Επί τοις αφορώσι την Εταιρεία Παπαχαραλάμπους και Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε., Αρ. Αίτησης: 627/2014, 10/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A365 Μετοχικό Κεφάλαιο: €17100 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Αρ. Αίτησης: 627/2014 Επί τοις αφορώσι την Εταιρεία Παπαχαραλάμπους και Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΗΕ243662 εκ Λευκωσίας και Επί τοις αφορώσι τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113 Ex parte αίτηση υπό του Αντρέα Παπαχαραλαμπους από τη Λευκωσία, ημερ. 4.9.2014 Ημερομηνία: 10.10.2014 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Χαβιαράς με κ. Παναγίδη, για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ Για τον Καθ' ου η αίτηση, Παύλο Αγγελίδη: ο ίδιος αυτοπροσώπως ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με το επιστρεπτέο του μονομερώς εκδοθέντως διατάγματος, ημερ. 5.9.2014, για διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή και άλλων ενδιάμεσων θεραπειών, το οποίο εκδόθηκε βάσει μονομερούς αίτησης υπό του ως άνω Αιτητή, ημερ. 4.9.2014 Με δια κλήσεως αίτηση, ημερ. 4.9.2014, ο κ. Αντρέας Παπαχαραλάμπους αιτήθηκε από το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, την έκδοση Διατάγματος Εκκαθάρισης της πιο πάνω αναφερθείσας εταιρείας δυνάμει των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, άρθρα 203
(1)(α), 211(στ) και 213 έως 218. Τα άρθρα 203
(1)(α) και 211(στ), συνδυασμένα, καθορίζουν ότι το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την εκκαθάριση της εταιρείας, εφόσον ικανοποιηθεί ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να διαλυθεί η εταιρεία. Το άρθρο 213 καθορίζει ότι αίτηση στο Δικαστήριο για την εκκαθάριση της εταιρείας δύναται να υποβληθεί είτε από την εταιρεία ή από οποιονδήποτε πιστωτή (περιλαμβανομένων ενδεχόμενων ή μελλοντικών πιστωτών), ή από συνεισφορέα ή από οποιουσδήποτε από τα μέρη εκείνα, μαζί ή ξεχωριστά. Η πιο πάνω αναφερόμενη αίτηση εκκαθάρισης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή, κου Ανδρέα Παπαχαραλάμπους από την οποία εξάγονται οι εξής, μεταξύ άλλων, πληροφορίες꞉ (α) Η εταιρεία της οποίας επιζητείται η εκκαθάριση, δηλαδή η εταιρεία Παπαχαραλάμπους και Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε., ΗΕ243662, εκ Λευκωσίας, είναι δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και τις διατάξεις του περί Δικηγόρων Νόμου, Κεφ. 2, με έδρα στη Θεμιστοκλή Δέρβη 12, 1ος όροφος, 1066 Λευκωσία. (β) Το εγκριμένο εκδοθέν κεφάλαιο της εταιρείας είναι 10000 μετοχές εκ €1,71 εκάστη μετοχή. (γ) Πρόκειται για δικηγορική εταιρεία που ιδρύθηκε στις 18.12.2008 και που προέκυψε από μετεξέλιξη της ομόρρυθμης εταιρείας (συνεταιρισμού) «Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης», η οποία είχε συσταθεί στις 20.1.1983, με σκοπό την άσκηση της δικηγορίας και οποιασδήποτε άλλης εργασίας επιτρέπει σε δικηγορική εταιρεία ο Νόμος. (δ) Ο Αιτητής κατέχει το 50% της εταιρείας, ήτοι 5000 συνήθεις μετοχές, ενώ το άλλο 50% κατέχεται από τον κ. Παύλο Αγγελίδη, δικηγόρο από τη Λευκωσία (ο οποίος αποκαλείται στην αίτηση ως «Ο Καθ' ου η αίτηση»). (ε) Οι εργασίες και/ή υποχρεώσεις της εταιρείας διεξάγονταν μέχρι πρότινος με αμοιβαίο τρόπο στη βάση της φιλικής σχέσης των δύο μετόχων με απαράβατη εμπιστοσύνη μεταξύ τους. Τα τελευταία 4 χρόνια άρχισαν ουσιαστικά προβλήματα στην εταιρεία, τα οποία - ως ο ισχυρισμός του Αιτητή - οφείλονται στη συμπεριφορά και τις πράξεις του Καθ' ου η αίτηση και τα οποία έχουν πλήξει την μεταξύ τους σχέση εμπιστοσύνης, αλλά και την εμπιστοσύνη των πελατών τους προς την εταιρεία. [Οι λεπτομέρειες των προβλημάτων δεν είναι του παρόντος να αναφερθούν στο πλαίσιο της παρούσας απόφασης]. Σύμφωνα με τον Αιτητή, η διοίκηση της εταιρείας έχει οδηγηθεί σε απόλυτο αδιέξοδο, τέλμα (complete deadlock) και ως εκ τούτου οι εργασίες της δεν μπορούν να συνεχιστούν. (στ) Ο ίδιος ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε στις 14.7.2014 την αγωγή 4033/14 ενώπιον του Ε.Δ. Λ/σιας με το οποίο αιτείται όπως του ανατεθεί η νομική και οικονομική διεύθυνση της εταιρείας μέχρι αποπεράτωσης της αγωγής, προστακτικό διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Αιτητής να απομακρυνθεί από τα γραφεία της εταιρείας ή, υπαλλακτικά, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διορίζεται ο ίδιος ο Καθ' ου ως προσωρινός διαχεριστής ή/και παραλήπτης της εταιρείας μέχρι αποπεράτωσης της αγωγής. (ζ) Η εταιρεία κατά το χρόνο της καταχώρισης της αίτησης δύναται να ικανοποιήσει τους οποιουσδήποτε πιστωτές. Υπάρχουν, ως αναφέρεται στην αίτηση, διάφορα γραμμάτια τόσο στη Societe Generale Cyprus Limited όσο και στην Τράπεζα Κύπρου. Δίδονται στην αίτηση λεπτομέρειες ποσών, οι οποίες δεν είναι του παρόντος να αναφερθούν. Όσον αφορά τις υποχρεώσεις της εταιρείας στον ΦΠΑ, αναφέρεται στην αίτηση ότι δεν υφίσταται εκκρεμότητα. (η) Έγιναν προσπάθειες για διευθέτηση των διαφορών μεταξύ των δύο μετόχων, χωρίς όμως να ευοδωθούν μέχρι το χρόνο καταχώρισης της αίτησης, για το λόγο ότι - ως ο ισχυρισμός του Αιτητή - ο Καθ' ου απέρριψε ήδη 7 προσχέδια συμφωνίας. Ταυτόχρονα, με την αίτηση εκκαθάρισης, ο Αιτητής καταχώρησε και μονομερή αίτηση, ημερ. 4.9.2014 (στο εξής «η υπό κρίση αίτηση»), με την οποία ζήτησε - (Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διορίζεται ο κ. Νίνος Α. Χατζηρούσος ως προσωρινός εκκαθαριστής της Καθ' ης εταιρείας. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή εμποδίζει στους Διοικητικούς Συμβούλους και δη στον κ. Παύλο Αγγελίδη και Ανδρέα Παπαχαραλάμπους ή/και των αντιπροσώπων ή/και εκδοχέων αυτών από να πωλήσουν ή/και μεταβιβάσουν, δωρήσουν ή/και άλλως διαθέσουν ή/και επιβαρύνουν οποιαδήποτε κινητή ή/και ακίνητη ιδιοκτησία ή/και οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας ή/και να εγγράψουν ή/και καταχωρήσουν στα αρμόδια μητρώα οποιαδήποτε τέτοια επιβάρυνση, διάθεση ή αποξένωση, ή/και προκαλέσουν τα πιο πάνω, μέχρι την τελική εκδίκαση της αίτησης εκκαθάρισης ή/και μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (Γ) Διάταγμα που να απαγορεύει σε οποιοδήποτε από τους διευθυντές της εταιρείας να εκδίδουν επιταγές επί του τραπεζικού λογαριασμού της εταιρείας ή να κάμνουν αναλήψεις από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας εκτός αν ενεργούν από κοινού. Πέραν των γεγονότων στα οποία εδράζεται η αίτηση εκκαθάρισης και τα οποία επαναλαμβάνονται σε ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση για το διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή, προσδιορίζονται και οι ιδιαίτερες περιστάσεις που - ως ο ισχυρισμός του Αιτητή - θεμελιώνουν την ανάγκη διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή. Η μονομερής αίτηση στηρίχθηκε στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48, θ.1 - 5 και στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 7, 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 29 και 32, στο Κεφ. 113 άρθρα 211, 220, 226, 227, 231, και στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Λόγω της επείγουσας φύσης της μονομερούς αίτησης και επειδή καταχωρήθηκε κατά την περίοδο των θερινών διακοπών του Ε.Δ. Λ/σιας, η αίτηση ορίστηκε στις 5.9.2014 ενώπιον Προέδρου του Ε.Δ.Λ/σιας, βάσει της σειράς που ακολουθείται για τέτοιου είδους αιτήσεις βάσει του Διοικητικού προγράμματος για την εν λόγω περίοδο. Εκδόθηκαν αυθημερόν Διατάγματα ως τα (Α), (Β) και (Γ), ανωτέρω. Υπό το (Α) δόθηκαν συγκεκριμένες εξουσίες στον προσωρινό εκκαθαριστή, στις οποίες δεν είναι του παρόντος να αναφερθώ. Τα Διατάγματα εκδόθηκαν υπό τον όρο όπως ο Αιτητής υπογράψει προσωπική εγγύηση για το ποσό των €100.000- για κάλυψη οποιωνδήποτε ζημιών σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι το προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε παράνομα και/ή αντικανονικά και/ή αδικαιολόγητα. Τα Διατάγματα ορίστηκαν επιστρεπτέα στις 12.9.2014. Στις 12.9.2014 τέθηκε ο φάκελος της μονομερούς αίτησης ενώπιόν μου ως του φυσικού δικαστή της κυρίως αίτησης εκκαθάρισης. Κατά την εν λόγω ημερομηνία, ο καθ' ου η αίτηση ζήτησε χρόνο για την καταχώριση ένστασης στη διατήρηση των διαταγμάτων. Συγχρόνως, κατά την ίδια δικάσιμο ο συνήγορος του Αιτητή επεφύλαξε το δικαίωμά του να καταχωρήσει, αν τούτο του φαινόταν αναγκαίο στην όψη της ένστασης που θα καταχωρείτο, αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της διατήρησης του προσωρινού διατάγματος. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να οριστεί επιστρεπτέο το διάταγμα στις 24.9.2014 με οδηγίες όπως η ένσταση στο διάταγμα καταχωρηθεί το αργότερο μέχρι τις 18.9.2014 και τυχόν αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωρηθεί το αργότερο μέχρι 22.9.2014. Πράγματι, και τα δύο αναφερόμενα δικόγραφα καταχωρήθηκαν σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που έθεσε το Δικαστήριο. Ακολούθησε στις 24.9.2014 η καταχώρηση, από μέρους του καθ' ου, Ειδοποίησης περί πρόθεσης Ένστασης στην αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τον Αιτητή. Ορίστηκε, κατά λογική προτεραιότητα, για ακρόαση στις 29.9.2014 η αίτηση για τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Κατά τη δικάσιμο ημερ. 29.9.2014 και προτού οι διάδικοι καταθέσουν στο Δικαστήριο τις γραπτές αγορεύσεις τους επί της εν λόγω αίτησης για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ήγειρα αυτεπάγγελτα το εξής ζήτημα꞉ κατά πόσον η ακολουθητέα διαδικασία περί επιστρεπτέου των προσωρινών Διαταγμάτων, στο πλαίσιο της οποίας εντάσεται και η εκδίκαση της αίτησης για την άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είναι κατάλληλη ή/και η πρέπουσα. Εξέφρασα ανοικτά προς τους συνηγόρους τον προβληματισμό μου υπό το φως των όσων λέχθηκαν από τον Χατζηχαμπή, Δ., όπως ήταν τότε, στην απόφασή του ημερ. 19.9.2003, στην Πολιτική Αίτηση αρ. 64/2003, Αναφορικά με την αίτηση της PRINTEK DATAFORMS EXPRESS LTD
(2003)1 Α.Α.Δ. 1193, απόσπασμα από την οποία παραθέτω- «Ο διορισμός προσωρινού εκκαθαριστή συνιστά όχι προσωρινό διάταγμα αλλά διάταγμα που αφορά την όλη διαδικασία της πορείας της αιτήσεως για διάλυση της εταιρείας και αυτό είναι καθαρό τόσο από το άρθρο 227 όσο και από το ρόλο και τις εξουσίες του προσωρινού εκκαθαριστή εφόσον τροχιοδρομείται ουσιαστικά μια πορεία, η οποία συνάδει με την προοπτική διάλυσης της εταιρείας. [...] Να παρατηρήσω περαιτέρω σε συνάρτηση και με τα πιο πάνω ότι, όπως επιχειρηματολογεί και ο ευπαίδευτος συνήγορος για την εταιρεία, για το λόγο ακριβώς ότι το διάταγμα διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή δεν είναι ενδιάμεσο διάταγμα εις τη συνήθη πορεία των πραγμάτων το οποίο να εκδίδεται δυνάμει άλλων εξουσιών του δικαστηρίου εδώ τίθεται θέμα επιστρεπτέου διατάγματος αυτού όπως ορίστηκε το παρόν διάταγμα, τοσούτο μάλλον αφού η διαδικασία εκδόσεως του όπως καθορίζεται στους σχετικούς κανονισμούς και στη νομολογία, και αναφέρομαι ιδιαίτερα στους αγγλικούς θεσμούς οι οποίοι έχουν εφαρμογή The Company (Winding Up) Rules 1949 και στην αγγλική νομολογία, είναι ότι το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται ώστε να καταστεί επιστρεπτέο παρά μόνο με εξ αρχής επιβεβαίωση στη δυνατότητα εκδόσεως του.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Σημειωτέον ότι τα πιο πάνω απορρέοντα από την απόφαση PRINTEK υιοθετούνται και καταγράφονται στο Σύγγραμμα του Δρ. Ανδρέα Ποιητή «Η Εκκαθάριση Εταιρειών», Λάρνακα 2013, στη σελ.
- Αφότου ανέγνωσα το πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση PRINTEK στους διαδίκους, ζήτησα όπως έχω τις θέσεις τους ως προς αυτό το ζήτημα. Το σκεπτικό μου ήταν ότι, εάν το Διάταγμα προσωρινού εκκαθαριστή, άπαξ και εκδοθεί, δεν υπόκειται σε οριστικοποίηση, αλλά απεναντίας θεωρείται ως εκ της φύσης του οριστικό και υπόκειται σε αίτηση ακύρωσης και/ή παραμερισμό από οποιοδήποτε επηρεαζόμενο μέρος, τότε η διαδικασία επιστρεπτέου του διατάγματος ενδεχομένως να πάσχει εξ υπαρχής. Ο Καθ' ου η αίτηση έσπευσε να αποταθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο για να ζητήσει άδεια για καταχώριση αίτησης προς έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorary και Prohibition (σχετική η Πολιτική ECLI:CY:AD:2014:D737, Αίτηση αρ. 172/2014) για ακύρωση της ενδιάμεσης απόφασης διορισμού του προσωρινού εκκαθαριστή. Η αίτησή του απορρίφθηκε στις 3.10.2014 ενόψει της εν εξελίξη ενώπιον μου διαδικασίας που ήταν ορισμένη την ίδια ημέρα (3.10.2014) για τοποθέτηση των μερών αναφορικά με το θέμα που ήγειρα αυτεπάγγελτα. Επιβάλλεται εδώ να σημειώσω, ότι όπως ορθά παρατήρησε ο, εκ των συνηγόρων του Αιτητή, κ. Παναγίδης, από τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση στην Πολιτική Αίτηση αρ. 172/2014, προκύπτει ο κ. Π. Αγγελίδης δεν μετέφερε ορθά στο πλαίσιο της εν λόγω Πολιτικής αίτησης τη βάση του δικού μου προβληματισμού. Όπως το παρουσίασε ο κ. Παύλος Αγγελίδης, κατά τη δικάσιμο ημερ. 29.9.2013, είχα υποδείξει ότι «δυνατόν η έκδοση του διατάγματος διορισμού προσωρινού Εκκαθαριστή με επιστρεπτέο το εκδοθέν διάταγμα να ήταν παράνομο λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας με βάση τα επικαλεσθέντα άρθρα, τα οποία εκ πρώτης όψεως δεν έδιδαν δικαίωμα στον Αιτητή της 627/14 να αιτηθεί και πολύ περισσότερο να εξασφαλίσει διάταγμα προσωρινού Εκκαθαριστή». Τούτο δεν αντικατοπτρίζει ό,τι πραγματικά εξέθεσα ως δικό μου προβληματισμό. Είναι σαφές από το κείμενο της απόφασης στην Πολιτική Αίτηση 172/2014, ότι ο κ. Π. Αγγελίδης δεν μερίμνησε να εφοδιάσει το Ανώτατο Δικαστήριο με το πρακτικό της ενώπιόν μου δικασίμου, ημερ. 29.9.2014, προφανώς επειδή στόχευε μόνο σε ακύρωση της απόφασης ημερ. 5.9.
- Προσωπικά, δεν ήγειρα ποτέ ζήτημα έλλειψης δικαιοδοσίας/αρμοδιότητας του Δικαστή που εξέδωσε τα Διατάγματα ημερ. 5.9.2014, αφού δεν θα μπορούσα να ενεργήσω ως Εφετείο, ούτε έθεσα ποτέ θέμα έλλειψης νομιμοποίησης του κ. Ανδρέα Παπαχαραλάμπους να εγείρει την αίτηση ημερ. 4.9.2014, αφού αυτό είναι ζήτημα ουσίας (και όχι διαδικασίας), στο οποίο ακόμη να υπεισέλθω. Συγχρόνως, ουδέποτε ισχυρίστηκα ότι υφίσταται ζήτημα έλλειψης καθ' ύλην δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου να επιληφθεί της αίτησης ημερ. 4.9.
- Όσα ο κ. Π. Αγγελίδης προώθησε στο πλαίσιο της Πολιτικής ECLI:CY:AD:2014:D737, Αίτησης αρ. 172/2014 ως λόγους ακύρωσης των Διαταγμάτων ημερ. 5.9.2014, αν και συναρτώνται με τα αποφασισθέντα στην PRINTEK[1] και παρά το ότι ήταν δικαίωμά του να τα εγείρει στην Πολιτική αίτηση, εντούτοις δεν αναφέρθηκαν ποτέ από το παρόν Δικαστήριο για τους λόγους που επεξήγησα ανωτέρω. Κατά την ενώπιον μου διαδικασία στις 3.10.2014 ο κ. Π. Αγγελίδης αγόρευσε περί του ότι υφίστανται βάσει της απόφασης στην Printek λόγοι εξ υπαρχής ακυρότητας των Διαταγμάτων ημερ. 5.9.2014 και ότι τούτοι θα πρέπει να επιφέρουν δίχως άλλο τον τερματισμό των προσωρινών Διαταγμάτων με απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Ειδικότερα, εισηγήθηκε ότι το Α. 227 του Κεφ. 113 δεν δίδει εξουσία εκδόσεως ενδιάμεσου διατάγματος. Δεν μιλά για interim measure ή interlocutory injunction. Μιλά για το διορισμό εκκαθαριστή «προσωρινά», όχι μέχρι εκδικάσεως άλλων υποθέσεων. Θα έπρεπε να επιβεβαιωθεί εξ αρχής ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσής του. Για να εκδοθεί πρέπει να υπάρχει η σύμφωνη γνώμη των μετόχων και να γίνει γενική συνέλευση των μετόχων. Μόνο το Α.214 του Κεφ.113 μιλά για ενδιάμεσο διάταγμα.[2] Δεν είναι τυχαίο που χρησιμοποίησε δύο διαφορετικές λέξεις ο Νομοθέτης. Ο διορισμός προσωρινού εκκαθαριστή είναι η έναρξη του αγώνος. Το Δικαστήριο δεν μπορεί ύστερα να ξεκινήσει τον αγώνα ή να τον διακόψει. Είχα την ευκαιρία να ακούσω κατά την ίδια δικάσιμο, ημερ. 3.10.2014, σε αντιδιαστολή προς τις πιο πάνω εισηγήσεις του κ. Π. Αγγελίδη, τις τοποθετήσεις των συνηγόρων του Αιτητή ως προς το διαδικαστικό ζήτημα που ήγειρα. Η θέση τους αναλύεται ως εξής: (α) Ότι ο διορισμός προσωρινού εκκαθαριστή αποτελεί ενδιάμεση / προσωρινή θεραπεία, την οποία το Δικαστήριο έχει εξουσία να χορηγεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 227 του Κεφ. 113, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
- Παραπέμπουν το Δικαστήριο σε απόφαση του Φρ. Νικολαϊδη, Δ., ημερ. 17.10.2013 στην Πολιτική Αίτηση αρ. 104/2003 Αναφορικά με την Αίτηση της Εταιρείας Bellfield Ltd για Άδεια Καταχώρησης Αίτησης για Ένταλμα της Φύσης Certiorary
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1412, η οποία εκδόθηκε στις 17.10.2003 (δηλ. ένα μήνα περίπου μετά την έκδοση της απόφασης Printek ανωτέρω)[3]. Σε εκείνην την υπόθεση είχε εκδοθεί στη βάση μονομερούς αίτησης διάταγμα διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή κατόπιν αίτησης πιστωτή της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδέχθηκε την αίτηση για άδεια καταχώρησης αίτησης Certiorary επειδή το Επαρχιακό Δικαστήριο παρέλειψε να ζητήσει από την Αιτήτρια εταιρεία - πιστωτή, την κατάθεση πριν από την έκδοση του διατάγματος διορισμού του προσωρινού εκκαθαριστή, εγγύησης για την εξασφάλιση της υποχρέωσης για αποζημίωση της εταιρείας εναντίον της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα όπως προνοεί το άρθρο 9
(2)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Είναι η εισήγηση των συνηγόρων του Αιτητή στην παρούσα υπόθεση ότι σε αντιδιαστολή προς την Printek προκύπτει από την Bellfield ότι υπάρχει η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή με μονομερή αίτηση για έκδοση συντηρητικού διατάγματος. (β) Περαιτέρω και ανεξάρτητα των πιο πάνω, εφόσον στην παρούσα υπόθεση έχει ήδη χαραχθεί η διαδικασία της έκδοσης των Διαταγμάτων ημερ. 5.9.2014 ως επιστρεπτέων, είναι η θέση των συνηγόρων του Αιτητή ότι το παρόν Δικαστήριο δεσμεύεται, ως ομόβαθμο που είναι (υπό την έννοια ότι είναι και τα δύο πρωτόδικα Δικαστήρια), να ακολουθήσει τη διαδικασία αυτή (παραπέμπουν, συναφώς, στις Panayiota Mina Papademetriou v Antonios Sofokli Christofi and Others
(1988)1 CLR 101 και στην απόφαση ημερ. 3.3.2010 στην Πολιτική Αίτηση 81/2009, Αναφορικά με την Αίτηση των Νικόλα Σιδέρη κ.α.
(2010)1Α Α.Α.Δ 286). Υποδεικνύουν, συγχρόνως, οι συνήγοροι του Αιτητή ότι, μέχρι στιγμής, ο Καθ' ου, κ. Π. Αγγελίδης, δεν αιτήθηκε τον παραμερισμό των Διαταγμάτων ημερ. 5.9.2014, ωσάν να είναι οριστικά. Αντί τούτου, καταχώρησε ένσταση στη διατήρηση των διαταγμάτων ακολουθώντας έτσι την ήδη χαραχθείσα διαδικασία. (γ) Παρά το ότι είναι ξεκάθαρο στο μυαλό των συνηγόρων του Αιτητή ότι το παρόν Δικαστήριο δεν ήγειρε ζήτημα αρμοδιότητας του Δικαστηρίου που εξέδωσε το μονομερές διάταγμα, δηλώνουν εν πάση περιπτώσει τη θέση τους ότι εφαρμόζονται εν προκειμένω οι διατάξεις της δεύτερης επιφύλαξης του εδαφίου
(1)του άρθρου 209 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113.[4] Συναφώς, αναφέρουν ότι το ζήτημα της αρμοδιότητας οποιουδήποτε αστικού Δικαστή (ανεξαρτήτως κλίμακας της αίτησης) να χορηγεί παρεμπίπτον Διάταγμα στο πλαίσιο αίτησης δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου αποσαφηνίζεται στην απόφαση ημερ. 8.8.2013 του Στ. Ναθαναήλ, Δ., στην Πολιτική αίτηση αρ. 153/13, Αναφορικά με την Αίτηση του Νίκου Χριστοφή για Διάλυση της εταιρείας Christofi Bros Trading Limited, η οποία είναι μεταγενέστερη της Printek. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η εξουσία του Δικαστηρίου να διορίζει προσωρινό εκκαθαριστή ρυθμίζεται κατά τρόπο ειδικό από τις διατάξεις του άρθρου 227 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, τις οποίες παραθέτω꞉ «227.—
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού, το Δικαστήριο δύναται, να διορίσει προσωρινά εκκαθαριστή σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την υποβολή αίτησης για εκκαθάριση.
(2)Ο διορισμός προσωρινού εκκαθαριστή δύναται να γίνει οποτεδήποτε πριν από την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, και είτε ο επίσημος παραλήπτης είτε οποιοδήποτε άλλο κατάλληλο πρόσωπο δύναται να διοριστεί.
(3)Όταν εκκαθαριστής διορίζεται προσωρινά από το Δικαστήριο, το Δικαστήριο δύναται να περιορίσει τις εξουσίες του με το διάταγμα που τον διορίζει.». Το προπαρατεθέν άρθρο δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε τροποποίηση μετά τη θέσπιση του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Παραμένει σχεδιασμένο κατά το πρότυπο του άρθρου 238
(1)του Companies Act
- Αντίστοιχη διάταξη εφαρμόζεται έκτοτε στο Ηνωμένο Βασίλειο με τη θέσπιση του Άρθρου 135 του Insolvency Act
- Έχω, λοιπόν, αντλήσει καθοδήγηση από την Αγγλική νομολογία αναφορικά με την ερμηνεία και εφαρμογή της εν λόγω διάταξης. Η λήψη τέτοιας καθοδήγησης είναι αποδεκτή από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου꞉ Παραπέμπω, μεταξύ άλλων, στην απόφαση του Χρυσοστομή, Δ., στην Stephanos & Andreas Cold Stores Trading Limited ν Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λτδ (Αρ.1)
(1998)1Γ Α.Α.Δ 1806 όπου εξετάστηκαν οι διατάξεις των Α. 220 και 215 του Κεφ. 113 και λέχθηκαν σχετικά τα εξής꞉[5] «Τα πιο πάνω άρθρα του δικού μας Νόμου, είναι παρόμοια με τα άρθρα 231 και 226 του αγγλικού Companies Act 1948. Παρόμοιες πρόνοιες που αφήνουν ανεπηρέαστες τις αρχές που διέπουν τα ερωτήματα ενώπιον μας έγιναν και με τα άρθρα 126, 128 και 130
(3)του Insolvency Act 1986. Κατά συνέπεια, αγγλικά συγγράμματα και δικαστικές αποφάσεις μπορούν να είναι καθοδηγητικές πάνω στα θέματα που μας απασχολούν.». Όπως, επίσης, σημειώθηκε από τον Καλλή, Δ., στην απόφαση Ιωάννης Παπαδόπουλος ν Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ
(2004)1Γ ΑΑΔ. 1716, με παραπομπή και σε προγενέστερη απόφαση του Αρτεμίδη, Δ στην Κολαρίδου ν. Κολαρίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1408, 1411, η Αγγλική Νομολογία δεν είναι μεν δεσμευτική, είναι όμως βοηθητική ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή νομοθετήματος μας πανομοιότυπου με το αγγλικό. Χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την απόφαση, ημερ. 13.10.2011, που εκδόθηκε από το Court of Appeal (Civil Division) σε έφεση από απόφαση του High Court of Justice (Chancery Division) στην υπόθεση The Commissioners for Her Majesty's Revenue and Customs (HMRC) v Rochdale Drinks Distributors Ltd [2011] EWCA Civ
- Ερμηνεύθηκαν εκεί οι διατάξεις του Α. 135 του Insolvency Act
- Σημειώνω ότι σε εκείνην την υπόθεση οι HMRC καταχώρησαν στις 24.2.2011 αίτηση για υποχρεωτική εκκαθάριση της εταιρείας Rochdale Drinks Distributors Ltd (στο εξής «η Rochdale») επικαλούμενοι την ιδιότητα των πιστωτών της Rochdale και την ίδια ημέρα καταχώρησαν ex parte αίτηση για διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση. Δόθηκε μονομερώς το Διάταγμα διορισμού Προσωρινού Εκκαθαριστή αυθημερόν. Στις 18.3.2011 η Rochdale καταχώρησε αίτηση για ακύρωση / παραμερισμό του Διατάγματος. Η αίτηση αυτή ακούστηκε δια κλήσεως από διαφορετικό Δικαστή, ο οποίος, αφού εξέτασε την ενώπιον του κατατεθείσα μαρτυρία, εξέδωσε απόφαση στις 5.4.2011 με την οποία διέταξε τον άμεσο τερματισμό του διορισμού του Προσωρινού Εκκαθαριστή (the immediate discharge of the appointment). Ασκήθηκε έφεση κατά της απόφασης αυτής από τους HMRC. Κατ' έφεση, ο Προσωρινός Εκκαθαριστής αποκαταστάθηκε στη θέση του. Η απόφαση δόθηκε από τον Lord Justice Rimer με τον οποίο συμφώνησε ο Lord Justice Pill. Ο Lord Justice Lewison.συμφώνησε με την απόφαση, αλλά πρόσθεσε σε δικό του κείμενο απόφασης ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με τη φύση της διαταγής διορισμού Προσωρινού Εκκαθαριστή, οι οποίες παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Παραθέτω πρώτα τις παρα. 75 έως 77 από την απόφαση του Lord Justice Rimer, όπου αναφέρεται στις διατάξεις του άρθρου 135 του Insolvency Act 1986 και ακολούθως στα κριτήρια εφαρμογής του: «
- The court's jurisdiction to appoint a provisional liquidator is conferred by section 135 of the Insolvency Act
- Section 135
(1)provides that 'Subject to the provisions of this section, the court may, at any time after the presentation of a winding-up petition, appoint a liquidator provisionally'. Section 135
(2)provides that in England and Wales, 'the appointment of a provisional liquidator may be made at any time before the making of a winding-up order; and either the official receiver or any other fit person may be appointed'. Section 135
(4)provides that the provisional liquidator shall carry out such functions as the court may confer on him; and section 135
(5)provides that that his powers may be limited by the order appointing him. The power to appoint a provisional liquidator is, therefore, a broad and general one in the sense that, provided that the jurisdictional conditions in section 135
(1)and
(2)are met, the section imposes no limitations upon, nor does it prescribe, the criteria to be adopted by the court when considering an application for such an appointment (see Re Union Accident Insurance Co Ltd [1972] 1 All ER 1105, at 1109h, per Plowman J; and In re Highfield Commodities Ltd [1985] 1 WLR 149, at 158Gto 159F, per Sir Robert Megarry V-C).
- The appointment of a provisional liquidator to a trading company is, however, a most serious step for a court to take. It is likely in many cases to have a terminal effect on the company's trading life. It is not an order to be made lightly and its making requires the giving by the court of the most anxious consideration. In Union Accident Assurance, Plowman J explained the twofold approach that he proposed to adopt. He said, at [1972] 1 All ER 1105, 1110b: 'There are two matters though, which seem to be relevant for me to consider. The first is whether the department has made out a good prima facie case for a winding-up on the hearing of the petition Any views I express about the matter now are of course provisional only because I am not trying the petition at the present time. If the department has not made out a good prima facie case for a winding-up order then clearly I think it would not be right to appoint a provisional liquidator. On the other hand, if the department has made out a good prima facie case for a winding-up order then the second matter for my consideration arises, namely, whether in the circumstances of this case it is right that a provisional liquidator should have been appointed.' With one qualification, I would respectfully regard that as a good working approach to the disposition of an application for the appointment of a provisional liquidator. The qualification is that I would, however, regard the continued use in this context of the phrase 'good prima facie case' as unsatisfactory. In American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd [1975] AC 396, at 404F, Lord Diplock said of the phrase 'prima facie case' that it 'may in some contexts be an elusive concept', and Plowman J's chosen phrase also included a 'good', which may perhaps tend to increase the risk of etusfveness. Given the potential seriousness of the appointment of a provisional liquidator, I consider that in the case of a creditor's petition the threshold that the petitioner must cross before inviting such an appointment ought to be nothing less than a demonstration that he is likely to obtain a winding-up order on the hearing of the petition.». [.]
- Overall, therefore, I would conclude that, had he directed himself correctly, the judge should have found that HMRC was likely to obtain a winding up order on the hearing of the petition. The next question to which he would have to turn would be as to whether, pending judgment on the petition, he should maintain the provisional liquidator in office.
- One of the considerations raised by that question is the risk of dissipation of assets in the meantime. [.]
- I turn, therefore, to whether Peter Smith J's discretionary exercise of judgment in appointing Mr Defty as provisional liquidator of RDD ought to be discharged or maintained. I start from the premise that RDD is insolvent, or is at likely to be shown to be insolvent at the hearing of the petition; and that HMRC are likely to obtain an order for its winding up. That is not, I consider, sufficient without more to justify the appointment of a provisional liquidator. The usual basis on which such an appointment is sought is because of a risk of jeopardy to the company's assets, namely the risk of their dissipation before the winding up order is made, with the consequence that their collection and rateable distribution between the company's creditors will be frustrated. Such risk does not refer to (or only to) 'dissipation' in the sense in which that word is ordinarily used in the context of freezing orders, that is a deliberate making away with the assets so as to frustrate the enforcement of a future judgment; it includes any serious risk that the assets may not continue to be available to the company (see Re a company (No 003102 of 1991), ex parte Nyckeln Finance Co Ltd [1991] 1 BCLC 539, at 542, per Harman J). I consider that Harman J probably had in mind the type of case in which, despite the presentation of a petition, an apparently insolvent and loss-making company simply continues to trade without obtaining an order under section 127 of the Insolvency Act
- The circumstances justifying the appointment of a provisional liquidator are not, however, confined to jeopardy of this particular nature. In cases in which there are real questions as to the integrity of the company's management and as to the quality of its accounting and record-keeping function, it will be an important part of a liquidator's function to ensure that he obtains control of its books and records so that he can engage in all necessary investigations of its transactions. These will or may include investigations of those who have been managing the company with a view to considering the bringing of claims against them; and the consideration of whether any of the company's directors ought to be the subject of a report to the Secretary of State to the effect that it appears to the liquidator that they were unfit to be-concerned in the management of a company. Such a report might then lead to an application to the court for their disqualification. If there is any risk that, pending the hearing of the petition, records may be lost or destroyed, that will also found the basis for the appointment of a provisional liquidator, who will be able immediately to secure them and commence his own inquiries into the affairs of the company and the conduct of its management.».. (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Παραθέτω ακολούθως όσα επεσήμανε ο Lord Justice Lewison: «
- I agree that HMRC's appeal should be allowed; and would like to add some observations of my own. They are no more than footnotes to Lord Justice Rimer's comprehensive judgment, with which I agree.
- The appointment of a provisional liquidator is, as the phrase suggests, an interim remedy. It takes place before the facts have been found. Not only is it an interim remedy, it is one of the most intrusive interim remedies in the court's armoury. In many, if not most, cases its effect will be to stop the company trading; and to cause the company's employees to lose their jobs. In deciding whether to grant or refuse an interim remedy the overriding principle is that the court should take whichever course seems likely to cause the least irremediable prejudice to one party or the other. Among the matters which the court may take into account are the prejudice which the claimant may suffer if the remedy is not granted or the defendant may suffer if it is; the likelihood of such prejudice actually occurring; the extent to which it may be compensated by an award of damages or enforcement of the cross-undertaking; the likelihood of either party being able to satisfy such an award; and the likelihood that the remedy will turn out to have been wrongly granted or withheld, that is to say, the court's opinion of the relative strength of the parties' cases: see National Commercial Bank of Jamaica Ltd ν Olint Corp Ltd [2009] UKPC 16 [2009] 1 WLR 1405 §§ 17,
- If a business is shut down wrongly, the cross-undertaking is unlikely to provide adequate compensation to the company concerned, let alone to the employees who will have lost their jobs and to whom no cross-undertaking will usually have been offered. In addition once a provisional liquidator has been appointed the company's books and records will pass into his control; and will no longer be accessible, as of right, to the company's directors. This latter consequence may hamper the company and its directors in defending allegations made in the petition. I agree, therefore, with Lord Justice Rimer (§ 76) that the appointment of a provisional liquidator requires the most anxious consideration. This leads on to the next point. Because the appointment of a provisional liquidator is so intrusive, an application for such an appointment made without notice needs to be justified by exceptional circumstances. A judge should not entertain an application of which no notice has been given unless either giving notice would enable the defendant to take steps to defeat the purpose of the remedy (as in the case of a freezing or search and seizure order) or there has been literally no time to give notice before the remedy is required to prevent the threatened wrongful act. Any notice is better than none: see National Commercial Bank of Jamaica Ltd ν Olint Corp Ltd [2009] UKPC 16 [2009] 1 WLR 1405 §
- [...]
- As Lord Justice Rimer has explained (§ 99) the mere fact that a winding up order is likely to be made on a creditor's petition is not enough on its own to justify the appointment of a provisional liquidator. Something more is needed. Although the phrase "dissipation of assets" has crept into this branch of the law it is important not to fall into the trap of equating the criteria for the appointment of a provisional liquidator with the criteria for the grant of a freezing order. For one thing, a freezing order will not (at least in theory) prevent transactions that take place in the ordinary course of business, whereas if a provisional liquidator is appointed the business will usually grind to an instant halt. For another, the need to preserve books and records may be an important factor in deciding whether or not to appoint a provisional liquidator. This may be so where there is clear evidence of fraud; or even (as in this case) where there is almost irrefutable evidence of chaos. In some cases this kind of concern may be alleviated during an interim period by the giving of undertakings by the company and its directors. But no undertakings were offered in this case. In addition in some cases the appointment of a provisional liquidator of an insolvent company may be justified because of his ability to investigate possible claims against directors for fraudulent or wrongful trading: Re Latreefers Inc fl 9991 1 BCLC
- [...]». Ο Lord Justice Rimer είχε την ευκαιρία να σχολιάσει στη δική του απόφαση όσα ανέφερε πιο πάνω ο Lord Justice Lewison꞉ «
- Since writing this judgment I have had the advantage of reading Lewison LJ's judgment in draft. I agree with all he says save only that I do, however, have respectful reservations as to what I read to be a criticism of HMRC for having made their application to Peter Smith J without giving notice of it to RDD, or explaining in their evidence why they had not given such notice. The propriety of HMRC's chosen procedure in the present case was not the subject of argument before us and I regard it as probable that they would defend their recourse to such exceptional procedure by saying that, in the light of the seriousness of the case they had made against RDD, the need for it was self-evident. As however, this was not in issue before us, I should prefer to say no more about it.». Από τα πιο πάνω αποσπάσματα από την απόφαση στην υπόθεση Rochdale προκύπτει, κατά την κρίση μου ότι- το άρθρο 135 του Insolvency Act 1986 (αντίστοιχο του Α.227 Κεφ. 113) ερμηνεύεται κατά τρόπο αυτοτελή. Δεν καθορίζονται στο ίδιο το άρθρο του Νόμου τα κριτήρια εφαρμογής του, όπως ούτε και η διαδικασία έκδοσής του. Αυτά διαμορφώθηκαν νομολογιακά υπό το φως της δραστικότητας του ρόλου που πρόκειται να επιτελεί ο προσωρινός εκκαθαριστής και των συνεπειών του για τη λειτουργία της επηρεαζόμενης εταιρείας. Δεν παύει όμως από το να αντιμετωπίζεται ο διορισμός προσωρινού εκκαθαριστή ως προσωρινή θεραπεία στο πλαίσιο της εκκρεμοδικίας στην αίτηση εκκαθάρισης. Ο προσωρινός εκκαθαριστής ονομάζεται έτσι διότι διορίζεται με καθορισμένο χρονοδιάγραμμα αποστολής, ήτοι το αργότερο μέχρι την έκδοση απόφασης στην αίτηση εκκαθάρισης. Αν απορριφθεί η αίτηση εκκαθάρισης, η αποστολή του τερματίζεται, αλλά ακόμη και αν επιτύχει, αναλαμβάνει ο Επίσημος Παραλήπτης. Γι' αυτό και απαιτείται να υποβάλλεται η αίτηση για διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή από πρόσωπο στο οποίο ο Νόμος αναγνωρίζει δικαίωμα καταχώρισης αίτησης εκκαθάρισης.[6] Ο ρόλος του προσωρινού εκκαθαριστή είναι συντηρητικός, δηλαδή οφείλει να συντηρήσει το status quo. Δεν δύναται να διανέμει περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας. Τα κριτήρια που πρέπει να ικανοποιήσει ο Αιτητής για τον διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή προσομοιάζουν με εκείνα που εφαρμόζονται για παρεμπίπτοντα διατάγματα, χωρίς όμως να είναι ακριβώς τα ίδια. Απαιτείται, αφενός, να αποδεικνύεται από τον αιτητή ότι είναι πιθανόν να επιτύχει στην εξασφάλιση του διατάγματος εκκαθάρισης της εταιρείας και, αφετέρου, ότι συντρέχουν εξαιρετικές ή ιδιάζουσες περιστάσεις οι οποίες δικαιολογούν το διορισμό του εκκαθαριστή προσωρινά, δηλαδή μέχρι την έκδοση απόφασης στην αίτηση εκκαθάρισης. Ως τέτοιες περιστάσεις, οι οποίες δεν καθορίζονται στη νομολογία εξαντλητικά, νοούνται ο κίνδυνος εξαφάνισης περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας ή ο κίνδυνος αύξησης των υποχρεώσεών της στο μεσοδιάστημα σε βαθμό που να διακυβεύονται τα συμφέροντα των πιστωτών αν δεν αναλάβει ανεξάρτητο άτομο τη διοίκηση της εταιρείας ή ο κίνδυνος χαοτικής διοίκησης της εταιρείας, κ.λπ. Το Διάταγμα διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή θα πρέπει να εκδίδεται από το Δικαστήριο με τη μεγαλύτερη δυνατή περίσκεψη και θα πρέπει να αποφεύγεται η έκδοσή του μονομερώς (δηλ. χωρίς ειδοποίηση προς την εταιρεία) εκτός αν αποδειχθούν οι εξαιρετικές περιστάσεις, ή αν η παροχή ειδοποίησης θα έδινε την ευκαιρία στον καθ' ου να καταστρατηγήσει το σκοπό έκδοσης του Διατάγματος ή αν δεν παρεχόταν κυριολεκτικά χρόνος για να δοθεί ειδοποίηση πριν την επέλευση της αδικοπραγίας την οποία ήταν αναγκαίο να προκαταλάβει ο αιτητής. Ως προς το ζήτημα του μονομερούς της αίτησης, υπάρχει και πολύ παλαιότερη Αγγλική νομολογία, η οποία δείχνει ότι είναι επιτρεπτό σε ορισμένες περιστάσεις να εκδίδεται διάταγμα προσωρινού εκκαθαριστή, υπό την προϋπόθεση παροχής εγγύησης αποζημιώσεων της εταιρείας. Αναφέρομαι στην απόφαση In re Highfield Commodities Ltd [1985] 1 WLR 149, στην οποία εξετάστηκε η εφαρμογή του Section 238
(1)του Companies Act 1948. Στις σελίδες 158 to 159F, ο Sir Robert Megarry V-C αναγνώρισε τη δυνατότητα των αιτητών να αιτηθούν μονομερώς (δηλαδή χωρίς ειδοποίηση προς την επηρεαζόμενη εταιρεία) την έκδοση διατάγματος διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή και εξέτασε το ζήτημα της αναγκαιότητας παροχής εγγύησης από τον αιτητή για την έκδοση διατάγματος διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή. Σχετικό το εξής απόσπασμα: «Palmer's Company Precedents, 17th ed.
(1960)Part. 2, p.104, sets out two forms of an order appointing a provisional liquidator after the presentation of a winding up petition and before a winding up order has been made. One form does not contain any undertaking in damages by the applicant, whereas the other does, but qualifies it with a note that the undertaking "is not usually required if the company appears". In Atkin΄s Court Forms, 2h ed., vol. 10
(1981), p.234, the form also contains an undertaking in damages, with a reference to p.
- There, a note states that, where, as here, the order is made ex parte, the court 'will usually require the applicant' to give an undertaking in damages. [...] I accept, of course, that there are many distinctions between the grant of an interlocutory injunction and obtaining the appointment of a provisional liquidator. Nevertheless, the Hoffmann case [1975] A.C. 295 seems to me to provide a useful parallel as regards the special position of the Crown. In relation to the present case, the position both on the general law and on the special position of the Secretary of State seems to me to be the following. First, the general practice is to require an undertaking in damages if a provisional liquidator is appointed ex parte. Second, the general practice is not to require an undertaking in damages if the appointment is made inter partes. [.].». Δεν αναλύονται στο κείμενο της απόφασης του Sir Megarry V-C οι απόψεις του αναφορικά με τις διαφορές μεταξύ ενός προσωρινού διατάγματος και ενός διατάγματος διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή. Γίνεται όμως ξεκάθαρο ότι η έκδοση διατάγματος προσωρινού εκκαθαριστή είναι επιτρεπτό να γίνεται στο πλαίσιο μονομερούς αίτησης, υπό την προϋπόθεση της έκδοσης από τον αιτητή εγγύησης για κάλυψη αποζημιώσεων για ζημιές που τυχόν να προκύψουν στην εταιρεία. Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται από τα διαλαμβανόμενα σε πιο πρόσφατη έκδοση του Palmer's Company Law, ειδικότερα στην 24η έκδοση του
- Καταγράφεται εκεί ως πλέον ξεκάθαρο αποτέλεσμα της νομολογίας ότι: «If the company makes, consents to, or is shown not to oppose the application, the appointment is almost a matter of course when it is asked that the official receiver be appointed. The early cases seem to show that the appointment will only be made where the company consents or the petition is unopposed. However, where the company opposes or does not appear the order may now be made if there are special circumstances such as danger to the assets or obvious insolvency or the company has admitted that it has no defence to the petition. There is no exhaustive list of examples.». Σημειωτέον ότι στις προμνησθείσες υποθέσεις Rochdale και Highfield Commodities Ltd, όπως και σε άλλη υπόθεση που μνημονεύται στην Rochdale, ήτοι στην Union Accident Assurance, εκδόθηκε μονομερώς το διάταγμα διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή, ως εξ υπαρχής οριστικό αφότου ικανοποιήθηκε το Δικαστήριο ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσής του, δηλαδή χωρίς να οριστεί επιστρεπτέο με σκοπό να γίνει απόλυτο αφού ακουστεί η εταιρεία. Η εταιρεία αιτήθηκε στη συνέχεια με δια κλήσεως αίτηση τον παραμερισμό του διατάγματος, αφού οι αξιωματούχοι της διατηρούσαν - βάσει της νομολογίας - κατάλοιπο εξουσίας να προβούν σε τέτοια αίτηση, κατά τον ίδιο τρόπο που διατηρούν εξουσία να αιτηθούν τον παραμερισμό της κυρίως αίτησης εκκαθάρισης ή να ενστούν στην αίτηση εκκαθάρισης. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Κατά την κρίση μου, η νομική βάση της υπό κρίση αίτησης είναι κατάλληλα δικογραφημένη, αφού - Γίνεται επίκλητη του Α. 227 του περί Εταιρειών Νόμου που αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο της αίτησης για το διορισμό του προσωρινού εκκαθαριστή, σε συνδυασμό με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 το οποίο ρυθμίζει την εξουσία του Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, να διορίζει παραλήπτη. Παραθέτω τις διατάξεις του άρθρου 32ː "32.-
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις στο δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νοείται ότι, παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν [...]" Γίνεται επίκληση του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, άρθρο 9 το οποίο ρυθμίζει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να εκδώσει μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα ως εξήςː «Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει, δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.». Γίνεται περαιτέρω επίκληση του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, που ρυθμίζει τη χορήγηση συντηρητικού διατάγματος, και τα οποία εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών αγωγής προς αίτηση εκκαθάριση. [7] Τέλος, γίνεται επίκληση του άρθρου 7 του Κεφ. 6, το οποίο προνοεί για την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει, τηρουμένων των αναλογιών σε αίτηση εκκαθάρισης, τον αιτητή όπως αποζημιώσει την εταιρεία αν φανεί ότι το διάταγμα εκδόθηκε για ανεπαρκείς λόγους ή αν η αίτηση εκκαθάρισης αποτύχει.[8] - «
- Αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι διάταγμα που εκδόθηκε από αυτό δυνάμει των τριών προηγούμενων άρθρων ζητήθηκε για ανεπαρκείς λόγους, ή αν η αγωγή του ενάγοντα αποτύχει ή εκδοθεί απόφαση εναντίον του λόγω παράλειψης ή με άλλο τρόπο, και φαίνεται στο Δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της αγωγής, το Δικαστήριο δύναται, αν θεωρήσει αυτό σκόπιμο, με αίτηση του εναγομένου, να διατάξει τον ενάγοντα να καταβάλει στον εναγόμενο τέτοιο ποσό το οποίο ήθελε θεωρηθεί από το Δικαστήριο ως εύλογη αποζημίωση αυτού για τη δαπάνη και βλάβη που προξενήθηκε σε αυτόν λόγω της εκτέλεσης του διατάγματος. Η καταβολή αποζημίωσης δυνάμει του άρθρου αυτού συνιστά κώλυμα για έγερση οποιασδήποτε αγωγής για αποζημίωση σε σχέση με οτιδήποτε έγινε κατά την επιδίωξη του διατάγματος κάθε τέτοια αγωγή, αν άρχισε, αναστέλλεται από το Δικαστήριο.». Επομένως, παρέχεται το νομικό υπόβαθρο για την άσκηση του ελέγχου των προϋποθέσεων διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή κατά τον τρόπο που περιγράφεται στην αγγλική νομολογία την οποία έχω παραθέσει. Έρχομαι τώρα στο ζήτημα το οποίο έχω θέσει και επί του οποίου επεφύλαξα την παρούσα απόφαση. Στην παρούσα υπόθεση, το Διάταγμα διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή εκδόθηκε ως επιστρεπτέο με σκοπό να τοποθετηθεί η Καθ' ης η αίτηση εταιρεία (και εν προκειμένω του έτερου μετόχου σε αυτήν - Καθ' ου η αίτηση). Αυτή είναι η διαδικασία που κατά κανόνα ακολουθείται σε περίπτωση έκδοσης ενδιάμεσων παρεμπίπτοντων διαταγμάτων (interlocutory injunctions). Ενδεχομένως, να ήταν ορθότερο, υπό το φως της αγγλικής νομολογίας ανωτέρω και της απόφασης Printek αναφορικά με την ιδιαίτερη φύση του διατάγματος διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή, να είχε εξ αρχής εκδοθεί ως οριστικό, υπό την εγγύηση από μέρους του Αιτητή για αποζημίωση της Καθ' ης εταιρείας σε περίπτωση τυχόν ζημιών από ενδεχόμενη διαπίστωση ότι η αίτηση εκκαθάρισης δεν ήταν βάσιμη ή/και δεν μπορεί να επιτύχει και να εναπόκειτο στην Καθ' ης η αίτηση εταιρεία, εφόσον της επιδίδετο το Διάταγμα, να αιτηθεί τον παραμερισμό του.[9] Ωστόσο, με δεδομένο ότι το συγκεκριμένο Διάταγμα, υπό τις οδηγίες που εκδόθηκε στις 5.9.2014, παραμένει αλώβητο στο νομικό στερέωμα, κρίνω ότι δεν μου παρέχεται η ευχέρεια να παρεκκλίνω από την προδιαγραφείσα διαδικασία του επιστρεπτέου, ωσάν να την ακυρώνω, καθ'ότι κάτι τέτοιο θα παραβίαζε την πάγια αρχή ότι, πρωτόδικος Δικαστής δεν δύναται να ενεργεί ως εφέτης είτε του εαυτού του είτε ομόβαθμου Δικαστηρίου. Στην Πολιτική Αίτηση αρ. 81/2009 Αναφορικά με την Αίτηση των
- Νικόλα Σιδέρη κ.α. για την Έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Τύπου CERTIORARI
(2010)1 Α.Α.Δ.
- «Το θέμα της δικαιοδοσίας όντως κρίθηκε με την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 28.1.
- Με αυτή τέθηκε το θεμέλιο της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου και πάνω σ' αυτή όφειλε να κινείται η διαδικασία, εφόσον δεν έχει παραμεριστεί, κατόπιν άσκησης ένδικου μέσου, και αλώβητη εξακολουθεί να βρίσκεται στο νομικό στερέωμα. Το θέμα της δικαιοδοσίας δεν μπορεί να εγείρεται κάθε φορά που προωθείται νέο δικονομικό μέτρο στα πλαίσια της διαδικασίας όταν δεν υπήρξε προηγουμένως τέτοια αμφισβήτηση σχετικής απόφασης για το ίδιο θέμα. Αν με την υπό κρίση απόφαση ημερ. 23.10.09 αποφασιζόταν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν είχε δικαιοδοσία για την επίλυση της διαφοράς με βάση το Αρθρο 53
(1), αυτή η απόφαση οπωσδήποτε θα βρισκόταν σε σύγκρουση με την προηγούμενη απόφαση ημερ. 28.1.09 η οποία, καθώς έχει ειπωθεί, εξακολουθεί να υφίσταται εφόσον δεν έχει παραμεριστεί. Οπωσδήποτε η αναίρεση της προηγούμενης απόφασης από ισόβαθμο δικαστήριο θα συνιστούσε έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας πράγμα που θα εξουδετέρωνε την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.). Δεν μου παρέχεται εξάλλου, υπό το πρίσμα της ίδιας προμνησθείσας πάγιας αρχής, η εξουσία να κρίνω το ζήτημα τυχόν έλλειψης δικαιοδοσίας του δικαστηρίου που εξέδωσε το Διάταγμα στις 5.9.2014. Παρενθετικά και μόνον αναφέρω, ως προς το ζήτημα αυτό, ότι υπάρχει μία τουλάχιστον απόφαση σε επίπεδο Ανωτάτου Δικαστηρίου που θα με οδηγούσε σε αντίθετο συμπέρασμα από εκείνο της Printek. Αναφέρομαι στην απόφαση που δόθηκε στην υπόθεση Stephanos & Andreas Cold Stores Trading Limited ν Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λτδ (Αρ.1)
(1998)1Γ Α.Α.Δ 1806, όπου ο Χρυσοστομής, Δ., εξέτασε το ζήτημα της ερμηνείας του όρου «Δικαστήριο» στο πλαίσιο των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- Σχετικό το απόσπασμα που παραθέτω꞉ «Στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 η λέξη "το Δικαστήριο" ερμηνεύεται στο άρθρο 2 σαν το Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία για τη διάλυση της εταιρείας σύμφωνα με το άρθρο
- Το άρθρο 209 προνοεί, μεταξύ άλλων, πως το Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία εκκαθάρισης οποιασδήποτε εταιρείας εγγεγραμμένης στη Δημοκρατία, είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο της Επαρχίας που βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, που αποτελείται από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου αυτού και ένα ή δύο μέλη του. Κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, αποκτά συντρέχουσα δικαιοδοσία ο Πρόεδρος ή οποιοσδήποτε Επαρχιακός Δικαστής του Δικαστηρίου αυτού και σε ορισμένες περιπτώσεις παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, δίδεται δικαιοδοσία στον Πρόεδρο ή οποιοδήποτε Επαρχιακό Δικαστή. Στον περί Εταιρειών Νόμο, ο νομοθέτης εκεί που χρειάζεται διαφοροποίηση κάνει και χρήση εκτός από "το Δικαστήριο" και της αναφοράς "σε οποιοδήποτε Επαρχιακό Δικαστήριο ή το Ανώτατο Δικαστήριο" για να διαφοροποιήσει την έννοια του "Δικαστηρίου" που απαντάται στο άρθρο 2 του Νόμου. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το άρθρο 215 που προαναφέρθηκε, στο οποίο γίνεται ειδική πρόνοια για αγωγή ή διαδικασία εναντίον της εταιρείας που εκκρεμεί σε οποιοδήποτε Επαρχιακό Δικαστήριο ή στο Ανώτατο Δικαστήριο και δίδεται η δυνατότητα υποβολής αίτησης για αναστολή διαδικασίας στο Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η αγωγή ή η διαδικασία στο στάδιο μεταξύ της υποβολής αίτησης εκκαθάρισης και πριν από την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης. Επομένως, μετά το διάταγμα εκκαθάρισης εξουσία άρσης της αναστολής, γίνεται φανερό πως έχει μόνο το Δικαστήριο που έχει εξουσία διάλυσης της εταιρείας, σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 209 του Νόμου.». Παρατηρώ ότι σε αντιδιαστολή προς το άρθρο 215, το άρθρο 227 του περί Εταιρειών Νόμου, χρησιμοποιεί τον όρο «Δικαστήριο» χωρίς να τον εξειδικεύει. Συνεπώς, δεν είναι η περίπτωση που να περιορίζεται ο όρος στην έννοια εκείνου μόνον του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αίτηση εκκαθάρισης. Είναι δυνατόν εν προκειμένω (υπό το φως και του άρθρου 209 το οποίο αναλύει ο Ναθαναήλ, Δ στην στην Πολιτική αίτηση αρ. 153/13, Αναφορικά με την Αίτηση του Νίκου Χριστοφή για Διάλυση της εταιρείας Christofi Bros Trading Limited) να καθοριστεί η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στη βάση της δικονομικής βάσης δυνάμει της οποίας προωθείται η αίτηση, ήτοι της προώθησής της ως μονομερούς αίτησης λόγω κατεπείγουσας ανάγκης ή άλλων ιδιαίτερων περιστάσεων βάσει του άρθρου 9 του Κεφ. 6 και του άρθρου 32 του Ν.14/60, έτσι ώστε να τυγχάνει εφαρμογής το διοικητικό πρόγραμμα για τις ακροάσεις μονομερών αιτήσεων για προσωρινά διατάγματα χωρίς τούτο να σημαίνει ότι το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται τέτοιας αίτησης δεν υπέχει το καθήκον να ενσκύψει με περίσκεψη στο κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, θα συνεχίσω να επιλαμβάνομαι των ήδη εκδοθέντων Διαταγμάτων ημερ. 5.9.2014 στο πλαίσιο της διαδικασίας του επιστρεπτέου και υπό το φως των κριτηρίων που έχω εκθέσει πιο πάνω. Με δεδομένο ότι η παρούσα απόφαση εκδίδεται κατόπιν έγερση αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο του νομικού ζητήματος, κρίνω δίκαιο να διατάξω όπως κάθε πλευρά υποστεί τα έξοδά της. [Δίδονται σχετικές οδηγίες προς τους διαδίκους ως προς την περαιτέρω πορεία.] (υπ.)....................................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Ο Χατζηχαμπής, Δ., όπως ήταν τότε διατύπωσε την εξής κρίση꞉ «Είναι καθαρό από το άρθρο 209
(1)του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 313 ότι το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας καθορίζει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να επιληφθεί αιτήσεως για διάλυση εταιρείας. Υπάρχει πρόνοια στο άρθρο 209
(1)ότι παρεμπίπτον διάταγμα δύναται να εκδώσει Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής ή Επαρχιακός Δικαστής ανεξάρτητα του αν η διαδικασία δεν θα ήταν της αρμοδιότητας αυτού, είναι όμως καθαρό εις το μυαλό μου ότι το διάταγμα για διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή το οποίο εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 227 του Κεφ. 313 δεν συνιστά προσωρινό διάταγμα που θα μπορούσε να είχε εκδοθεί από δικαστή αλλά απ΄εκείνο που είχε δικαιοδοσία, δηλαδή τον Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου.». Ακολούθως, με το σκεπτικό ότι ο διορισμός προσωρινού εκκαθαριστή ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 227 και όχι από τις διατάξεις του άρθρου 209, ο Χατζηχαμπής Δ., ακύρωσε το διάταγμα διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή, αφού έκρινε ότι ο Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής που το εξέδωσε δεν ήταν αρμόδιος να το εκδώσει, εφόσον το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας σε εκείνην την υπόθεση έθετε την αίτηση εκκαθάρισης στα όρια της δικαιοδοσίας Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου και συνεπακόλουθα μόνον Πρόεδρος θα μπορούσε να το είχε εκδώσει. Εντόπισε και δεύτερο λόγο ακυρότητας στη διαδικασία έκδοσης του διατάγματος προσωρινού εκκαθαριστή στην ανωτέρω υπόθεση ο Χατζηχαμπής, Δ. Επεσήμανε ότι ο Κανονισμός 32
(1)των Αγγλικών Κανονισμών που τιτλοφορούνται «The Company (Winding Up) Rules 1949» προνοεί ότι το διάταγμα εκδίδεται, όπως αναφέρει, "upon the application of a creditor, or of a contributory, or of the Company, .", ενώ στην εν λόγω υπόθεση το διάταγμα εζητήθηκε όχι με αίτημα οποιουδήποτε συνεισφορέα ή πιστωτή ή της ίδιας της εταιρείας, αλλά από μέτοχο. Κατέληξε ο Χατζηχαμπής Δ ότι και για το λόγο αυτό δεν υπήρχε εξουσία στο δικαστήριο να εγκρίνει το αίτημα και να διορίσει προσωρινό εκκαθαριστή. [2] 214.—
(1)Κατά την ακρόαση αίτησης για εκκαθάριση, το Δικαστήριο δύναται να την απορρίψει, ή να αναβάλει την ακρόαση με όρους ή χωρίς όρους, ή να εκδώσει ενδιάμεσο διάταγμα, ή οποιοδήποτε άλλο διάταγμα θεωρήσει πρέπον, αλλά το Δικαστήριο δεν δύναται να αρνηθεί να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης μόνο επειδή τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας έχουν επιβαρυνθεί ή υποθηκευθεί για ποσό ίσο με ή που υπερβαίνει τα περιουσιακά εκείνα στοιχεία ή ότι η εταιρεία δεν έχει περιουσιακά στοιχεία. [3] Η απόφαση Printec εκδόθηκε στις 19.9.2003. [4] «209.—
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 22 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το Επαρχιακό Δικαστήριο της επαρχίας όπου βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο εταιρείας έχει δικαιοδοσία εκκαθάρισης οποιασδήποτε εταιρείας εγγεγραμμένης στη Δημοκρατία : Νοείται ότι για τον καθορισμό του κατά πόσο δικαιοδοσία εμπίπτει στην αρμοδιότητα Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή ή Επαρχιακού Δικαστή, θα λαμβάνεται υπόψη το ποσό του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε ότι καταβλήθηκε : Νοείται περαιτέρω ότι οποιοδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκκαθάρισης, τηρουμένου του περί Δικαστηρίων Νόμου, δύναται να εκδοθεί από Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή ή Επαρχιακό Δικαστή, ανεξάρτητα από το εάν η διαδικασία δε θα ήταν της αρμοδιότητας Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή ή Επαρχιακού Δικαστή, σύμφωνα με τις πρόνοιες του παρόντος εδαφίου.». [5] "
- Όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, καμιά αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει." "
- Οποτεδήποτε μετά την υποβολή αίτησης για εκκαθάριση, και πριν από την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης, η εταιρεία ή οποιοσδήποτε πιστωτής ή συνεισφορέας δύναται- (α) όταν οποιαδήποτε αγωγή ή διαδικασία εναντίον της εταιρείας εκκρεμεί σε οποιοδήποτε Επαρχιακό Δικαστήριο ή στο Ανώτατο Δικαστήριο, να κάνει αίτηση στο Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η αγωγή ή διαδικασία για αναστολή διαδικασίας σε αυτή και (β) όταν οποιαδήποτε άλλη αγωγή ή διαδικασία εναντίον της εταιρείας εκκρεμεί, να κάνει αίτηση στο Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία εκκαθάρισης της εταιρείας για παρεμπόδιση της λήψης περαιτέρω επιπρόσθετης διαδικασίας στην αγωγή ή διαδικασία, και το Δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται αίτηση δύναται, ανάλογα με την περίπτωση, να αναστείλει ή περιορίσει τη διαδικασία με τέτοιους όρους που ήθελε θεωρήσει σωστό." [6] Rule 32
(1)of the Companies (Winding - Up) Rules 1949 (S.I. 1949 No.330 (L.4)) provides "After the presentation of a petition for the winding up of a company by the court, upon the application of a creditor, or of a contributory, or of the company, and upon proof by affidavit of sufficient ground for the appointment of a provisional liquidator, the court, if it thinks fit and upon such terms as in the opinion of the court shall be just and necessary, may make the appointment.". [7] 4.—
(1)Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί σε αυτό αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης.
(2)Το διάταγμα μεσεγγύησης που αναφέρθηκε πιο πάνω σημαίνει διάταγμα που ορίζει πρόσωπο ή πρόσωπα για να εισέλθουν σε ακίνητη ιδιοκτησία, που ορίζεται στο διάταγμα, η οποία είναι στην κατοχή του προσώπου εναντίον του οποίου εκδίδεται το διάταγμα, και να συλλέξουν, παραλάβουν και αναλάβουν στα χέρια τους τα μισθώματα και τις προσόδους αυτής, καθώς και τα αγαθά και την κινητή περιουσία του εν λόγω προσώπου και να τα κρατούν για όσο χρόνο ορίζεται στο διάταγμα ή μέχρι νεώτερου διατάγματος του Δικαστηρίου.
(3)Το διάταγμα παρέχει στο πρόσωπο που ορίζεται με τον τρόπο αυτό πλήρη εξουσία να ενεργεί καθετί το οποίο διατάσσεται να διενεργηθεί με το διάταγμα αυτό καθώς και κάθε συντελεστικό με αυτό· και, από την κοινοποίηση του διατάγματος προς το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε, αυτό στερεί το πρόσωπο αυτό από κάθε τέτοια εξουσία, τηρουμένου μόνο του δικαιώματος του να κατέχει την ακίνητη περιουσία που τελεί υπό μεσεγγύηση, και να συνεχίζει τη διεξαγωγή της εργασίας του αε αυτή και να χρησιμοποιεί την κινητή περιουσία η οποία δυνατό να βρίσκεται σε αυτή για τους σκοπούς της κατοχής αυτής και της διεξαγωγής της εργασίας του.» [8] «7. Αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι διάταγμα που εκδόθηκε από αυτό δυνάμει των τριών προηγούμενων άρθρων ζητήθηκε για ανεπαρκείς λόγους, ή αν η αγωγή του ενάγοντα αποτύχει ή εκδοθεί απόφαση εναντίον του λόγω παράλειψης ή με άλλο τρόπο, και φαίνεται στο Δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της αγωγής, το Δικαστήριο δύναται, αν θεωρήσει αυτό σκόπιμο, με αίτηση του εναγομένου, να διατάξει τον ενάγοντα να καταβάλει στον εναγόμενο τέτοιο ποσό το οποίο ήθελε θεωρηθεί από το Δικαστήριο ως εύλογη αποζημίωση αυτού για τη δαπάνη και βλάβη που προξενήθηκε σε αυτόν λόγω της εκτέλεσης του διατάγματος. Η καταβολή αποζημίωσης δυνάμει του άρθρου αυτού συνιστά κώλυμα για έγερση οποιασδήποτε αγωγής για αποζημίωση σε σχέση με οτιδήποτε έγινε κατά την επιδίωξη του διατάγματος κάθε τέτοια αγωγή, αν άρχισε, αναστέλλεται από το Δικαστήριο.». [9] Για την αναγνώριση από την Κυπριακή Νομολογία της αρχής δικαίου ότι οι αξιωματούχοι της εταιρείας διατηρούν το κατάλοιπο εξουσίας να εγείρουν αίτηση παραμερισμού βλ., μεταξύ άλλων τη Genep Trading Ltd. v. Marfin Popular Bank Public Co. Ltd.
(2009)1 Α.Α.Δ. 1658. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο