ως το αιτητικό (Β) στην οπισθογράφιση της αγωγής, αφορά στην έκδοση από το Δικαστήριο Δήλωσης ότι ο Νόμος και τα Διατάγματα είναι αντισυνταγματικά ή/και ασύμβατα με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.
- Επεσήμανε, ωστόσο, ο κ. Χρυσοστομίδης ότι στο παρόν χρονικό στάδιο το μόνο που εξετάζει το Δικαστήριο είναι την αίτηση για προσωρινά διατάγματα και ότι ανάλογη αίτηση δεν εκκρεμεί στο πλαίσιο των προσφυγών ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Δεν αμφισβητήθηκε επ' αυτής του της θέσης από τους άλλους συνηγόρους που ήγειραν ως λόγο ένστασης την κατάχρηση διαδικασίας. Με το συγκεκριμένο ως δεδομένο, ο κ. Χρυσοστομίδης προχώρησε στην εισήγηση ότι δεν υπάρχει, εν προκειμένω πολλαπλότητα διαδικασιών.
- Κρίνω αναγκαίο να υπενθυμίσω ότι δεν είμαι ο φυσικός δικαστής της αγωγής και πως ενώπιον μου βρίσκεται μόνο η αίτηση. Τυχόν κατάχρηση της αγωγής είναι ορθό να αποφασιστεί κατά το χρόνο ακρόασής της (βλ. Beogradska ανωτέρω). Στο παρόν ενδιάμεσο στάδιο, με δεδομένη τη διαβεβαίωση του κ. Χρυσοστομίδη ότι δεν εκκρεμεί αίτηση για ανάλογα προσωρινά μέτρα ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου και με επιπλέον δεδομένο ότι δεν είναι όλοι οι Ενάγοντες που διατηρούν προσφυγή, κρίνω ότι δεν χωρεί εύρημα ή/και ασφαλές εύρημα για κατάχρηση διαδικασίας.
- Σε ό,τι δε αφορά το γεγονός ότι οι Ενάγοντες ή έστω ορισμένοι από αυτούς έχουν παράλληλα καταχωρίσει και προσφυγή/ες στο Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Ε.Ε.»), μπορεί με βεβαιότητα να λεχθεί ότι δεν υφίσταται κατάχρηση διαδικασίας, αφού εκεί δεν δύνανται να προσφύγουν ή/και να επιζητούν ανασταλτικά μέτρα σε σχέση με νομοθετικές πράξεις κράτους ή πράξεις της διοίκησης κράτους μέλους ή πράξεις ιδιωτών. Η θεραπεία που μπορεί να επιζητείται αφορά σε πράξεις των οργάνων ή οργανισμών της Ε.Ε. οι οποίες εκδόθηκαν κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή χωρίς αρμοδιότητα ή κατά παράβαση των Συνθηκών κ.λπ. (βλ. άρθρο 263 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, «ΣΛΕΕ»). Δ.
- ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΟΤΙ ΥΠΗΡΞΕ ΜΗ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΘΕΙΣΑ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΡΟΩΘΗΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ.
- Όπως προκύπτει από την παράθεση των γεγονότων στην Ε/Δ του κ. Νίκολσον, εξερχόμενη η Τράπεζα Κύπρου από το καθεστώς εξυγίανσης, φρόντισε να ενημερώσει τους παλαιούς μετόχους της με «Ενημερωτική Επιστολή», ημερ. 8.8.2013, για τις αλλαγές που επήλθαν στους τίτλους ιδιοκτησίας τους (στις μετοχές τους). Παραθέτω αυτούσιες τις παραγράφους 32 και 33 της Ε/Δ:
- «Κατά τον Αύγουστο 2013, οι Ενάγοντες έλαβαν επιστολή από την Τράπεζα Κύπρου, με τίτλο «Ενημερωτική Επιστολή», η οποία συνοδευόταν από δύο
(2)ακόμα έγγραφα, με τίτλο «Ειδοποίηση Σύγκλησης Ετήσιας Γενικής Συνέλευσης» και «Έγγραφο Διορισμού Πληρεξούσιου Αντιπροσώπου», τα οποία όλα έφεραν ημερομηνία 8.8.
- Σύμφωνα με αυτή την «Ενημερωτική Επιστολή», αφ' ενός στους παλαιούς μετόχους, έχει επέλθει μείωση της ονομαστικής αξίας των κατεχομένων από αυτούς μετοχών στην Τράπεζα Κύπρου, από Ευρώ 1,00 σε Ευρώ 0,01 για κάθε μετοχή και συνένωση σε μία μετοχή αξίας Ευρώ 1,00 κάθε 100 Συνήθων Μετοχών ονομαστικής αξίας Ευρώ 0,
- Οι καταθέτες, αφ' ετέρου υπέστησαν μετατροπή ποσοστού 47,5% των καταθέσεων τους σε μετοχές ως οι σχετικές πρόνοιες της Κ.Δ.Π. 278/2013, όπως αυτές περιγράφονται στις πιο πάνω σχετικές παραγράφους.».
- Εκείνο που δεν αναφέρεται στην Ε/Δ του κ. Νίκολσον, και το οποίο ανέκυψε στη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης κατά τη δικάσιμο ημερ. 13.8.2014 και έτυχε σχολιασμού στις Ενστάσεις των Εναγομένων, αλλά και παραδοχής από πλευράς του ιδίου του συνηγόρου των Εναγόντων κατά την αγόρευσή του, είναι το γεγονός ότι, επειδή ακριβώς οι Ενάγοντες έλαβαν γνώση του επηρεασμού που επήλθε στις μετοχές τους (κατά νομικό τεκμήριο από την ημερομηνία δημοσίευσης των Διαταγμάτων στην Επίσημη Εφημερίδα και εκ των πραγμάτων το αργότερο από την παραλαβή της Ενημερωτικής επιστολής της Τράπεζας τον Αύγουστο του 2013), αυτοί είχαν την ευκαιρία εδώ και ένα χρόνο να αμφισβητήσουν - κατά τον τρόπο που έκριναν κατάλληλο - την εγκυρότητα / νομιμότητα / ορθότητα εφαρμογής των Διαταγμάτων, ευκαιρία που άδραξαν με την καταχώριση της Αγωγής 5512/2013 ενώπιον του Επαρχ. Δικαστηρίου Λ/σιας.
- Όπως έγινε παραδεκτό κατά τη διάρκεια της ακρόασης της παρούσας αίτησης, η αγωγή εκείνη συνοδεύετο από αίτηση για λήψη προσωρινών μέτρων παρεμπόδισης και/ή ματαίωσης της Ετήσιας Γενικής Συνέλευσης που ήταν προγραμματισμένη για το Σεπτέμβριο του
- Η αγωγή έθετε στο στόχαστρο της τα ίδια Διατάγματα που θέτει η παρούσα αγωγή. Εκείνη η αγωγή αποσύρθηκε εν τέλει με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων των Εναγόντων και τίποτα δεν εμποδίζει την επανακαταχώρισή της στο παρόν στάδιο. Ωστόσο, το γεγονός της καταχώρισης της αγωγής 5512/2013 είναι αποκαλυπτικό της χρονικής διάστασης της γνώσης που είχαν οι Ενάγοντες για όσα γεγονότα ήταν αναγκαίο να γνωρίζουν, και ειδικότερα για τη διαμορφωθείσα μετοχική δομή της Τράπεζας Κύπρου, προκειμένου να μπορούν να αμφισβητήσουν δικαστικώς τα Διατάγματα.
- Ακόμη ένα γεγονός το οποίο δεν αναφέρεται στην Ε/Δ του κ. Νίκολσον και το οποίο αποκαλύφθηκε κατά τη δικάσιμο ημερ. 13.8.2014, έτυχε δε σχολιασμού κατά τη διάρκεια της ακρόασης της αίτησης, ήταν το γεγονός ότι η προαναφερθείσα Ετήσια Γενική Συνέλευση της Τράπεζας Κύπρου έγινε πράγματι τον Σεπτέμβριο του 2013, ασκήθηκε τότε κανονικά το δικαίωμα ψήφου της Λαϊκής Τράπεζας που απορρέει από το 18,056371% των μετοχών που της αποδόθηκε ως αντάλλαγμα δυνάμει της Κ.Δ.Π. 279/2013, και ανέδειξε το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας, που είναι αυτό το οποίο τώρα έχει λάβει τις αποφάσεις για τη σύγκληση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης (Ε.Γ.Σ.) της 28.8.2014 με προτεινόμενη την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας. Τούτο το γεγονός δείχνει ότι την 28.8.2014 δεν θα είναι η 1η φορά που θα υπάρξει άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου εκ μέρους της Εναγομένης 6 κατά το συγκεκριμένο ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου που κατέχει στην Εναγόμενη
- Υπάρχει ακόμη μια παράμετρος η οποία αφορά στην από μέρους των Εναγόντων ύπαρξη γνώσης γεγονότων που κρίνονται ουσιώδη σε ό,τι αφορά το παράπονό τους, όπως προωθείται με την παρούσα αίτηση. Αναφέρομαι στο παράπονό τους σε ό,τι αφορά την αποτίμηση της περιουσίας της Τράπεζας Κύπρου. Στην Ε/Δ του κ. Νίκολσον (βλ. παρα. 53) ισχυρίζεται ότι δεν τηρήθηκαν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα από την ίδια την Τράπεζα Κύπρου και ότι εσφαλμένα αυτή προχώρησε (μετά την έξοδό της από το καθεστώς εξυγίανσης) σε άμεση απομείωση της αξίας του δανειακού χαρτοφυλακίου της Λαϊκής, αντί να το παρουσιάσει ως περιουσιακό στοιχείο στον ισολογισμό της. Προς απόδειξη της αναφοράς τους αυτής, ο κ. Νίκολσον παρέπεμψε στην Ετήσια Οικονομική Έκθεση για το
- Κατά την ακρόαση της αίτησης, ο συνήγορος των Εναγόντων δήλωσε ότι η εν λόγω Έκθεση αποτελεί δημόσιο έγγραφο. Συνεπώς, το αργότερο από την ημερομηνία δημοσίευσης του εν λόγω εγγράφου, οι Ενάγοντες απέκτησαν γνώση για ό,τι ακριβώς θεωρούν ότι αποτελεί βάση του παραπόνου τους.
- Τέλος, παρατηρώ ότι ο ίδιος ο κ. Νίκολσον, στην παρα. 51 της Ε/Δ του, αποκαλύπτει ότι οι Ενάγοντες είχαν γνώση «Εδώ και μερικούς μήνες» ότι από πλευράς των Εναγομένων 5 και 6 «έχουν ξεκινήσει δημοσιεύματα, σύμφωνα με τα οποία η Εναγόμενη 5, προτίθεται να προχωρήσει και να πωλήσει το ποσοστό 18,056371%, το οποίο η Εναγόμενη 6 κατέχει στην Εναγόμενη 1.». Επεσύναψε μάλιστα στην Ε/Δ του, ως Τεκμήριο 4, δέσμη δημοσιευμάτων στον έντυπο ημερήσιο τύπο και ηλεκτρονικό τύπο στα οποία αναγράφεται ξεκάθαρα η πρόθεση πώλησης του εν λόγω ποσοστού. Συνεπώς, η ύπαρξη γνώσης για εκείνα τα γεγονότα που θα έπρεπε να θέσουν τους Ενάγοντες σε εγρήγορση έναντι των Εναγομένων 5 και 6 χρονολογείται μερικούς μήνες.
- Τα γεγονότα που αφορούν στην επικείμενη Ε.Γ.Σ. της Τράπεζας Κύπρου, ημερ. 28.8.2014, όπως τα εκθέτει ο κ. Νίκολσον στην Ε/Δ του, δεν αμφισβητούνται αν και, όπως υπέδειξαν οι Εναγόμενοι στις Ενστάσεις τους, δεν αποδίδουν την πλήρη εικόνα σε ότι αφορά τους λόγους για τους οποίους οδηγείται η Τράπεζα Κύπρου στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και στις προεκτάσεις που θα έχει τυχόν απαγόρευση ή αναστολή της διεξαγωγής της. Θα αναφερθώ σε εκείνες τις θέσεις αργότερα. Παραθέτω τώρα αυτούσιες τις παρα. 63 έως 67 της Ε/Δ του:
- «Συγκεκριμένα, στις 4 Ιουλίου 2014, η Τράπεζα Κύπρου ανακοίνωσε ότι προχωρεί με τη διερεύνηση επενδυτικού ενδιαφέροντος αναφορικά με την πιθανή αύξηση μετοχικού κεφαλαίου. (Η σχετική ανακοίνωση επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 5)
- Ακολούθως, στις 15 Ιουλίου η Τράπεζα Κύπρου εξέδωσε ανακοίνωση σύμφωνα με την οποία παραθέτει πληροφορίες αναφορικά με την προτεινόμενη αύξηση κεφαλαίου με την έκδοση συνήθων μετοχών με κατάργηση των δικαιωμάτων των υφιστάμενων μετοχών. (Η σχετική ανακοίνωση επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 6).
- Τέλος στις 28 Ιουλίου 2014, η Τράπεζα Κύπρου εξέδωσε ανακοίνωση με τίτλο "Αύξηση Μετοχικού Κεφαλαίου: Τοποθέτηση και Ανοικτή Προσφορά" και ανακοίνωσε την επιτυχή ολοκλήρωση της ιδιωτικής τοποθέτησης 4.166.666.667 νέων συνήθων μετοχών στην τιμή των €0,24 με συνολικά μεικτά έσοδα €1 δισεκατομμύριο. Η ολοκλήρωση της τοποθέτησης τελεί υπό την παραχώρηση μέχρι και 20% του συνολικού αριθμού των μετοχών που παραχωρήθηκαν στην πρώτη φάση σε υφιστάμενους μετόχους της τράπεζας, στο πλαίσιο της δεύτερης φάσης της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου καθώς επίσης και υπό την ικανοποίηση ορισμένων προϋποθέσεων, συμπεριλαμβανομένης και της έγκρισης ψηφισμάτων από τους υφιστάμενους μετόχους της Τράπεζας σε Εκτακτη Γενική Συνέλευση που θα συγκληθεί για την έγκριση και υλοποίηση της αύξησης Κεφαλαίου. (Η σχετική ανακοίνωση επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 7).
- Επίσης, ανακοινώνει ότι προχωρεί στη δεύτερη φάση και τρίτη φάση της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου. Κατά τη δεύτερη φάση, οι υφιστάμενοι μέτοχοι θα μπορούν, μέσα σε περίοδο 15 ημερών που αρχίζει στις 31 Ιουλίου 2014, να υποβάλουν αίτηση για αριθμό μετόχων 20% του συνολικού αριθμού μετοχών που παραχωρήθηκαν στην Τοποθέτηση στην ίδια τιμή με την Τιμή Διάθεσης Τοποθέτησης. Κατά τη Τρίτη φάση η Τράπεζα θα προσφέρει μέχρι €100.000.000 νέες συνήθεις μετοχές (επιπρόσθετα από αυτές που θα εκδοθούν κατά την πρώτη και τη δεύτερη φάση) για υποβολή προσφορών από υφιστάμενους μετόχους πριν από οποιαδήποτε εισαγωγή στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και στο Χρηματιστήριο Αθηνών.
- Στις 30 Ιουλίου 2014, ανακοινώθηκε τελικώς και η ημερομηνία διεξαγωγής της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης για την έγκριση της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κύπρου η οποία είναι η 28ι Αυγούστου
- (Η σχετική ανακοίνωση επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 8).».
- Ο κ. Νίκολσον παραθέτει στις παρα. 71 έως 78 της Ε/Δ του ισχυρισμούς γεγονότων που αφορούν στις ενέργειες του Συνδέσμου Παλαιών Μετόχων της Τράπεζας Κύπρου, με τις οποίες εκδήλωσε την αντίδρασή του στην Ανακοίνωση για την επικείμενη Ε.Γ.Σ. της Τράπεζας ή/και την προσπάθειά του για φιλικό διακανονισμό, οι οποίες, ωστόσω, δεν καρποφόρησαν, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να θεωρούν ότι η μόνη οδός για αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους είναι η προσφυγή τους στη Δικαιοσύνη.
- Αυτοί οι ισχυρισμοί γεγονότων δεν σχολιάστηκαν από τους συνηγόρους των Εναγομένων κατά την ακρόαση. Ανεξαρτήτως τούτου, δεν θα με απασχολήσουν, εφόσον τους αξιολόγησα ήδη σε προηγούμενο στάδιο (13.8.2014). Υπενθυμίζω ότι δεν κατέληξα σε εύρημα περί ύπαρξης καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σε συνάρτηση με το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από τις 30.7.2014, ημερομηνία κατά την οποία ανακοινώθηκε η ημερομηνία διεξαγωγής της επικείμενης Ε.Γ.Σ. Υπέδειξα, όμως, ότι δεν ικανοποιήθηκα για την ύπαρξη κατ' επείγοντος ζητήματος, ως είναι ο δικαιοδοτικός όρος του άρθρου 9 του Κεφ. 6 για την έκδοση διατάγματος μονομερώς, δεδομένης της καθυστέρησης που υπήρξε σε συσχετισμό με τον αρχικό επηρεασμό των δικαιωμάτων των Εναγόντων κατά ή περί τις 30.7.2013 και μέχρι την καταχώριση της αίτησης μέχρι τις 13.8.
- Δ.
- ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΜΟΙΡΑΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ.
- Ο παράγων «καθυστέρηση» στην υποβολή της αίτησης για ενδιάμεση θεραπεία είναι σχετικός ακόμη και στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, όπου η αίτηση για το προσωρινό διάταγμα εξετάζεται πλέον κατόπιν ειδοποίησης των Εναγομένων (by summons).
- Είναι ορθό η ύπαρξη ή μη καθυστέρησης στην προώθηση της αίτησης να συσχετίζεται με όσα γεγονότα συνθέτουν τη γνώση για τον επίδικο επηρεασμό και όχι με όσα γεγονότα προδιαγράφουν τυχόν νέο επηρεασμό των δικαιωμάτων των Αιτητών και τούτο διότι στόχος ενός προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος είναι η διατήρηση του καθεστώτος ως είναι προτού επισυμβεί η «αιτία πολέμου», δηλαδή η αιτία της αγωγής που συνιστά την κατ' ισχυρισμό παράνομη κατάσταση (status quo ante). Παραπέμπω στην προμνησθείσα απόφαση Bacardi , όπου παρατίθεται γλαφυρή επεξήγηση του όρου από τον Vice Chancellor Megarry στην Metric Resources Corporation v Leasemetrix Ltd and Another [1979] F.S.R. 571, 581-582͘: «Ο όρος status quo είναι εκ πρώτης όψεως σαφώς ατελής και όπως πρότεινα στη Robbie v Football Club Ltd, μη δημοσιευθείσα, ημερ. 26.3.79, νομίζω ότι ο πλήρης όρος είναι status quo ante bellum. Εάν η έκδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί το νοητικό ισάξιο της έκρηξης του πολέμου, αυτό θα απαιτούσε όπως το ζήτημα εξετασθεί όταν εκδίδετο το κλητήριο ένταλμα, κάτι το οποίο θα ήταν παράξενο ή άδικο. Αν προωθηθεί η μεταφορική έννοια, τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli, εκτός αν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo.».
- Ποια ήταν η αίτία πολέμου στην παρούσα υπόθεση; Η έκδοση του περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd Διατάγματος του 2013 (Κ.Δ.Π.279/2013) το οποίο δημοσιεύθηκε στις 30.7.2013 και παρήγαγε αμέσως αποτελέσματα (βλ. παρα. 4 αυτού). Με το εν λόγω Διάταγμα καθορίστηκε το αντάλλαγμα πώλησης των εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου με τη χορήγηση στην πρώτη του 18,056371% του μετοχικού κεφαλαίου της δεύτερης (βλ. παράγραφο 3 του Διατάγματος). Αυτό το αντάλλαγμα είναι ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι καθορίστηκε παράνομα ή/και είναι υπερβολικό.
- Κρίνω συναφώς κατάλληλο να παρατηρήσω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 22
(3)του περί Εξυγίανσης Νόμου, η Αρχή Εξυγίανσης «καθορίζει, κατά την εύλογη κρίση της, την τελική αξία του ανταλλάγματος» για τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις, αφού αξιολογήσει το αποτέλεσμα της έκθεσης αποτίμησης του ανεξάρτητου εκτιμητή σε συνάρτηση με το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής αποτίμησης που διενεργεί η ίδια (βλ. εδάφιο
(1)του άρθρου 22). Η αποτίμηση διεξάγεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις του εδαφίου
(5)του ιδίου άρθρου. Τη νομιμότητα ή/και ορθότητα της διεξαχθείσας στην περίπτωση της Λαϊκής Τράπεζας αποτίμηση είναι που αμφισβητούν οι Ενάγοντες στην όψη της Ε/Δ του κ. Νίκολσον. 84. Είναι γι' αυτό το λόγο που κρίνω σημαντικό να σημειώσω ότι, αν και το εδάφιο
(7)του άρθρου 22 δίδει δικαίωμα στα θιγόμενα μέρη να αμφισβητήσουν την αποτίμηση, εντούτοις το ίδιο εδάφιο θέτει σαφώς έναν περιορισμό ως προς την άσκηση του δικαιώματος αμφισβήτησης. Συγκεκριμένα καθορίζει ότι, «η αποτίμηση[14] αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης για την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης. Η αποτίμηση δεν υπόκειται σε ξεχωριστό δικαστικό έλεγχο και αποτελεί αντικείμενο δικαστικού ελέγχου μόνον μαζί με την απόφαση, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.». Προκύπτει από τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο
(1)του άρθρου 22 ότι ο όρος «απόφαση» στο εδάφιο
(7)αναφέρεται στην απόφαση για την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης δυνάμει του άρθρου 7
(1).[15] 85. Η ορθότητα του πιο πάνω συμπεράσματος υποστηρίζεται από την καθαρότερη διατύπωση που επέλεξε ο Ευρωπαϊος Νομοθέτης σε αντίστοιχη διάταξη της Οδηγίας 2014/5913꞉ «36.-
(13)Η αποτίμηση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης για την εφαρμογή εργαλείου εξυγίανσης ή για την άσκηση εξουσίας εξυγίανσης, ή της απόφασης για την άσκηση της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής κεφαλαιακών μέσων. Η αποτίμηση αυτή καθεαυτή δεν υπόκειται σε χωριστό δικαίωμα προσφυγής αλλά μπορεί να αποτελεί αντικείμενο προσφυγής μόνο μαζί με την απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 85.».
- Είναι υπό το φως του πιο πάνω νομικού υπόβαθρου που κρίνω ότι, όφειλαν οι Ενάγοντες να είχαν σπεύσει να αμφισβητήσουν την ίδια τη νομιμότητα έκδοσης της ΚΔΠ279/2013 για να μπορούν να αμφισβητήσουν και τη νομιμότητα ή ορθότητα της αποτίμησης. Αν το κατάλληλο μέσο για την αμφισβήτηση αυτή είναι η αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο ή η προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο δεν το εξετάζω τώρα. Θα συμφωνήσω, πάντως, με τους συνηγόρους των Εναγομένων ότι η παρούσα ενδιάμεση αίτηση επιδιώκει ή προορίζεται να επιφέρει αναστολή των αποτελεσμάτων της ΚΔΠ279/2013 (αναστέλλει το δικαίωμα ψήφου της Λαϊκής ή/και αναστέλλει τα δικαιώματα χρήσης των μετοχών που καθορίστηκαν με την ΚΔΠ 279/2013), γι' αυτό και θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί με σπουδή. Η έκταση της σημειωθείσας καθυστέρησης στην προώθηση της αίτησης από τους Ενάγοντες μετρά από την ημερομηνία έκδοσης της ΚΔΠ279/2013, δηλαδή από τις 30.7.
- Άρα λοιπόν, εφόσον οι Ενάγοντες - Αιτητές έχουν αδιαφορήσει ή ανεχθεί ή σιωπηρά δεχθεί τη διατήρηση της κατ' ισχυρισμόν παράνομης κατάστασης για μια αδικαιολόγητα μακρά περίοδο, το Δικαστήριο δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια του στο στοιχείο αυτό, όταν αξιολογεί προς τα πού γέρνει η πλάστιγγα του ισοζυγίου της δικαιοσύνης, αλλιώς γνωστού και ως ισοζυγίου της ευχέρειας (balance of justice ή balance of convenience).[16]
- Η νομολογία λέει ότι η καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, εκτός αν επεξηγηθεί, είναι γενικά μοιραία. Δεν υπάρχει άκαμπτος γενικός κανόνας για το ποια είναι η έκταση καθυστέρησης που είναι ικανή να αποτρέψει τη χορήγηση του προσωρινού διατάγματος. Τούτο εξετάζεται στην κάθε υπόθεση με βάση τα ιδιαίτερά της περιστατικά. Το Δικαστήριο οφείλει, συναφώς, να λαμβάνει υπόψη κατά πόσον στο διαρρεύσαν διάστημα «ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή έχει πλανηθεί λόγω της απραξίας του ενάγοντα» (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026).
- Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο δεν μπορεί επουδενί λόγο να παραγνωρίσει το μέγεθος της καθυστέρησης στην προώθηση της παρούσας αίτησης σε σχέση πάντα με την αιτία της αγωγής. Ηχεί συγχρόνως πειστικά στα αυτιά του Δικαστηρίου ο κώδωνας του κινδύνου αδικίας των Εναγομένων 2, 5 και 6 λόγω της καθυστέρησης που σημειώθηκε ή/και λόγω της σιωπηρής ανοχής από πλευράς Εναγόντων της μετοχικής δομής που η Πολιτεία με τα Διατάγματα καθόρισε από τις 30.7.
- Συγκεκριμένα, σημειώνω σε ό,τι αφορά την Τράπεζα Κύπρου τη δήλωση του συνηγόρου της ότι ενώ οι Ενάγοντες / Αιτητές έμειναν άπρακτοι, στην Τράπεζα Κύπρου «πολλά έγιναν, όχι μόνον από τις 30.7.2013 αλλά και από τις 28.7.2014». Παρέπεμψε συναφώς στην Ε/Δ της κας Κάτιας Σάντης, Διευθύντριας της Νομικής Υπηρεσίας της Τράπεζας Κύπρου, η οποία συνοδεύει την Ένσταση της Εναγομένης 2, όπου φαίνονται οι εξής ισχυρισμοί γεγονότων꞉ i. Μετά την έξοδο της Τράπεζας από το καθεστώς εξυγίανσης την 30.7.2013 και ενόψει του γεγονότος ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διεξάγει τεστ αντοχής (Asset Quality Review / Stress Tests), το Δ.Σ της Τράπεζας (το οποίο εκλέγηκε από τη Γενική Συνέλευση του Σεπτεμβρίου του 2013), προχώρησε στην αξιολόγηση των εποπτικών της κεφαλαίων με βάση τις παραμέτρους των τεστ αντοχής και έλαβε την απόφαση για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. j. Πριν καταλήξει στην απόφαση για έκδοση κεφαλαίου, η Τράπεζα αξιολόγησε επίσης τις επιπτώσεις της μη αύξησης κεφαλαίου και κατέληξε ότι αυτό το σενάριο εμπεριέχει πάρα πολλούς κινδύνους τόσο για τους υφιστάμενους μετόχους, όσο και για τους καταθέτες αλλά και για την Κυπριακή κυβέρνηση και οικονομία. Εάν η Τράπεζα αποτύχει στα τεστ αντοχής της Ευρωπαϊκής Kεντρικής Τράπεζας, αυτό ενδέχεται να έχει καταστροφικές επιπτώσεις τόσο στην εμπιστοσύνη των καταθετών προς την Τράπεζα, όσο και στην αξία και βιωσιμότητα την Τράπεζας. k. Το Διοικητικό Συμβούλιο αξιολόγησε τόσο τα προβλεπόμενα αποτελέσματα των τεστ αντοχής όσο και τη γενικότερη ανάγκη ενδυνάμωσης της κεφαλαιακής βάσης της Τράπεζας έτσι ώστε να επανέλθει η εμπιστοσύνη των καταθετών/πελατών και κατέληξε ότι η Τράπεζα χρειάζεται να εκδώσει κεφάλαια ύψους 1 δις. Σημειώνεται ότι το Διοικητικό Συμβούλιο μελέτησε διάφορους τρόπους ενδυνάμωσης της κεφαλαιακής θέσης της Τράπεζας πριν καταλήξει στην απόφαση για έκδοση κεφαλαίου. l. Στις 28 Ιουλίου 2014, η Τράπεζα ανακοίνωσε την επιτυχή ολοκλήρωση της ιδιωτικής τοποθέτησης (η «Τοποθέτηση») 4.166.666.667 νέων συνήθων μετοχών στην τιμή των €0,24 (η «Τιμή Διάθεσης Τοποθέτησης») με συνολικά μεικτά έσοδα €1 δισεκατομμύριο. Με την Τοποθέτηση ολοκληρώθηκε η Πρώτη φάση της Αύξησης Κεφαλαίου, η οποία απευθυνόταν σε νέους επενδυτές και υφιστάμενους μετόχους που πληρούν τα κριτήρια «επαγγελματία επενδυτή». Η Τοποθέτηση είχε υπερκαλυφθεί, καταδεικνύοντας το ισχυρό ενδιαφέρον θεσμικών επενδυτών για την Τράπεζα. Οι μετοχές έχουν παραχωρηθεί σε ευρύ φάσμα θεσμικών επενδυτών από Ευρώπη, Βόρεια Αμερική και Ρωσία. Οι εταιρίες HSBC και Credit Suisse ενήργησαν ως Κύριοι Ανάδοχοι της Έκδοσης (Lead Placing Agents), και οι εταιρίες Deutsche Bank και VTB Capital ως Συν-επικεφαλής Ανάδοχοι της Έκδοσης (Co-Lead Placing Agents). Η CISCO είναι ο Τοπικός Ανάδοχος της Έκδοσης. m. Οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου αναφορικά με το θέμα έχουν τεθεί ενώπιον Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης (Επισύναψη 2). Ο τελικός λόγος ανήκει στους μετόχους. Η Έκτακτη Γενική Συνέλευση συγκλήθηκε κανονικά και νομότυπα, σύμφωνα με το Νόμο και το Καταστατικό της Τράπεζας. Η Γενική Συνέλευση συνιστά το υπέρτατο θεσμικό όργανο κάποιας εταιρείας. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας απλώς αποφάσισε να προωθήσει και να συστήσει τα ψηφίσματα (Επισύναψη 2). Τα υπό κρίση ψηφίσματα θα αποκτήσουν ισχύ μόνο όταν εγκριθούν από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων. Επομένως, η προσπάθεια των αιτητών είναι ουσιαστικά η παρεμπόδιση της νενομισμένης εταιρικής διαδικασίας.
- Σε ό,τι αφορά τη Λαϊκή Τράπεζα, σημειώνω τη δήλωση της Διαχειρίστριας, κας Άντρης Αντωνιάδου, στην παρα. 16 της Ε/Δ της, όπου εφιστά την προσοχή του Δικαστηρίου σε μνημονιακές δεσμεύσεις που ανέλαβε η Δημοκρατία τον Δεκέμβριο του 2013, στη συνέχεια τον Φεβρουάριο του 2014, τον Ιούνιο 2014 και τελευταία τον Ιούλιο του 2014[17], με χρονικό ορόσημο για την τήρηση των υποχρεώσεων το τέλος Αυγούστου του 2014, αναφορικά με τον διορισμό συμβούλου για την εκμετάλλευση (πώληση) του μετοχικού ποσοστού που κατέχει στην Τράπεζα Κύπρου. Όπως δηλώνει η κα Αντωνιάδου, η μνημονιακή υποχρέωση για πώληση των μετοχών αυτών, επηρεάζει σε μέγιστο βαθμό τα δικαιώματα των υπόλοιπων πιστωτών και καταθετών της Λαϊκής Τράπεζας, οι οποίοι αναμένουν να αποζημιωθούν από τα έσοδα της πώλησης αυτής. Λαμβάνω επίσης υπόψη τη δήλωση της κας Αντωνιάδου ότι η παράβαση των μνημονιακών υποχρεώσεων της Εναγόμενης 6 ενδεχομένως να έχει ως αποτέλεσμα την άρνηση εκταμίευσης της επόμενης δόσης της Κύπρου.
- Το πιο πάνω πλαίσιο γεγονότων καθιστά, κατά την κρίση μου, την αίτηση έκπτωτη σε απόρριψη λόγω υπέρμετρης, μη δικαιολογηθείσας από τους Ενάγοντες / Αιτητές, καθυστέρησης στην προώθηση της αίτησης, με κίνδυνο σε περίπτωση έγκρισής της να διαταράσσονται οι ισορροπίες έναντι των Εναγομένων και τρίτων προσώπων που νόμιμα και καλή τη πίστει ενεργούσαν στο μεσοδιάστημα.
- Υπάρχει εξάλλου ο κίνδυνος διασάλευσης του ιδίου του δημοσίου συμφέροντος αν εμποδιστούν σε αυτό το αργοπορημένο στάδιο η Εναγόμενη 6 - Λαϊκή Τράπεζα - από το να ασκήσει τα δικαιώματα στην περιουσία που έλαβαν με την ΚΔΠ 279/2013 (ως είναι το δικαίωμα ψήφου που φέρουν οι μετοχές της)[18], ή/και η Εναγομένη 2 - Τράπεζα Κύπρου - από το να ενισχύσει την οικονομική της θέση για να αντέξει στη ζωή. Λαμβάνω συναφώς υπόψη όσα σημειώνονται στην Ε/Δ που συνοδεύει την Ένσταση των Εναγομένων 1 και 3꞉ «Τχόν ακύρωση ή αναστολή της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης ή οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διαδικασία, ενδέχεται να δημιουργήσει κλίμα αβεβαιότητας ως προς την ικανότητα της Τράπεζας Κύπρου για ενδυνάμωση της κεφαλαιακής της βάσης για κάλυψη πιθανών ζημιών που ενδέχεται να προκύψουν από τη συνολική αξιολόγηση καινά έχει αρνητικές επιπτώσεις στην εμπιστοσύνη των καταθετών προς την Τράπεζα Κύπρου με σημαντικό κίνδυνο εκροής καταθέσεων που πιθανόν να θέσουν σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα της Τράπεζας Κύπρου με αλυσιδωτές επιπτώσεις που μπορούν να οδηγήσουν στην αστάθεια του χρηματοοικονομικού συστήματος με καταστροφικές συνέπειες. Παράλληλα, τυχόν ακύρωση ή αναστολή της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης ή οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διαδικασία, ενδέχεται να πλήξει την αξιοπιστία της Τράπεζας Κύπρου, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίσει προβλήματα πρόσβασης στις διεθνείς χρηματαγορές ή και να κλείσει μεσοπρόθεσμα η πρόσβαση της στις αγορές κεφαλαίου. Η απόφαση της συνάντησης του Eurogroup ημερομηνίας 25/03/2013, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι τα χρήματα του προγράμματος (έως EUR 10δις) δεν θα χρησιμοποιηθούν για την ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας Κύπρου. Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που στη βάση των αποτελεσμάτων της συνολικής αξιολόγησης, προκύψουν κεφαλαιακές ανάγκες και η διαδικασία έκδοσης μετοχικού κεφαλαίου δεν ολοκληρωθεί σε διάστημα το οποίο θα καθοριστεί λόγω ακύρωσης ή αναβολής ή καθυστέρησης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, και εν απουσία δυνατότητας κρατικής στήριξης υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να εφαρμοστούν μέτρα εξυγίανσης στην Τράπεζα Κύπρου, με καταστροφικές συνέπειες όχι μόνο για την Τράπεζα Κύπρου, αλλά και για την οικονομία της Κυπριακής Δημοκρατίας γενικότερα. Δεν είναι δίκαιο ούτε εύλογο να εμποδιστεί η ψήφος της Λαϊκής του 18% στη Γενική Συνέλευση, ειδικά για ένα τόσο κρίσιμο θέμα, και ούτε είναι εύλογο και δίκαιο να εμποδιστεί η αποξένωση του 18% από τη Λαϊκή. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με την ακύρωση και ανατροπή των Διαταγμάτων, τα οποία επαναλαμβάνω είναι ισχυρά και έχουν εφαρμοστεί και εκτελεστεί, καθώς επίσης και των δικαιωμάτων της Λαϊκής, και θα θέσει σε κίνδυνο τον σκοπό της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, και όλα αυτά χωρίς να προσφέρεται οτιδήποτε προς τους ενάγοντες.».
- Κρίνω εδώ κατάλληλο να αναφερθώ στις διατάξεις του άρθρου 85 της Οδηγίας 2014/59/ΕΚ το οποίο επιδιώκει να διασφαλίσει για τα θιγόμενα από τα μέτρα εξυγίανσης μέρη το δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη. Προκύπτει σαφώς από αυτό ότι αναστολή της ισχύος των μέτρων εξυγίανσης (υπό οποιοδήποτε περίβλημα και αν γίνει τούτο) θα πρέπει να θεωρείται κατά μαχητό τεκμήριο ότι αντίκειται στο δημόσιο συμφέρον. Προκύπτει σαφώς από το ίδιο άρθρο ότι άπαξ και εκτελεστούν τα μέτρα εξυγίανσης, τότε η μόνη θεραπεία στην οποία μπορούν να αποβλέπουν τα θιγόμενα μέρη είναι οι αποζημιώσεις. Παραθέτω το σχετικό άρθρο꞉ «85.-
- Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όλα τα θιγόμενα πρόσωπα από απόφαση για τη λήψη μέτρου διαχείρισης κρίσεων, διαθέτουν το δικαίωμα κατάθεσης προσφυγής κατά της απόφασης αυτής. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο δικαστικός έλεγχος είναι ταχύρρυθμος και ότι τα εθνικά δικαστήρια δέχονται ως βάση της εκτίμησής τους τις πολύπλοκες οικονομικές εκτιμήσεις των γεγονότων στις οποίες προβαίνει η αρχή εξυγίανσης.
- Το δικαίωμα προσφυγής που αναφέρεται στην παράγραφο 3 υπόκειται στις ακόλουθες διατάξεις: α) η κατάθεση προσφυγής δεν συνεπάγεται αυτόματη αναστολή των αποτελεσμάτων της προσβαλλόμενης απόφασης· β) η απόφαση της αρχής εξυγίανσης είναι άμεσα εκτελεστή και θεωρείται μαχητό τεκμήριο ότι η αναστολή της εκτέλεσης της αντίκειται στο δημόσιο συμφέρον· Όταν αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να προστατεύονται τα συμφέροντα τρίτων μερών, τα οποία, ενεργώντας καλή την πίστει, έχουν αποκτήσει μετοχές, άλλα μέσα ιδιοκτησίας, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις του ιδρύματος υπό εξυγίανση στο πλαίσιο της χρήσης εργαλείων εξυγίανσης ή της άσκησης των εξουσιών εξυγίανσης από αρχή εξυγίανσης, η ακύρωση απόφασης μιας αρχής εξυγίανσης δεν επηρεάζει οιεσδήποτε επακόλουθες διοικητικές πράξεις ή τις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν από τη σχετική αρχή εξυγίανσης, οι οποίες βασίζονταν στην ακυρωθείσα απόφαση. Στην περίπτωση αυτή, τα ένδικα μέσα που μπορούν να ασκηθούν κατά καταχρηστικής απόφασης ή πράξης των αρχών εξυγίανσης περιορίζονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για τις ζημίες που υπέστη ο προσφεύγων εξαιτίας της απόφασης ή της πράξης.».
- Στη βάση όλων των προαναφερθέντων, πιθανολογώ ότι ο κίνδυνος αδικίας σε περίπτωση έκδοσης του Διατάγματος είναι μεγαλύτερος από τον κίνδυνο που διατρέχουν οι Ενάγοντες σε περίπτωση μη έκδοσης του Διατάγματος.
- Η νομολογία αναγνωρίζει (Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 C.L.R. 788) ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος το δικαστήριο να πάρει εσφαλμένη απόφαση, δηλαδή να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά την κυρίως δίκη της αγωγής ή διαζευκτικά να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει στην κυρίως δίκη. Είναι λόγω αυτού του κινδύνου, που έχει καθιερωθεί η θεμελιώδης αρχής ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία, η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί στο μέλλον ότι η απόφασή του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα. Ένας από τους κινδύνους αδικίας είναι και αυτός που προκαλείται στους Εναγόμενους και σε τυχόν τρίτα πρόσωπα σε περίπτωση έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος με αδικαιολόγητη καθυστέρηση. 97. Τονίζω ότι δεν είναι εύλογο και δίκαιο μετά πάροδο πέραν του ενός έτους να αναχαιτισθεί μια πορεία πραγμάτων που η Τράπεζα Κύπρου ακολούθησε μέσα από την εφαρμογή νόμιμων διαδικασιών στο πλαίσιο του Καταστατικού της. Και εδώ σημειώνω και υπογραμμίζω ότι πουθενά στην Ε/Δ του κ. Νίκολσον δεν αμφισβητείται ότι το Δ.Σ. τήρησε τις νενομισμένες διαδικασίες για την αύξηση κεφαλαίου και για τη σύγκλιση της Ε.Γ.Σ. Θέση η οποία προωθήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόντων, κ. Χρ. Τριανταφυλλίδη, κατά την ακρόαση της αίτησης, ότι δηλαδή δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 60Β
(5)του περί Εταιρειών Νόμου, δεν είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, πρώτον διότι δεν συσχετίζεται με τη νομική βάση της ίδιας της υπό κρίση αίτησης και δεύτερον, διότι στερείται συνεκτικού δεσμού (nexus) με τις θεραπείες που επιζητούνται στην ίδια την οπισθογράφιση της αγωγής. Δεν μου διαφεύγει, εξάλλου, η απάντηση που έδωσε επί του σημείου αυτού ο κ. Π. Πολυβίου, ότι δηλαδή είναι πρόωρο να μιλήσει κανείς για παράβαση υποχρέωσης που δεν έχει ακόμη χρονικά γεννηθεί. [19] Η υποχρέωση απαιτείται να τηρηθεί στη γενική συνέλευση, όχι πριν από αυτήν.
- Όλα τα πιο πάνω γεγονότα βαρύνουν, κατά την ταπεινή μου κρίση, την πλάστιγγα του ισοζυγίου της δικαιοσύνης υπέρ των Εναγομένων 2, 5 και 6, παρά υπέρ των Εναγόντων και συνηγορούν υπέρ της απόρριψης της αίτησης.
- Θα προχωρήσω, εν πάση περιπτώσει, για χάριν πληρότητας να εξετάσω κατά πόσον οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση επί της ουσίας της αγωγής με ορατή πιθανότητα να δικαιούνται σε θεραπεία.
- Σημειώνω ότι στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου επί της αξιολόγησης της μαρτυρίας περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σε αυτό το στάδιο να εμπλακεί σε οτιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Η διαδικασία σε παρόμοιες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026). Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής (Γρηγορίου ν. Χριστόφορου
(1995)1 Α.Α.Α. 284). Στα πλαίσια εκδίκασης αίτησης ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος, το Δικαστήριο δεν δικαιούται να διαγνώσει την ουσία της αγωγής, όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 22(η)(β) του περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60(Πούλλου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)- Α.Α.Α. 275). Δ.4 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32
- Διακρίνεται από την πιο πάνω παράθεση του παραπόνου των Εναγόντων ότι συσχετίζουν την πρόκληση ζημιάς, αφενός, με την ίδια την έκδοση του Διατάγματος ΚΔΠ 279/2013, δυνάμει του οποίου καθορίστηκε το ποσοστό συμμετοχής της Λαϊκής Τράπεζας στη μετοχική δομή της Τράπεζας Κύπρου και, αφετέρου, με πράξεις ή παραλείψεις της Τράπεζας Κύπρου σε σχέση με την αποτίμηση των περιουσιακών της στοιχείων οι οποίες διαχωρίζονται από την έκδοση του εν λόγω Διατάγματος και διενεργηθείσες μετά την έξοδο του ιδρύματος από το καθεστώς εξυγίανσης.
- Το πρώτο ερώτημα που εγείρεται (από τις Εναγόμενες 5 και 6) είναι κατά πόσον οι Ενάγοντες έχουν προσέλθει στο κατάλληλο δικαιοδοτικό βάθρο για να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα των πράξεων που κατ' ισχυρισμόν τους ζήμιωσαν. Το ζήτημα της δικαιοδοσίας είναι ζήτημα ξεχωριστό από το ζήτημα της ουσίας των δικαιωμάτων (βλ. την προμνησθείσα υπόθεση Μυρτώ Χριστοδούλου).
- Είναι καλά γνωστό πως ο αναθεωρητικός έλεγχος της νομιμότητας των πράξεων της διοίκησης υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Δεν χωρεί έλεγχος νομιμότητας τέτοιων πράξεων από τα Επαρχιακά Δικαστήρια.
- Η κατά πλειοψηφία απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 7.6.2013, στην προμνησθείσα υπόθεση Μυρτώ Χριστοδούλου, δεν απαντά στο ζήτημα της δικαιοδοσίας για τον έλεγχο των περί Εξυγίανσης Διαταγμάτων στην περίπτωση που τον ζητούν οι μέτοχοι. Κανείς από τους προσφεύγοντες σε εκείνην την υπόθεση δεν ήταν μέτοχος του υπό εξυγίανση ιδρύματος. Σε εκείνην την απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε ενώπιον του το ερώτημα κατά πόσον ο επηρεασμός των κουρεμένων καταθετών από τα προσβαλλόμενα Διατάγματα υπάγεται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου. Εξέτασε συγχρόνως το έννομο συμφέρον, κατά την έννοια του Άρθρου 146 του Συντάγματος, των καταθετών, οι οποίοι αποτελούν πιστωτές, των επηρεαζόμενων από τα Διατάγματα ιδρυμάτων. Διαχώρισε την περίπτωση των μετόχων από τους καταθέτες, λέγοντας ότι «Ο μέτοχος της τράπεζας διαφέρει βεβαίως από τον καταθέτη κατά το ότι είναι ιδιοκτήτης αναλόγου μεριδίου της περιουσίας της τράπεζας, ο όποιος δικός του όμως επηρεασμός θα μπορούσε να συναρτάτο μόνο προς επηρεασμό των ίδιων των μετοχών του.». Συγχρόνως, το Ανώτατο Δικαστήριο άφησε ανοικτό (δηλ. δεν το αποφάσισε) το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος των ιδίων των τραπεζών να προσβάλουν τα Διατάγματα. Σχετική η αναφορά ότι «Η ίδια δε η Λαϊκή Τράπεζα δεν έχει καταχωρήσει προσφυγή, αλλά ούτε και η Τράπεζα Κύπρου (και δεν εξετάζουμε κατά πόσο θα μπορούσαν).».
- Υπάρχει, πάντως, μία τουλάχιστον απόφαση, η οποία δείχνει ότι το Ανώτατο Δικαστήριο ανέλαβε την άσκηση αναθεωρητικού ελέγχου Διατάγματος που εκδόθηκε δυνάμει του περί Εξυγίανσης Νόμου κατόπιν προσφυγής καταχωρηθείσας από μέτοχο. Αναφέρομαι, συγκεκριμένα, στην απόφαση, ημερ. 28.3.2013, στην Προσφυγή αρ. 543/2013 Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου ν.
- Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου,
- Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και
- Υπουργού Οικονομικών, η οποία εκδόθηκε επί μονομερούς αίτησης που καταχώρισε η Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου ζητώντας διάταγμα αναστέλλον την ισχύ, ως έκδηλα παράνομου για λόγους που αφορούσαν στη διαδικασία έκδοσής του αλλά και στο περιεχόμενο των διατάξεών του, του διατάγματος που εκδόθηκε δυνάμει του περί Εξυγίανσης Νόμου από τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 25.3.2013 ως Κ.Δ.Π. 93/
- Τα πιο πάνω στοιχεία αποτελούν ενδείξεις στη βάση των οποίων διατηρώ αμφιβολίες αν το παρόν Δικαστήριο (δηλ. το Επαρχ. Δικαστήριο Λευκωσίας) έχει δικαιοδοσία να αποφανθεί περί οποιασδήποτε παρανομίας στη διαδικασία έκδοσης ή και στο περιεχόμενο των Διαταγμάτων. Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι κατάλληλο στάδιο αυτό για να διατυπωθεί οριστική κρίση. Θα το αποφασίσει ο φυσικός δικαστής της αγωγής.
- Εν πάση περιπτώσει, μέχρι την ημερομηνία ολοκλήρωσης της ακρόασης της υπό κρίση αίτησης, δεν κηρύχθηκε ούτε ο περί Εξυγίανσης Νόμος αντισυνταγματικός ούτε οποιοδήποτε εκ των Διαταγμάτων που εξέδωσε η Αρχή Εξυγίανσης (και ειδικότερα αναφέρομαι στις ΚΔΠ 278/2014 και ΚΔΠ 279/2014) παράνομο. 108.