← Κύπρος

Μιχάλη Τσεριώτη, μέσω του εμπιστευματοδόχου του Κωνσταντίνου Ευσταθίου ν. Eurolife Ltd, Αρ. Αίτησης: 6226/2007, 10/10/2014

Μιχάλη Τσεριώτη, μέσω του εμπιστευματοδόχου του Κωνσταντίνου Ευσταθίου ν. Eurolife Ltd, Αρ. Αίτησης: 6226/2007, 10/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A366 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 6226/2007 ΜΕΤΑΞΥ: Μιχάλη Τσεριώτη, μέσω του εμπιστευματοδόχου του Κωνσταντίνου Ευσταθίου Ενάγοντα -και- Eurolife Ltd Εναγομένων 10 Οκτωβρίου 2014 Για ενάγοντα: κος Βορκάς, προσωπικά και για κο Χρ. Κληρίδη Για εναγόμενους: κα Καουτζάνη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εν τω μέσω της ακροαματικής διαδικασίας, συγκεκριμένα μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του έκτου μάρτυρα για τον ενάγοντα, ο συνήγορος του τελευταίου κατεχώρισε ενδιάμεση αίτηση με την οποία αιτείται. «Όπως το νομικό σημείο (προδικαστική ένσταση) που ηγέρθη στην παράγραφο 2 της Υπεράσπισης των Εναγομένων αποφασιστεί από το σεβαστό Δικαστήριο πριν την ακρόαση ολόκληρης της αγωγής». Καλύτερη αντίληψη όσων ακολουθούν επιτάσσει να παρατεθεί εδώ το περιεχόμενο της παραγράφου 2 της υπεράσπισης, το οποίο περικλείει το προδικαστικό ζήτημα. Σε αυτή λοιπόν την παράγραφο αναφέρεται ότι. «2. Οι εναγόμενοι εγείρουν ως προδικαστική ένσταση ότι η παρούσα αγωγή δέον όπως απορριφθεί καθότι ο Ενάγων κωλύεται (estopped) από το να προβάλλει τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης αλλά και από το να εγείρει την παρούσα αγωγή καθότι έχει απεμπολήσει (waived) οποιονδήποτε δικαίωμα για να προωθεί αυτήν ενόψει του ότι κατά ή περί την 2.9.02 είχε καταχωρήσει την αγωγή με αριθμό 9266/02 εναντίον των εναγομένων η οποία κατά η περί την 11.12.2006, και ημερομηνία κατά την οποία η τελευταία ήταν ορισμένη για ακρόαση, απερρίφθη από το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις οι οποίες δημιουργούν δεδικασμένο και/ή κώλυμα». Θετική ήταν η αντίδραση των εναγομένων στο αίτημα. Όχι μόνο δεν καταχώρισαν ένσταση, προέβηκαν και σε δήλωση ότι συμφωνούν στην εκδίκαση της προδικαστικής ένστασης σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο. Μάλιστα, οι δυο πλευρές προχώρησαν σε ετοιμασία παραδεκτών γεγονότων τα οποία έθεσαν σε έγγραφο που προσκομίστηκε στο δικαστήριο. Το έγγραφο παραδεκτών γεγονότων σημειώθηκε και κατατέθηκε ως έγγραφο Β ενώπιον του δικαστηρίου. Δεδομένη είναι η καθυστέρηση που παρατηρείται στην υποβολή του αιτήματος. Δοθέντος όμως ότι ακόμη δεν ολοκληρώθηκε η μαρτυρία της πλευράς του ενάγοντα και ότι έπεται η μαρτυρία της υπεράσπισης, η οποία, όπως δηλώθηκε, επίσης θα είναι μακρά και χρονοβόρα, και ιδιαίτερα ότι η συγκεκριμένη προδικαστική ένσταση είναι καταλυτικής σημασίας, το δικαστήριο εξέτασε τα παραδεκτά γεγονότα και αφότου κρίθηκε ότι επαρκούν για εξέταση του προδικαστικού σημείου, το αίτημα εγκρίθηκε και δόθηκε ημερομηνία για ακρόαση της προδικαστικής ενστάσεως. Πέραν των πιο πάνω υποδεικνύεται ότι σε αυτό το στάδιο είναι που αποκρυσταλλώθηκε το πραγματικό υπόβαθρο της προδικαστικής ένστασης και επιπλέον, αντιληπτό είναι πως αν η προδικαστική ένσταση επιτύχει η αγωγή απορρίπτεται, ενώ αν η προδικαστική ένσταση απορριφθεί τότε η αγωγή απαλλάσσεται του βάρους που σήμερα την καθηλώνει σε αβεβαιότητα. Ως εκ τούτου, δόθηκαν οδηγίες και οι δύο πλευρές προχώρησαν σε γραπτές αγορεύσεις. Από το σύνολο των πιο πάνω είναι αντιληπτό ότι το νομικό ζήτημα που εδώ απασχολεί είναι οι αρχές του δεδικασμένου ή άλλως res judicata. Οι δύο πλευρές δεν διαφωνούν για τις αρχές που διέπουν το ζήτημα. Και πως άλλωστε να διαφωνήσουν τη στιγμή που η νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου είναι πλούσια και ευθυγραμμισμένη. Η υπόθεση Αντριανή Χαραλάμπους ν. Μαρίας Χαραλάμπους

(2008)1 Α.Α.Δ. 1298, που επικαλείται ο ενάγων, αποδίδει με επάρκεια τις παραμέτρους που εξετάζονται καθώς και τους λόγους που εξυπηρετεί ο κανόνας. Όπως εκεί αναφέρεται η τελεσιδικία εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, θέση η οποία βρίσκει ανταπόκριση στην αρχή interest reipublicae ut sit finis litium, αφενός και την αρχή ότι ουδείς ενάγεται εκ δευτέρου για τον ίδιο λόγο - nemo debet bis vexari pro una et eadem causa - αφετέρου. Γι' αυτούς λοιπόν τους λόγους με την πάροδο του χρόνου το δίκαιο γέννησε την αρχή του res judicata, δηλαδή του δεδικασμένου. Η νομολογία αποκαλύπτει ότι οι προϋποθέσεις που θέλουν το ζήτημα να κρίνεται δεδικασμένο και την αγωγή που αφορά να οδηγείται σε τέλμα και απόρριψη, είναι οι ακόλουθες: Η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη. Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων και Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων. Με διαγεγραμμένο το νομικό πλαίσιο στρέφομαι στα γεγονότα που περιβάλλουν το αίτημα. Επαναλαμβάνω ότι τούτα τα γεγονότα είναι παραδεχτά από τις δύο πλευρές και συνοψίζονται στο έγγραφο Β που κατατέθηκε. Ως εκ τούτου αρμόζει και πρέπει να παρατεθεί εδώ το περιεχόμενο του εγγράφου Β. Στο εν λόγω έγγραφο αναφέρονται τα ακόλουθα: «
  1. Στις 2.9.2002 ο Ενάγων καταχώρησε την πολιτική αγωγή αρ. 9266/2002 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με Εναγόμενη την Eurolife Ltd. Η εν λόγω αγωγή/Έκθεση Απαίτησης είναι κατατεθειμένη στο Δικαστήριο ως το τεκμήριο
  2. Η Eurolife Ltd/Εναγόμενοι καταχώρησαν Υπεράσπιση στην ως άνω αγωγή αρ. 9266/2002 στις 7.1.
  3. Η εν λόγω Υπεράσπιση είναι κατατεθειμένη στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  4. Η έκθεση απαίτησης της αγωγής υπ' αρ. 9266/2002 είναι ταυτόσημη με την έκθεση απαίτησης της παρούσας αγωγής, με την μόνη διαφορά ότι στην Έκθεση Απαίτησης της αγωγής υπ' αρ. 9266/2002 αναλύεται ρητά ο όρος 6.4 του ωφελήματος της μόνιμης και ολικής ανικανότητας (βλέπετε παράγραφο 8), για τον οποίο γίνεται αναφορά στην παράγραφο 13 της έκθεσης απαίτησης της παρούσας αγωγής.
  5. Το περιεχόμενο της υπεράσπισης των εναγομένων στην αγωγή υπ' αρ. 9266/2002 είναι πανομοιότυπο και/ή το ίδιο με το περιεχόμενο της υπεράσπισης της παρούσας αγωγής, πλην της παραγράφου 2 αυτής για την εκδίκαση της υπό κρίση προδικαστικής ένστασης.
  6. Στις 11.12.2006 η ανωτέρω αγωγή 9266/2002 ήταν ορισμένη για ακρόαση. Την ίδια ημερομηνία το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας απέρριψε την ως άνω αγωγή λόγω μη προώθησης. Το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.12.2006 επισυνάπτεται ως παράρτημα
  7. Στις 21.12.2006 ο ενάγων καταχώρησε αίτηση επαναφοράς της αγωγής αρ. 9266/2002, η οποία κατατέθηκε στην παρούσα διαδικασία ως τεκμήριο
  8. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας απέρριψε στις 30.4.2007 την ως άνω Αίτηση επαναφοράς. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση είναι το τεκμήριο 14 στην παρούσα διαδικασία.
  9. Κατά ή περί το Δεκέμβριο του 2005, στα πλαίσια της αγωγής υπ' αρ. 9266/2002 είχε δηλωθεί από τους δικηγόρους του ενάγοντα ότι κατά ή περί 17.6.2004 είχε εκδοθεί Διάταγμα Παραλαβής εναντίον της περιουσίας του ενάγοντα.
  10. Στις 31.5.2007, ο ενάγων καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, μέσω του εμπιστευματοδόχου του Κωνσταντίνου Ευσταθίου.
  11. Η εναγομένη στην ως άνω αγωγή 9266/2002 τυγχάνει το ίδιο νομικό πρόσωπο με την εναγομένη στην παρούσα αγωγής.
  12. Η βάση της αγωγής υπ' αρ. 9266/2002 ως και οι απαιτήσεις του ενάγοντα σε αυτήν είναι ταυτόσημες με αυτές στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή.
  13. Ο ενάγων αποκαταστάθηκε από πτωχεύσας κατά ή περί το Νοέμβριο του 2008». Από τα πιο πάνω είναι αντιληπτό ότι οι διάδικοι ομονοούν πως οι δυο τελευταίες προϋποθέσεις - ταύτιση διαδίκων και ταύτιση επίδικων θεμάτων - πληρούνται. Ορθώς μάλιστα συμφωνούν επί τούτου. Απλή και μόνο ανάγνωση της πρώτης αγωγής (9266/2002) που ήγειρε ο ενάγων φανερώνει ότι το επίδικο ζήτημα τούτης είναι το ένα και το αυτό με το επίδικο ζήτημα της υπό κρίση αγωγής. Και στις δύο αγωγές η αξίωση παραπέμπει στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο με αριθμό 90/LA/89/01005, τις σωματικές βλάβες που υπέστη ο ενάγων και ακολούθως την άρνηση των εναγομένων να καλύψουν τούτες τις σωματικές βλάβες. Πέραν δε της ταύτισης επίδικων θεμάτων δεδομένη είναι και η ταύτιση διαδίκων. Τόσο στην πρώτη όσο και στην υπό κρίση αγωγή οι διάδικοι είναι οι ίδιοι. Παρεμβάλλω ότι δεν έχει σημασία το γεγονός πως η υπό κρίση αγωγή καταχωρίστηκε μέσω εμπιστευματοδόχου. Αφενός δικαιούχος ήταν πάντα ο ίδιος, δηλαδή ο ενάγων, αφετέρου ο ενάγων αποκαταστάθηκε από πτωχεύσας το
  14. Στην προκείμενη περίπτωση μοναδικό ζητούμενο είναι η πρώτη από τις τρεις προϋποθέσεις και συγκεκριμένα κατά πόσο η εξέλιξη της πρώτης αγωγής συνιστά τελεσίδικη απόφαση και πολύ περισσότερο απόφαση επί της ουσίας (on the merits) του επίδικου ζητήματος. Οι δύο πλευρές έθεσαν ενώπιον του δικαστηρίου και το πρακτικό ημερομηνίας 11.12.2006 στην αγωγή 9266/
  15. Από όσα εκεί αναφέρονται διαπιστώνεται ότι την 11.12.2006 η πρώτη αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση. Όταν ο συνήγορος του ενάγοντα εμφανίστηκε στο δικαστήριο ηγέρθη θέμα, προφανώς είχε εγερθεί και σε προηγούμενη δικάσιμο, κατά πόσο ο ενάγων είχε αποκατασταθεί. Εφόσον δόθηκε αρνητική απάντηση το δικαστήριο κάλεσε το συνήγορο να αγορεύσει ως προς το κατά πόσο μπορούσε να προχωρήσει η διαδικασία, εφόσον τα δικόγραφα δεν είχαν τροποποιηθεί και ο Επίσημος Παραλήπτης δεν παρουσιαζόταν ως διάδικος. Παραλείπω τη στιχομυθία μεταξύ δικαστηρίου και συνηγόρου ενάγοντος, ως φαίνεται στο πρακτικό, εφόσον δεν διαδραματίζει οιονδήποτε ρόλο στο υπό κρίση αίτημα. Γεγονός είναι όμως ότι εν τέλει ο συνήγορος του ενάγοντα ζήτησε χρόνο ώστε να προετοιμαστεί για την επικείμενη αγόρευση. Το δικαστήριο παραχώρησε 15 λεπτά για να τα αυξήσει όμως σε 30 όταν ο συνήγορος ανέφερε πως τόσος ήταν ο χρόνος που χρειαζόταν. Μετά την πάροδο του χρόνου που δόθηκε στο δικαστήριο εμφανίστηκε μόνο η συνήγορος των εναγομένων. Εφόσον ουδείς εμφανίστηκε για τον ενάγοντα η τελευταία ζήτησε απόρριψη της αγωγής, πράγμα που το δικαστήριο έπραξε αφότου πραγματεύτηκε εν εκτάσει ό,τι προηγήθηκε καθώς και τους λόγους απόρριψης. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι σε αντίθεση με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων η απόρριψη της πρώτης αγωγής δεν είναι αποτέλεσμα ακροαματικής διαδικασίας, αλλά επίπτωση της απουσίας του συνηγόρου του ενάγοντα από το δικαστήριο. Το δε σκεπτικό του δικαστηρίου για την απόρριψη της αγωγής συμπυκνώνεται στις τελευταίες γραμμές του πρακτικού ημερομηνίας 11.12.2006 και εξικνείται στα ακόλουθα: «Κρίνοντας ότι υφίσταται είτε αδυναμία προώθησης, είτε έλλειψη ενδιαφέροντος προώθησης της παρούσας διαδικασίας, η παρούσα αγωγή απορρίπτεται λόγω μη προώθησής της με έξοδα υπέρ των εναγομένων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή». Την απόρριψη της αγωγής ακολούθησε αίτηση επαναφοράς. Τούτη είναι το τεκμήριο 13 ενώπιον του δικαστηρίου. Η δε απόφαση στην αίτηση επαναφοράς επίσης τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου και είναι το τεκμήριο
  16. Αυτή η τελευταία απόφαση αποκαλύπτει ότι ο λόγος που απορρίφθηκε η αίτηση επαναφοράς οφείλεται στη διαπίστωση του δικαστηρίου ότι ο ενάγων δεν ικανοποίησε την προϋπόθεση πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Μετά την απόρριψη της αίτησης για επαναφορά της πρώτης αγωγής ο ενάγων καταχώρισε την επίδικη αγωγή. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι η απόρριψη της πρώτης αγωγής δεν δημιούργησε δεδικασμένο εφόσον το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί της ουσίας της αγωγής. Προς υποστήριξη τούτου παραπέμπει στο σύγγραμμα των Spencer Bower and Handley Res Judicata, 4η έκδοση και συγκεκριμένα στην παράγραφο 2.13, σελίδα 19, όπου κάτω από τον τίτλο Dismissal For Want Οf Prosecution αναφέρεται ότι: «2.13 Such a dismissal is an interlocutory order, is not a decision on the merits, and does not create a res judicata. A plaintiff whose action has been dismissed for want of prosecution could formerly bring a second action, unless, for exceptional reasons, this was abuse f process. Since the Woolf Reforms this is no longer the case». Περαιτέρω, ο ενάγων επικαλείται την υπόθεση Κανάρης ν. Λοΐζου
(2006)1 Α.Α.Δ. 599 της οποίας τα γεγονότα ομοιάζουν με τα γεγονότα της παρούσας. Σε εκείνη την υπόθεση οι διάδικοι συνήψαν συμφωνία για ανέγερση κατοικίας. Την εκτέλεση της συμφωνίας από τον εργολάβο εγγυήθηκαν και δύο άλλα πρόσωπα. Διαφορές που προέκυψαν έφεραν τον εργολάβο να τερματίζει τη συμφωνία και τον ιδιοκτήτη, να αναθέτει την ολοκλήρωση του έργου σε τρίτο. Ακολούθως ο εργολάβος ενήγαγε τον ιδιοκτήτη προφανώς για τις εκτελεσθείσες εργασίες μέχρι τον τερματισμό της συμφωνίας, ενώ και ο ιδιοκτήτης ήγειρε ανταπαίτηση εναντίον τόσο του εργολάβου όσο και των δύο εγγυητών του. Εντούτοις μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων η αγωγή ορίστηκε για απόδειξη. Εφόσον ουδείς εμφανίστηκε για τον ιδιοκτήτη το δικαστήριο προχώρησε σε έκδοση απόφασης υπέρ του εργολάβου και εναντίον του ιδιοκτήτη και επιπλέον απέρριψε την ανταπαίτηση του τελευταίου. Όταν στη συνέχεια ο ιδιοκτήτης καταχώρισε νέα αγωγή σε σχέση με την απορριφθείσα ανταπαίτηση, το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε πως η πρώτη αγωγή δημιούργησε δεδικασμένο. Ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι «Όσον αφορά την ανταπαίτηση δεν ακούστηκε μαρτυρία. Απορρίφθηκε λόγω απουσίας του εφεσείοντα (τότε εναγομένου). Κρίνουμε λοιπόν ότι δεν δημιουργήθηκε δεδικασμένο. Αυτό άλλωστε αναφέρθηκε και από το δικαστήριο όταν απέρριπτε την αίτηση για παραμερισμό. Ανέφερε τότε ότι θα μπορούσε η υπεράσπιση και ανταπαίτηση να συζητηθούν σε μια νέα αγωγή εκ μέρους του ενάγοντα». Επαναλαμβάνω ότι η διερεύνηση της υπό κρίση υπόθεσης επικεντρώνεται στο κατά πόσο η απόρριψη της πρώτης αγωγής την ημέρα της δίκης, συνιστά απόρριψη επί της ουσίας - οn the merits - και κατ' επέκταση δημιουργεί δεδικασμένο, ή αφήνει ανεπηρέαστη την καταχώριση νέας αγωγής. Έχω την άποψη ότι αυτό το ζήτημα έτυχε διαπραγμάτευσης στην πρόσφατη υπόθεση Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Nada Terzian κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A167, Πολ. Έφ. 151/2010, ημερομηνίας 7.3.2014, η απόφαση της οποίας δεν απασχόλησε τους διαδίκους. Στην Terzian όταν η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση απορρίφθηκε δια το λόγο ότι οι ενάγοντες δεν ήταν έτοιμοι να την προωθήσουν (τα γεγονότα προκύπτουν από την πρώτη έφεση Terzian κ.α. ν. Liberty Life Insurance Co Ltd
(2007)1 Β Α.Α.Δ. 1283, 1284). Μετά την απόρριψη της αγωγής υπεβλήθη αίτηση για επαναφορά και ακολούθως έφεση, οι οποίες επίσης απορρίφθηκαν. Μετά την έφεση οι ενάγοντες καταχώρισαν νέα αγωγή. Στο πλαίσιο της δεύτερης αγωγής η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία υπέβαλε αίτημα για προδικαστική εξέταση νομικών ζητημάτων. Ένα εξ αυτών άπτετο της προηγηθείσας διαδικασίας και συγκεκριμένα ότι δημιούργησε δεδικασμένο. Το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι το πραγματικό πλαίσιο του αιτήματος δεν ήταν πλήρως αποκρυσταλλωμένο και έτσι απέρριψε την αίτηση. Ακολούθησε έφεση επί της ενδιάμεσης απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα τούτης ήταν η ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης και το εφετείο κάλεσε το δικαστήριο να επιληφθεί του προδικαστικού ζητήματος. Τα πιο πάνω δεν απαντούν βεβαίως το ζήτημα που εδώ απασχολεί. Εκείνο όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία για σκοπούς της παρούσας είναι ότι το εφετείο υιοθέτησε απόσπασμα της πρώτης πρωτόδικης απόφασης, δηλαδή της απόφασης που επικυρώθηκε με την έφεση
(2007)1 Β Α.Α.Δ.
  1. Επί του προκειμένου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Στο σημείο αυτό είναι κρίνουμε καλό να παραθέσουμε σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου ημερ. 13.4.06 στην αγωγή 4953/00, όπως επικυρώθηκε κατ' έφεση: «Η απόρριψη αγωγής λόγω μη εμφάνισης διαδίκου κατά την ακρόαση, ισοδυναμεί με δικαστική απόφαση απόρριψης της αγωγής επί της ουσίας της («on the merits»), όπως αναφέρει το Annual Practice 1970 στα σχόλια του αντίστοιχου Ο.35 r.1, σελ.
  2. Όπως έχει αναφερθεί και στην Παπανικολάου ν. Κότσαπα
(2004)1 Α.ΑΔ. 1800, σελ. 1804 και για την περίπτωση απόρριψης αγωγής λόγω μη προώθησης της ισχύουν οι ίδιες γενικές αρχές, όπως και για παραμερισμό απόφασης και επαναφορά αγωγής. Ήδη έχει καταγραφεί πιο πάνω το ιστορικό της υπόθεσης που δείχνει την αδιαφορία των εναγόντων στην όλη δικαστική διαδικασία, που δεν θα δικαιολογούσε την επαναφορά της αγωγής.»». (η υπογράμμιση είναι δική μου) Το πιο πάνω απόσπασμα ευθέως απαντά το ζήτημα που εδώ απασχολεί. Απόρριψη της αγωγής την ημέρα της δίκης λόγω απουσίας διαδίκου από το δικαστήριο, συνιστά απόρριψη επί της ουσίας. Υποδεικνύεται περαιτέρω ότι η ίδια θέση απαντάται και στο Annual Practice του 1980. Στο πλαίσιο της Order 35, Proceedings at Trial, στη σελίδα 619 αναφέρεται ότι: «On the other hand, if the plaintiff does not appear, but the defendant does appear at the trial, the defendant is entitled to judgement dismissing the claim, and if he has a counter claim, he may prove such counterclaim, so far as the burden of proof lies on him. The effect of this judgment is the same as if it were a judgment dismissing the action of the merits, i.e., the Court will give the whole costs of the action and counterclaim to the defendant (Armour v. Bate,
(1891)2 Q.B. 233)». Καθ' όλα επεξηγηματικός είναι και ο λόγος της υπόθεσης Armour v. Bate
(1891)2 Q.B. 233 η οποία, αξίζει να ειπωθεί, αναφέρεται στην Mesolongitis a.o. v. Koutas
(1986)1 C.L.R.
  1. Στην Armour ο εναγόμενος, εργοδότης του ενάγοντα, παραδέχθηκε ότι κατείχε το ποσό που αξίωνε ο ενάγων. Υποστήριξε όμως ότι ο λόγος που κρατούσε αυτό το ποσό ήταν ως εγγύηση για το χαρακτήρα και την εργασία του ενάγοντα και πως σε αυτή τη βάση δικαιούταν να κατάσχει το ποσό εφόσον ο ενάγων υπέδειξε κακή διαγωγή (misbehavior), μέρος της οποίας ισοδυναμούσε με απάτη (fraud). Την ημέρα της δίκης ο ενάγων δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και έτσι η αγωγή απορρίφθηκε μετά από αίτημα του εναγομένου. Η έφεση που ακολούθησε επικεντρώθηκε στο λεκτικό του πιστοποιητικού απόρριψης της αγωγής που εξέδωσε το πρωτόδικο δικαστήριο. Παρ' ότι το ανώτατο δικαστήριο διαφοροποίησε το λεκτικό ανέφερε τα εξής σημαντικά: «We think that the judgment should be drawn up stating that the action was dismissed for want of appearance of the plaintiff at the trial. The form would be much the same as that formerly in use in the Chancery Division, and its effect will be the same as if the action had been dismissed on the merits; that is, it will give the defendant the costs of the action, and of all the issues that were to be determined between him and the plaintiff». (η υπογράμμιση είναι δική μου) Πέραν των πιο πάνω σχετικό είναι και το απόσπασμα από την παράγραφο 2.22 του συγγράμματος Spencer Bower and Handley Res Judicata, πιο πάνω. Αναφέρεται εκεί (σελίδα 24) ότι: «A judgment (or order) by default is a judicial decision, whether the default was in filing an appearance; in pleading1; in appearance at the hearing2; or in prosecution of, or resistance to, an appeal3» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Ενδιαφέρει εν προκειμένω η αναφορά hearing (ακρόαση) και η παραπομπή στην υποσημείωση υπ' αριθμό
  2. Στην εν λόγω υποσημείωση παρατίθεται αριθμός υποθέσεων και αναφέρεται ότι «the dismissal of an action on default of appearance at the trial was held to be a judgment which operated as an estoppel to the plaintiff ». Τώρα, επιχειρώντας διαυγή επεξήγηση του όλου νομικού πλέγματος δεν μπορώ να μην ομολογήσω ότι τα αναφερόμενα στο ίδιο σύγγραμμα - Res Judicata πιο πάνω - στην παράγραφο 2.13 με προβλημάτισαν. Καταλήγω όμως στο συμπέρασμα ότι τα εκεί αναφερόμενα αντιστοιχούν σε στάδιο πριν τον ορισμό της υπόθεσης. Κατά τον ίδιο τρόπο που ο ημεδαπός κανονισμός 14
(2)της Δ.17 προβλέπει ότι «
(2)Upon failure so to proceed within the fourteen days aforesaid, or within such extended time as may be allowed, the action υπόκειται σε απόρριψη for want of prosecution but without prejudice to the institution of a fresh action, και τίθεται για το σκοπό αυτό ενώπιον του Δικαστηρίου», έτσι και στο Ηνωμένο Βασίλειο το κοινό δίκαιο μερίμνησε για πέπλο προστασίας του διάδικου, μέχρι όμως εκείνο το σημείο της διαδικασίας, δηλαδή προτού η αγωγή οριστεί για ακρόαση. Πέραν των πιο πάνω νιώθω την ανάγκη να υποδείξω ότι οι επιπτώσεις απόρριψης αγωγής λόγω μη προώθησης, όπως δηλαδή επεξηγείται στην υπόθεση Terzian, πιο πάνω
(2014), βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με το όλον δικονομικό πλαίσιο. Για του λόγου το ασφαλές αρκεί παραπομπή στην υπόθεση Πατσαλίδης ν. Δίσπυρου
(2006)1 Α Α.Α.Δ. 17 και τις εκεί αναφερόμενες υποθέσεις. Στη σελίδα 19 της απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα: «Οι λόγοι της απόρριψης της έφεσης, που ανακοινώσαμε στο τέλος της συζήτησης της είναι οι ακόλουθοι: Το επίδικο ζήτημα, αν δηλαδή προέκυψε δεδικασμένο από τον τρόπο που αποσύρθηκε η αίτηση διέπεται αποκλειστικά από τη Δ.15, Θ.2 των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας. Ο δικηγόρος του εφεσείοντα κατά τη διάρκεια της συζήτησης συμφώνησε πως η ανάλυση της νομολογίας, που κάνει η πρωτόδικος δικαστής είναι ορθή. Πράγματι, η νομολογία μας, που ακολούθησε την αγγλική σε ό,τι αφορά την εμβέλεια και λειτουργία της Δ.15, είναι πλέον σαφής και ευθυγραμμισμένη. Θα αρκεστούμε, γιατί δεν χρειάζεται τίποτε άλλο να λεχθεί, να παραθέσουμε περικοπή από την υπόθεση Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τράπεζας Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, όπου ο δικαστής Κωνσταντινίδης αναφέρθηκε στη γένεση της νομολογιακής αρχής από το Δικαστήριο λέγοντας τα εξής στις σελίδες 675 - 676: «Το ζήτημα καλύπτεται από τη Δ.15 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Οι προεκτάσεις της εξηγήθηκαν στις υποθέσεις Kypreos
(1984)1 C.L.R. 565 και Eleftheriades v. Cyprus Hotels
(1985)1 C.L.R. 677. Με τη θέσπιση της η ελευθερία που αναγνωριζόταν στον ενάγοντα για απόσυρση της αγωγής οποτεδήποτε, διατηρώντας δικαίωμα επαναφοράς της αιτίας της αγωγής που αποτελούσε το αντικείμενο της με νέα αγωγή ή σε μεταγενέστερη διαδικασία, δεν υπάρχει πλέον. Ο ενάγων μπορεί να αποφασίσει αν θα προωθήσει την αγωγή του ή αν θα την αποσύρει. Αυτό είναι δικό του προνόμιο και είναι ο κανόνας πως στο βαθμό που η απόσυρση της αγωγής διενεργείται για να οδηγηθεί η ορισμένη αντιδικία σε οριστικό τέλος, ούτε ο εναγόμενος έχει λόγο αλλά ούτε και το Δικαστήριο. Εκείνο που δεν δικαιούται να κάμει είναι να τερματίσει οποτεδήποτε θέλει τη διαδικασία διατηρώντας μονομερώς το δικαίωμα να επανέλθει στα ίδια. Οι περιορισμοί εν προκειμένω είναι σαφείς. Ο ενάγων δικαιούται να διακόψει (discontinue) με γραπτή ειδοποίηση την αγωγή, δηλαδή να την τερματίσει με δικαίωμα καταχώρισης νέας, οποτεδήποτε πριν την παραλαβή της υπεράσπισης, ή μετά την παραλαβή της πριν προβεί σε οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα, (με επιφύλαξη ως προς οποιανδήποτε ενδιάμεση αίτηση). Από εκεί και πέρα ο ενάγων παύει να είναι dominus litis. Η διακοπή της αγωγής τελεί πλέον υπό την αίρεση της εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο. Η απόσυρση της αγωγής και η επακόλουθη απόρριψη της χωρίς τέτοια άδεια που εξ ορισμού εμπεριέχει την αναγνώριση στον ενάγοντα δικαιώματος καταχώρισης νέας αγωγής, δημιουργεί δεδικασμένο. Βλ. Spencer Bower and Turner - the Doctrine of Res Judicata 2η έκδοση σελ. 36, παράγραφος 39)»». Δυνάμει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι απόρριψη της αγωγής την ημέρα της δίκης λόγω απουσίας ή κωλύματος διαδίκου να την προωθήσει, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί απόρριψη επί της ουσίας - on the merits - και ως εκ τούτου δημιουργεί δεδικασμένο. Διαφορετική προσέγγιση θα υπονόμευε τη Δ.15 κ.2, εφόσον βάσει τούτης ο διάδικος καλείται να δώσει λόγους και να ικανοποιήσει το δικαστήριο ώστε η διακοπή να συναρτάται με δικαίωμα επανακαταχώρισης άλλης. Εν ολίγοις, αντινομικό είναι ο συνετός και καθ' όλα προετοιμασμένος διάδικος να επωμίζεται το βάρος της Δ.15 κ.2, ενώ ο αδιάφορος για την τύχη της αγωγής, δηλαδή ο διάδικος που δεν εμφανίζεται στο δικαστήριο, να φεύγει από το δικαστήριο αναίμακτα και χωρίς εξασφάλιση άδειας, αλλά και με δικαίωμα να επανέλθει. Επιπλέον, στην υπόθεση Πατσαλίδης πιο πάνω, υποδεικνύεται ότι στο στάδιο εκείνο, δηλαδή όταν πλέον η αγωγή οριστεί για ακρόαση, ο διάδικος παύει να είναι ο κύριος της αγωγής (dominus litis). Οι λόγοι ακριβώς της γέννησης της αρχής του res judicata, δηλαδή η εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος από την τελεσιδικία και η προστασία και απαλλαγή των πολιτών από αβεβαιότητα δεύτερης ή τρίτης αγωγής, μεταθέτει την κυριότητα, ευθύνη και έλεγχο της απόσυρσης της αγωγής, στο δικαστήριο. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και παρ' ότι συναισθάνομαι πλήρως την αγανάκτηση του ενάγοντα, εφόσον το αποτέλεσμα δεν οφείλεται σε δικές του ενέργειες, δεν μπορώ παρά να καταλήξω ότι η απόρριψη της αγωγής 9266/2002 κατέστησε τα επίδικα θέματα res judicata. Κατ' επέκταση, η ταυτοσημία των επίδικων θεμάτων της υπό κρίση αγωγής με εκείνων της αγωγής 9266/2002 που έχουν κριθεί επί της ουσίας - on the merits-, κρίση η οποία οφείλεται στην απόρριψη της αγωγής την ημέρα της ακρόασης λόγω απουσίας του διαδίκου, δεν επιτρέπει νέα εξέταση του θέματος. Ως εκ των πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται λόγω δεδικασμένου. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα. (Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.