Marfin Popular Bank Public Co Ltd ν. Γιώργος Βελετίνας, Αρ. Αγωγής: 8300/07, 2/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A357 Αρ. Αγωγής: 8300/07 Μεταξύ: Marfin Popular Bank Public Co Ltd Ενάγουσας και Γιώργος Βελετίνας εκ Λευκωσίας Εναγομένου Και δι' ανταπαιτήσεως: Γιώργος Βελετίνας, εκ Λευκωσίας Ενάγοντα /Δι' ανταπαιτήσεως και
- Marfin Popular Bank Public Co Ltd
- Λαϊκή Επενδυτική Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων / Δι' ανταπαιτήσεως Ημερομηνία: 2 Οκτωβρίου 2014 Για ενάγουσα: κος Κυριάκος Θεοδωρίδης Για εναγόμενο: κος Ανδρέας Μαθηκολώνης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση της ενάγουσας εναντίον του εναγομένου ανέρχεται στο ποσόν των £218.441,36 (το ισόποσο σήμερα σε Ευρώ €373.229,22) πλέον τόκους προς 12,25% ετησίως από 1.7.2007, κεφαλαιοποιούμενου την 1ην Ιανουαρίου και 1ην Ιουλίου κάθε χρόνου μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Η πιο πάνω απαίτηση εδράζεται σε κατ' ισχυρισμό γραπτή σύμβαση επενδυτικού δανείου και τραπεζικών διευκολύνσεων ημερ. 14.5.
- Επιζητείται επίσης διάταγμα για την πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών που δόθηκαν από τον εναγόμενο ως ασφάλεια για την εξόφληση του ως άνω επενδυτικού δανείου. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα τράπεζα δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 14.5.1999, παρεχώρησε στον εναγόμενο μέσω τρεχούμενου λογαριασμού (investor account), τραπεζικές διευκολύνσεις με πιστωτικό όριο. Αποκλειστικός σκοπός του πιστωτικού ορίου ήταν η αγορά χρηματιστηριακών αξιών. Δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας, ο εναγόμενος κατά την 27.5.99 υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόρισε την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για τους σκοπούς του επίδικου επενδυτικού δανείου. Δυνάμει των όρων του πιο πάνω επενδυτικού δανείου, ο εναγόμενος υποχρεούτο να συνεισφέρει εξασφαλίσεις και/ή να ενεχυριάσει προς όφελος της ενάγουσας, ισάξιες κινητές αξίες του ΧΑΚ σε ποσοστό πέραν του 40% του εγκεκριμένου ορίου που του παραχωρήθηκε. Στα πλαίσια αυτά ο εναγόμενος ενεχυρίασε διάφορές κινητές αξίες εισηγμένες στο ΧΑΚ προς τον σκοπό εξασφάλισης των τραπεζικών διευκολύνσεων που του παραχωρήθηκαν από την ενάγουσα. Με βάση τα πιο πάνω και πάντοτε κατόπιν εντολών του εναγομένου, η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ σε διάφορες χρονικές περιόδους, προέβηκε προς όφελος του εναγομένου σε αγορά και πώληση αξιών εγγεγραμμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, χρεώνοντας και πιστώνοντας ανάλογα τον λογαριασμό του εναγομένου. Ο εναγόμενος ελάμβανε δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας μηνιαία κατάσταση του λογαριασμού του και τριμηνιαία κατάσταση όλων των αγοραπωλησιών που γίνονταν από την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ προς όφελος του. Επιπρόσθετα ελάμβανε ειδοποίηση για κάθε χρηματιστηριακή πράξη γινόταν εκ μέρους του, αποδεχόμενος και χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει τις χρηματιστηριακές πράξεις ή οποιεσδήποτε χρεώσεις του λογαριασμού του. Κατά την διάρκεια λειτουργίας του πιο πάνω επενδυτικού λογαριασμού, οι ενάγοντες κατ' επανάληψη πληροφόρησαν τον εναγόμενο ότι οι εξασφαλίσεις που είχε συνεισφέρει υπό μορφή μετοχών είχαν μειωθεί κάτω από το ποσοστό κάλυψης του ορίου του και ο λογαριασμός του βρισκόταν σε υπέρβαση κατά παράβαση ουσιωδών όρων της συμφωνίας ημερομηνίας 15.5.
- Ο εναγόμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις της ενάγουσας. Ως εκ τούτου, η ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 2.8.2002 τερμάτισε την λειτουργία του λογαριασμού και τον κάλεσε όπως εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο, πληροφορώντας τον ταυτόχρονα ότι το επιτόκιο του λογαριασμού του μεταβαλλόταν από τις 2.8.2002 σε 12,5% ετησίως με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο. Επιπλέον η ενάγουσα παρεχώρησε στον εναγόμενο δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 18.3.1999, τραπεζικές διευκολύνσεις με την μορφή τρεχούμενου λογαριασμού. Στα πλαίσια αυτά άνοιξε τρεχούμενο λογαριασμό στο όνομα του εναγομένου, ο οποίος στις 2.8.2002 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο £395,13 πλέον έξοδα. Κατά την 16.7.2007 ο πιο πάνω επενδυτικός λογαριασμός του εναγομένου παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο £215.313,39 πλέον τόκους προς 12,25% ετησίως από 1/7/2007 ο δε πιο πάνω τρεχούμενος λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο £3127,97 πλέον τόκους προς 12,25% ετησίως από 1/7/
- Η ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 2.8.1997 τερμάτισε τις λειτουργίες και των δύο λογαριασμών και ζήτησε από τον εναγόμενο την άμεση εξόφληση των χρεωστικών υπολοίπων. Ο εναγόμενος με την υπεράσπιση και ανταπαίτηση του, ισχυρίζεται ότι η συμφωνία επενδυτικού δανείου έγινε μετά από παραστάσεις της ενάγουσας ότι δεν θα υπόκειται σε προσωπική ευθύνη παρά μόνον όσον αφορά την πιθανότητα να απολέσει το αρχικό του κεφάλαιο και/ή τους τίτλους αξιών που παρέδωσε στην ενάγουσα προς εξασφάλιση του λογαριασμού του. Ήταν η θέση του ότι ευθύνη για την διαχείριση του λογαριασμού και του χαρτοφυλακίου του, είχε αποκλειστικά η ενάγουσα. Αναφέρεται επίσης στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες επειδή υπεγράφησαν από τον εναγόμενο υπό το καθεστώς ψυχικής πίεσης και/ή κατόπιν των πιο πάνω ψευδών παραστάσεων της ενάγουσας. Επίσης η ενάγουσα θα πλήρωνε για αγορές μετοχών εφ' όσον αυτές θα βρίσκονταν εντός του ορίου που παραχωρήθηκε στον εναγόμενο. Επιπλέον ότι η ενάγουσα δεν παγοποίησε τον λογαριασμό και δεν προέβη σε ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου ως όφειλε όταν οι εξασφαλίσεις έπεσαν κάτω από το συμφωνηθέν όριο ασφαλείας. Όσον αφορά την εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένη, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι αυτή ευθύνεται πλήρως για την δημιουργία του υπολοίπου λόγω επαγγελματικής αμέλειας και παράβασης εξ' υπακουομένων όρων της συμφωνίας που είχε με τον εναγόμενο. Ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι προέβαινε σε αυθαίρετες συναλλαγές χωρίς την εντολή του εναγομένου και γενικά παρέλειψε να ενεργεί προς όφελος του. Από τις πιο πάνω κατ' ισχυρισμό παραλήψεις της ενάγουσας, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημιά την οποία ανταπαιτεί από την ενάγουσα. Αιτείται επίσης από την εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένη, συνεισφορά ως προς το σύνολο του ποσού που τυχόν θα κληθεί να πληρώσει προς την ενάγουσα. Τέλος με την ανταπαίτηση του, ο εναγόμενος αιτείται δήλωση του Δικαστηρίου ότι όλες οι συναλλαγές στις οποίες προέβηκε η εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένη, είναι άκυρες με αποτέλεσμα να μην οφείλει οιονδήποτε ποσόν προς την ενάγουσα, το οποίο να προέρχεται από τις εν λόγω συναλλαγές. Μαρτυρία Για την ενάγουσα κατέθεσαν δύο μάρτυρες ενώ για την υπεράσπιση έδωσε μαρτυρία εκτός από τον εναγόμενο ακόμη ένας μάρτυρας. Η εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένη Λαϊκή Επενδυτική δεν προσκόμισε καμία μαρτυρία. Θα παραθέσω στην συνέχεια σύνοψη της μαρτυρίας αφού σκοπός δεν είναι η αναπαραγωγή του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε στο Δικαστήριο. Ιδιαίτερη αναφορά θα γίνει όπου κριθεί χρήσιμο, στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ως Μ.Ε 1 κατέθεσε ο Κυριάκος Αναστασιάδης που κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήταν προϊστάμενος των επενδυτικών χορηγήσεων της ενάγουσας. Ανέφερε ότι δυνάμει της σύμβασης ημ. 14.5.1999 (τεκμ. 1), η ενάγουσα άνοιξε στο όνομα του εναγομένου τρεχούμενο λογαριασμό στον οποίο γίνονταν οι διάφορες χρεώσεις και πιστώσεις σε σχέση με τις αγοραπωλησίες μετοχών του εναγομένου. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στους όρους της σύμβασης επενδυτικού δανείου στον εναγόμενο, ο οποίος έδινε εντολές στην Λαϊκή Επενδυτική για την αγορά και πώληση μετοχών. Κατέθεσε επί του προκειμένου ως τεκμήριο 6 κατάσταση λογαριασμού από την ημερομηνία έναρξης του λογαριασμού στις 28.5.1999 μέχρι και την 31.12.2012, η οποία παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο για το ποσόν των €714.660,
- Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 7, κατάσταση αγοραπωλησιών για τις συναλλαγές στις οποίες προέβηκε η Λαϊκή Επενδυτική στο όνομα του εναγομένου. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι η ενάγουσα απέστελλε προς τον εναγόμενο μηνιαία κατάσταση λογαριασμού στην ταχυδρομική του διεύθυνση. Επίσης, η Λαϊκή Επενδυτική απέστελλε στον εναγόμενο τριμηνιαία κατάσταση όλων των αγοραπωλησιών μετοχών που γίνονταν προς όφελος του. Όσον αφορά τις εξασφαλίσεις, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δυνάμει της επίδικης συμφωνίας, ο εναγόμενος υποχρεούτο να προσφέρει ή ενεχυριάσει προς όφελος της ενάγουσας υπό μορφή μετρητών ή άλλων ισάξιων μετοχών του ΧΑΚ, αξίες σε ποσοστό πέραν του 40% του ορίου που του παραχωρήθηκε. Στις 8.9.99 η ενάγουσα πληροφόρησε με επιστολή της τον εναγόμενο ότι το όριο κάλυψης του λογαριασμού αυξήθηκε από 40% σε 60%. Επιπλέον, κατά την 3.12.99 η ενάγουσα με επιστολή της στον εναγόμενο το πληροφόρησε ότι το όριο κάλυψης του λογαριασμού του, αυξήθηκε από 60% σε 100%. Στην συνέχεια η ενάγουσα πληροφόρησε κατ' επανάληψη τον εναγόμενο ότι το ποσοστό εξασφαλίσεων του λογαριασμού του υπό μορφή μετοχών ήταν χαμηλότερο του συμφωνηθέντος και τον καλούσε να προβεί σε σχετικές ενέργειες κάλυψης της υπέρβασης. Ο εναγόμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις της ενάγουσας. Ως εκ τούτου η ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 2.8.2002 (τεκμ.15), τερμάτισε την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού και κάλεσε τον εναγόμενο να εξοφλήσει το υπόλοιπο του που τότε ήταν £116.628,87 (€199.271,00) ενημερώνοντας τον επιπλέον ότι το επιτόκιο μεταβαλλόταν σε 12,25% τον χρόνο. Ακολούθως, ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε άλλη γραπτή συμφωνία της ενάγουσας με τον εναγόμενο ημερομηνίας 18.3.99 (τεκμ.16) με την οποία ανέλαβαν να του παράσχουν δάνεια και πιστώσεις υπό τύπο τρεχούμενου λογαριασμού. Ο πιο πάνω λογαριασμός παρουσίαζε κατά την 2.8.2002 χρεωστικό υπόλοιπο ύψους £395,13 (€675,12). Η ενάγουσα στις 2.8.2002, τερμάτισε την λειτουργία του πιο πάνω λογαριασμού και κάλεσε τον εναγόμενο να εξοφλήσει το πιο πάνω οφειλόμενο ποσόν πλέον τόκους προς 12,25% ετησίως με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο μέχρι εξόφλησης. Ο μάρτυρας ανέφερε στην συνέχεια ότι ως προϊστάμενος της μονάδας Επενδυτικών Χορηγήσεων είχε αρκετές συναντήσεις προσωπικά με τον εναγόμενο καθώς επίσης και αρκετές τηλεφωνικές επικοινωνίες προς τον σκοπό ομαλοποίησης του επίδικου λογαριασμού. Στις συναντήσεις αυτές, ο εναγόμενος παραδέχθηκε το χρέος του χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει οιανδήποτε συναλλαγή. Αντιθέτως προσπαθούσε να εξεύρει τρόπους αποπληρωμής του χρέους αφού του είχε γίνει και συγκεκριμένη πρόταση για εξώδική διευθέτηση. Ακολούθως, ο μάρτυρας, απέρριψε τις εισηγήσεις της υπεράσπισης ότι δόθηκαν διαβεβαιώσεις στον εναγόμενο ότι δεν θα έφερε ευθύνη πέραν των εξασφαλίσεων του. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η ενάγουσα δεν είχε σε καμία περίπτωση την διαχείριση του χαρτοφυλακίου του εναγομένου ούτε και ανέλαβε σχετική συμβατική υποχρέωση για κάτι τέτοιο. Ο εναγόμενος μπορούσε δυνάμει της επίδικης συμφωνίας να δώσει εντολές προς την Λαϊκή Επενδυτική να προβεί σε ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου του. Οι ενάγοντες επιπλέον ως τραπεζικό ίδρυμα δεν ήταν σε θέση να δίνουν χρηματιστηριακές συμβουλές στον εναγόμενο για την διαχείριση του χαρτοφυλακίου του ούτε και είχαν οποιαδήποτε σχετική συμβατική υποχρέωση. Τέλος ο μάρτυρας ανέφερε ότι κατά ή περί την 31.12.2012, οι λογαριασμοί του εναγομένου παρουσίαζαν τα πιο κάτω χρεωστικά υπόλοιπα:
- Αρ. Λογαριασμού 182-1-003511 - €714.660,48
- Αρ. Λογαριασμού 019 - 11 003615 - €13.235,
- δηλαδή σύνολο €727.895,50 πλέον τόκον 12,25% ετησίως από 30.9.2012 με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο την 1ην Ιανουαρίου και 1ην Ιουνίου εκάστου έτους μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Στην αντεξέταση, ανέφερε ότι δυνάμει της επίδικης σύμβασης ο εναγόμενος μπορούσε να προβεί σε πράξεις στα πλαίσια του υπό κρίση λογαριασμού μόνο μέσω της Λαϊκής Επενδυτικής. Η ενάγουσα όμως ως Λαϊκή Τράπεζα δεν μπορούσε να προβαίνει σε αγοραπωλησίες μετοχών. Ούτε και υπήρχε τρόπος να γνωρίζουν τις εντολές των πελατών τους προς τους χρηματιστές τους. Στην συγκεκριμένη δε περίπτωση, επανέλαβε ότι ο εναγόμενος ουδέποτε παραπονέθηκε για οποιαδήποτε πράξη ούτε και αμφισβήτησε οποιαδήποτε συναλλαγή του. Εξ' όσων δε γνωρίζει, ο εναγόμενος ενημερωνόταν μετά την αγοραπωλησία μετοχών απευθείας από την Λαϊκή Επενδυτική είτε τηλεφωνικά είτε μέσω φαξ. Επιπλέον η ενάγουσα του απέστελλε μηνιαία κατάσταση λογαριασμού. Ο εναγόμενος κατά τον μάρτυρα δεν ήταν τυχαίος πελάτης. Εργαζόταν σε λογιστικό γραφείο και παρουσιαζόταν ως χρηματιστηριακός αναλυτής και άτομο που ασχολείται με μετοχές. Γνώριζε τι μετοχές αγόραζε και τι πωλούσε. Οι συναλλαγές του αφορούσαν κυρίως την εταιρεία Libra στην οποία εργαζόταν η σύζυγος του και το πρόσωπο που τον σύστησε για την σύναψη της σύμβασης. Σε σχέση με την υπέρβαση του ορίου λογαριασμού, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ήταν στην ενάγουσα να αποφασίσει ανάλογα με τον πελάτη κατά πόσον θα αποδεχθεί πράξεις που της έστελνε η Λαϊκή Επενδυτική, με τις οποίες γινόταν υπέρβαση του ορίου λογαριασμού του εναγομένου. Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα απεδέχθη αυτή την υπέρβαση λόγω του ότι ο εναγόμενος ήταν άτομο με καλή δουλειά και γνώστης του αντικειμένου. Επιπλέον, ο ίδιος επέτρεψε με τις εντολές του στην Λαϊκή Επενδυτική την υπέρβαση του λογαριασμού του. Αναφορικά με το επιτόκιο των 12,25% τον χρόνο, ο μάρτυρας ανέφερε ότι αυτό αποφασίστηκε από την τράπεζα μετά τον τερματισμό της σύμβασης. Ως Μ.Ε. 2 κατέθεσε ο Μιχάλης Ξιούρος. Κατά τους επίδικους χρόνους εργαζόταν στην Λαϊκή Επενδυτική, η οποία τότε ασκούσε ένα ευρύ φάσμα χρηματοοικονομικών υπηρεσιών στον τομέα των χρηματιστηριακών συναλλαγών. Στην συνέχεια ο μάρτυρας αναφέρθηκε στο σχέδιο «Επενδυτής» που παρείχε κατά τους επίδικους χρόνους η Λαϊκή Τράπεζα. Στα πλαίσια του πιο πάνω σχεδίου, διοριζόταν με πληρεξούσιο έγγραφο από τους πελάτες της Τράπεζας, η Λαϊκή Επενδυτική ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος για την διενέργεια των χρηματιστηριακών συναλλαγών. Στην παρούσα περίπτωση, η Λαϊκή Επενδυτική δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου (τεκμ.2), διενήργησε αγοραπωλησίες μετοχών κατόπιν εντολών του εναγομένου. Κατά την επίδικη περίοδο, οι εντολές των πελατών μεταβιβάζονταν στους λειτουργούς της Λαϊκής Επενδυτικής, μέσω τηλεφώνου. Αναγνώρισε στο τεκμήριο 7, όλες τις συναλλαγές του εναγομένου που πραγματοποιήθηκαν μέσω της Λαϊκής Επενδυτικής. Ήταν η θέση του ότι ο εναγόμενος αλλά και όλοι οι υπόλοιποι πελάτες της Λαϊκής Επενδυτικής, λάμβαναν τακτική ενημέρωση αναφορικά με την εκτέλεση συναλλαγών στο ΧΑΚ. Ο μάρτυρας αναγνώρισε επίσης τα τεκμήρια 9 & 10 με τα οποία ενημερώθηκαν όλοι οι πελάτες της Λαϊκής Επενδυτικής για την αύξηση του ορίου ασφαλείας. Στην αντεξέταση ανέφερε ότι στα πλαίσια της παροχής χρηματιστηριακών υπηρεσιών όπως στην παρούσα περίπτωση, η Λαϊκή Επενδυτική δεν προέβαινε σε αξιολόγηση επενδύσεων ούτε και σε παροχή επενδυτικών συμβουλών σε πελάτες της. Η διαχείριση χαρτοφυλακίων γινόταν από ξεχωριστό τμήμα της εταιρείας και όχι από το χρηματιστηριακό. Ο ίδιος εργαζόταν ως χρηματιστής στην Λαϊκή Επενδυτική. Δεν ήταν υπάλληλος της Λαϊκής Τράπεζας και για τον λόγο αυτό δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τις εγκυκλίους που απέστελλε η Κεντρική Τράπεζα στην Λαϊκή. Για τον ίδιο λόγο δεν γνωρίζει επακριβώς τις υποχρεώσεις της Λαϊκής έναντι της Κεντρικής Τράπεζας παρότι είναι υπόψη του κάποιες εγκύκλιοι της Κεντρικής. Για την Λαϊκή Επενδυτική, εποπτική αρχή ήταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και όχι η Κεντρική Τράπεζα. Για την υπεράσπιση κατέθεσε ως Μ.Υ.1 ο Πανίκος Χριστοφόρου, λειτουργός του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου. Κατέθεσε ως τεκμήρια 24 & 25, δύο εγκυκλίους του Χρηματιστηρίου Κύπρου καθώς και ενημερωτικό δελτίο για τα έτη 1999 μέχρι
- Ακολούθως κατέθεσε ως Μ.Υ.2 ο ίδιος ο εναγόμενος. Ισχυρίστηκε ότι πρώτη φορά έβλεπε το τεκμήριο 7 στο οποίο αναφέρονται οι αγοραπωλησίες μετοχών στο όνομα του. Ο ίδιος δεν γνωρίζει αν έγιναν αυτές οι αγοραπωλησίες στον επίδικο λογαριασμό και αρνήθηκε ότι έδωσε σχετικές οδηγίες. Αρνήθηκε επίσης ότι πήρε από την ενάγουσα καταστάσεις λογαριασμού (τεκμ. 6) και τις επιστολές (τεκμ. 9 έως 15 & 18). Ήταν η θέση του εναγομένου ότι δεν είχε καμία επαφή μες την ενάγουσα ούτε καν στο άνοιγμα του λογαριασμού. Επαφή είχε μόνο με την Λαϊκή Επενδυτική στο άνοιγμα του λογαριασμού. Στην συνέχεια όμως δεν τον ειδοποίησε κανένας για οτιδήποτε και ειδικά για την αύξηση του ορίου ή για την ύπαρξη οιωνδήποτε εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας. Αναφορικά με την θέση της ενάγουσας ότι επισκέφθηκε την τράπεζα και παραδέχθηκε την ύπαρξη του χρέους, ο μάρτυρας ανέφερε ότι πήγε μόνο μια φορά αλλά ποτέ δεν αποδέχθηκε ότι χρωστά και επέμενε ότι το θέμα του λογαριασμού, το χειριζόταν αποκλειστικά η Λαϊκή Επενδυτική. Αντεξεταζόμενος, παραδέχθηκε ότι στα τεκμήρια 1 έως 3 έθεσε την υπογραφή του. Κατά την επίδικη περίοδο εργαζόταν σε λογιστικό γραφείο και ασχολείτο με οικονομικά ξενοδοχειακών μονάδων. Πριν τον επίδικο λογαριασμό δεν είχε ασχοληθεί με το χρηματιστήριο και τις αγοραπωλησίες μετοχών. Παραδέχθηκε όμως ότι τις μετοχές που έδωσε ως ασφάλεια, τις είχε αγόρασε προηγουμένως από το ΧΑΚ. Δέχθηκε επίσης ότι εκτός του επίδικου, κατά την ίδια περίοδο είχε ακόμα ένα επενδυτικό λογαριασμό με την Ελληνική Τράπεζα. Επέμενε ότι η εντύπωση που είχε ήταν ότι συμβλήθηκε με την Λαϊκή Επενδυτική, η οποία θα είχε και την διαχείριση του λογαριασμού και όχι με την Λαϊκή Τράπεζα. Επέμενε επίσης ότι δεν έδωσε εντολές για χρηματιστηριακές πράξεις και δεν γνώριζε ότι χρεωνόταν ο λογαριασμός του. Συμφώνησε όμως παρόλα αυτά ότι σε δύο περιπτώσεις απέσυρε χρήματα από τον λογαριασμό μετά από πωλήσεις μετοχών. Μετά την μαρτυρία του εναγομένου, κατατέθηκαν από κοινού για την αλήθεια του περιεχομένου τους, 6 εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας προς τις εμπορικές τράπεζες αναφορικά με τους επενδυτικούς λογαριασμούς (τεκμ. 27 έως 32). Στην συνέχεια, η συνήγορος για την εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένη δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν προτίθεται να προσκομίσει οιανδήποτε μαρτυρία. Αγορεύσεις Ο συνήγορος του εναγομένου στην αγόρευση του, αναφέρθηκε με έκταση στα δικόγραφα αλλά και στην δοθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Ήταν η θέση του ότι όπως προκύπτει από την μαρτυρία για την ενάγουσα, το όριο του επίδικου λογαριασμού ήταν £15.000,00 και παρέμεινε τέτοιο μέχρι και τον τερματισμό της σύμβασης. Ο Μ.Ε.1 παραδέχθηκε επίσης ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσον ο εναγόμενος έδινε οδηγίες για την αγορά των μετοχών στην Λαϊκή Επενδυτική. Αναφορά από τον συνήγορο έγινε και στην αποδοχή εκ μέρους της ενάγουσας, της υπέρβασης του ορίου του λογαριασμού του εναγομένου. Ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα ενέκρινε εκ των υστέρων και όχι προκαταρκτικά, τις αγορές μετοχών που έκανε η Λαϊκή Επενδυτική με τις οποίες γινόταν υπέρβαση του λογαριασμού του εναγομένου χωρίς ο ίδιος μάλιστα να γνωρίζει οτιδήποτε. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι δεν δικογραφήθηκε ούτε και προβλήθηκε ισχυρισμός ότι έγινε οποιαδήποτε μεταγενέστερη συμφωνία για την αύξηση του ορίου χρηματοδότησης. Ούτε το πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμ. 2) παρέχει την δυνατότητα αύξησης του ορίου ή τροποποίησης της αρχικής συμφωνίας (τεκμ. 1). Ειδικά για το πληρεξούσιο έγγραφο του εναγομένου προς την Λαϊκή Επενδυτική (τεκμ. 2), ήταν η θέση του συνηγόρου ότι οποιεσδήποτε πράξεις γίνονταν καθ' υπέρβαση και έξω από τους όρους πληρεξουσιότητας, είναι άκυρες και η ενάγουσα όφειλε να μην τις δεχθεί και όχι να πληρώνει τους χρηματιστές που διενεργούσαν αγορές πέραν του συμφωνηθέντος ορίου. Τέλος σε ότι αφορά τον δεύτερο τρεχούμενο λογαριασμό, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι οι ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει το υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού με βάση το άρθρο 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου. Ο συνήγορος της ενάγουσας στην δική του αγόρευση, αναφέρθηκε επίσης στην δοθείσα μαρτυρία. Ήταν η θέση του ότι η μαρτυρία για την ενάγουσα ήταν αξιόπιστη και θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Αντίθετα, ο εναγόμενος απαντούσε με υπεκφυγές και αοριστίες και φανέρωνε άνθρωπο που δεν έλεγε την αλήθεια. Σημείωσε περαιτέρω ότι με την μαρτυρία του ο εναγόμενος δεν αμφισβήτησε σε καμία περίπτωση την απαίτηση της ενάγουσας, παραδεχόμενος την ύπαρξη των επίδικων λογαριασμών και το χρεωστικό υπόλοιπο. Ούτε προσκόμισε μαρτυρία για αμφισβήτηση οιασδήποτε χρέωσης, ποσοστού τόκου ή άλλα έξοδα με τα οποία χρεώθηκε ο επίδικος λογαριασμός. Ήταν τέλος η θέση του συνηγόρου ότι υπάρχει εκ μέρους της ενάγουσας σαφής και αναντίλεκτη μαρτυρία που αποδεικνύει την απαίτηση. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία στην ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Το έργο της αξιολόγησης όπως έχει εύστοχα εξηγηθεί στην υπόθεση C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1273, είναι το σημαντικότερο καθήκον του Δικαστηρίου αφού πρέπει εξετάζοντας τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά του στη ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης να αναδείξει το αξιόπιστο ή μη μιας εκδοχής υπό το πρίσμα της πείρας του και της ανθρώπινης φύσης που διαθέτει. Έχει λεχθεί επίσης στην ίδια υπόθεση ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Ο Μ.Ε.1 μου έκανε πολύ θετική εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Αναφέρθηκε με πλήρη λεπτομέρεια στην συμβατική σχέση των διαδίκων και στην πορεία του επίδικου λογαριασμού από την αρχή της λειτουργίας του μέχρι και τον τερματισμό της σύμβασης από πλευράς ενάγουσας. Ο Μ.Ε.1 ήταν επιπλέον πειστικός ως προς την θέση του ότι η ενάγουσα δεν είχε εμπλοκή στις αγοραπωλησίες μετοχών από τον εναγόμενο, ο οποίος έδινε κατευθείαν εντολές στον χρηματιστή του, που με την σειρά του ενημέρωνε την ενάγουσα. Πειστικός υπήρξε και ως προς την θέση του ότι ο εναγόμενος ενημερωνόταν πλήρως για την πορεία του λογαριασμού του. Τα στοιχεία εξάλλου αυτά καθώς και ο τρόπος λειτουργίας του επενδυτικού δανείου αναφέρονται λεπτομερώς, στα έγγραφα που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο (τεκμήρια 1 έως 17). Επιπλέον ο Μ.Ε.1 καθ' όλη την διάρκεια της μαρτυρίας του, υπήρξε σταθερός στις απαντήσεις του χωρίς να κλονιστεί σε κανένα σημείο κατά το στάδιο της αντεξέτασης του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία του Μ.Ε.1 γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ο Μ.Ε.2 επίσης μου έκανε πολύ καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Ήταν αρκετά κατατοπιστικός ως προς την πορεία της συνεργασίας της Λαϊκής Επενδυτικής με τον εναγόμενο, τις αγοραπωλησίες μετοχών εκ μέρους του εναγομένου αλλά και τις κατά καιρούς αυξήσεις του ορίου ασφαλείας του επενδυτικού σχεδίου της ενάγουσας. Ήταν επίσης πειστικός ως προς την θέση του ότι ο εναγόμενος ενημερωνόταν τακτικά για την εκτέλεση των συναλλαγών του. Ο μάρτυρας ήταν επιπλέον ειλικρινής, αναφέροντας ότι δεν γνωρίζει λεπτομέρειες για τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας αφού δεν ήταν υπάλληλος της ενάγουσας αλλά της Λαϊκής Επενδυτικής. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έδωσε ο Μ.Ε.2, ήταν ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία του κρίνεται στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ο Μ.Υ.1 επίσης μου έκανε καλή εντύπωση. Ο μάρτυρας απλά κατέθεσε ως τεκμήρια, δύο εγκυκλίους του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου καθώς και ενημερωτικό δελτίο για τα έτη 1999 μέχρι
- Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Αντιθέτως, ο εναγόμενος δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του να ενισχύσει την δική του εκδοχή για τα γεγονότα από του να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Στην προσπάθεια του δε αυτή, υπέπεσε σε αντιφάσεις καθοριστικές στην κρίση της αξιοπιστίας του. Αναφέρω ενδεικτικά την αρχική του θέση ότι μετά την υπογραφή της σχετικής σύμβασης (τεκμ.1) δεν έδωσε καμία οδηγία ούτε είχε γνώση κατά πόσον έγιναν οιεσδήποτε πράξεις στο όνομα του. Δεν μπόρεσε όμως να εξηγήσει με λογικά επιχειρήματα πως άνοιξε ένα επενδυτικό λογαριασμό για τον οποίον δεν ενδιαφέρθηκε στην συνέχεια δεδομένου ότι δεν ήταν άσχετος με τα χρηματιστηριακά αφού παρουσιαζόταν ως οικονομικός αναλυτής. Ανεξαρτήτως τούτου, στην συνέχεια δέχθηκε κατά την αντεξέταση του ότι σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις, είχε προβεί σε αναλήψεις μετρητών από τον επίδικο λογαριασμό όταν το όριο ασφαλείας ήταν ψηλό και η επένδυση έδειχνε κέρδος. Το στοιχείο αυτό καταδεικνύει βέβαια ότι όχι μόνον γνώριζε πολύ καλά την πορεία του επενδυτικού του λογαριασμού αλλά εξαργύρωσε προς όφελος του κάποια κέρδη από την επένδυση του. Δεν έδωσε όμως πειστικές εξηγήσεις πως ενώ όταν ο επενδυτικός λογαριασμός παρουσίαζε κέρδη ήθελε να τα επωφεληθεί ενώ όταν το όριο ασφαλείας έπεσε κάτω από το καθορισθέν επίπεδο, δήλωνε άγνοια για την πορεία της επένδυσης του, τις ζημιές της οποίας δεν ήθελε να επωμισθεί. Ήταν εμφανής καθ' όλη την διάρκεια της μαρτυρίας του εναγομένου, η προσπάθεια του να αποποιηθεί τον ευθυνών του όπως πηγάζουν από την επίδικη σύμβαση, ισχυριζόμενος ότι δεν είχε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό και δεν έδωσε ποτέ οδηγίες για την διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων. Θέση για την οποία όμως δεν υπήρξε καθόλου πειστικός. Ούτε αντέχει στην βάσανο της λογικής, ο ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος εισήλθε σε ένα επενδυτικό σχέδιο χωρίς ρίσκα, στο οποίο είχε μόνο να κερδίσει. Εξ' άλλου οι πιο πάνω θέσεις δεν συνάδουν με τα έγγραφα που καταχωρήθηκαν στο Δικαστήριο. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η γενικότερη εντύπωση που μου έδωσε ο εναγόμενος 1 ήταν ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. Ευρήματα Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα μου είναι ανάλογα της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Ειδικότερα σημειώνω τα πιο κάτω: Η ενάγουσα τράπεζα δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 14.5.1999 (τεκμ. 1), παρεχώρησε στον εναγόμενο μέσω τρεχούμενου λογαριασμού (investor account), τραπεζικές διευκολύνσεις με πιστωτικό όριο. Αποκλειστικός σκοπός του πιστωτικού ορίου ήταν η αγορά χρηματιστηριακών αξιών. Δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας, ο εναγόμενος κατά την 27.5.99 υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμ. 2) με το οποίο διόρισε την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για τους σκοπούς του επίδικου επενδυτικού δανείου. Σύμφωνα με τους όρους του πιο πάνω επενδυτικού δανείου, ο εναγόμενος υποχρεούτο να συνεισφέρει εξασφαλίσεις και/ή να ενεχυριάσει προς όφελος της ενάγουσας ισάξιες κινητές αξίες του ΧΑΚ σε ποσοστό πέραν του 40% του εγκεκριμένου ορίου που του παραχωρήθηκε. Στα πλαίσια αυτά ο εναγόμενος ενεχυρίασε διάφορές κινητές αξίες εισηγμένες στο ΧΑΚ προς τον σκοπό εξασφάλισης των τραπεζικών διευκολύνσεων που του παραχωρήθηκαν από την ενάγουσα. Στις 8.9.99 η ενάγουσα πληροφόρησε με επιστολή της τον εναγόμενο ότι το όριο κάλυψης του λογαριασμού αυξήθηκε από 40% σε 60% (τεκμ. 9). Επιπλέον, κατά την 3.12.99 η ενάγουσα με επιστολή της στον εναγόμενο το πληροφόρησε ότι το όριο κάλυψης του λογαριασμού του, αυξήθηκε από 60% σε 100% (τεκμ.10). Με βάση τα πιο πάνω και πάντοτε κατόπιν εντολών του εναγομένου, η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ σε διάφορες χρονικές περιόδους, προέβηκε προς όφελος του εναγομένου σε αγορά και πώληση αξιών εγγεγραμμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου, χρεώνοντας και πιστώνοντας ανάλογα τον λογαριασμό του εναγομένου. Ο εναγόμενος ελάμβανε δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας, μηνιαία κατάσταση του λογαριασμού του και τριμηνιαία κατάσταση όλων των αγοραπωλησιών που εγίνοντο από την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ προς όφελος του. Επιπρόσθετα ελάμβανε ειδοποίηση για κάθε χρηματιστηριακή πράξη γινόταν εκ μέρους του, αποδεχόμενος και χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει τις χρηματιστηριακές πράξεις ή οποιεσδήποτε χρεώσεις του λογαριασμού του. Στην συνέχεια, η ενάγουσα πληροφόρησε κατ' επανάληψη τον εναγόμενο ότι το ποσοστό εξασφαλίσεων του λογαριασμού του υπό μορφή μετοχών ήταν χαμηλότερο του συμφωνηθέντος και τον καλούσε να προβεί σε σχετικές ενέργειες κάλυψης της υπέρβασης (τεκμ. 11, 12, 13 & 14). Ο εναγόμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις της ενάγουσας. Ως εκ τούτου η ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 2.8.2002 (τεκμ.15), τερμάτισε την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού και κάλεσε τον εναγόμενο να εξοφλήσει το υπόλοιπο του που τότε ήταν £116.628,87 (€199.271,00) ενημερώνοντας τον επιπλέον ότι το επιτόκιο μεταβαλλόταν σε 12,25% τον χρόνο. Περαιτέρω, δυνάμει άλλης γραπτής συμφωνίας της ενάγουσας με τον εναγόμενο ημερομηνίας 18.3.99 (τεκμ.16), η ενάγουσα ανέλαβε να του παράσχει δάνεια και πιστώσεις υπό τύπον τρεχούμενου λογαριασμού. Ο πιο πάνω λογαριασμός παρουσίαζε κατά την 2.8.2002 χρεωστικό υπόλοιπο ύψους £395,13 (€675,12). Η ενάγουσα στις 2.8.2002, τερμάτισε την λειτουργία του πιο πάνω λογαριασμού και κάλεσε τον εναγόμενο να εξοφλήσει το ως άνω οφειλόμενο ποσόν πλέον τόκους προς 12,25% ετησίως με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο μέχρι εξόφλησης. Κατά ή περί την 31.12.2012, οι λογαριασμοί του εναγομένου στην ενάγουσα παρουσίαζαν τα πιο κάτω χρεωστικά υπόλοιπα:
- Αρ. Λογαριασμού 182-1-003511 - €714.660,48
- Αρ. Λογαριασμού 019 - 11 003615 - €13.235,02 δηλαδή σύνολο €727.895,50 πλέον τόκον 12,25% ετησίως από 30.9.2012 με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο την 1ην Ιανουαρίου και 1ην Ιουνίου εκάστου έτους μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι η απαίτηση της ενάγουσας εναντίον του εναγομένου, έχει στον απαιτούμενο βαθμό αποδειχθεί. Έγινε αποδεκτή η μαρτυρία της ενάγουσας τόσον όσον αφορά τις λεπτομέρειες της επίδικης σύμβασης όσον και σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμού, τις επιμέρους χρεώσεις αλλά και το σημερινό υπόλοιπο που ο εναγόμενος οφείλει στην ενάγουσα. Από την άλλη δεν έγιναν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί του εναγομένου για κακοδιαχείριση του λογαριασμού του από την ενάγουσα και την εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένη Λαϊκή Επενδυτική ούτε και η θέση του για αγοραπωλησίες μετοχών εν αγνοία του. Υπενθυμίζεται ότι άλλη βασική πτυχή της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του εναγομένου, είναι ότι η ενάγουσα αντισυμβατικά και αυθαίρετα και χωρίς την έγκριση του, αύξησε το όριο του επενδυτικού δανείου. Ούτε όμως αυτή η υπεράσπιση ευσταθεί. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 της επίδικης σύμβασης (τεκμ. 1), το ποσόν των πιστωτικών διευκολύνσεων που θα παραχωρηθούν στον εναγόμενο εναπόκειται στην απόλυτη κρίση της τράπεζας. Πέραν τούτου, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η ενάγουσα απέστελλε δυνάμει της επίδικης συμφωνίας, μηνιαία κατάσταση του λογαριασμού του και τριμηνιαία κατάσταση όλων των αγοραπωλησιών που γίνονταν από την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ προς όφελος του. Επιπρόσθετα ο εναγόμενος λάμβανε ειδοποίηση για κάθε χρηματιστηριακή πράξη που γινόταν εκ μέρους του, αποδεχόμενος και χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει τις χρηματιστηριακές πράξεις ή οποιεσδήποτε χρεώσεις του λογαριασμού του. Αντιθέτως, έχει επωφεληθεί σε δύο περιπτώσεις των κερδών της επένδυσης του, αποσύροντας από τον υπό κρίση λογαριασμό τα ποσά των £4.800,00 και £25.000, 00 αντίστοιχα (τεκμ. 20 & 22). Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ο εναγόμενος αποδέχθηκε την υπέρβαση του ορίου του λογαριασμού του από την ενάγουσα, την οποία εν πάση περιπτώσει ο ίδιος προκάλεσε με την αγορά μετοχών μέσω της Λαϊκής Επενδυτικής, τις οποίες η ενάγουσα αποδέχθηκε. Ο εναγόμενος ως εκ τούτου κωλύεται λόγω συμπεριφοράς (estoppel by conduct) να προβάλει ισχυρισμούς για αυθαίρετη αύξηση του ορίου του. Σχετική αναφορά γίνεται στο σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «Το Δίκαιο της Απόδειξης» στην σελίδα 103 στο κεφάλαιο με τον τίτλο «Κώλυμα λόγω Συμπεριφοράς». Παρατίθεται μεταξύ άλλων το πιο κάτω απόσπασμα του Πική Δ. από την υπόθεση Ελληνική Τράπεζα ν Πολυδωρίδης κα
(1993)1 Α.Α.Δ 68: «Εγείρεται κώλυμα στη διεκδίκηση συμβατικών δικαιωμάτων ο,ποτεδήποτε ο κάτοχος τους προβαίνει σε σαφείς παραστάσεις προς τον αντισυμβαλλόμενο ότι δε θα τα ασκήσει και ο δεύτερος βασιζόμενος στις παραστάσεις αυτές μεταβάλλει τη θέση του με τρόπο που θα ήταν άδικο (λόγω δυσμενούς επηρεασμού της θέσης του) να κληθεί να επιστρέψει στην προγενέστερη θέση του και να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις από τις οποίες ο ενάγων τον είχε απαλλάξει.» Υπό τας περιστάσεις, κρίνω ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την απαίτηση της ενώ η ανταπαίτηση του εναγομένου δεν μπορεί παρά να αποτύχει. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, εκδίδω απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου για το ποσόν των €727.895,50 πλέον τόκον 12,25% ετησίως από 30.9.2012 με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο την 1ην Ιανουαρίου και 1ην Ιουνίου εκάστου έτους μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Εκδίδεται επίσης διάταγμα για πώληση των μετοχών που ο εναγόμενος ενεχυρίασε προς όφελος της ενάγουσας για τους σκοπούς του επίδικου επενδυτικού δανείου και το προϊόν της πώλησης να χρησιμοποιηθεί προς εξόφληση του πιο πάνω χρέους και των εξόδων. Ο εναγόμενος να επιβαρυνθεί επίσης με τα έξοδα της παρούσας αγωγής ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση του εναγομένου απορρίπτεται για τους λόγους που έχω προαναφέρει. Δεν εκδίδεται καμία διαταγή για τα έξοδα της ανταπαίτησης αφού αυτή έχει συνεκδικαστεί με την αγωγή. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο