E.M. STUDIO BAGNO LTD ν. HOME ART TRADING LTD κ.α., Αρ. Aγωγής: 1343/07, 24/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A382 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Aγωγής: 1343/07 Μεταξύ: E.M. STUDIO BAGNO LTD Ενάγουσα -και- 1. HOME ART TRADING LTD 2. Γιώργος Γιάλλουρος 3. Γιώργος Αβραάμ 4. COSMETEX CO LTD 5. Ανδρέας Γιάγκου Εναγόμενοι 24 Οκτωβρίου, 2014. Εμφανίσεις Για την Ενάγουσα: κα Ζαχαρίου. Για τους Εναγόμενους: κος Χαβιαράς. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα και οι εναγόμενοι 1 και 4 είναι νομικά πρόσωπα δεόντως εγγεγραμμένα. Αποτελεί κοινό τόπο ότι μέχρι την 2.3.2005 η ενάγουσα και οι εναγόμενοι 2 μέχρι και 5 ήταν όλοι μέτοχοι της εναγομένης 1 (στη συνέχεια η εταιρεία). Διαφορές όμως οδήγησαν την ενάγουσα να αιτείται τη διάλυση της εταιρείας (εναγομένης 1). Η αίτηση που καταχωρίστηκε είναι η υπ΄ αριθμό 442/04. Δεν είναι όμως η αίτηση αφ΄ εαυτή που ενδιαφέρει αλλά ο τρόπος που διευθετήθηκε. Την 2.3.2005 οι διάδικοι στην αίτηση διαλύσεως, που είναι οι ίδιοι με τους διαδίκους της υπό κρίση αγωγής, κατέληξαν σε συμφωνία που έθεσαν γραπτώς και κατέστησαν κανόνα Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αίτησης 442/04. Αυτή λοιπόν η συμφωνία, και δη κατά πόσο ορθά εκτελέστηκε, είναι το ζητούμενο στην επίδικη αγωγή. Ας λεχθεί από τώρα ότι στο πλαίσιο της επίδικης αγωγής η συμφωνία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι τούτη το τεκμήριο 1 (στη συνέχεια η συμφωνία) η οποία κατατέθηκε εκ συμφώνου. Πριν οτιδήποτε άλλο και χωρίς να υπεισέρχομαι σε ερμηνεία της συμφωνίας, υποδεικνύεται ότι μέσω αυτής οι διάδικοι διευθέτησαν το σύνολο των διαφορών τους στην εταιρεία. Ενδεικτικό είναι ότι συμφωνήθηκε οι εναγόμενοι 2 μέχρι και 5 να αγοράσουν το σύνολο των μετοχών που η ενάγουσα κατείχε στην εταιρεία. Η δε αξία εξαγοράς των μετοχών της ενάγουσας καθορίστηκε στις Λ.Κ.690.000,00. Συμφωνήθηκε όμως ότι αυτή η αξία δεν θα καταβαλλόταν εφάπαξ όπως ούτε μόνο τοις μετρητοίς. Η συμφωνία των διαδίκων διαλάμβανε ότι η αξία των μετοχών της ενάγουσας θα καταβαλλόταν εν μέρει σε χρήμα και εν μέρει σε είδος. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, και για αυτή την αναφορά ουσιώδης λογίζεται όχι μόνο ο χρόνος εκτέλεσης της συμφωνίας αλλά και ο χρόνος που καταχωρίστηκε η αίτηση διαλύσεως 442/04, η εταιρεία ασχολείτο με εισαγωγή και πώληση ειδών υγιεινής και άλλων συναφών αντικειμένων, όπως κεραμικά και πλακάκια. Όταν οι διάδικοι κατέληξαν σε συμφωνία εξαγοράς των μετοχών της ενάγουσας συμφωνήθηκε ότι το υπόλοιπο της τιμής πώλησης, δηλαδή το μέρος που θα καταβάλλετο σε είδος, θα εξοφλείτο από προϊόντα που εμπορευόταν η εταιρεία. Με την επίδικη συμφωνία οι διάδικοι συγκεκριμενοποίησαν την γκάμα προϊόντων από την οποία η ενάγουσα μπορούσε να υποβάλει παραγγελίες. Υποδεικνύεται ότι η συμφωνία διακρίνεται σε αριθμό παραγράφων. Κάθε παράγραφος πραγματεύεται μέρος του τιμήματος εξαγοράς καθώς και τον τρόπο με τον οποίο θα καταβαλλόταν. Πέραν του ποσού που δικαιούταν η ενάγουσα, αναφέρεται το είδος των προϊόντων και συναρτάται με σχετικό κατάλογο, διαφορετικό κάθε φορά (κατάλογοι Β και Γ). Τούτοι οι κατάλογοι επισυνάπτονται στη συμφωνία. Για σκοπούς της παρούσας δεν ενδιαφέρουν όλες οι πτυχές της πολυσχιδούς συμφωνίας που υπέγραψαν οι διάδικοι. Εκείνο που απασχολεί εδώ και χρήζει απόφασης είναι οι λόγοι διά τους οποίους η ενάγουσα δεν έλαβε το σύνολο των προϊόντων και κατ' επέκταση τη συμφωνηθείσα αξία που αναφέρεται στις παραγράφους 2ii, 2iii και 2vi της συμφωνίας, καθώς επίσης ποσό Λ.Κ.223,00 που η εταιρεία εισέπραξε από συγκεκριμένο χρεώστη του οποίου το δικαίωμα είσπραξης συμφώνησε να εκχωρήσει στην ενάγουσα. Για καλύτερη αντίληψη όλων των ανωτέρω υποδεικνύεται ότι οι δύο πλευρές, περιόρισαν τις αξιώσεις τους. Οι μεν εναγόμενοι απέσυραν την ανταπαίτηση, και ως εκ τούτου δεν θα απασχολήσει, η δε ενάγουσα περιόρισε την αξίωση. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύεται ότι αμέσως μετά την κατάθεση της συμφωνίας ως τεκμηρίου, οι συνήγοροι προέβησαν σε παραδεκτό γεγονός. Τούτο έχει ως ακολούθως: «Περαιτέρω, επιθυμούμαι να σημειωθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι σε σχέση με την παράγραφο 2 της συμφωνίας, τα πιο κάτω εμπορεύματα δεν παρελήφθησαν εντός 45 ημερών από την κατάρτιση της συμφωνίας. Τα εμπορεύματα είναι ως ακολούθως: 1. Εμπορεύματα αξίας £4.156,92 ως η παράγραφος 2.2 της συμφωνίας. 2. Εμπορεύματα αξίας £21.550 ως η παράγραφο 2.3 της συμφωνίας. 3. Εμπορεύματα αξίας £7.787,09 ως η παράγραφος 2.6 της συμφωνίας Περαιτέρω δηλώνουμε ότι οι εταιρείες που αναφέρονται ως διάδικοι στον τίτλο της αγωγής είναι δεόντως εγγεγραμμένες στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ό,τι απομένει να αποφασιστεί σε σχέση με την απαίτηση είναι γιατί δεν παρελήφθησαν και οι συνέπειες της μη παραλαβής των εμπορευμάτων, σε συνάρτηση με την ερμηνεία που θα δοθεί στη συμφωνία τεκμήριο 1, ως επίσης ό,τι σχετικό του ποσού των £223 που αναφέρεται στις παραγράφους 6 της έκθεσης απαίτησης και 6.1 της υπεράσπισης, καθώς επίσης και η ανταπαίτηση». Ακολούθως η συνήγορος της ενάγουσας δήλωσε ότι η αξίωση περιορίζεται στα ποσά που πιο πάνω αναφέρονται. Η ανταπαίτηση αποσύρθηκε την 20.3.2014. Ως εκ των πιο πάνω η διερεύνηση του Δικαστηρίου περιορίζεται στα τέσσερα ποσά που αναφέρονται στη δήλωση των συνηγόρων και οτιδήποτε άλλο αναφέρεται στην έκθεση απαιτήσεως ή στην ανταπαίτηση δεν θα απασχολήσει. Εν κατακλείδι, όσα πιο πάνω αναφέρονται αποτελούν παραδεχτά γεγονότα ή αναμφισβήτητη μαρτυρία και ως εκ τούτου υιοθετούνται ως ευρήματα του Δικαστηρίου. Για καλύτερη αντίληψη των θέσεων που προώθησαν οι μάρτυρες κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιες τις τρεις επίμαχες παραγράφους της συμφωνίας. Επιπλέον σημειώνεται ότι κάθε επόμενη αναφορά σε αυτές τις παραγράφους θα γίνεται βάσει της αρίθμησης που έχουν στη συμφωνία, δηλαδή 2ii, 2iii και 2vi. Σε αυτές λοιπόν τις παραγράφους αναφέρονται τα ακόλουθα: «2) Θα θεωρούνται ως καταβληθέντα έναντι του τιμήματος πώλησης: (
- ii)ΛΚ24.407,31 ήτοι το σύνολο της αξίας των εμπορευμάτων που έχει στις αποθήκες της η εταιρεία από υπόλοιπα εισαγωγών από τις εταιρείες COROMA και MATHIOS όπως λεπτομερώς περιγράφονται στον Κατάλογο «Β» που κατατίθεται από κοινού ως Τεκμήριο. Διευκρινίζεται ότι από σήμερα τα εν λόγω εμπορεύματα είναι στην διάθεση του μετόχου - αιτητή ο οποίος οφείλει να τα παραλάβει με έξοδα του σε 45 μέρες από σήμερα. Ως αξία των εμπορευμάτων θα λογισθεί η τιμή μέσου κόστους (average cost όπως το εξάγει αυτόματα ο ηλεκτρονικός υπολογιστής της εταιρείας) μειωμένη με το 100% της τυχόν προμήθειας που πληρώνει το εργοστάσιο στην εταιρεία. Νοείται ότι αν τα εμπορεύματα του Καταλόγου Β δεν ευρεθούν στις αποθήκες της εταιρείας το ποσό του θα ελαττώνεται ανάλογα και θα προστίθεται η διαφορά στο ποσό της παρ.2(iv). (iii) ΛΚ43.100 με εμπορεύματα που θα επιλέξει ο μέτοχος - αιτητής από τα εμπορεύματα που έχει στις αποθήκες της η εταιρεία από υπόλοιπα εισαγωγών από τις εταιρείες ACRYLAN, MARTI, LALVERDE, OXYMACHON και FILKERAN-JOHNSON όπως λεπτομερώς περιγράφονται στον Κατάλογο «Γ» που κατατίθεται ως τεκμήριο από κοινού. Διευκρινίζεται ότι ο μέτοχος - αιτητής έχει υποχρέωση να αποδεχθεί το 50% των εμπορευμάτων του Καταλόγου «Γ». Διευκρινίζεται επίσης ότι από σήμερα τα εν λόγω εμπορεύματα είναι στην διάθεση του μετόχου - αιτητή ο οποίος οφείλει να τα παραλάβει με έξοδα του σε 45 μέρες από σήμερα. Ως αξία των εμπορευμάτων θα λογισθεί η τιμή μέσου κόστους (average cost όπως το εξάγει αυτόματα ο ηλεκτρονικός υπολογιστής της εταιρείας) μειωμένη με το 100% της τυχόν προμήθειας που πληρώνει το εργοστάσιο στην εταιρεία. (
- vi)ΛΚ187.628,10 με εμπορεύματα που θα επιλέξει ο μέτοχος - αιτητής από εμπορεύματα που κατά τον χρόνο της παραγγελίας τους θα υπάρχουν στις αποθήκες της εταιρείας (είτε είναι δεσμευμένα με πώληση προς τρίτους ή όχι) και τα οποία θα λογισθούν στην τιμή μέσου κόστους (average cost όπως το εξάγει αυτόματα ο ηλεκτρονικός υπολογιστής της εταιρείας) μειωμένη με το 100% της τυχόν προμήθειας που πληρώνει το εργοστάσιο στην εταιρεία. Διευκρινίζεται επίσης ότι η παραγγελία ή παραγγελίες θα πρέπει να γίνουν έγκαιρα ούτως ώστε ο μέτοχος - αιτητής να τα παραλάβει με έξοδα του σε κατά μέγιστο 10 μήνες από σήμερα. Νοείται ότι ο μέτοχος - αιτητής θα έχει στην παρουσία της εταιρείας ελεύθερη πρόσβαση στην αποθήκη της για φυσικό έλεγχο των αποθεμάτων και τοποθέτηση παραγγελιών». Αναφέρθηκε ήδη ότι οι κατάλογοι που μνημονεύονται στις προαναφερθείσες παραγράφους, εν προκειμένω οι κατάλογοι Β και Γ που αναφέρονται στις παραγράφους 2ii και 2iii αντίστοιχα, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας και κατ΄ επέκταση του τεκμήριου που κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Εντούτοις από το τεκμήριο 1 και συγκεκριμένα τους καταλόγους που εκεί επισυνάπτονται, εξαιρούνται πέντε σελίδες οι οποίες μονογραφήθηκαν από τον πρώτο μάρτυρα της ενάγουσας και τους συνηγόρους των διαδίκων, κα Ζαχαρίου και κο Χαβιαρά. Αυτό γιατί μετά την κατάθεση του τεκμηρίου ακολούθησε δήλωση των συνηγόρων με την οποία διευκρινίστηκε ότι οι πέντε σελίδες που μονογραφήθηκαν τοιουτοτρόπως δεν αποτελούν μέρος των εγγράφων που συμφωνήθηκαν και ως εκ τούτου δεν καθορίζουν την τύχη της συμφωνίας. Προς υποστήριξη της αξίωσης η ενάγουσα κάλεσε δύο μάρτυρες. Τούτοι είναι ο Στάθης Ευσταθίου (Μ.Ε.1, στη συνέχεια ο Ευστάθιου) και η Δήμητρα Ευθυμίου (στη συνέχεια Μ.Ε.2). Οι εναγόμενοι κάλεσαν ένα μόνο μάρτυρα, ήτοι τον Γεώργιο Αβραάμ, εναγόμενο 3 (στη συνέχεια ο Αβραάμ). Όπως ήταν λογικό η μαρτυρία που πρόσφεραν οι διάδικοι επικεντρώθηκε στη διαδικασία εκτέλεσης της συμφωνίας και ιδιαίτερα τους λόγους που η ενάγουσα δεν έλαβε την αξία των εμπορευμάτων, ως το παραδεκτό γεγονός. Η θέση που προώθησε η ενάγουσα είναι διττή. Εν πρώτοις υποστήριξε ότι τα εμπορεύματα που βρήκε στις αποθήκες της εταιρείας ήταν πολύ λιγότερα από τα αναφερόμενα στους καταλόγους που επισυνάφθηκαν στη συμφωνία και επιπλέον, ότι αν και υπέβαλε παραγγελίες η εταιρεία αρνήθηκε να τις εκτελέσει. Οι πιο πάνω θέσεις της ενάγουσας προωθήθηκαν από τον Ευσταθίου ο οποίος μέχρι το τέλος του 2004 ήταν ένας εκ των διευθυντών της εταιρείας, ως εκπρόσωπος της ενάγουσας. Ο Ευσταθίου υποστήριξε ότι λίγες ημέρες μετά την κατάρτιση της συμφωνίας μετέβη στα υποστατικά της εταιρείας για να καταγράψει το αποθεματικό τούτης σε σχέση με τους καταλόγους Β και Γ, εφόσον ήταν από τα εμπορεύματα αυτών των καταλόγων που η ενάγουσα δικαιούταν να υποβάλει παραγγελίες και να λάβει το υπόλοιπο του τιμήματος. Από την καταγραφή διαπίστωσε ότι τα εμπορεύματα που βρίσκονταν στα υποστατικά της εταιρείας ήταν λιγότερα από εκείνα που αναφέρονταν στους καταλόγους που επισυνάφθηκαν στη συμφωνία. Προς απόδειξη τούτου προσκόμισε το τεκμήριο 17, δηλαδή αντίγραφο των καταλόγων που επισυνάπτονται στη συμφωνία, στο οποίο, αντίγραφο, αποτύπωσε τις διαφορές που διαπίστωσε επί τόπου. Εν ολίγοις κατά την καταμέτρηση διέγραφε την ποσότητα που αναφερόταν στον κατάλογο της συμφωνίας και σημείωνε την ποσότητα που εντόπιζε. Συνακόλουθα υποστήριξε ότι σε σχέση με τους καταλόγους Β και Γ η ενάγουσα έλαβε ότι ήταν δυνατό να λάβει και πως δεν υπήρχαν άλλα εμπορεύματα. Πέραν των πιο πάνω υποστήριξε ότι τα προϊόντα του καταλόγου Γ ήταν σε πολύ κακή κατάσταση και επιπλέον, ήταν σε πολύ μικρές ποσότητες, φέρ΄ ειπείν λίγα τεμάχια πλακάκια, γεγονός που καθιστούσε αδύνατη την υποβολή παραγγελίας αλλά και τον υπολογισμό της αξίας τους. Δέχθηκε όμως ότι είχε γνώση της κατάστασης και της αξίας τούτων των εμπορευμάτων από τον καιρό που ο ίδιος εργαζόταν στην εταιρεία. Ως εκ των πιο πάνω, υποστήριξε ο Ευσταθίου, αποτάθηκε στην εταιρεία υποβάλλοντας παραγγελίες κάτω από την παράγραφο 2vi της συμφωνίας. Επί του προκειμένου ήταν η θέση του ότι η συμφωνία προνοούσε πως αν η συμφωνηθείσα αξία των παραγράφων 2ii και 2iii δεν ικανοποιείτο από τα προϊόντα των καταλόγων Β και Γ αντίστοιχα, το υπόλοιπο μεταφερόταν για ικανοποίηση κάτω από την παράγραφο 2vi. Σε σχέση με τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2vi ο Ευσταθίου ανέφερε ότι η ενάγουσα υπέβαλε αριθμό παραγγελιών τις οποίες όμως η εταιρεία αρνήθηκε να εκπληρώσει πλήρως. Προς επίρρωση τούτης της θέσης ο Ευσταθίου παρουσίασε τα τεκμήρια 5Α, 5Β, 6, 7, 9, 10, 11, 12 και 13. Θέση της ενάγουσας είναι ότι τούτα τα τεκμήρια αποκαλύπτουν άρνηση της εταιρείας να εκπληρώσει τις παραγγελίες που υπέβαλε η ενάγουσα. Αυτός λοιπόν, διατείνεται η ενάγουσα, είναι ο λόγος που δεν έλαβε το σύνολο της συμφωνηθείσας αξίας σε σχέση με την παράγραφο 2vi καθώς και τα μεταφερόμενα υπόλοιπα των παραγράφων 2ii και 2iii. Στο πλαίσιο διερεύνησης της παραγράφου 2vi υπεδείχθη στον Ευσταθίου χειρόγραφη σημείωση επί του τεκμηρίου 5Β. Αποτελεί εν προκειμένω κοινό τόπο ότι το τεκμήριο 5Β είναι προτιμολόγιο (pro forma) που η εταιρεία έλαβε από προμηθευτή συγκεκριμένων προϊόντων μετά που υπέβαλε παραγγελία εκ μέρους της ενάγουσας. Η παραγγελία που η εταιρεία υπέβαλε βασίστηκε στο τεκμήριο 5Α, δηλαδή την παραγγελία που η ενάγουσα υπέβαλε στην εταιρεία. Επειδή το αντικείμενο LR 9358 (τρίτο από το τέλος στο τεκμήριο 5Β) δεν ήταν διαθέσιμο (not available), ο Αβραάμ κοινοποίησε το pro forma του προμηθευτή στην ενάγουσα, αφού προηγουμένως σημείωσε επί τούτου τα εξής. «Παρακαλώ επιβεβαιώστε μας την παραγγελία για να προχωρήσουμε σε φόρτωση». Επί του ίδιου εγγράφου, τεκμήριο 5Β, και σε σχέση με το εν λόγω αντικείμενο, ο Αβραάμ σημείωσε περαιτέρω. «schedule around end April». Η απάντηση της ενάγουσας στο ερώτημα του Αβραάμ τέθηκε επί του ίδιου εντύπου, τεκμήριο 5Β, από τον Ευσταθίου και ήταν «ΟΚ». Η σημασία του pro forma, τεκμήριο 5Β, έγκειται στο ότι η εταιρεία παρήγγειλε το προϊόν, εφόσον αυτό αντιλήφθηκε ότι της ζήτησε η ενάγουσα, και κάλεσε την ενάγουσα να το παραλάβει. Σχετικά εν προκειμένω είναι. το τεκμήριο 19, δηλαδή επιστολή που ο Αβραάμ απηύθυνε στην ενάγουσα, και το τεκμήριο 15, δηλαδή επιστολή που εις εκ των συνηγόρων της εταιρείας κοινοποίησε στην ενάγουσα. Εν κατακλείδι, είναι η θέση της εταιρείας ότι αν η ενάγουσα παραλάμβανε το αντικείμενο που παρήγγειλε, το παραδεχτό υπόλοιπο της παραγράφου 2vi (Λ.Κ.7.787,09) θα ικανοποιείτο πλήρως. Επί του προκειμένου ο Ευσταθίου υποστήριξε ότι τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 5Β καθιστούν σαφές πως η ενάγουσα δεν παρήγγειλε το εν λόγω προϊόν. Επιπλέον, υποστήριξε ότι είχε και προφορική συνομιλία με τον Αβραάμ κατά την οποία του ανέφερε ότι δεν επιθυμεί το προϊόν με τον αστερίσκο (LR 9358). Τέλος, υποστήριξε ότι όταν στη συνέχεια η εταιρεία έλαβε το προϊόν ο Αβραάμ του παραδέχθηκε ότι εκ λάθους το παράγγειλαν, εντούτοις τον παρακάλεσε να αποδεχθεί τούτο, εισήγηση όμως την οποία απέρριψε. Για το ποσό των Λ.Κ.223 ο Ευσταθίου παρουσίασε το τεκμήριο 15, δηλαδή την επιστολή που οι συνήγοροι της εταιρείας απέστειλαν στην ενάγουσα. Επεσήμανε ότι δεν υιοθετεί το περιεχόμενο της επιστολής, υποστήριξε όμως ότι από το περιεχόμενο της και μόνο προκύπτει ότι η εταιρεία έλαβε τούτο το ποσό πριν το Νοέμβριο του 2005. Επιπλέον ανέφερε ότι η ενάγουσα ζήτησε τούτο μετά την κοινοποίηση της επιστολής τεκμήριο 15 και εντούτοις μέχρι και σήμερα δεν της κατεβλήθη. Τέλος, ο Ευσταθίου κατέθεσε και τα τεκμήρια 3, 4, 8, 14 και 15 τα οποία αποτελούν αλληλογραφία που αντάλλαξαν οι διάδικοι. Η μαρτυρία της ΜΕ2, υπαλλήλου της ενάγουσας, ήταν περιορισμένη σε έκταση. Ανέφερε ότι μετά τη μαρτυρία του Ευσταθίου ο τελευταίος της ζήτησε να ελέγξει τις παραγγελίες που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, με σκοπό να διαπιστώσει σε ποια κατηγορία προϊόντων εμπίπτουν. Από τούτο τον έλεγχο διαπίστωσε ότι τα τεκμήρια 5, 6, 7, 9, 10, 11, 12 και 13 αφορούν προϊόντα της παραγράφου 2vi της συμφωνίας. Επί τούτου η μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκε. Τέλος, ερωτηθείσα κατά πόσο τον επίδικο χρόνο είχε εμπλοκή στην υποβολή των παραγγελιών, απάντησε ότι μπορεί και να είχε. Όπως ο Ευσταθίου έτσι και ο Αβραάμ πραγματεύθηκε τις τρεις επίδικες παραγράφους της συμφωνίας μια προς μια. Προτού παραθέσω σύνοψη της μαρτυρίας του υποδεικνύεται πως ο μάρτυρας δέχθηκε ότι είναι πιθανόν να υπήρχε απόκλιση μεταξύ των καταλόγων που επισυνάφθηκαν στη συμφωνία και της πραγματικής κατάστασης στην αποθήκη. Δέχθηκε δηλαδή ότι το περιεχόμενο των καταλόγων Β και Γ στη συμφωνία δυνατό να μην ανταποκρινόταν στο πραγματικό αποθεματικό της εταιρείας. Υποστήριξε όμως ότι τέτοια απόκλιση δεν μπορεί να ήταν μεγάλη. Για την παράγραφο 2ii της συμφωνίας ο Αβραάμ δέχθηκε ότι σε κάποιες περιπτώσεις δεν εφοδίασαν την ενάγουσα με όλα τα εμπορεύματα που παρήγγειλε. Ισχυρίστηκε όμως ότι ο λόγος που έπραξαν τούτο είναι γιατί τα εν λόγω προϊόντα δεν ήταν διαθέσιμα. Επιπλέον υπέδειξε ότι η ενάγουσα μπορούσε να ζητήσει το υπόλοιπο της αξίας των εμπορευμάτων που δεν της δόθηκαν από τον κατάλογο Β, κάτω από τις πρόνοιες της παραγράφου 2vi, πράγμα που δεν έπραξε. Η προσοχή του Αβραάμ επικεντρώθηκε στην παράγραφο 2iii της συμφωνίας. Ήταν η θέση του ότι τα προϊόντα του καταλόγου Γ έφθασαν στην εταιρεία από την ενάγουσα και άλλο ένα μέτοχο τούτης - COSMETEX CO LTD - όταν οι αρχικοί μέτοχοι της εταιρείας, δηλαδή ενάγουσα και εναγόμενοι 2 μέχρι και 5, σύμπραξαν και σύστησαν την εταιρεία. Δέχθηκε ο μάρτυρας ότι τα εν λόγω προϊόντα ήταν, σε μεγάλο βαθμό, μη εμπορεύσιμα, γεγονός, υποστήριξε, που ήταν σε γνώση όλων των μετόχων, μεταξύ αυτών και η ενάγουσα. Πέραν τούτου πρόσθεσε ότι τα εν λόγω προϊόντα προέρχονταν από αντιπροσωπίες οι οποίες μετά την αποχώρηση της ενάγουσας από την εταιρεία, θα παρέμεναν στην κατοχή της πρώτης. Είναι για αυτούς τους δύο λόγους, υποστήριξε ο μάρτυρας, που η παράγραφος 2iii της συμφωνίας δεν έδιδε δικαίωμα μεταφοράς τυχόν υπολοίπου στην παράγραφο 2vi της συμφωνίας. Θέση του εν προκειμένω ήταν ότι με αυτό τον τρόπο οι διάδικοι αναλάμβαναν εξίσου τη ζημία αυτών των μη εμπορεύσιμων προϊόντων, και επιπλέον, οι αντιπροσωπίες παρέμεναν στην ενάγουσα. Τέλος, υποστήριξε ότι τα εν λόγω προϊόντα εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να βρίσκονται στις αποθήκες της εταιρείας εφόσον η ενάγουσα δεν τα παρέλαβε. Σε σχέση με την παράγραφο 2vi ο Αβραάμ επικαλέστηκε τα τεκμήρια 5Α και 5Β. Θέση του ήταν ότι λόγω της απάντησης «ΟΚ» που ο Ευσταθίου έγραψε στο τεκμήριο 5Β, συνάγεται ότι η ενάγουσα τους ζήτησε να παραγγείλουν το επίδικο προϊόν, πράγμα που έκαναν. Εντούτοις, υποστήριξε ο μάρτυρας, στη συνέχεια η ενάγουσα αρνήθηκε να παραλάβει το προϊόν, ενώ αν το παραλάμβανε θα ικανοποιείτο το παραδεκτό υπόλοιπο της παραγράφου 2vi. Πέραν των πιο πάνω ο Αβραάμ δέχθηκε ότι τα τεκμήρια 6 και 7 αφορούν προϊόντα της παραγράφου 2vi της συμφωνίας, καθώς ότι ο ίδιος είναι που προέβη στις χειρόγραφες σημειώσεις που φαίνονται σε αυτά τα έντυπα. Επιπλέον, ο Αβραάμ δέχθηκε ότι όπου στα εν λόγω τεκμήρια αναγράφεται sold ή no stock, σημαίνει ότι το προϊόν δεν παραδόθηκε στην ενάγουσα και αυτό παρ' ότι είχε ζητηθεί. Τέλος, για το ποσό των Λ.Κ.223 ήταν η θέση του μάρτυρα ότι εκ λάθους η εταιρεία έλαβε τούτο το ποσό από συγκεκριμένο χρεώστη. Εντούτοις με το τεκμήριο 15 πληροφόρησαν την ενάγουσα ότι είχαν το ποσό αυτό και ήταν στη διάθεσή της να το παραλάβει. Η τελευταία όμως ουδέποτε το ζήτησε. Απ' όλα τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι τα επίδικα ζητήματα είναι τόσο νομικά όσα και πραγματικά. Η νομική πτυχή του θέματος επιτάσσει ερμηνεία της σύμβασης και δη κατά πόσο η εταιρεία υποχρεούταν να εκπληρώσει κάθε παραγγελία που υποβαλλόταν, ασχέτως της παραγράφου που αφορούσε, αφενός και κατά πόσο τυχόν υπόλοιπα των παραγράφων 2ii και 2iii μεταφέρονταν κάτω από την παράγραφο 2vi, αφετέρου. Πολύ περισσότερα είναι τα πραγματικά ζητήματα που πρέπει να απαντηθούν. Το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί για τα ακόλουθα ερωτήματα: υπήρχε απόκλιση μεταξύ του περιεχομένου των καταλόγων Β και Γ και του αποθεματικού της εταιρείας. εάν ναι, σε ποιο βαθμό ανερχόταν τούτη η απόκλιση. υποβλήθηκαν ή όχι παραγγελίες σε σχέση με τις παραγράφους 2ii, 2iii και 2vi. αρνήθηκε ή όχι η εταιρεία να παραδώσει αντικείμενα που παραγγέλθηκαν. εάν η προηγούμενη ερώτηση απαντάται καταφατικά, ποιων παραγράφων τα προϊόντα αρνήθηκε η εταιρεία να παραδώσει. παρήγγειλε ή όχι η ενάγουσα το προϊόν LR9358 που αναφέρεται στο τεκμήριο 5Β και τέλος, το ποσό των Λ.Κ.223 ζητήθηκε ή όχι από την ενάγουσα. Εφόσον τα επίδικα θέματα δεν είναι αμιγώς πραγματικά και σε μεγάλο βαθμό εξαρτώνται από την ερμηνεία που θα δοθεί στην επίδικη συμφωνία, κρίνω σκόπιμο να συνοψίσω εδώ τις νομικές αρχές που διέπουν ερμηνεία σύμβασης. Όπως έχει νομολογηθεί η ερμηνεία εγγράφου σύγκειται στην εξακρίβωση του νοήματος που προσλαμβάνουν οι λέξεις που έχουν χρησιμοποιηθεί, εφόσον αυτές οι λέξεις εκλαμβάνεται ότι αποδίδουν και αποκαλύπτουν τις προθέσεις των μερών. Η σημασία της φρασεολογίας που ενσωματώθηκε στη σύμβαση και δη ότι υπερτερεί έναντι τυχόν διαφορετικών προθέσεων που τα μέρη είχαν αλλά δεν εξωτερίκευσαν, εύγλωττα αποδίδεται στην υπόθεση Monypenny ν. Monypenny
(1861)9 H.L.C. 114, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 Α Α.Α.Δ. 168, 173. Λέχθηκε εκεί ότι. «the question is not what the parties to a deed may have intended to do by entering into that deed, but what is the meaning of the words used in that deed: a most important distinction in all cases of construction and the disregard of which often leads to erroneous conclusions». Συνεπώς ζητούμενο δεν είναι οι ενδόμυχες και ουδέποτε αποκαλυφθείσες στην άλλη πλευρά προθέσεις ενός μέρους, αλλά το αντικειμενικό νόημα όσων περιέχονται στη συμφωνία. Όπως υποδεικνύεται στη Χ¨Στυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, Πολ. Έφ. 38/2009, ημερ. 22.5.2012, η προσήλωση στα γραφόμενα της σύμβασης και ο αποκλεισμός εξωγενούς μαρτυρίας, αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές. Ως εκ των πιο πάνω κριτής του εγγράφου είναι το Δικαστήριο και όχι η υποκειμενική αντίληψη που οι διάδικοι σχηματίζουν. Σε αυτή δε τη διεργασία κριτήριο δεν είναι άλλο από την αντίληψη του μέσου λογικού ανθρώπου (βλ. Θεολόγου ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α Α.Α.Δ. 407, 413). Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω στρέφομαι σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η όλη διεργασία αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίστηκε σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτάθηκε και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Η μαρτυρία της ΜΕ2 δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία. Αυτό γιατί η μάρτυρας δεν έτυχε αμφισβήτησης και επιπλέον η μαρτυρία της υποστηρίζεται από τη μαρτυρία του Αβραάμ, δηλαδή του μάρτυρα υπεράσπισης. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύω ότι ο Αβραάμ δέχθηκε πως τα προϊόντα που περιγράφονται στα τεκμήρια 6 και 7 αφορούν την παράγραφο 2vi της συμφωνίας. Επιπλέον, ο Αβραάμ υποστήριξε ότι τα προϊόντα που αναφέρονται στο τεκμήριο 5Β, μεταξύ αυτών και το πολυσυζητημένο προϊόν που δεν παρελήφθη από την ενάγουσα, επίσης υπόκεινται στις διατάξεις της παραγράφου 2vi της συμφωνίας. Ως εκ των πιο πάνω, η μη αμφισβήτηση της ΜΕ2 από την υπεράσπιση και η υποστήριξη που σε μεγάλο βαθμό τυγχάνει η μαρτυρία της από τη μαρτυρία του Αβραάμ, δεν αφήνουν επιλογή άλλη από υιοθέτηση τούτης της μαρτυρίας ως αξιόπιστης. Θετική όμως είναι η εντύπωση που άφησαν και οι άλλοι δύο μάρτυρες, δηλαδή ο Ευσταθίου και ο Αβραάμ. Αναφέροντας τούτο ας μην θεωρηθεί ότι αποδέχομαι συλλήβδην το σύνολο των ισχυρισμών που έκαστος προώθησε. Δεν παραγνωρίζω εν προκειμένω ότι κάποιες από τις θέσεις που προέβαλαν οι δύο τους διαφέρουν ή είναι αντίθετες. Εντούτοις είμαι της γνώμης ότι οι όποιες αντιφάσεις ή διαφορές δεν οφείλονται σε προσπάθεια παραπλάνησης ή απόκρυψης της αλήθειας, αλλά σε εσφαλμένη αντίληψη είτε των συμφωνηθέντων είτε ακόμη των πραγματικών περιβάλλουσων περιστάσεων. Η μαρτυρία και των δύο αυτών μαρτύρων στο Δικαστήριο ανέδειξε φυσικότητα, αυθορμητισμό, σταθερότητα, σαφήνεια και πλούσιες λεπτομέρειες. Αυτά τα στοιχεία, χωρίς να παραγνωρίζεται και το συμφέρον, άμεσο ή έμμεσο, που έκαστος έχει από την έκβαση της υπόθεσης, δεν επιτρέπουν συμπέρασμα άλλο πλην του ότι και οι δύο ήταν αξιόπιστοι. Ενδεικτικό είναι ότι ο Ευσταθίου δεν δίστασε να παραδεχτεί ότι τα προϊόντα του καταλόγου Γ ήταν σκουπίδια και επιπλέον, ότι δεν προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο παραγγελίες που αφορούν την παράγραφο 2ii, ενώ από την άλλη ο Αβραάμ δέχθηκε ότι η ενάγουσα ζήτησε και έλαβε το σύνολο των διαθέσιμων προϊόντων της παραγράφου 2ii, καθώς ότι οι κατάλογοι είχαν απόκλιση από το πραγματικό αποθεματικό της εταιρείας. Αυτές οι παραδοχές, δυσμενείς για τη θέση που έκαστος προώθησε, αποκαλύπτουν ότι πρόθεση και των δύο δεν ήταν η παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, η διεργασία που ακολουθεί σε σχέση με τα ερωτήματα που έχουν τεθεί, αποκαλύπτει τα σημεία που η μαρτυρία των δύο είτε συμπίπτει είτε διαφέρει και εκεί επεξηγούνται οι λόγοι αποδοχής της μιας ή της άλλης θέσης. Έχω παραθέσει ήδη τις επίμαχες παραγράφους της συμφωνίας. Κρίνω όμως σκόπιμο να αναφέρω ότι η εξέταση του Δικαστηρίου προς το σκοπό εξακρίβωσης του νοήματος της συμφωνίας, δεν περιορίστηκε στις τρεις μόνο παραγράφους αλλά επεκτάθηκε σε ολόκληρο το περιεχόμενο τούτης. Αυτό γιατί δεν νοείται κατακερματισμός της συμφωνίας, εφόσον πιθανόν είναι τα αναφερόμενα στις διάφορες παραγράφους να αλληλεξαρτώνται και να επηρεάζονται (βλ. Γεωργική Εταιρεία Δ. Γ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος, Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 168, 176 - 177). Διαπιστώνω εν προκειμένω ότι η συμφωνία διέπει το συμφωνηθέν τίμημα αγοράς των μετοχών της ενάγουσας από τους εναγομένους 2 μέχρι και
- Τούτο το τίμημα ανέρχεται σε Λ.Κ.690.000,
- Πέραν τούτου η συμφωνία προβλέπει και τον τρόπο καταβολής του ποσού αυτού, είτε τοις μετρητοίς είτε σε είδος, καθώς και το χρόνο καταβολής του. Διαπιστώνεται περαιτέρω ότι ο χρόνος παραλαβής των προϊόντων που αναφέρονται στις παραγράφους 2ii και 2iii, κατάλογοι Β και Γ αντίστοιχα, περιορίζεται σε 45 ημέρες από την υπογραφή της συμφωνίας, δηλαδή από την 2.3.
- Από την άλλη η υποβολή παραγγελιών δυνάμει των προνοιών της παραγράφου 2vi επεκτείνεται σε περίοδο 10 μηνών από την υπογραφή της συμφωνίας, 2.3.2005, με τούτο όμως το χρόνο να αφορά την παραλαβή και όχι την παραγγελία των προϊόντων και ως εκ τούτου να περιορίζει το χρόνο υποβολής παραγγελίας. Πέραν των πιο πάνω η συμφωνία διέπει και τα του τρόπου εφαρμογής της. Όπως διαπιστώνεται από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 5 της συμφωνίας τα μέρη εξουσιοδότησαν συγκεκριμένο πρόσωπο, ήτοι τον ελεγκτή Μιχάλη Χάλιο, να εισπράττει μέρος του τιμήματος πώλησης - εκείνο της παραγράφου 3ii - και να προβαίνει σε προσδιορισμένες στη συμφωνία ενέργειες ώστε να καταστεί ευχερής η μεταβίβαση των μετοχών της ενάγουσας στους εναγομένους 2 μέχρι και
- Τέλος, η συμφωνία μεριμνά και για την κατανομή μεταξύ ενάγουσας και εταιρείας των αντιπροσωπειών που είχε η εταιρεία πριν την αποχώρηση της ενάγουσας (βλ. παράγραφο 4 της συμφωνίας). Με την προσοχή στραμμένη στις παραγράφους 2ii και 2iii, παρατηρώ ότι εκ πρώτης όψεως παρουσιάζουν ομοιότητες. Επί της ουσίας όμως τα εκεί αναφερόμενα διαφέρουν. Πρώτη επισήμανση είναι ότι αφορούν διαφορετικές αντιπροσωπείες, και αυτό παρ΄ ότι το σύνολο των αντιπροσωπειών, δηλαδή τόσο οι αντιπροσωπείες της παραγράφου 2ii όσο και εκείνες της παραγράφου 2iii, παραμένουν στην ενάγουσα (βλ. παράγραφο 4 της συμφωνίας). Η ουσιαστική διαφορά μεταξύ των δύο αυτών παραγράφων έγκειται στον τρόπο εκπλήρωσης των εκεί αναφερομένων. Στην παράγραφο 2ii αναφέρεται ότι. «Νοείται ότι αν τα εμπορεύματα του καταλόγου Β δεν ευρεθούν στις αποθήκες της εταιρείας το ποσό του θα ελαττώνεται ανάλογα και θα προστίθεται η διαφορά στο ποσό της παραγράφου 2vi». Τούτη η πρόνοια δεν περιλαμβάνεται στην παράγραφο 2iii. Μάλιστα τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2iii προσδίδουν διαφορετικό νόημα. Αναφέρεται εκεί ότι. «ότι ο μέτοχος - αιτητής έχει υποχρέωση να αποδεχθεί το 50% των εμπορευμάτων του καταλόγου Γ». Παρεμβάλω εδώ ότι τόσο ο Ευσταθίου όσο και ο Αβραάμ ανέφεραν ότι τα προϊόντα του καταλόγου Γ, δηλαδή της παραγράφου 2iii, ήταν μη εμπορεύσιμα και ότι προτού οι διάδικοι εμπλακούν σε δικαστική διαμάχη, νοείται πριν την υποβολή της αίτησης 442/04, πρόθεσή τους ήταν να απαλλαγούν από τα προϊόντα του καταλόγου Γ είτε διά προσφοράς είτε ακόμη με απόρριψη στα σκουπίδια. Με βάση αυτό το κοινό πραγματικό πλαίσιο ορθή κρίνεται η θέση του Αβραάμ ότι σκοπός της παραγράφου 2iii ήταν οι δύο πλευρές, που τη δεδομένη στιγμή σταματούσαν τη συνεργασία που είχαν, να αναλάβουν εξίσου τη ζημία που προέκυπτε από τα προϊόντα του καταλόγου Γ. Η μη συμπερίληψη στην παράγραφο 2iii πρόνοιας που να παραπέμπει στην παράγραφο 2vi, δηλαδή όπως η επιφύλαξη της παραγράφου 2ii, φανερώνει ότι η πρόθεση των μερών ήταν το προβλεπόμενο στην παράγραφο 2iii ποσό να ικανοποιηθεί από τα προϊόντα του καταλόγου Γ, που σε μεγάλο βαθμό ήταν μη εμπορεύσιμα και όχι από άλλα προϊόντα, λόγου χάριν της παραγράφου 2vi, που ήταν καθ΄ όλα ποιοτικά και επικερδή. Εφόσον απασχόλησε και το ποσό που η ενάγουσα δικαιούταν να λάβει κάτω από την παράγραφο 2iii παρατηρώ τα εξής. το ποσό ή καλύτερα η αξία των προϊόντων που η ενάγουσα δικαιούταν να λάβει δυνάμει της παραγράφου 2iii δεν είναι Λ.Κ.43.100,00 αλλά Λ.Κ.21.550,
- Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγω από συνδυασμένη ανάγνωση της παραγράφου 2iii με τον κατάλογο Γ που επισυνάπτεται στη συμφωνία και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος τούτης, αφενός και τις υπόλοιπες παραγράφους, αφετέρου. Αν προσθέσει κανείς τα ποσά που αναφέρονται στον κατάλογο Γ διαπιστώνει ότι συμποσούνται σε Λ.Κ.43.100,
- Αν όμως προσθέσει το σύνολο των ποσών που αναφέρονται στις διάφορες παραγράφους με το ποσό των Λ.Κ.43.100,00 που αναφέρεται στην παράγραφο 2iii, διαπιστώνει ότι όλα μαζί συμποσούνται σε Λ.Κ.711.550,00, δηλαδή το άθροισμα υπερβαίνει κατά Λ.Κ.21.550,00 το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης των μετοχών της ενάγουσας. Από την άλλη, η παράγραφος 2iii δεν αναφέρει ότι η ενάγουσα θα λάβει «το σύνολο της αξίας», φράση που εντοπίζεται σε άλλες παραγράφους όπως είναι οι παράγραφοι 2i, 2ii και 2iv. H παράγραφος 2iii περιορίζεται στο 50% του εκεί αναφερόμενου ποσού, δηλαδή Λ.Κ.21.550,00 (43.100,00 χ 50% = 21.550,00) και είναι γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο που αναφέρει ότι ο μέτοχος, δηλαδή η ενάγουσα, υποχρεούται, εν ολίγοις επιβάλλεται, να αποδεχθεί το 50% των εμπορευμάτων του καταλόγου Γ. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι η αξία των προϊόντων που η ενάγουσα δικαιούταν να λάβει δυνάμει της παραγράφου 2iii της συμφωνίας, είναι Λ.Κ.21.550,00 και αυτή η αξία επ΄ ουδενί μπορούσε να ικανοποιηθεί διαζευκτικά, δηλαδή διά μεταφοράς οιουδήποτε υπολοίπου στην παράγραφο 2vi της συμφωνίας. Αντίθετη όμως είναι αντίληψη που έχω για τις πρόνοιες της παραγράφου 2ii, εφόσον καταλήγω ότι παρεχόταν ευχέρεια μεταφοράς τυχόν υπολειπόμενης αξίας στην παράγραφο 2vi για ικανοποίηση από εκείνη τη γκάμα προϊόντων. Από αυτή την τελευταία διαπίστωση άγομαι σε άλλο ένα σχετικό συμπέρασμα. Η παράγραφος 2ii, σε αντίθεση με την παράγραφο 2vi, δεν υποχρέωνε την εταιρεία να παραδώσει κάθε προϊόν που παραγγέλετο, δηλαδή είτε ήταν διαθέσιμο είτε όχι. Εφόσον τέτοια ρητή αναφορά δεν εντοπίζεται στην παράγραφο 2ii, τη στιγμή που ανάλογη ενσωματώθηκε από τα μέρη στην παράγραφο 2vi, συνάγεται ότι οι διάδικοι δεν επιθυμούσαν τέτοια δέσμευση. Από την άλλη, παράλογο είναι η εταιρεία να υπείχε υποχρέωση παράδοσης κάθε προϊόντος που παραγγελόταν και την ίδια ώρα η συμφωνία να μεριμνά για ικανοποίηση τυχόν υπολοίπου από την παράγραφο 2vi. Αν η εταιρεία υποχρεούταν σε ικανοποίηση του συνόλου των παραγγελιών της παραγράφου 2ii είναι αντιληπτό ότι δεν θα παρέμενε υπόλοιπο για να μεταφερθεί και να ικανοποιηθεί από την παράγραφο 2vi. Καταλήγω συνεπώς ότι η εταιρεία δεν είχε υποχρέωση να ικανοποιήσει το σύνολο των παραγγελιών που υποβαλλόταν στο πλαίσιο της παράγραφου 2ii, εφόσον παρέχετο ευχέρεια μεταφοράς του υπόλοιπου στην παράγραφο 2vi. Θεωρώ όμως ότι δυνάμει της συμφωνίας η μεταφορά του όποιου υπολοίπου ήταν λογιστική, δηλαδή το τελευταίο υπόλοιπο αυτομάτως προστίθετο στο υπόλοιπο της παραγράφου 2vi και η ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση να πληροφορήσει ότι οι πρόσθετες παραγγελίες που υποβάλλονταν στο πλαίσιο της παραγράφου 2vi αφορούσαν μεταφερόμενο υπόλοιπο από την παράγραφο 2ii. Από την άλλη δυνάμει της παραγράφου 2vi η εταιρεία όφειλε να ικανοποιήσει πλήρως τις σχετικές παραγγελίες, ανεξαρτήτως κράτησης, πώλησης ή άλλως πως, του προϊόντος που ζητούσε η ενάγουσα. Αυτό ως απότοκο όχι μόνο της ρητής αναφοράς στην παράγραφο 2vi της συμφωνίας αλλά και του χρονικού πλαισίου εντός του οποίου οι διάδικοι όφειλαν να εκτελέσουν τη συμφωνία. Υποχρέωσή τους εν προκειμένω ήταν. η μεν ενάγουσα να παραγγείλει, η δε εταιρεία να παραδώσει, ώστε η παραγγελία να εκτελεστεί πριν την παρέλευση 10 μηνών από την υπογραφή της συμφωνίας. Αν λοιπόν η εταιρεία προφασιζόταν πώληση ή κράτηση των προϊόντων της παραγράφου 2vi, είναι αντιληπτό ότι θα εμπόδιζε την ομαλή και εντός χρόνου εκπλήρωση της συμφωνίας. Είναι γι΄ αυτούς τους λόγους που καταλήγω ότι η παράγραφος 2vi επέβαλλε υποχρέωση συμμόρφωσης με τις σχετικές παραγγελίες, είτε τα προϊόντα ήταν πωλημένα είτε όχι. Με διαγεγραμμένο πλέον το νομικό πλαίσιο της επίδικης συμφωνίας στρέφομαι στα πραγματικά ζητήματα που απασχόλησαν, με οδηγό πάντα τα ερωτήματα που έχουν τεθεί. Το πρώτο που πρέπει να απασχολήσει είναι κατά πόσο το περιεχόμενο των καταλόγων Β και Γ παρουσίαζε απόκλιση από το αποθεματικό της εταιρείας. Επαναλαμβάνω εν προκειμένω ότι από την ερμηνεία της παράγραφου 2ii της συμφωνίας συνάγεται πως πρόθεση των μερών δεν ήταν η ενάγουσα να λάβει το σύνολο των προϊόντων του καταλόγου Β, εξ ου και η συμφωνία προνοούσε ότι τυχόν υπόλοιπο από την παράγραφο 2ii θα συνυπολογιζόταν στο υπόλοιπο της παραγράφου 2vi. Από την άλλη η ενάγουσα θα ελάμβανε μόλις το 50% των προϊόντων που αναφέρονταν στον κατάλογο Γ της παραγράφου 2iii. Πέραν των πιο πάνω ο Αβραάμ, δηλαδή ο καθ΄ ύλην αρμόδιος για την ετοιμασία των καταλόγων, δέχθηκε ότι οι κατάλογοι Β και Γ δυνατό να μην ανταποκρίνονταν στο πραγματικό αποθεματικό της εταιρείας. Επιπλέον, το τεκμήριο 17, δηλαδή το αποτέλεσμα της καταμέτρησης που έκανε ο Ευσταθίου αμέσως μετά τη συνομολόγηση της συμφωνίας, αποκαλύπτει ότι ο κατάλογος Β δεν ανταποκρινόταν πλήρως στο πραγματικό αποθεματικό της εταιρείας. Όπως μάλιστα επεξήγησε ο Ευσταθίου, επειδή οι αντιπροσωπείες του καταλόγου Β με τη λύση της συνεργασίας θα έμεναν στην ενάγουσα, η εταιρεία δεν θα μπορούσε να υποβάλει παραγγελίες και γι' αυτό εντόπισε και κράτησε τα προϊόντα που χρειαζόταν για ικανοποίηση υφιστάμενων παραγγελιών από δικούς της πελάτες. Αυτή η θέση του Ευσταθίου δεν αμφισβητήθηκε και εν πάση περιπτώσει είναι λογικοφανής και γι' αυτό το λόγο την αποδέχομαι. Με βάση τα πιο πάνω καταλήγω ότι οι κατάλογοι Β και Γ είχαν όντως απόκλιση από το αποθεματικό της εταιρείας. Εντούτοις μείζον δεν είναι η απόκλιση per se αλλά η έκταση τούτης. Σε αυτό το πλαίσιο η διερεύνηση διακρίνεται σε δύο μέρη. Το πρώτο αφορά την παράγραφο 2ii και το δεύτερο την παράγραφο 2iii. Εξ αρχής αναφέρω ότι η εξέταση που απαντά το σχετικό ερώτημα συμπλέκεται και με το επόμενο ερώτημα, δηλαδή την υποβολή παραγγελιών, εφόσον η υποβολή παραγγελιών και έτι περισσότερο η ικανοποίηση τούτων, είναι ό,τι αποκαλύπτει την ποσότητα που κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν διαθέσιμη. Ως εκ τούτου σπεύδω να εξετάσω τις παραγγελίες που υποβλήθηκαν. Είναι πρέπον να λεχθεί ότι σε σχέση με την παράγραφο 2ii ο Ευσταθίου δεν δίστασε, παρά τις επίμονες ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης, να δεχθεί ότι η ενάγουσα δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο παραγγελίες που αφορούν την παράγραφο 2ii, παρ' ότι θέση του ήταν πως υπέβαλαν τέτοιες και έλαβαν το σύνολο των διαθέσιμων προϊόντων. Τολμηρή και γνήσια όμως ήταν και η θέση του Αβραάμ στις σχετικές ερωτήσεις της κας Ζαχαρίου. Η στιχομυθία που ακολουθεί αποκαλύπτει ό,τι σχετικό: «Ε. Μάλιστα. Επίσης σας υποβάλλω κύριε μάρτυς, ότι όταν ο διευθυντής της Ενάγουσας επισκέφθηκε μετά την υπογραφή της συμφωνίας τις αποθήκες για να ελέγξει τα εμπορεύματα, ό,τι εμπορεύματα από τις αντιπροσωπείες που αναφέρονται στην παράγραφο 2.2 του τεκμηρίου 1 υπήρχαν διαθέσιμα τα έπιασε. Α. Όχι όλα. Έχει πάρει όλα από την CAROMA, αλλά από τον MATHIOS όχι. Ε. Ό,τι βρέθηκε επιτόπου λήφθηκε και από την CAROMA και από MATHIOS. Α. Στον κατάλογο Β; Ε. Ναι. Α. Μάλιστα. Ναι, ό,τι βρήκε τα πήρε. Ε. Μάλιστα. Ό,τι βρήκε τα πήρε. ... Ε. Σε σχέση με το υπόλοιπο ποσό που είναι παραδεκτό ότι δεν λήφθηκε σε σχέση με την παράγραφο 2.2 της συμφωνίας, έπρεπε αντιλαμβάνομαι συμφωνούμε σε τούτο, μπορούσε μάλλον, να παραγγείλει εμπορεύματα βάσει της παραγράφου 2.6 της συμφωνίας, σωστό; Α. Πολύ σωστό.». Από τα πιο πάνω αποκαλύπτεται ότι το γεγονός και μόνο πως η ενάγουσα δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο έντυπα παραγγελιών που αφορούν τον κατάλογο Β της παραγράφου 2ii, δεν σημαίνει ότι δεν υπέβαλε σχετικές παραγγελίες. Αυτό γιατί ο Αβραάμ δέχθηκε ότι υποβλήθηκαν τέτοιες παραγγελίες και μάλιστα ότι η ενάγουσα έλαβε το σύνολο των διαθέσιμων προϊόντων του καταλόγου Β. Ως εκ των πιο πάνω καθίσταται αντιληπτό ότι σε σχέση με την παράγραφο 2ii δεν έχει σημασία η απόκλιση του αποθεματικού από τον κατάλογο, εφόσον ούτως ή άλλως το όποιο υπόλοιπο μεταφερόταν στην παράγραφο 2vi. Εκείνο που έχει σημασία στο πλαίσιο της παραγράφου 2ii, είναι η δεδηλωμένη θέση του Αβραάμ, εφόσον από αυτήν προκύπτει και αποτελεί και διαπίστωση του Δικαστηρίου, ότι η ενάγουσα έλαβε το σύνολο των διαθέσιμων προϊόντων του καταλόγου Β. Συνεπώς ο λόγος διά τον οποίο δεν έλαβε το υπόλοιπο ποσό, που σύμφωνα με το παραδεχτό γεγονός ανέρχεται σε Λ.Κ.4.156,92, είναι γιατί δεν υπήρχαν άλλα διαθέσιμα προϊόντα του καταλόγου Β. Tο δε υπόλοιπο αυτομάτως μεταφέρθηκε για ικανοποίηση κάτω από τις πρόνοιες της παραγράφου 2vi της συμφωνίας. Το κατά πόσο ζητήθηκε και ικανοποιήθηκε στο πλαίσιο της παραγράφου 2vi, εξετάζεται πιο κάτω. Τώρα, αναφορικά με τον κατάλογο Γ της παραγράφου 2iii, ήταν η θέση της κας Ζαχαρίου, θέση η οποία υποβλήθηκε στον Αβραάμ, ότι ακόμη και αν η ενάγουσα ελάμβανε το σύνολο των προϊόντων που βρίσκονταν στις αποθήκες της εταιρείας, δεν θα ικανοποιείτο η εκεί αναφερόμενη αξία. Υπενθυμίζω εδώ εκείνο που ενωρίτερα αναφέρθηκε, δηλαδή πως η συμφωνηθείσα αξία σε σχέση με την παράγραφο 2iii δεν ήταν η εκεί αναφερόμενη - Λ.Κ.43.100,00 - αλλά το 50% τούτης. Από αυτό διαπιστώνεται ότι τυχόν μικρή απόκλιση του καταλόγου Γ από το αποθεματικό, δεν δημιουργεί πρόβλημα. Εν πάση όμως περιπτώσει, είμαι της γνώμης ότι η μαρτυρία του Ευσταθίου, μάρτυρας της ενάγουσας, δεν υποστηρίζει την υποβολή που τέθηκε στον Αβραάμ από τη συνήγορο της ενάγουσας. Και εξηγώ. Αρχικά ο Ευσταθίου πρόβαλε ένα διαζευκτικό ισχυρισμό. Ανέφερε εν προκειμένω ότι. «. ή υπήρχαν ελλείψεις δεν υπήρχαν στα stock ή υπήρχαν σκουπίδια με την έννοια σκουπίδια». Για την ώρα επισημαίνω μόνο ότι η πιο πάνω θέση τέθηκε κατά τρόπο ασαφή και εν πάση περιπτώσει διαζευκτικό. Ακολούθως ο Ευσταθίου δέχτηκε ότι ήταν εις γνώση του από πριν τη συνομολόγηση της συμφωνίας ότι τα προϊόντα του καταλόγου Γ ήταν υποδεέστερης ποιότητας, εφόσον αυτά τα προϊόντα ήταν η ενάγουσα και άλλη μια εταιρεία που τα εκχώρησαν στην εναγομένη εταιρεία αμέσως μετά τη σύμπραξη των διαδίκων. Η αντεξέταση όμως του Ευσταθίου δεν απέφυγε την κρίσιμη ερώτηση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων ρώτησε τον Ευσταθίου, δυο φορές, γιατί δεν έλαβαν τα προϊόντα του καταλόγου Γ. Οι σαφείς απαντήσεις του μάρτυρα φανερώνουν ότι ο λόγος δεν ήταν η ποσότητα και δη η ανεπάρκεια προϊόντων. Ο Ευσταθίου απάντησε ως ακολούθως: «Α. Να σας εξηγήσω πολύ απλά. Επειδή τα προϊόντα αυτά είναι περισσότερα είναι πλακάκια, τα περισσότερα είναι πλακάκια, το πλακάκι όταν το εισάγεις έρχεται σε κιβώτιο το οποίο αναγράφεται πάνω, αναγράφονται πάνω κάποια πολύ σημαντικά στοιχεία. Αν ας πούμε εισάξεις σήμερα ένα πλακάκι και μετά το ίδιο πλακάκι που θα εισάξεις σε ένα μήνα είναι διαφορετικής παραλαβής, δεν μπορείς να το πουλήσεις του πελάτη και τα δύο μαζί. Εκτός του ότι υπήρχαν πλακάκια τα οποία ήταν δύο κιβώτια, τρία κιβώτια, τέσσερα κιβώτια και δεν μπορούσα να κάνω παραγγελία να τα πουλήσω, υπήρχαν και πλακάκια άνευ κιβωτίων». Και πιο κάτω «Α. Πρώτο για τα προϊόντα τα οποία καταρχήν δεν μπορούσα να τα χρησιμοποιήσω, δηλαδή ήταν προϊόντα που δεν μπορείς να τα πουλήσεις. Και δεύτερο ούτε μπορούσες να υπολογίσεις την αξία τους και για να ξέρετε και κάτι άλλο, εγώ ο ίδιος προσωπικά, εγώ ο ίδιος προσωπικά πήγα και έβλεπα ένα - ένα τα πλακάκια και τα έκανα κιβώτια όσα μπορούσα για να μπορέσω να πάρω όσα περισσότερα μπορούσα, όσα περισσότερα. Και άρα το τονίζω αυτό γιατί είναι πάρα πολύ σημαντικό στον τομέα μας, μπορεί να μην το ξέρετε εσείς αλλά είναι στον τομέα μας, όταν είναι εκτός κιβωτίων τα πλακάκια και τα παραδώσεις σε έναν πελάτη μπορεί να είναι σε διάφορες αποχρώσεις γιατί αναμείχθηκαν οι παραλαβές, άρα δεν είναι προς διάθεση και ούτε μπορείς να υπολογίσεις την αξία τους όταν βλέπεις ένα βουνό χύμα πλακάκια. Γιατί τα συγκεκριμένα προϊόντα ήταν έξω στην αυλή εκτεθειμένα και τα περισσότερα από αυτά το ξέρουν όλοι ήρθαν από τις αποθήκες της Cosmetex γιατί εμείς είχαμε κλειστή αποθήκη και τα είχαμε προστατευμένα πριν τη συγχώνευση». Η πιο πάνω απερίφραστη και ολωσδιόλου ειλικρινής θέση του Ευσταθίου δεν υποστηρίζει ότι ο λόγος μη παραλαβής του συνόλου των προϊόντων του καταλόγου Γ ήταν λόγω ανεπάρκειας τούτων. Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι ο λόγος διά τον οποίο η ενάγουσα δεν έλαβε τα προϊόντα του καταλόγου Γ οφείλεται στην ποιότητα και όχι την ποσότητα. Η ποσότητα των διαθέσιμων προϊόντων ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει τα συμφωνηθέντα της παραγράφου 2iii της συμφωνίας. Άλλωστε και το τεκμήριο 17, δηλαδή το αποτέλεσμα της καταμέτρησης που διενήργησε ο Ευσταθίου, δεν φανερώνει διορθώσεις, δηλαδή απόκλιση του καταλόγου Γ από το αποθεματικό της εταιρείας. Εις επίμετρον, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η ενάγουσα δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο οιανδήποτε μαρτυρία που να υποδεικνύει υποβολή παραγγελίας σε σχέση με τα προϊόντα του καταλόγου Γ και περαιτέρω, άρνηση της εταιρείας να την εκπληρώσει. Εν ολίγοις, αυτό το σκέλος της αξίωσης αντιμετωπίστηκε κατά τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίστηκε και η παράγραφος 2ii της συμφωνίας. Εντούτοις, όπως έχω ήδη υποδείξει, είναι πολύ περισσότερα εκείνα που διακρίνουν τις δύο παραγράφους από εκείνα που τις ταυτίζουν. Στο δικό μου μυαλό είναι ξεκάθαρο ότι άμα τη διαπιστώσει από την ενάγουσα ότι τα προϊόντα του καταλόγου Γ δεν ήταν τίποτα άλλο από λίθοι και πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα, και έχοντας την εσφαλμένη αντίληψη ότι και σε αυτή την περίπτωση η συμφωνία επέτρεπε ικανοποίηση τυχόν υπολοίπου από την παράγραφο 2vi, θέση που υποστηρίχθηκε από τον Ευσταθίου, συνειδητά επέλεξε να μην λάβει τούτα τα προϊόντα. Αυτή όμως η επιλογή δεν δικαιολογείται από τις πρόνοιες της συμφωνίας και σίγουρα δεν αποκαλύπτει παράβαση που οφείλεται στην εταιρεία ή τους λοιπούς εναγομένους που την εγγυήθηκαν. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι υπό τις περιστάσεις η απόκλιση του περιεχομένου των καταλόγων από το αποθεματικό της εταιρείας, που εν πάση περιπτώσει ήταν μικρή, δεν έχει ρόλο να διαδραματίσει. Πέραν τούτου η ενάγουσα ζήτησε και έλαβε το σύνολο των διαθέσιμων προϊόντων σε σχέση με την παράγραφο 2ii της συμφωνίας. Για τα προϊόντα όμως της παραγράφου 2iii της συμφωνίας η ενάγουσα πολύ λίγες παραγγελίες υπέβαλε και αυτό όχι γιατί δεν υπήρχαν διαθέσιμα προϊόντα, αλλά επειδή η ποιότητα τούτων δεν ήταν της αρεσκείας της και ήταν με την εντύπωση ότι μπορούσε να εξαργυρώσει την αξία τούτων των προϊόντων από τα προϊόντα της παραγράφου 2vi της συμφωνίας. Παραμένει τώρα να εξετάσουμε κατά πόσο υποβλήθηκαν και εκτελέστηκαν παραγγελίες σε σχέση με την παράγραφο 2vi της συμφωνίας. Κρίνω όμως βολικό προτού αποφανθώ γι' αυτό το ζήτημα να επιληφθώ ό,τι σχετικό του προϊόντος LR
- Αναφέρθηκε ήδη ότι οι δύο πλευρές δέχονται πως αντάλλαξαν το τεκμήριο 5Β καθώς και όσα αναφέρονται σε αυτό, δηλαδή τις χειρόγραφες σημειώσεις που έθεσαν επ' αυτού οι Αβραάμ και Ευσταθίου αντίστοιχα. Με δεδομένο το περιεχόμενο του τεκμηρίου 5Β δέχομαι ότι ορθή εν προκειμένω είναι η θέση του Ευσταθίου και όχι του Αβραάμ. Αυτό γιατί τα αναγραμμένα επί του τεκμηρίου 5Β είναι σαφή και δεν επιτρέπουν διείσδυση αμφιβολίας. Όταν ο Αβραάμ ζητούσε επιβεβαίωση του pro forma, αυτό ήταν για την κατάσταση πραγμάτων ως είχε διαμορφωθεί μετά την ενημέρωση του προμηθευτή, δηλαδή ότι το προϊόν LR9358 δεν ήταν διαθέσιμο. Εφόσον δεν ήταν διαθέσιμο δεν μπορούσε να παραγγελθεί. Αν η ενάγουσα επιθυμούσε να το παραγγείλει, πράγμα που ήταν αδύνατο τη δεδομένη στιγμή, μπορούσε να επανέλθει μετά το τέλος Απριλίου. Εξ ου και η πληροφορία στην οποία παραπέμπει ο αστερίσκος, ότι η διάθεση του προϊόντος ήταν προγραμματισμένη περί τα τέλη Απριλίου, παρεμπιπτόντως λέχθηκε και μόνο για ενημέρωση της ενάγουσας εάν επιθυμούσε, σε μέλλοντα χρόνο και δη μετά το τέλος Απριλίου, να παραγγείλει το προϊόν. Πέραν των πιο πάνω δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστη και μια άλλη σχετική παράμετρος. Η απάντηση που ο Ευσταθίου έθεσε επί του εγγράφου, τεκμήριο 5Β, δηλαδή ΟΚ, είναι γενική και αόριστη. Ως τέτοια όμως δεν γέννησε υποχρέωση της εταιρείας να παραγγείλει το εν λόγω προϊόν. Αν η τελευταία δεν αντιλαμβανόταν την πραγματική πρόθεση της ενάγουσας, όφειλε να διερευνήσει την αοριστία και όχι να παραγγείλει το προϊόν. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι η ενάγουσα δεν παρήγγειλε το προϊόν LR9358 και αυτός είναι ο λόγος που στη συνέχεια αρνήθηκε να το παραλάβει. Το μπέρδεμα όμως που προέκυψε με την παραγγελία του προϊόντος LR9358 συμπλέκεται με το σύνολο των παραγγελιών που η ενάγουσα υπέβαλε κάτω από την παράγραφο 2vi. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η ενάγουσα υπέβαλε παραγγελίες για προϊόντα της παραγράφου 2vi, τις οποίες όμως η εταιρεία δεν εκτέλεσε και αυτό κατά παράβαση της συμφωνίας. Αυτή η διαπίστωση προκύπτει από τα τεκμήρια 6 και 7 σε συνδυασμό με τις επεξηγήσεις του Αβραάμ, δηλαδή του προσώπου που έθεσε τις χειρόγραφες σημειώσεις επί των εν λόγω τεκμηρίων. Επί του προκειμένου ο Αβραάμ δέχθηκε ότι όπου στα εν λόγω έγγραφα αναγράφεται η λέξη «sold», σημαίνει ότι το προϊόν δεν δόθηκε στην ενάγουσα καθ' ότι ήταν πωλημένο. Εντούτοις έχει υποδειχθεί ήδη ότι δυνάμει της παραγράφου 2vi της συμφωνίας, το γεγονός ότι κάποιο προϊόν που ζητούσε η ενάγουσα δυνατό να ήταν πωλημένο σε τρίτο, δεν αναιρούσε την υποχρέωση της εταιρείας να το παραδώσει στην ενάγουσα. Αυτό και μόνο αποκαλύπτει ότι η ενάγουσα υπέβαλε παραγγελίες σε σχέση με την παράγραφο 2vi. Τούτες είναι τα τεκμήρια 5, 6, 7, 9, 10, 11, 12 και 13, ως αναφέρθηκε από τη ΜΕ2, μέρος των οποίων η εταιρεία δεν εκτέλεσε. Πέραν τούτου, όπως επεξήγησε ο Ευσταθίου, όταν η εταιρεία παρήγγειλε το προϊόν LR9358 και η ενάγουσα αρνήθηκε να το παραλάβει, οι ήδη τεταμένες σχέσεις των δύο εταιρειών διαταράχθηκαν έτι περαιτέρω, με αποτέλεσμα η εταιρεία να αρνείται εκτέλεση επιπλέον παραγγελιών. Κρίνω πως τούτη η θέση του Ευσταθίου είναι ειλικρινής εφόσον επιβεβαιώνεται, εμμέσως, από το μαρτυρικό υλικό. Αφενός το τεκμήριο 19 είναι επιστολή ημερομηνίας 15.7.05 την οποία υπογράφει ο Αβραάμ εκ μέρους της εταιρείας και καλεί την ενάγουσα να παραλάβει το προϊόν LR
- Αφετέρου, στο τεκμήριο 15, επιστολή ημερομηνίας 7.11.2005 που απέστειλε στην ενάγουσα και άλλους εμπλεκομένους εις εκ των συνηγόρων της εταιρείας, επεξηγείται η μέχρι εκείνη την ώρα εκτέλεση της συμφωνίας και σε σχέση με την παράγραφο 2vi αναφέρονται τα ακόλουθα: «(VI) Η εταιρεία BAGNO έχει επιλέξει και παρέλαβε εμπορεύματα αξίας Λ.Κ.179.841,
- Για το υπόλοιπο ποσόν που παρέμεινε ήτοι πόσον Λ.Κ.7.787,09 εταιρεία BAGNO έδωσε παραγγελία στην εταιρεία HOME ART (για περισσότερο ποσό) την οποία αρνείται να παραλάβει». Η παραγγελία που αναφέρεται στα τεκμήρια 15 και 19 είναι εκείνη του προϊόντος LR
- Από τα πιο πάνω είναι ηλίου φαεινότερον ότι για την εταιρεία η παραγγελία του προϊόντος LR9358 διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο, εφόσον θέση της ήταν ότι η αξία αυτού του προϊόντος εξοφλούσε την παράγραφο 2vi της συμφωνίας. Η επιστολή τεκμήριο 15 δεν καλεί την ενάγουσα να υποβάλει παραγγελίες, γενικά και αόριστα. Καλεί τούτην να παραλάβει το προϊόν που παρήγγειλε ώστε να εξοφληθεί το ποσό της παραγράφου 2vi. Με αυτό τον τόπο υποστηρίζεται η θέση του Ευσταθίου ότι μετά την παραγγελία του προϊόντος LR9358 η εταιρεία αρνείτο να εκτελέσει άλλη παραγγελία, εφόσον αυτή είναι η μόνη λογική αντίδραση, δοθέντος ότι για την εταιρεία η παραλαβή του προϊόντος LR9358 εξόφλησε την παράγραφο 2vi της συμφωνίας. Δυνάμει όλων των πιο πάνω διαπιστώνω ότι η ενάγουσα υπέβαλε παραγγελίες που αφορούν τα προϊόντα της παραγράφου 2vi, κάποιες εκ των οποίων η εταιρεία δεν εκτέλεσε προφασιζόμενη ότι τα προϊόντα ήταν πωλημένα. Τα προϊόντα που δεν παραδόθηκαν φαίνονται στα τεκμήρια 6 και
- Επιπλέον, μετά την παραλαβή του προϊόντος LR9358, η παραγγελία του οποίου έγινε από την εταιρεία χωρίς όμως εξουσιοδότηση από την ενάγουσα, η εταιρεία αρνήθηκε εκτέλεση άλλων παραγγελιών σε σχέση με την παράγραφο 2vi εφόσον θεώρησε ότι το προϊόν LR9358 εξόφλησε τούτην. Τελευταίο θέμα που εξετάζεται είναι ό,τι σχετικό του ποσού των Λ.Κ.
- Είναι αναμφισβήτητο ότι οι διάδικοι συμφώνησαν πως ένα μεγάλο μέρος του τιμήματος, περί τις Λ.Κ.190.000,00, θα ικανοποιείτο με εκχώρηση στην ενάγουσα των δικαιωμάτων της εταιρείας έναντι χρεωστών της. Ένας εξ αυτών των χρεωστών ήταν και το άτομο που παρέδωσε στην εταιρεία το ποσό των Λ.Κ.
- Επί του προκειμένου η εταιρεία διατείνεται ότι μέσω του τεκμηρίου 15 πληροφόρησε την ενάγουσα ότι είχε στην κατοχή της το εν λόγω ποσό αλλά η τελευταία ουδέποτε το ζήτησε. Ούτε με αυτή τη θέση της εταιρείας μπορώ να συμφωνήσω. Δεν αντιλαμβάνομαι γιατί η ενάγουσα ήταν εκείνη που όφειλε να ζητήσει το ποσό. Εν ολίγοις, γιατί δεν ήταν υποχρέωση της εταιρείας να επιστρέψει το ποσό που αδικαιολόγητα είσπραξε. Ας σημειωθεί εδώ ότι ακόμα και μετά την είσπραξη του ποσού των Λ.Κ.223, η συμφωνία των διαδίκων δεν είχε εκτελεσθεί πλήρως. Το τεκμήριο 15, επιστολή που στάληκε εκ μέρους της εταιρείας και των εναγομένων και συνεπώς το περιεχόμενο τούτης τους δεσμεύει, αποκαλύπτει ότι κατά τον ίδιο χρόνο, δηλαδή μετά την είσπραξη του ποσού των Λ.Κ.223, εκκρεμούσε η καταβολή ποσού Λ.Κ.10.000,00 στην ενάγουσα (βλ. παράγραφο 3 τεκμήριο 15), το οποίο η εταιρεία κατέβαλε μηνιαίως - Λ.Κ.5.000,00 - μέσω του ελεγκτή Μιχάλη Χάλιου. Γιατί συν τω χρόνω δεν κατέβαλε και αυτό το ποσό, Λ.Κ.223,00, στον ελεγκτή Μιχάλη Χάλιο και γιατί ανέμενε την ενάγουσα να το παραλάβει, δεν μπορώ να καταλάβω. Μοναδική λογική εξήγηση είναι εκείνη που έδωσε ο Ευσταθίου, δηλαδή ότι η ενάγουσα ζήτησε το ποσό αλλά η εταιρεία αδιαφόρησε και δεν το παρέδωσε. Δυνάμει όλων των πιο πάνω καταλήγω στα ακόλουθα. δεδομένη είναι η μη παραλαβή από την ενάγουσα του συνόλου των εμπορευμάτων. Αυτό άλλωστε είναι το παραδεχτό γεγονός. Με βάση όμως τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου καταλήγω ότι η ενάγουσα έλαβε το σύνολο των διαθέσιμων προϊόντων της παραγράφου 2ii. Το υπόλοιπο (Λ.Κ.4.156,92) αυτομάτως μεταφέρθηκε στην παράγραφο 2vi. Εντούτοις η εταιρεία και οι εναγόμενοι αρνήθηκαν εκπλήρωση του συνόλου των παραγγελιών της παραγράφου 2vi, συμπεριλαμβανομένου και του υπολοίπου που μεταφέρθηκε από την παράγραφο 2ii, και αυτό γιατί θεωρούσαν πως η παραγγελία του αντικειμένου LR9358 εξόφλησε τούτην την παράγραφο. Αποτελεί όμως διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα δεν παρήγγειλε το εν λόγω προϊόν. Εν κατακλείδι, κατά παράβαση της συμφωνίας η εταιρεία έλαβε το ποσό των Λ.Κ.223,00 από χρεώστη του οποίου τα δικαιώματα είσπραξης εκχώρησε στην ενάγουσα και δεν κατέβαλε τούτο στην τελευταία. Όλα τα πιο πάνω συνιστούν παραβιάσεις της συμφωνίας που οφείλονται σε ενέργειες της εταιρείας και συνακόλουθα των λοιπών εναγομένων που συνυπόγραψαν και/ή εγγυήθηκαν τη συμφωνία. Παρεμβάλλω εδώ ότι ο χρόνος εκτέλεσης της συμφωνίας και δη η σημασία του, υποβιβάστηκε σε δευτερεύον ζήτημα. Προκύπτει τούτο από την επιστολή των εναγομένων, τεκμήριο 15, η οποία καλεί την ενάγουσα να παραλάβει προϊόντα και αυτό παρ' ότι παρήλθε ο χρόνος που συμφωνήθηκε, ήτοι 45 ημέρες. Καταλήγω συνεπώς ότι ο χρόνος εκτέλεσης της συμφωνίας δεν κατέστη ουσιώδης. Εφόσον από τα πιο πάνω διαπιστώνεται παράβαση της συμφωνίας η οποία χρεώνεται στην εταιρεία και τους εναγομένους, μια μόνο επιλογή απομένει. Αυτή είναι η αποκατάσταση της ενάγουσας και η απόδοση σε αυτήν των συμφωνηθέντων (βλ. ΑΛΠΑΝ (Αδελφοί Τάκη) Λτδ κ.α. ν. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 Α. Α.Α.Δ. 679, 687). Συνεπώς υπέρ της ενάγουσας και εναντίον όλων των εναγομένων εκδίδεται απόφαση για το ποσό των Λ.Κ.12.167,01, αντίστοιχο σε €20.805,58, ποσό που αντιστοιχεί στο άθροισμα των υπολοίπων που αφορούν οι παράγραφοι 2ii (Λ.Κ.4.156,92) και 2vi (Λ.Κ.7.787,09) της συμφωνίας, πλέον το ποσό των Λ.Κ.223,00. Από την άλλη, σε σχέση με την παράγραφο 2iii και το ποσό των Λ.Κ.21.550,00, ουδεμία παράβαση της συμφωνίας διαπιστώνεται εφόσον η ενάγουσα είναι εκείνη που επέλεξε να μην παραλάβει τα προϊόντα, ενώ η εταιρεία και οι εναγόμενοι ουδέν μεμπτό έπραξαν. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, υπέρ της ενάγουσας και εναντίον όλων των εναγομένων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, εκδίδεται απόφαση για το ποσό των Λ.Κ.12.167,01 ή €20.805,58, πλέον νόμιμος τόκος από 27.2.2007 ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, πλέον δικηγορικά έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο