← Κύπρος

E.F. EASY FINANCE LIMITED ν. Χρίστος Αντωνίου κ.α., Αρ. Αγ. 5031/09, 6/10/2014

E.F. EASY FINANCE LIMITED ν. Χρίστος Αντωνίου κ.α., Αρ. Αγ. 5031/09, 6/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A363 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγ. 5031/09 Μεταξύ: E.F. EASY FINANCE LIMITED εκ Λευκωσίας Ενάγουσας -και- 1 .Χρίστος Αντωνίου, από τη Λευκωσία

  1. Ξάνθη Χαραλαμπίδου Γεωργίου, από τη Λευκωσία Εναγόμενου Ημερομηνία: 6.10.2014 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η αίτηση꞉ κ. Κ. Γ. Πανάγος, για Π. Γ. Πανάγο Για τον Εναγόμενο αρ. 1 - Αιτητή꞉ Δρ. Χρ. Χριστοδουλίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με την αίτηση του Εναγομένου αρ. 1, ημερ. 14.2.2014 για παραμερισμό της ερήμην του εκδοθείσας απόφασης, ημερ. 13.10.2010, στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή Με την υπό κρίση αίτηση, ο Εναγόμενος αρ. 1 εξαιτείται꞉ «α) Όπως το Δικαστήριο εκδώσει διάταγμα που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set aside) προηγούμενη εκδοθείσα υπ'αυτού απόφαση ημερομηνίας 13.10.2010 και συνταχθείσα στις 19.10.2010, στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. β) Όπως το Δικαστήριο εκδώσει διάταγμα που να παραμερίζει την επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή προς τον Εναγόμενο αρ. 1 - Αιτητή καθότι έγινε κακώς και/ή παράτυπα και/ή αντικανονικά. γ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή οδηγίες, που θεωρεί ορθό και δίκαιο να δώσει το Δικαστήριο. δ) Τα έξοδα της παρούσας αίτησης.». Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.2, Δ.5, Δ.5Β, Δ.9, Δ.16, Δ.17 θ.θ. 2, 3, 5, 7 και 10, Δ.19, Δ.48 θ.θ. 1 έως 7, 9(h), 11, 12, 13, Δ.50, Δ.51, Δ.59 και Δ.64, θ.1, 2, στη διακριτική ευχέρεια και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση βασίζονται στην επισυνημμένη σε αυτήν ένορκη δήλωση του Εναγομένου αρ. 1 - Αιτητή, ημερ. 14.2.2014, καθώς και στο φάκελο του Δικαστηρίου της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Ο Εναγόμενος 1 δηλώνει ότι έχει προσωπική και πλήρη γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, ενώ έχει λάβει νομική συμβουλή από το δικηγόρο του σε ό,τι αφορά τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Είναι ο ισχυρισμός του Εναγομένου 1 ότι το Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής υπ' αριθμό 5031/09 δεν επιδόθηκε ποτέ στον ίδιο προσωπικά. Αρνείται ο Εναγόμενος 1 το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως επίδοσης του κλητηρίου που είδε να υπάρχει κατόπιν έρευνας που αυτός έκανε στο φάκελο του Δικαστηρίου. Βάσει της εν λόγω ενόρκου δηλώσεως επίδοσης, ο επιδότης Γιαννάκης Κτωρίδης αναφέρει ότι επέδωσε το Κλητήριο Ένταλμα στον Εναγόμενο 1 αφήνοντάς το στην παρουσία του στις 14/12/09 άνευ της υπογραφής του. Είναι ο ισχυρισμός του Εναγομένου 1 ότι αυτός ουδέποτε συνάντησε τον εν λόγω επιδότη και ουδέποτε του έδωσε οποιαδήποτε έγγραφα. Επισημαίνει ο Εναγόμενος 1 ότι στην ένορκη δήλωση επίδοσης ο επιδότης δεν αναφέρει ούτε καν πού βρέθηκε μαζί του και του επέδωσε τα εν λόγω έγγραφα. Η διεύθυνση του Εναγομένου 1 ως αναγράφεται στο Κλητήριο Ένταλμα είναι η οδός Πολυνίκης 18α στο Στρόβολο. Είναι ο ισχυρισμός του Εναγομένου 1 ότι αυτή είναι η διεύθυνση της μητέρας του. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός του Εναγομένου 1 ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της ισχυριζόμενης επίδοσης στον ίδιο, αυτός δεν μιλούσε με την μητέρα του λόγω προσωπικών διαφορών και πιστεύει ότι η εν λόγω αγωγή επιδόθηκε στη μητέρα του στη διεύθυνσή της και δεν του το ανέφερε. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός του Εναγομένου 1 ότι αυτός πρώτη φορά έλαβε γνώση αναφορικά με την ως άνω αγωγή, την 13/12/2012 όταν επιδότες ήρθαν στην οδό Αττικής αρ.1, διαμ. 206, Λακατάμια και του επέδωσαν αίτηση για παρακοή διατάγματος. Αντίγραφο κλήσης μάρτυρος αναφορικά με αίτηση παρακοής σε διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 13.10.2010 για παράδοση στην Ενάγουσα του οχήματος με αρ. Εγγραφής KQG 373 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση παραμερισμού). Τότε ο Εναγόμενος 1 απέστειλε στους δικηγόρους του την αίτηση παρακοής διατάγματος και εκείνοι τον συμβούλεψαν ότι για να του επιδοθεί αίτηση παρακοής σημαίνει ότι ήδη του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα και λόγω του ότι δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης, εκδόθηκε απόφαση εναντίον του. Σημειωτέον ότι αναφορικά με την αίτηση παρακοής διατάγματος, ο Εναγόμενος 1 δηλώνει ότι καταχώρησε ένσταση, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση, στην οποία ανέφερε ότι ουδέποτε του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα. Εν τέλει, στις 17/12/2013 ο Εναγόμενος αρ. 1 αναγκάστηκε, ως ο ισχυρισμός του, λόγω της αίτησης παρακοής να παραδώσει το αυτοκίνητό του στο δικαστικό επιδότη, αφού εάν δεν συμμορφωνόταν με την απόφαση υπήρχε πιθανότητα ποινής φυλακίσεως του. Είναι ο ισχυρισμός του Εναγομένου 1 ότι στις 10/02/2014 τον κάλεσε ο αδελφός του στο πάρτι γενεθλίων του όπου θα ανακοίνωνε ότι θα αρραβωνιαστεί. Εκεί ο Εναγόμενος 1 συναντήθηκε με τη μητέρα του και της ανέφερε ότι ήταν πικραμένος μαζί της καθώς αυτή φταίει που έχασε το αυτοκίνητο του επειδή της επέδωσαν την αγωγή και δεν του το ανέφερε. Η μητέρα του, ωστόσο, αρνήθηκε ότι της επιδόθηκαν οποτεδήποτε οποιαδήποτε έγγραφα που να τον αφορούν. Κατόπιν τούτου, κατά ή περί την 11.2.2014 ο Εναγόμενος 1 μαζί με τους δικηγόρους του προχώρησαν σε έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου και οι δικηγόροι του τον συμβούλευσαν ότι η επίδοση ήταν αντικανονική και καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση. Ως ο Εναγόμενος 1 λαμβάνει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους του, δικαιωματικά (ex debito justiciae) αυτός δικαιούται σε παραμερισμό της απόφασης στην αγωγή καθότι η κατ' ισχυρισμό επίδοση είναι άνευ σημασίας και/η αποτελέσματος και άκυρη εξ' επαρκής (void ab initio). Περαιτέρω, και πέραν από την παρατυπία και/η αντικανονικότητα της επίδοσης και/ή την ακυρότητα της επίδοσης, καθ'ότι δεν έλαβε ποτέ γνώση της Αγωγής εναντίον του, είναι, περαιτέρω, η θέση του Εναγομένου 1 ότι αυτός έχει καλή υπεράσπιση. Ειδικότερα, είναι η θέση του ότι αυτός καμιά εκκρεμούσα οφειλή έχει έναντι της Ενάγουσας εταιρείας. Ενώ η Ενάγουσα ισχυρίζεται στην αγωγή ότι ο Εναγόμενος 1 της οφείλει €7.853,53 πλέον τόκο προς 11% από 7.7.2009, είναι η θέση του Εναγομένου 1 ότι αυτός πλήρωσε αρκετά ποσά στην Ενάγουσα, ποσά τα οποία υπερβαίνουν το ποσό των €7.853,
  2. Περαιτέρω, είναι η θέση του Εναγομένου 1 ότι κατατέθηκαν ποσά μέσω Τραπεζικών λογαριασμών, επιταγές και δόθησαν και μετρητά στους δικηγόρους της Ενάγουσας. Από την έρευνα που του φακέλου του Δικαστηρίου και του Κλητήριου Εντάλματος, ο Εμαγόμενος 1 διαπίστωσε ότι ούτε καν υπάρχει αναφορά σε όλα τα ποσά που αυτός πλήρωσε στην Ενάγουσα έναντι του δανείου. Περαιτέρω, είναι ο ισχυρισμός του Εναγομένου 1 ότι παρόλο που αυτός ζήτησε, μέσω των δικηγόρων της Ενάγουσας, κατάσταση λογαριασμού, εντούτοις μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της ένορκης δήλωσή του προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης, παρέλειψαν να τον εφοδιάσουν με κατάσταση λογαριασμού. Ισχυρίζεται ο Εναγόμενος 1 ότι έθεσε το αίτημά του για παροχή κατάστασης λογαριασμού στους δικηγόρους της Ενάγουσας κατά τις εμφανίσεις του στο Δικαστήριο στις 15/04/2013, 11/06/2013, 10/10/2013, και 15/11/2013 στο πλαίσιο της δίκης για την αίτηση παρακοής. Πέραν αυτού, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε του στάληκαν προειδοποιητικές επιστολές είτε από τους δικηγόρους της Ενάγουσας είτε από την Ενάγουσα. Ούτε καν του στάληκε επιστολή τερματισμού. Προχωρεί ο Εναγόμενος 1 και εξηγεί ότι η καθυστέρηση καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης παραμερισμού οφείλεται σε πλάνη από μέρους του ότι η εν λόγω αγωγή είχε επιδοθεί στην μητέρα του, γεγονός το οποίο διαψεύστηκε. Ισχυρίζεται ότι δεν μπορούσε να εξακριβώσει κατά πόσο είχε γίνει επίδοση στην μητέρα του για τον ίδιο, καθότι αυτός και η μητέρα του δεν είχαν μιλήσει λόγω προσωπικών διαφορών. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ως αληθώς πιστεύει και ως τον ενημερώνουν οι δικηγόροι του, ο Εναγόμενος 1 εισηγείται ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, ενώ δεν παραβλάπτονται οποιαδήποτε καλώς νοούμενα συμφέροντα της Ενάγουσας, να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια στην παρούσα περίπτωση προς έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως η αίτηση. Στην αντίθετη περίπτωση θα υπάρξει πασιφανής αδικία καθότι ο Εναγόμενος 1 θα στερηθεί του δικαιώματος να ακουστεί καθώς και του δικαιώματος δίκαιας μεταχείρισης και δίκαιας διαδικασίας (due process). Με Ειδοποίηση πρόθεσης Ένστασης που καταχώρησε στις 15.5.2014, η Ενάγουσα ενίσταται στην υπό κρίση αίτηση παραμερισμού Για τους ακόλουθους λόγους: «(α) Η επίδοση της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής ήταν καθ' όλα νόμιμη και σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. (β) Ο Αιτητής έλαβε γνώση της εγερθείσας αγωγής και/ή οι ισχυρισμοί του περί κακής επίδοσης είναι εκ των υστέρων σκέψεις για αποφυγή των συνεπειών έκδοσης της απόφασης. (γ) Ο Αιτητής καταχώρησε την Αίτηση με μεγάλη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση χωρίς να προβάλει ικανοποιητικούς λόγους και/ή στοιχεία και/ή τεκμήρια για την παράλειψη του να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή και/ή αίτηση παραμερισμού της εν λόγω απόφασης. (δ) Δεν δίδεται ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης αλλά ούτε επαρκή και/ή λογική δικαιολογία για την μη έγκαιρη λήψη μέτρων από την έκδοση της απόφασης και/ή την υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης και/ή επέδειξε εσκεμμένη αδιαφορία προς τη δικαστική διαδικασία και/ή πρόθεση εγκατάλειψης της υπόθεσης του. (ε) Ο Αιτητής προσέρχεται ενώπιον του Δικαστηρίου με κακή πίστη, αποκρύβει την αλήθεια ενώ προβάλλει ψευδείς και/ή ανυπόστατους ισχυρισμούς στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα και/ή για να πείσει ότι δήθεν δεν του επιδόθηκε η αγωγή με αριθμό 5031 /2009 και/ή ότι έχει καλή υπεράσπιση εναντίον των Καθ' ων η αίτηση. (στ) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτουν οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί και η Νομολογία για την ικανοποίηση της αιτούμενης θεραπείας και/ή ο Αιτητής έχει την συνήθεια να μην συμμορφώνεται με τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς και/ή η διαγωγή του Αιτητή είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση και το Δικαστήριο πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση. (ζ) Ο Αιτητής στερείται εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης και/ή δεν προκύπτει από την Ένορκη Δήλωση του καλή υπεράσπιση σχετικά με την ουσία της υπόθεσης. (η) Η παρούσα Αίτηση είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη και/ή απαράδεκτη και/ή αστήρικτη και/ή αδικαιολόγητη και/ή καταχρηστική. (θ) Οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί καλής υπεράσπισης και/ή κακής επίδοσης και/ή παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης και/ή παράλειψης καταχώρησης της παρούσας αίτησης έγκαιρα, είναι αβάσιμοι και/ή αστήριχτοι και/ή χωρίς αιτιολογία και/ή συγκρούονται μεταξύ τους. (ι) Δεν δίδεται καλός λόγος για παραμερισμό της απόφασης και/ή άδειας Δικαστηρίου στον Αιτητή να προβάλει υπεράσπιση αφού οι ισχυρισμοί του είναι αόριστοι και αβάσιμοι. (κ) Η Αίτηση δεν μπορεί να προωθείται και/ή οι δικηγόροι του Αιτητή κωλύονται και/ή δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την εν λόγω Αίτηση εκ μέρους του Αιτητή και/ή η Αίτηση τους είναι πρόωρη και/ή άκυρη εφόσον δεν έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και/ή διοριστήριο δικηγόρου πριν την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. (λ) Η αιτούμενη θεραπεία έχει ως αποτέλεσμα τον δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση σε ανεπανόρθωτο βαθμό και/ή κατά τρόπο ώστε οι Καθ' ων η αίτηση να βρεθούν σε δυσμενή θέση και/ή κατά τρόπο που η επιδίκαση εξόδων δεν θα συνιστά επαρκή και/ή εύλογη αποζημίωση των Καθ' ων η αίτηση υπό τις περιστάσεις.». Η ένσταση βασίζεται στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.16 Θ.Θ. 1-7, Δ.17 Θ.3, 5, 7, 10 & 11, Δ.26 Θ. 14, Δ.39, Δ.48, Θ. 1 - 4, 6, 8 & 9, στον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149, στις εγγενείς και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου καθώς και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση της κυρίας Ελένης Κωνσταντίνου από την Λευκωσία, ημερ. 15.5.2014, η οποία είναι, ως δηλώνει υπάλληλος της Ενάγουσας - Καθ' ης η αίτηση, εργάζεται στο Τμήμα Εισπράξεως Χρεών, είναι υπεύθυνη για τον εν λόγω λογαριασμό, γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της αγωγής και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από την Ενάγουσα να προβεί στην Ένορκη Δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης. Αρνείται και απορρίπτει εξολοκλήρου το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του Εναγομένου 1, ημερ. 14/2/
  3. Οι ισχυρισμοί γεγονότων που εγείρει η κα Ελένη Κωνσταντίνου στην ένορκη δήλωσή της είναι οι εξής꞉ «(α) Στις 30/3/2007, ο Αιτητής υπέγραψε συμφωνία δανείου με τους Καθ' ων η αίτηση για αγορά μηχανοκίνητου οχήματος. Η εν λόγω συμφωνία δανείου βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α στην Ένορκη Δήλωση ημερ. 13/10/2010, που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης ημερ. 22/9/
  4. (β) Ο Αιτητής παρέλειπε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του με αποτέλεσμα οι Καθ' ων η αίτηση να αναγκαστούν να του στείλουν πολλές επιστολές σε περίοδο περίπου 2 ετών, όπως είναι η συνηθισμένη πρακτική τους, με τις οποίες τον ενημέρωναν μεταξύ άλλων, για το οφειλόμενο σε αυτούς υπόλοιπο, τις καθυστερημένες οφειλές του και το επιτόκιο που ίσχυε. Οι συγκεκριμένες επιστολές βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ στην Ένορκη Δήλωση ημερ. 13/10/2010, που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης ημερ. 22/9/
  5. (γ) Σύμφωνα, με την επιστολή τερματισμού η οποία στάλθηκε στον Αιτητή στις 4/7/2009 και βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε στην Ένορκη Δήλωση ημερ. 13/10/2010, καταχωρήθηκε στα πλαίσια της αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης ημερ. 22/9/2010, οι Καθ' ων η αίτηση τον προειδοποιούσαν ότι θα λάμβαναν δικαστικά μέτρα εναντίον του σε περίπτωση παράλειψης εξόφλησης του χρέους. (δ) Όλες οι επιστολές στάλθηκαν στον Αιτητή, στην διεύθυνση που ο ίδιος έδωσε στους Καθ' ων η αίτηση για σκοπούς αλληλογραφίας σχετικά με την συμφωνία δανείου, ήτοι στην οδό Πολυνίκης 18Α στο Στρόβολο. Διευκρινίζω στο σημείο αυτό ότι η οδός Πολυνίκης 18Α στο Στρόβολο όπου οι Καθ' ων η αίτηση απέστελλαν τις προειδοποιητικές επιστολές καθώς και την επιστολή τερματισμού είναι η διεύθυνση στην οποία κατοικεί ο Αιτητής, σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήριο Γ της Ένορκης Δήλωσης του και την παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση στην αίτηση παρακοής. (ε) Ο Αιτητής προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο, σχετικά με τον τόπο διαμονής του και την επίδοση της αγωγής. Στην παράγραφο 9 της Ένορκης Δήλωσης του, αναφέρει ότι στην οδό Πολυνίκης 18Α διέμενε η μητέρα του. Αντίθετα, στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ που συνοδεύει την Ένορκη Δήλωση, συγκεκριμένα στις καταστάσεις λογαριασμού ημερ. 2011 - 2012 και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην αίτηση παρακοής, στην παράγραφο 3 ορκίζεται ενόρκως ότι πάντα διέμενε στην οδό Πολυνίκης 18Α. Ο Αιτητής προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο λέγοντας ότι διέμενε η μητέρα του στην οδό Πολυνίκης 18Α, ενώ όπως παραδέχεται στο δικό του ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ, εκεί έμενε πάντα ο ίδιος. (στ) Είναι φανερό από το Τεκμήριο Γ, δηλαδή από τους λογαριασμούς του τηλεφώνου του Αιτητή για τα έτη 2011 - 2012 και από την παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση στην αίτηση παρακοής (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ), όπως ισχυρίζεται ότι πάντα διέμενε στην ίδια οδό, δηλαδή στην οδό Πολυνίκης 18Α, στη Λευκωσία ότι ο Αιτητής κατοικούσε πάντα στην πιο πάνω οδό, όπου του επιδόθηκαν όλες οι προαναφερόμενες επιστολές. Επομένως, οι 16 προειδοποιητικές επιστολές για καθυστέρηση πληρωμής των δόσεων του Αιτητή και η επιστολή τερματισμού της συμφωνίας δανείου - στην οποία περιλαμβάνεται η προειδοποίηση λήψης δικαστικών μέτρων εναντίον του - αποστέλλονταν στη οδό όπου ο Αιτητής διέμενε. Είναι επίσης φανερό ότι ο Αιτητής παρέλαβε όλες τις επιστολές και δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί που προβάλλει στην παράγραφο 22 της Ένορκης Δήλωσης του ότι δήθεν δεν τις παρέλαβε. (ζ) Ειδικότερα, από τις 8/11/2007 μέχρι 4/6/2009, δηλαδή σε περίοδο περίπου 2 ετών στάλθηκαν στον Αιτητή 16 επιστολές στην διεύθυνση που ο ίδιος έδωσε στους Καθ' ων η αίτηση ως διεύθυνση αλληλογραφίας του στις 30/03/2007, κατά τη σύναψη της συμφωνίας δανείου. Επισημαίνω στο παρόν στάδιο ότι ο Αιτητής αναφέρει στην παράγραφο 22 της Ένορκης Δήλωσης του ότι ποτέ δεν παρέλαβε οποιαδήποτε επιστολή. (η) Στις 31/8/2009 καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση η αγωγή με αρ. 5031/
  6. Ο Αιτητής γνώριζε για την εν λόγω αγωγή καθότι του επιδόθηκε νομότυπα στις 14/12/2009, όπως φαίνεται από την Ένορκη Δήλωση Επίδοσης του ιδιώτη επιδότη κ. Κτωρίδη (Τεκμήριο Α στην Ένορκη Δήλωση του Αιτητή). Ουδέποτε καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και καθυστέρησε άνευ λόγου και αιτίας να υποβάλει αίτημα παραμερισμού της απόφασης. Οτιδήποτε αναφέρεται στις παραγράφους 5-26 της Ένορκης Δήλωσης είναι εκ των υστέρων σκέψεις για να αποφύγει τα αποτελέσματα που ακολουθούν την έκδοση της απόφασης. Εξ' όσων με πληροφορούν οι δικηγόροι των Καθ' ων η αίτηση ο Αιτητής έδειξε υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης και παρέλειψε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, επιδεικνύοντας εσκεμμένη αδιαφορία προς τη δικαστική διαδικασία και πρόθεση εγκατάλειψης της υπόθεσης του. (θ) Παρά τους ισχυρισμούς του Αιτητή στην παράγραφο 16 της Ένορκης Δήλωσης του, δηλαδή ότι δεν αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση επίδοσης ο τόπος που του επιδόθηκε η αγωγή, ο κ. Κτωρίδης αναφέρει ξεκάθαρα σε αυτή ότι επέδωσε το Κλητήριο Ένταλμα στον Στρόβολο. Επίσης, στο επισυνημμένο Κλητήριο Ένταλμα αναγράφεται η οδός Πολυνίκης 18Α στον Στρόβολο. Η εν λόγω διεύθυνση είναι η διεύθυνση διαμονής στην οποία ο Αιτητής ορκίστηκε ότι διέμενε μέχρι τουλάχιστον το έτος 2012, σύμφωνα με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ στην Ένορκης Δήλωσης του. Είναι επίσης γεγονός ότι ο κ. Κτωρίδης ορκίστηκε ότι η αγωγή επιδόθηκε στην παρουσία του Καθ' ου η αίτηση αλλά αυτός αρνήθηκε να υπογράψει ότι την παρέλαβε. Όπως με ενημερώνουν οι δικηγόροι των Καθ'ων η αίτηση, το γεγονός αυτό είναι συνηθισμένο αφού κάποιοι λανθασμένα θεωρούν ότι αν δεν υπογράψουν ότι παρέλαβαν τα δικαστικά έγγραφα τότε μπορούν να αποφύγουν τις οποιεσδήποχε συνέπειες. Η συγκεκριμένη Ένορκη Δήλωση Επίδοσης βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. (ι) Λόγω παράλειψης του Αιτητή να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης εκδόθηκε απόφαση εναντίον του και της Εναγομένης 2 στις 13/10/
  7. Αντίγραφο της εν λόγω απόφασης επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  8. Στις 17/2/2011, επιδόθηκε στον Αιτητή η εν λόγω απόφαση, σε άλλο τόπο από τον τόπο διαμονής του, καθώς, ο Αιτητής δεν μπορούσε να ανευρεθεί στην οδό Πολυνίκης. Η Ένορκη Δήλωση επίδοσης βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου στην αίτηση για έκδοση εντάλματος παράδοσης κινητής περιουσίας ημερομηνίας 5/4/2011 και επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 η σχετική ειδοποίηση του επιδότη. (κ) Ο Αιτητής αρνήθηκε ξανά να παραλάβει ακόμα ένα δικαστικό έγγραφο, δηλαδή την απόφαση του Δικαστηρίου. Όπως φαίνεται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2, ο επιδότης άφησε την απόφαση στην παρουσία του Αιτητή άνευ της υπογραφής του. (λ) Περαιτέρω, όταν οι Καθ' ων η αίτηση κατέθεσαν τη δικαστική απόφαση εναντίον της ακίνητης περιουσίας του Αιτητή στις 13/4/2011, υπήρχε μόνο ένα ακίνητο εγγεγραμμένο στο όνομα του. Αυτό το ακίνητο ήταν στην οδό Πολυνείκης 18Α, στο Στρόβολο στη Λευκωσία, όπου του επιδόθηκαν οι πιο πάνω επιστολές, αγωγή και απόφαση. Ο Αιτητής είναι ιδιοκτήτης ενός μόνο ακινήτου στο οποίο και διαμένει και δεν δικαιούται να προβάλλει ισχυρισμούς ότι στο εν λόγω ακίνητο διέμενε η μητέρα του. Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 αντίγραφο της απόδειξης της εγγραφής δικαστικής απόφασης MEMO ημερ. 13/4/2011, καθότι το πρωτότυπο είναι απαραίτητο να κατατεθεί στο Κτηματολόγιο για εκποίηση της ακίνητης περιουσίας του Αιτητή. (μ) Στις 17/1/12 οι Καθ' ων η αίτηση προχώρησαν με πτωχευτική διαδικασία εναντίον της Εναγόμενης 2, σύζυγο συγγενικού προσώπου του Αιτητή, ως με ενημέρωσε ο δικηγόρος των Καθ' ων η αίτηση κ. Παναγιώτης Πανάγος. Στις 5/4/2013 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας της Εναγομένης 2 στα πλαίσια της αίτησης πτώχευσης με αριθμό 197/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ως με ενημερώνει ο κ. Παναγιώτης Πανάγος, κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας, ο Αιτητής και συγγενικά του πρόσωπα και συγκεκριμένα κάποιος κ. Γιώργος Γεωργίου, σύζυγος της Εναγομένης 2, επικοινώνησαν σε αρκετές περιπτώσεις μαζί του και υπόσχονταν όχι θα εξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό, αρκεί να τους βοηθούσαν οι Καθ' ων η αίτηση να κερδίσουν λίγο χρόνο. Είναι ξεκάθαρο νομίζω ότι ο Αιτητής ήταν ενήμερος για τη διαδικασία και δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν είχε γνώση. Η διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ήταν νόμιμη και κανονική και ο Αιτητής όχι μόνο ήταν ενήμερος, αλλά δεν έλαβε κάποιο δικαστικό διάβημα για παραμερισμό της απόφασης, γεγονός που δείχνει κατά την άποψη μου ότι οι ισχυρισμοί του αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις. (ν) Στις 5/4/2011, καταχωρήθηκε αίτηση εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση για παράδοση του επίδικου οχήματος. Η αίτηση ημερ. 5/4/2011 βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Εξ' όσων με ενημέρωσε ο κ. Πανάγος, ο δικαστικός επιδότης επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Αιτητή, τον ενημέρωσε για τον σκοπό για τον οποίο αναζητείτο χωρίς όμως αποτέλεσμα, αφού δεν μπορούσε να ανευρεθεί κατά τις επισκέψεις του δικαστικού επιδότη. Το εν λόγω ένταλμα αποσύρθηκε άνευ βλάβης. Στις 7/11/2012, καταχωρήθηκε δεύτερη αίτηση εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση για έκδοση εντάλματος παράδοσης του επίδικου οχήματος, η οποία βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Ο Αιτητής αρνήθηκε να παραδώσει το επίδικο όχημα στον δικαστικό επιδότη. Εξ' όσων με πληροφορούν οι δικηγόροι μας, ο Αιτητής ισχυριζόταν στο δικαστικό επιδότη ότι το όχημα βρισκόταν σε ένα γκαράζ και αρνήθηκε να υποδείξει την τοποθεσία του, με αποτέλεσμα να μην δύναται να εκτελεστεί το ένταλμα παράδοσης κινητής περιουσίας. Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 η σχετική ειδοποίηση του επιδότη. (ο) Στις 17/1/2012, οι Καθ'ων η αίτηση καταχώρησαν αίτηση παρακοής. Στις 7/6/2013 ο Αιτητής καταχώρησε την ένσταση του μέσω του κάποιου δικηγόρου Χρίστου Π. Χριστοδουλίδη. Αν θυμάμαι καλά, ο κ. Χριστοδουλίδης εμφανιζόταν εκ μέρους του Αιτητή στην διαδικασία παρακοής πολύ πριν την καταχώρηση της ένστασης, ίσως και από τις αρχές του
  9. Έστω και αν υποθέσουμε όμως ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή είναι αληθής, δεν έλαβε οποιοδήποτε δικαστικό διάβημα για παραμερισμό της απόφασης για διάστημα πέραν των 2 ετών από την ημερομηνία που δήθεν περιήλθε η ύπαρξη αγωγής και απόφασης εναντίον του και με υπέρμετρη, αδικαιολόγητη καθυστέρηση προσπαθεί να ισχυριστεί ότι η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να παραμεριστεί λόγω κακής επίδοσης. (π) Ως με ενημερώνει ο δικηγόρος των Καθ' ων η αίτηση κ. Παναγιώτης Γ. Πανάγος αλλά και ως διαφαίνεται από τα ίδια τα γεγονότα της υπόθεσης ο Αιτητής γνώριζε για την δικαστική διαδικασία τουλάχιστον από την έκδοση του πρώτου εντάλματος παράδοσης με αποτέλεσμα να κωλύεται σήμερα να προβάλλει ισχυρισμούς περί κακής επίδοσης και/ή έχει απολέσει και/ή έχει παραιτηθεί του δικαιώματος να εγείρει ισχυρισμούς περί κακής επίδοσης, ιδιαίτερα δε από την στιγμή που έλαβε μέρος στη διαδικασία. Θεωρώ περαιτέρω λογικό ότι αν ο Αιτητής πράγματι έλεγε την αλήθεια δεν θα παρέδιδε το επίδικο όχημα και θα προσπαθούσε όσο το δυνατό πιο σύντομα να παραμερίσει την επίδοση της αγωγής. (ρ) Επίσης, επαναλαμβάνω ότι ο Αιτητής δεν έλαβε κάποιο δικαστικό διάβημα για παραμερισμό της απόφασης τότε, ούτε πριν, παρά το γεγονός ότι γνώριζε για την αγωγή και την απόφαση εναντίον του και γνώριζε για τη διαδικασία πτώχευσης, την αίτηση παρακοής και για τα εκτελεστικά μέτρα που λήφθηκαν εναντίον του. Από τις 5/4/2011 που καταχωρήθηκε η πρώτη αίτηση για έκδοση εντάλματος παραδόσεως και τις 7/11/2012 η δεύτερη αίτηση, σε κανένα στάδιο δεν έλαβε κάποιο διάβημα και έδειξε υπέρμετρη καθυστέρηση και αδιαφορία προς τη δικαστική διαδικασία. Αν πράγματι ήταν αληθής ο ισχυρισμός του περί κακής επίδοσης, θα καταχωρούσε αίτηση παραμερισμού χωρίς καθυστέρηση από τότε, παρά μόνο προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο σχετικά με τον τόπο διαμονής του. (σ) Επαναλαμβάνω περαιτέρω ότι ο Αιτητής και συγγενικά του πρόσωπα ήταν σε επικοινωνία με τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση και συγκεκριμένα τον κ. Παναγιώτη Γ. Πανάγο πολύ πριν την επίδοση της αίτησης παρακοής και προσπάθησαν ανεπιτυχώς να εξοφλήσουν το εξ' αποφάσεως χρέος. Γνώριζαν για τη διαδικασία και όλα τα δικαστικά διαβήματα που οι Καθ' ων η αίτηση ακολούθησαν τα οποία πάντα ήταν σύμφωνα με τους εκάστοτε δικαστικούς κανονισμούς. Επομένως, δεν επιτρέπεται τα συγγενικά πρόσωπα του και αυτός να ορκίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν γνώριζε για την απόφαση λόγω κακής επίδοσης της αγωγής. (τ) Όλοι οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί κακής επίδοσης είναι αβάσιμοι και αδικαιολόγητοι, χωρίς τεκμηρίωση. Ο Αιτητής δεν καταθέτει στοιχεία τα οποία να στηρίζουν τους ισχυρισμούς του ότι δεν γνώριζε για την αγωγή και την απόφαση. Αντίθετα, όλα τα στοιχεία που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, όπως αναφέρεται με λεπτομέρεια πιο πάνω, δείχνουν ότι ο Αιτητής γνώριζε τόσο για την αγωγή, όσο και για την απόφαση του Δικαστηρίου. (υ) Αδικαιολόγητα, ο Αιτητής δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και αδικαιολόγητα καθυστέρησε 4.5 χρόνια να καταχωρήσει την Αίτηση παραμερισμού. Ο Αιτητής γνώριζε για την αγωγή και την απόφαση διότι του επιδόθηκαν νομότυπα. Λήφθηκαν εναντίον του μέτρα εκτέλεσης της απόφασης και απέφευγε να δείξει στους δικαστικούς επιδότες που βρισκόταν το επίδικο στην αγωγή όχημα. Λήφθηκε πτωχευτική διαδικασία εναντίον της Εναγομένης 2 και ήταν ενήμερος. Προσπαθούσε να βρει τρόπους να πληρώσει το χρέος του και ήταν σε συνεχή επικοινωνία με τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, κάποτε ο ίδιος και κάποτε μέσω συγγενικών του προσώπων. Ως εκ τούτου, δεν δικαιολογείται η παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης και η υπέρμετρη καθυστέρηση υποβολής αιτήματος για παραμερισμό της εν λόγω απόφασης. Αδικαιολόγητα, ο Αιτητής δεν ενέργησε για να παραμερίσει την απόφασης και όπως με ενημερώνουν οι δικηγόροι των Καθ' ων η αίτηση δεν δικαιούται στο παρόν στάδιο να προβάλει τον ισχυρισμό ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής λόγω κακής επίδοσης και απλά καταχράται τη δικαστική διαδικασία. (φ) Ο Αιτητής δεν προσπάθησε να προβάλει την υπεράσπιση του όταν έπρεπε και τώρα, 4 χρόνια μετά, καταχράται τη δικαστική διαδικασία με την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, προκαλώντας μεγαλύτερη καθυστέρηση χωρίς να προβάλλει μάλιστα οποιαδήποτε πειστική υπεράσπιση.». Είναι περαιτέρω η θέση της κας Ελένης Κωνσταντίνου ότι ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής δεν έχει καλή υπεράσπιση καθότι: «(α) Ο ίδιος παραδέχεται ότι πλήρωνε διάφορα ποσά. Επομένως, δεν μπορεί να παραδέχεται ότι πληρώνει τις οφειλές του, αλλά έχει καλή υπεράσπιση ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Καθ' ων η αίτηση. Αυτοί οι δύο ισχυρισμοί αντικρούονται. Η απαίτηση των Καθ' ων η αίτηση εδράζεται επί συμφωνίας δανείου και/ή ξεκαθαρισμένου υπολοίπου λογαριασμού το οποίο όχι μόνο ουδέποτε ο Αιτητής αμφισβήτησε αλλά το αποδέχτηκε επανειλημμένως, πληρώνοντας διάφορα ποσά. Το δάνειο και το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι παραδεκτά και δεν αμφισβητήθηκαν από τον Αιτητή. (β) Οι δικηγόροι των Καθ' ων η αίτηση με συμβουλεύουν ότι ο Αιτητής δεν έχει Υπεράσπιση και όλοι ισχυρισμοί του είναι ανυπόστατοι. Ο Αιτητής αδυνατεί να προσκομίσει οποιαδήποτε στοιχεία που να τεκμηριώνουν γνήσια ή καλόπιστη υπεράσπιση αναφορικά με την παρούσα υπόθεση και αρκείται μόνο να προβάλλει κάποιους γενικούς, αόριστους και ανυπόστατους ισχυρισμούς. Ως με ενημερώνουν οι δικηγόροι των Καθ' ων η αίτηση, ο Αιτητής είναι υποχρεωμένος να δείξει κάτι παραπάνω από την απλή παράθεση μιας εκδοχής. Αντίθετα, αυτός απλά αναφέρει ότι οι τόκοι ήταν παράνομοι χωρίς να το εξηγεί ή να προβάλλει κάποια αιτιολογία ή μαρτυρία. (γ) Οι δικηγόροι των Καθ' ων η αίτηση με συμβουλεύουν περαιτέρω ότι ο Αιτητής προβάλλει γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς χωρίς παράθεση στοιχείων και γεγονότων από τα οποία θα μπορούσε το Δικαστήριο να διαγνώσει αν δημιουργείται εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Χωρίς το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του τέτοια στοιχεία και γεγονότα δεν μπορεί να στηριχθεί σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς που δεν πλαισιώνονται παράλληλα με τα αναγκαία εκείνα στοιχεία και γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν ενδεχομένως να οδηγήσουν το Δικαστήριο στο να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει με τους ισχυρισμούς του Αιτητή. Αναφέρεται απλά η παράθεση γεγονότων και το Δικαστήριο δεν μπορεί να διαγνώσει από μόνο του με βάση τα γεγονότα αυτά αν εγείρεται εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. (δ) Τέλος, αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Αιτητή για πληρωμή κάποιων ποσών δεν παρουσιάζεται οποιοδήποτε τεκμήριο. Ακόμη όμως και αν έγιναν κάποιες πληρωμές αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση. Αντίθετα, όλες οι πράξεις, λόγια και παραστάσεις του Αιτητή και συγγενικών του προσώπων όπως αναφέρονται με λεπτομέρεια πιο πάνω, υποδηλώνουν παραδοχή του χρέους και συναίνεση στην εγκυρότητα της απόφασης.». Τέλος, η κα Ελένη Κωνσταντίνου εισηγείται προς το Δικαστήριο ότι- «Αν η θεραπεία αυτή εγκριθεί από το Δικαστήριο, θα έχει ως αποτέλεσμα τον δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση σε ανεπανόρθωτο βαθμό και κατά τρόπο ώστε οι Καθ' ων η αίτηση να βρεθούν σε δυσμενή θέση. Η επιδίκαση εξόδων δεν θα συνιστά επαρκή ή εύλογη αποζημίωση των Καθ' ων η αίτηση υπό τις περιστάσεις. Έχει ήδη παραδοθεί το επίδικο στην αγωγή όχημα, εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής εναντίον της Εναγομένης 2 και λήφθηκαν εκτελεστικά μέτρα. Αν εγκριθεί το αίτημα του Αιτητή όλα αυτά θα καταρρεύσουν και οι Καθ' ων η αίτηση δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν με έξοδα.». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην απόφαση στην Πολιτική Έφεση Αρ. 10096, Κύπρος Γεωργίου ν Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζα Κύπρου Λτδ

(1999)(Αρ.2) 1Γ ΑΑΔ 1938, ο Ηλιάδης Δ. κατέγραψε τα εξής, τα οποία απηχούν μέχρι σήμερα τη θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίουː «Οι αρχές που διέπουν τον παραμερισμό μιας απόφασης που λήφθηκε λόγω παράλειψης του εναγομένου να εμφανισθεί αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Αγγλικών και Κυπριακών αποφάσεων. (Evans ν. Bartlam [1937] 2 All E.R 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρο)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ.
(1997)1 Α.Α.Δ. 28). Στην Milouca Motor Trading Ltd. ν. Κούρτης
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 γίνεται μια εκτενής ανάλυση της σχετικής νομολογίας υιοθετήθηκαν οι αρχές όπως καθορίσθηκαν στην απόφαση Phylactou ν. Michael
(1982)1 C.L.R. 204,210, που τονίζουν αφενός την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουσθεί και αφετέρου την ανάγκη διασφάλισης της άνευ προσκόμματος αποπεράτωσης της δίκης. Ταυτόχρονα σημειώθηκε ότι όταν η συμπεριφορά του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό της πρωτόδικης απόφασης ισοδυναμεί με καταφρόνηση του Δικαστηρίου ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την αίτηση. Όπως εξηγεί ο Πικής, Π., που έδωσε την απόφαση του Εφετείου, "Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης." Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης. (Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd. ν. Κούρτης (πιο πάνω). Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Νικήτα στην απόφαση Mine and Quarry Services Ltd. ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου) (πιο πάνω),"Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του."». Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Μιχάλης Περατικός (5788/2005, απόφαση ημερομηνίας 05/08/2013): «Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης (βλ. lason Travel & Tours Ltd v. L. Pashias Travel Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 145/2010, ημερομηνίας 19.02.13).». Υπό το φως των πιο πάνω νομολογηθέντων είναι που θα πρέπει να διαβάζεται η Διαταγή 17, Θ.10, η οποία προβλέπει ότιː «10. Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διάταξης, θα είναι νόμιμο δια το Δικαστήριο, στην κατάλληλη περίπτωση, να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.». Οι προϋποθέσεις για τον παραμερισμό μιας απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του Εναγομένου, δυνάμει της Δ.17 θ.10 ανωτέρω, συνοψίσθηκαν πρόσφατα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερ. 15.1.2013, (δοθείσα από τον Ναθαναήλ, Δ.), στην Πολιτική Έφεση 205/2010, Κυριακή Τσεσμέλογλου ν Σοφοκλή Σοφοκλέους. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμαː «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Η απεριόριστη και ταυτόχρονα σύμφυτη ουσιαστικά εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις ληφθείσες χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, υπόκειται επομένως στα καλώς εγνωσμένα περιοριστικά κριτήρια που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, αλλά σημασία αποκτούν επίσης αφενός το χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει μεταξύ της απόφασης και της αίτησης παραμερισμού και αφετέρου η χρησιμότητα του τυχόν παραμερισμού, από την άποψη ότι αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί. Τα πιο πάνω αντλούνται από υποθέσεις όπως οι Evans v. Bartlam
(1973)3 All E.R. 646, Land Securities Plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Μιχάλης Λούκα ν. Cyprus Pipes Industries Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 163 και Λουκαΐδου ν. Γερολέμου
(2000)1 Α.Α.Δ. 333.». Ως προς το βάρος της απόδειξης της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης, παραπέμπω στην απόφαση Merkis v. Yiannoukas and another
(1994)1 AAA 736 όπου λέχθηκε ότι «από το σκεπτικό της Evans ν. Bartlam συνεπάγεται ότι- i. Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης ... ii. ... Σχετικά με τη μαρτυρία την οποία πρέπει να προσκομίσει ο αιτητής για να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αυτή πρέπει να είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιαδήποτε άλλη έγγραφη μαρτυρία συνημμένη στις ενόρκους δηλώσεις. Δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε άλλη προφορική μαρτυρία. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οποιονδήποτε ομνύοντα επί της ένορκης δήλωσης του, αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας.». Έχει νομολογηθεί ότι η αποκάλυψη μιας καλής υπόθεσης ή συζητήσιμης υπεράσπισης, προϋποθέτει την προσκόμιση κάποιων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία εξυπακούεται ότι εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας όπως προβάλλεται μέσα από την ένορκη δήλωση, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνον αν θα εξυπηρετηθεί ο χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων (βλ. Πατουρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118. 2124 και Γεώργιος Φρίξου Γεωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κώστα Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(B) Α.Α.Δ., 1101 σελ. 1106). Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των αιτητών. Εκεί όπου η προβαλλόμενη υπεράσπιση δεν φέρει τα αναγκαία χαρακτηριστικά και ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται (Παρασκευά Κωνσταντίνου κ.ά. v. ΥΡ Trade & Service Ltd, 3225/2011, απόφαση ημερ. 12 Ιουνίου 2013). Στην απόφαση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθος Κούρτη
(1997)1B ΑΑΔ 941, επεξηγήθηκε η σημασία της διαγωγής του εναγομένου ως παράγοντα που μπορεί να επενεργήσει κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ανεξάρτητα από τη διαπίστωση της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, στη σελ. 945, αναφέρεται: «Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου [...]. [...] Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του Εναγομένου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματος του. Διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και το αποτέλεσμα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του Εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν με την εξής επισήμανση του Ναθαναήλ, Δ., στην προμνησθείσα απόφαση στην Πολιτική Έφεση 205/2010ː «Η ανάδειξη εκ πρώτης όψεως καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης που συνιστά κυρίαρχο παράγοντα σε αιτήσεις του είδους, ουδέποτε εξετάζεται κατ΄ απομόνωση. Ανάλογα με τα περιστατικά, οι υπόλοιποι παράγοντες ή κριτήρια αποκτούν λιγότερη ή περισσότερη σημασία. Ικανά ακόμη και να αντισταθμίσουν την καλή υπεράσπιση. [...] Επομένως, όπως έχει κατ΄ επανάληψη λεχθεί (δέστε, για παράδειγμα, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941), η χωρίς επαρκή λόγο παράλειψη εμφάνισης αποτελεί βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού, διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης του εναγόμενου σε σχέση με το χρόνο που ο ίδιος επιλέγει να καταχωρήσει την αίτηση παραμερισμού. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά, (F.P.P. Fish Processing Ltd v. Nicolaou Acqua Culture Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 2054).». ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Με βάση τη δοθείσα μαρτυρία, ως αξιολογείται στην όψη των ενόρκων δηλώσεων και δεδομένου ότι δεν υπήρξε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, έχω ικανοποιηθεί ότι στην παρούσα υπόθεση η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στους Εναγομένους έγινε νομότυπα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη Δ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναλύω το σκεπτικό μου ως εξής꞉ (α) Η Διαταγή 5 καθορίζει τα εξής꞉ "1. Every defendant named on the writ of summons shall, except a Judge otherwise orders, be served in the manner provided in Rule 2 of this Order with an office copy of the writ, and such service shall be deemed good service of the writ. 2.-
(1)The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is lefl- (
  1. i)with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof; or (
  2. ii)with any person apparently of such age and in charge of the place of his employment; or (iii) with his master in the case of a servant living with his master. Where service is effected by leaving the copy with a person other than the person to be served, the affidavit of service shall state (if such be the case) that the person to be served was not found at his house or at his usual place of employment. (Form 5) " (β) Στην παρούσα υπόθεση, η ένορκη δήλωση επίδοσης του κλητηρίου στον Εναγόμενο 1 αναφέρει ότι το κλητήριο επιδόθηκε δια της αφέσεως του κλητηρίου στην παρουσία του Εναγομένου 1, από Στρόβολο, άνευ της υπογραφής του. Η διεύθυνσή του Εναγομένου 1 ως εκτίθεται στο κλητήριο είναι όντως στο Στρόβολο και ειδικότερα, στην οδό Πολυνίκης 18Α, Στρόβολος 2045. (γ) Δεν υπάρχει οτιδήποτε το παράτυπο στην επίδοση κατά τον τρόπο που περιγράφεται στην ένορκη δήλωση επίδοσης. Επεξηγώ꞉ (
  3. i)Όπως σαφώς προκύπτει από το ίδιο το λεκτικό της Δ.5, δεν επιβάλλεται και δεν απαιτείται ο διάδικος (εν προκειμένω, ο Εναγόμενος) να έχει υπογράψει ότι παρέλαβε το δικόγραφο που του επιδίδεται (εν προκειμένω το Κλητήριο Ένταλμα). H επίδοση άνευ λήψης της υπογραφής του παραλήπτη δεν καθιστά την επίδοση άκυρη. (
  4. ii)Το νομότυπο της μεθόδου επίδοσης μέσω αφέσεως του δικογράφου στην παρουσία του ενδιαφερόμενου διάδικου έχει εξεταστεί και κριθεί, μεταξύ άλλων, στην απόφαση του Ναθαναήλ, Δ., ημερ. 15.1.2013, στην Πολιτική Έφεση 205/2010, Κυριακή Τσεσμέλογλου ν Σοφοκλή Σοφοκλέους. Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα꞉ «Όπως προαναφέρθηκε, το επίμαχο σημείο ήταν κατά πόσο στην εφεσείουσα έγινε ή όχι επίδοση των δικαστικών εγγράφων. Και το ζήτημα αυτό απεφασίσθη εναντίον της. Η εφεσείουσα δεν αμφισβήτησε ότι πράγματι κάποιος της φώναξε μετά την έξοδο της από το αεροδρόμιο και την παράδοση του παιδιού στον εφεσίβλητο. Είναι τα μετέπειτα συμβάντα που αρνήθηκε. Το Δικαστήριο, όμως, έκρινε, για καλούς λόγους, αναξιόπιστη την εκδοχή της εφεσείουσας, δεχόμενο ότι όντως ο επιδότης όχι μόνο της φώναξε, αλλά και στάθηκε μπροστά της και στην άρνηση της να αποδεχθεί την επίδοση, της άφησε τα έγγραφα ρίχνοντας τα στο έδαφος, ζητώντας της να τα παραλάβει, μια καθόλα αποδεκτή πρακτική σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο Annual Practice 1958, σελ. 102, στα οποία εύστοχα παρέπεμψε το Δικαστήριο.». (δ) Επομένως, εάν και εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως, η επίδοση θα πρέπει να κριθεί ως νομότυπη και καλή. (ε) Δεν υπάρχει ενώπιον μου οτιδήποτε που να κλονίζει την αξιοπιστία του επιδότη και κατ' επέκταση της ενόρκου δηλώσεώς του. Όπως ορθώς παρατηρεί στη γραπτή του αγόρευση ο συνήγορος της Ενάγουσας - Καθ' ης η αίτηση, ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής δεν ζήτησε να αντεξετάσει τον επιδότη ως προς το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεώς του. Το Δικαστήριο δεν δύναται με δική του πρωτοβουλία να αμφισβητήσει το αληθές του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως επίδοσης που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Τέτοια αμφισβήτηση θα πρέπει να δικογραφείται κατά τρόπο ειδικό στην ένσταση και εναπόκειται στον επηρεαζόμενο διάδικο (ήτοι τον αιτούντα τον παραμερισμό) να ζητήσει την αντεξέταση του επιδότη αν αμφισβητεί την αλήθεια του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης επίδοσης (βλ.. απόφαση ημερ. 9.7.2012, του Χατζηχαμπή, Δ., στην Πολιτική Έφεση 66/2009, Marfin Popular Bank Public Co. Ltd v Ανδρούλας Γεωργίου Κωστή). (στ) Το βάρος της απόδειξης των ισχυρισμών του Εναγομένου περί του αναληθούς της ένορκης δήλωσης του επιδότη το φέρει ο ίδιος ο Εναγόμενος. Υπενθυμίζω ότι η όλη αμφισβήτηση της δήλωσης του επιδότη δια αφέσεως του κλητηρίου στην παρουσία του Εναγομένου αρ. 1 αναφύεται από τη θέση που προωθεί ο Εναόμενος 1 ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης (δηλ. στις 14.12.2009, αυτός δεν διέμενε στη διεύθυνση που αναφέρεται επί του κλητηρίου. Ορθά ο συνήγορος της Ενάγουσας - Καθ' ης η αίτηση εισηγείται στην τελική του αγόρευση ότι- «Ο Αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει ότι την επίδικη περίοδο δεν διέμενε στην προαναφερόμενη διεύθυνση ως ο ισχυρισμός των Καθ' ων η αίτηση. Για να ήταν πειστικός ο Αιτητής πιθανόν να έπρεπε να είχε παρουσιάσει καταστάσεις λογαριασμού όπως π.χ. κατανάλωσης νερού, σκυβάλων κ.λ.π. που να δείχνουν χρεώσεις και πληρωμές του Αιτητή ένεκα κατοχής και χρήσης άλλου υποστατικού την επίδικη περίοδο. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, ο Αιτητής θα έπρεπε να είχε προσκομίσει στο Δικαστήριο γραπτή βεβαίωση από το Δήμο όπου ισχυρίζεται ότι διέμενε που να επιβεβαιώνει ότι αυτός όντως διέμενε σε άλλο υποστατικό από αυτό που ισχυρίζονται οι Καθ' ων η αίτηση. Υπό τις περιστάσεις και με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης του πιο πάνω ισχυρισμού του.». (ζ) Αυτή η ίδια η αξιοπιστία της εκδοχής του Εναγομένου αρ. 1 βάλλεται από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως της κας Ελένης Κωνσταντίνου, χωρίς και πάλιν να έχει αυτή κλητευθεί από τον Εναγόμενο για να την αντεξετάσει και να θέσει τα λεγόμενά της υπό αμφισβήτηση. Αναφέρομαι, ειδικότερα, στις παρα. (δ), (ε) και (στ) της ενόρκου δηλώσεως της κας Ελένης Κωνσταντίνου, ομνύουσας υπέρ της ένστασης στην υπό κρίση αίτηση παραμερισμού. Οι εν λόγω παράγραφοι, ως τις έχω παραθέσει αυτούσιες πιο πάνω, μιλούν αφ' εαυτές. Παρουσιάζεται ο Εναγόμενος αρ. 1 να έχει ορκιστεί στο πλαίσιο της ένστασής του, ημερ. 7.6.2013, στην αίτηση παρακοής, ότι «εγώ πάντοτε διέμενα στην ίδια διεύθυνση στον Στρόβολο, οδό Πολυνίκης 18α, 2047 Λευκωσία» και να έχει επισυνάψει τεκμήρια, ήτοι τιμολόγια της ΜΤΝ του Σεπτεμβρίου του 2011 και 2012 για να αποδείξει τον ισχυρισμό του. Φαίνεται δηλαδή να είναι εντελώς ανακόλουθη με την εκεί δικογραφημένη εκδοχή του Εναγομένου 1 η εκδοχή που παρουσιάζει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. (η) Η έμφαση που έβαλε ο Εναγόμενος στο γεγονός ότι ο επιδότης δεν έλαβε την υπογραφή του κατά την επίδοση του κλητηρίου ως στοιχείου που τείνει να αποδείξει ότι δεν του παραδόθηκε ποτέ το κλητήριο, εξουδετερώνεται από το γεγονός ότι ο Εναγόμενος δεν αμφισβητεί την επίδοση της αίτησης παρακοής σε αυτόν, έστω και αν και πάλιν ο επιδότης δεν έλαβε την υπογραφή του επί της κλήσης μάρτυρος. (θ) Αξίζει εξάλλου να σημειώσω ότι ο Εναγόμενος αυτοαναίρεσε στην ένορκη δήλωσή του την άλλη εκδοχή που επιχείρησε να εγείρει περί του ότι δήθεν δεν ήταν στον ίδιο αλλά σε τρίτο πρόσωπο (στη μητέρα του) που αφέθηκε το κλητήριο. (ι) Περαιτέρω, ο ισχυρισμός που ο συνήγορος του Εναγομένου επιχείρησε να εγείρει για πρώτη φορά στη γραπτή του αγόρευση, περί του ότι δήθεν ο επιδότης είναι σε άλλη διεύθυνση, στην οδό Αγ. Άννας 24, Διαμ. 102, Μακεδονίτισσα, που πήγε για να επιδώσει το κλητήριο και ότι τούτο προκύπτει από το Τεκμήριο 2 της ενόρκου δηλώσεως της κας Ελένης Κωσνταντίνου, είναι εντελώς ατυχής, καθότι η εν λόγω διεύθυνση ως σημειώνεται στο Τεκμήριο 2 φαίνεται να αφορά σε διεύθυνση του ιδίου του επιδότη και όχι του Εναγομένου (βλ. σχετικά το χειρόγραφα σημειωθέν τόξο επί του Τεκμηρίου 2). Πουθενά εξάλλου η Ενάγουσα δεν δικογράφησε οποιανδήποτε εκδοχή περί επίδοσης οποιουδήποτε δικογράφου στη Μακεδονίτισσα. Ενόψει όλων των προαναφερθέντων, κρίνω ότι δεν υπάρχει αξιόπιστο πραγματικό υπόβαθρο ώστε να μπορεί το Δικαστήριο βάσιμα να αμφισβητήσει την αλήθεια της εκδοχής του επιδότη ως προς τις συνθήκες επίδοσης του κλητηρίου στον Εναγόμενο. Καταλήγω ότι, εφόσον η επίδοση του κλητηρίου ήταν νομότυπη και εφόσον παρήλθε άπρακτη από πλευράς του Εναγομένου 1 η προβλεπόμενη από τη Διαταγή 17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 10ήμερη προθεσμία για την καταχώριση Σημειώματος Εμφάνισης, η Ενάγουσα νομιμοποιείτο να αιτηθεί και να λάβει απόφαση επί της αγωγής. Συνεπώς, δεν υφίσταται οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να δικαιολογεί τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης ex debito justitiae. Το επόμενο ζήτημα που εξετάζεται αφορά στο κατά πόσον ο Εναγόμενος έχει αποδείξει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ώστε να δικαιολογείται ο παραμερισμός της νομότυπα εκδοθείσας απόφασης επί της αγωγής. Για τους λόγους που αναλύω πιο κάτω (α) ο Εναγόμενος αμφισβήτησε την αποστολή στον ίδιο προειδοποιητικών επιστολών από την Ενάγουσα ή/και επιστολή τερματισμού. Απάντησε η κα Ελένη Κωνσταντίνου δίνοντας λεπτομέρειες στην ένορκη δήλωσή της περί του ότι η Ενάγουσα απέστειλε στη διεύθυνση αλληλογραφίας που ο ίδιος ο Εναγόμενος έδωσε στη συμφωνία δανείου γύρω στις 16 επιστολές μεταξύ της περιόδου 8.11.2007 και 4.6.2009 (βλ. σχετικά την προπαρατεθείσα παρα. (ζ) της Ε/Δ της κας Ε. Κωνσταντίνου). Έδωσε επίσης λεπτομέρειες σε ό,τι αφορά την ημερομηνία της επιστολής τερματισμού, ήτοι ημερ. 4.7.2009 (σχετική η προπαρατεθείσα παρα. (γ) της Ε/Δ της κας Ε. Κωνσταντίνου). Έδωσε περαιτέρω μαρτυρία περί του ότι τόσον οι προειδοποιητικές επιστολές όσο και η επιστολή τερματισμού τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από την Ενάγουσα ως τεκμήρια της Ε/Δ ημερ. 13.10.2010 προς απόδειξη της αγωγής (σχετικές οι παρα. (β) και (γ) της Ε/Δ της κας Ε. Κωνσταντίνου). (β) Και πάλιν ο Εναγόμενος απέφυγε ή/και παρέλειψε να καλέσει την κα Ε. Κωνσταντίνου για να την αντεξετάσει ως προς τα πιο πάνω λεχθέντα της. Παρέλειψε εξάλλου να αμφισβητήσει την αλήθεια των λεγόμενών της με αναφορά στα στοιχεία του φακέλου του Δικαστηρίου. Ουδέποτε αντέταξε ότι δεν υφίστανται στο φάκελο του Δικαστηρίου τα τεκμήρια στα οποία, ως ο ισχυρισμός της κας Ε. Κωνσταντίνου, στηρίχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο για να εκδώσει την εκκαλούμενη απόφαση στην αγωγή. (γ) Ο άλλος ισχυρισμός που ήγειρε ο Εναγόμενος περί του ότι δεν έχει ουδεμία οφειλή σε εκκρεμότητα έναντι της Ενάγουσας αντικρούστηκε από την κα Ε. Κωνσταντίνου με όσα αναφέρονται στις παρα. (μ) και (σ) στην Ε/Δ της περί υποσχέσεων του Αιτητή και άλλων συγγενικών του προσώπων κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας κατά της Εναγομένης 2 που έτρεχε μεταξύ 17.1.2012 και 5.4.2013 ότι θα κατέβαλλαν προσπάθεια να εξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό. Ο Εναγόμενος απέφυγε ή/και παρέλειψε να καλέσει την κα Ε. Κωνσταντίνου για να την αντεξετάσει ως προς τα πιο πάνω λεχθέντα της, με αποτέλεσμα αυτά να παραμένουν αναντίλεκτα. (δ) Επιχείρησε ο συνήγορος του Εναγομένου 1 να εισάξει μέσω της γραπτής του αγόρευσης, ως μαρτυρία στην παρούσα δικαστική διαδικασία, κατάσταση λογαριασμού την οποία κατ' ισχυρισμόν ο Εναγόμενος 1 εξασφάλισε κατά ή περί τις 24.2.2014 από την Ενάγουσα. Από απόψεως δικονομίας, κατά πάγια νομολογία, δεν είναι αποδεκτό να ληφθεί υπόψη μαρτυρία η οποία εισάγεται κατ' αυτόν τον τρόπο. Ο ορθός δικονομικά τρόπος θα ήταν να υπάρξει αίτηση από πλευράς του Εναγομένου αρ. 1 να εισάξει την κατάσταση λογαριασμού μέσω συνπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Τέτοια αίτηση δεν υπήρξε ενώπιόν μου. Παρενθετικά λοιπόν και μόνο σημειώνω ότι ακόμη και αν η συγκεκριμένη κατάσταση λογαριασμού είχε εισαχθεί ενώπιόν μου νομότυπα, και πάλιν δεν θα ήταν ικανή να αποδείξει τον ισχυρισμό του Εναγομένου 1 περί μη ύπαρξης οποιουδήποτε υπολοίπου ως οφειλόμενου καθ' ον χρόνο εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση (ήτοι στις 13.10.2010), αφού από την ίδια κατάσταση λογαριασμού προκύπτει ότι στις 6.7.2009 υπήρχε ποσό €7.853,53 σε οριστική καθυστέρηση και επ' αυτού χρεώνονταν στη συνέχεια μέχρι και την ημερομηνία έκδοσης της εκκαλούμενης απόφασης διάφορα ποσά ως τόκοι, χωρίς να υφίσταται οποιαδήποτε πληρωμή σε εξόφληση του υπολοίπου. Συνεπώς, η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού θα επιβεβαίωνε την ύπαρξη οφειλόμενου ποσού κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, παρά να την διέψευδε. Άνευ βλάβης των πιο πάνω διαπιστώσεών μου και μόνον για χάριν πληρότητας της μελέτης της υπόθεσης, προχωρώ να εξετάσω αν υπήρξε η πρέπουσα επιμέλεια από πλευράς του Εναγομένου να αιτηθεί τον παραμερισμό της εκκαλούμενης απόφασης ευθύς μετά που πληροφορήθηκε γαι την έκδοσή της. Ακόμη και επ' αυτού του στοιχείου, κρίνω ότι η αξιοπιστία της εκδοχής του Εναγομένου αρ. 1 ως προς την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε για πρώτη φορά γνώση της εκκαλούμενης απόφασης, έχει πληγεί καίρια από τα λεγόμενα της κας Ε. Κωνσταντίνου στις παρα (μ), (ν), (ξ) επί των οποίων αυτή δεν αντεξετάστηκε. Ανεξαρτήτως τούτου, έστω και αν για χάριν συζήτησης της υπόθεσης λαμβάνετο υπόψη ως ορθή η εκδοχή του περί λήψης γνώσης για την απόφαση στην αγωγή το ενωρίτερο την 13.12.2012, το διαρρεύσαν έκτοτε χρονικό διάστημα μέχρι τις 14.2.2014 που καταχώρησε την αίτηση παραμερισμού είναι αδύνατο να κριθεί δικαστικά ως εύλογο. Πέραν αυτού, εδώ συνέβηκε το εξής παράδοξο꞉ ο Εναγόμενος συμμετείχε κανονικά στη διαδικασία παρακοής δικαστικού διατάγματος δυνάμει της απόφασης στην αγωγή, συμμορφώθηκε με το διάταγμα και μόνον κατόπιν τούτου καταχώρησε την αίτηση παραμερισμού. Δηλαδή, ο Εναγόμενος εμφανίζεται αφενός να επιδοκιμάζει και αφετέρου αποδοκιμάζει την εκκαλούμενη απόφαση. Ενόψει όλω των ανωτέρω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ο Εναγόμενος έχει αποδείξει τις αναγκαίες προϋποθέσεις (παράτυπο της επίδοσης και ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης) ή/και την απαιτούμενη επιμέλεια κατά το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα από την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ώστε να επιτύχει στην υπό κρίση αίτηση. Απορρίπτω την αίτηση, με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου αρ. 1, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.) ............................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.