← Κύπρος

Iskra Properties Ltd κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αγωγής: 3033/13, 24/10/2014

Iskra Properties Ltd κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αγωγής: 3033/13, 24/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A384 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σολομωνίδη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3033/13 Μεταξύ

  1. Iskra Properties Ltd κ.ά Εναγόντων και
  2. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα κ.ά. Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24 Οκτωβρίου,
  3. Μονομερής αίτηση ημερομηνίας 16.5.2013 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές - Ενάγοντες: κ. Μ. Ορφανίδης Για τους Καθ' ων η Αίτηση - Εναγομένους 4 και 6: κα Τζουντ για κ.κ. Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Για τους Καθ' ων η Αίτηση - Εναγομένους 7: κ. Κόκκινος για κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Τα γεγονότα εντός των οποίων εντάσσεται η παρούσα αίτηση («η Αίτηση») συνοψίζονται στην απόφαση της πλειοψηφίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χριστοδούλου κ.ά ν. Κεντρικής Τράπεζας κ.ά, αρ. υπόθεσης 551/13, ημερ. 7.6.2013 ως ακολούθως: «Την 25.6.2012 η Δημοκρατία, αντιμετωπίζοντας τα σοβαρότατα προβλήματα τα οποία προέκυψαν το τελευταίο έτος ως εκ της αδυναμίας της να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες της και να επιλύσει τις ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και δη της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου, σε συνδυασμό και με χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας και των δημοσιονομικών, απεφάσισε και απευθύνθηκε για οικονομική βοήθεια στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης των χωρών του Ευρώ - Eurogroup - (EFSM&/ESM) και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Πολύμηνες διαπραγματεύσεις οδήγησαν σε προκαταρκτικό Μνημόνιο Συναντίληψης το Νοέμβριο του
  4. Στην πορεία των πραγμάτων όμως, και εφ΄όσον δεν επήρχετο οριστική κατάληξη, τα προβλήματα συνεχώς επιδεινώνοντο, με αυξημένες ανάγκες και πιέσεις κάλυψης των τρεχουσών υποχρεώσεων ως προς τα κρατικά δάνεια και τα δημοσιονομικά και με σοβαρή επιδείνωση των αφορώντων τις εν λόγω Τράπεζες λόγω μειωμένης ρευστότητας και συνεχιζομένων μεγάλων εκροών καταθέσεων όπως και μεγάλων κεφαλαιακών ελλειμμάτων τα οποία κατεδείχθησαν και σε μελέτη του οίκου PIMCO την 1.2.
  5. Η ήδη από καιρού αναληφθείσα προσφυγή στην έκτακτη ρευστότητα που παρέχεται από την Κεντρική Τράπεζα, με τη συμφωνία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στο Emergency Liquidity Assistance (ELA) για σκοπούς στήριξης της Λαϊκής Τράπεζας συνεχίσθηκε και επεκτάθηκε το Φεβρουάριο του 2013 και στην Τράπεζα Κύπρου. Ήταν με το ούτω συνολικά διαμορφωθέν υπόβαθρο, που την 16.3.2013 η Κυβέρνηση κατέληξε σε πολιτική συμφωνία με το Eurogroup στη βάση προγράμματος οικονομικής προσαρμογής που περιλάμβανε, αφ΄ενός την παροχή οικονομικής βοήθειας €10.000.000.000 από το Eurogroup με ενδεχόμενη συνεισφορά και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, και αφ΄ετέρου τη λήψη μέτρων από τη Δημοκρατία στη βάση ιδίων πόρων και δημοσιονομικών πολιτικών, περιλαμβανομένου ενός one-off stability levy επί όλων των καταθέσεων, ανασφάλιστων όσο και ασφαλισμένων. Νομοσχέδιο όμως, το οποίο η Κυβέρνηση παρουσίασε στη Βουλή προς υλοποίηση της εν λόγω συμφωνίας, απερρίφθη από τη Βουλή την 19.3.
  6. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα απεφάσισε τότε την 21.3.2013 να διατηρήσει την έκτακτη παροχή ρευστότητας μέσω του ELA μόνο μέχρι την 25.3.2013, εκτός αν ετίθετο σε ισχύ πρόγραμμα της Ε.Ε. και του Δ.Ν.Τ. που θα διασφάλιζε τη φερεγγυότητα των εν λόγω τραπεζών. Να σημειωθεί ότι η Λαϊκή Τράπεζα είχε ήδη αξιοποιήσει όλα τα ενέχυρα της για απορρόφηση έκτακτης ρευστότητας και μάλιστα η Δημοκρατία της παρείχε και συνολική κρατική εγγύηση €1.000.000.000 για έκδοση ομολόγων για το σκοπό αυτό. Η εικόνα που προέκυπτε ήταν λοιπόν εκείνη του βεβαίου κινδύνου άμεσης χρεοκοπίας της Λαϊκής Τράπεζας και κατά συνέπεια και της Δημοκρατίας ως εγγυητού της σε σχέση με τα εν λόγω ομόλογα αλλά και ως υπόχρεας δυνάμει των δικών της κρατικών ομολόγων, με αλυσιδωτές επιπτώσεις στην Τράπεζα Κύπρου αλλά και σε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα και το κράτος. Οι επιπτώσεις θα αντανακλούσαν όχι μόνο στις ανασφάλιστες αλλά και στις ασφαλισμένες καταθέσεις, αφού δεν θα υπήρχαν τα διαθέσιμα κρατικά ποσά προς κάλυψη των, δυνάμει των σχετικών Σχεδίων Προστασίας Καταθέσεων. Οι εξελίξεις ακολούθησαν αμέσως. Την επομένη 22.3.2013 η Βουλή ψήφισε νόμους που αφορούσαν προσπάθεια διάσωσης της οικονομίας και περιλάμβαναν τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 (Ν. 17(Ι)/2013)(εν τοις εφεξοίς «ο Νόμος»), δημοσιευθέντα την ίδια ημέρα. Την 25.3.2013 επετεύχθη νέα πολιτική συμφωνία της Κυβέρνησης με το Eurogroup στη βάση προγράμματος οικονομικής προσαρμογής που περιλάμβανε, αφ΄ενός την παροχή της ίδιας οικονομικής βοήθειας των €10.000.000.000, και αφ΄ετέρου τη λήψη μέτρων από τη Δημοκρατία στη βάση ίδιων πόρων και πολιτικών, περιλαμβανομένων των ακολούθων, περιεχομένων στο σχετικό εκδοθέν Eurogroup Statement on Cyprus: "
  7. Laiki will be resolved immediately - with full contribution of equity shareholders, bond holders and uninsured depositors - based on a decision by the Central Bank of Cyprus, using the newly adopted Bank Resolution Framework.
  8. Laiki will be split into a good bank and a bad bank. The bad bank will be run down over time.
  9. The good bank will be folded into Bank of Cyprus (BoC), using the Bank Resolution Framework, after having heard the Boards of Directors of BoC and Laiki. It will take 9 bn Euros of ELA with it. Only uninsured deposits in BoC will remain frozen until recapitalisation has been effected, and may subsequently be subject to appropriate conditions.
  10. The Governing Council of the ECB will provide liquidity to the BoC in line with applicable rules.
  11. BoC will be recapitalised through a deposit/equity conversion of uninsured deposits with full contribution of equity shareholders and bond holders.
  12. The conversion will be such that a capital ratio of 9% is secured by the end of the programme.
  13. All insured depositors in all banks will be fully protected in accordance with the relevant EU legislation.
  14. The programme money (up to 10bn Euros) will not be used to recapitalize Laiki and Bank of Cyprus."» Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα η Κεντρική Τράπεζα, ως Αρχή Εξυγίανσης δυνάμει του Ν. 17(Ι)/2013 («ο Νόμος») εξέδωσε σειρά διαταγμάτων μεταξύ των οποίων το Διάταγμα περί Διάσωσης με ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (Κ.Δ.Π. 103/2013), το οποίο προνοούσε για τη διάσωση της Τράπεζας Κύπρου με ίδια μέσα, δυνάμει των άρθρων 7

(1)(ε) και 12 του Νόμου προς το σκοπό αποκατάστασης της κεφαλαιουχικής επάρκειας της Τράπεζας. Η Κεντρική Τράπεζα εξέδωσε επίσης τα Διατάγματα Κ.Δ.Π. 94/2013 και Κ.Δ.Π. 104/2013 σύμφωνα με τα οποία η Λαϊκή Τράπεζα πωλεί ορισμένες από τις εργασίες της στην Τράπεζα Κύπρου. Οι Ενάγοντες διατηρούσαν μακροχρόνια και αποκλειστική σχέση με την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στην οποία διατηρούσαν καταθέσεις και δάνεια, είτε προσωπικά είτε με εταιρείες συμφερόντων τους, και είναι θύματα του «κουρέματος» που έλαβεν χώραν στην εν λόγω Τράπεζα. Στις 16.5.2013 οι Ενάγοντες καταχώρησαν γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (O.2 r.1) με το οποίο αξιώνουν, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις ίσες με τα ποσά που ήσαν κατατεθειμένα στους επίδικους λογαριασμούς, γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων και/ή για αθέμιτο επηρεασμό και/ή παροτρύνσεις και/ή για παραπλανητικές και/ή ανυπόστατες και/ή αμελείς δηλώσεις και/ή για αμέλεια και/ή μη επίδειξη δέουσας επιμέλειας και/ή για παράβαση της θέσης υψίστης εμπιστοσύνης και/ή απώλειας κέρδους και/ή επένδυσης και/ή οικονομικές ζημιές και/ή διαζευκτικά διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου για επαναφορά των υπολοίπων των λογαριασμών πριν τις 26.3.2013 και/ή διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετη δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι τα δάνεια των Εναγόντων 1 και 2 έχουν εξοφληθεί και οι εγγυήσεις των Εναγόντων 3, 9 και 10 είναι άκυρες και χωρίς αποτέλεσμα, διάταγμα και/ή απόφαση για συμψηφισμό των μη εξασφαλισμένων καταθέσεων των Εναγόντων, αποζημιώσεις για αντισυνταγματικότητα του Ν. 17(Ι)/2013 και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων διαταγμάτων κ.τ.λ. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και στα πλαίσια αυτής, οι Ενάγοντες («οι Αιτητές») καταχώρησαν την υπό κρίση μονομερή αίτηση («η Αίτηση») με την οποία εξαιτούνται την έκδοση ενδιάμεσων συντηρητικών διαταγματών ως και διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal ως τα αιτητικά Α, Β, Γ και Δ της αίτησης. Την ίδια ημερομηνία εκδόθηκαν μονομερώς προσωρινά διατάγματα ως τα αιτητικά Α, Β και Γ της Αίτησης, ενώ η Αίτηση διατάχθηκε να επιδοθεί ως προς το αιτητικό Δ. Στις 24.9.2013 το αιτητικό Δ (διάταγμα Norwich Pharmacal) αποσύρθηκε και απορρίφθηκε για όλους τους εναγόμενους. Στις 11.4.2014 η Αίτηση εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 5 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε και τα προσωρινά διατάγματα δυνάμει των αιτητικών Α, Β και Γ ακυρώθηκαν. Την ίδια ημερομηνία το αιτητικό Α της Αίτησης αποσύρθηκε και απορρίφθηκε και σε σχέση με τους Εναγόμενους 4, 6 και 7 και το εκδοθέν δυνάμει αυτού διάταγμα ακυρώθηκε. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία συμφωνήθηκε και διατάχθηκε όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδά της. Επομένως, αντικείμενο της Αίτησης είναι τα αιτητικά Β και Γ της Αίτησης και τα δυνάμει αυτών εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα εναντίον των Εναγομένων 4, 6 και
  1. Τα εν λόγω διατάγματα έχουν ως ακολούθως: «Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παγοποιείται το δάνειο με αρ. 178-12-000858 που διατηρεί η Ενάγουσα - Αιτήτρια, αρ. 1 στην CYPRUS POPULAR BANK PUPLIC CO LTD/ΛΑΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ και/ή να παραμείνει το υπόλοιπο τους ως είχε την 16/3/2013 χωρίς το δικαίωμα των εναγομένων και/ή ενός εκάστου εξ αυτών να προβαίνουν σε χρεώσεις τόκων και/ή οιωνδήποτε άλλων χρεώσεων από τις 16/3/2013 και/ή να προβούν σε οιανδήποτε ενέργεια αναφορικά με το δάνειο χωρίς την γραπτή συγκατάθεση των εναγόντων αρ. 1 και/ή μέχρι πλήρους εκδικάσεως και αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παγοποιούνται τα δάνεια με αρ. 178-12-000948 και 178-12-000956 και 178-12-000999 που διατηρεί η Ενάγουσα - Αιτήτρια αρ. 2 στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD/ΛΑΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ χωρίς το δικαίωμα των εναγομένων και/ή ενός εκάστου εξ αυτών να προβαίνουν σε χρεώσεις τόκων και/ή οιωνδήποτε άλλων χρεώσεων από τις 16/3/2013 και/ή προβούν σε οιανδήποτε ενέργεια αναφορικά με το δάνειο χωρίς την γραπτή συγκατάθεση των εναγόντων αρ. 2 μέχρι πλήρους εκδικάσεως και αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας και/ή άλλης διαταγής του Δικαστηρίου». Οι συνολικές δανειακές υποχρεώσεις των Εναγόντων προς τη Λαϊκή Τράπεζα μέσω των δανείων των Εναγουσών 1 και 2 ήσαν κατά ή περί την 15.3.2013 €1.734.279,60 για το δάνειο της Ενάγουσας 1 και €1.546.000 περίπου για τα δάνεια της Ενάγουσας 2, δηλαδή σύνολο €3.191.825 περίπου. Οι συνολικές καταθέσεις των Εναγόντων στη Λαϊκή Τράπεζα στις 15.3.2013 ανήρχοντο σε €3.240.600 περίπου. Μετά το «κούρεμα» των καταθέσεων φαίνεται, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων ότι θα παραμείνει στην Κακή Λαϊκή ποσό €2.664.260 και για όλους τους Ενάγοντες ελεύθερο ποσό ύψους €576.
  2. Οι Ενάγοντες ζήτησαν και αιτούνται διά των υπό κρίση διαταγμάτων (Β και Γ) όπως το ποσό των €2.664.260 χρησιμοποιηθεί για εξόφληση πρώτα του δανείου της Ενάγουσας 1 και το υπόλοιπο έναντι των δανείων της Ενάγουσας 2 και από τα χρήματα που έμειναν «ακούρευτα» να εξυπηρετηθεί το υπόλοιπο των δανείων της Ενάγουσας
  3. Στην ουσία αυτό που αξιώνουν στην αγωγή τους οι Ενάγοντες είναι ο συμψηφισμός των καταθέσεων τους με τα δάνεια τους και/ή αποζημιώσεις. Δεν θα ενδιατρίψω λεπτομερώς στις θέσεις των διαδίκων, όπως αυτές καταγράφονται στην Αίτηση, στις Ενστάσεις και τις γραπτές αγορεύσεις, περιοριζόμενος σε ορισμένα σημεία που, κατά την άποψή μου, κρίνουν εκ προοιμίου το αποτέλεσμα της Αίτησης. Ένα από τα ουσιαστικά και βασικά ερωτήματα αφορά στη φύση των εκδοθέντων δυνάμει των αιτητικών Β και Γ διαταγμάτων ως ανασταλτικών μιας πράξης νομοθετικού περιεχομένου. Οι Καθ' ων η Αίτηση - Εναγόμενες 4, 6 και 7 εισηγήθηκαν ότι τα σχετικά Διατάγματα που εκδόθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα ήταν αμέσως δεσμευτικά για τους ίδιους και δεν είχαν άλλη επιλογή από του να τα εφαρμόσουν, συμμορφούμενοι με αυτό τον τρόπο με τις πρόνοιες των Διαταγμάτων και του Νόμου. Τρίτο ουσιαστικό και βασικό ζήτημα των ενστάσεων είναι ότι, ενόψει της συντελεσθείσας ήδη εφαρμογής των προβλεπομένων μέτρων εξυγίανσης, η Αίτηση είναι άνευ αντικειμένου. Άλλος λόγος ένστασης ήταν ότι τα εκδοθέντα και/ή εξαιτούμενα διατάγματα δεν μπορούν να έχουν νόημα ως συντηρητικά της προτέρας κατάστασης, για το λόγο ότι, όπως διατυπώθηκε στη Χριστοδούλου κ.ά. v. Κεντρικής Τράπεζας κ.ά. (ανωτέρω), η σχέση καταθέτη-τράπεζας, είναι σχέση πιστωτή-οφειλέτη. Τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα δεν είναι μόνο δραστικά, αλλά βρίσκονται σε άμεση σύγκρουση με την απόφαση της πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Χριστοδούλου κ.ά. v. Κεντρικής Τράπεζας κ.ά., (ανωτέρω) . Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, τόσο το Διάταγμα Κ.Δ.Π. 104/13, το οποίο προνοεί για την πώληση ορισμένων εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας στην Κύπρο προς την Τράπεζα Κύπρου, όσο και το Διάταγμα Κ.Δ.Π. 103/13, το οποίο προνοεί για τη διάσωση της Τράπεζας Κύπρου με ίδια μέσα, αφορούν τη Λαϊκή Τράπεζα και την Τράπεζα Κύπρου αντίστοιχα και όχι τους πιστωτές καταθέτες και τους άλλους (μη καταθέτες) πιστωτές, οι οποίοι μόνο συμβατική σχέση έχουν με τις εν λόγω τράπεζες. Συνεπώς, τα πιο πάνω Διατάγματα, ως έχουν τροποποιηθεί, δεν ρυθμίζουν τις σχέσεις της Πολιτείας και των πολιτών και εμπίπτουν στο ιδιωτικό και όχι στο δημόσιο δίκαιο. Σύμφωνα με την απόφαση Χριστοδούλου κ.ά. v. Κεντρικής Τράπεζας κ.ά. (ανωτέρω), ο οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός των καταθετών της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου δεν δημιουργεί στους καταθέτες αυτούς οποιοδήποτε έννομο συμφέρον σε σχέση με τον έλεγχο της νομιμότητας των εν λόγω Διαταγμάτων. Ο επηρεασμός αυτός θα μπορούσε να καθοριστεί και/ή να εξακριβωθεί στα πλαίσια αστικών διαδικασιών, στη βάση της συμβατικής σχέσης των καταθετών με τις εν λόγω τράπεζες, τόσο εναντίον των εν λόγω τραπεζών όσο και εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας στη βάση ότι προκάλεσε τον επηρεασμό της συμβατικής οφειλής διά των Διαταγμάτων. Βέβαια, τα θέματα αυτά δεν θα εξεταστούν στο παρόν στάδιο αλλά στο τέλος της διαδικασίας. Το Διατάγματα (Κ.Δ.Π. 94/103, Κ.Δ.Π. 103/13 και Κ.Δ.Π. 104/13), που εκδόθηκαν δυνάμει του Ν.17(Ι)/13, εκδόθηκαν από αρμόδια δημόσια αρχή και δεν έχουν μέχρι τώρα ακυρωθεί από Δικαστήριο, ούτε έχουν ανακληθεί από την αρμόδια δημόσια αρχή που τα εξέδωσε. Δυνάμει του Ν.17(Ι)/13, Διάταγμα της Αρχής Εξυγίανσης για εφαρμογή μέτρου διάσωσης με τα ίδια μέσα είναι αμέσως δεσμευτικό για το υπό εξυγίανση ίδρυμα και εκτελεστέο, όπως καθορίζεται από την Αρχή Εξυγίανσης. Κατά συνέπεια, οι Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενες 4, 6 και 7 δεν είχαν οποιαδήποτε επιλογή παρά να εφαρμόσουν και να συμμορφωθούν πλήρως με τις πρόνοιες των εν λόγω Διαταγμάτων και του Νόμου, δυνάμει του οποίου αυτά είχαν εκδοθεί. Τα εν λόγω Διατάγματα και/ή κανονισμοί και/ή νομοθεσία, επιβάλλουν την κατάσταση πραγμάτων που έχει προκύψει, με αποτέλεσμα οι τράπεζες να μην έχουν οποιαδήποτε επιλογή παρά συμμόρφωση με το Νόμο. Στο βαθμό που η όποια ιδιωτική σύμβαση προβλέπει το αντίθετο, αυτή έχει ματαιωθεί (frustrated). Σε ό,τι αφορά το θέμα των αποζημιώσεων, κρίνω, στη βάση της απόφασης Χριστοδούλου κ.ά. (ανωτέρω) ότι δεν είναι ορθό να θεωρείται ότι ο καταθέτης έχει απωλέσει το μέρος της κατάθεσής του που έχει υποβληθεί στην εξυγίανση. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου 17(Ι)/13, οι πιστωτές «δεν βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν το εν λόγω ίδρυμα (εδώ της Λαϊκής Τράπεζας) ετίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση». Στα πλαίσια των αστικών διαδικασιών, θα μπορούν να αποτιμηθούν όλα τα στοιχεία της μαρτυρίας που ήθελε προσκομισθεί και που θα αφορά την κατάσταση της Λαϊκής Τράπεζας κατά την έκδοση των Διαταγμάτων και, κατ΄ επέκταση, τη θέση των καταθετών και δανειοληπτών της. Στη Χριστοδούλου κ.ά. (ανωτέρω) λέχθηκε επίσης (στη σελ. 33) ότι: «Η σχέση καταθέτη και Λαϊκής είναι εκείνη πιστωτή και οφειλέτη. Ο καταθέτης ουσιαστικά παραδίδει τα χρήματά του στην τράπεζα, τα οποία και απορροφούνται στο όλο ενεργητικό της ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία, και η τράπεζα οφείλει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης. Ο λογαριασμός του με την Τράπεζα δεν του δίδει δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά ακριβώς το δούναι και λαβείν του, ως λογαριασμού, με την τράπεζα, υπό τη μορφή της καταγεγραμμένης κατάστασης της συμβατικής τους σχέσης. Η θέση του καταθέτη σε θυρίδα της τράπεζας είναι εντελώς διαφορετική, αφού εκείνος διατηρεί την ιδιοκτησία του στα συγκεκριμένα χρήματα ή άλλα αντικείμενα που ευρίσκονται στη θυρίδα». Τόσο η βάση της παρούσας αγωγής, όσο και η βάση της Αίτησης για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, στηρίζεται, στην ουσία, στην εξέταση της νομιμότητας των σχετικών Διαταγμάτων και της Συνταγματικότητας του Ν.17(Ι)/
  1. Αυτό που ζητείται με την αγωγή και την Αίτηση είναι η παγοποίηση των δανείων των Αιτητών-Εναγόντων και η απαγόρευση της οποιασδήποτε επέμβασης στα εν λόγω δάνεια με χρεώσεις τόκων ή άλλων χρεώσεων. Η βάση επί της οποίας εδράζεται η εισήγηση για διατήρηση της ισχύος των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων θεωρώ ότι έχει καταρρεύσει ενόψει της απόφασης στη Χριστοδούλου κ.ά. (ανωτέρω). Τα εκδοθέντα και/ή ζητούμενα διατάγματα δεν μπορούν να έχουν νόημα ως συντηρητικά της προτέρας κατάστασης καθότι, όπως λέχθηκε στη Χριστοδούλου κ.ά. (ανωτέρω) η σχέση καταθέτη-τράπεζας είναι σχέση πιστωτή-οφειλέτη και ο λογαριασμός του καταθέτη στην τράπεζα δεν του δίδει (ιδιοκτησιακό) δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα, παρά μόνο συνιστά το δούναι και λαβείν του με την τράπεζα, αποτελώντας την καταγεγραμμένη κατάσταση της συμβατικής τους σχέσης, σε αντίθεση με τη θέση καταθέτη που διατηρεί θυρίδα σε τράπεζα, εφόσον ο τελευταίος διατηρεί την ιδιοκτησία του στα συγκεκριμένα χρήματα που βρίσκονται στη θυρίδα. Συνεπώς, στην περίπτωση καταθέτη - δανειολήπτη σε λογαριασμό, το αντικείμενο των αστικών διαδικασιών δεν μπορεί να είναι άλλο, παρά η τυχόν χρηματική ζημιά που προέκυψε για τον καταθέτη - δανειολήπτη. Ως εκ τούτου, τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα δεν συνάδουν και/ή είναι αντίθετα με τη δεσμευτική απόφαση στη Χριστοδούλου κ.ά. (ανωτέρω). Περαιτέρω, οι Αιτητές-Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να αιτούνται με την Αίτηση την οποιαδήποτε γενική απαγόρευση επέμβασης στα εν λόγω δάνεια τους (ουσιαστικά αναστολή των Κ.Δ.Π. 94/2013, Κ.Δ.Π. 103/13 και Κ.Δ.Π. 104/2013 μέχρι να εξεταστεί η θέση τους περί αντισυνταγματικότητας του Ν.17(Ι)/13), χωρίς να κάνουν αναφορά σε συγκεκριμένα ποσά που έχουν απωλέσει. Σε ό,τι αφορά το πραγματικό υπόβαθρο θεωρώ ότι δεν δικαιολογείται στο παρόν στάδιο η έγερση της παρούσας αγωγής και, κατ' επέκταση της Αίτησης, εναντίον των Εναγομένων 4, 6 και
  2. Η έκταση του επηρεασμού των καταθέσεων και των δανείων των Εναγόντων, το οποίο είναι ζήτημα πραγματικό, θα διαφανεί μόνο με την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξυγίανσης της Εναγομένης
  3. Το όποιο όφελος ενδεχομένως θα λάβουν οι πρώην καταθέτες και δανειολήπτες της Εναγομένης 6 θα διαφανεί μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξυγίανσης της Εναγόμενης
  4. Συνεπώς θεωρώ πως η οποιαδήποτε απαίτηση των καταθετών και δανειοληπτών είναι πρόωρη, καθότι δεν έχει αποκρυσταλλωθεί το ύψος της ζημιάς που προκλήθηκε. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω θεωρώ ότι η ένορκη δήλωση του Χρίστου Μακλώκλα που υποστηρίζει την Αίτηση δεν στοιχειοθετεί βάση αγωγής ή οποιοδήποτε αστικό αδίκημα εναντίον των Εναγομένων 4, 6 και 7 ή ότι οι Ενάγοντες υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά συνεπεία οποιουδήποτε αστικού αδικήματος. Περαιτέρω, θεωρώ ότι η Αίτηση είναι αντικανονική καθότι τα δυνάμει των αιτητικών Β και Γ εκδοθέντα διατάγματα είναι αντίθετα με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι Ενάγοντες ουσιαστικά καλούν τους Εναγόμενους 4, 6 και 7 να μη συμμορφωθούν και/ή να μην εφαρμόσουν τους ισχύοντες Νόμους και τα Διατάγματα που έχουν πρόσφατα εκδοθεί για την εξυγίανση της Εναγομένης
  5. Ο Νόμος και τα δυνάμει αυτού εκδοθέντα Διατάγματα είναι επιτακτικά και αναγκαία για τη διασφάλιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας του κυπριακού τραπεζικού συστήματος. Με την έκδοση των δυνάμει των αιτητικών Β και Γ διαταγμάτων παρεμποδίζεται το έργο της εξυγίανσης της Εναγομένης
  6. Ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 (Ν.17(Ι)/2013), ο οποίος εκδόθηκε λόγω έκτακτης ανάγκης και/ή δημοσίου συμφέροντος και/ή δημοσίας ωφελείας δεν έχει επί του παρόντος καταστεί αντισυνταγματικός. Συνεπώς, τόσο ο Νόμος όσο και τα συνεπακόλουθα Διατάγματα, περιλαμβανομένων των Διαταγμάτων Κ.Δ.Π. 94/2013, Κ.Δ.Π. 103/2013 και Κ.Δ.Π. 104/2013, βρίσκονται σε πλήρη ισχύ και εφαρμογή. Θωρακίζονται από το τεκμήριο της συνταγματικότητας. Όπως λέχθηκε στην Α. Efthymiou Enter. Ltd κ.ά. ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου κ.ά. (Αρ. 2)
(1998)1 (Γ) ΑΑΔ 1596 1601: «Η αμφισβήτηση συνταγματικότητας νόμου δεν αναστέλλει την ισχύ του. Παραμένει ισχυρός μέχρις ότου κηρυχθεί αντισυνταγματικός.» Συνεπώς είναι άνευ ετέρου που δεν μπορούν να δοθούν τα αιτούμενα διατάγματα παγοποίησης των δανείων των Εναγόντων ως τα αιτητικά Β και Γ της Αίτησης. Τυχόν έκδοσή τους θα προσέβαλλε το τεκμήριο συνταγματικότητας και θα καθιστούσε ανεπίτρεπτη, σε αυτό το στάδιο, παρέμβαση της δικαστικής εξουσίας στο έργο της νομοθετικής εξουσίας, εφόσον δεν θα ήταν παρά παρεμπόδιση εφαρμογής του Νόμου χωρίς αυτός να έχει κηρυχθεί αντισυνταγματικός, αλλά αντίθετα να τεκμαίρεται συνταγματικός. Ως εκ των ανωτέρω θεωρώ ότι οι Εναγόμενοι 4, 6 και 7 έχουν καθήκον να εφαρμόσουν το Νόμο 17(Ι)/2013 και τα συνεπακόλουθα του Διατάγματα στην ολότητά τους και να συμμορφώνονται πλήρως προς τις πρόνοιες τους καθότι αυτά είναι καθ' όλα νομότυπα και συνταγματικά. Αν προβούν σε οποιοδήποτε διάβημα που αντίκειται προς το Ν.17(Ι)/2013και τα συνακόλουθα Διατάγματα ως επιζητείται διά των αιτουμένων διαταγμάτων Β και Γ της Αίτησης θα είναι υπαίτια παράλειψης οφειλόμενης ενέργειας. Σε σχέση με το αίτημα των Εναγόντων για συμψηφισμό των επιδίκων δανείων με τους επίδικους πιστωτικούς λογαριασμούς οι Εναγόμενοι 4 και 6 υποστηρίζουν ότι το εν λόγω αίτημα δεν έγινε αποδεκτό καθότι, στην περίπτωση των Εναγόντων, δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 24
(2)(γ) του Ν. 17(Ι)/2013. Σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο διασφαλίζεται η κατάλληλη προστασία συμφωνιών αλληλοσυμψηφισμού βάσει των οποίων δύο ή περισσότερες απαιτήσεις ή υποχρεώσεις που οφείλονται μεταξύ της Τράπεζας και ενός αντισυμβαλλόμενου συμψηφίζονται εκατέρωθεν η μια με την άλλη. Θεωρώ, συγκλίνοντας με τη θέση των Εναγομένων 4 και 6, ότι το εν λόγω άρθρο ρητά καλύπτει συμφωνίες αλληλοσυμψηφισμού που έγιναν μεταξύ της Τράπεζας και ενός αντισυμβαλλομένου και όχι τις συμφωνίες που έγιναν μεταξύ της τράπεζας και πολλών αντισυμβαλλομένων, ξεχωριστά οι οποίοι συνδέονταν μεταξύ τους και/ή αποτελούσαν group εταιρειών . Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ ότι, εφόσον οι συμφωνίες των καταθετικών λογαριασμών και οι συμφωνίες των δανειακών λογαριασμών δεν έγιναν από το ίδιο αντισυμβαλλόμενο μέρος αλλά από διαφορετικά αντισυμβαλλόμενα μέρη, η περίπτωση των Εναγόντων δεν εμπίπτει στα πλαίσια εφαρμογής του εν λόγω άρθρου. Θεωρώ ότι η έκδοση των δυνάμει των αιτητικών Β και Γ διαταγμάτων όχι μόνο δεν είναι αναγκαία για τη διατήρηση της προτέρας κατάστασης πραγμάτων (status quo ante) της υπόθεσης μέχρι την τελική εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, αλλά ουσιαστικά θα ανατρέψει αυτή. Οι Ενάγοντες, στην ουσία, καλούν τους Εναγόμενους 4, 6 και 7 να αναιρέσουν την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης επί των επίδικων λογαριασμών, πράξη η οποία ως αναφέρθηκε στη Χριστοδούλου κ.ά. ν. Κεντρικής Τράπεζας κ.ά. (ανωτέρω), έχει ήδη εκτελεστεί από τους εναγόμενους σε πλήρη συμμόρφωση προς το Νόμο και τα Διατάγματα. Η ακόλουθη περικοπή από την πιο πάνω απόφαση είναι σχετική. «Δεδομένου ότι, όπως ετόνισε ιδιαιτέρως ο Γενικός Εισαγγελέας, οι πράξεις που περιέχονται στα Διατάγματα έχουν ήδη εκτελεσθεί, ακόμα και στην περίπτωση εκείνη το μόνο που θα μπορούσαν οι καταθέτες Ενάγοντες να είχαν ως μέτρο ικανοποίησης τους θα ήταν, σύμφωνα με το Άρθρο 146 και τη νομολογία, το δικαίωμα αγωγής ως προς τη ζημιά που θα είχαν υποστεί λόγω των Διαταγμάτων που θα ακυρώνοντο. Και η αποτίμηση της ζημιάς αυτής δεν θα μπορούσε παρά να αναδείκνυε, ως το ζητούμενο, και πάλι το κατά πόσο, με την έκδοση των Διαταγμάτων, οι καταθέτες Ενάγοντες ευρέθηκαν σε δυσμενέστερη θέση από εκείνη που θα ευρίσκοντο αν τα Διατάγματα δεν είχαν ακυρωθεί και οι τράπεζες είχαν αφεθεί στην πορεία τους.» Θεωρώ ότι, σύμφωνα με το Ν.17(Ι)/2013και ειδικότερα τα άρθρα 12
(15)και 12
(16)αυτού τα θιγόμενα μέρη δεν δύνανται να εγείρουν οποιαδήποτε διαδικασία απαιτώντας την πληρωμή των χρεών και υποχρεώσεων που επηρεάσθηκαν από την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με τα ίδια μέσα ούτε και να απαιτήσουν, είτε από το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση, είτε από τη Δημοκρατία, οποιαδήποτε χρηματική αποζημίωση για ζημιές που δυνατόν να έχουν υποστεί ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης. Αντιθέτως, θεωρώ ότι, σύμφωνα με το άρθρο 26 του εν λόγω Νόμου, σε περίπτωση που μέτοχος/πιστωτής ή αντισυμβαλλόμενος που υπόκειται σε εξυγίανση θεωρεί ότι η οικονομική του κατάσταση έχει επιδεινωθεί σε σχέση με αυτή στην οποία θα βρισκόταν εάν δεν είχαν ληφθεί τα μέτρα εξυγίανσης, το επηρεαζόμενο πρόσωπο θα περιοριστεί στην αναζήτηση οικονομικής επανόρθωσης και στην καταβολή αποζημιώσεων για ζημιά που έχει υποστεί δυνάμει της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης. Θεωρώ ότι οι Αιτητές δεν μπορούν να εξαιτούνται συντηρητικά διατάγματα για την παγοποίηση των λογαριασμών τους και/ή αναστολή των σχετικών Διαταγμάτων που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα και/ή τη μη εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης επί των λογαριασμών τους, λόγω του ότι οι πράξεις που περιέχονται στα Διατάγματα έχουν ήδη εκτελεστεί από την 29.3.2013 και ώρα 06:10 πμ. Συνεπώς θεωρώ ότι οι Αιτητές - Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να αιτούνται με την Αίτηση την οποιαδήποτε γενική απαγόρευση επέμβασης στους λογαριασμούς τους, χωρίς να αναφέρουν συγκεκριμένα ποσά που έχουν απωλέσει. Αντιθέτως, θεωρώ ότι οι Αιτητές θα έπρεπε να αποδείξουν ότι η ζημιά που έχουν υποστεί είναι μεγαλύτερη από αυτή που θα υφίσταντο αν τα Διατάγματα δεν είχαν εκδοθεί και οι τράπεζες είχαν αφεθεί στην πορεία τους. Περαιτέρω, θεωρώ ότι η οποιαδήποτε ζημιά ήθελε αποδειχθεί ότι είχε προκληθεί στους Αιτητές μπορεί να απονεμηθεί και ικανοποιηθεί σε χρήμα. Ως εκ τούτου οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει την προϋπόθεση της ανεπανόρθωτης ζημιάς και ειδικότερα τον κίνδυνο να μην απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω θεωρώ ότι τα εκδοθέντα δυνάμει των αιτητικών Β και Γ της Αίτησης είναι αντίθεται και/ή δεν συνάδουν την Χριστοδούλου κ.ά. ν. Κεντρικής Τράπεζας κ.ά. (ανωτέρω), δεν έχουν στοιχειοθετηθεί οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων τέτοιας φύσης και οι Καθ' ων η Αίτηση - Εναγόμενοι 4, 6 και 7 έχουν συμμορφωθεί πλήρως με τα όσα επιβάλλονται από τα σχετικά Διατάγματα που έχουν εκδοθεί δυνάμει των προνοιών του Ν.17(Ι)/2013. Ενόψει των ανωτέρω θεωρώ ότι είναι εύλογο και δίκαιο και προς το δημόσιο συμφέρον όπως η Αίτηση απορριφθεί . Η Αίτηση απορρίπτεται και τα εκδοθέντα δυνάμει των αιτητικών Β και Γ προσωρινά διατάγματα ακυρώνονται και/ή παύουν να έχουν οποιαδήποτε ισχύ. Ο κανόνας είναι ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Στην υπό κρίση Αίτηση, οι Αιτητές είχαν να αντιμετωπίσουν μια ιδιόμορφη και πρωτόγνωρη κατάσταση πραγμάτων υπό τη φοβερή πίεση της οποίας προσπάθησαν να διασφαλίσουν τα δικαιώματά τους, όπως τα αντιλαμβάνονταν μέχρι την τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Υπό τέτοιες ιδιάζουσες περιστάσεις θεωρώ εύλογο και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδά της. Εξάλλου, όπως φαίνεται και πιο πάνω, στις 11.4.2014, κατά την απόσυρση και απόρριψη της Αίτησης εναντίον των υπολοίπων Εναγομένων, συμφωνήθηκε και διατάχθηκε όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδά της. Χ. Σολομωνίδης, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.