HUSSEIN SHABAN SALIH ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, δια μέσω του Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αγωγής 1651/13, 23/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A379 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1651/13 Μεταξύ: HUSSEIN SHABAN SALIH, εξ Αγίου Ιωάννη, Λεμεσός Ενάγοντας Και
- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, δια μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, Απελλή 1, Λευκωσία
- Υπουργού Εσωτερικών, ως κηδεμόνα των Τ/Κ περιουσιών, εκ 1453 Λευκωσία Εναγομένων ---------------------------------------------------------------------- Αίτηση Εναγομένων ημερ. 29.8.13 για απόρριψη της Αγωγής 23 Οκτωβρίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εναγομένους - Αιτητές: κα Δ. Νικολάτου Για Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση: κ. Καρύδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Με νομικό υπόβαθρο το άρθρο 146 του Συντάγματος, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, Δ.20, Δ.27 Θ.3, Δ.48 1-9, τα άρθρα 21 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960, τον Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα Θέματα) (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμο του 1991 (Ν.139/91)άρθρα 1-6Α, τα άρθρα 13-16 του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Νόμου του 1962 Ν.15/1962, το άρθρο 43 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148, και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, οι Εναγόμενοι (στο εξής οι Αιτητές) καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία αιτούνται την απόρριψη της αγωγής διότι: (α) το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται τοπικής αρμοδιότητας να την εκδικάσει (β) ο Ενάγοντας (στο εξής ο Καθ' ου η Αίτηση) δεν νομιμοποιείται στην έγερση της αγωγής και/ή δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Αιτητών σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Νόμου (139/91) (γ) το διάταγμα απαλλοτρίωσης συνιστά διοικητική πράξη η οποία προσβάλλεται με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος και το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή αναφορικά με το αίτημα του Καθ' ου η Αίτηση για ακύρωση του Διατάγματος απαλλοτρίωσης, η νομιμότητα του οποίου εξετάζεται αποκλειστικά από το Ανώτατο Δικαστήριο (δ) η επιδίκαση αποζημιώσεων στα πλαίσια αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος, προϋποθέτει ακύρωση διοικητικής πράξης (ε) η αγωγή εγείρεται πρόωρα και/ή πριν την ακύρωση του δημοσιευθέντος Διατάγματος απαλλοτρίωσης (στ) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Νόμου (Ν139/91) για την έγερση αγωγής από τον Καθ' ου η Αίτηση εναντίον των Αιτητών (ζ) κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Καθ' ου η Αίτηση δεν ήταν ενοικιαστής και/ή διαχειριστής του επίδικου ακινήτου και επομένως δεν νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας αγωγής (η) η παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Η αίτηση - η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Μαρίας Μουσκή ημερ. 29.8.13 - προσέκρουσε σε ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου ημερ. 11.10.
- Η Μαρία Μουσκή είναι Βοηθός Λειτουργός Καταγραφής και Διαχείρισης στην Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών περιουσιών. Ισχυρίζεται στην ένορκη της δήλωση ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται αρμοδιότητας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή διότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στην Επαρχία Λεμεσού και κατά τόπον αρμοδιότητα έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Αναφέρει περαιτέρω ότι όλες τις εγκαταλειφθείσες Τ/Κ περιουσίες στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, κατείχε και διαχειριζόταν μετά την Τουρκική εισβολή (20.7.1974) και μέχρι το 1991 (προ της θέσπισης του Ν.139/91) η Κεντρική Επιτροπή Προστασίας Τ/Κ Περιουσιών με βάση την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ.14.202 και ημερομηνία 18.8.
- Το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε, επίσης, με την Απόφαση Αρ.14.273, ημερομηνίας 11.9.75, για λόγους δημοσίου συμφέροντος την έκδοση, δυνάμει του άρθρου 4 των περί Επιτάξεως Ιδιοκτησίας Νόμων του 1962 και 1966, Διατάγματος Επίταξης για όλη την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία που εγκατέλειψαν οι Τουρκοκύπριοι. Το πρώτο Διάταγμα δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας με αρ.1218, ημερομηνίας 11.9.75, ως Α.Δ.Π. με αρ.
- Στις 14.11.75 με την Α.Δ.Π. αρ.820 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα Αρ.1236 νέο Διάταγμα που διατύπωνε τους σκοπούς δημοσίας ωφελείας σε συσχετισμό και με την ικανοποίηση των αναγκών του προσφυγικού πληθυσμού και με αναφορά σε περιουσία που ανήκε σε Τουρκοκύπριους και δεν χρησιμοποιείτο προσωπικά από αυτούς. Η Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με Αρ. 14.423 και ημερ. 13.11.75 αναφέρεται στο Διάταγμα αυτό (Τεκμήριο 1). Μετέπειτα, με σχετικές αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου, εγκρίνετο (κάθε έτος) εκ νέου επίταξη διάρκειας ενός έτους. Μέρος του επίδικου ακινήτου εμβαδού 288 τ.μ. απαλλοτριώθηκε για τη βελτίωση της Λεωφόρου Φραγκλίνου Ρούσβελτ στη Λεμεσό. Η γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης του μέρους του τουρκοκυπριακού τεμαχίου γης δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας με την Α.Δ.Π αρ.1012 ημερ. 24.6.88 και το σχετικό Διάταγμα απαλλοτρίωσης Α.Δ.Π. αρ.623 δημοσιεύθηκε στις 21.4.
- Το υπόλοιπο μέρος του ακινήτου χρησιμοποιήθηκε για την ανέγερση δύο πολυκατοικιών του Κυβερνητικού οικισμού «Τσιφλικούδια» (Τεκμήριο 2, 3). Ο Καθ' ου η Αίτηση έλαβε γνώση της απαλλοτρίωσης με την δημοσίευση της γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης και εν πάση περιπτώσει όχι αργότερα από το 2012, όπως ο ίδιος αναφέρει στην παρ.8 της Έκθεσης Απαίτησης του. Το μέρος του επίδικου ακινήτου που απαλλοτριώθηκε, περιήλθε στην κατοχή και/ή ιδιοκτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας για την κατασκευή οδικού δικτύου. Ισχυρίζεται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή αναφορικά με το αίτημα του Καθ' ου η Αίτηση για ακύρωση του Διατάγματος απαλλοτρίωσης, η οποία συνιστά διαφορά που δεν εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου αλλά συνιστά διοικητική πράξη που προσβάλλεται αποκλειστικά με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος και εμπίπτει στον ακυρωτικό έλεγχο του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Διάταγμα απαλλοτρίωσης ως διοικητική πράξη παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματα της δυνάμει της αρχής της νομιμότητας μέχρι την ακύρωση του, κάτι που δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα. Επομένως, με δεδομένη την μη προσβολή και ακύρωση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, το τεκμήριο νομιμότητας της, είναι πλέον αμάχητο. Η συγκατάθεση του νόμιμου ιδιοκτήτη δεν είναι απαραίτητο στοιχείο της απαλλοτρίωσης αφού είναι αναγκαστική. Λόγω της απαλλοτρίωσης, το ακίνητο έπαυσε να εμπίπτει υπό το καθεστώς διαχείρισης, ως ο όρος καθορίζεται από τον Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Νόμο του
- Επομένως, ο Καθ' ου η Αίτηση δεν νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας αγωγής υπό την ισχυριζόμενη ιδιότητα του ως νόμιμος ιδιοκτήτης του ακινήτου. Αναφέρει επίσης, ότι το επίδικο ακίνητο προτού απαλλοτριωθεί και περιέλθει στην κατοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας δυνάμει απαλλοτρίωσης, αποτελούσε «Τουρκοκυπριακή περιουσία» που ανήκει σε «Τουρκοκύπριο» και τελούσε υπό την κηδεμονία του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών διότι αποτελούσε εγκαταλειφθείσα περιουσία. Σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, ο Κηδεμόνας κατά τη διάρκεια της έκρυθμης κατάστασης εγείρει ή υπερασπίζεται οποιαδήποτε αγωγή ή παραπομπή ή λαμβάνει μέρος σε οποιαδήποτε διαδικασία που αφορά Τουρκοκυπριακή περιουσία. Η έκρυθμη κατάσταση υφίσταται και υφίστατο το 1988, όταν δημοσιεύθηκε το διάταγμα απαλλοτρίωσης. Επομένως, για οποιαδήποτε θέματα διαχείρισης δηλαδή ενοίκια και αποζημιώσεις σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, μοναδικός αρμόδιος να εγείρει οποιαδήποτε αγωγή είναι ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Από το διορισμό του Κηδεμόνα, την 1.7.91, αυτός έχει όλα τα δικαιώματα για είσπραξη ενοικίων και/ή για διεκδίκηση αποζημιώσεων, σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6 του Νόμου του 1991, ενώ παράλληλα αφαιρέθηκε τέτοια δυνατότητα από τον δικαιούχο «Τουρκοκύπριο». Ο Καθ' ου η Αίτηση ουδέποτε αποτάθηκε στον Υπουργό Εσωτερικών υπό την ιδιότητα του ως Κηδεμόνα Τ/Κ περιουσιών, υποβάλλοντας αίτημα για καταβολή αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση ή για επιστροφή του ακινήτου του και δεν υπήρξε οποιαδήποτε απόρριψη τέτοιου αιτήματος ώστε να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο με αγωγή. Σχετική είναι η αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων του Καθ' ου η Αίτηση και του Γεν. Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών (Τεκμ.4). Γενικότερα, δεν λήφθηκε οποιαδήποτε απόφαση από τον Κηδεμόνα Τ/Κ περιουσιών όπως απαιτεί η Νομοθεσία. Οι πρόνοιες του Ν.139/91 δεν αντιβαίνουν στο δικαίωμα ιδιοκτησίας που προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος και κανένα δικαίωμα του Καθ' ου η Αίτηση δεν έχει προσβληθεί ή καταπατηθεί, σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δεδομένης της υφιστάμενης έκρυθμης κατάστασης. Προκειμένου να επιδικαστούν αποζημιώσεις στα πλαίσια αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, θα έπρεπε, με βάση το αρ.146.6 του Συντάγματος, ως απαραίτητη προϋπόθεση, να είχε ακυρωθεί η διοικητική πράξη. Σε περίπτωση που υπήρχε τυχόν διαφωνία σχετικά με το ποσό των αποζημιώσεων, θα έπρεπε να ασκηθεί το ένδικο μέσο της παραπομπής. Συνεπώς η παρούσα αγωγή εγείρεται πρόωρα και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Ο Καθ' ου η Αίτηση με την ένσταση του εγείρει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Οι Αιτητές αποκρύπτουν ουσιώδη γεγονότα παραπλανώντας τον Καθ' ου η Αίτηση και το Δικαστήριο ως προς το πραγματικό και νομικό καθεστώς της παρούσας υπόθεσης.
- Οι Αιτητές με τις ενέργειες τους προκάλεσαν στον Καθ' ου η Αίτηση τεράστιες οικονομικές ζημιές τις οποίες αξιώνει με την αγωγή του.
- Οι Αιτητές προσπαθούν να καταχραστούν και/ή παρελκύσουν τη δικαστική διαδικασία και απευθύνονται στο Δικαστήριο με την παρούσα αίτηση βασιζόμενοι σε παρανομία δηλαδή αυτή της de facto «απαλλοτρίωσης» της περιουσίας του Καθ' ου η Αίτηση. Ο Καθ' ου η Αίτηση ισχυρίζεται με την ένορκη του δήλωση ότι είναι ο ιδιοκτήτης του επίδικου τεμαχίου 791, Φ/Σχ. 59/020101, Τμήμα 3, με αρ. εγγραφής 0/70213, στον Άγιο Ιωάννη Λεμεσού (Τεκμήριο Α). Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει την παρούσα αγωγή σε ότι αφορά τις αιτούμενες αποζημιώσεις που προβλέπονται από το Ν.139/91, όπως τροποποιήθηκε από τοΝ.39
(1)/2010 και αξιώνονται από τον Διαχειριστή των Τουρκοκυπριακών περιουσιών, δηλαδή από τους Αιτητές, οι οποίοι δεν άσκησαν τις νομικές τους υποχρεώσεις, για τη σωστή διαχείριση και/ή κηδεμονία της περιουσίας του. Επομένως με βάση τον Περί Δικαστηρίων Νόμο, δεν μπορεί να τεθεί θέμα αποκλειστικής αρμοδιότητας με βάση τον τόπο όπου βρίσκεται το ακίνητο. Ισχυρίζεται ότι ο σκοπός έκδοσης των αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου ημερ. 18.8.75, 11.9.75 και 13.11.75 που ήταν η ικανοποίηση των αναγκών του προσφυγικού πληθυσμού δεν πραγματοποιήθηκε, εφόσον μέρος του επίδικου ακινήτου εμβαδού 288 τ.μ. απαλλοτριώθηκε για τη βελτίωση της Λεωφ. Φραγκλίνου Ρούσβελτ στη Λεμεσό. Το υπόλοιπο μέρος του τεμαχίου χρησιμοποιήθηκε για την ανέγερση δύο πολυκατοικιών στον κυβερνητικό προσφυγικό οικισμό «Τσιφλικούδια». Τα αναφερόμενα διατάγματα επίταξης με βάση το άρθρο 4 των περί Επιτάξεως Ιδιοκτησίας Νόμων του 1962 και 1966 έχουν ισχύ για ένα έτος μόνο. Το πρώτο δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας με αριθμό 1218 ημερομηνίας 11.09.1975, ως Α.Δ.Π. με αριθμό 671 και το δεύτερο στις 14.11.1975 με την Α.Δ.Π. 820, στην Επίσημη Εφημερίδα με αρ.
- Ο νόμος αναφέρει ότι τα διατάγματα επιτάξεως δεν μπορούν να ισχύσουν πέραν των 3 ετών από την ημερομηνία έκδοσης τους εκτός εάν αυτά ανανεώνονται από άλλα διατάγματα. Η ενόρκως δηλούσα για τους Αιτητές δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε ανανέωση διαταγμάτων επίταξης μετά την 15.11.1976 που έληξε και το 2ο διάταγμα επίταξης (ημερ. 14.11.1975). Ισχυρίζεται ότι η απαλλοτρίωση στο επίδικο ακίνητο έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του Καθ' ου η Αίτηση και χωρίς να του δοθεί το δικαίωμα να προβάλει ένσταση στη σκοπούμενη απαλλοτρίωση. Η απαλλοτρίωση έγινε χωρίς καμία αιτιολόγηση και παράνομα, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι πρόνοιες των σχετικών Νόμων, οι κανόνες χρηστής Διοίκησης και της αναλογικότητας και το ποσό των αποζημίωσης ανερχόταν μόνο στα €147,
- Στην γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας με την Α.Δ.Π. αρ.1012 ημερομηνίας 24/06/1988, καθώς και στο διάταγμα απαλλοτρίωσης Α.Δ.Π. αρ. 623 ημερομηνίας 21.04.1989 πουθενά δεν γίνεται λόγος ότι το υπόλοιπο μέρος του ακινήτου απαλλοτριώνεται και ότι θα χρησιμοποιηθεί για σκοπούς ανέγερσης του Κυβερνητικού Προσφυγικού Οικισμού «Τσιφλικούδια». Το μόνο που αναφέρεται είναι ότι η απαλλοτρίωση κρίνεται αναγκαία για τους σκοπούς βελτίωσης της οδού Φραγκλίνου Ρούσβελτ στη Λεμεσό. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το επίδικο τεμάχιο από την 15.11.1976 μέχρι την 21.4.1989, ημερομηνία κατά την οποία έλαβε χώρα η δημοσίευση του διατάγματος απαλλοτρίωσης Α.Δ.Π. αρ.623, κατείχετο παράνομα από τους Αιτητές διότι δεν είχε οποιοδήποτε διάταγμα Επίταξης σε ισχύ και η κατάσταση αυτή συνεχίζει να ισχύει μέχρι και σήμερα. Το μεγαλύτερο μέρος του ακινήτου (1573 τ.μ.), χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς ανέγερσης του Κυβερνητικού Προσφυγικού Οικισμού «Τσιφλικούδια», όμως στη γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης ημερομηνίας 24.06.1988 και στο διάταγμα απαλλοτρίωσης ημερομηνίας 21.04.1989 δεν γίνεται αναφορά ότι το υπόλοιπο μέρος του ακινήτου θα χρησιμοποιηθεί για σκοπούς ανέγερσης του Κυβερνητικού Οικισμού «Τσιφλικούδια». Η απαλλοτρίωση έγινε αναφορικά με ένα μικρό μέρος του όλου ακινήτου και αφορούσε μόνο 288 τ.μ. ενώ το υπόλοιπο κατείχετο και συνεχίζει να κατέχεται παράνομα από τους Αιτητές. Αναφέρει ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είναι αρμόδιο να εκδικάσει την υπόθεση βάση του Νόμου 139/91 όπως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 39(Ι)/2010, καθότι οι Αιτητές κατέχουν και εκμεταλλεύονται παράνομα την περιουσία του Καθ' ου η Αίτηση, η οποία τυγχάνει προστασίας τόσο από το άρθρο 17 του Χάρτη των Θεμελιωδών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσο και από το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αρ.1 και Πρωτοκόλλου αρ.4 της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που είναι Διεθνείς Συνθήκες που επικύρωσε η Κυπριακή Δημοκρατία. Η έδρα των Αιτητών είναι στη Λευκωσία, άρα το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είναι το μόνο αρμόδιο Δικαστήριο να επιληφθεί της αγωγής. Ισχυρίζεται ότι ως νόμιμος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου είχε δικαίωμα να τύχει πληροφόρησης, να εκφέρει τη γνώμη του για τη σκοπούμενη απαλλοτρίωση και να δώσει τη συγκατάθεσή του, ενέργειες που δεν έγιναν. Το ακίνητο του θα μπορούσε να τύχει «διαχείρισης» μόνο από τον Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Υπηρεσιών δηλαδή τον Υπουργό Εσωτερικών και αποτελεί Τουρκοκυπριακή περιουσία η οποία εμπίπτει στο νόμο. Το επίδικο ακίνητο μετά την 15.11.1976 δεν κατέχεται νόμιμα από τους Αιτητές και ως εκ τούτου νόμιμα εγείρει την παρούσα αγωγή και αιτείται τις θεραπείες που πηγάζουν από την παράνομη αποστέρηση της περιουσίας του. Ισχυρίζεται επίσης ότι αποτάθηκε στον Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών με καθαρή υποβολή αιτήματος αποζημίωσης (Τεκμ.4 στην αίτηση). Με τις ενέργειες των Αιτητών καταπατούνται βασικά ανθρώπινα δικαιώματα του δηλαδή το δικαίωμα του να κατέχει την περιουσία του, να την εκμεταλλεύεται και/ή να τύχει αποζημίωσης για την παράνομη κατακράτηση και/ή απαλλοτρίωση της από μέρους των Αιτητών. Η απαλλοτρίωση αφορούσε μόνο μικρό μέρος του ακινήτου, δηλ. 288 τ.μ. από τα 1861 τ.μ. και ορθά κινήθηκε η παρούσα αγωγή η οποία είναι και η μόνη νομική οδός για να διεκδικήσει αποζημίωση βάσει του Νόμου 139/
- Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις τους με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες έχω διεξέλθει με την επιβαλλόμενη προσοχή και ειδική αναφορά στις εκατέρωθεν εισηγήσεις - στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο - θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο. Ο Καθ' ου η Αίτηση με τα αιτητικά Α και Β της Έκθεσης Απαίτησης του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος αξιώνει: Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το Διάταγμα απαλλοτρίωσης με το οποίο απαλλοτριώθηκε το ακίνητο του Ενάγοντα που φαίνεται στην παράγραφο 1 των Λεπτομερειών της Έκθεσης Απαίτησης, για την εκτέλεση του οποίου δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 24/06/1988, η γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης με αρ.1012, είναι πράξη άκυρη, παράνομη και στερούμενη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Β. Έκδοση διατάγματος διά του οποίου να αποδίδεται το επίδικο ακίνητο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πιο κάτω στον Ενάγοντα ως το νόμιμο ιδιοκτήτη του, για ελεύθερη χρήση και κατοχή και ακύρωση της γενόμενης απαλλοτρίωσης του. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, μέρος του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 288 τ.μ. απαλλοτριώθηκε για τη βελτίωση της Λεωφόρου Φραγκλίνου Ρούσβελτ στη Λεμεσό. Η σχετική Γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας με την Α.Δ.Π. 1012 ημερ. 24.6.88 και το σχετικό Διάταγμα απαλλοτρίωσης ΑΔΠ αρ. 623 δημοσιεύθηκε στις 21.4.
- Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει την δικαιοδοσία και κατ' επέκταση την εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα και Δήλωση, ως τα αιτητικά υπό παρ. Α, Β της Έκθεσης Απαίτησης (ανωτέρω). Η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφανώς αρνητική. Το Διάταγμα απαλλοτρίωσης συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία προσβάλλεται με προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Σταυρίδης κ.ά ν. Δημοκρατίας
(1992)3 Α.Α.Δ 303 και Α. Φαρμακάς ν. ΑΗΚ Προσφυγή αρ.517/00 ημερ. 11.6.01). Όπως ο ίδιος ο Καθ' ου η Αίτηση αναφέρει στην Έκθεση Απαίτησης του, αυτός έλαβε γνώση της απαλλοτρίωσης με την επιστολή του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών ημερ. 5.10.12 (Τεκμ.4 στην αίτηση). Ωστόσο, ο Καθ' ου η Αίτηση δεν πρόσβαλε την νομιμότητα και εγκυρότητα του εν λόγω Διατάγματος απαλλοτρίωσης με προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο είναι το αποκλειστικά αρμόδιο να αποφασίσει σχετικά. Ως εκ τούτου, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει και αποφασίσει την νομιμότητα και εγκυρότητα του επίδικου Διατάγματος απαλλοτρίωσης και επομένως καμία εξουσία έχει να εκδώσει την αιτούμενη Δήλωση ως και αιτούμενο Διάταγμα ως η παρ. Α και Β της Έκθεσης Απαίτησης. Σ' ότι αφορά τον ισχυρισμό του Καθ' ου η Αίτηση περί αναγκαιότητας της συγκατάθεσης του ως νόμιμου ιδιοκτήτη, σημειώνεται ότι η εν λόγω συγκατάθεση δεν συνιστά απαραίτητο στοιχείο της απαλλοτρίωσης αφού αυτή είναι αναγκαστική (βλ. Δημοκρατία ν. Kiazim Halit κ.ά
(2009)3 Α.Α.Δ. 327). Με την παρ. Ζ της Έκθεσης Απαίτησης ο Καθ' ου η Αίτηση αξιώνει το ποσό των €2.000.000 ως αποζημιώσεις για την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του. Όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, (βλ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 983 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαράλαμπος Ταλιαδώρος κ.ά Πολ. Έφ. 11381 και 11403 ημερ. 25.4.05), οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να τεκμηριωθεί αξίωση για αποζημιώσεις μετά από ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με βάση το άρθρο 146
(6)του Συντάγματος, είναι οι ακόλουθες: (α) εξασφάλιση ακυρωτικής απόφασης από το Ανώτατο Δικαστήριο (β) αίτημα από τον Αιτητή που εξασφάλισε την εν λόγω απόφαση προς τη Διοίκηση για ικανοποίηση του αιτήματος του, και (γ) απόρριψη του αιτήματος ή παράλειψη του αρμοδίου τμήματος να εξετάσει τούτο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Καθ' ου η Αίτηση όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, δεν καταχώρησε προσφυγή εναντίον του Διατάγματος Απαλλοτρίωσης και κατ' επέκταση δεν εξασφάλισε ακυρωτική απόφαση από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επομένως η παρούσα αγωγή, κρίνεται ως πρόωρη και ο Καθ' ου η Αίτηση δεν νομιμοποιείται σε διεκδίκηση αποζημιώσεων που να απορρέουν από το επίδικο Διάταγμα απαλλοτρίωσης. Με τις παραγράφους Ε, Στ, Η, Θ, Ι και Λ της Έκθεσης Απαίτησης, ο Καθ' ου η Αίτηση αξιώνει αποζημιώσεις που σχετίζονται με την εφαρμογή του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα θέματα) (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμου του 1991 (Ν. 139/91). Σχετικά είναι και τα αιτούμενα Διατάγματα υπό παρ. Γ και Δ της Έκθεσης Απαίτησης. Το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξετασθεί από το Δικαστήριο είναι κατά πόσο το επίδικο ακίνητο διέπεται από τις πρόνοιες του Ν.139/
- Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, μέρος του επίδικου ακινήτου εμβαδού 288 τ.μ. απαλλοτριώθηκε για τη βελτίωση της Λεωφόρου Φραγκλίνου Ρούσβελτ στη Λεμεσό (Τεκμήρια 2, 3 στην αίτηση). Το υπόλοιπο μέρος του ακινήτου χρησιμοποιήθηκε για την ανέγερση δύο πολυκατοικιών του Κυβερνητικού Οικισμού «Τσιφλικούδια». Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Καθ' ου η Αίτηση και τους ισχυρισμούς του στην ένστασή του, το επίδικο ακίνητο ήταν «Τουρκοκυπριακή Περιουσία» και ανήκε σε «Τουρκοκύπριο». Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα για τους Αιτητές, όλες τις εγκαταλειφθείσες Τ/Κ περιουσίες στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, κατείχε και διαχειρίζετο μετά την Τουρκική εισβολή (20.7.1974) και μέχρι το 1991 (προ της θέσπισης του Ν.139/91) η Κεντρική Επιτροπή Προστασίας Τ/Κ Περιουσιών με βάση την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ.14.202 και ημερομηνία 18.8.
- Το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε, με την Απόφαση Αρ.14.273, ημερομηνίας 11.9.75, για λόγους δημοσίου συμφέροντος την έκδοση, δυνάμει του άρθρου 4 των περί Επιτάξεως Ιδιοκτησίας Νόμων του 1962 και 1966, Διατάγματος Επίταξης για όλη την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία που εγκατέλειψαν οι Τουρκοκύπριοι. Το πρώτο Διάταγμα δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας με αρ.1218, ημερομηνίας 11.9.75, ως Α.Δ.Π. με αρ.
- Στις 14.11.75 με την Α.Δ.Π. αρ.820 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα Αρ.1236 νέο Διάταγμα που διατύπωνε τους σκοπούς δημόσιας ωφέλειας σε συσχετισμό και με την ικανοποίηση των αναγκών του προσφυγικού πληθυσμού και με αναφορά σε περιουσία που ανήκε σε Τουρκοκύπριους και δεν χρησιμοποιείτο προσωπικά από αυτούς. Η Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με Αρ. 14.423 και ημερ. 13.11.75 αναφέρεται στο Διάταγμα αυτό (Τεκμήριο 1 στην αίτηση). Μετέπειτα, με σχετικές αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου, εγκρίνετο (κάθε έτος) εκ νέου επίταξη διάρκειας ενός έτους. Με αυτά τα δεδομένα - για τα οποία η πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση παρέλειψε να αντεξετάσει την ενόρκως δηλούσα για τους Αιτητές - η θέση του Καθ' ου η Αίτηση ότι μετά την λήξη του δεύτερου διατάγματος επίταξης ημερ. 14.11.75 δηλαδή μετά τις 15.11.76, η ενόρκως δηλούσα για τους Αιτητές δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε ανανέωση διαταγμάτων επίταξης και επομένως μέχρι την δημοσίευση του Διατάγματος απαλλοτρίωσης στις 21.4.89 δεν υπήρχε διάταγμα επίταξης, δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Zehra Kemal Ahmet κ.ά v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2011)3 Α.Α.Δ. 135, το προοίμιο του Νόμου 139/91 κατέγραψε επεξηγηματικά ότι η ψήφιση του κατέστη αναγκαία λόγω της μαζικής μετακίνησης του τουρκοκυπριακού πληθυσμού, ως αποτέλεσμα της εισβολής, σε περιοχές που εξακολουθούν να είναι υπό τον έλεγχο των Τουρκικών δυνάμεων εισβολής, με αποτέλεσμα να έχουν εγκαταλειφθεί οι ανάλογες περιουσίες των Τουρκοκυπρίων στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας. Σύμφωνα με το Νόμο «έκρυθμη κατάσταση» σημαίνει την εκ της τουρκικής εισβολής δημιουργηθείσα κατάσταση η οποία εξακολουθεί να υπάρχει μέχρις ότου το Υπουργικό Συμβούλιο, με γνωστοποίησή του που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ορίσει την ημερομηνία λήξης της. Από την άλλη «Τουρκοκύπριος» σημαίνει κάθε Τουρκοκύπριο που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Με βάση το άρθρο 3 του Νόμου 139/91, ο Υπουργός Εσωτερικών διορίζεται Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών περιουσιών που «εγκαταλείφθηκαν» και βρίσκονται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Η «εγκαταλειφθείσα περιουσία» σύμφωνα με το νόμο είναι η περιουσία Τουρκοκύπριου που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του σε ελεγχόμενες υπό της Δημοκρατίας περιοχές. Σύμφωνα με τα άρθρα 3, 5 και 6 του Ν.139/91, ο Υπουργός Εσωτερικών υπό την ιδιότητα του ως Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών έχει την άμεση κατοχή τους. Η νομική κατοχή είναι αρκετή και δεν απαιτείται φυσική κατοχή (βλ. Υπουργός Εσωτερικών ν. Μυλωνά
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 120). Σύμφωνα με το άρθρο 5 του Νόμου, κατά τη διαχείριση των Τουρκοκυπριακών περιουσιών και την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, ο Κηδεμόνας έχει όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης τους. Το άρθρο 6 του Νόμου εξειδικεύει κάποιες από αυτές τις αρμοδιότητες χωρίς, όπως τονίζεται, να επηρεάζεται η γενικότητα του άρθρου
- Έτσι ο Κηδεμόνας διαχειρίζεται κάθε τουρκοκυπριακή περιουσία και για το σκοπό αυτό εισπράττει κάθε ποσό που οφείλεται, συλλέγει κάθε προϊόν της περιουσίας, φροντίζει για τις αναγκαίες επιδιορθώσεις, βελτιώσεις, αναπτύξεις και μετατροπές της περιουσίας που θα ήταν επωφελείς για τον ιδιοκτήτη, προβαίνει σε διευθετήσεις, συνάπτει, τερματίζει, ακυρώνει συμβάσεις ή αναλαμβάνει υποχρεώσεις ή επιβαρύνσεις σε σχέση με την περιουσία, όπως είναι για παράδειγμα η εκμίσθωσή της. Ακόμα, εγείρει ή υπερασπίζεται οποιανδήποτε αγωγή ή παραπομπή ή λαμβάνει μέρος σε οποιανδήποτε διαδικασία που αφορά τουρκοκυπριακή περιουσία ή προβαίνει σε συμβιβασμό σε αγωγή ή παραπομπή η οποία θα ήταν επωφελής για την περιουσία του ιδιοκτήτη. Αντιπροσωπεύει και δεσμεύει τον ιδιοκτήτη της περιουσίας ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής, διοικητικής ή άλλης αρχής στη Δημοκρατία και ασκεί όλα τα δικαιώματα και εκτελεί όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από οποιανδήποτε νόμιμη σύμβαση στην οποία Τουρκοκύπριος είναι συμβαλλόμενο μέρος αντί αυτού. Γενικά παίρνει τέτοια μέτρα ή προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια η οποία θα ήταν αναγκαία ή σκόπιμη για την άσκηση των αρμοδιοτήτων που του χορηγούνται με το άρθρο
- Με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου 139/91, οι Τουρκοκύπριοι ιδιοκτήτες οι οποίοι δεν έχουν τη συνήθη διαμονή τους στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, όπως και ο Ενάγοντας - ο οποίος σύμφωνα με την παρ.1 της Έκθεσης Απαίτησης από το 1974 διαμένει στην κατεχόμενη Κερύνεια - δεν έχουν δικαίωμα χρήσης και/ή διαχείρισης των υπό κηδεμονία περιουσιών τους και αποκλείονται της άσκησης οποιωνδήποτε δικαιωμάτων αναφορικά με τη διαχείριση τους ενόσω διαρκεί η έκρυθμη κατάσταση η οποία δεν έχει μεταβληθεί. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι το μη απαλλοτριωθέν μέρος του επίδικου ακινήτου μετά την εφαρμογή του Ν.139/91, τέθηκε υπό το καθεστώς διαχείρισης δυνάμει των προνοιών του Ν.139/
- Επομένως η πληρωμή αποζημιώσεων για παράνομη κατοχή του ακινήτου, παράνομη επέμβαση, απώλεια χρήσης και οποιαδήποτε άλλα θέματα διαχείρισης, θα έπρεπε να είχε εγερθεί από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και όχι από τον Καθ' ου η Αίτηση (βλ. Κίτση ν. Δημοκρατίας
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1077). Διαφωνώ με την εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Αιτητών ότι μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση το ακίνητο έπαυσε να εμπίπτει υπό το καθεστώς διαχείρισης, διευκρινίζοντας ότι αυτό ισχύει σε σχέση μόνο με το απαλλοτριωθέν μέρος του ακινήτου που χρησιμοποιήθηκε για την βελτίωση της Λεωφ. Φραγκλίνου Ρούσβελτ στη Λεμεσό. Το υπόλοιπο μέρος του ακινήτου εμπίπτει στις πρόνοιες του Ν.139/91. Σχετική είναι και η επιστολή ημερ. 5.10.12 (Τεκμήριο 4) του Γενικού Διευθυντή Υπουργείου Εσωτερικών προς τους δικηγόρους του Καθ' ου η Αίτηση, όπου διευκρινίζεται ότι για σκοπούς κατασκευής του οδικού δικτύου απαλλοτριώθηκε έκταση 288 τ.μ. από το επίδικο τεμάχιο. Επομένως, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο σε σχέση με το μη απαλλοτριωθέν μέρος του ακινήτου, ο Καθ' ου η Αίτηση, νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας αγωγής και στις αιτούμενες θεραπείες, δυνάμει του άρθρου 6Α
(1)του Ν.139/91, το οποίο ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η Αίτηση επικαλείται στην γραπτή του αγόρευση και το οποίο ορίζει ως ακολούθως: «6Α.
(1)Η παραβίαση δικαιώματος που κατοχυρώνει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών ή και τα Πρωτόκολλα της που κυρώθηκαν από τη Δημοκρατία λόγω της εφαρμογής πρόνοιας του παρόντος Νόμου, είναι αγώγιμη.
(2)Πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι λόγω της εφαρμογής πρόνοιας του παρόντος Νόμου στη δική του περίπτωση παραβιάστηκε οποιοδήποτε δικαίωμα που κατοχυρώνει η πιο πάνω Σύμβαση ή και τα Πρωτόκολλά της, δικαιούται, εάν απορριφθεί σχετικό αίτημα του στον Υπουργό, να προσφύγει στο επαρχιακό δικαστήριο με αγωγή κατά της Δημοκρατίας και του Κηδεμόνα για την κατ' ισχυρισμόν παραβίαση και να αξιώσει για την παραβίαση τις θεραπείες που προβλέπονται στον παρόν άρθρο: Νοείται ότι σε περίπτωση που οι αιτούμενες θεραπείες περιλαμβάνουν αξίωση του ιδιοκτήτη για διάταγμα του δικαστηρίου να του αποδοθεί περιουσία του η οποία τελεί υπό καθεστώς διαχείρισης δυνάμει του παρόντος Νόμου, η αγωγή στρέφεται επίσης κατά του προσώπου που νόμιμα κατέχει την περιουσία.» Στην απόφαση του ΕΔΑΔ Αιτ. αρ. 49247/08 Kazali κ.ά v. Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 6.3.12 αναφέρονται τα ακόλουθα: "
- The Court recalls that the decision of the Custodian is merely the first step in the procedure envisaged under amended Law 139/1991 and that in the event of a refusal, his decision can be judicially reviewed by the lodging of an action in the District Court (see paragraph 50 above). The Court therefore does not consider that the fact that the Custodian may be unlikely to lift the custodianship in a particular case undermines the effectiveness of the overall remedy proposed.
- Some of the applicants complained that the remedy proposed did not offer them direct access to court. However, Article 35§1 does not require direct access to court in order for a remedy to be considered effective. The Court reiterates that an adverse decision by the Custodian can subsequently be reviewed by the courts.
- The Court therefore cannot exclude that Law 139/1991 as amended provides an accessible and effective framework of redress in respect of complaints about interference with the property owned by Turkish Cypriots. The applicant property owners in the present cases have not made use of this mechanism and their complaints under Articles 8 and 14 of the Convention and Article 1 of Protocol No.1 to the Convention must therefore be rejected for non-exhaustion of domestic remedies pursuant to Article 35§§ 1 and 4 of the Convention." Όπως προκύπτει από την αλληλογραφία που ανταλλάγηκε μεταξύ των δικηγόρων του Καθ' ου η Αίτηση και του Υπουργού Εσωτερικών υπό την ιδιότητα του ως Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Τεκμήριο 4 στην αίτηση), ο Καθ' ου η Αίτηση ουδέποτε αποτάθηκε στον Υπουργό με συγκεκριμένο αίτημα προς εξέταση και κατ' επέκταση ουδέποτε απορρίφθηκε τυχόν αίτημα του, ώστε να νομιμοποιείται να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο με αγωγή εναντίον της Δημοκρατίας και του Κηδεμόνα (όπως είναι η παρούσα αγωγή) και να αξιώσει τις θεραπείες που προνοεί ο Νόμος στην παρ.4 του άρθρου 6(Α). Οι δικηγόροι του Καθ' ου η Αίτηση με την επιστολή τους ημερ. 6.3.12 αναφέρθηκαν στην πρόθεση του Καθ' ου η Αίτηση «να εξευρεθεί μια ορθολογιστική παράμετρος δίκαιης αποζημίωσης του για τη χρήση, εκμετάλλευση και οικοδόμηση εντός της ακίνητης περιουσίας του». Περαιτέρω, με την επιστολή τους ημερ. 29.8.12 αναφέρονται επίσης σε πρόθεση του Καθ' ου η Αίτηση «να προχωρήσει σε μεταβίβαση της περιουσίας του, επί της οποίας έχει οικοδομηθεί ο προσφυγικός συνοικισμός, νοουμένου ότι αποζημιώνεται με την αξία της περιουσίας του και την απώλεια χρήσης της.» Είναι προφανές ότι οι πιο πάνω δύο επιστολές των δικηγόρων του Καθ' ου η Αίτηση δεν αποτελούν συγκεκριμένο αίτημα προς τον Υπουργό και καμία σχετική απορριπτική απόφαση του Υπουργού υπάρχει. Επομένως, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η παρούσα αγωγή εγείρεται πρόωρα και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί. Σ' ότι αφορά τη συνταγματικότητα του Ν.139/91, αναφέρω την υπόθεση Ahmet Mulla Suleyman (Μέσω της πληρεξουσίου Αντιπροσώπου του Sabiha Ahmet Suleyman) ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)4 Α.Α.Δ 312 (Υπόθ. αρ. 99/05, ημερ. 21.5.07) όπου αποφασίστηκε ότι ο Νόμος δεν παραβιάζει κανένα ανθρώπινο δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και δεν είναι αντίθετο προς τις πρόνοιες των αρ. 6, 13, 23 και 28 του Συντάγματος. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι σχετικό: «Ο Νόμος 139/91 δεν θέτει αυθαίρετους περιορισμούς, αλλά προβαίνει σε αναγκαίες, υπό τις περιστάσεις, προσωρινές ρυθμίσεις. Το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης, μετά την αναγνώριση του δικαιώματος οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου σε ειρηνική απόλαυση της περιουσίας του, αναφέρεται στις εξαιρέσεις. Το δικαίωμα παραμερίζεται για σκοπούς δημόσιου συμφέροντος και υπό τους όρους που ρυθμίζεται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου. Η προστασία του άρθρου 1 δεν μειώνει το δικαίωμα του κράτους να επιβάλει τέτοιους νόμους που θεωρεί αναγκαίους προς έλεγχο της χρήσης της περιουσίας, σύμφωνα με το γενικό συμφέρον ή προς εξασφάλιση της πληρωμής φόρων ή άλλης συνεισφοράς» «Ο Νόμος 139/91 υπαγορεύτηκε για λόγους δημοσίου συμφέροντος οι οποίοι είναι προφανείς». Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 1084 και Α. Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.ά ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1275). Για όλα τα πιο πάνω είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει. Η αγωγή απορρίπτεται, με έξοδα προς όφελος των Αιτητών και σε βάρος του Καθ' ου η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) .................. Στ. Χατζηγιάννη Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Ε.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο