← Κύπρος

Δώρας Φαντίδου ν. ΙΙona Garamvolgyi κ.α., Αρ. Aγωγής: 8268/07, 17/10/2014

Δώρας Φαντίδου ν. ΙΙona Garamvolgyi κ.α., Αρ. Aγωγής: 8268/07, 17/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A374 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Aγωγής: 8268/07 Μεταξύ: Δώρας Φαντίδου Εναγούσης -και-

  1. ΙΙona Garamvolgyi
  2. Aνδρέα Παρασκευά Εναγομένων 17 Οκτωβρίου,
  3. Για την Ενάγουσα: κος Λ. Ιωάννου για Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδη. Για τους Εναγόμενους: κα Κυριάκου για κο Χρ. Τριανταφυλλίδη και κος Κουρσάρης για Χρυσαφίνη & Πολυβίου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσας είναι η απάντηση στο ερώτημα τίς πταίει στο δυστύχημα που εμπλέκονται οι διάδικοι. Τα δικόγραφα αποκαλύπτουν ότι δεν αμφισβητείται πως το επίδικο δυστύχημα επεσυνέβη την 29.7.2005 και περί ώρα 11.40 π.μ. Κατά τον ίδιο χρόνο η ενάγουσα ήταν πεζή, ενώ η εναγομένη 1 οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής ΚLH623 (στη συνέχεια το όχημα) κατά μήκος της λεωφόρου Διγενή Ακρίτα στη Λευκωσία, με κατεύθυνση από λεωφόρο Μακαρίου προς αγορά Αγίου Αντωνίου. Επίσης, είναι παραδεχτό ότι η εναγομένη 1 (στη συνέχεια η οδηγός) δεν είναι ιδιοκτήτρια του εμπλεκόμενου οχήματος. Ιδιοκτήτης τούτου είναι ο εναγόμενος 2 (στη συνέχεια ο ιδιοκτήτης). Η υπεράσπιση δέχεται περαιτέρω ότι κατά το χρόνο του δυστυχήματος η οδηγός οδηγούσε το όχημα με τη συγκατάθεση και/ή συναίνεση και/ή έγκριση του ιδιοκτήτη και/ή υπό συνθήκες που αν η οδηγός ήθελε κριθεί ένοχη αμέλειας, ο ιδιοκτήτης είναι εκ προστήσεως υπεύθυνος. Εφόσον τα πιο πάνω γεγονότα προκύπτουν από τις παραδοχές των δικογράφων, καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Εύρημα του Δικαστηρίου αποτελεί και η αδιαμφισβήτητη μαρτυρία που αποκαλύπτει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της οδού που επεσυνέβη το δυστύχημα. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι στο χώρο του δυστυχήματος η λεωφόρος Διγενή Ακρίτα έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, έκαστη πλάτους τριών μέτρων. Οι δύο αντίθετες κατευθύνσεις διακρίνονται από ζωγραφιστή νησίδα πλάτους 2,50 μέτρων. Τέλος, στο αριστερό άκρο της λεωφόρου, ως η κατεύθυνση που είχε το όχημα της οδηγού, βρίσκεται πεζοδρόμιο πλάτους 2,40 μέτρων. Πέραν των πιο πάνω παραδεχτό είναι και το γεγονός ότι την 21.3.2007 και στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης 15252/06 οι δύο εναγόμενοι, οδηγός και ιδιοκτήτης, παραδέχτηκαν τις κατηγορίες που τους απαγγέλθηκαν σε σχέση με το δυστύχημα. Ο ποινικός φάκελος της υπόθεσης 15252/06, στον οποίο βρίσκεται και το κατηγορητήριο που αντιμετώπισαν οι δύο εναγόμενοι, είναι το τεκμήριο
  4. Στην έκταση που εδώ ενδιαφέρει σημειώνεται ότι η οδηγός παραδέχτηκε την 1η και 2η κατηγορία, οι οποίες αφορούσαν τα αδικήματα· αμελή οδήγηση και οδήγηση χωρίς ασφαλιστήριο έγγραφο υπέρ τρίτου, αντίστοιχα και ο ιδιοκτήτης παραδέχτηκε την 3η κατηγορία, δηλαδή ότι επέτρεψε στην οδηγό να οδηγήσει το όχημα χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ ασφαλιστήριο έγγραφο υπέρ τρίτου. Στην ποινική διαδικασία οι εναγόμενοι εκπροσωπήθηκαν από συνήγορο. Ενόψει του τελευταίου παραδεχτού γεγονότος δράττομαι της ευκαιρίας να υποδείξω ότι η παραδοχή προσώπου συνιστά επιτρεπτή μαρτυρία η οποία μπορεί να ενσωματωθεί στο μαρτυρικό υλικό και το Δικαστήριο καλείται να την αξιολογήσει κατά τον ίδιο τρόπο και με βάση τις καθιερωμένες αρχές που αξιολογείται οιαδήποτε άλλη μαρτυρία (βλ. Αγησιλάου ν. Χρίστου

(1989)1Ε Α.Α.Δ. 713, 720). Πέραν των πιο πάνω είναι αρκετό να λεχθεί ότι οι θέσεις των εμπλεκομένων διίστανται σε σχέση με τον τρόπο που επεσυνέβη το δυστύχημα. Η ενάγουσα διατείνεται ότι πεζή ούσα βάδιζε επί του πεζοδρομίου και αίφνης κτυπήθηκε από το όχημα, το οποίο, σύμφωνα με την ενάγουσα (στη συνέχεια η πεζή), η οδηγός οδήγησε επί του πεζοδρομίου. Από την άλλη η υπεράσπιση διατείνεται ότι η ενάγουσα επιχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο, από αριστερά προς τα δεξιά ως η κατεύθυνση του οχήματος, και έπραξε τούτο «διαμέσου ενός σταθμευμένου οχήματος το οποίο βρισκόταν παρκαρισμένο στο πεζοδρόμιο». Ωσαύτως, η υπεράσπιση διατείνεται ότι η ενάγουσα είναι που εισήλθε αιφνίδια και απροειδοποίητα εντός της πορείας του οχήματος που οδηγούσε η οδηγός και παρά την προσπάθεια της τελευταίας να την αποφύγει δεν απετράπη το δυστύχημα. Για την ώρα δεν καταπιάνομαι με τις ζημιές, ειδικές και γενικές, που προκλήθηκαν από το δυστύχημα. Αρκούμαι μόνο να υποδείξω ότι αριθμός τέτοιων ζημιών παρατίθεται στην έκθεση απαιτήσεως και απορρίπτεται από την υπεράσπιση, η οποία καλεί την ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη τούτων. Εκ μέρους της ενάγουσας κλήθηκαν τέσσερις μάρτυρες. Τούτοι είναι· η πεζή, ο α/αστ. 1629 Λάμπρος Λάμπρου (ΜΕ2), η πρωτοκολλητής Άντρη Μακρή (ΜΕ3) και ο ιατρός Ανδρέας Κτωρίδης (ΜΕ4). Για την υπεράσπιση μαρτυρία έδωσε μόνο η οδηγός του οχήματος. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν διάφορα τεκμήρια. Η πεζή κατέθεσε ιατρικό πιστοποιητικό που έλαβε από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας (τεκμήριο 1), το οποίο ο ιατρός Κτωρίδης αναγνώρισε ως το ιατρικό πιστοποιητικό που ο ίδιος ετοίμασε αφότου την εξέτασε όταν μεταφέρθηκε στις Α΄ Βοήθειες. Ο ιατρός υιοθέτησε το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού και επεξήγησε τούτο με απλή και καθημερινή γλώσσα. Η πεζή παρουσίασε και το τεκμήριο 2, δηλαδή απόδειξη καταβολής στην Κυπριακή Δημοκρατία του ποσού των Λ.Κ.25,00 (€42,75). Σύμφωνα με την πεζή τούτο είναι το ποσό που η ίδια κατέβαλε στον τότε συνήγορό της ώστε να λάβει την αστυνομική έκθεση. Ο αστυφύλακας κατέθεσε το τεκμήριο 3, δηλαδή το σχέδιο σκηνής που ετοίμασε όταν μετέβη στο χώρο του δυστυχήματος. Ο μάρτυρας επεξήγησε τις μετρήσεις που αναγράφονται στο σχέδιο σκηνής και καθετί σχετικό. Από τη μαρτυρία του αστυφύλακα προεξάρχον στοιχείο είναι ότι οι εμπλεκόμενοι στο δυστύχημα, πεζή και οδηγός, υπέδειξαν διαφορετικό σημείο σύγκρουσης. Η πεζή τοποθέτησε το σημείο σύγκρουσης επί του πεζοδρομίου (σημείο Χ1 στο σχέδιο σκηνής), ενώ η οδηγός τοποθέτησε τούτο στο μέσο, σχεδόν, της λωρίδας κυκλοφορίας που κινείτο (σημείο Χ στο σχέδιο σκηνής). Επιπλέον, η οδηγός υπέδειξε στον αστυφύλακα και σημείο που ήταν σταθμευμένο, σύμφωνα με την ίδια, κάποιο όχημα επί του πεζοδρομίου (σημείο Γ στο σχέδιο σκηνής). Αξίζει όμως να αναφερθεί ότι ο αστυφύλακας ανέφερε πως όταν μετέβη στη σκηνή κανένα όχημα ήταν σταθμευμένο επί του πεζοδρομίου, ενώ και το όχημα της οδηγού είχε μετακινηθεί. Τέλος η πρωτοκολλητής κατέθεσε το φάκελο της ποινικής υπόθεσης 15252/06 (τεκμήριο 4), βάσει του οποίου δηλώθηκε το παραδεχτό γεγονός που πιο πάνω αναφέρθηκε, δηλαδή ότι οι εναγόμενοι παραδέχτηκαν σχετικές με το δυστύχημα κατηγορίες. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω στρέφομαι σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίστηκε σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτάθηκε και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Επιπλέον, είχα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Δεν έχω αμφιβολία ότι ο αστυφύλακας, η πρωτοκολλητής και ο ιατρός, είναι μάρτυρες της αλήθειας. Και οι τρεις αυτοί μάρτυρες δεν έχουν κανένα συμφέρον στην εξέλιξη της διαδικασίας και η εμπλοκή τους είναι ολωσδιόλου τυχαία, απότοκο της θέσης που κατείχαν κατά το χρόνο που αφορά η μαρτυρία τους. Επιπλέον, η παρουσία τους στο Δικαστήριο ανέδειξε αυθορμητισμό και ανεπιτηδειότητα, στοιχεία που αποκαλύπτουν ειλικρίνεια και φιλαλήθεια. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Η πολύ περιορισμένη σε έκταση μαρτυρία της πρωτοκολλητού εξαντλείται στο παραδεχτό γεγονός που σχετίζεται με την ποινική υπόθεση 15252/06 (βλ. τεκμήριο 4). Προφανώς αυτός είναι και ο λόγος που η πρωτοκολλητής δεν αντεξετάστηκε από την υπεράσπιση. Συνεπώς η μαρτυρία της, η οποία ούτως ή άλλως έχει ενσωματωθεί στο παραδεχτό γεγονός, δεν μπορεί παρά να κριθεί αληθής και αξιόπιστη. Περιορισμένη σε έκταση ήταν και η αντεξέταση του ιατρού. Παρόλα αυτά, σε ερώτηση που έθεσε η υπεράσπιση ο ιατρός ήταν σαφής ότι τα αποτελέσματα του ακτινολογικού και αξονικού ελέγχου της πεζής, ήτοι παραμόρφωση σπονδύλων Θ6, Θ11, Ο1 και Ο3 με παραμορφωτική σπονδυλαρθρίτιδα και οστεοπόρωση, προϋπήρχαν και δεν οφείλονται στο δυστύχημα. Για δε την ευαισθησία και τον πόνο που η ενάγουσα επικαλείτο, διευκρίνισε ότι δεν ελέγχεται επιστημονικά και είναι υποκειμενικό εύρημα. Ανέφερε όμως ότι το δυστύχημα επιδείνωσε την προϋπάρχουσα πάθηση της ενάγουσας και είναι μια αιτία για να έχει πρόβλημα. Οι πιο πάνω θέσεις αποκαλύπτουν τη φιλαλήθεια του ιατρού και καταδεικνύουν ότι μοναδικό μέλημά του ήταν να βοηθήσει το Δικαστήριο στο έργο του και όχι να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα οιουδήποτε από τους διαδίκους. Δεν παραγνωρίζω ότι η πεζή δεν απεκάλυψε πως η παραμόρφωση σπονδύλων προϋπήρχε του δυστυχήματος, και ότι άφησε να νοηθεί πως το δυστύχημα είναι που την προκάλεσε. Εν τούτοις επί του προκειμένου δέχομαι τη θέση του ιατρού εφόσον το ζήτημα εμπίπτει στην αρμοδιότητά του και η ορθότητα ή εγκυρότητα των ενεργειών του δεν αμφισβητήθηκε, αλλά και δια το λόγο ότι απέχει από την υπόθεση και δεν έχει οιονδήποτε όφελος, σε αντίθεση με την πεζή που η μαρτυρία της διαπνέετο από υπερβολή και σκοπούσε σε εξυπηρέτηση και μόνο της αξίωσης. Επιπλέον ελεγχόμενη η μαρτυρία του ιατρού από την κοινή λογική διαπιστώνεται βάσιμη και αξιόπιστη. Βάσει λοιπόν της μαρτυρίας του δέχομαι ότι όταν η πεζή μετέβη στις Α΄ Βοήθειες εξετάστηκε από τον ιατρό Κτωρίδη. Κατ' εκείνο το χρόνο η πεζή έφερε τραύμα στο τριχωτό της κεφαλής, το οποίο αντιμετωπίστηκε με συρραφή. Επίσης διεγνώσθη ότι είχε παραμόρφωση των σπονδύλων Θ6, Θ11, Ο1 και Ο3, με παραμορφωτική σπονδυλαρθρίτιδα και οστεοπόρωση. Αυτή η πάθηση της ενάγουσας προϋπήρχε του δυστυχήματος και δεν οφείλεται στη σύγκρουση. Εν τούτοις, ο ιατρός ανέφερε και η λογική επιβεβαιώνει, ότι λόγω του δυστυχήματος σε συνδυασμό με την ηλικία της ενάγουσας, τότε ήταν 67 ετών, η προϋπάρχουσα πάθηση στη σπονδυλική στήλη επιδεινώθηκε, δηλαδή προκάλεσε κάκωση στη σπονδυλική στήλη με πόνο κατά μήκος, και είναι δυνατό ενίοτε να υποτροπιάζει και να προκαλεί λειτουργικά ενοχλήματα. Ενόσω η πεζή νοσηλευόταν παραπονείτο για πόνο και μούδιασμα (αιμωδίες) στο άνω και κάτω άκρο δεξιά. Επίσης παραπονείτο για πόνο κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης. Η πεζή νοσηλεύτηκε μεταξύ 29.7.2005 και 12.8.2005. Το τεκμήριο 1 είναι το ιατρικό πιστοποιητικό που ετοίμασε ο ιατρός Κτωρίδης. Δυστυχώς η μαρτυρία του αστυφύλακα δεν είναι ιδιαιτέρως βοηθητική. Αυτό γιατί ο μάρτυρας δεν είχε ανάμνηση σημαντικών στοιχείων που δυνατό να συνέτειναν σε διευκόλυνση της υπόθεσης. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύεται ότι ο μάρτυρας δεν θυμόταν κατά πόσο στα σημεία Χ και Χ1 βρήκε οιονδήποτε στοιχείο που αποκαλύπτει ότι όντως εκεί έγινε το δυστύχημα. Δεν θυμόταν αν το όχημα που οδηγούσε η εναγομένη 1 είχε οιανδήποτε ζημία, όπως ούτε αν εντόπισε ή αν έλαβε κατάθεση από τον οδηγό του οχήματος ΚΒΕ883, δηλαδή το όχημα που η εναγομένη 1 ανέφερε ότι ήταν σταθμευμένο επί του πεζοδρομίου αριστερά ως η κατεύθυνσή της. Εν τούτοις, από την αξιόπιστη μαρτυρία του αστυφύλακα και δη το σχέδιο σκηνής που ετοίμασε (τεκμήριο 3) επιβεβαιώνεται ότι η πεζή του ανέφερε πως βρισκόταν στο πεζοδρόμιο, ενώ η οδηγός του ανέφερε ότι η πεζή βρισκόταν στην άσφαλτο. Η επιβεβαίωση προκύπτει εμμέσως από το γεγονός ότι η πρώτη τοποθέτησε το σημείο σύγκρουσης επί του πεζοδρομίου και η δεύτερη εντός του δρόμου, περί τα 2 μέτρα μακριά από το πεζοδρόμιο (βλ. σημείο Χ και Χ1 στο σχέδιο σκηνής). Επιπλέον, η αναπαράσταση και μόνο στο σχέδιο σκηνής του φερόμενου ως σταθμευμένου οχήματος με αριθμό ΚΒΕ883, δηλοί ότι αυτή είναι η θέση που κατά προσέγγιση υποδείχθηκε στον αστυφύλακα από την οδηγό και ότι αυτός είναι ο αριθμός εγγραφής του οχήματος που του αναφέρθηκε. Τέλος, αναμφισβήτητο είναι ότι όταν ο αστυφύλακας μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος το όχημα που οδηγούσε η οδηγός δεν βρισκόταν στο σημείο σύγκρουσης εφόσον είχε μετακινηθεί. Στη σκηνή του δυστυχήματος δεν βρισκόταν ούτε το άλλο όχημα, δηλαδή εκείνο που η οδηγός ανέφερε ότι ήταν σταθμευμένο επί του πεζοδρομίου. Τα πιο πάνω με οδηγούν στη μαρτυρία των δύο άμεσα εμπλεκομένων στο δυστύχημα, δηλαδή πεζής και οδηγού. Στο πλαίσιο αυτής της διεργασίας νιώθω την ανάγκη να επαναλαμβάνω εκείνο που λέχθηκε από τον αείμνηστο Νικήτα, Δ. στην υπόθεση Αναστασία Θεοδόση Αναστασίου ν. Χριστίνα Θεοδόση Μιχαηλούδη
(1998)1 Α Α.Α.Δ. 264, 273. Λέχθηκε εκεί ότι «η ανεύρεση της αλήθειας και η ανάπλαση των γεγονότων δεν είναι βέβαια εύκολη υπόθεση. Οι κανόνες όμως του δικαίου της απόδειξης καθώς και οι εμπειρίες των δικαστών για τα ανθρώπινα είναι τα μόνα μέσα για την αναδίφηση των περασμένων». Η υπό κρίση υπόθεση δεν αποτελεί εξαίρεση. Η αξιολόγηση των εμπλεκομένων αποδεικνύεται δύσκολη δια το λόγο ότι η πραγματική μαρτυρία, καθώς και η μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων, πολύ λίγα και κατά κύριο λόγο σε επιμέρους ζητήματα, συνεισφέρουν για έλεγχο της ορθότητας αμφότερων των θέσεων που προωθήθηκαν. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι η τύχη της υπόθεσης εξαρτάται από την εξακρίβωση του σημείου σύγκρουσης. Αν η μαρτυρία της πεζής επιβεβαιωθεί επί τούτου, αναπόφευκτο είναι ότι η οδηγός κρίνεται αμελής. Αν, από την άλλη, η οδηγός κριθεί αξιόπιστη, τότε η σύγκρουση των δύο έγινε στην άσφαλτο και αυτό λόγω της αιφνίδιας εισόδου της πεζής στο δρόμο. Με οδηγό λοιπόν τα επίδικα αυτά θέματα στρέφω την προσοχή μου στη μαρτυρία των δύο. Η πεζή δεν έδωσε επαρκείς εξηγήσεις ή πλούσιες λεπτομέρειες για τις περιβάλλουσες του δυστυχήματος περιστάσεις και κύριο γνώρισμα της μαρτυρίας της είναι η υπερβολή και προσπάθεια εξυπηρέτησης ιδίου συμφέροντος. Η υπερβολή στη μαρτυρία της πεζής αποκαλύπτεται από τις σωματικές βλάβες που υποστήριξε ότι της προκάλεσε το δυστύχημα. Υποστήριξε εν προκειμένω ότι από το δυστύχημα έπαθε παραμόρφωση σπονδύλων με παραμορφωτική σπονδυλαρθρίτιδα και οστεοπόρωση. Μάλιστα στη γραπτή δήλωση που υιοθέτησε ανέφερε ότι ήταν η εκτίμηση των ιατρών πως το δυστύχημα της προκάλεσε μόνιμη ανικανότητα (βλ. τεκμήριο Α, παράγραφος 9(η) που παραπέμπει στο ιατρικό πιστοποιητικό). Η μαρτυρία όμως του ιατρού Κτωρίδη, μάρτυρας που κλήθηκε από την πεζή, καταρρίπτει τις αιτιάσεις της τελευταίας και αναδεικνύει την υπερβολή και το ψεύδος. Αφενός το ιατρικό πιστοποιητικό, το οποίο ετοιμάστηκε πολύ σύντομα μετά το δυστύχημα, πουθενά αναφέρει ή έστω αφήνει να νοηθεί ότι ο τραυματισμός προκάλεσε μόνιμη ανικανότητα. Αφετέρου, σαφής ήταν η θέση του ιατρού ότι η παραμόρφωση σπονδύλων και η σπονδυλαρθρίτιδα και οστεοπόρωση, πάθηση που όντως ταλαιπωρεί την ενάγουσα, προϋπήρχε του δυστυχήματος. Αυτό όμως το πολύ σοβαρό στοιχείο η ενάγουσα όχι μόνο δεν το απεκάλυψε στο Δικαστήριο, επιχείρησε να το χρησιμοποιήσει προς όφελος της αναφέροντας ότι το δυστύχημα είναι που της προκάλεσε την παραμόρφωση σπονδύλων. Κατά τον ίδιο τρόπο υπερέβαλε και για την εργασία που δήθεν ασκούσε πριν το δυστύχημα και ότι λόγω ακριβώς του δυστυχήματος αναγκάστηκε να μείνει εκτός εργασίας για 1½ με 2 έτη. Εκείνο που απασχολεί και αποκαλύπτει ότι η ενάγουσα δεν είπε την αλήθεια, είναι κατά πόσο η πάθηση που όντως έχει, παραμόρφωση σπονδύλων και οστεοπόρωση, σοβαρή και προϋπάρχουσα του δυστυχήματος, της επέτρεπε να ασκήσει οιανδήποτε εργασία και δη να σηκώνει βάρη και να ασκεί χειρονακτική εργασία όπως μάζεμα φρούτων, πότισμα, ψέκασμα και λοιπές γεωργικές εργασίες που καταπονούν νέους και υγιείς ανθρώπους, πόσω μάλλον την ηλικιωμένη και ταλαιπωρημένη ενάγουσα. Η ενάγουσα ανέφερε ότι οι ιατροί της απαγόρευσαν να σηκώνει βάρη, λόγω ακριβώς της κατάστασής της. Αν αυτή ήταν η οδηγία των ιατρών, και δεν έχω λόγο να την αμφισβητήσω εφόσον υπό τις περιστάσεις ακούγεται καθ' όλα αρμόζουσα, είναι λογικό να υποτεθεί ότι η οδηγία δεν ήταν απλώς απότοκο του πόνου που τη δεδομένη στιγμή ένιωθε η ενάγουσα, αλλά της σοβαρής πάθησης που αντιμετωπίζει. Δοθέντος όμως ότι τούτη η πάθηση προϋπήρχε του δυστυχήματος δεν μπορώ να δεχθώ ότι πριν το δυστύχημα η ενάγουσα ήταν σε θέση να εργαστεί σε τέτοιου είδους, ήτοι βαριά, εργασία. Εν πάση όμως περιπτώσει, παρ' ότι η ενάγουσα υποστήριξε ότι ασκεί γεωργικές εργασίες για ολόκληρη τη ζωή της, δέχθηκε ότι δεν έβαζε κοινωνικές ασφαλίσεις και οι αιτιάσεις της για εισοδήματα που είχε από αυτή την εργασία, καθώς και για τη φύση της εργασίας, φείδονται λεπτομερειών και επεξηγήσεων. Κύριο γνώρισμα της μαρτυρίας της ενάγουσας είναι ασάφεια και αοριστία. Όλα τα πιο πάνω φανερώνουν ότι η ενάγουσα δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Στόχος της ήταν η αποκόμιση ιδίου οφέλους και όχι η εξεύρεση της αλήθειας. Τα πιο πάνω συμπεράσματα, σε συνδυασμό και με τη διεργασία που ακολουθεί και άπτεται της στιγμής του δυστυχήματος, δεν επιτρέπει αποδοχή της μαρτυρίας της. Από την άλλη η οδηγός έδωσε επαρκείς επεξηγήσεις για το δυστύχημα και η μαρτυρία της επιβεβαιώνεται, έστω εμμέσως, από μέρος του μαρτυρικού υλικού. Η εντύπωση που αποκόμισα από τη μαρτυρία της οδηγού είναι ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Το μόνο που δεν δέχομαι από τη μαρτυρία της οδηγού είναι οι εξηγήσεις που έδωσε για το λόγο που παραδέχτηκε την κατηγορία αμελούς οδήγησης. Αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας της δεν την αποδέχομαι για τους λόγους που πιο κάτω εξηγώ. Η οδηγός, η οποία ας σημειωθεί είναι αλλοδαπή, υποστήριξε ότι τότε, δηλαδή όταν μετέβη στο Δικαστήριο, βρισκόταν στην Κύπρο για δύο περίπου έτη. Δεν μιλούσε καλά ελληνικά και δεν γνώριζε επ' ακριβώς ποιες κατηγορίες και τι παραδέχτηκε. Έδωσε πίστη σε εκείνα που της ανέφερε ο συνήγορος που διόρισε ο τέως σύζυγός της, δηλαδή ο ιδιοκτήτης του οχήματος, και εφόσον της ζήτησαν να πει παραδέχομαι, αυτό έπραξε. Ήταν με την εντύπωση ότι η παραδοχή αφορούσε μόνο την κατηγορία για την ασφάλεια και όχι το δυστύχημα. Ευθέως απαντώ ότι η πιο πάνω θέση δεν ικανοποιεί. Η κοινή λογική θέλει πρόσωπο που εμφανίζεται σε Δικαστήριο και δη ποινικής δικαιοδοσίας, να βρίσκεται σε εγρήγορση. Καταλαμβάνεται από άγχος, φυσιολογικό υπό τις περιστάσεις εφόσον άγνωστο είναι το περιβάλλον και οι διαδικασίες του Δικαστηρίου αλλά γνωστή η εξουσία για τιμωρία του παραβάτη ακόμη και με ποινή στερητική της ελευθερίας. Πολύ δε περισσότερο όταν τη διαδικασία βιώνει αλλοδαπός που δεν γνωρίζει τη γλώσσα όπως ούτε τα ήθη ή τις συνήθειες της χώρας στην οποία βρίσκεται. Υπό το φως των πιο πάνω αδυνατώ να δεχθώ ότι η οδηγός δεν αντιλήφθηκε τη διαδικασία και ότι τυφλά ακολούθησε τις οδηγίες του δικηγόρου της. Επιπλέον, αν η παραδοχή της αφορούσε μόνο την κατηγορία οδήγησης χωρίς ασφαλιστήριο έγγραφο υπέρ τρίτου, τότε ποια ήταν η εξέλιξη της υπόθεσης σε σχέση με την κατηγορία αμελούς οδήγησης; Τα πιο πάνω με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η οδηγός παραδέχτηκε τις δύο κατηγορίες προφανώς γιατί έκρινε ότι αυτό έπρεπε να πράξει και όχι επειδή δεν ομιλούσε ελληνικά και δεν αντιλήφθηκε τι διημείφθη. Αυτό λοιπόν το σκέλος της μαρτυρίας της οδηγού δεν το αποδέχομαι. Με δεδομένη την παραδοχή της οδηγού στην κατηγορία αμελούς οδήγησης, κρίνω σκόπιμο να παρεμβάλω εδώ ό,τι σχετικό τούτης. Οι λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας που παραδέχθηκε αναφέρουν ότι, η 1η κατηγορουμένη την 29/7/2005, στη Λεωφόρο Διγενή Ακρίτα στη Λευκωσία, της Επαρχίας Λευκωσίας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα KLH 623 επί οδού, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Απλή και μόνο ανάγνωση της εν λόγω κατηγορίας αποκαλύπτει ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν βρίσκονται γεγονότα που παραδέχτηκε η οδηγός, δηλαδή η πράξη εκείνη που συνιστά την αμέλεια, παρά μόνο ο νομικός χαρακτηρισμός, το συμπέρασμα, δηλαδή ότι οδηγούσε χωρίς προσήκουσα επιμέλεια. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Πουρίκκος ν. Βασιλείου
(1993)1 Α.Α.Δ. 256, 263, εφόσον η κατηγορία δεν ενισχύθηκε από γεγονότα το μόνο που μπορεί να εικάσει κανείς είναι πως η παραδοχή οφείλεται στην αντίληψη που τη δεδομένη στιγμή είχε ο κατηγορούμενος για την πράξη του. Υποδεικνύεται όμως ότι στο πλαίσιο αστικής διαδικασίας η παραδοχή κατηγορουμένου σε ποινική υπόθεση πρέπει να αποτιμηθεί υπό το πρίσμα των γεγονότων που θεωρήθηκαν ότι στοιχειοθετούν το αδίκημα. Στην υπό κρίση περίπτωση τα γεγονότα που αναφέρθηκαν στην ποινική υπόθεση δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Η δε έκθεση αδικήματος δεν αναφέρει γεγονότα, φερ' ειπείν ότι οδήγησε το σχήμα επί του πεζοδρομίου. Υπό τις περιστάσεις δεν μπορώ να δώσω βαρύτητα στην κατηγορία και κρίνω ότι είναι ανίκανη να θεμελιώσει αφ' εαυτής αμέλεια της οδηγού, λόγω ακριβώς ανεπάρκειας γεγονότων. Δεν μπορώ όμως να μην ομολογήσω ότι με προβλημάτισε το γεγονός πως η οδηγός παραδέχθηκε ενοχή. Δηλαδή ότι η ίδια εξέλαβε τον τρόπο που οδηγούσε ως συνιστών αμέλεια. Αυτό το στοιχείο το είχα συνεχώς στο μυαλό μου στην προσπάθεια εξακρίβωσης των πραγματικών γεγονότων. Εν τούτοις, η θέση της οδηγού ότι το σημείο σύγκρουσης είναι στην άσφαλτο και όχι επί του πεζοδρομίου καθ' ότι δεν οδήγησε το όχημα στο πεζοδρόμιο, υποστηρίζεται, έστω εμμέσως, από τις περιβάλλουσες περιστάσεις. Και εξηγώ. Η ενάγουσα τοποθέτησε τον εαυτό της στο πεζοδρόμιο της λεωφόρου Διγενή Ακρίτα με κατεύθυνση προς αγορά Αγίου Αντωνίου. Υποστήριξε δε ότι δεν γνωρίζει τίνι τρόπω κτυπήθηκε εφόσον κτυπήθηκε από πίσω. Από την άλλη η οδηγός υποστήριξε ότι το όχημα που ήταν σταθμευμένο επί του πεζοδρομίου αριστερά, εν προκειμένω το όχημα ΚΒΕ 883, έφρασσε την πορεία της και ως εκ τούτου ελάττωσε ταχύτητα, σχεδόν σταμάτησε και όταν πλέον αντιλήφθηκε ότι η δεξιότερη λωρίδα κυκλοφορίας ήταν ελεύθερη, οδήγησε το όχημά της δεξιότερα, καταλαμβάνοντας μέρος της δεξιότερης και εσωτερικής λωρίδας κυκλοφορίας στην κατεύθυνση που ακολουθούσε. Τότε ήταν που η πεζή ξεπρόβαλε αιφνίδια πίσω από το σταθμευμένο όχημα και παρά την προσπάθεια της να την αποφύγει η πεζή χτύπησε στο καθρεφτάκι του οχήματος, με αποτέλεσμα το δυστύχημα. Είναι χρήσιμο να υποδειχθεί ότι ο ισχυρισμός της οδηγού για το σταθμευμένο όχημα, δηλαδή το ΚΒΕ 883, κρίνεται αληθής και ως εκ τούτου υιοθετείται από το Δικαστήριο. Ο λόγος γι' αυτό έγκειται στο ότι η αναγραφή του αριθμού εγγραφής ΚΒΕ 883 από τον αστυφύλακα στο σχέδιο σκηνής που ετοιμάστηκε αυθημερόν, δηλοί ότι ο εν λόγω αριθμός όντως δόθηκε στον αστυφύλακα από την οδηγό. Μου φαίνεται παράλογο, αν όχι αδύνατο, η οδηγός, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο νεαρή αλλοδαπή, να σκαρφιστεί άγνωστο αριθμό εγγραφής οχήματος και να τον δώσει στον αστυφύλακα, τη στιγμή που κάτι τέτοιο κάλλιστα μπορούσε να ελεγχθεί και να φανερώσει ψεύδος, με δυσμενή μάλιστα αποτελέσματα. Συνεπώς το γεγονός ότι η οδηγός έδωσε αριθμό εγγραφής ενισχύει την αληθοφάνεια της θέσης ότι κάποιο όχημα, εν προκειμένω το ΚΒΕ 883, ήταν σταθμευμένο επί του πεζοδρομίου. Ας σημειωθεί εδώ ότι κατά την αντεξέταση της πεζής, σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις, η τελευταία ανέφερε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο υπήρχε σταθμευμένο όχημα στο πεζοδρόμιο, θέση ουδέτερη στο θετικό ισχυρισμό της οδηγού, και μόνο όταν η υποβολή συναρτήθηκε με το δυστύχημα - της υποδείχθηκε ότι επειδή το εν λόγω όχημα εμπόδιζε τη διάβαση του πεζοδρομίου αναγκάστηκε να κατέβει από το πεζοδρόμιο και να εισέλθει στο δρόμο - άλλαξε ρότα και απάντησε ότι δεν υπήρχε σταθμευμένο όχημα στο πεζοδρόμιο. Τα πιο πάνω στοιχεία αποκαλύπτουν αντίφαση και σκοπιμότητα της πεζής σε αντίθεση από τη λεπτομέρεια, επιβεβαίωση και σταθερότητα που διακρίνει τη μαρτυρία της οδηγού. Δέχομαι λοιπόν ότι το όχημα που υπεδείχθη από την τελευταία ήταν σταθμευμένο επί του πεζοδρομίου, ως το σημείο Γ επί του τεκμηρίου 3 φανερώνει. Σημειώνω βεβαίως ότι η απόσταση του σταθμευμένου οχήματος από οιονδήποτε άλλο σημείο που αναγράφεται στο τεκμήριο 3, δεν είναι τίποτα άλλο από κατά προσέγγιση μέτρηση, εφόσον το όχημα δεν βρισκόταν στη σκηνή όταν μετέβη ο αστυφύλακας και συνεπώς δεν μπορούσε να μετρηθεί. Έχοντας ως δεδομένο ότι το όχημα ΚΒΕ 883 ήταν σταθμευμένο ως φαίνεται στο σχέδιο σκηνής (τεκμήριο 3), η μαρτυρία της οδηγού ότι ελάττωσε ταχύτητα καθ' ότι το όχημα αυτό έφρασσε την πορεία της, βρίσκει απήχηση στην κοινή λογική αφού το όχημα κάλυπτε μεγάλο μέρος της λωρίδας κυκλοφορίας που κρατούσε η οδηγός. Επιπλέον, μου φαίνεται δύσκολο αν όχι ακατόρθωτο ότι η οδηγός οδήγησε το όχημά επί του πεζοδρομίου και κτύπησε την πεζή. Αριθμός στοιχείων που ενδεχομένως το κάθε ένα ξεχωριστά να μην δικαιολογεί ανάλογο εύρημα, σωρευτικά εξεταζόμενα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν ευσταθεί η θέση της πεζής. Εν πρώτοις, το σημείο που υπέδειξε η πεζή (σημείο Χ1 στο τεκμήριο 3), είναι πλησίον του σταθμευμένου οχήματος και πολύ δύσκολα θα αποφεύγετο η σύγκρουση με αυτό αν η οδηγός οδηγούσε άτακτα το όχημά της επί του πεζοδρομίου. Από την άλλη αναμφισβήτητη παρέμεινε η θέση της οδηγού ότι το όχημα που οδηγούσε, Mercedes, τύπου Α ή Β class, είναι μικρό όχημα. Αν και το ύψος του πεζοδρομίου δεν ελέγχθηκε, εύλογα μπορεί κανείς να υποθέσει ότι δεν είναι εύκολο για ένα μικρό όχημα να ανέβει επί του πεζοδρομίου. Επιπλέον, η πλευρά της ενάγουσας δεν αμφισβήτησε την οδηγό ότι μετά το δυστύχημα το όχημά της ουδεμία ζημιά έφερε, κάτι το οποίο θα ανέμενε κανείς αν το όχημα οδηγείτο με ταχύτητα από το δρόμο στο πεζοδρόμιο. Τέλος, η σύγκρουση με την πεζή δεν ήταν βίαιη. Το τραύμα στο κεφάλι και ο πόνος στο θώρακα, δεν επιβεβαιώνουν τη θέση της πεζής ότι την παρέσυρε το όχημα. Αν η σύγκρουση ήταν τόσο βίαιη, όπως η πεζή προσπάθησε να την παρουσιάσει, θα ανέμενε κανείς ότι οι τραυματισμοί της τελευταίας θα ήταν πολλαπλάσιοι σε έκταση ή σοβαρότητα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι το σημείο σύγκρουσης είναι στην άσφαλτο, ως υποδείχθηκε από την οδηγό, και όχι επί του πεζοδρομίου, όπως υποστήριξε η πεζή. Επιπλέον, μοναδική αξιόπιστη εκδοχή για τον τρόπο που επεσυνέβη το δυστύχημα, είναι εκείνη της οδηγού που θέλει την πεζή να εισέρχεται στο δρόμο διαμέσου του σταθμευμένου οχήματος. Και επί τούτου οι επεξηγήσεις της οδηγού είναι λογικοφανείς, ενώ η πεζή δογματικά επέμεινε στη θέση ότι δεν κατέβηκε από το πεζοδρόμιο. Η οδηγός επεξήγησε ότι με την φράση διαμέσου του σταθμευμένου οχήματος εννοεί ότι η πεζή ξεπρόβαλε ξαφνικά πίσω από το σταθμευμένο όχημα και με αυτό τον τρόπο κτύπησε πάνω στο καθρεφτάκι του οχήματός της. Παρεμβάλλω εδώ ότι η σχετική μαρτυρία της οδηγού ήταν καθ' όλα ανεπιτήδευτη και χωρίς σκοπιμότητες. Η οδηγός από την πρώτη στιγμή τοποθέτησε το σημείο σύγκρουσης στο πίσω μέρος του σταθμευμένου οχήματος, δηλαδή μέσα στο οπτικό της πεδίο. Αυτό αποκαλύπτει ότι από την πρώτη στιγμή δεν είχε πρόθεση να παραπλανήσει για τα γεγονότα που πραγματικά έλαβαν χώραν, έστω και αν κάποια από αυτά που ανέφερε δυνατόν να οδηγούσαν σε συμπέρασμα ότι οδηγούσε αμελώς. Δέχομαι λοιπόν τη θέση της οδηγού ότι η πεζή εισήλθε εντός του δρόμου αιφνίδια και απροειδοποίητα. Εν πάση όμως περιπτώσει, έχοντας απορρίψει τη θέση της πεζής ότι η σύγκρουση ήταν επί του πεζοδρομίου, η όποια άλλη εισήγηση για αμέλεια της οδηγού καταρρέει σαν χάρτινος πύργος, εφόσον η αξιόπιστη οδηγός υποστήριξε ότι η πεζή εισήλθε αιφνίδια στο δρόμο, θέση την οποία και αποδέχομαι. Σε σχέση με το επίδικο λοιπόν καταλήγω ότι εκείνος που ευθύνεται για το δυστύχημα δεν είναι η οδηγός αλλά η πεζή που αίφνης και χωρίς έλεγχο η έγνοια για την ασφάλειά της, εισήλθε εντός του δρόμου. Επακόλουθο της πιο πάνω κατάληξης είναι πως οι ενέργειες της οδηγού δεν αποκαλύπτουν έλλειψη δέουσας παρατηρητικότητας ή ότι υπολείπονται των αναμενόμενων από το μέσο και λογικό οδηγό (βλ. Κτωρίδης ν. Κωνσταντίνου
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1373, 1376). Εφόσον όμως πάντα υπάρχει η πιθανότητα η υπόθεση να προχωρήσει σε δεύτερο βαθμό, κρίνω ορθό να αποφανθώ και για τυχόν αποζημιώσεις που θα επιδικάζονταν εάν το Δικαστήριο αποδεχόταν τη θέση της πεζής. Οι αποζημιώσεις που διεκδίκησε η πεζή διακρίνονται σε ειδικές και γενικές. Αναφορικά με το πρώτο σκέλος, ειδικές αποζημιώσεις, δεν θα επιδίκαζα οιονδήποτε ποσό εφόσον καμία μαρτυρία προσκομίστηκε που να αποδεικνύει θετικά τα ποσά που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (α), (β) και (γ) της παραγράφου Β στην έκθεση απαιτήσεως, κατά τον αυστηρό τρόπο που η νομολογία προβλέπει. Ακόμη και επί τη υποθέσει ότι η μαρτυρία της πεζής είναι αξιόπιστη, δεν είναι αρκετή για την απόδειξη των εν λόγω ειδικών ζημιών εφόσον δεν παρέχει καμία απολύτως τεκμηρίωση των ποσών που αναφέρονται στην έκθεση απαιτήσεως. Επί του προκειμένου ισχυρός είναι ο λόγος της υπόθεσης Ηρακλέους ν. Πέτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, 243, η οποία υιοθέτησε τα αναφερόμενα στην υπόθεση Bonham - Carter v. Hyde Park Hotel Ltd
(1948)64 T.L.R. 177, 178. Λέχθηκε εκεί ότι. «Plaintiffs must understand that if the bring actions for damages it is for them to prove their damage; it is not enough to wright down the particulars, and so to speak, throw them at the head of the court, saying "This is what I have lost, I ask you to give me these damages'. They have to prove it». Αναφορικά τώρα με τις γενικές ζημιές της πεζής υποδεικνύεται ότι το δυστύχημα της κατάφερε τραύμα στο κεφάλι το οποίο χρειάστηκε συρραφή και επιπλέον, πόνο κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης. Λόγω δε της προϋπάρχουσας πάθησης της πεζής, παραμόρφωση σπονδύλων και οστεοπόρωση, η κατάσταση της είναι πιθανό ενίοτε να υποτροπιάζει και να προκαλεί λειτουργικά ενοχλήματα. Η πεζή κρατήθηκε στο νοσοκομείο για 15 ημέρες. Κατ' επανάληψη έχει λεχθεί ότι οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται σε προηγούμενες υποθέσεις δεν αποτελούν αυστηρό νομικό προηγούμενο εφόσον δύσκολα εντοπίζονται πανομοιότυποι τραυματισμοί σε πρόσωπα που έχουν τις ίδιες περιστάσεις και ανάγκες (βλ. G & L Calibers Ltd v. Λεμεσιανού
(2003)1Β Α.Α.Δ. 948). Εν τούτοις παραπομπή σε προηγούμενες υποθέσεις είναι πάντα χρήσιμη και βοηθητική. Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αναστασιάδη
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1709, 1713, ποσό ΛΚ3.500 κρίθηκε γενναιόδωρο για σωματική βλάβη που συνίστατο σε θλαστικό τραύμα της ινιακής χώρας του κρανίου, εγκεφαλική διάσειση, σοβαρά διαστρέμματα και θλάσεις αυχένος, θώρακα, ράχεως και οσφύος, ενώ το θύμα υπέφερε από έντονο πόνο, αυχεναλγίες και μυαλγίες ράχεως και για αρκετό διάστημα χρησιμοποιούσε κολάρο. Στη Χαραλάμπους ν. Αβραάμ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441 επιδικάσθηκε ποσό ΛΚ2.500 για κρανιοεγκεφαλική κάκωση, διάσειση, οίδημα ινιακής χώρας, ζάλη, κεφαλαλγία, άλγος του αυχένα με σοβαρό διάστρεμμα και παροδική απώλεια συνειδήσεως. Τέλος στη Ρούμπα ν. Μακρυγιάννη κ. α. Πολ. Εφ. 67/08, ημερομηνίας 21.06.2011, ποσό ΛΚ4.000 θεωρήθηκε κατάλληλο ως αποζημίωση για εγκεφαλική διάσειση συνοδευόμενη από ζάλη, κεφαλαλγία, πονοκέφαλο και χρήση κολάρου. Προτού όμως καταλήξω στο ύψος των γενικών αποζημιώσεων κρίνω επιβεβλημένο να ασχοληθώ με άλλη μια ουσιαστική παράμετρο. Στην υπόθεση Α. Panayides Contracting Ltd v. Χαραλάμπους
(2004)1 Α.Α.Δ. 416, 440, επαναλήφθηκε ότι το χρήμα πάσχει από την ατέλεια της μείωσης αλλά αυτό το γεγονός δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων. Το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεχτό. Κάτω από αυτό το πλαίσιο η σοβαρή οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα μας και οι σοβαρές μειώσεις μισθών που έχουν επιβληθεί σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, δεν μπορούν να αγνοηθούν. Η σημερινή κατάσταση πραγμάτων καθιστά τις προειρημένες αποζημιώσεις αυξημένες και δυσανάλογες της υπάρχουσας οικονομικής κατάστασης, υπό την έννοια ότι ένα ποσό €10.000 που πριν την κρίση ήταν χαμηλό, σήμερα δεν είναι. Η οικονομική δυσπραγία της χώρας μας και βεβαίως των πολιτών τούτης, έτυχε διαπραγμάτευσης στην υπόθεση Χριστοδούλου κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, Υποθέσεις 551/13 κ.α. ημερομηνίας 7.6.2013. Οι δε πρόνοιες των νόμων περί Έκτακτης Εισφοράς Αξιωματούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, Ν.112
(1)/2011 και περί Συνταξιοδοτικών Ωφελημάτων Κρατικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, Ν. 113(Ι)/2011, αποκαλύπτουν μειώσεις μισθών και κατ' επέκταση της ευρύτερης οικονομίας, που υπερβαίνουν το 10%. Τα πιο πάνω δεν μπορούν να αγνοηθούν εφόσον το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεχτό. Η δε αξία του χρήματος, είτε η τάση είναι ανοδική είτε πτωτική, δεν πρέπει να επιδρά στο νομολογιακά αποδεχτό ύψος των αποζημιώσεων. Ως εκ των πιο πάνω, υπό τις δοσμένες οικονομικές περιστάσεις, στην πεζή θα επιδίκαζα αποζημιώσεις ύψους €6.000. Για όλους όμως τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /μ.α.σ./ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.