CNP ASSURANCES SA κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αίτησης: 179/2014, 30/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A392 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σολομωνίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 179/2014 Αναφορικά με τον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο 101/1987 Μεταξύ:
- CNP ASSURANCES SA
- CNP CYPRUS INSURANCE HOLDINGS LIMITED Αιτητριών - και - ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Καθ' ης η Αίτηση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Οκτωβρίου,
- Μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 21/2/2014 για προσωρινά διατάγματα ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τις Αιτήτριες: κ. Π. Ιωαννίδης με την κα Χατζηχάννα Για την Καθ'ης η αίτηση: κ. Π. Πολυβίου με τον κ. Γ. Μίτλεττον ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Θα προσπαθήσω, μέσα από ένα τεράστιο όγκο στοιχείων που παρατίθενται στις πολυσέλιδες, συνοδευτικές της Αίτησης και Ένστασης ένορκες δηλώσεις και τα πολυάριθμα τεκμήρια που επισυνάπτονται σ' αυτές, να συνοψίσω τα σημαντικά για την υπόθεση γεγονότα τα οποία, ουσιαστικά, είναι αδιαμφισβήτητα. Η Αιτήτρια 1 είναι γαλλική ασφαλιστική εταιρεία και ασκεί σε ευρεία κλίμακα ασφαλιστικές εργασίες. Η Αιτήτρια 2 είναι κυπριακή εταιρεία με έδρα τη Λευκωσία και δραστηριοποιείται ως ιθύνουσα εταιρεία (Holding Company) στον τομέα των ασφαλιστικών εργασιών μέσω εξηρτημένων ασφαλιστικών εταιρειών της. Μόνοι μέτοχοι της Αιτήτριας 2 είναι η Αιτήτρια 1 και η Καθ' ης η Αίτηση, κυπριακή τράπεζα με έδρα τη Λευκωσία, με μετοχική συμμετοχή σ' αυτή της Αιτήτριας 1 κατέχουσας το 50.1% και της Καθ' ης η Αίτηση κατέχουσας το 49.9.% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της Αιτήτριας
- Την 22/7/2008 η Αιτήτρια 1 συνήψε γραπτή Συμφωνία Αγοράς μετοχών («Συμφωνία Αγοράς») με την κυπριακή τράπεζα Cyprus Popular Public Co Ltd («Λαϊκή Τράπεζα»). Με τη Συμφωνία Αγοράς η Αιτήτρια 1 συμφώνησε με τη Λαϊκή Τράπεζα να συνεργαστούν για την ανάπτυξη των ασφαλιστικών εργασιών, μέσω κοινής ιθύνουσας εταιρείας (Holding Company) τη δημιουργία της οποίας θα προωθούσε η Λαϊκή Τράπεζα. Στην κοινή ιθύνουσα εταιρεία η Λαϊκή Τράπεζα θα συνεισέφερε ολόκληρο το μετοχικό συμφέρον της στις κυπριακές ασφαλιστικές της εταιρείες, που μεταγενέστερα μετονομάσθηκαν και σήμερα φέρουν το όνομα CNP Aσφαλιστική Εταιρεία Λτδ και CNP Cyprialife Ltd καθώς και σε άλλες ασφαλιστικές εταιρείες που έχουν ιδρυθεί και λειτουργούν στην Ελλάδα. Ούτω και εγένετο. Η υλοποίηση της συμφωνίας αγοράς κεφαλαίων ολοκληρώθηκε κατά περί την 18/12/2008, με τη σύναψη μεταξύ της Αιτήτριας 1 και της Λαϊκής Τράπεζας της Συμφωνίας Μετόχων (Shareholding Agreement) ημερομηνίας 18/12/2008 («Συμφωνία Μετόχων») και της Συμφωνίας Διανομής (Distribution Agreement) ημερομηνίας 18/12/2008 («Συμφωνία Διανομής») μεταξύ αμφοτέρων των Αιτητριών και της Λαϊκής Τράπεζας. Ταυτόχρονα και παράλληλα το μετοχικό κεφάλαιο της ιθύνουσας εταιρείας, δηλαδή της Αιτήτριας 2, αναδιαρθρώθηκε με την απόκτηση του πλειοψηφικού πακέτου των 50.1% από την Αιτήτρια 1 και του μειοψηφικού πακέτου των 49.9% από τη Λαϊκή Τράπεζα. Όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες Συμφωνίες, βασικός σκοπός της συνεργασίας αυτής μεταξύ της Αιτήτριας 1 και της Λαϊκής Τράπεζας μέσω της κοινής ιθύνουσας εταιρείας, δηλαδή της Αιτήτριας 2, ήταν η συνεργασία για τη διάθεση των ασφαλιστικών προϊόντων των ασφαλιστικών εταιρειών της Αιτήτριας 2 μέσω του τραπεζικού δικτύου της Λαϊκής Τράπεζας κατ' αποκλειστικότητα. Γι' αυτό και η εφαρμογή και η υλοποίηση της Συμφωνίας Αγοράς και η διάρθρωση του μετοχικού κεφαλαίου της Αιτήτριας 2 έγινε ταυτόχρονα με την υπογραφή της Συμφωνίας Μετόχων και της Συμφωνίας Διανομής το Δεκέμβριο του
- Η συμμετοχή της Αιτήτριας 1 στην Αιτήτρια 2 έγινε προκειμένου η κοινή εταιρεία, δηλαδή η Αιτήτρια 2, στην οποία η Αιτήτρια 1 θα συμμετείχε με το πλειοψηφικό μετοχικό πακέτο, να έχει τη δυνατότητα χρήσης τραπεζικού δικτύου με την προώθηση των εργασιών της. Η χρήση του τραπεζικού δικτύου ρυθμίζεται λεπτομερώς από τη Συμφωνία Διανομής. Το Μάρτιο 2013, με βάση τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17(Ι)/2013, η Τράπεζα Κύπρου, δηλαδή η Καθ' ης η Αίτηση και η Λαϊκή Τράπεζα ετέθησαν υπό καθεστώς εξυγίανσης και λήφθηκαν μέτρα εξυγίανσης τους. Σχετικά εξεδόθησαν Διατάγματα ΚΔΠ103/2003 και ΚΔΠ104/2013, όπως έχουν τροποποιηθεί, και διορίσθηκε Ειδικός Διαχειριστής για την κάθε μια υπό εξυγίανση τράπεζα. Με το Διάταγμα ΚΔΠ104/2013, οι εργασίες στην Κύπρο και τα περιουσιακά στοιχεία και συναφείς υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας που περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, όλα τα υποκαταστήματα τραπεζικών εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας στην Κύπρο καθώς και το μετοχικό συμφέρον και οι υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας σε σχέση με την Αιτήτρια 2 μεταβιβάσθηκαν στην Καθ' ης η Αίτηση. Όπως ρητά ορίζεται στην παράγραφο 8 του Διατάγματος ΚΔΠ104/2013 το «Αποκτών Πρόσωπο» δηλαδή η Καθ' ης η Αίτηση, «υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα, οφέλη, προνόμια και υποχρεώσεις που συνεπάγεται η συμμετοχή της Λαϊκής Τράπεζας σε οιανδήποτε εταιρεία, η οποία αποτελεί μέρος των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων σύμφωνα με την παράγραφο 5
(1)». Περαιτέρω δυνάμει της παραγράφου 14
(1)του ιδίου Διατάγματος: «Από την Ημερομηνία Μεταβίβασης, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στο παρόν Διάταγμα ή στο Νόμο, οι συμφωνίες οι οποίες έχουν συναφθεί από ή σε σχέση με τη Λαϊκή Τράπεζα και οι οποίες αφορούν τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, τίτλους ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις λογίζονται ωσάν να έχουν συναφθεί με ή σε σχέση με το Αποκτών πρόσωπο». Η μετοχική διάρθρωση της Αιτήτριας 2 και η συμμετοχή της Λαϊκής Τράπεζας στο μετοχικό κεφάλαιο της Αιτήτριας 2, ως έχει προλεχθεί, ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τις Συμφωνίες για εξυπηρέτηση του βασικού σκοπού καθίδρυσης της κοινής ιθύνουσας εταιρείας, δηλαδή της Αιτήτριας 2, ήτοι τη συνεργασία των δύο μετόχων για την προώθηση των ασφαλιστικών δραστηριοτήτων των εξηρτημένων εταιρειών της Αιτήτριας 2 μέσω του τραπεζικού δικτύου της Λαϊκής Τράπεζας. Η Αρχή Εξυγίανσης, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ενεργούσε τόσο για τη Λαϊκή Τράπεζα όσο και την Καθ' ης η Αίτηση και η οποία διενήργησε τη μεταβίβαση των εργασιών και περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας στην Καθ' ης η Αίτηση, με επιστολή της ημερομηνίας 14/10/2013 (Τεκμήριο 5 στην Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 21/2/2014 που συνοδεύει την Αίτηση), επιβεβαίωσε ότι η Καθ' ης η Αίτηση υποκαταστήθηκε στις υπό αναφορά Συμφωνίες. Πρόσθετα, αμέσως μετά τη λήψη των μέτρων εξυγίανσης στις δύο τράπεζες, ο ειδικός διαχειριστής της Καθ' ης η Αίτηση, με εγκύκλιο του ημερομηνίας 15/4/2013 (Τεκμήριο 7 στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση) έδωσε οδηγίες στο προσωπικό των υποκαταστημάτων της Λαϊκής Τράπεζας, την ιδιοκτησία και έλεγχο των οποίων ανέλαβε η Καθ' ης η Αίτηση από 29/3/2013, για κανονική συνέχιση «της συνεργασίας τους με τις ασφαλιστικές εταιρείες Λαϊκή Cypria Life και Λαϊκή Ασφαλιστική με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που κάνατε μέχρι σήμερα καταβάλλοντας ιδιαίτερη προσπάθεια στην εξυπηρέτηση των πελατών τους που είναι ασφαλισμένοι στις εταιρείες αυτές». Στη συνέχεια, η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίστηκε ότι δεν έχει υποκαταστήσει τη Λαϊκή Τράπεζα στις Συμφωνίες, αλλά ότι απλώς κατέστη μέτοχος της Αιτήτριας 2 σε υποκατάσταση της Λαϊκής Τράπεζας και διαζευκτικά ότι, ακόμα και αν υποκατέστησε τη Λαϊκή Τράπεζα στις εν λόγω Συμφωνίες, αυτές έχουν ματαιωθεί (βλ. επιστολή της Καθ' ης η Αίτηση ημερομηνίας 14/6/2013, Τεκμήριο 8 στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση). Στην εν λόγω επιστολή, η Αιτήτρια 2 απάντησε με επιστολή της ημερομηνίας 1/7/2013, Τεκμήριο 9 στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Παρά τους πιο πάνω ισχυρισμούς της Καθ' ης η Αίτηση αναφορικά με την ισχύ των Συμφωνιών, η συνεργασία της Καθ' ης η Αίτηση με τις ασφαλιστικές εταιρείες της Αιτήτριας 2, στα πλαίσια των προαναφερθεισών από 15/4/2013 οδηγιών του ειδικού διαχειριστή της Καθ' ης η Αίτηση, συνεχίστηκε για πολλούς μήνες και μετά την 14/6/
- Οι Αιτήτριες, με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους, επεδίωξαν να προέλθουν σε συνεννόηση με την Καθ' ης η Αίτηση προκειμένου να διευθετηθεί φιλικά το θέμα που προέκυψε με τη θέση της Καθ' ης η Αίτηση αναφορικά με την ισχύ των Συμφωνιών, προς το κοινό συμφέρον, έχοντας υπόψη τη σημαντική συμμετοχή και κοινό συμφέρον τόσο της Αιτήτριας 1 όσο και της Καθ' ης η Αίτηση στην Αιτήτρια 2 και, κατ' επέκταση, στις ασφαλιστικές εταιρείες της Αιτήτριας
- Προς τούτο υπήρξε αλληλογραφία και σχετικές συνεννοήσεις μεταξύ των διαδίκων, ως εκτίθεται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, παράγραφοι 9 μέχρι 13 και στα Τεκμήρια 8 μέχρι 15 που επισυνάπτονται στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση. Περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2013, η Καθ' ης η Αίτηση πληροφόρησε την Αιτήτρια 2 ότι η διάθεση των ασφαλιστικών προϊόντων της στο τραπεζικό δίκτυο της Καθ' ης η Αίτηση θα τερματιζόταν από 1/1/
- Παράλληλα η Καθ' ης η Αίτηση, ενεργούσα μέσω αρμοδίων αξιωματούχων της περιλαμβανομένου του διευθύνοντα συμβούλου της, δήλωνε προθυμία συνεννόησης με τις Αιτήτριες για την εξεύρεση συμφωνημένων διευθετήσεων για χειρισμό των θεμάτων της κοινής εταιρείας, δηλαδή της Αιτήτριας 2 και της συνεργασίας τους. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 15 και 16 στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Οι Αιτήτριες, στην προσπάθεια τους να αποφύγουν την αντιδικία, δεδομένης της στενής επιχειρηματικής σχέσης, της σχέσης εμπιστοσύνης και του κοινού συμφέροντος με την Καθ' ης η Αίτηση μέσω της Αιτήτριας 2 επεδίωξαν να εξαντλήσουν κάθε περιθώριο με εξώδικη ρύθμιση με την Καθ' ης η Αίτηση των θεμάτων και διαφορών που προέκυψαν. Προς τούτο, την 21/1/2014 πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ του διευθύνοντος συμβούλου της Καθ' ης η Αίτηση, του διευθύνοντος συμβούλου της Αιτήτριας 2 και του αναπληρωτή διευθύνοντος συμβούλου της Αιτήτριας 2, στην οποία ανασκοπήθηκε το όλο φάσμα των σχέσεων των μερών και των πιθανών διευθετήσεων συμφωνημένης ρύθμισης των διαφορών που προέκυψαν, με προοπτική τα μέρη να επεξεργαστούν στη συνέχεια τα σενάρια των πιθανών διευθετήσεων για οριστική ρύθμιση των διαφορών. Παρά τα πιο πάνω η Καθ' ης η Αίτηση, κατά τους ισχυρισμούς των Αιτητριών, υιοθέτησε απροκάλυπτη εκστρατεία λεηλασίας της πελατείας και των εργασιών των ασφαλιστικών εργασιών της Αιτήτριας 2 καθώς και των ασφαλιστικών συμβολαίων των εταιρειών της με τους πελάτες τους, με την επιδίωξη τερματισμού των ασφαλιστικών αυτών συμβολαίων ως και μη ανανέωσης με αυτές άλλων ασφαλιστικών συμβολαίων πελατών οι οποίες, κατά πάγια πρακτική του ασφαλιστικού τομέα, ανανεώνονταν ετησίως ή περιοδικά. Αυτή η εκστρατεία και οι ενέργειες από μέρους της Καθ' ης η Αίτηση συνιστούσαν, κατά τους ισχυρισμούς των Αιτητριών, απροκάλυπτη και κατάφορη παραβίαση των Συμφωνιών αλλά και σωρευτικές αδικοπραγίες παρέμβασης στις συμβατικές σχέσεις και τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της Αιτήτριας 2 και των ασφαλιστικών της εταιρειών, κατά παράβαση του Άρθρου 34 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, και του Κοινοδικαίου. Η Καθ' ης η Αίτηση, στη δική της ένορκη δήλωση αρνείται τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Μετά την πιο πάνω συμπεριφορά της Καθ' ης η Αίτηση, οι Αιτήτριες απηύθυναν επιστολές ημερομηνίας 11/2/2014 και 12/2/2014 στο διευθύνοντα σύμβουλο της Καθ' ης η Αίτηση (Τεκμήρια 21 και 22 στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση) με αναφορά στην συνάντησή τους της 21/1/2014 και στις ισχυριζόμενες αυθαίρετες και παράνομες ενέργειες της Καθ' ης η Αίτηση που στο μεταξύ εκδηλώθηκαν. Με τις εν λόγω επιστολές τους οι Αιτήτριες έδωσαν ειδοποίηση για έναρξη της συμφωνημένης διαδικασίας επίλυσης των διαφορών με βάση τους ρητούς όρους των Συμφωνιών και ζήτησαν άμεσο τερματισμό των αντισυμβατικών και παράνομων ενεργειών της Καθ' ης η Αίτηση στην επιδίωξη της να παρέμβει στις εργασίες και τα συμβόλαια των εταιρειών της Αιτήτριας
- Σχετική είναι η παράγραφος 21 της Συμφωνίας Διανομής και η παράγραφος 29 της Συμφωνίας Μετόχων (Arbitration & Prior Conciliation). Οι δύο αυτές πρόνοιες είναι πανομοιότυπες. Η Καθ' ης η Αίτηση, στη δική της ένορκη δήλωση, αρνείται ότι προέβη στις ισχυριζόμενες αυθαιρεσίες και παράνομες ενέργειες. Ο διευθύνων σύμβουλος της Καθ' ης η Αίτηση απάντησε στις πιο πάνω επιστολές των Αιτητριών με επιστολή του ημερομηνίας 12/2/2014 (Τεκμήριο 23 στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση), εμμένοντας στη θέση του αναφορικά με την ισχύ των Συμφωνιών, αλλά εκφράζοντας τη διάθεση για περαιτέρω διαπραγματεύσεις με τις Αιτήτριες, για σκοπούς συμβιβαστικής ρύθμισης των διαφορών τους. Οι Αιτήτριες απάντησαν με το Τεκμήριο 23Α στα πλαίσια της διαδικασίας συνδιαλλαγής που προνοούσαν οι Συμφωνίες και που ενεργοποίησαν οι Αιτήτριες ως προαναφέρθηκε. Στο μεταξύ η Καθ' ης η Αίτηση, κατά τους ισχυρισμούς των Αιτητριών, επέσπευδε την υφαρπαγή της πελατείας και των εργασιών των ασφαλιστικών εταιρειών της Αιτήτριας 2 με την επιδίωξη του μαζικού τερματισμού των ασφαλιστικών συμβολαίων των εταιρειών της Αιτήτριας
- Σχετικές είναι οι παράγραφοι 20.1 μέχρι 20.5 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση. Η Καθ' ης η Αίτηση, στη δική της ένορκη δήλωση, αρνείται τον πιο πάνω ισχυρισμό. Ως εγνωστοποίησε η Καθ' ης η Αίτηση στην Αιτήτρια 2, 5.800 πελάτες που είχαν ασφαλιστικά συμβόλαια με την εταιρεία της Αιτήτριας 2 CNP Cyprialife, θα ειδοποιούνταν ότι τα συμβόλαια τους θα ετερματίζονταν από 20/2/
- Σύμφωνα πάντοτε με τις Αιτήτριες, μαζική ήταν η όλη εκστρατεία της Καθ' ης η Αίτηση για ιδιοποίηση των συμβολαίων και πελατείας της Αιτήτριας 2 και σε σχέση με τον κλάδο Γενικών Ασφαλίσεων. Σχετικές είναι οι παράγραφοι 20.1.1 και 20.2 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση καθώς και το Τεκμήριο 17 σ' αυτή. Η Καθ' ης η Αίτηση στη δική της ένορκη δήλωση, αρνείται τον πιο πάνω ισχυρισμό. Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι Αιτήτριες δεν είχαν επιλογή παρά να επιδιώξουν την προστασία των νομίμων δικαιωμάτων και συμφερόντων τους με την παρούσα Αίτηση ημερομηνίας 21/2/2014, η οποία έχει υποβληθεί δυνάμει του άρθρου 9 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου (Ν.101/1987), το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Το Δικαστήριο έχει εξουσία κατ' αίτηση ενός των μερών, να διατάσσει τη λήψη συντηρητικών μέτρων οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ή κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας.» Η αναντίλεκτη ύπαρξη της διαιτητικής διαδικασίας οδήγησε στην καταχώρηση, την 21/2/2014, εκ μέρους των Αιτητριών, της υπό κρίση μονομερούς αίτησης («η Αίτηση»), στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το ακόλουθο διάταγμα. «Α. Διαταγή του Δικαστηρίου με την οποία να απαγορεύεται στην Καθ' ης η Αίτηση ή/και στους αξιωματούχους υπαλλήλους ή αντιπροσώπους της ως και σε οποιαδήποτε εξηρτημένη της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας να προκαλεί ή και παρακινεί τη διάρρηξη ή/και παράβαση ή/και τη μη ανανέωση οποιασδήποτε ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ εξηρτημένης από την Αιτήτρια 2 ασφαλιστικής εταιρείας περιλαμβανομένης της CNP Ασφαλιστική Λτδ ή/και της CNP Cyprialife Ltd και πελάτη ασφαλισμένου οποιασδήποτε τέτοιας εξηρτημένης από την Αιτήτρια 2 εταιρείας, μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.» Δόθηκαν δε οδηγίες από το Δικαστήριο για επίδοση των υπό στοιχεία Β και Γ αιτουμένων διαταγμάτων τα οποία έχουν ως εξής: «Β. Διαταγή του Δικαστηρίου με την οποία να απαγορεύεται στην Καθ' ης η Αίτηση ή/και στους αξιωματούχους, υπαλλήλους ή αντιπροσώπους της, ως και οποιαδήποτε εξηρτημένη της Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία να συνάπτει ή/και προκαλεί τη σύναψη οποιασδήποτε σύμβασης ασφαλιστικής κάλυψης από εξηρτημένη της Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία με οποιοδήποτε πρόσωπο σε αντικατάσταση της σύμβασης του για ασφαλιστική κάλυψη με εξηρτημένη της Αιτήτριας 2 εταιρεία, περιλαμβανομένης της CNP Ασφαλιστική Λτδ ή/και CNP Cyprialife Ltd, μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Διαταγή του Δικαστηρίου με την οποία να απαγορεύεται στην Καθ' η η Αίτηση, ή/και στους αξιωματούχους, υπαλλήλους ή αντιπροσώπους της, ως και σε οποιαδήποτε εξηρτημένη της Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία, να αποκαλύπτει σε τρίτους ή/και χρησιμοποιεί για επιχειρηματικούς σκοπούς της Καθ' ης η Αίτηση ή/και οποιασδήποτε εξηρτημένης της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας οποιαδήποτε εμπιστευτική πληροφορία που ορίζεται ως τέτοια (α) στην περί Εμπιστευτικότητας ρήτρα υπ' αρ. 20 της Συμφωνίας Μετοχών (Shareholders Agreement) ημερ. 18.12.2008, που είχε αρχικά συναφθεί μεταξύ της Αιτήτριας 1 και της Λαϊκής Τράπεζας και (β) στην περί Εμπιστευτικότητας ρήτρα υπ' αρ. 16 της Συμφωνίας Διανομής (Distribution Agreement) ημερ. 18.12.2008, που είχαν αρχικά συναφθεί μεταξύ των Αιτητριών και της Λαϊκής Τράπεζας, εκτός στην έκταση που τούτο είναι επιτρεπτό από κάθε μια τέτοια περί Εμπιστευτικότητας ρήτρα, μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου.» Η Αίτηση βασίζεται στον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο 101/87, ειδικότερα τα άρθρα 2, 3 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 (ως τροποποιήθηκε) ειδικότερα στο άρθρο 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, ειδικότερα στα άρθρα, 4, 5, 7 και 9, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 149, ειδικότερα στα άρθρα 3 και 34, στον περί Συμβάσεων Νόμο, ειδικότερα στα άρθρα 37, 73, 76, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.48, Θ1, 2, 3, 4, 8
(4)και 13, στο Κοινοδίκαιο και τις αρχές της Επιείκειας, στον περί της Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 2013, στην ΚΔΠ 104/2013, όπως τροποποιήθηκε, ιδιαίτερα στις παραγράφους 5, 7, 8, 13 και 14 και στις Γενικές και Συμφυείς εξουσίες και Πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του Πολύδωρου Μιχαηλίδη, Γενικού Διευθυντή Ανάπτυξης Εργασιών και Εταιρικών Υποθέσεων και Γραμματέα της Αιτήτριας 2. Τα γεγονότα που παρατίθενται στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση έχουν καλυφθεί από την σύνοψη των γεγονότων πιο πάνω. Στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση επισυνάπτονται διάφορα Τεκμήρια. Η Αίτηση αντιμετώπισε την Ένσταση («η Ένσταση») της Καθ' ης η Αίτηση. Οι λόγοι Ένστασης καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα προσεγγίσεων. Πέραν της μη ύπαρξης των προϋποθέσεων έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και συνέχισης της ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος υπάρχει ισχυρισμός για παραβίαση του καθήκοντος των Αιτητριών προς πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη των γεγονότων, μη κατάδειξη του κατεπείγοντος και παρατυπίας, αντικανονικότητας, αβασίμου και ανυπόστατου της Αίτησης. Περαιτέρω υπάρχει προδικαστική ένσταση ότι η υπό κρίση απαίτηση των Αιτητριών δεν εμπίπτει ανάμεσα στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ από τη Λαϊκή Τράπεζα ως εμφαίνεται και από τους ρητούς όρους του Διατάγματος ΚΔΠ104/2003 που εκδόθηκε την 29/3/2013 με βάση το Νόμο 17(Ι)/2013 και, ως εκ τούτου η Καθ' ης η Αίτηση ουδεμία σχέση έχει με την παρούσα Αίτηση. Επιπρόσθετα η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι έστω και εάν η υπό κρίση υποχρέωση μεταβιβάστηκε βάσει των σχετικών Διαταγμάτων, η μεταβίβαση αυτή σε συνάρτηση με τα αιτούμενα διατάγματα, καθιστά αδύνατη (impossible) την εφαρμογή των προνοιών των επίδικων Συμφωνιών καθότι υπάρχει άμεση σύγκρουση με τους όρους ανάλογων συμφωνιών σε σχέση με τις Ασφαλιστικές Εταιρείες που ήδη υπάγονται στο συγκρότημα της Καθ' ης η Αίτηση, και που αποτελούν θυγατρικές εταιρείες αυτών, η οποία οδηγεί αδιαμφισβήτητα στη ματαίωση και/ή αδυναμία τέλεσης (frustration and/or impossibility) των όρων των πιο πάνω αναφερομένων επιδίκων Συμφωνιών. Επίσης προβάλλεται η θέση ότι τα αιτούμενα διατάγματα προσκρούουν στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι κατά παράβαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος. Η Ένσταση βασίζεται στα άρθρα 4-9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα άρθρα 30, 31, 32 και 41 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.42Α, Δ.43, Δ.48, θ.θ. 1-9, Δ.55, Δ.58 και Δ.64, στον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο Ν. 17(Ι)/2013(άρθρα 3-13, 22, 25, 26 και 29), στο Διάταγμα Κ.Δ.Π. 96/2013, στο περί Διάσωσης με Ίδια μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Διάταγμα του 2013 (Κ.Δ.Π. 104/2013), στο Διάταγμα ημερ. 25.3.2013 (Αριθμός 198) που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 26.3.2013 και με το οποίο διορίστηκε Ειδικός Διαχειριστής στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ο κ. Ντίνος Χριστοφίδης, στους περί Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών Και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμούς του 2013, (Κ.Δ.Π. 92/2013), στον περί Σύστασης και Λειτουργίας του Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 16(Ι)/2013, στους περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμους του 1997 έως 2013 (Ν.66(Ι)/1997, άρθρα 30 και 32), στο άρθρο 26 του Συντάγματος, στο άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στη διακριτική ευχέρεια και/ή εγγενή εξουσία και πρακτική του Σεβαστού Δικαστηρίου. Την Ένσταση συνοδεύει Ένορκη Δήλωση της Γεωργίας Δανού, μιας εκ των εσωτερικών νομικών συμβούλων της Καθ' ης η Αίτηση στην οποία επαναλαμβάνονται και αναπτύσσονται, ουσιαστικά, οι λόγοι ΄Ενστασης. Ειδικότερα η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι ουδέποτε εφάρμοσε οποιαδήποτε πρακτική λεηλασίας των δεσμεύσεων και επαγγελματικών σχέσεων των Αιτητριών και ούτε προκάλεσε οποιεσδήποτε ζημιογόνες και/ή άλλες αδικοπραξίες σε βάρος αυτών. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι οι εγκύκλιοι της Καθ' ης η Αίτηση δεν επηρεάζουν οποιαδήποτε υφιστάμενη συνεργασία των Αιτητριών και δεν θα μπορούσαν άλλωστε να επηρεάσουν αυτή, καθότι οι εν λόγω εγκύκλιοι αναφέρονται σε παραπομπή νέων υποθέσεων και σε περιπτώσεις νέας εργασίας σε σχέση με τις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου και την Eurolife Ltd, με τις οποίες εταιρείες η Καθ' ης η Αίτηση διατηρεί συμφωνίες, μεταξύ άλλων, και αποκλειστικής διανομής από την ημέρα ίδρυσης των εν λόγω θυγατρικών εταιρειών της Καθ' ης η Αίτηση. Επίσης η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι ουδέποτε προκάλεσε διάρρηξη στα συμβόλαια ασφάλισης. Στα πλαίσια ενοποίησης της υποδομής της Τράπεζας Κύπρου κατέστη αναγκαία και η ακύρωση των πιστωτικών καρτών που είχαν εκδοθεί από την πρώην Λαϊκή Τράπεζα, σε προσωρινή βάση, μέχρι να αντικατασταθούν με κάρτες της Τράπεζας Κύπρου. Επομένως, σύμφωνα με την Καθ' ης η Αίτηση, η ακύρωση του ασφαλιστηρίου ζωής προέκυψε ως λογική συνέπεια των πιστωτικών καρτών και όχι ως προσπάθεια να προκληθεί οποιαδήποτε οικονομική ζημιά στις Αιτήτριες. Η Καθ' ης η Αίτηση διατείνεται επίσης ότι όχι μόνο οι ισχυρισμοί των Αιτητριών δεν ευσταθούν αλλά αντιθέτως τόσο η CNP Cyprialife όσο και η CNPA (Λαϊκή Ασφαλιστική), θυγατρικές εταιρείες των Αιτητριών, έχουν υιοθετήσει επιθετική πολιτική υπονομεύοντας τα ήδη υφιστάμενα συμβόλαια των θυγατρικών ασφαλιστικών εταιρειών της Καθ' ης η Αίτηση. Οι αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των δύο πλευρών κάλυψαν με πληρότητα και λεπτομερή παράθεση της σχετικής νομολογίας το σύνολο των εγερθέντων ζητημάτων. Χάριν οικονομίας του λόγου και μόνο, θεωρώ αχρείαστη την καταγραφή, στο στάδιο αυτό, των σχετικών εισηγήσεων. Κατά την εξέταση του βάθρου στήριξης των εξεταζομένων αιτημάτων και των προϋποθέσεων που τα καλύπτουν, θα παρατεθούν και οι αντίστοιχες θέσεις των δύο πλευρών. Η προδικαστική ένσταση Η προδικαστική ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση αφορά τον ισχυρισμό της ότι οι υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας κάτω από τις Συμφωνίες που συνάπτονται με τη μετοχική συμμετοχή στην Αιτήτρια 2 δεν έχουν μεταφερθεί και αναληφθεί από την Καθ' ης η Αίτηση και ότι αυτές έχουν ματαιωθεί. Θεωρώ ότι η πιο πάνω θέση είναι αντίθετη με τις ρητές πρόνοιες του Διατάγματος Κ.Δ.Π. 104/2013, παραγρ. 5
(2)(γ) Παράρτημα ΙΙ, και τη σαφή ρητή θέση της Αρχής Εξυγίανσης που αποφάσισε και εξουσιοδότησε τη σχετική μεταβίβαση των εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου, σε πλήρη γνώση του γεγονότος ότι η Καθ' ης η Αίτηση είχε δικές της ασφαλιστικές εταιρείες. Η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται περαιτέρω ότι αν ήθελε θεωρηθεί ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας έχουν μεταβιβαστεί σε αυτή (την Τράπεζα Κύπρου) οι Συμφωνίες έχουν ματαιωθεί λόγω σύγκρουσης των όρων των Συμφωνιών σε σχέση με τις ασφαλιστικές εταιρείες που ήσαν θυγατρικές της Καθ' ης η Αίτηση. Η πιο πάνω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Αυτό είναι ουσιαστικό θέμα στις διαφορές των μερών που θα κριθεί στη διεθνή διαιτησία. Και τούτο ανεξάρτητα από τις αρχικές τοποθετήσεις της Καθ' ης η Αίτηση με τις οποίες αποδεχόταν την ανάληψη των υποχρεώσεων αυτών και παρά τη σαφή γραπτή θέση της Αρχής Εξυγίανσης ότι οι υποχρεώσεις κάτω από τις εν λόγω Συμφωνίες μεταφέρθηκαν στην Καθ' ης η Αίτηση (βλ. επιστολή ημερ. 14.10.13, Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση). Ο τύπος της Αίτησης - Αντικανονική και/ή παράτυπη διαδικασία Είναι η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για την Καθ' ης η Αίτηση ότι η διαδικασία που έχει ακολουθηθεί στην παρούσα υπόθεση, δηλαδή η απευθείας καταχώριση μονομερούς αίτησης χωρίς προηγουμένως να έχει καταχωρηθεί είτε αγωγή, είτε εναρκτήρια κλήση, είτε άλλο ισοδύναμο δικονομικό μέτρο, είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και αυτό θα πρέπει να έχει μοιραίες συνέπειες στην υπό κρίση Αίτηση, καθότι το Δικαστήριο δεν μπορεί, στην απουσία των επιδιωκόμενων θεραπειών, να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60. Η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Αιτητριών είναι ότι με την υπό κρίση αίτηση για προσωρινά μέτρα δεν επιζητείται η επίλυση των μεταξύ των μερών διαφορών, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο διεθνούς διαιτησίας και, ως εκ τούτου, στη βάση της απόφασης στην υπόθεση Udruzena Beogradska Banka v. Westcare Invest., Inc.
(1999)1 (A) ΑΑΔ 124, δεν απαιτείται η καταχώρηση αγωγής ή εναρκτήριας κλήσης (originating summons). Η υπόθεση Udruzena (ανωτέρω) θεμελιώνει, στην απουσία ειδικών κανονισμών, τη δυνατότητα αναζήτησης δικονομικού μηχανισμού, ούτως ώστε να μην καθίστανται ανενεργά τα δικαιώματα που παρέχονται από συγκεκριμένο νόμο. Στις περιπτώσεις αυτές η πρόσβαση στο Δικαστήριο καθίσταται δυνατή με τη χρησιμοποίηση γνωστών στο δίκαιο διαδικασιών υπό την προϋπόθεση ότι κατοχυρώνονται τα δικαιώματα όλων των μερών. Σε ό,τι αφορά την παρούσα περίπτωση, δηλαδή τον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο (Ν.101/1987)ως έχει τροποποιηθεί, δεν υπήρξε πρόβλεψη και δεν έγινε πρόνοια θέσπισης δικονομικών κανονισμών για εφαρμογή τους. Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν καλύπτουν άμεσα την περίπτωση, δεδομένου ότι δεν γίνεται σχετική πρόνοια, παρέχουν όμως τους μηχανισμούς που μπορεί να χρησιμοποιηθούν. To θέμα που τέθηκε προς εξέταση στην Udruzena (ανωτέρω), ήταν κατά πόσο η αναγνώριση ή εκτέλεση διαιτητικής απόφασης θα μπορούσε να ζητηθεί με μονομερή αίτηση. Αποφασίστηκε ότι, παρόλο που θα ήταν δυνατό στην προκείμενη περίπτωση να χρησιμοποιηθούν και άλλες διαδικασίες, τίποτε δεν απέκλειε τη μονομερή αίτηση για έκδοση του προκαταρκτικού και υπό αίρεση εκδοθέντος διατάγματος. Τουναντίον, η διαδικασία που χρησιμοποιήθηκε ήταν η πλέον πρόσφορη. ΄Ηταν δε η ρητά προβλεπόμενη για την εγγραφή αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων δυνάμει του περί Αλλοδαπών Δικαστικών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ.
- Περαιτέρω, στη σελίδα 133, λέχθηκε ότι: «Η αντίρρηση ότι η μονομερής αίτηση δεν μπορεί να αποτελέσει - δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ή ακόμα και ευρύτερα - εναρκτήρια διαδικασία, είναι βάσιμη μόνο εφόσον πρόκειται για διαδικασία που αποβλέπει στην επίλυση κάποιου ζητήματος νομικού ή πραγματικού είτε κατόπιν προκύψασας διαφοράς, είτε μη. Δεν καλύπτει την περίπτωση όπου, με τη μονομερή αίτηση, καλείται το Δικαστήριο να προβεί σε κάποια διαπίστωση, ιδιαίτερα μάλιστα όταν πρόκειται, όπως εδώ, για προκαταρκτική.» Σύμφωνα με την Udruzena (ανωτέρω), η δυνατότητα καταχώρησης μονομερούς αίτησης, χωρίς προγενέστερο εναρκτήριο δικονομικό μέσο, περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο καλείται να προβεί σε κάποια προκαταρκτική διαπίστωση, όπως, για παράδειγμα την προκαταρκτική εγγραφή αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων, όπου το Δικαστήριο απλώς ικανοποιείται εκ πρώτης όψεως για τη συμμόρφωση με ορισμένες τυπικές προϋποθέσεις και όχι στις περιπτώσεις που η διαδικασία αποβλέπει στην επίλυση κάποιου ζητήματος νομικού ή πραγματικού είτε κατόπιν προκύψασας διαφοράς, είτε μη οπόταν είναι επιτακτικό να χρησιμοποιηθεί εναρκτήρια διαδικασία. Εξάλλου η καταχώρηση μονομερούς αίτησης σε εκείνη την υπόθεση, ήταν η ρητά προβλεπόμενη δυνάμει του Κεφ.
- Σημειώνεται ότι τα πράγματα σήμερα διαφοροποιούνται. Προνοείται με το άρθρο 5
(1)(α) του περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμου του 2000 (Ν.121(Ι)/2000)ρητώς η έναρξη της διαδικασίας και το ζήτημα δεν επιδέχεται οποιασδήποτε αμφισβήτησης: άρχεται με την καταχώρηση αίτησης διά κλήσεως συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση συμφώνως των διατάξεων των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Εξαίρεση υπάρχει μόνο εκεί όπου έχει εκδοθεί απόφαση και δεν υπάρχει αντίδικος οπότε η διαδικασία αρχίζει με μονομερή αίτηση που συνοδεύεται και πάλι από ένορκη δήλωση (βλ. Viatcheslav Rovneiko, Πολιτική Αίτηση Αρ. 172/2013, απόφαση ημερ. 2.10.2013). Η υπόθεση Udruzena (ανωτέρω), αποφασίστηκε με βάση τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά. Η παρούσα περίπτωση αφορά μονομερή αίτηση για την έκδοση προσωρινών συντηρητικών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 το οποίο θέτει τις πασίγνωστες τρεις προϋποθέσεις. Η εν λόγω μονομερής Αίτηση καταχωρήθηκε απευθείας και όχι μέσα στα πλαίσια κλητηρίου εντάλματος ή εναρκτήριας κλήσης ή άλλου ισοδύναμου δικονομικού μέτρου. Παρόλο που στο στάδιο της ενδιάμεσης αίτησης για προσωρινό διάταγμα το Δικαστήριο δεν αποφασίζει τελεσίδικα επί των πραγματικών γεγονότων ή των επίδικων θεμάτων, δεν είναι δυνατό στο πλαίσιο της εξέτασης της μονομερούς αίτησης για προσωρινά διατάγματα να αγνοηθούν πλήρως τα επίδικα θέματα και οι κυρίως θεραπείες που επιδιώκονται. Εφόσον θα πρέπει να ικανοποιηθούν, μεταξύ άλλων οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, συμφωνώ με τον κ. Πολυβίου ότι θα πρέπει να υπάρξει κάποια εξέταση των επίδικων θεμάτων και των επιδιωκόμενων θεραπειών. Κατά συνέπεια, η θέση της Καθ΄ ης η Αίτηση ότι αυτά τα θέματα θα πρέπει να εμφαίνονται σε κλητήριο ένταλμα ή εναρκτήρια κλήση ή πρωτογενή αίτηση ή άλλο παρόμοιο ένδικο μέτρο, που καταχωρείται πριν από την αίτηση για προσωρινά διατάγματα, με βρίσκει συγκλίνοντα. Η θέση ότι σε περιπτώσεις όπως την παρούσα πρέπει να καταχωρείται Εναρκτήρια Κλήση ή Πρωτογενής Αίτηση ή Γενική Αίτηση ή άλλο ισοδύναμο ή παρόμοιο δικονομικό μέτρο και στα πλαίσια αυτής να καταχωρείται μονομερής αίτηση, επιβεβαιώνεται από νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και από αποφάσεις αδελφών Προέδρων του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Στη Helington Commodities Ltd κ.ά.
(2009)1(Β) ΑΑΔ 926 αποφασίστηκε ότι από το λεκτικό των διατάξεων του άρθρου 9 του Ν.101/87 προκύπτει ότι το Δικαστήριο είχε εξουσία να εκδώσει το επίδικο διάταγμα, οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ή κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας. Το άρθρο 9 ανωτέρω, σε συνδυασμό με το άρθρο 32 του Ν.14/60 προσδίδουν το απαιτούμενο δικαιοδοτικό υποστήριγμα. Οι εν λόγω διατάξεις μπορούν να τεθούν σε εφαρμογή κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται από ένα από τα δύο μέρη και δεν περιορίζονται οι προεκτάσεις τους σε διατάγματα μόνο εναντίον του άλλου μέρους της διαιτησίας. Στη δε απουσία ειδικών Κανονισμών για την εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 9 του Ν.101/87, είναι δυνατή η καταχώριση Γενικής και ακολούθως μονομερούς αίτησης. Στη Starport Nominees Ltd κ.ά. (Αρ.1)
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1272, 1279, στην οποία είχε καταχωρηθεί πρωτόδικα η πρωτογενής αίτηση υπ΄ αρ. 9/2010 και ακολούθως μονομερής αίτηση, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκαν διάφορα διατάγματα, ορισμένα εκ των οποίων προστακτικής φύσεως, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 1282: «΄Οσον αφορά το ζήτημα της απόδοσης της θεραπείας από το ενδιάμεσο αυτό στάδιο με βάση την απόφαση Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 CLR 578, μεταγενέστερη νομολογία έχει αναφέρει ότι δεν αποκλείεται να δίνεται η θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο ανάλογα με τη φύση της υπόθεσης, αλλά εν πάση περιπτώσει και αν ακόμη ζητείται η ίδια θεραπεία με την ουσία της αγωγής ή εδώ της πρωτογενούς αίτησης, το ενδιάμεσο μέτρο παραμένει και είναι μόνο προσωρινής φύσεως.» Στη Amsterdam Trade Bank N.V. κ.ά. ν. EN + Group Limited, Γενική Αίτηση αρ.56/1009, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού η οποία αφορούσε παρόμοια περίπτωση με την υπό κρίση Αίτηση, αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Εφόσον καταλήγω δεν έχουν εκδοθεί Ειδικοί Δικονομικοί Κανονισμοί, για εφαρμογή του άρθρου 9 του περί Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου, η καταχώριση Γενικής Αίτησης και ο τρόπος προώθησης μονομερούς αίτησης στα πλαίσια αυτής, λόγω της φύσης του ζητήματος είναι ορθή, διαφορετικά θα ακυρώνετο ο σκοπός του Νομοθέτη.» Στη Vetabet Holdings Limited ν. Paul Kythreotis κ.ά., πρωτογενής αίτηση 9/10, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, απόφαση ημερ. 8.9.10, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η αιτήτρια αποτάθηκε στο Δικαστήριο με πρωτογενή Γενική Αίτηση και στα πλαίσια αυτής, κατ΄ επίκληση του κατεπείγοντος, καταχώρησε την υπό κρίση δευτερογενή άνευ κλήσεως αίτηση. Η ακολουθητέα διαδικασία ήταν στην προκειμένη περίπτωση ορθή επιλογή και ήταν ενδεχομένως η μόνη δικονομική διέξοδος ώστε να δυνηθεί η αιτήτρια να προβάλει τις διεκδικούμενες, δυνάμει του άρθρου 9, θεραπείες. Η καταχώρηση μονομερούς δευτερογενούς αίτησης στα πλαίσια της γενικής αίτησης ήταν το ενδεικνυόμενο επόμενο διάβημα εφόσον η αιτήτρια επικαλείτο πως οι εξαιτούμενες θεραπείες ήταν επείγουσες.» Στη Joint-Stock Commercial Bank of Moscow, αίτηση αρ. 340/2009 Ε.Δ. Λευκωσίας αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Κατ΄ ακολουθία, στην παρούσα αίτηση, με δεδομένη την ανυπαρξία θέσπισης ειδικών θεσμών, η διαδικασία που ακολουθήθηκε από τους Αιτητές, της Γενικής δηλαδή Αίτησης και στα πλαίσια αυτής καταχώρησης μονομερούς λόγω επίκλησης του κατεπείγοντος, ήταν ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις.» Με βάση τα πιο πάνω θεωρώ ότι στην παρούσα περίπτωση η καταχώρηση Εναρκτήριας Κλήσης ή Πρωτογενούς Αίτησης ή Γενικής Αίτησης ή άλλου ισοδύναμου ή παρόμοιου δικονομικού μέτρου καθίστατο αναγκαία προκειμένου, λόγω του επείγοντος των διαταγμάτων, να ακολουθήσει η καταχώρηση της Μονομερούς Αίτησης. Ούτως ή άλλως, η έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων έχει ως λόγο τη συνέχισή τους με το χρονικό διάστημα που ορίζει το Δικαστήριο να ισχύουν, προκειμένου να διατηρηθεί το status quo ante, μέχρις ότου τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των διαδίκων αποφασιστούν τελεσίδικα. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι εκείνο που επιδιώκεται με τα προσωρινά διατάγματα στην υπό κρίση Αίτηση είναι ένα ασφαλιστικό μέτρο διαρκούσης της εκκρεμοδικίας και όχι στο διηνεκές που θα ήταν το ζητούμενο με τη Γενική ή Εναρκτήρια Αίτηση [βλ. Zena Co Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848, 1857]. Οι πιο πάνω αποφάσεις καταρρίπτουν τη θέση του κ. Ιωαννίδη ότι η καταχώρηση δύο αιτήσεων, γενικής και μονομερούς, με το ίδιο ζητούμενο όχι μόνο είναι αχρείαστη αλλά προκαλεί και προβλήματα στη διαδικασία μέχρι κατάχρηση. Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ ότι η ορθή διαδικασία θα ήταν οι Αιτήτριες να αποτείνοντο στο Δικαστήριο με Εναρκτήρια Κλήση ή Πρωτογενή Αίτηση ή Γενική Αίτηση ή άλλο ισοδύναμο ή παρόμοιο δικονομικό μέτρο και στα πλαίσια αυτής, κατ΄ επίκληση του κατεπείγοντος, να καταχωρούσαν την υπό κρίση Μονομερή Αίτηση. Συμφωνώντας με τη θέση του κ. Πολυβίου, θεωρώ ότι η διαδικασία που έχει ακολουθηθεί στην παρούσα περίπτωση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική, γεγονός που συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της Αίτησης και της ακύρωσης του ήδη μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Η Μονομερής Αίτηση ημερ. 21.2.2014, στην απουσία οποιασδήποτε δικονομικής διαδικασίας στα πλαίσια της οποίας να έχει καταχωρηθεί, παραμένει μετέωρη. Ενόψει των όσων έχω εξηγήσει πιο πάνω η Αίτηση απορρίπτεται και το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ακυρώνεται και παύει να έχει οποιαδήποτε ισχύ. Παρά την πιο πάνω κατάληξή μου, θα προχωρήσω να εξετάσω και τους άλλους λόγους ένστασης για να υπάρχει η ετυμηγορία μου επί τούτων σε περίπτωση που η πιο πάνω κατάληξή μου ήθελε κριθεί λανθασμένη κατ΄ έφεση. Κατ' Επείγον/Καθυστέρηση - Απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων Θεωρώ ότι δύο από τις θέσεις της Καθ' ης η Αίτηση θα πρέπει να εξεταστούν άμεσα, προτού προχωρήσω στην επί μέρους εξέταση των προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία. Η μια ότι οι Αιτήτριες δεν κατέδειξαν το επείγον της Αίτησης και η άλλη ότι δεν αποκάλυψαν όλα τα ουσιώδη γεγονότα στο Δικαστήριο. Και οι δύο εισηγήσεις κρίνω πως θα πρέπει να εξεταστούν άμεσα και τούτο γιατί τα επίδικα διατάγματα εκδόθηκαν μονομερώς, οπότε η υποχρέωση των Αιτητριών για να καταδείξουν και τα δύο αυτά στοιχεία βρισκόταν στους ώμους του. Το κατεπείγον, ως η νομολογία υποδεικνύει, αποτελεί δικαιοδοτικό όρο προς έκδοση μονομερώς ενός διατάγματος, ενώ η υποχρέωση αποκάλυψης όλων των γεγονότων, όπως εξηγείται στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 ενυπάρχει στον αιτητή, στο στάδιο της εκδόσεως μονομερώς ενός διατάγματος, ως θέμα ύψιστης πίστεως και ως υποχρέωση που επιβάλλει την αποκάλυψη όλων των γεγονότων, έστω και αν είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Είναι γι' αυτόν ακριβώς το λόγο που η εξέταση των δύο αυτών ζητημάτων θα πρέπει να εξεταστεί άμεσα και πρωταρχικά, αφού ουσιαστικώς άπτονται του θέματος της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αλλά και της ουσίας του εκδοθέντος διατάγματος. Η προκαταρκτική εξέταση των συγκεκριμένων Ενστάσεων επιβάλλεται από αυτή την ίδια τη φύση τους καθότι, από μόνες τους, επηρεάζουν την εγκυρότητα και βιωσιμότητα του εκδοθέντος διατάγματος έτσι ώστε, σε περίπτωση που αυτές γίνουν δεκτές, να μην παρίσταται ανάγκη εξέτασης της Αίτησης επί της ουσίας. Όπως λέχθηκε στις υποθέσεις Stavros Hotels Aprts Ltd κ.ά. (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841 και Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 947, το στοιχείο του κατεπείγοντος ή οποιασδήποτε άλλης ιδιαίτερης περίστασης αποτελεί όρο για την ύπαρξη εξουσίας προς έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος μετά από μονομερή αίτηση, απουσία δε του πιο πάνω στοιχείου στερεί το Δικαστήριο από την ανάληψη σχετικής εξουσίας και επιφέρει την ακύρωσή του, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Το θέμα του επείγοντος μπορεί να ελεγχθεί τόσο στα πλαίσια προνομιακού εντάλματος αλλά και από το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο στα πλαίσια της αναθεώρησης του διατάγματος εφόσον εκ των υστέρων διαφαίνεται ότι δεν παρουσιάσθηκαν ορθά τα στοιχεία, το δε άρθρο 32
(2)προνοεί και την εκ μέρους του Δικαστηρίου εκ των υστέρων ακύρωση του διατάγματος «... επί αποδείξει ευλόγου αιτίας ...». Επομένως, στα πλαίσια της συνεκτίμησης όλων των παραγόντων, περιλαμβανομένων και αυτών που θέτει η αντίδικη πλευρά, το στοιχείο του κατεπείγοντος μπορεί να επανεξεταστεί, όπως και η ύπαρξη των τριών κριτηρίων (βλ. Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704), είτε αυτόνομα είτε ως μέρος ενός γενικότερου ισχυρισμού περί απόκρυψης των πραγματικών δεδομένων. Θεωρώ ότι το νόημα της πιο πάνω αρχής που τέθηκε από τη νομολογία είναι ότι σύμφωνα με το άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο ασκεί τη δικαιοδοσία του προς έκδοση διαταγμάτων με αίτηση ενός των διαδίκων χωρίς ειδοποίηση στον άλλο, υπό την προϋπόθεση της απόδειξης του κατεπείγοντος ή άλλων ιδιαίτερων περιστάσεων. Είναι σημαντικό ακόμα να λεχθεί ότι η εξέταση τόσο των δύο πιο πάνω ζητημάτων όσο και των λοιπών δεδομένων και προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία, γίνεται μέσα από τις υποστηρίζουσες τις αντίστοιχες θέσεις ένορκες δηλώσεις. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων αποτελεί τη μαρτυρία επί της οποίας θα στηριχθεί το Δικαστήριο και διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.
- Αποτελεί αναπόφευκτα το υλικό επί του οποίου θα κριθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία. Η ακρόαση της αίτησης διέπεται από τη Δ.48, θ.
- Σύμφωνα με τη διαταγή αυτή δεν προσκομίζεται μαρτυρία, αλλά η ακρόαση της αίτησης γίνεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων μπορεί να γίνει με αντεξέταση κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, είτε με ένορκες δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο (Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118). Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Blue Arrow General Trad. Co. Ltd. v. Μικρού
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1427, με την τροποποίηση της Δ.48, θ.4 οι νομολογιακές θέσεις που έχουν διατυπωθεί στη Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453 έχουν ατονήσει. Διατηρείται όμως και υπάρχει, με την άδεια του Δικαστηρίου, το δικαίωμα αντεξέτασης. Όπως λέχθηκε οι ομνύοντες δεν αντεξετάστηκαν και συνεπώς ο ομνύων εκ μέρους της Καθ΄ ης η Αίτηση δεν αμφισβητήθηκε σε αυτά που ορκίστηκε (Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1528). Έτσι η κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση όλων των εγειρόμενων ζητημάτων θα κριθεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αφού όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Σεβαστού (ανωτέρω) το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών παραμένει σε εκείνον που επιζητά την έκδοση του διατάγματος για να ικανοποιήσει, σωρευτικά μάλιστα, τις τασσόμενες από τη νομολογία προϋποθέσεις. Στη Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 (A) AAΔ, 203 δίδεται ο νομικός ορισμός του όρου «κατεπείγον» στη σελ. 207: «Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί». Είναι επίσης νομολογημένο πως κατά την εξέταση της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, καθώς και το κατά πόσο ο εναγόμενος ή ο Καθ' ου η Αίτηση έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης. Περαιτέρω δε, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και ορατής πιθανότητας επιτυχίας, καθιστά την προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή επείγον ζήτημα. Τέτοιας δηλαδή μορφής που να επιτρέπει την χορήγηση μονομερούς διατάγματος (Τσιαντής v. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)(Γ) ΑΑΔ 2029). Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ιερά Μητρόπολη Πάφου v. Aristo Developers Ltd,
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1377, γίνεται σύνοψη της σχετικής νομολογίας σχετικά με το ζήτημα του επείγοντος στην αναζήτηση διατάγματος. Αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελ. 1391 και 1392: «Είναι νομολογημένο ότι ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος διότι αποστερείται με τον τρόπο αυτό η δικαιοδοτική βάση και η εξουσία έκδοσης από το Δικαστήριο του διατάγματος πάνω σε μονομερή βάση (δέστε Stavros Hotel Apartments Ltd (No. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 A.A.A. 947, 954). Όπως τονίστηκε περαιτέρω στη Χ"Βασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 203, στη σελ. 207: "... Μόνο όπου συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου καθιστούν αδύνατη τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο, μπορεί να δικαιολογηθεί η παρέκβαση από τα θέσμια της δικαίας δίκης και να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά". Επιβεβαίωση της αρχής αυτής έγινε και στην Αίτηση της εταιρείας Quantum Telecommunications Ltd για Certiorari
(2005)1 Α.Α.Α. 901. Παρόλο που οι αποφάσεις αυτές εξέτασαν τον κανόνα του επείγοντος στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία χορήγησης προνομιακών ενταλμάτων, εντούτοις είναι πρόδηλο ότι το Δικαστήριο που εκδίδει ex parte το διάταγμα δύναται από μόνο του να επανεξετάσει μετά από την καταχώρηση της σχετικής ένστασης και το ζήτημα του χρόνου ως στοιχείο που εμπίπτει στα πλαίσια της όλης δικαιοδοσίας του να επικυρώσει ή να ακυρώσει το διάταγμα υπό το φως της ολότητας των γεγονότων. Οι θεραπείες που ζητούνται, το πολύπλοκο της υπόθεσης και η όλη διαφορά επιδρούν αναλόγως επί του παράγοντα του χρόνου (δέστε Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. v. Joseph Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162, σελ. 185-186).» Στη Θεοφάνους
(2010)1 (Α) ΑΑΔ 234 λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 235 από τον Χατζηχαμπή Δ. όπως ήταν τότε: «Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού ανέφερε ότι δυστυχώς γίνεται κατάχρηση και κακή αντίληψη της κατ΄εξαίρεση πρόνοιας η οποία παρέχει την ευχέρεια για έκδοση ex parte διαταγμάτων κατά παρέκκλιση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης παρατήρησε ότι τα Δικαστήρια θα πρέπει να προβληματίζονται στο έπακρον όταν εκδίδουν τέτοια διατάγματα και ότι είναι πολύ απλό και πολύ πιο πρόσφορο η ex parte αίτηση να ορίζεται σε χρονικό διάστημα ολίγων ημερών, να επιδίδεται στην άλλη πλευρά και το Δικαστήριο να ακούσει και τις δύο πλευρές και να αποφασίσει οριστικά. Δεν ωφελεί να εκδίδεται διάταγμα το οποίο να διαιωνίζει την υπόθεση, όπως συνέβη στην παρούσα υπόθεση, ώστε να χρειάζεται να εμφανίζεται η άλλη πλευρά και να ακολουθεί ακρόαση με την ένστασή της και τα πράγματα να παρατείνονται, ή η ex-parte αίτηση να αναβάλλεται για επίδοση αν η άλλη πλευρά δεν έχει ειδοποιηθεί.» Όπως λέχθηκε από τον Ναθαναήλ Δ. στη Capman Holdings Ltd v. Ismatov Andrey Zayniyevich, Π.Ε. 136/11, ημερ. 28.5.13: «Όπως εξηγείται γενικά από τη νομολογία, τα προσωρινά διατάγματα και μάλιστα επί μονομερούς βάσεως, δεν πρέπει να εκδίδονται παρά με εξαιρετική φειδώ και όταν υπάρχει πραγματική επείγουσα ανάγκη να παρακαμφθεί το σύνηθες μέτρο που είναι η ακρόαση αμφοτέρων των διαδίκων. Εύστοχα είναι τα σχετικά σχόλια του Χατζηχαμπή, Δ., στην Αναφορικά με την Αίτηση της Βαλεντίνας Θεοφάνους για Certiorari
(2010)1 Α.Α.Δ.
- Στον David Bean: Injunctions - ανωτέρω - καταγράφονται στις σελ. 66-69, παρ. 5.04-5.09, οι εξαιρετικές περιστάσεις που χρειάζονται για να αποταθεί διάδικος στο Δικαστήριο για την παροχή προσωρινής και ex parte προστασίας. Η προσωρινότητα του μέτρου και το επείγον του, είναι ακριβώς καταλυτικά κριτήρια στην παροχή τέτοιας δραστικής θεραπείας». Ενόψει των ανωτέρω, ως θέμα λογικής προτεραιότητας, η συνδρομή του κατ' επείγοντος του αιτήματος θα πρέπει να εξεταστεί προτού λάβει χώρα η διερεύνηση της σωρευτικής ύπαρξης των τριών κριτηρίων του Άρθρου
- Κατά ταυτόσημο τρόπο, η επίκληση της απόκρυψης ή μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων θα πρέπει επίσης να προηγηθεί της ανάλυσης της ουσίας του προσωρινού διατάγματος, αφού τυχόν εντοπισμός τέτοιας απόκρυψης ή μη αποκάλυψης θα παρείχε την εξουσία στο Δικαστήριο να ακυρώσει το εκδοθέν διάταγμα χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του. Στην Ένσταση της η Καθ' ης η Αίτηση κάνει αναφορά στο Τεκμήριο 9 που συνοδεύει την Ένορκη Δήλωση στην Αίτηση επιστολή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 14/6/2013, με την οποία πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι οι υποχρεώσεις κάτω από τις σχετικές Συμφωνίες δεν έχουν μεταφερθεί σε αυτή. Το ίδιο επαναλαμβάνεται στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της στην οποία γίνεται και ιδιαίτερη αναφορά στα σχετικά Διατάγματα Εξυγίανσης ημερομηνίας 29/3/2013, σε μια προσπάθεια να υποστηρίξει ότι υπήρξε καθυστέρηση και μάλιστα υπέρμετρη λόγω αυτής της θέσης της Καθ' ης η Αίτηση σε σχέση με την ισχύ των Συμφωνιών και τη δέσμευση της με βάση αυτές ότι δηλαδή η πιο πάνω θέση της ήταν γνωστή στις Αιτήτριες πολύ πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Θεωρώ ότι, με βάση τα αναντίλεκτα γεγονότα, η ανάγκη για επείγουσα προσωρινή θεραπεία για τις Αιτήτριες δεν προέκυψε λόγω της θέσης της Καθ' ης η Αίτηση ότι δεν ανέλαβε τις υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας κάτω από τις Συμφωνίες, για το λόγο ότι η Καθ' ης η Αίτηση συνέχισε να συνεργάζεται με τις Αιτήτριες και μετά την 14/6/2013 και να διαθέτει τα καταστήματα της πρώην Λαϊκής Τράπεζας προς εξυπηρέτηση των πελατών των εταιρειών της Αιτήτριας 2 όπως και προηγουμένως σύμφωνα πάντοτε και με τις οδηγίες που δόθηκαν από 15/4/2013 από τον Ειδικό Διαχειριστή της. Το θέμα της ανάγκης για προσωρινή θεραπεία εκ πλευράς των Αιτητριών προέκυψε όταν η Καθ' ης η Αίτηση όχι μόνο αποφάσισε να τερματίσει από τον Ιανουάριο 2014 τη συνεργασία της με τις Αιτήτριες και ειδικά τις εξηρτημένες της Αιτήτριας 2 ασφαλιστικές εταιρείες αλλά όταν επιπρόσθετα ξεκίνησε εκστρατεία λεηλασίας των υφιστάμενων εργασιών και της πελατείας των εν λόγω εταιρειών και τερματισμού των εν ισχύει ασφαλιστικών συμβολαίων τους και μεταφορά τους στις ασφαλιστικές εταιρείες της Καθ' ης η Αίτηση. Ακολούθησε η συνάντηση σε ανώτατο επίπεδο στις 21/1/2014 όπου συζητήθηκαν τα διάφορα θέματα με σκοπό την τροχοδρόμηση των διαδικασιών για εξώδικη επίλυση των διαφορών. Παρά ταύτα η Καθ' ης η Αίτηση προχώρησε στην υλοποίηση της εκστρατείας της για τερματισμό των υφισταμένων συμβολαίων των εταιρειών της Αιτήτριας 2 διά αντικατάσταση τους με νέα συμβόλαια των δικών της ασφαλιστικών εταιρειών. Είναι για αυτούς τους λόγους που οι Αιτήτριες με επιστολές τους ημερομηνίας 11 και 12 Φεβρουαρίου 2014 ενεργοποίησαν τις συμφωνημένες, με βάση τις Συμφωνίες, διαδικασίες επίλυσης διαφορών σε διεθνή διαιτησία, αφού είχε εξαντληθεί το αρχικό στάδιο συμφιλιωτικών επικοινωνιών, ως οι σχετικές ρήτρες των Συμφωνιών. Το ότι λοιπόν δεν κινήθηκε η διαδικασία διαιτησίας νωρίτερα δικαιολογείτο από το ότι οι σχέσεις και οι αντίστοιχες τοποθετήσεις των μερών δημιουργούσαν κατά τα φαινόμενα εύλογα την προσδοκία εξώδικης διευθέτησης, η οποία πρέπει βέβαια να ενθαρρύνεται [Χατζηγαβριήλ κ.ά ν. Επενδ. Συγκρ. Συνεργ. Εταιρ. Λευκόνοικο Λτδ
(2003)1(Α) ΑΑΔ 606, 608, 609]. Με τα πιο πάνω ως δεδομένα, δεν εντοπίζεται να υπάρχει οποιαδήποτε καθυστέρηση ή οποιαδήποτε καθυστέρηση μοιραίας μορφής εκ μέρους των Αιτητριών, οι οποίες, σε μικρό χρονικό διάστημα αφότου οι συζητήσεις για εξώδικη διευθέτηση δεν καρποφόρησαν, και με δεδομένο τον όγκο και το πολύπλοκο της υπόθεσης, προχώρησαν με την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης στις 21/2/
- Θα προχωρήσω, στη συνέχεια, να εξετάσω κατά πόσο υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Είναι θεμελιωμένο ότι το Δικαστήριο μπορεί χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος να το ακυρώσει αν εντοπισθεί ότι έχει γίνει απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, τέτοιας μορφής που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο. Η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος και ο όλος μηχανισμός που την διέπει έχουν βαθιές τις ρίζες τους στο Δίκαιο της Επιείκειας. Οι παράμετροι προσέγγισης του όλου ζητήματος από τα Δικαστήρια έχουν τεθεί από τον Ralph Gibson L.J. στην κλασική επί του θέματος υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Εlcombe and others [1988] 1 WLR 1350, 1356-
- Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά. (ανωτέρω), τονίζεται η φύση της διαδικασίας μονομερούς αίτησης και το καθήκον που δημιουργείται στον αιτητή, ακριβώς λόγω του στοιχείου της υψίστης πίστεως που καλύπτει αιτήσεις αυτής της μορφής, για αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών γεγονότων. Σημειώνεται δε ότι παράλειψη παρουσίασης τέτοιων γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Η αποκάλυψη συναρτάται λοιπόν με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Το στοιχείο δε της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων [Resola (ανωτέρω)]. Εύκολα εντοπίζεται από τα πιο πάνω ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Συνακόλουθα η εξεταζόμενη αρχή τυγχάνει εφαρμογής όχι μόνο στις περιπτώσεις που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα, αλλά και όπου αυτά εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλιπής ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Προς συμπλήρωση της νομικής πτυχής του εξεταζόμενου ζητήματος, παραθέτω πως στις αποφάσεις Harvardskiy Prumyslovy Hold. A.S. v. Daventree Resour. Ltd κ.ά.
(2008)1(B) ΑΑΔ 801, Ιερά Μητρόπολη Πάφου (ανωτέρω), Όξυνος κ.ά. v. Λου,
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1066 και, στην πολύ πρόσφατη, CTO Public Company Limited κ.ά. και ΒΑΤ (Cyprus) Limited κ.ά., Πολιτική Έφεση 263/2009, ημερ. 16.2.2012, κωδικοποιούνται οι σχετικές αρχές οι οποίες διέπουν το όλο φάσμα της απόκρυψης γεγονότων. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου (σελ. 1394 και 1395): «Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως. («uberrima fides»). (Δέστε τις υποθέσεις Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350, Γρηγορίου v. Χριστόφορου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269-70 και Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1953). Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε ή όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος.» Στις παραγράφους 6 και 7 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση υπάρχει ο ισχυρισμός για μη πλήρη αποκάλυψη από μέρους των Αιτητριών με ειδικότερη αναφορά στην επιστολή της Καθ' ης η Αίτηση ημερομηνίας 14/6/2013. Θεωρώ ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός της Καθ' ης η Αίτηση είναι αβάσιμος. Ένα από τα βασικά θέματα που εγείρονται στις διαφορές μεταξύ των μερών αφορά τον ισχυρισμό της Καθ' ης η Αίτηση σε σχέση με την ισχύ των σχετικών Συμφωνιών και τη δέσμευση της με βάση αυτές. Θεωρώ ότι επ' αυτού του θέματος η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι πλήρης με όλα τα σχετικά έγγραφα επισυνημμένα σε αυτή. Περαιτέρω θεωρώ ότι η αναφορά της Καθ' ης η Αίτηση στις πιστωτικές κάρτες που είχαν εκδοθεί από τη Λαϊκή Τράπεζα και συνέχισαν με την Τράπεζα Κύπρου γίνεται με γενικότητα. Οι κάρτες που είχαν εκδοθεί από τη Λαϊκή Τράπεζα ήσαν κάρτες που μετά την εξυγίανση ίσχυαν για την Καθ' ης η Αίτηση. Η αντικατάσταση τους με νέες κάρτες με τους ίδιους πελάτες και τα ίδια χαρακτηριστικά δεν επεξηγείται γιατί θα πρέπει να συνάπτεται και με τερματισμό των ασφαλιστικών συμβολαίων των κατόχων των καρτών που η ίδια η Καθ' ης η Αίτηση μέχρι τον Ιανουάριο 2014 τιμούσε. Εξάλλου τα ίδια τα έγγραφα της Καθ' ης η Αίτηση συνηγορούν υπέρ του αντιθέτου. Σχετικό είναι το Τεκμήριο 17 στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Για άλλες ενέργειες της Καθ' ης η Αίτηση προς παρεμπόδιση της περιοδικής ανανέωσης άλλων συμβολαίων του Γενικού Κλάδου Ασφαλίσεων που, κατά πάγια πρακτική στην αγορά, ανανεώνονται περιοδικά και η διοχέτευση της σχετικής εργασίας στις εταιρείες της Καθ' ης η Αίτηση, λεπτομερής αναφορά γίνεται στις παραγράφους 18, 20.2 μέχρι 20.4 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, χωρίς να δίδεται σ' αυτές ουσιαστική απάντηση από την Καθ' ης η Αίτηση. Με βάση το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό θεωρώ ότι υπήρξε πλήρης συμμόρφωση των Αιτητριών με το καθήκον τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Είναι φανερό από όλα τα πιο πάνω ότι δεν υπάρχει ούτε απόκρυψη γεγονότων, ούτε παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Kerr on Injunctions, 6th ed., p.661, είναι αρκετό στα πλαίσια μιας αίτησης για προσωρινό διάταγμα να αναφέρονται από τον αιτητή συνοπτικά τα γεγονότα και αν τυχόν δεν αναφέρθηκαν όλα τα γεγονότα, δεν σημαίνει και τέτοια απόκρυψη που εκθεμελιώνει το υπόβαθρο της ίδιας της αίτησης. Στην παρούσα υπόθεση οι Αιτήτριες, μέσα από τη λεπτομερή παράθεση των γεγονότων, όπως αποτυπώνεται στη συνοδευτική της Αίτησης Ένορκη Δήλωση, έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά τρόπο όχι μόνο δίκαιο, αλλά και υποδειγματικό, όλα τα ουσιαστικά, για σκοπούς εξέτασης του αιτήματος τους, γεγονότα. Τα πολυάριθμα τεκμήρια συνιστούσαν απαραίτητη προσθήκη, προκειμένου να επιβεβαιώσουν με κάθε λεπτομέρεια τα όσα ο Ενόρκως Δηλών για τις Αιτήτριες προέβαλε. Σε καμία όμως περίπτωση δεν εντοπίζεται σε αυτά οτιδήποτε το οποίο θα ήταν ικανό να οδηγήσει σε διαφορετική προσέγγιση από τα όσα στην Ένορκη Δήλωση περιλαμβάνονται. Ούτε και εντοπίζεται στα τεκμήρια αυτά αναφορά σε οτιδήποτε ουσιαστικό, το οποίο ο Ενόρκως Δηλών παρέλειψε να θέσει. Στα γεγονότα λοιπόν που καλύπτει η Ένορκη Δήλωση για τις Αιτήτριες, εντοπίζεται να υπάρχει κάθε τι το ουσιαστικό, το οποίο και είχαν υποχρέωση να αποκαλύψουν επαρκώς και δίκαια οι Αιτήτριες στο Δικαστήριο. Τα περί αντιθέτου παράπονα και οι εισηγήσεις της Καθ' ης η Αίτηση, αντικριζόμενα υπό το φως των αρχών που διέπουν το ζήτημα, είναι χωρίς στήριξη. Στη συνέχεια θα εξετάσω κατά πόσο τηρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2015. Το άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (Acropol Shipping Co. Ltd. & Others v. Rossis
(1976)1 CLR 38, Constantinides v. Makriyiorgou and Another
(1978)1 CLR 585 και Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557). Όπως έχει λεχθεί στη Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, η έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτών διάδικος σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και τη μαρτυρία που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Σύμφωνα με την πλούσια επί του θέματος νομολογία, ακόμη και αν προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, καθώς και ορατό ενδεχόμενο να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία, πρέπει να ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, ότι δηλαδή αν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο [βλ. ανάμεσα σε άλλες τις υποθέσεις Acropol Shipping (ανωτέρω), Odysseos (ανωτέρω), Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, Karydas Taxi Co. Ltd v. Komodikis
(1975)1 CLR 231 και Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248]. Το τρίτο κριτήριο τότε μόνο ικανοποιείται όταν δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα η θεραπεία που επιζητείται. Εάν τυχόν χρηματική αποζημίωση μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική θεραπεία για τον ενάγοντα στο τέλος της δίκης η έκδοση ή η διατήρηση σε ισχύ του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος αποκλείεται. Ωστόσο, όπως λέχθηκε στην Papastratis v. Petrides (ανωτέρω) και επαναλήφθηκε πρόσφατα στη Zena Co. Ltd v. Demenian Catering Ltd,
(2011)1 (Γ) ΑΑΔ, 1848 η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο σκοπός ενός συντηρητικού διατάγματος που εκδίδεται βάσει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 είναι κυρίως η διατήρηση της κατάστασης κατά την οποία προέκυψε η υπό εκδίκαση διαφορά και η διατήρηση της επίδικης περιουσίας εκκρεμούσης της ακρόασης και της εκδίκασης της αγωγής [Michael v. Brevinos Limited (ανωτέρω)]. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα σε ισχύ [Odysseos (ανωτέρω)]. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης [Jonitexo Ltd ν. Adidas (ανωτέρω) και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά. (ανωτέρω)]. Το κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, διαπιστώνεται με βάση τις έγγραφες προτάσεις χωρίς αναφορά στην αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του αιτητή. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχουν καταχωρηθεί δικόγραφα. Μολαταύτα, θεωρώ ότι οι δύο αντίθετες εκδοχές, μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, οδηγούν στη διαπίστωση ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Η ανάγκη για την ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία, αναφέρεται στην αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του αιτητή, όπως αυτή μπορεί να διαπιστωθεί από τη μαρτυρία και των δύο διαδίκων, με την επιφύλαξη ότι, στο παρόν στάδιο, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της υπόθεσης του κάθε διαδίκου με τον ίδιο τρόπο που θα προέβαινε κατά την ακρόαση της αγωγής. Όπως λέχθηκε από το Lord Denning MR στη Fellowes v. Fisher [1975] 2 All E.R. 829, 836, 837: "Nevertheless, the need for immediate decision is such that the court has to make an estimate of the relative strength of each party's case. If it is a weak case, or is met by a strong defence the court may refuse an injunction. ....... ............................. If the plaintiff has a strong case, an injunction should be granted: for to postpone it would be equivalent to denying it altogether. But, if the defendant has an available defence, it may be refused." Με βάση το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό και σε πλήρη ταύτιση με τις θέσεις που προέβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητριών, θεωρώ ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις έκδοσης συντηρητικών διαταγμάτων υφίστανται στην υπό κρίση υπόθεση. Ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και επίλυση στη συμφωνημένη διεθνή διαιτητική διαδικασία είναι πρόδηλο από τα προαναφερθέντα. Θεωρώ ότι, η από μέρους της Καθ' ης η Αίτηση αμφισβήτηση της ισχύος των Συμφωνιών και των υποχρεώσεων της κάτω από αυτές, μάλιστα παρά την τοποθέτησή της στους πρώτους μήνες μετά την έναρξη της διαδικασίας εξυγίανσης της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου και παρά τη θέση της Αρχής Εξυγίανσης η οποία διέταξε και ήλεγχε την εξυγίανση και τη μεταβίβαση των εργασιών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας στην Καθ' ης η Αίτηση, είναι ουσιώδη θέματα που θα αποφασιστούν στη διαιτησία. Θεωρώ επίσης ότι οι μεταγενέστερες της έναρξης της εξυγίανσης και αμέσως προ της καταχώρησης της αίτησης ισχυριζόμενες επιδιώξεις και ενέργειες της Καθ' ης η Αίτηση να επέμβει στην πελατεία, τις εργασίες και τα ασφαλιστικά συμβόλαια των εταιρειών της Αιτήτριας 2 και να τα τερματίσει και αντικαταστήσει με νέα των δικών της εταιρειών, είναι θέματα που τελικά θα κριθούν στη διαιτητική διαδικασία. Με βάση τα ουσιώδη και αναμφισβήτητα γεγονότα θεωρώ ότι αποδεικνύεται ισχυρή υπόθεση για τις Αιτήτριες στις αξιώσεις τους. Το τρίτο κριτήριο είναι συνυφασμένο με την επάρκεια των αποζημιώσεων ως τελικής θεραπείας. Παρόλο που οι Αιτήτριες ισχυρίζονται ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά ως εκ της ισχυριζόμενης παράβασης των Συμφωνιών από την Καθ΄ ης η Αίτηση, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα στοιχεία προκύπτει ότι η οποιαδήποτε ζημιά έχει ή τυχόν θα υποστούν οι Αιτήτριες συνεπεία των ενεργειών της Καθ΄ ης η Αίτηση, μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Βέβαια, όπως επαναλήφθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου στη Zena Co. Ltd v. Demenian Catering Ltd (ανωτέρω), σελ. 1854 σύμφωνα με τη νομολογία «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Παπαστράτης v. Πετρίδης
(1979)1 AAΔ.240». Στη Μ&Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. v. Timberland Co
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791, τονίστηκε πως η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται μόνο με την απλή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία [βλ. και Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1(Α) ΑΑΔ 317]. Έχω την άποψη ότι οι ισχυρισμοί των Αιτητριών δεν καταδεικνύουν ότι οι ισχυριζόμενες αντισυμβατικές ενέργειες της Καθ΄ ης η Αίτηση είναι τέτοιας μορφής ώστε να μη δυνηθούν οι Αιτήτριες να αποζημιωθούν πλήρως με χρήματα. Ένα άλλο στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη κατά την εξέταση του τρίτου κριτηρίου είναι η κακή οικονομική κατάσταση ενός εναγομένου ή καθ' ου η αίτηση. Στην παρούσα περίπτωση οι Αιτήτριες δεν έχουν αναφερθεί σε οποιαδήποτε οικονομική δυσχέρεια ή αφερεγγυότητα της Καθ΄ ης η Αίτηση. Στην παράγραφο 24.3 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση αναφέρεται ότι «είναι προφανές ότι, σε μεταγενέστερο στάδιο, θα είναι εξόχως δυσχερές αφενός μεν να διαπιστωθεί η πλήρης έκταση των εκνόμων ενεργειών της Καθ' ης η Αίτηση αλλά και να υπολογιστούν οι τεράστιες ζημιές που θα προκληθούν στις Αιτήτριες από τη συνέχιση των ενεργειών της Καθ' ης η Αίτηση σε βάρος των Αιτητριών». Θεωρώ ότι οι αναφορές στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι παντελώς ανεπαρκείς, γενικές και αόριστες και δεν στοιχειοθετούν με το δέοντα προσδιορισμό οποιαδήποτε συγκεκριμένη ζημιά των Αιτητριών εάν δεν εξασφαλίσουν τα διατάγματα, πέραν του γενικού συμφέροντός τους να διατηρήσουν τις Συμφωνίες εν ζωή, που να ικανοποιούν την ανάγκη ύπαρξης τέτοιου υπόβαθρου ώστε η διακριτική ευχέρεια που διέπει την παροχή θεραπείας στα πλαίσια του δικαίου της επιείκειας να ασκηθεί υπέρ τους [βλ. Electromatic Constr. Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1(Α) ΑΑΔ 258, 270]. Τονίζω ότι το βάρος της απόδειξης βαρύνει τις Αιτήτριες οι οποίες δεν το έχουν αποσείσει. Με βάση τα πιο πάνω προκύπτει ότι η «ανεπανόρθωτη ζημιά» των Αιτητριών δεν στοιχειοθετείται στην ένορκη δήλωση του κ. Πολύδωρου Μιχαηλίδη και παραμένει ένας μετέωρος ισχυρισμός. Έστω όμως και αν είχε τεκμηριωθεί η συνύπαρξη και των τριών κριτηρίων έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, θα προέκυπτε ζήτημα εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας. Ο όρος "balance of convenience" χαρακτηρίστηκε από τον Sir John Donaldson MR στη Framcome v. Mirror Group Newspapers Ltd [1984] 1 W.L.R. 892, ως ατυχής έκφραση. Τέθηκε δε ως πιο αρμόζουσα η φράση "balance of justice», δεδομένου ότι το Δικαστήριο ασχολείται με τη δικαιοσύνη και όχι με την ευχέρεια των διαδίκων. Το ισοζύγιο της δικαιοσύνης υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν διαφανεί ότι η απόφασή του, που εκδόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο, ήταν εσφαλμένη, υπό την έννοια ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματά του κατά τη δίκη ή, διαζευκτικά, με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει. Συνεπώς, αποτελεί θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, εάν ήθελε φανεί ότι η απόφασή του θα ήταν λανθασμένη [Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) ΑΑΔ 788, 795]. Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου αυτού είναι η διατήρηση του status quo ante bellum. Της κατάστασης, δηλαδή, πραγμάτων που υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί την αιτία πολέμου (casus belli). Η κατάληξη του Δικαστηρίου για τη μη ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου οδηγεί και στην κρίση ότι το ισοζύγιο της δικαιοσύνης δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι κλίνει υπέρ των Αιτητριών. Τουναντίον, κλίνει σαφώς υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση. Υπάρχουν όμως και άλλοι λόγοι για τους οποίους θεωρώ ότι δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, τους οποίους προχωρώ να εξετάσω, έχοντας πάντα κατά νου τις πιο κάτω παραμέτρους:
(1)ότι τα αιτούμενα διατάγματα, δυνάμει του αιτητικού Α και Β της Αίτησης, είναι συγκεκαλυμμένης μορφής διατάγματα ειδικής εκτέλεσης των Συμφωνιών και/ή προστακτικά διατάγματα, δηλαδή που να υποχρεώνουν την Καθ' ης η Αίτηση να διατηρήσει τις Συμφωνίες εν ζωή, και
(2)ότι με αυτά παρέχεται πολύ δραστική θεραπεία. Η θέση του κ. Πολυβίου είναι ότι τα αιτούμενα διατάγματα συμπεριλαμβανομένου του διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς δυνάμει του αιτητικού Α της Αίτησης προσκρούει στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι, το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος, κάτι το οποίο θα πρέπει να οδηγήσει από μόνο του στην απόρριψη της Αίτησης και στην ακύρωση του ήδη εκδοθέντος μονομερώς διατάγματος. Η θέση του κ. Ιωαννίδη είναι ότι το επικαλούμενο «δικαίωμα του συμβάλλεσθαι» οριοθετείται από τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις της Καθ' ης η Αίτηση. Σύμφωνα με το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος το «δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως» υπόκειται σε όρους, περιορισμούς ή δεσμεύσεις τιθεμένους στη βάση των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Στην Electromatic Constructions Ltd (ανωτέρω), ζητήθηκε προστακτικό διάταγμα το οποίο δεν δόθηκε, ούτε πρωτόδικα ούτε κατ΄ έφεση, παρόλο ότι στην απόφασή του το Ανώτατο Δικαστήριο άφησε να νοηθεί ότι είναι δυνατή η παροχή ενδιάμεσου προστακτικού διατάγματος για διατήρηση μιας σύμβασης εν ζωή. Κάτι τέτοιο υποστηρίζεται και από την αγγλική νομολογία. Στη Shepherd Homes Ltd v. Sandham [1971] Ch. 340 αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο είναι πολύ διστακτικό να εκδώσει προστακτικό ενδιάμεσο διάταγμα, εκτός αν αισθάνεται μεγάλου βαθμού βεβαιότητα ότι κατά τη δίκη θα διαφανεί ότι αυτό ορθά είχε δοθεί. Το δε επίπεδο που απαιτείται είναι υψηλότερο από αυτό ενός απαγορευτικού διατάγματος [βλ. και Halsbury's Laws of England, 4th Ed., Vol. 24, paras. 848, 849 και 900]. Στην Starport Nominees Ltd κ.ά. (Αρ. 1)
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1272, λέχθηκε ότι η έκδοση προστακτικών διαταγμάτων γίνεται σπάνια, με φειδώ και με εξαιρετική περίσκεψη και μόνο όταν από την απαίτηση φανερώνεται μια ασυνήθιστη δυνατή και καθαρή περίπτωση [Shepherd (ανωτέρω)]. Με βάση το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό είμαι πολύ διστακτικός να εκδώσω τα αιτούμενα προστατευτικά διατάγματα καθότι δεν αισθάνομαι μεγάλου βαθμού βεβαιότητα ότι πρέπει να εκδοθούν. Όπως αναφέρεται στην αγγλική υπόθεση Co-op Insurance v. Argyll
(1977)3 All E.R. 297, 305, H.L.: «It is true that the defendant has, by his own breach of contract, put himself in such an unfortunate position. But the purpose of the law of contract is not to punish wrongdoing but to satisfy the expectations of the party entitled to performance. A remedy which enables him to secure, in money terms, more than the performance due to him is unjust. From a wider perspective, it cannot be in the public interest for the courts to require someone to carry on business at a loss if there is any plausible alternative by which the other party can be given compensation. It is not only a waste of resources but yokes the parties together in a continuing hostile relationship. The order for specific performance prolongs the battle. If the defendant is ordered to run a business, its conduct becomes the subject of a flow of complaints, solicitors' letters and affidavits. This is wasteful for both parties and the legal system. An award of damages, on the other hand, brings the litigation to an end. The defendant pays damages, the forensic link between them is severed, they go their separate ways and the wounds of conflict can heal.» Η πιο πάνω περικοπή καταδεικνύει ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων προστακτικών διαταγμάτων θα επιδείνωνε περαιτέρω την ήδη διαταραγμένη εμπορική σχέση μεταξύ των Αιτητριών και της Καθ΄ ης η Αίτηση. Εξάλλου, όπως είναι νομολογημένο, είναι παράλογο να εξαναγκάζεται κάποιος να συνεχίζει τις εμπορικές του εργασίες (carry on a business). Σχετική είναι η πιο κάτω περικοπή από την απόφαση του Slade J στην αγγλική υπόθεση Braddon Towers Ltd v. International Stores Ltd
(1987)1 EGLR 209: «Whether or not this may be properly described as a rule of law, I do not doubt that for many years practitioners have advised their clients that it is the settled and invariable practice of this court never to grant mandatory injunctions requiring persons to carry on business.» Σε ό,τι αφορά το απαγορευτικό διάταγμα, το οποίο επιζητείται δυνάμει του αιτητικού Γ της Αίτησης, θεωρώ ότι ούτε αυτό μπορεί να εκδοθεί καθότι, έστω και αν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι τόσο αλληλένδετο με τα προστακτικά διατάγματα τα οποία οι Αιτήτριες εξαιτούνται δυνάμει του αιτητικού Α και Β, και τα οποία δεν μπορούν να χορηγηθούν, που η τυχόν έκδοση μόνο αυτού, μεμονωμένα από τα άλλα δύο, δεν θα εξυπηρετούσε κανένα ουσιαστικό και/ή πρακτικό σκοπό. Εν κατακλείδι, η Αίτηση απορρίπτεται και το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ακυρώνεται και παύει να έχει οποιαδήποτε ισχύ. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον των Αιτητριών. (Υπ.) ............ Χ. Σολομωνίδης Π.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής A.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο