← Κύπρος

CYTACOM SOLUTIONS LTD ν. Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου, Αρ. 5534/2009, 27/10/2014

CYTACOM SOLUTIONS LTD ν. Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου, Αρ. 5534/2009, 27/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A387 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. 5534/2009 Μεταξύ: CYTACOM SOLUTIONS LTD εκ Λευκωσίας Ενάγοντες -και- Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου, Αρχιεπισκόπου Κυπριανού 31, Ακίνητα Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λ/σού, 4ος όροφος, 3036 Λεμεσός, Τ.Θ.50329, 3603 Λεμεσός Εναγομένων Ημερομηνία: 27.10.2014 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα. Νίτσα Χατζηιωάννου, για Α. Κ. Χατζηιωάννου & Υιοι Για τους Εναγόμενους: κ. Γιώργος Σεραφείμ, για Σεραφείμ & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Α.1. Η αξιούμενη θεραπεία Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει την εξής θεραπεία: «Α. €10.560,00σ ως αποζημιώσεις για ζημιές που προκάλεσαν οι εναγόμενοι με την προκήρυξη, κατακύρωση και ανάκληση του διαγωνισμού «Προμήθεια και Εγκατάσταση Συστημάτων Τηλεδιάσκεψης» υπ΄ αριθμό ΥΣΠΤ

(7)/016/
  1. Β. Νόμιμο τόκο. Γ. Έξοδα και 15% Φ.Π.Α.». Α.
  2. Τα παραδεκτά γεγονότα Κατά την έναρξη της ακρόασης της ως άνω αγωγής, οι συνήγοροι αμφότερων των διαδίκων κατέθεσαν από κοινού κατάλογο παραδεκτών γεγονότων ως ακολούθως (βλ. το τεκμήριο που σημειώθηκε ως «Έγγραφο Α»): «ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
  3. Οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη σύμφωνα με το νόμο στην Κύπρο που ασχολείται με την πώληση και/ή εγκατάσταση και/ή συντήρηση τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού.
  4. Οι εναγόμενοι είναι το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου.
  5. Κατά ή περί την 16/08/2008 οι εναγόμενοι προκήρυξαν διαγωνισμό για την «Προμήθεια και Εγκατάσταση Συστημάτων Τηλεδιάσκεψης» με αριθμό ΥΣΠΤ
(7)/016/2008 (εφεξής «διαγωνισμός»).
  1. Οι ενάγοντες, μεταξύ άλλων προσφοροδοτών, υπέβαλαν και αυτοί προσφορά για το διαγωνισμό.
  2. Οι εναγόμενοι κατακύρωσαν το διαγωνισμό στην e-Net Solutions Ltd κατά ή περί την 26/11/2008 για το ποσό των €349,230,60 σεντ..
  3. Κατά τις 10/12/2008 οι ενάγοντες προσέφυγαν στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών (ΑΑΠ) και καταχώρησαν την ιεραρχική προσφυγή με αριθμό 100/2008 ως το Τεκμήριο 1, και ζητούσαν ακύρωση της απόφασης των εναγομένων και επίσης καταχώρησαν και αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης των εναγομένων μέχρι την εξέταση της προσφυγής τους ως το Τεκμήριο
  4. Στις 10/12/2008 η ΑΑΠ, με βάση τη ιεραρχική προσφυγή των εναγόντων αρ. 100/2008, αποφάσισε την αναστολή της διαδικασίας, ανάθεσης ή την εκτέλεση οποιασδήποτε πράξης ή απόφασης σχετική με τη διαδικασία ανάθεσης, καθώς και την υπογραφή της σύμβασης μέχρι τις 12/12/2008 ως το Τεκμήριο
  5. Στις 12/12/2008 με τη συγκατάθεση του δικηγόρου των εναγομένων δόθηκε παράταση ισχύος του προσωρινού διατάγματος μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης από την ΑΑΠ ως το Τεκμήριο
  6. Στις 18/03/2009 η ΑΑΠ έστειλε επιστολή στους δικηγόρους των εναγόντων και στους ενάγοντες με την οποία τους ενημέρωνε την ημερομηνία ορισμού της ιεραρχικής προσφυγής για Ακρόαση, παρουσιάζω ως το Τεκμήριο
  7. Με επιστολή ημερ. 13/02/2009 οι εναγόμενοι ενημέρωναν, μεταξύ άλλων, τους ενάγοντες ότι ανακάλεσαν την απόφαση τους για κατακύρωση του διαγωνισμού στην e-Net Solutions Ltd στις 09/02/2009 λόγω κακής συγκρότησης της προηγούμενης Επιτροπής Προσφορών και ότι θα προέβαιναν σε προκήρυξη νέου διαγωνισμού με το ίδιο αντικείμενο και τους ίδιους όρους ως ο διαγωνισμός ΥΣΠΤ
(7)/016/2008 ως το Τεκμήριο 6. Στα πλαίσια της απόφασης ανάκλησης του διαγωνισμού, αποφάσισαν, μεταξύ άλλων που αναφέρονται στην επιστολή ημερ. 13/02/2009, ότι όσοι ενδιαφερόμενοι προσφοροδότες κατέβαλαν το ποσό που απαιτείτο για την προμήθεια των όρων της προσφοράς ΥΣΠΤ
(7)/016/2006, το καταβληθέν ποσό θα συμψηφιστεί με το ποσό που θα απαιτείται να καταβληθεί για τη λήψη των νέων όρων προσφοράς που θα προκηρυχθεί και που θα αφορά το ίδιο αντικείμενο και τους ίδιους όρους ως η προσφορά με αρ. ΥΣΠΤ
(7)/016/2008 11. Οι ενάγοντες δεν προσέβαλαν την απόφαση ανάκλησης και επαναπροκήρυξης της προσφοράς με αρ. ΥΣΠΤ
(7)/016/
  1. Ενόψει της ανάκλησης της απόφασης των εναγομένων, ο δικηγόρος των εναγόντων με επιστολή ημερ. 30/03/2009 προς την ΑΑΠ, η οποία κοινοποιήθηκε και στο δικηγόρο των εναγομένων, απόσυρε την ιεραρχική προσφυγή με αριθμό 100/2008 λόγω του ότι ήταν άνευ αντικειμένου ως το Τεκμήριο
  2. Η προσφυγή τελικά αποσύρθηκε ως η απόφαση της ΑΑΠ, Τεκμήριο
  3. Η εν λόγω απόφαση της ΑΑΠ αναφέρει, επίσης, ότι δεν επιδικάζονται έξοδα επί της διαδικασίας.
  4. Με άλλη επιστολή της ίδιας ημερομηνίας, οι ενάγοντες απαιτούσαν από τους εναγόμενους το ποσό των €10.560,00, έξοδα τα οποία είχαν υποστεί λόγω της παράνομης απόφασης των εναγομένων ως το Τεκμήριο
  5. Οι εναγόμενοι με επιστολή τους ημερ. 05/06/2009 απόρριψαν την απαίτηση των εναγόντων, ως το Τεκμήριο 10 και μέχρι σήμερα κανένα ποσό δεν έχει δοθεί για αποζημίωση των εναγόντων.». Σημειώνω ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 9 υπό το Έγγραφο Α, το οποίο ανταποκρίνεται στα διαλαμβανόμενα στην παρα. 8 της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων, το αξιούμενο ποσό των €10.560,00σ. αναλύεται ως εξής: (α) €4.260,00 που καταβλήθηκε στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών (β) €4.000,00 ως έξοδα ετοιμασίας της προσφοράς τους (γ) €2.300,00 δικηγορικά έξοδα περιλαμβανομένου ΦΠΑ που έχουν υποστεί. Επισημαίνω συγχρόνως ότι꞉ (α) Με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7 υπό το Έγγραφο Α (που είναι η επιστολή, ημερ. 30.3.2009, με την οποία ο δικηγόρος των Εναγόντων στο πλαίσιο της ιεραρχικής προσφυγής αρ. 100/2008 εναντίον του ΤΕΠΑΚ ειδοποιούσε τον Πρόεδρο της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών ότι απέσυρε την ιεραρχική προσφυγή λόγω του ότι «η υπό αναθεώρηση απόφαση του ΤΕΠΑΚ έχει ανακληθεί και ως εκ τούτου η προσφυγή είναι άνευ αντικειμένου»), οι Ενάγοντες επεφύλαξαν ρητά το δικαίωμά τους για τις δαπάνες και έξοδα στα οποία είχαν υποβληθεί.». (β) Στη συνέχεια, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 9 υπό το Έγγραφο Α ο δικηγόρος των Εναγόντων διεκδίκησε τα απωλεσθέντα έξοδα και τις δαπάνες από τους Εναγόμενους με επιστολή ημερ. 30.3.
  6. (γ) Οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν ευθύνη για τα έξοδα και τις δαπάνες με την επιστολή ημερ. 5.6.2009 ως το Τεκμήριο 10 υπό το Έγγραφο Α. (δ) Στο στάδιο που οι Ενάγοντες επανήλθε στην αλληλογραφία τους με τους Εναγομένους για να δώσουν τα σχόλιά τους (βλ. τη σελ. 2 του Τεκμηρίου 1 υπό το Έγγραφο Β) σχετικά με τους όρους της προκήρυξης του νέου διαγωνισμού, επεφύλαξαν εκ νέου ρητά το δικαίωμά τους να διεκδικήσουν τις απωλεσθείσες δαπάνες και έξοδα από τον ανακληθέντα διαγωνισμό. Α.
  7. Τα επίδικα νομικά θέματα Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα δεσμεύουν το Δικαστήριο και αποτελούν ευρήματα γεγονότων επί των οποίων η δικαστική απόφαση δέον να στηριχθεί. Σημειώνω, συναφώς, ότι όπως το έθεσε ο Πικής, Π., στην υπόθεση
  8. Cybarco Ltd,
  9. Δήμος Λευκωσίας v. Rawnsello Trading Company Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 726꞉ «η παραδοχή γεγονότων αποτελεί θεσμοθετημένο μέσο για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων (Δ.21) και τον περιορισμό τους προδικαστικά (Δ.24). Γεγονότα μπορεί να γίνουν παραδεχτά σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας προς εξυπηρέτηση του ίδιου σκοπού. Όπως τονίζεται σε πρόσφατη Αγγλική απόφαση, είναι προς το συμφέρον τόσο της δικαιοσύνης όσο και των διαδίκων, (α) όπως η διάρκεια της δίκης δεν είναι μακρύτερη απ' ότι είναι απαραίτητο για την απονομή της δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη υπόθεση, και (β) ότι δεν πρέπει να αναλώνεται δικαστικός χρόνος σε θέματα τα οποία δεν είναι υπό αμφισβήτηση. Η απόφαση είναι η Stanton v. Callaghan [1998] 4 All E.R. 961 (CA) [...].» Η αντιδικία περιορίστηκε υπό το φως των προπαρατεθέντων παραδεκτών γεγονότων ως εξής꞉ (α) Αφενός, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται (βλ. παρα. 9 της Έκθεσης Απαίτησης) ότι οι ως άνω ζημιές τους «οφείλονται αποκλειστικά στην παρανομία και/ή αμέλεια των εναγομένων που ενώ γνώριζαν ή έπρεπε να γνωρίζουν ότι η συγκρότηση της Επιτροπής Προσφορών τους ήταν κακή και γνώριζαν ή έπρεπε να γνωρίζουν ότι οι ενέργειές τους θα προκαλούσαν ζημιά στους ενάγοντες, παράνομα και καθ' υπέρβαση των εξουσιών προχώρησαν σε προκήρυξη και κατακύρωση του διαγωνισμού και επέμεναν σε αυτήν την απόφαση εξαναγκάζοντας τους ενάγοντες να υποστούν τα έξοδα της ετοιμασίας και υποβολής προσφοράς και καταχώρησης και προώθησης της προσφυγής στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών και τα σχετικά έξοδα.». (β) Αφετέρου, οι Εναγόμενοι λέγουν (βλ. την παρα. 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης) ότι με βάση τη σχετική νομοθεσία οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται τις αποζημιώσεις που αξιούν και οι οποίες εξειδικεύονται στο αιτητικό της Έκθεσης Απαίτησης. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά και/ή άνευ βλάβης του (α) ανωτέρω, οι Εναγόμενοι λέγουν ότι οι Ενάγοντες εμποδίζονται και/ή κωλύονται (is estopped) να απαιτούν τις αξιούμενες αποζημιώσεις, εν όψει του ότι οι ίδιοι οικειοθελώς έλαβαν μέρος στην όλη διαδικασία αποδεχόμενοι τα δικαιώματα αλλά και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται δυνάμει των διατάξεων της σχετικής νομοθεσίας. Για αυτούς τους λόγους, οι Εναγόμενοι ζητούν απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος των Εναγόντων. (γ) Οι Ενάγοντες, απαντούν (βλ. την παρα. 3 του δικογράφου της Απάντησης) ότι «κανένα κώλυμα και/ή εμπόδιο υπάρχει λόγω της οικειοθελούς συμμετοχής τους στο διαγωνισμό και έχουν κάθε νόμιμο δικαίωμα να απαιτούν τις ζημιές που υπέστησαν λόγω της παρανομίας των εναγομένων, κάτι που οι ίδιοι αναγνώρισαν με την ανάκληση της απόφασής τους.». Α.
  1. Η ακροαματική διαδικασία Για να αποδείξουν την υπόθεσή τους και ειδικότερα το μέγεθος των απωλεσθεισών δαπανών, οι Ενάγοντες παρουσίασαν δύο μάρτυρες: την κα Άννα Γιαννάκη (ΜΕ1) που είναι Γραμματέας των Εναγόντων, και τον κ. Τρύφωνα Τρύφωνος (ΜΕ2) που είναι Διευθυντής Λειτουργίας των Εναγόντων. Έκλεισαν την υπόθεσή τους στη βάση των παραδεκτών γεγονότων και της δοθείσας προφορικής μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ
  2. Από την άλλη, οι Εναγόμενοι δεν θεώρησαν αναγκαίο να προσκομίσουν προφορική μαρτυρία. Αναπτύχθηκαν οι εκατέρωθεν εισηγήσεις των συνηγόρων των διαδίκων με γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες είχα την ευκαιρία να μελετήσω και στις οποίες θα αναφερθώ κατά την αιτιολόγηση της δικαστικής μου κρίσης. Β. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Β.1 Η μαρτυρία της ΜΕ1 Η Άννα Γιαννάκη (ΜΕ1) υιοθέτησε στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής της το περιεχόμενο της γραπτής της δήλωσης ως το Έγγραφο Β και παρουσίασε αριθμό τεκμηρίων (αρ. 1 έως 5) προς απόδειξη των πραγματικών εξόδων που επωμίσθηκαν οι Ενάγοντες κατά την υποβολή της προσφοράς τους, ως εξής: Έξοδα αγοράς των εγγράφων διαγωνισμού - €300,00 (Τεκμήριο 2 υπό το Έγγραφο Β Έξοδα εγγυητικής επιστολής για υποβολή προσφοράς - €310,25 (Τεκμήριο 3 υπό το Έγγραφο Β) Έξοδα ανανέωση της εγγυητικής (παράταση ισχύος) - €147,33 (Τεκμήριο 4 υπό το Έγγραφο Β) Τέλος καταχώρησης ιεραρχικής προσφυγής στην ΑΑΠ - €2.560,00 (Τεκμήριο 1 υπό το Έγγραφο Α) Τέλος καταχώρησης αίτησης στην ΑΑΠ για λήψη προσωρινού μέτρου -€1.700,00 (Τεκμήριο 2 υπό το Έγγραφο Α) Έξοδα ετοιμασίας της προσφοράς από τους Ενάγοντες - €3.242,42 Δικηγορικά έξοδα για την ενώπιον στην ΑΑΠ διαδικασία - €2.300,00 (Τεκμήριο 5 υπό το Έγγραφο Β) ΣΥΝΟΛΟ: €10.560,00 Συγχρόνως, όμως, η ΜΕ1, διευκρίνισε με τη γραπτή της δήλωση ότι οι Ενάγοντες δεν θα επιμείνουν στην απαίτηση τους για τα έξοδα αγοράς των εγγράφων του διαγωνισμού (€300), «λόγω του ότι με την προκήρυξη του δεύτερου διαγωνισμού, δεν χρειάστηκε οι ενάγοντες να ξανά πληρώσουν για αυτά». Συνεπώς, το ποσό που οι Ενάγοντες αξιώνουν ως θεραπεία στην αγωγή περιορίστηκε κατά την ακρόαση στις €10.260,
  3. Το αξιούμενο ποσό των εξόδων ετοιμασίας της προσφοράς αιτιολογήθηκε από τη ΜΕ1 ως εξής: Έξοδα μελέτης διαγωνισμού και ετοιμασίας εγγράφων από υπάλληλο Τρύφωνα Τρύφωνος 10 Μέρες @ €191,00 την ώρα = €1.910,00 Έξοδα μελέτης διαγωνισμού και ετοιμασίας εγγράφων από υπάλληλο Παντελή Καλασσίδη 13,5 Μέρες @ €98,70 την ώρα = €1.332,45 ΣΥΝΟΛΟ: €3.242,45 Διευκρίνισε η ΜΕ1 στη γραπτή της δήλωση ότι περαιτέρω επεξηγήσεις ως προς τα έξοδα της ετοιμασίας της προσφοράς των Εναγόντων θα δίδονταν «από τους αρμόδιους υπαλλήλους των εναγόντων που κατέχουν τα στοιχεία». Υποστηρίζοντας τις αξιώσεις των Εναγόντων, η ΜΕ1 εισηγήθηκε στο πλαίσιο της γραπτής της δήλωσης ότι (βλ. παρα. 6 έως 10 του Εγγράφου Β):
  4. «Οι ενάγοντες δικαιούνται αποζημίωσης λόγω της παρανομίας και/ή αμέλειας των εναγομένων που γνώριζαν ή έπρεπε να γνώριζαν ότι η συγκρότηση της Επιτροπή Προσφορών ήταν κακή κατά τη προκήρυξη του διαγωνισμού και κατά τη κατακύρωση του διαγωνισμού στην e-Net Solutions Ltd.
  5. Έχω διαβάσει την Έκθεση Υπεράσπισης των εναγομένων και απορρίπτω το περιεχόμενο της. Ειδικότερα, απορρίπτω τον ισχυρισμό ότι επειδή οι ενάγοντες οικειοθελώς έλαβαν μέρος στον διαγωνισμό σημαίνει ότι πρέπει να υποστούν και τα έξοδα των παράνομων ενεργειών των εναγομένων.
  6. Τα πιο πάνω έξοδα απωλέσθηκαν και έγιναν εις μάτην αφού οι εναγόμενοι παράνομα και από αμέλεια δική τους εκδώσαν απόφαση η οποία λήφθηκε από την Επιτροπή Προσφορών, που η συγκρότηση της ήταν κακή, μετά από δική τους παραδοχή, γεγονός που γνώριζαν ή έπρεπε να γνωρίζουν. Περαιτέρω, ήταν και η προκήρυξη του διαγωνισμού παράνομη αφού λήφθηκε από την ίδια Επιτροπή Προσφορών, έτσι δεν μπορούσε να διεκδικηθεί επανεξέταση.
  7. Αρνούμαι όλους τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Υπεράσπισης και λέγω ότι αυτοί είναι προΐον δεύτερης σκέψης από τους εναγόμενους.
  8. Για αυτό ζητώ απόφαση ως η απαίτηση των εναγόντων, ήτοι για το ποσό των €10.260,00σ ως αποζημιώσεις για ζημιές που προκλήθηκαν με τη προκήρυξη, κατακύρωση και ανάκληση του διαγωνισμού πλέον τόκο, πλέον έξοδα.». Κατά την αντεξέτασή της η ΜΕ1 δήλωσε ότι τα έξοδα ετοιμασίας των εγγυητικών για τη συμμετοχή τους στον επίδικο διαγωνισμό δεν αποσβέστηκαν κατά τη συμμετοχή τους στο δεύτερο διαγωνισμό που προκήρυξαν οι Εναγόμενοι, αφού απεναντίας χρειάστηκε να υποβάλουν νέες εγγυητικές. Επίσης η ΜΕ2 δήλωσε ότι δεν γνώριζε αν οι Ενάγοντες έχουν πληρώσει στους δικηγόρους τους το ποσό των δικηγορικών εξόδων για το οποίο εκδόθηκε η κατατεθείσα από αυτήν στο Δικαστήριο χρεωστική σημείωση ως το Τεκμήριο 5 υπό το Έγγραφο Β. Β.
  9. Η μαρτυρία του ΜΕ2 Ο κ. Τρύφωνας Τρύφωνος (ΜΕ2) υιοθέτησε στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής της το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης ως το Έγγραφο Ε. Όπως αυτός δηλώνει είναι στην υπηρεσία των Εναγόντων από τις 24/03/2003 και κατέχει τη θέση του Διευθυντή Λειτουργίας από τον Ιανουάριο του 2007 περίπου. Σπούδασε Ηλεκτρολόγος/Μηχανικός στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας. Πριν την πρόσληψη του στους Ενάγοντες εργάστηκε στη Hellenic Technical για δυόμιση χρόνια περίπου σαν Μηχανικός Τηλεπικοινωνιών. Ο ΜΕ2 δήλωσε ότι οι Ενάγοντες έλαβαν μέρος στον διαγωνισμό «Προμήθεια και Εγκατάσταση Συστημάτων Τηλεδιάσκεψης» με αριθμό ΥΣΠΤ
(7)/016/2008 που προκήρυξαν οι Εναγόμενοι, υποβάλλοντας την προσφορά ως το Τεκμήριο 1 που αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο. Για την ετοιμασία αυτής της προσφοράς των Εναγόντων, ο ΜΕ2 επιβεβαίωσε τα λεγόμενα της ΜΕ1 ως προς το ότι εργάστηκαν ο Παντελής Καλλασίδης και ο ίδιος ο ΜΕ
  1. Επιβεβαίωσε επίσης ότι αυτός διέθεσε 10 μέρες για το σκοπό αυτό και ο κ. Καλασσίδης 13.5 μέρες. Ο ΜΕ2 έδωσε στη συνέχεια περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς τη χρέωση εξόδων που αντιστοιχούσε στον κάθε υπάλληλο που εργάστηκε για την ετοιμασία της προσφοράς. Παραθέτω τις παρα. 5 έως 8 της γραπτής του δήλωσης:[1]
  2. «Κατά τον Αύγουστο του 2008 η μισθοδοσία μου ήταν €43.444.52 Παρουσιάζω ως Τεκμήριο 2 το έντυπο μισθοδοσίας μου. Η ανά μέρα μισθοδοσία μου είναι €191,
  3. Συνεπώς οι 10 μέρες που σπατάλησα στην ετοιμασία της προσφοράς των εναγόντων, κόστισαν στους ενάγοντες €1.912,00, όμως είχαμε απαιτήσει €1.910,00, έτσι θα περιοριστώ σε αυτό.
  4. Η μισθοδοσία του Παντελή Καλλασίδη κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν €22.736,48 ετησίως ή €100,94 την μέρα που σημαίνει ότι οι 13,5 μέρες που διέθεσε στην ετοιμασία της προσφοράς κόστισαν στους ενάγοντες €1.362,69, όμως είχαμε απαιτήσει €1.332,45σ, έτσι θα περιοριστώ σε αυτό. Παρουσιάζω ως Τεκμήριο 3 τον υπολογισμό του κόστους των εναγόντων όπως ετοιμάστηκε από το Λογιστήριο μας και ως Τεκμήριο 4 το έντυπο μισθοδοσίας του κ. Καλασσίδη.
  5. Για την ετοιμασία της προσφοράς έπρεπε να μελετήσουμε τις προδιαγραφές και να αναζητήσουμε κατάλληλα είδη, να τα κοστολογήσουμε και τις υπηρεσίες που χρειάζονταν.
  6. Μετά την ακύρωση του διαγωνισμού και προκήρυξη νέας προσφοράς, έπρεπε να μελετήσουμε τις νέες προδιαγραφές και να τις συγκρίνουμε με τις προηγούμενες. Διαπιστώσαμε ότι υπήρχε διαφορά σε κάποια σημεία. Έτσι χρειάστηκε να αναζητήσουμε και κοστολογήσουμε αυτό το νέα στοιχεία και να ξανά ελέγξουμε την όλη προσφορά αναφορικά με τις τιμές για να βεβαιωθούμε ότι η νέα προσφορά που υποβάλλαμε θα είχε τα εχέγγυα της μυστικότητας αναφορικά με τη τιμή. Έτσι ουσιαστικά επαναλάβαμε την εργασία που έγινε για τη πρώτη προσφορά και διαθέσαμε ανάλογες ώρες τόσο εγώ, όσο και ο κ. Καλλασσίδης. Παρουσιάζω ως Τεκμήριο
  7. έγγραφο που ετοίμασα στο οποίο φαίνονται οι διαφορές του πρώτου διαγωνισμού με το δεύτερο διαγωνισμό.». Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ2 παραδέχθηκε ότι οι Ενάγοντες είχαν μελετήσει και αποδεχθεί τους όρους της επίδικης προσφοράς, και με πλήρη γνώση αυτών υπέβαλαν προσφορά. Ήταν σταθερός στη θέση του ο ΜΕ2 ότι λόγω διαφοροποίησης των όρων του δεύτερου διαγωνισμού που προκήρυξαν οι Εναγόμενοι μετά την ακύρωση του επίδικου διαγωνισμού, χρειάστηκε να μελετήσουν εξ υπαρχής τους όρους του νέου διαγωνισμού, γι' αυτό και δεν αποσβέστηκε η δαπάνη που είχαν καταβάλει για την ετοιμσία της προσφοράς τους στον πρώτο (δηλ. τον επίδικο) διαγωνισμό. Δήλωσε επίσης ο ΜΕ2 ότι, αν και δεν ανατέθηκε η σύμβαση στους Ενάγοντες στο πλαίσιο του νέου διαγωνισμού, εντούυτοις αυτοί δεν άσκησαν προσφυγή κατά της απόφασης μη ανάθεσης της σύμβασης σε αυτούς. Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας προς απόδειξη των ζημιών δεν παρουσιάζει δυσκολία. Τα όσα οι ΜΕ1 και ΜΕ2 κατέθεσαν παρέμειναν ουσιαστικά αναντίλεκτα. Και οι δύο μάρτυρες ήσαν γνώστες των θεμάτων για τα οποία έδωσαν μαρτυρία και ο λόγος τους υπήρξε καθαρός και σαφής. Δεν υπέπεσαν σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Αποδέχομαι τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 ως ειλικρινή, αληθή και αξιόπιστη. Στη βάση αυτής τεκμηριώθηκε, κατά την κρίση μου, δεόντως η διενέργεια των δαπανών για τις οποίες αξιώνουν αποζημίωση, με εξαίρεση τη δαπάνη για τα δικηγορικά έξοδα ετοιμασίας και καταχώρισης της ιεραρχικής προσφυγής στην ΑΑΠ και της αίτησης για το προσωρινό διάταγμα. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τα δικηγορικά έξοδα για την ενώπιον της ΑΑΠ διαδικασία, ύψους €2300 ευρώ, η ΜΕ1 παρουσίασε (βλ. το Τεκμήριο 5 υπό το Έγγραφο Β) χρεωστική σημείωση που εξέδωσαν οι δικηγόροι των Εναγόντων στους πελάτες τους. H ΜΕ2 παραδέχθηκε αντεξεταζόμενη ότι δεν γνωρίζει αν το ποσό αυτό καταβλήθηκε ήδη από τους Ενάγοντες προς τους Εναγομένους. Παρατηρώ, συγχρόνως, ότι η καλυπτική επιστολή, ημερ. 10.4.2009, των δικηγόρων της Ενάγουσας προς την Ενάγουσα, στην οποία επισυνάπτεται η χρεωστική σημείωση για τα δικηγορικά έξοδα της μελέτης, ετοιμασίας και καταχώρησης ιεραρχικής προσφυγής και αίτησης για προσωρινό διάταγμα συνολικού ποσού €2.300,00 αναφέρει «επισυνάπτω χρεωστική σημείωση για τα έξοδα μας και παρακαλώ όπως έχω επιταγή σας εις εξόφληση». Τέτοια επιταγή ή άλλη απόδειξη πληρωμής δεν έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακρόαση της αγωγής. Επίσης, στο ίδιο το τιμολόγιο αναφέρεται ότι «Το παρόν δεν είναι φορολογικό τιμολόγιο. Το φορολογικό τιμολόγιο θα εκδοθεί με την πληρωμή». Δεν έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου φορολογικό τιμολόγιο ως εναλλακτικό μέσο απόδειξης της εξόφλησης του τιμολογίου. Δ. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Πέραν των παραδεκτών γεγονότων που καταγράφηκαν ανωτέρω, αποτελεί εύρημά μου ότι οι Ενάγοντες υποβλήθηκαν στις ακόλουθες δαπάνες και έξοδα που διεκδικούν στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, ήτοι꞉ Έξοδα εγγυητικής επιστολής για υποβολή προσφοράς - €310,25 (Τεκμήριο 3 υπό το Έγγραφο Β) Έξοδα ανανέωση της εγγυητικής (παράταση ισχύος) - €147,33 (Τεκμήριο 4 υπό το Έγγραφο Β) Τέλος καταχώρησης ιεραρχικής προσφυγής στην ΑΑΠ - €2.560,00 (Τεκμήριο 1 υπό το Έγγραφο Α) Τέλος καταχώρησης αίτησης στην ΑΑΠ για λήψη προσωρινού μέτρου -€1.700,00 (Τεκμήριο 2 υπό το Έγγραφο Α) Έξοδα ετοιμασίας της προσφοράς από τους Ενάγοντες - €3.242,42 (μαρτυρία του ΜΕ2). Ε. ΟΙ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΝΟΜΙΚΕΣ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΗΓΟΡΩΝ Η θέση που προωθούν οι Ενάγοντες είναι ότι τόσον η προκήρυξη του διαγωνισμού όσο και η κατακύρωση αυτού υπήρξαν παράνομες ή/και αμελείς πράξεις των Εναγομένων λόγω της κακής συγκρότησης της Επιτροπής Προσφορών την οποία οι Εναγόμενοι γνώριζαν ή/και όφειλαν να γνωρίζουν. Αυτή η παρανομία ή/και αμέλεια είναι παραδεκτή από τους Εναγόμενους, οι οποίοι και ανακάλεσαν την προκήρυξη του διαγωνισμού, αφήνοντας όμως ως ζημιογόνο κατάλοιπο για τους Ενάγοντες τις απωλεσθείσες δαπάνες για τη συμμετοχή τους στο διαγωνισμό, για τις οποίες και απαιτούν να αποζημιωθούν. Σπεύδω να επισημάνω ότι, όπως προκύπτει από τη δικογράφιση της Έκθεσης Απαίτησης, αλλά και από το περιεχόμενο της τελικής (γραπτής) αγόρευσης των συνηγόρων των Εναγόντων, η παρούσα αγωγή προωθείται στη βάση αστικής ευθύνης που κατ' ισχυρισμόν έχουν οι Εναγόμενοι έναντι των Εναγόντων για το αστικό αδίκημα της αμέλειας και όχι στη βάση αγώγιμου δικαιώματος που εδράζεται στις διατάξεις του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος ή του άρθρου 59 του περί Σύναψης Συμβάσεων (Προμήθειες, Έργα και Υπηρεσίες) Νόμου του 2003 (Ν.101/2003), καθότι όπως ρητά αναγνωρίζουν στη τελική τους αγόρευση οι συνήγοροι των Εναγόντων (βλ. ειδικότερα τις παρα. 38 και 39, σελ. 22 της γραπτής αγόρευσης), και όπως αποκαλύπτεται στη βάση των παραδεκτών γεγονότων, εδώ δεν υπάρχει ακύρωση της απόφασης των Εναγομένων να ανακαλέσουν την προκήρυξη του διαγωνισμού από την ΑΑΠ ή από το Ανώτατο Δικαστήριο. Για τον ίδιο λόγο, οι συνήγοροι των Εναγόντων εισηγούνται στην τελική τους αγόρευση ότι οι νομοθετικές διατάξεις του περί Σύναψης Συμβάσεων (Προμήθειες, Έργα και Υπηρεσίες) Νόμου του 2003 (Ν.101/2003)δεν δημιουργούν κώλυμα για τη διεκδίκηση των αποζημιώσεων στην παρούσα αγωγή (βλ. παρα. 29 έως 37 της τελικής αγόρευσης). Εισηγούνται, περαιτέρω, οι συνήγοροι των Εναγόντων ότι υφίσταται συμβατική σχέση μεταξύ των Εναγόντων και Εναγομένων στη βάση της προκήρυξης του διαγωνισμού, η οποία ωστόσο - ως είναι η θέση τους - δεν αποτελεί κώλυμα στην ύπαρξη του καθήκοντος επιμέλειας των Εναγομένων έναντι των Εναγόντων (βλ. ειδικότερα τις παρα. 13, 15, 16, 21 και 26 , σελ. 10 - 15 της τελικής αγόρευσης). Αν οι Εναγόμενοι δεν ήταν αμελείς κατά την προκήρυξη και κατακύρωση του διαγωνισμού και είχαν ακολουθήσει τη νόμιμη διαδικασία, τότε οι ενάγοντες θα δεσμεύονταν από τους συμβατικούς όρους της προκήρυξης περί απαλλαγής ευθύνης (βλ. παρα. 21 της τελικής αγόρευσης). Οι Ενάγοντες διευκρινίζουν ότι δεν δικογραφούν ως βάση αγωγής την παράβαση σύμβασης, αλλά το αστικό αδίκημα της αμέλειας και παραπέμπουν στην τελική αγόρευσή του στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Belvestico Trading Ltd
(2006)1B ΑΑΔ 838 προς επεξήγηση των συνεπειών που έχει αυτού του είδους η δικογράφιση για την εφαρμογή των όρων της προκήρυξης περί απαλλαγής ευθύνης. Αξίζει εδώ να σημειώσω ότι στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Belvestico Trading Company Ltd
(2006)1B A.A.D. 838, υπήρχαν ρήτρες στη συμβατική σχέση μεταξύ των μερών που απάλλασσαν την τράπεζα από ευθύνη αν είχε ενεργήσει βάσει των οδηγιών του πελάτη της. Με βάση όμως τα γεγονότα της υπόθεσης, η τράπεζα είχε ενεργήσει εναντίον των οδηγιών. Κρίθηκε λοιπόν ότι δεν υπήρχε ενδεχόμενο οι ρήτρες αυτές να την εκάλυπταν ούτε καν για αμέλεια, πολύ δε περισσότερο για εσκεμμένες ενέργειες (Βλ. επίσης την απόφαση του Δ. Χατζηχαμπή, Π., ημερομηνίας 21.11.2013, στην Πoλιτική ΄Εφεση αρ. 126/2009, Λοϊζου Μιχάλη Σιτανάρη -ν- Οργανισμός Αναπτύξεως Γης). Από την άλλη, ο συνήγορος των Εναγομένων θέτει ως αφετηρία της νομικής του ανάλυσης, το ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού και οι όροι του αποτελούν πράξη κανονιστικού περιεχομένου που δεσμεύει τόσο τη διοίκηση όσο και τους διαγωνιζόμενους (Papaetis Medical Co. Ltd v Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 97), με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ειδωθεί η ευθύνη από πλευράς Εναγομένων έναντι των Εναγόντων σε οποιοδήποτε άλλο πλαίσιο έξω από εκείνο που προδιαγράφεται στην προκήρυξη του διαγωνισμού. Είναι η εισήγηση του συνηγόρου των Εναγομένων ότι οι όροι των εγγράφων του διαγωνισμού που περιορίζουν την ευθύνη των Εναγομένων σε περίπτωση ακύρωσης του διαγωνισμού εφαρμόζονται στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης αποκλείοντας την έγερση αγώγιμου δικαιώματος εκ μέρους των Εναγόντων αφού αυτοί συμμετείχαν στο διαγωνισμό αποδεχόμενοι τους όρους του. Το ότι οι Ενάγοντες υπέβαλαν ανεπιφύλακτα προσφορά με βάση τους όρους της επίδικης προσφοράς ΥΣΠΤ
(7)/016/2008 αποτελεί παραδεκτό γεγονός στη βάση της δοθείσας μαρτυρίας από τον ΜΕ2 αλλά και από το ίδιο το περιεχόμενο της προσφοράς. Στον όρο 2 «Κόστος Προσφοράς», (σελ 5 του Τεκμηρίου ΣΤ) ρητώς αναφέρονται τα ακόλουθα: «2.
  1. Τα έξοδα της ετοιμασίας και υποβολής της προσφοράς επιβαρύνουν αποκλειστικά τον προσφοροδότη. 2.
  2. Σε περίπτωση ακύρωσης της προσφοράς, το Τεχνολονικό Πανεπιστήμιο Κύπρου δεν θα έχει καμία υποχρέωση νια αποζημίωση σε προσφοροδότη νια έξοδα που αυτός έχει υποστεί.».[2] Ως προς τα έξοδα καταχώρισης της ιεραρχικής προσφυγής και της αίτησης για προσωρινό διάταγμα ενώπιον της ΑΑΠ, ο συνήγορος των Εναγομένων παραπέμπει στις διατάξεις του άρθρου 58 του Ν.101(Ι)/2003, για να υποδείξει ότι αυτά είναι εκ του Νόμου μη ανακτήσιμα.[3] Περαιτέρω παραπέμπει στην πρωτόδικη απόφαση της Ο. Α. Λοϊζου, Δ., ημερ. 29.9.2010, στην αγωγή 2669/2006 Shipshore (Cyprus) Ltd ν Γενικού Εισαγγελέα υποστηρίζοντας την εκεί δικαστική διαπίστωση ότι τα εν λόγω έξοδα δεν αποτελούν ζημιά προκληθείσα από την πράξη της αναθέτουσας αρχής και ως τέτοια δεν αποτελούν ζημιά ούτε κατά την έννοια του άρθρου 59 του Ν.101(Ι)/
  3. Έτι, περαιτέρω, ο συνήγορος των Εναγομένων εισηγείται ότι εφόσον η ΑΑΠ αποφάσισε να μην επιδικάσει έξοδα, τούτο ως μέρος του ratio decidendi της απόφασής της θα μπορούσε να είχε προσβληθεί δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.[4] Συγχρόνως, ο συνήγορος των Εναγομένων εισηγείται ότι, για να αποκτούσαν αγώγιμο δικαίωμα, οι Ενάγοντες θα έπρεπε να είχαν εξασφαλίσει προς όφελος τους την ακύρωση της ζημιογόνας πράξης των Εναγομένων (ήτοι της ανάκλησης του διαγωνισμού) είτε από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών βάσει του άρθρου 59 του Ν.101(Ι)/2003 είτε από το Ανώτατο Δικαστήριο βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Εφόσον η ζημιά των Εναγόντων προέρχεται από την ανάκληση της προκήρυξης του διαγωνισμού και εφόσον οι Ενάγοντες δεν προσέφυγαν είτε στην ΑΑΠ είτε στο Ανώτατο Δικαστήριο κατά της απόφασης των Εναγομένων να ανακαλέσουν την προκήρυξη του διαγωνισμού, έπεται - ως εισηγείται ο συνήγορος των Εναγομένων - ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν αποκτήσει αγώγιμο δικαίωμα. ΣΤ. ΝΟΜΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤ.
  4. Το νομοθετικό πλαίσιο προκήρυξης του επίδικου διαγωνισμού Πράγματι, όπως το έχει θέσει ο Νικήτας, Δ. στην προμνησθείσα απόφαση Papaetis Medical Co. Ltd v Δημοκρατίας
(1998)3 ΑΑΔ 97, «Είναι πάγια η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η προκήρυξη δημόσιου διαγωνισμού συνιστά πράξη κανονιστικού περιεχομένου, η οποία διέπει τη διεξαγωγή του. Και η οποία δε δεσμεύει μόνο τους προσφοροδότες, αλλά και την ίδια αρχή που προσφεύγει στο μέτρο αυτό: Β. Χαράκης &Υιοί Λτδ. ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1994)3 Α.Α.Δ. 10 και προσφ. αρ. 455/92 Colakides & Associates κ.α. ν. Δημοκρατίας, ημερ. 15/9/95.». Υπ' αυτή την έννοια, η πράξη της προκήρυξης ενός δημόσιου διαγωνισμού υπάγεται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και όχι του ιδιωτικού δικαίου και η νομιμότητά της ελέγχεται σύμφωνα με το διοικητικό δίκαιο και όχι το αστικό δίκαιο. Ο επίδικος στην παρούσα υπόθεση αποτελούσε δημόσιο διαγωνισμό υπό την πιο πάνω έννοια και τούτο διότι οι Εναγόμενοι, οι οποίοι τον προκήρυξαν, αποτελούσαν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 3
(3)του περί Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμου του 2003 (Ν. 198(Ι)/2003, όπως τελευταία τροποποιήθηκε με το Ν. 114(Ι)/2008 που καλύπτει την περίοδο των επίδικων - ως αμελών - πράξεων) «νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου». Υπάγονταν κατ' επέκταση στην έννοια του όρου «οργανισμός δημοσίου δικαίου» για τους σκοπούς του άρθρου 2 του περί Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων Προμηθειών, Έργων και Υπηρεσιών και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2006 (Ν.12(Ι)/2006)και όντας τέτοιος οργανισμός ενέπιπταν στην έννοια του όρου «αναθέτουσα αρχή» σύμφωνα με το άρθρο 2 του ιδίου Νόμου (Ν.12(Ι)/2006)(βλ. επίσης το Παράρτημα ΙΙΙ του Ν.12(Ι)/2006 όπου ρητά περικλείεται το ΤΕΠΑΚ στους οργανισμούς δημοσίου δικαίου που εμπίπτουν στην εμβέλεια εφαρμογής του Ν.12(Ι)/2006). Αποτελεί, εξάλλου, κοινό έδαφος μεταξύ των συνηγόρων των διαδίκων, όπως τούτο καταγράφεται στις τελικές γραπτές αγορεύσεις τους, ότι, κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο[5], οι διαδικασίες σύναψης του επίδικου διαγωνισμού από τους Εναγόμενους διέπονταν από τις διατάξεις του Ν.12(Ι)/2006. Όπως μάλιστα παρατηρώ, αυτό το νομοθετικό καθεστώς του επίδικου διαγωνισμού καθορίστηκε ρητά στους όρους προκήρυξης του επίδικου διαγωνισμού του ΤΕΠΑΚ και ειδικότερα στη σελ. 5 των Εγγράφων του Διαγωνισμού υπό τον τίτλο «ΙΙ. Οδηγίες προς τους Προσφοροδότες» (βλ. το τεκμήριο που σημειώθηκε ως «Έγγραφο Στ»). Έπεται ότι τόσο το δικαίωμα αμφισβήτησης της νομιμότητας της προκήρυξης του επίδικου διαγωνισμού όσο και τα μέσα θεραπείας των θιγόμενων από πράξεις ή παραλείψεις της αναθέτουσας αρχής στο πλαίσιο του εν λόγω διαγωνισμού υπάγονταν στο ρυθμιστικό πλαίσιο του Ν.12(Ι)/2006, τηρουμένων πάντοτε των διατάξεων του Συντάγματος. Όπως ορθά επισημαίνει η συνήγορος των Εναγόντων, σε ό,τι αφορά τα εν λόγω δικαιώματα και/ή μέσα θεραπείας των Εναγομένων, εφαρμοστέες ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο λήψεως των επίδικων αποφάσεων των Εναγομένων για προκήρυξη και για ανάκληση του διαγωνισμού, δυνάμει του άρθρου 94 του Ν.12(Ι)/2006, οι διατάξεις του Μέρους ΙV του περί Σύναψης Συμβάσεων (Προμήθειες, Έργα και Υπηρεσίες) Νόμος του 2003 (Ν.101(Ι)/2003). Οι εν λόγω διατάξεις διατηρήθηκαν σε ισχύ μέχρι τις 19.11.2010, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ ο περί Συντονισμού των Διαδικασιών Προσφυγής στον Τομέα των Δημοσίων Συμβάσεων Νόμος του 2010 (Ν.91(Ι)/2010). ΣΤ.2 Κατά πόσον υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα για αμέλεια Προτού αναφερθώ στις επιμέρους διατάξεις του Ν.101(Ι)/2003 και στην εκεί ρύθμιση του δικαιώματος αποζημιώσεως για παράνομες - κατά την έννοια του διοικητικού δικαίου - πράξεις ή αποφάσεις μιας αναθέτουσας αρχής, κρίνω κατάλληλο εδώ να διατυπώσω τη δικαστική μου κρίση σχετικά με την εισήγηση των συνηγόρων των Εναγόντων ότι, πέραν και ανεξάρτητα των διατάξεων του Ν.101(Ι)/2003, είναι δυνατόν να υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα για αποζημιώσεις στη βάση του αστικού δικαιώματος της αμέλειας και μάλιστα ανεξαρτήτως των όποιων όρων της προκήρυξης του διαγωνισμού περί απαλλαγής της ευθύνης της αναθέτουσας αρχής σε περίπτωση ακύρωσης του διαγωνισμού. Εξ' ορισμού, βάσει του άρθρου 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, «αμέλεια» συνίσταται- «(α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε, ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής꞉ Νοείται ότι, γι' αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος αμέλειας υπείχε υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις να μην επιδείξει αμέλεια.». ( Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Στο εδάφιο
(2)του άρθρου 51 απαριθμούνται οι περιπτώσεις σχέσεων στις οποίες υφίσταται καθήκον επιμέλειας. Τέτοιες είναι οι περιπτώσεις όπου υφίσταται μεταξύ των μερών η σχέση κατόχου ακίνητης ιδιοκτησίας έναντι του ιδιοκτήτη αυτής, η σχέση μεταξύ του ιδιοκτήτη μεταφορικού μέσου έναντι του μεταφερόμενου σε αυτό φυσικού προσώπου ή της μεταφερόμενης σε αυτό κινητής ιδιοκτησίας, καθώς και η σχέση μεταξύ των ευρισκομένων σε ακίνητη ιδιοκτησία φυσικών προσώπων ή κινητής ιδιοκτησίας έναντι του ιδιοκτήτη ή κατόχου της ακίνητης ιδιοκτησίας. Υφίσταται καθήκον επιμέλειας σε ακόμη μία μόνο περίπτωση στην οποία κρίνω κατάλληλο να αναφερθώ (βλ. την παράγραφο (ε) του εδαφίου
(2)του άρθρου 51), όπου καθορίζεται ότι꞉ «
(2)Υποχρέωση να μην επιδεικνύεται αμέλεια υφίσταται στις πιο κάτω περιπτώσεις, δηλαδή - (ε) Πρόσωπο που ασκεί με αμοιβή ή άλλως πως επάγγελμα, επιτήδευμα ή ασχολία ή παρέχει υπηρεσίες σε άλλο πρόσωπο υπέχει τέτοια υποχρέωση έναντι κάθε προσώπου, επί του οποίου ασκεί το επάγγελμα, επιτήδευμα ή ασχολία ή προς το οποίο παρέχει την υπηρεσία.». Το ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται στην παρούσα υπόθεση είναι το εξής꞉ υφίσταται οποιαδήποτε νομική βάση για εναπόθεση στην αναθέτουσα αρχή, εν προκειμένω στους Εναγομένους, καθήκοντος επιμέλειας έναντι των οικονομικών φορέων που συμμετέχουν στο διαγωνισμό στη βάση της σχέσης που δημιουργεί η προκήρυξη και μόνον ενός διαγωνισμού (και διευκρινίζω ότι εδώ αναφέρομαι στο στάδιο προτού υπάρξει ανάθεση / κατακύρωση της σύμβασης στο πλαίσιο του εν λόγω διαγωνισμού); Κατά την κρίση μου, δεν υπάρχει νομικό έρεισμα για τη διατύπωση τέτοιου καθήκοντος επιμέλειας στη συγκεκριμένη σχέση. Και τούτο διότι στη βάση της προκήρυξης και μόνον ενός διαγωνισμού δεν θεωρείται ότι η αναθέτουσα αρχή προσφέρει ή παρέχει υπηρεσίες προς τους διαγωνιζόμενους και δη έναντι αμοιβής. Αποτελεί σαφή δικαιϊκή αρχή (βλ. την απόφαση ημερ. 31.5.2012 στην Πολιτική Έφεση Αρ. 301/2008, A. Panayides Contracting Limited v M & M Frangos Engineering & Contracting Ltd) ότι στο πλαίσιο του δικαίου των προσφορών, η πρόσκληση για την υποβολή προσφοράς δεν δημιουργεί σύμβαση διότι τέτοια πρόσκληση αποτελεί μόνο πρόσκληση προς προσφορά, με αποτέλεσμα να μην είναι καν αναγκαίο για τον ιδιοκτήτη να αναφέρει ρητώς ότι δεν δεσμεύεται στο να αποδεχθεί τη χαμηλότερη προσφορά, (Halsbury´s Laws of England 4η έκδ., Τόμος 4
(3), παρ. 15 και 17). Η αποδοχή της προσφοράς πρέπει να είναι ανεπιφύλακτη και σαφής και αυτό αποδεικνύεται κατά κανόνα με την παραγγελία των προσφερομένων προϊόντων ή την εκτέλεση των εργασιών, (Chitty on Contracts, General Principles, 23η έκδ., παρ. 53). Αν και έχει επίσης νομολογιακά λεχθεί ότι στην περίπτωση της προκήρυξης διαγωνισμού για την υποβολή υποβολή προσφορών με σκοπό τη σύναψη σύμβασης, είναι δυνατόν να υπάρξουν δύο συμβάσεις, ήτοι η κύρια σύμβαση που προκύπτει από την κατακύρωση της προσφοράς και κάποια παράλληλη ή παρεμφερής σύμβαση ότι η αρχή που προκήρυξε το διαγωνισμό για την υποβολή προσφορών έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη και να εξετάσει όλες τις εμπρόθεσμες προσφορές και ο προσφοροδότης το συμβατικό δικαίωμα (και όχι μόνο μια απλή προσδοκία) ότι η προσφορά του που είχε υποβληθεί εμπρόθεσμα θα εξεταζόταν μαζί με όλες τις άλλες προσφορές που είχαν υποβληθεί σε γενική συμμόρφωση με τους όρους του διαγωνισμού (Blackpool Aero Club v Blackpool B.C. [1990] 1 WLR 1195, per Lord Bingham), εντούτοις η εμβέλεια της εν λόγω δικαστικής απόφασης δεν έχει καθοριστεί με σαφήνεια (για ανάλυση, βλ. το Σύγγραμμα του Πολύβιου Γ. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» Τόμος Α, Εκδόσεις Χρυσαφίνης και Πολυβίου, Λευκωσία 2014, σελ. 108). Εν πάση περιπτώσει, όπως η ίδια η συνήγορος των Εναγόντων έχει σαφώς διευκρινίσει στην τελική της αγόρευση, οι Ενάγοντες επέλεξαν στην παρούσα υπόθεση να μην δικογραφήσουν το αγώγιμο δικαίωμα στη βάση παράβασης (παράλληλης ή παρεμφερούς έστω) σύμβασης, παρά μόνο στη βάση της αμέλειας. Με βάση λοιπόν το σκεπτικό που έχω αναλύσει πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν θεμελιώνεται στη συγκεκριμένη σχέση Αναθέτουσας Αρχής - μη επιτυχόντα προσφοροδότη καθήκον επιμέλειας της πρώτης έναντι του τελευταίου ώστε να υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα λόγω αμελούς πράξης. Δεν είναι τυχαίο, κατά την ταπεινή μου κρίση, το γεγονός ότι το ίδιο το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (όπως ήταν τότε), το έθεσε ως γενική αρχή ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν μπορεί να εξαρτάται από την ύπαρξη αμέλειας της αναθέτουσας αρχής και έκρινε ως μη συνάδουσα με το Κοινοτικό δίκαιο και ειδικότερα με τις διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 1, της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ τη νομοθεσία της Πορτογαλίας στο βαθμό που καθόριζε ως προϋπόθεση για την έγερση αγώγιμου δικαιώματος για αποζημιώσεις την απόδειξη αμελούς διαγωγής από μέρους της Αναθέτουσας Αρχής (βλ. την απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2004 στην υπόθεση C-275/03, Commission v Portugal, βλ. επίσης το Σύγγραμμα του Αχιλλέα Κ. Αιμιλιανίδη «Κυπριακό Δίκαιο των Δημοσίων Συμβάσεων» Δικαιονομία Νομικές Εκδόσεις, Λευκωσία, 2007, που τη μνημονεύει στη σελ. 337 αυτού. Το Διατακτικό της απόφασης έχει ως εξής «Η Πορτογαλική Δημοκρατία, παραλείποντας να καταργήσει το νομοθετικό διάταγμα 48 051 της 21ης Νοεμβρίου 1967, το οποίο εξαρτά από την απόδειξη αμέλειας ή δόλου την καταβολή αποζημιώσεως στα πρόσωπα που έχουν υποστεί βλάβη από παράβαση του κοινοτικού δικαίου περί δημοσίων συμβάσεων ή των εθνικών κανόνων που μεταφέρουν το δίκαιο αυτό στην εθνική έννομη τάξη, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 1, παράγραφος 1, και 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989 για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων.». Σημειωτέον ότι το Άρθρο 1, παράγραφος 1 της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ καθορίζει ότι꞉ «1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζεται, όσον αφορά τις διαδικασίες συνάψεως συμβάσεων του δημοσίου που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 71/305/ΕΟΚ και 77/62/ΕΟΚ, ότι οι αποφάσεις που λαμβάνουν οι αναθέτουσες αρχές υπόκεινται στην άσκηση αποτελεσματικών και, ιδίως, όσο το δυνατόν ταχύτερων προσφυγών, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα παρακάτω άρθρα, και ιδίως στο άρθρο 2 παράγραφος 7, για το λόγο ότι οι αποφάσεις αυτές παραβιάζουν είτε το κοινοτικό δίκαιο περί συμβάσεων του δημοσίου είτε τους εθνικούς κανόνες που μεταγράφουν το δίκαιο αυτό.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) ΣΤ.3 Προϋποθέσεις για την έγερση αγώγιμου δικαιώματος για παράβαση του ισχύοντος δικαίου - Ν.101(Ι)/2003 Παρά το ότι η απόρριψη της βάσης της αγωγής όπως την έχουν δικογραφήσει οι Ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση (δηλ. για αμέλεια), δεν αφήνει περιθώριο για απόδοση οποιωνδήποτε αποζημιώσεων σε άλλη βάση που δεν έχει δικογραφηθεί, θα προχωρήσω για χάριν πληρότητας της μελέτης των εκατέρωθεν εισηγήσεων σε καταγραφή των εξής επισημάνσεων꞉ Α. Ποιο είναι το θεσμοθετημένο σύστημα ελέγχου της νομιμότητας των πράξεων ή αποφάσεων μιας αναθέτουσας αρχής; · Στην Κυπριακή έννομη τάξη, η πιο πάνω διάταξη του Άρθρου 1, παράγραφος 1 της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ ενσωματώθηκε στα άρθρα 55
(1)και 56
(1)του Ν.101(Ι)/2003 ως ακολούθως꞉ «55. Καθίδρυση Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών 55.-
(1)Καθιδρύεται Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών με αρμοδιότητα την εξέταση ιεραρχικών προσφυγών εναντίον πράξεων ή αποφάσεων της αναθέτουσας αρχής που παραβιάζουν οποιαδήποτε διάταξη του ισχύοντος δικαίου και προηγούνται της σύναψης συμβάσεων δημοσίων προμηθειών και έργων και δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών.
(2)[...]
(3)[...] Ιεραρχική προσφυγή εναντίον πράξης ή απόφασης της αναθέτουσας αρχής 56.—
(1)Κάθε ενδιαφερόμενος, ο οποίος έχει ή είχε συμφέρον να του ανατεθεί συγκεκριμένη σύμβαση και ο οποίος υπέστη ή ενδέχεται να υποστεί ζημία από πράξη ή απόφαση της αναθέτουσας αρχής, που παραβιάζει οποιαδήποτε διάταξη του ισχύοντος δικαίου και προηγείται της σύναψης της σύμβασης, έχει δικαίωμα να ασκήσει ιεραρχική προσφυγή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών: Νοείται ότι οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δε θίγουν το δικαίωμα του ενδιαφερόμενου να προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος αντί να ασκήσει ιεραρχική προσφυγή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών. · Σημειωτέον ότι επειδή η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών δεν αποτελεί δικαστήριο αλλά δευτεροβάθμιο διοικητικό όργανο, οι αποφάσεις της είναι επίσης προσβλητές από τους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς (όχι όμως από τις αναθέτουσες αρχές).[6] Συγκεκριμένα, το άρθρο 60 του περί της Σύναψης Συμβάσεων (Προμήθειες, Έργα και Υπηρεσίες) Νόμου του 2003 (Ν. 101(Ι)/2003 όπως τροποποιήθηκε), στην έκταση που ενδιαφέρει, παρέχει δικαίωμα προσφυγής ως εξής: «Αν ο ενδιαφερόμενος θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών δικαιούται να ασκήσει προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος». · Ως προς την εμβέλεια της επιφύλαξης του άρθρου 56 και της διάταξης του άρθρου 60, είναι σημαντικό να καταγραφεί εδώ η απόφαση ημερ. 15.1.2007 του Κωνσταντινίδη, Δ., στην Προσφυγή αρ. 1056/2004, Hewlett Packard Hellas E.P.E. v Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω
  1. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών,
  2. Υπουργείου Οικονομικών και
  3. Συμβουλίου Προσφορών Υπουργείου Οικονομικών, όπου διευκρίνισε ότι꞉ «Εντάσσεται στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά το Άρθρο 146 του Συντάγματος πράξη, απόφαση ή παράλειψη, όπως είναι παγίως νομολογημένο, εφόσον είναι εκτελεστή και, κατά την επίσης πάγια νομολογία μας, χάνει την εκτελεστότητά της ενδιάμεση απόφαση, αρχικώς εκτελεστή, που συγχωνεύεται σε άλλη, τελική. Επομένως, δεν μπορώ να συμφωνήσω πως θα ήταν συνταγματικά επιτρεπτό με πρόνοια νόμου να προσδοθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο η δικαιοδοσία του Άρθρου 146 του Συντάγματος εκεί που, κατά το Άρθρο 146 του Συντάγματος, δεν υπάρχει. Δεν νομίζω, όμως, πως και η πρόνοια του άρθρου 60 που επικαλέστηκαν οι αιτητές είχε τέτοια στόχευση, δηλαδή την αναγνώριση δικαιοδοσίας εκεί που δεν αναγνωρίζεται τέτοια δυνάμει του ΄Αρθρου 146 του Συντάγματος. Όπως, άλλωστε, και η πρόνοια της επιφύλαξης στο άρθρο 56 του ίδιου Νόμου σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις του «δε θίγουν το δικαίωμα του ενδιαφερόμενου να προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος αντί να ασκήσει ιεραρχική προσφυγή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών». Εννοείται, εφόσον τέτοιο δικαίωμα υπάρχει σύμφωνα με τους όρους του Άρθρου 146 του Συντάγματος.». ( Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) · Έτσι, στην Κύπρο, όταν ένας οικονομικός φορέας αμφισβητεί τη νομιμότητα είτε της απόφασης μιας αναθέτουσας αρχής να προκηρύξει διαγωνισμό είτε να κατακυρώσει τον διαγωνισμό είτε να ανακαλέσει την προκήρυξη του διαγωνισμού (ήτοι να ακυρώσει το διαγωνισμό), έχει στη διάθεσή του δύο επιλογές꞉ είτε να προσφύγει ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών που είναι δευτεροβάθμιο διοικητικό όργανο δυνάμει του άρθρου 56
(1)είτε να προσφύγει απευθείας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Αν επιλέξει να προσφύγει ενώπιον της ΑΑΠ, του παρέχεται δικαίωμα να αμφισβητήσει την όποια απόφασή της επί της ιεραρχικής προσφυγής με νέα προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Β. Πότε εγείρεται δικαίωμα αγωγής για ζημιά που υπέστη ένας οικονομικός φορέας από παράνομη πράξη ή απόφαση μιας αναθέτουσας αρχής; · Το δικαίωμα αξίωσης αποζημιώσεων λόγω παρανομίας στη διαδικασία σύναψης δημόσιας σύμβασης ρυθμίζονται βάσει της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ (σημειωτέον ότι αυτή τροποποιήθηκε έκτοτε από την Οδηγία 2007/66/ΕΚ) και της συναφούς Κυπριακής εναρμονιστικής Νομοθεσίας. · Επισημαίνω λοιπόν ότι το Άρθρο 2, παράγραφος 5 Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ, καθορίζει ότι꞉ «
  1. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, οσάκις ζητείται αποζημίωση για το λόγο ότι απόφαση ελήφθη παρανόμως, πρέπει πρώτα να ακυρώνεται η προσβαλλόμενη απόφαση από μια αρμόδια προς τούτο αρχή.». Αντίστοιχες διατάξεις έχουν εισαχθεί στο Άρθρο 2, παρα. 1, στοιχείο γ και παρα. 6 της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ που τροποποίησε έκτοτε την Οδηγία 89/665/ΕΟΚ. Η Κυπριακή νομοθεσία ενσωματώνει τη διάταξη του άρθρου 2, παρα. 5 της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ (και αντίστοιχα του Άρθρου 2, παρα. 6 της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ) με τις διατάξεις του άρθρου 59 του Ν.101(Ι)/2003 και με τις διατάξεις του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος, τις οποίες και παραθέτω꞉ «Αξίωση αποζημίωσης.
  2. Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 56, η ακύρωση από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών της πράξης ή απόφασης της αναθέτουσας αρχής δημιουργεί δικαίωμα στον ενδιαφερόμενο σε περίπτωση που έχει υποστεί ζημία από τέτοια πράξη ή απόφαση να αξιώσει αποζημίωση από την αναθέτουσα αρχή με αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο.».[7] (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος προβλέπει ότι꞉ «
  3. Παν πρόσωπον ζημιωθέν εξ΄ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης άκυρου κατά την τέταρτην παράγραφον του παρόντος άρθρου δικαιούται, εφ΄ όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιηθή υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου, να επιδιώξη δικαστικώς αποζημίωσιν ή άλλην θεραπείαν επί τω τέλει, όπως επιδικασθή εις τούτο δίκαια και εύλογος αποζημίωσις καθοριζόμενη υπό του δικαστηρίου ή παρασχεθή εις τούτο άλλη δίκαια και εύλογος θεραπεία ήν το δικαστήριον έχει την εξουσία να παράσχη».[8] (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Έτσι, όπως παρατηρεί ο Αχιλλεύς Κ. Αιμιλιανίδης στο Σύγγραμμα «Κυπριακό Δίκαιο των Δημοσίων Συμβάσεων», Δικαιονομία Νομικές Εκδόσεις, Λευκωσία 2007, «το αίτημα για αποζημίωση προϋποθέτει ύπαρξη ακυρωτικής απόφασης στη βάση του άρθρου 146 του Συντάγματος ή ακυρωτική απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών». Τούτο έχει εξάλλου ήδη καταγραφεί και νομολογιακά. Παραπέμπω στην απόφαση, ημερ. 29.3.2007, του Ηλιάδη, Δ., στην Προσφυγή αρ. 225/2005, Netvision Ltd v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, όπου αναφέρει τα εξής꞉ «Το άρθρο 59 του Νόμου 101(Ι)/2003 που επιτρέπει την αξίωση για αποζημιώσεις, προϋποθέτει για τη γένεση του δικαιώματος, ακύρωση από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών της πράξης της αναθέτουσας αρχής.». Τα γεγονότα στην προμνησθείσα Προσφυγή αρ. 225/2005 προσομοιάζουν με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης γι' αυτό και κρίνω κατάλληλο να αναφερθώ σε αυτά. Και σε εκείνην την υπόθεση, ως αποτέλεσμα της ανάκλησης της κατακύρωσης της προσφοράς από το Συμβούλιο Προσφορών στην Podium Engineering Ltd και συγχρόνως της ανάκλησης της προκήρυξης του διαγωνισμού, η καθ'ης η αίτηση απέρριψε στις 23/12/2004 την ιεραρχική προσφυγή της αιτήτριας εφόσο δεν υπήρχε ενώπιον της αντικείμενο προς εξέταση. Υπήρξε όμως η εξής διαφορά στην περαιτέρω πορεία εκείνης της υπόθεσης. Σε εκείνην την υπόθεση την ίδια μέρα που η ΑΑΠ απέρριψε την ιεραρχική προσφυγή, η αιτήτρια καταχώρισε την υπ' αρ. 1210/2004 προσφυγή εναντίον του Συμβουλίου Προσφορών του Υπουργείου Οικονομικών, η οποία στρεφόταν εναντίον της απόφασης του Συμβουλίου Προσφορών της 6/10/2004 για την κατακύρωση της προσφοράς στην εταιρεία Podium Engineering Ltd κατ' αποκλεισμό της αιτήτριας και εναντίον της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών για τον τερματισμό της διαδικασίας και την απόρριψη της ιεραρχικής προσφυγής, καθώς και της άρνησης επιστροφής των καταβληθέντων για την καταχώριση της ιεραρχικής προσφυγής τελών. Ο Ηλιάδης, Δ., υιοθέτησε την ίδια προσέγγιση και κατάληξη που είχε υιοθετήσει, επί ανάλογων γεγονότων και αιτητικών, ο Νικολάου, Δ., στην απόφασή του ημερ. 10.3.2006 στην Προσφυγή αρ. 1210/2004, Netvision Ltd v
  4. Συμβουλίου Προσφορών Υπουργείου Οικονομικών και
  5. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, αναφορικά με την αξίωση της Αιτήτριας να ακυρωθεί η απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών για τη μη επιδίκαση των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε. Στην υπόθεση 1210/2004 τα γεγονότα ήταν ως εξής꞉ Το Τμήμα Υπηρεσιών Πληροφορικής του Υπουργείου Οικονομικών ζήτησε προσφορές «για την προμήθεια και εγκατάσταση ολοκληρωμένης λύσης βασισμένης σε έτοιμο πακέτο για τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας (Προσφορά Αρ. ΤΥΠ 004/2003)». Στις 9 Μαΐου, 2003, οι αιτητές υπέβαλαν προσφορά η οποία απορρίφθηκε με απόφαση, ημερ. 6 Οκτωβρίου, 2004, επειδή δεν εξασφαλιζόταν το αναγκαίο ποσοστό βαθμολογίας που απαιτούσαν οι όροι. Το Συμβούλιο Προσφορών του Υπουργείου Οικονομικών γνωστοποίησε το αποτέλεσμα με επιστολή την οποία οι αιτητές παρέλαβαν στις 18 Οκτωβρίου,
  6. Η απόφαση προσεβλήθη με την Ιεραρχική Προσφυγή Αρ. 36/04, την οποία οι αιτητές κατέθεσαν την 1 Νοεμβρίου,
  7. Στις 14 Δεκεμβρίου, 2004, εκκρεμούσης της ιεραρχικής προσφυγής, το Συμβούλιο αποφάσισε την ανάκληση της απόφασης και την ακύρωση του διαγωνισμού. Αυτή η εξέλιξη κοινοποιήθηκε στους αιτητές με την ακόλουθη επιστολή, ημερ. 16 Δεκεμβρίου,
  8. Αναφερόταν ρητά στην εν λόγω επιστολή ότι «ο λόγος για τη λήψη της απόφασης αυτής οφείλεται στο γεγονός ότι μετά την απόφαση που λήφθηκε στις 6/10/2004 περιήλθε σε γνώση του Συμβουλίου ότι κατά τη διάρκεια της εξέτασης του θέματος από την Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών διαφάνηκε ότι, χωρίς υπαιτιότητα του Συμβουλίου, τόσο η ad hoc τεχνική επιτροπή όσο και το Συμβούλιο δεν ήταν συγκροτημένο με τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο σύμφωνα με τους Κανονισμούς (Κ.Δ.Π. 71/2004). Το γεγονός ότι η προσφορά προκηρύχθηκε με το σύστημα των δύο φακέλων καθιστά αδύνατη την επανεξέταση της από τα αρμόδια συλλογικά όργανα με την σωστή σύνθεση. Ως εκ τούτου, για σκοπούς διαφάνειας, ίσης μεταχείρισης και χρηστής διοίκησης αποφασίστηκε η ακύρωση του διαγωνισμού.». Κατ' ακολουθίαν, στις 17 Δεκεμβρίου 2004, ημερομηνία κατά την οποία η ιεραρχική προσφυγή ήταν ορισμένη για συνέχιση της ακρόασης, η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών θεώρησε ότι η ενώπιον της διαδικασία κατέστη άνευ αντικειμένου και ως εκ τούτου την τερμάτισε. H εταιρεία NETVISION καταχώρισε ακολούθως προσφυγή δυνάμει του Α. 146.6 του Συντάγματος στο Ανώτατο Δικαστήριο κατά
(1)του Συμβουλίου Προσφορών του Υπουργείου Οικονομικών και
(2)της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφδορών με την οποία ζητούσε: «Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Πράξη ή Απόφαση του Καθ' ου η Αίτηση 1 ημερομηνίας 06/10/2004 που κοινοποιήθηκε στον Αιτούντα στις 18/10/2004 με την οποία η προσφορά του Αιτούντα δεν επιλέγηκε ή αποκλείσθηκε από τον διαγωνισμό με αριθμό προσφοράς Τ.Υ.Π. 004/2003 ή και με την οποία επιλέγηκε η προσφορά άλλου (και η οποία, αφού προσβλήθηκε από τον Αιτούντα με την Ιεραρχική Προσφυγή Αρ. 36/2004 ενώπιον των Καθ' ων η Αίτηση 2, ανακλήθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση 1), είναι άκυρη και παράνομη και στερείται οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος. Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Πράξη ή Απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση 2, ημερομηνίας 17/12/2004 ή άλλης ημερομηνίας ότι η Ιεραρχική Προσφυγή Αρ. 36/2004 που ο Αιτών καταχώρησε εναντίον της απόφασης των Καθ' ων η Αίτηση 1 (ως υπό Α πιο πάνω), καθίσταται, μετά την ανάκληση της αναφερόμενης απόφασης των Καθ' ων η Αίτηση 1, χωρίς αντικείμενο ή και ότι η ενώπιόν τους διαδικασία καταργείται ή και παραμερίζεται ή και ότι δεν επιλαμβάνονται πλέον του ζητήματος ή και ότι ο Αιτών δεν δύναται να αναλάβει τα καταβληθέντα για την καταχώρηση της Ιεραρχικής Προσφυγής τέλη ή και άλλως, είναι άκυρη και παράνομη και στερείται οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος.» Ο Γ. Νικολάου, Δ., όπως ήταν τότε, αποφάνθηκε ως εξής꞉ «Το ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση για τον αποκλεισμό των αιτητών ανακλήθηκε εξ ολοκλήρου και κατέστη άκυρη εξ υπαρχής, σήμαινε ότι οι αιτητές επανήλθαν ως υποψήφιοι στο διαγωνισμό. Επομένως, με την εν λόγω εξέλιξη δεν είχαν πια λόγο να παραπονούνται σε σχέση με ο,τιδήποτε το οποίο αφορούσε τον ίδιο το διαγωνισμό. Θα συνυπολογιζόταν ξανά και η δική τους υποβληθείσα προσφορά σε διαδικασία που θα επαναλαμβανόταν με νόμιμη, αυτή τη φορά, συγκρότηση των οργάνων. Έτσι, η δαπάνη στην οποία είχαν υποβληθεί σε σχέση με την ετοιμασία και υποβολή της προσφοράς απέκτησε και πάλι νόημα. Το ότι την ανάκληση της απόφασης αποκλεισμού τη διαδέχθηκε αμέσως η ακύρωση του διαγωνισμού δεν μεταβάλλει αυτή την ταξινόμηση της περίπτωσης. Το παράπονο λοιπόν των αιτητών ως προς την εν λόγω δαπάνη δεν θα μπορούσε να συνδεθεί παρά μόνο με την ακύρωση του διαγωνισμού. Όμως η ακύρωση του διαγωνισμού δεν έχει προσβληθεί. Απομένει το άλλο μέρος της δαπάνης στην οποία αναφέρονται οι αιτητές, ήτοι τα τέλη για την καταχώριση της διοικητικής προσφυγής και τα δικηγορικά έξοδα στη διαδικασία ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών. Πρόκειται για δαπάνη που προέκυψε από την απόφαση του Συμβουλίου να τους αποκλείσει. Είναι νομίζω προφανές πως η ανάκληση εκείνης της απόφασης καθιστά δεδομένη την υπαιτιότητα της διοίκησης αναφορικά με τις περιστάσεις που είχαν ως αποτέλεσμα τη διοικητική προσφυγή και τη δημιουργία της δαπάνης. Το ποια ήταν η πλημμέλεια - ή οι πλημμέλειες - στην ανακληθείσα απόφαση του Συμβουλίου δεν χρειάζεται εν προκειμένω να προσδιοριστεί δικαστικώς αφού, αν δεν μεσολαβούσε η ακύρωση του διαγωνισμού, η περίπτωση θα έπρεπε εν πάση περιπτώσει να εξεταζόταν από το Συμβούλιο εξ υπαρχής. Ως προς αυτή λοιπόν την πτυχή δεν υπάρχει ο,τιδήποτε που χρειάζεται να γίνει στον τομέα της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας. Επομένως θα ήταν άτοπη εδώ η πιθανολόγηση ζημιογόνου κατάλοιπου με αναφορά στο είδος της δαπάνης. Το κατά πόσο αυτή η δαπάνη μπορεί ή όχι να διεκδικηθεί με βάση το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος, είναι θέμα που εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου.». Η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης στην Προσφυγή 1210/2004 επιβεβαιώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο με την απόφασή του ημερ. 21.4.2008 στην Αναθεωρητική Έφεση 36/2006, Netvision Ltd v 1. Συμβουλίου Προσφορών Υπουργείου Οικονομικών και 2. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών
(2008)
  1. Α.Α.Δ.
  2. Σχετικό το εξής απόσπασμα꞉ «Εξετάσαμε με προσοχή όλα τα ενώπιόν μας στοιχεία και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι οι θέσεις των εφεσειόντων δεν ευσταθούν και ότι η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά την κρίση μας το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε σε ορθά συμπεράσματα και ορθή απόφαση επί όλων των σημείων που εγείρονται με την παρούσα έφεση. Καταρχάς συμφωνούμε με τον αδελφό Δικαστή που επιλήφθηκε πρωτόδικα της προσφυγής ότι, εφόσον η προσβαλλόμενη με την προσφυγή απόφαση για τον αποκλεισμό των αιτητών ανακλήθηκε, οι αιτητές-εφεσείοντες επανήλθαν ως υποψήφιοι στο διαγωνισμό και επομένως δεν είχαν πλέον λόγο να παραπονούνται σε σχέση με οτιδήποτε που αφορούσε στον ίδιο το διαγωνισμό. Αυτό σήμαινε πως θα συνυπολογιζόταν ξανά και η δική τους υποβληθείσα προσφορά, σε διαδικασία που θα επαναλαμβανόταν με νόμιμη συγκρότηση των οργάνων αυτή τη φορά και επομένως η δαπάνη στην οποίαν οι αιτητές-εφεσείοντες είχαν υποβληθεί σε σχέση με την ετοιμασία και υποβολή της προσφοράς τους απέκτησε και πάλι νόημα. Η ορθότητα της, μεταγενέστερης, ακύρωσης του διαγωνισμού δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της προσφυγής, εφόσον η απόφαση ακύρωσης του διαγωνισμού, δεν προσβάλλεται με αυτή. Συμφωνούμε επίσης με το πρωτόδικο δικαστήριο στο διαχωρισμό που έκανε μεταξύ της ανάκλησης της προσβληθείσας πράξης από τη μιά και της πράξης ακύρωσης του διαγωνισμού από την άλλη. Πρόκειται για δύο χωριστές πράξεις και οποιαδήποτε αναφορά στην ακύρωση του διαγωνισμού είναι εκτός των πλαισίων της παρούσας διαδικασίας. Οποιαδήποτε απώλεια των εφεσειόντων ανάγεται στην ακύρωση του διαγωνισμού, που δεν είναι επίδικο θέμα. Σε σχέση με το μέρος της δαπάνης των εφεσειόντων-αιτητών, που περιλαμβάνει τα τέλη για την καταχώριση της ιεραρχικής τους προσφυγής και τα δικηγορικά τους έξοδα στη διαδικασία ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, παρατηρούμε ότι ορθά η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών απεφάσισε ότι η ιεραρχική προσφυγή των εφεσειόντων ήταν άνευ αντικειμένου μετά την ανάκληση της προσβαλλόμενης πράξης και την ακύρωση του διαγωνισμού. Η διαδικασία της ιεραρχικής προσφυγής τερματίστηκε λόγω της ακύρωσης του διαγωνισμού. Η συνέχιση της διαδικασίας θα ήταν ατελέσφορη. Η τυχόν δαπάνη για τα έξοδα των εφεσειόντων ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής προέκυψε από ένα διαγωνισμό ο οποίος ακυρώθηκε και του οποίου η ακύρωση δεν προσβλήθηκε. Πολύς λόγος έγινε από τους εφεσείοντες αναφορικά με το ότι η προσφυγή τους είχε λόγο ύπαρξης και μετά την ανάκληση της προαναφερόμενης πράξης επειδή, σύμφωνα με το Αρθρο 146.6 του Συντάγματος, η διεκδίκηση αποζημιώσεων μπορεί να γίνει μόνο μετά τη δικαστική ακύρωση της διοικητικής πράξης, δυνάμει του Αρθρου 146.4 του Συντάγματος. Άρα, κατά τους εφεσείοντες, η απλή ανάκληση της διοικητικής πράξης δεν τους παρείχε, από μόνη της, δικαίωμα διεκδίκησης αποζημιώσεων ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου σε σχέση με την δαπάνη τους. Οι αποφάσεις στις οποίες αναφέρθηκαν οι εφεσείοντες προς επίρρωση των ισχυρισμών τους, όπως η Παπαδόπουλλος v. Δημοκρατίας
(1989)3 Α.Α.Δ. 973 και Ιωσηφίδης v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 490, αφορούν περιπτώσεις στις οποίες η προσφυγή καταχωρίστηκε πριν την ανάκληση της διοικητικής πράξης και στις οποίες, παρά την ανάκληση της διοικητικής πράξης, παρέμενε ζημιογόνο κατάλοιπο της ανακληθείσας πράξης το οποίον έδινε το δικαίωμα στους αιτητές να συνεχίσουν την προώθηση της προσφυγής τους. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, η προσφυγή καταχωρίστηκε μετά την ανάκληση της διοικητικής πράξης, άρα ήταν άνευ αντικειμένου όταν καταχωρίστηκε. Κατά συνέπεια ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο την απέρριψε ως μη παραδεκτή, καταδικάζοντας τους αιτητές και στα έξοδα της προσφυγής. Συμφωνούμε συναφώς με το πρωτόδικο δικαστήριο και στο ότι αν οι εφεσείοντες θεωρούν ότι έχουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Δημοκρατίας αυτό είναι ζήτημα που ίσως θα πρέπει να προωθήσουν με άλλον τρόπο.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Από την προπαρατεθείσα νομολογία προκύπτει με σαφήνεια ότι η πράξη της Αναθέτουσας Αρχής η οποία αφήνει ως ζημιογόνο κατάλοιπο την απώλεια της δαπάνης των προσφοροδοτών είτε για την ετοιμασία και υποβολή προσφορών είτε για την καταχώριση της ιεραρχικής προσφυγής ή για τη νομική εκπροσώπησή τους ενώπιον της ΑΑΠ είναι αυτή η ίδια η ακύρωση του διαγωνισμού και είναι αυτήν την πράξη που θα πρέπει να επιδίωξουν να ακυρώσουν δικαστικώς προκειμένου να αντλήσουν δικαίωμα για αποζημιώσεις για τις εν λόγω απωλεσθείσες δαπάνες. Η ακύρωση του διαγωνισμού αποτελεί αυτοτελή εκτελεστή διοικητική πράξη του οργάνου που έλαβε την απόφαση για την ακύρωση και όχι της ΑΑΠ, η οποία θα ήταν αναρμόδια να λάβει τέτοια απόφαση.[9] Στην παρούσα υπόθεση, είναι παραδεκτό από μέρους των Εναγόντων ότι αυτοί δεν έχουν προσφύγει κατά της ακύρωσης του επίδικου διαγωνισμού είτε με νέα ιεραρχική προσφυγή ενώπιον της ΑΑΠ είτε με προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συνεπώς, δεν βλέπω να υπάρχει καθόλου νομικό έρεισμα στη διεκδίκηση αποζημιώσεων για τις απωλεσθείσες δαπάνες τους. Προσωπικά, δεν βλέπω με ποιον άλλο τρόπο εκτός στη βάση ακυρωτικής απόφασης δυνάμει του Άρθρου 59 του Ν.101(Ι)/2003 ή δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος, αφορώσας στην ανάκληση της προκήρυξης του διαγωνισμού (δηλ. της ακύρωσης του διαγωνισμού), θα μπορούσε να προωθηθεί η αξίωση για αποζημιώσεις. Κρίνω ότι η αγωγή είναι καταδικαστέα σε απόρριψη. Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξής μου, δεν το θεωρώ αναγκαίο να αποφανθώ για το αν οι δαπάνες / τα έξοδα για τα οποία οι Ενάγοντες διεκδικούν αποζημιώσεις αποτελούν, ανά είδος, «ζημιά» κατά την έννοια του άρθρου 59 του Ν.101(Ι)/2003 ή του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος.[10] Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτω την αγωγή με έξοδα εναντίον των Εναγόντων και υπέρ των Εναγομένων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)........................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ [1] Η παράγραφο 8 της γραπτής δήλωσης ως το Έγγραφο Ε αποσύρθηκε από τον ΜΕ.2 και διαγράφηκε. [2] Μελέτη του Τεκμηρίου ΣΤ από το Δικαστήριο αποκαλύπτει και το εξής꞉ Το Παράρτημα Α1 ΕΝΤΥΠΟ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΜΕΡΟΥΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ - ΠΡΟΣΦΟΡΑ αρ. ΥΣΠΤ
(7)/016/2008 καθώς επίσης το Παράρτημα Α2 ΕΝΤΥΠΟ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΜΕΡΟΥΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ - ΠΡΟΣΦΟΡΑ αρ. ΥΣΠΤ
(7)/016/2008 (Βλ. σελ. 29 και 30 των Εγγράφων Προσφοράς περιλαμβάνουν τον ακόλουθο όρο꞉ «Εγώ ο Προσφοροδότης αφού μελέτησα όλους τους όρους των παρόντων Εγγράφων Προσφοράς, συμφωνώ να προμηθεύσω εγκαταστήσω Συστήματα Τηλεδιάσκεψης για το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου σύμφωνα με τις προδιαγραφές των εγγράφων προσφοράς [...]. Αντιλαμβάνομαι ότι έχετε το δικαίωμα να ακυρώσετε τις προσφορές χωρίς οποιανδήποτε ευθύνη ενώπιόν μου». [3] 58.—
(1)Για την άσκηση ιεραρχικής προσφυγής στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, ο αιτητής καταβάλλει τέλος που καθορίζεται από τον Υπουργό Οικονομικών μετά από εισήγηση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Το πιο πάνω τέλος δεν είναι επιστρεπτέο και κατατίθεται στο Γενικό Κυβερνητικό Λογαριασμό.
(2)Το κάθε μέρος στην προσφυγή είναι υπεύθυνο για τα έξοδα του. [4] Εδώ αξίζει να γίνει αναφορά στο άρθρου 57 του Ν.101(Ι)/
  1. Το παραθέτω꞉ «
  2. Η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών δύναται να επιβάλει στον αιτούντα του οποίου η αίτηση έχει απορριφθεί δυνάμει της επιφύλαξης του εδαφίου
(7)του άρθρου 56 ή του εδαφίου
(10)(α) του άρθρου 56, την καταβολή των εξόδων της διαδικασίας και, επιπρόσθετα, πρόστιμο, όπως αυτή κρίνει κατάλληλο υπό τις περιστάσεις.». Όπως όμως ορθά αναγνωρίζει η συνήγορος των Εναγόντων στην τελική της αγόρευση, σε καμία περίπτωση δεν είχε εξουσία η ΑΑΠ, βάσει των διατάξεων του Ν.101(Ι)/2003, να επιδικάσει έξοδα υπέρ του αιτητή, ακόμη και αν επιτύγχανε η ιεραρχική προσφυγή του.».. [5] Υπενθυμίζω ότι- η προκήρυξη του επίδικου διαγωνισμού έγινε κατά ή περί την 16.8.2008, η απόφαση για κατακύρωση της προσφοράς έγινε κατά ή περί την 26.11.2008, η απόφαση ανάκλησης της απόφασης για κατακύρωση του διαγωνισμού και η απόφαση ακύρωσης του διαγωνισμού λήφθηκαν κατά ή περί την 9.2.2009, η ιεραρχική προσφυγή ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών καταχωρήθηκε την 10.12.2008 και η απόφαση της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών για απόρριψη της ιεραρχικής προσφυγής ως αποσυρθείσας λήφθηκε στις 30.3.2009. [6] Το Άρθρο 2, παράγραφος 8 της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ παρείχε στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αναθέσουν τον έλεγχο των πράξεων των αναθετουσών αρχών σε μη δικαστική αρχή, αλλά απαιτούσε όπως οι πράξεις αυτών των μη δικαστικών αρχών υπόκεινται στη συνέχεια σε δικαστικό έλεγχο. Επίσης, το κοινοτικό δίκαιο αναγνωρίζοντας τη δικονομική αυτονομία των κρατών μελών δεν εμποζίζει τα κράτη μέλη να δίνουν δικαίωμα στις αναθέτουσες αρχές να προσφεύγουν στο Δικαστήριο κατά των αποφάσεων της μη δικαστικής αρχής στην οποία ανατίθεται ο έλεγχος των πράξεών τους αλλά ούτε τα υποχρεώνει να θεσμοθετούν τέτοιο δικαίωμα. Έτσι, κρίθηκε από το ΔΕΚ ότι η Κυπριακή νομοθεσία και ειδικότερα το Α. 60 του Ν.101(ι)/2003, στο βαθμό που δεν δίδει στις αναθέτουσες αρχές δικαίωμα να προσφεύγουν σε δικαστήριο κατά της απόφασης της ΑΑΠ δεν είναι ασύμβατη με τις διατάξεις της Οδηγίας 89/665/ΕΟΚ (βλ. την απόφαση του ΔΕΚ ημερ. 21.10.2008 στην υπόθεση C-570/2008, Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας ν Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών). [7] Η εξουσία της ΑΑΠ να ακυρώσει πράξη της Αναθέτουσας Αρχής προβλέπεται στο άρθρο 56
(10)(β)(γ) του Ν.101(Ι)/2003 «
(10)Μετά την εξέταση της ιεραρχικής προσφυγής, η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, με βάση τα υποβληθέντα σ' αυτή στοιχεία, δύναται να εκδώσει τις ακόλουθες αποφάσεις: (β) να ακυρώσει την πράξη ή απόφαση της αναθέτουσας αρχής, αν αυτή παραβιάζει οποιαδήποτε διάταξη του ισχύοντος δικαίου και προηγείται της σύναψης της σύμβασης. (γ) να ακυρώσει ή τροποποιήσει, λόγω παραβιάσεως οποιασδήποτε διάταξης του ισχύοντος δικαίου, οποιοδήποτε όρο, που περιέχεται στην προκήρυξη ή στα έγγραφα του διαγωνισμού ή σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο σχετικό με τη διαδικασία του διαγωνισμού και αναφέρεται σε τεχνικές, οικονομικές και χρηματοοικονομικές προδιαγραφές.». [8] Η εξουσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου να ακυρώνει τις πράξεις ή παραλείψεις της διοίκησης προβλέπεται στο Αρθρο 146.4 του Συντάγματος. [9] Βλ. την απόφαση στην προσφυγή Podium Engineering Ltd ν. Δημοκρατίας (Προσφυγή αρ. 230/2005 της 26/5/2006), όπου ο Φωτίου, Δ., αποφάνθηκε ότι꞉ «Είναι πρόδηλο από τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις του άρθρου 56 ότι η ΑΑΠ ασκεί μόνο έλεγχο νομιμότητας της απόφασης της αναθέτουσας αρχής (εδώ του Τμήματος Υπηρεσιών Πληροφορικής) και δεν εναποτίθεται σε αυτή αρμοδιότητα είτε να διατάξει την αναθέτουσα αρχή να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια είτε να αντικαταστήσει την απόφαση της αναθέτουσας αρχής για ανάθεση της σύμβασης με άλλη απόφαση ή να ανακαλέσει την απόφαση της αναθέτουσας αρχής και να ακυρώσει το διαγωνισμό. Συνακόλουθα καμιά νομοθετική διάταξη του σχετικού Νόμου στο σύνολο του εμπόδιζε το Συμβούλιο Προσφορών, ενόσω εκκρεμούσε η άσκηση των εξουσιών της ΑΑΠ να ενεργήσει εντός των πλαισίων της δικής του αρμοδιότητας. ως ανεξάρτητο από αυτή όργανο. Σύμφωνα δε με τους περί Σύναψης Συμβάσεων (Προμήθειες, Έργα και Υπηρεσίες) Γενικούς Κανονισμούς του 2004 (Κ.Δ.Π. 71/2004) οι οποίοι εκδόθηκαν και ήταν σε ισχύ κατά τον κρίσιμο χρόνο λήψης της προσβαλλόμενης απόφασης, και ειδικότερα τον Καν. 26, αρμόδια στην ανάθεση συμβάσεων είναι, ανάλογα με την αξία της σύμβασης, τα Συμβούλια Προσφορών και οι Επιτροπές Αξιολόγησης. Συνάγεται από τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες ότι το Συμβούλιο ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο αρμόδιο να λάβει την απόφαση ανάκλησης της κατακύρωσης της προσφοράς και ακύρωσης του διαγωνισμού. Σύμφωνα επίσης με το άρθρο 55
(1)του περι Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου (Ν158(Ι)/99) «αρμόδιο για την ανάκληση πράξης είναι το όργανο που την έχει εκδώσει εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά». Η απόφαση του Φωτίου, Δ., επικυρώθηκε κατ' έφεση (βλ. Αναθεωρητική Έφεση 81/2006, Podium Engineering Ltd ν. Δημοκρατίας
(2008)3 Α.Α.Δ. 430). [10] Σημειωτέον, ότι τα κριτήρια βάσει των οποίων πρέπει να διαπιστώνεται και να αποτιμάται η ζημιά που απορρέει από παράνομη πράξη αναθέτουσας αρχής είναι ζήτημα που εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη του κάθε κράτους μέλους να τα καθορίσει (βλ. απόφαση ημερ. 9.12.2010 στην υπόθεση C-568/08, Combinatie Spijker Infrabouw - De Jonge Konstruktie κ.α. κατά Provincie Drenthe). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.