← Κύπρος

Interlife Insurance Co Ltd ν. A Chrysostomou & Son Insurance Agents Limited κ.α., Αρ. Aγωγής: 8247/07, 30/10/2014

Interlife Insurance Co Ltd ν. A Chrysostomou & Son Insurance Agents Limited κ.α., Αρ. Aγωγής: 8247/07, 30/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A394 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Aγωγής: 8247/07 Μεταξύ: Interlife Insurance Co Ltd Ενάγουσα -και- 1. A Chrysostomou & Son Insurance Agents Limited 2. Ανδρέας Χρυσοστόμου 3. Γιώργος Αντωνίου 4. Κώστας Κυριακίδης 5. Ανδρέας Μωυσέως 6. Έλενα Χρυσοστόμου Εναγόμενοι 30 Οκτωβρίου, 2014. Εμφανίσεις Για την Ενάγουσα: κα Πετρίδου. Για τους Εναγόμενους 1, 2, 3, 4 και 6: κος Ανδρέου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα είναι ασφαλιστική εταιρεία. Υπό αυτή την ιδιότητα την 29.11.2001 συμβλήθηκε με την εναγομένη 1 και κατέστησε τούτην ασφαλιστικό αντιπρόσωπό της. H συνεργασία των δυο πλευρών έλαβε σάρκα και οστά με την υπογραφή των ακόλουθων τριών συμφωνιών: «σύμβαση ασφαλιστικού αντιπροσώπου» (τεκμήριο 1), «σύμβαση διευθυντή υποκαταστήματος» (τεκμήριο 2) και «συμφωνία χρηματοδότησης συνεργατών» (τεκμήριο 3). Την τελευταία συμφωνία εγγυήθηκαν οι εναγόμενοι 3 και 4. Δεν επιχειρείται εδώ ερμηνεία των σχετικών συμφωνιών. Για να μπορέσει όμως ο αναγνώστης να αντιληφθεί όσα πιο κάτω αναφέρονται επιβάλλεται να λεχθεί ότι με τη συμφωνία ασφαλιστικού αντιπροσώπου η ενάγουσα εξουσιοδότησε την εναγομένη 1 «να διαμεσολαβήσει μεταξύ αυτής και του κοινού για σύναψη ασφαλίσεων». Οι υπόλοιπες συμφωνίες πραγματεύονται κάθε παρεπόμενη έκφανση αυτής της σχέσης, όπως την παραγωγή που η εναγομένη 1 ανέλαβε να καλύψει και την αμοιβή που δικαιούταν. Είναι αντιληπτό ότι λόγω αυτής της συνεργασίας η ενάγουσα άνοιξε λογαριασμό επ' ονόματι της εναγομένης 1, τον οποίο άλλοτε πίστωνε με έσοδα από τις ασφάλειες και άλλοτε χρέωνε με λειτουργικά έξοδα, ήτοι μισθούς ή άλλες χρεώσεις. Πέραν των πιο πάνω τα μέρη - ενάγουσα και εναγομένη 1 - υπέγραψαν άλλες δύο συμφωνίες. Η πρώτη είναι ημερομηνίας 4.10.2003 και τιτλοφορείται «συμφωνία χρηματοδότησης διευθυντή υποκαταστήματος» (τεκμήριο 5) και η δεύτερη είναι ημερομηνίας 14.10.2004 και τιτλοφορείται «σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου» (τεκμήριο 6). Για ολοκλήρωση της εικόνας της σχέσης των διαδίκων σημειώνεται ότι συμφωνία, εν προκειμένω «σύμβαση ασφαλιστικού αντιπροσώπου», συνομολογήθηκε και με τον εναγόμενο 2. Τούτη η συμφωνία είναι ημερομηνίας 9.4.2002 και είναι το τεκμήριο 4. Περαιτέρω, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ενόσω οι εναγόμενοι 1 και 2 συνεργάζονταν, ο εναγόμενος 2 ζήτησε και έλαβε από την ενάγουσα δάνειο. Συγκεκριμένα, την 7.12.2001 η ενάγουσα δάνεισε τον εναγόμενο 2 με το ποσό των Λ.Κ.6.000,00, με τόκο 5% ετησίως. Τον εναγόμενο 2 εγγυήθηκαν οι εναγόμενοι 4 και 5. Ακολούθως, την 8.1.2002 η ενάγουσα δάνεισε τον εναγόμενο 2 με το ποσό των Λ.Κ.4.000,00, με τόκο 5% ετησίως. Τέλος, την 28.2.2002 η ενάγουσα κατέβαλε στον εναγόμενο 2 το ποσό των Λ.Κ.5.275,00, με τόκο 5,5% ετησίως. Συνιστά εντούτοις παραδεκτό γεγονός ότι την 9.7.2007 ενάγουσα και εναγομένη 1 ήρθαν σε γραπτή συμφωνία (τεκμήριο 10), δυνάμει της οποίας η εναγομένη 1 κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των Λ.Κ.25.000,00. Από το εν λόγω ποσό Λ.Κ.19.709,00 διατέθηκε προς εξόφληση των τριών γραμματίων που πιο πάνω αναφέρονται, ενώ επιπλέον Λ.Κ.632,40 καταβλήθηκαν ως τόκοι των εν λόγω γραμματίων για την περίοδο 1.11.2006 έως 30.6.2007. Το υπόλοιπο των Λ.Κ.25.000,00, ήτοι Λ.Κ.5.291,00, λογίστηκε έναντι άλλων οφειλών της εναγομένης 1 προς την ενάγουσα. Γι' αυτό το τελευταίο σκέλος της συμφωνίας αμφότεροι οι διάδικοι - ενάγουσα και εναγομένη 1 - επεφύλαξαν τα δικαιώματά τους. Επεξηγηματική εν προκειμένω είναι η παράγραφος 3(
  2. ii)της συμφωνίας τεκμήριο 10, όπου αναφέρεται ότι. «3(
  3. ii)Το υπόλοιπο ήτοι Λ.Κ.5.291,00 καταβάλλεται από το Μέρος Α προς εξόφληση όλων των υπόλοιπων υποχρεώσεων τις οποίες το Μέρος Α θεωρεί ότι έχει προς το Μέρος Β το δε Μέρος Β το εισπράττει με την επιφύλαξη να διεκδικήσει μέσω δικαστικών μέτρων περαιτέρω ποσά που θεωρεί ότι του οφείλονται από το Μέρος Α και τα οποία πηγάζουν από τις Συμφωνίες και/ή Συμβάσεις που υπέγραψαν τα Μέρη και/ή από οποιοδήποτε χρεωστικό λογαριασμό που διατηρεί το Μέρος Β στο όνομα του Μέρους Α και/ή από οποιανδήποτε άλλη αιτία». Εν κατακλείδι, τα δικόγραφα καθιστούν γεγονός ότι η συνεργασία των διαδίκων διεκόπη την 6.11.2006, μετά από επιστολή τερματισμού που απέστειλαν στην ενάγουσα οι εναγόμενοι 1 και 2. Η επιστολή τερματισμού είναι το τεκμήριο 8. Η δε απάντηση της ενάγουσας στην επιστολή τερματισμού είναι το τεκμήριο 9. Τώρα, η αξίωση της ενάγουσας εδράζεται επί τω ότι με τον τερματισμό των προειρημένων συμφωνιών ο λογαριασμός της εναγομένης 1 δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.28.167,12, πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 1.12.2006. Η σχετική κατάσταση λογαριασμού είναι το τεκμήριο 11. Ζητούμενο εντούτοις δεν είναι το σύνολο των δοσοληψιών που είχαν οι διάδικοι, όπως ούτε το περιεχόμενο καθεμίας των συμφωνιών που συνομολόγησαν. Εκείνο που το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει περιορίζεται από τα παραδεκτά γεγονότα που δηλώθηκαν. Υποδεικνύεται ότι την 7.4.2014 δηλώθηκαν τα ακόλουθα: «Από κοινού δηλώνουμε ότι μοναδική διαφωνία μας και συνεπώς το μόνο επίδικο θέμα που παραμένει προς εκδίκαση για να αποφασιστεί είναι η ερμηνεία και η ορθή εφαρμογή της συμφωνίας χρηματοδότησης συνεργατών της εταιρείας ημερομηνίας 29.11.2001, τεκμήριο 3, που αφορά τη διαγραφή της χρηματοδότησης «Α» και συγκεκριμένα με ποιο ποσό θα έπρεπε να πιστωθούν οι εναγόμενοι 1. Συνεπώς, δεσμευόμαστε ότι σε περίπτωση που το σεβαστό Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει ότι ορθή ερμηνεία που δίδεται στη «νέα καθαρή παραγωγή που θα συγκεντρωθεί κατά τα 3 πρώτα χρόνια από το υποκατάστημα των εναγομένων 1» είναι για όλη την παραγωγή του υποκαταστήματος και για όλους τους συνεργάτες ασφαλιστικούς συμβούλους που υπάγονταν στο υποκατάστημά τους, είτε στρατολογήθηκαν απευθείας από τους εναγόμενους 1 είτε όχι, τότε το ορθό ποσό της πίστωσης θα έπρεπε να ήταν ΛΚ35.596 αντί ΛΚ14.230 που πίστωσαν οι ενάγοντες και συνεπώς προκύπτει μια διαφορά της τάξης των ΛΚ21.366 προς όφελος των εναγομένων 1. Τα ποσά αυτά τελούν υπό την αίρεση ή τη διαφοροποίηση της απόδειξης ότι ο κος Μιχαλάκης Χριστοφόρου, παραγωγός, πράγματι είσπραξε από τους ενάγοντες τη χρηματοδότηση «Α» και συγκεκριμένα το ποσό των ΛΚ2.236. Αντίθετα, σε περίπτωση που το σεβαστό Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει ότι η ορθή ερμηνεία που δίδεται στη «νέα καθαρή παραγωγή που θα συγκεντρωθεί κατά τα πρώτα 3 χρόνια από το υποκατάστημα των εναγομένων 1» είναι να μην συμπεριλαμβάνει τους συνεργάτες ασφαλιστικούς συμβούλους που ανατέθηκαν στο υποκατάστημα από τους ενάγοντες και δεν στρατολόγησαν απευθείας οι εναγόμενοι, τότε το ποσό των ΛΚ14.230 που πιστώθηκαν οι εναγόμενοι 1 είναι ορθό και το χρεωστικό τους υπόλοιπο που προέκυψε εις βάρος τους και φαίνεται στο τεκμήριο 12 είναι ορθό και οφειλόμενο. Και σε τέτοια περίπτωση θα ισχύει και η εγγύηση των εναγομένων 2, 3, 4 και 6 ως το τεκμήριο 12». Ας λεχθεί δε ότι η επιφύλαξη που διατήρησαν οι συνήγοροι σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ.2.236,00, επιλύθηκε την αμέσως επόμενη δικάσιμο. Την 28.5.2014 δηλώθηκε συναφώς ότι: «Κα Πετρίδου: Σε σχέση με τις από κοινού δηλώσεις των δικηγόρων στα πλαίσια του πρακτικού ημερομηνίας 07/04/2014 θα θέλαμε να διευκρινίσουμε ότι τα ποσά τα οποία αναφέρονται στη σελίδα 2 παραπέμπουν στο Τεκμήριο 12. Κα Ανδρέου: Συμφωνώ. Συνήγοροι: Επίσης από κοινού δηλώνεται ότι το ποσό των 2.236ΛΚ που τελεί υπό την αίρεση της απόδειξης προσκόμισης του σχετικού ποσού στον κύριο Μιχαλάκη Χριστοφόρου ως χρηματοδότηση Α, στο παρόν στάδιο δηλώνεται ότι το εν λόγω ποσό έχει καταβληθεί στον κύριο Μιχαλάκη Χριστοφόρου και συνεπώς το εν λόγω ποσό θα αφαιρεθεί από το συνολικό ποσό της τάξης ΛΚ21.366 και το τελικό ποσό που ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι θα έπρεπε να τους πιστωθεί ανέρχεται στις 19.130ΛΚ». Όλα τα πιο πάνω, εν πολλοίς παραδεκτά γεγονότα από τις δηλώσεις των δικηγόρων και τις παραδοχές των δικογράφων, υιοθετούνται και καθίστανται ευρήματα του δικαστηρίου. Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται όμως ότι ζητούμενο είναι μόνο η ερμηνεία του όρου 2 της συμφωνίας τεκμήριο 3, διεργασία η οποία θα οδηγήσει και στο πραγματικά οφειλόμενο υπόλοιπο. Παρεμβάλλω εδώ ότι οι εναγόμενοι δέχονται πως οφείλουν στην ενάγουσα κάποιο ποσό, είναι όμως η θέση τους ότι τούτο είναι πολύ μικρότερο από το ποσό που αξιώνεται και αυτό γιατί ο λογαριασμός τους δεν πιστώθηκε το σύνολο των προμηθειών που δικαιούνταν. Αν και έχω αναφέρει ήδη εκείνο που κατά την κρίση μου αποτελεί επίδικο ζήτημα, δεν μπορώ να μην αναφέρω ότι στο στάδιο γραπτών αγορεύσεων η ευπαίδευτη συνήγορος της ενάγουσας υποστήριξε ότι η εναγομένη 1 κωλύεται, λόγω συμπεριφοράς, να επικαλείται όσα επικαλείται σε σχέση με την ερμηνεία του τεκμηρίου 3 (βλ. σελίδα 10, γραπτής αγόρευσης ενάγουσας). Με όλο το σεβασμό είμαι της γνώμης ότι εκείνος που κωλύεται να εγείρει κάτι τέτοιο, είναι η ενάγουσα. Αυτό ως απόρροια των δηλώσεων στις οποίες προέβησαν οι συνήγοροι την 7.4.2014. Η δεδηλωμένη θέση των συνηγόρων ότι η μοναδική διαφωνία και το μόνο θέμα που παραμένει να αποφασιστεί είναι η ερμηνεία του τεκμηρίου 3, δεν επιτρέπει απόκλιση από τα συμφωνηθέντα και ούτε δικαιολογεί εξέταση άλλου ζητήματος, εφόσον δεν κατέστη επίδικο. Διαφορετική αντιμετώπιση συνιστά εκτροπή από τα συμφωνηθέντα και δυσμενή αντιμετώπιση της άλλης πλευράς που ουδέποτε πληροφορήθηκε την πρόθεση της ενάγουσας να εγείρει αυτό το ζήτημα. Ως εκ των πιο πάνω αυτή η πτυχή της αγόρευσης της ενάγουσας δεν θα απασχολήσει το δικαστήριο. Ένα και μόνο είναι το επίδικο ζήτημα, δηλαδή η ερμηνεία του τεκμηρίου 3. Περιπλέον και για ολοκλήρωση της εικόνας σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, παρεμβάλλω ότι ένας και μοναδικός είναι ο μάρτυρας που κατέθεσε ενόρκως. Τούτος είναι ο Αντώνης Μηλιδώνης και κλήθηκε από την ενάγουσα. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι εν τω μέσω της κυρίως εξέτασης του μάρτυρα, συγκεκριμένα μετά την κατάθεση των πέντε πρώτων τεκμηρίων, οι διάδικοι προέβησαν σε δήλωση εκ της οποίας το σύνολο των λοιπών τεκμηρίων κατατέθηκε εκ συμφώνου. Στη συνέχεια ακολούθησε η δήλωση των παραδεκτών γεγονότων που πιο πάνω αναφέρονται και ο μάρτυρας απαλλάχτηκε άνευ αντεξετάσεως και κάθε μια από τις δύο πλευρές έκλεισε την υπόθεσή της. Στη συνέχεια ακολούθησαν οι αγορεύσεις των συνηγόρων. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω το περιεχόμενο τούτων εφόσον η διεργασία που ακολουθεί αναδεικνύει ό,τι σχετικό. Αρκεί μόνο να ειπωθεί ότι και οι δύο πλευρές προέβησαν σε ανάλυση της νομολογίας που αφορά ερμηνεία σύμβασης. Παράδοξο όσο και αν ακούγεται, αν και επικαλούνται τις ίδιες, σχεδόν, υποθέσεις που διέπουν το ζήτημα, καταλήγουν σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Η μεν πλευρά της ενάγουσας διατείνεται ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού της εναγομένης 1 είναι ορθό εφόσον η συμβατική σχέση των διαδίκων ουδεμία άλλη πίστωση προβλέπει, η δε υπεράσπιση υποστηρίζει ότι οι συμφωνίες που συνομολόγησαν, και συγκεκριμένα το τεκμήριο 3, καθιστά την πίστωση μειωμένη και ως εκ τούτου υποκείμενη σε αναδιάρθρωση. Εφόσον το ζήτημα που εδώ αφορά είναι κατά μείζονα λόγο νομικό και δη συνυφασμένο με την ερμηνεία που θα δοθεί στη συμβατική σχέση των διαδίκων, επιβάλλεται σύνοψη των δικανικών αρχών που διέπουν το ζήτημα. Όπως έχει νομολογηθεί η ερμηνεία εγγράφου συνίσταται σε εξακρίβωση του νοήματος που προσλαμβάνουν οι λέξεις που έχουν χρησιμοποιηθεί, εφόσον τούτες οι λέξεις εκλαμβάνεται ότι αποδίδουν και αποκαλύπτουν την πραγματική πρόθεση των μερών. Η σημασία της φρασεολογίας που ενσωματώνεται στη σύμβαση και δη ότι υπερτερεί έναντι τυχόν διαφορετικών προθέσεων που τα μέρη είχαν αλλά δεν εξωτερίκευσαν, εύγλωττα αποδίδεται στην υπόθεση Monypenny ν. Monypenny

(1861)9 H.L.C. 114, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 Α Α.Α.Δ. 168, 173. Λέχθηκε εκεί ότι. «the question is not what the parties to a deed may have intended to do by entering into that deed, but what is the meaning of the words used in that deed: a most important distinction in all cases of construction and the disregard of which often leads to erroneous conclusions». Συνεπώς ζητούμενο δεν είναι οι ενδόμυχες και ουδέποτε αποκαλυφθείσες στην άλλη πλευρά προθέσεις ενός μέρους, αλλά το αντικειμενικό νόημα όσων περιέχονται στη συμφωνία. Η εξακρίβωση τούτου επιτυγχάνεται βεβαίως από έλεγχο του συνόλου της συμφωνίας και χωρίς κατακερματισμό των διάφορων προνοιών τούτης, εφόσον πιθανή είναι η αλληλεπίδραση και αλληλεξάρτησή τούτων και επιπλέον, οι πραγματικές προθέσεις των μερών δυνατό να είναι διάχυτες στο κείμενο κατά τρόπο που αποσπασματικός έλεγχος να καθιστά την όλη διεργασία ημιτελή και τα όποια συμπεράσματα πλασματικά και λανθασμένα (βλ. Γεωργική Εταιρεία Δ. Γ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος, Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 168, 176 - 177). Περαιτέρω, όπως υποδεικνύεται στη Χ¨Στυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, Πολ. Έφ. 38/2009, ημερ. 22.5.2012, η προσήλωση στα γραφόμενα της σύμβασης και ο αποκλεισμός εξωγενούς μαρτυρίας, αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές. Ως εκ των πιο πάνω κριτής του εγγράφου είναι το Δικαστήριο και όχι η υποκειμενική αντίληψη που οι διάδικοι σχηματίζουν (βλ. Λαζούρας, πιο πάνω, σελ. 172). Σε αυτή δε τη διεργασία κριτήριο είναι η αντίληψη του μέσου λογικού ανθρώπου (βλ. Θεολόγου ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α Α.Α.Δ. 407, 413). Για σκοπούς καλύτερης αντίληψης όσων ακολουθούν κρίνω ορθό να μεταφέρω αυτούσια την 3η υποπαράγραφο της παραγράφου 2 του τεκμηρίου 3, εφόσον αυτή είναι που συγκεντρώνει το ενδιαφέρον και τις εισηγήσεις των δυο πλευρών. Ό,τι εκεί αναφέρεται κάτω από τον τίτλο «Χρηματοδότηση Α» είναι πως: «Μετά την πάροδο των τριών πρώτων ετών και νοουμένου ότι η Σύμβαση Ασφαλιστικού Αντιπροσώπου και Διευθυντή Υποκαταστήματος θα είναι σε ισχύ, το ποσό που πήρε ο Διευθυντής Υποκαταστήματος ως Χρηματοδότηση «Α» θα διαγραφεί νοουμένου ότι θα έχουν καλυφθεί οι συμφωνημένοι στόχοι καθαρής παραγωγής ασφαλίστρων του υποκαταστήματος για κάθε ένα από τα τρία πρώτα έτη. Στην περίπτωση όπου οι στόχοι δεν καλυφθούν, η διαγραφή της Χρηματοδότησης «Α» θα γίνει αναλογικά βάσει του πραγματοποιηθέντος αποτελέσματος. Συγκεκριμένα, το ποσό που θα πιστωθεί θα είναι ίσο με το 15% επί της νέας καθαρής παραγωγής που θα συγκεντρωθεί κατά τα τρία πρώτα χρόνια από το υποκατάστημα του, αφού πρώτα αφαιρεθούν τυχόν ποσά που δόθηκαν σε συνεργάτες του υποκαταστήματος του ως Χρηματοδότηση «Α»». Εξαρχής αναφέρω ότι η θέση της ενάγουσας πως το τεκμήριο 3 αναγνώζεται μαζί με τα τεκμήρια 1 και 2, ιδιαίτερα το τελευταίο «σύμβαση διευθυντή υποκαταστήματος», κρίνεται ορθή εφόσον βρίσκει απήχηση στα εκεί αναφερόμενα. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύω ότι στην 1η παράγραφο της «συμφωνίας χρηματοδότησης συνεργατών» (τεκμήριο 3) αναφέρεται ότι. «
  1. Ο Διευθυντής Υποκαταστήματος συμφωνεί να υπογράψει με την Εταιρεία τη τυποποιημένη Σύμβαση Ασφαλιστικού Αντιπροσώπου και Διευθυντή Υποκαταστήματος και υπό αυτή την αίρεση η Εταιρεία συμφωνεί τα πιο κάτω:». Αυτό και μόνο αποκαλύπτει ότι η συμφωνία χρηματοδότησης εξαρτάται από τις άλλες δύο συμφωνίες και ιδιαίτερα τη «σύμβαση διευθυντή υποκαταστήματος». Η εκεί αναφορά ότι η συμφωνία (τεκμήριο 3) τελεί υπό την αίρεση υπογραφής των δύο άλλων συμφωνιών (τεκμήρια 1 και 2), διατυμπανίζει με πλέον σαφή και κατηγορηματικό τρόπο ότι η συνομολόγηση τούτης δεν νοείται άνευ συνομολογήσεως των δύο άλλων συμφωνιών. Πέραν τούτου όμως, απλή και μόνο ανάγνωση του τεκμηρίου 3, δηλαδή της συμφωνίας χρηματοδότησης, φανερώνει ότι αντικείμενο τούτης είναι η χρηματοδότηση που λαμβάνει ο διευθυντής υποκαταστήματος λόγω αυτής ακριβώς της θέσης που κατέχει. Η εκεί προβλεπόμενη χρηματοδότηση δεν οφείλεται σε ασφαλιστικά συμβόλαια που συνήψε ο ίδιος ο διευθυντής, υπό την έννοια ότι εξηύρε τα ασφαλιζόμενα πρόσωπα, αλλά στη συνολική απόδοση του υποκαταστήματος. Εξ ου και η συμφωνία τιτλοφορείται συμφωνία χρηματοδότησης συνεργατών και επιπλέον, προβλέπει στόχους καθαρής παραγωγής ασφαλίστρων του υποκαταστήματος ως τέτοιου και όχι του διευθυντή προσωπικά. Από τα πιο πάνω συνάγεται λοιπόν ότι το τεκμήριο 3 δεν υφίσταται δίχως τα τεκμήρια 1 και
  2. Ιδιαίτερη σημασία ανακτά βεβαίως η σύμβαση διευθυντή υποκαταστήματος (τεκμήριο 2), εφόσον αυτή είναι που αναγάγει το πρόσωπο στη θέση του διευθυντή και ως εκ τούτου δυνητικά δικαιούχο στη χρηματοδότηση που προβλέπει το τεκμήριο
  3. Ως εκ τούτου ενιαία εξέταση των δύο τεκμηρίων - τεκμήρια 2 και 3 - είναι εκείνη που θα αποκαλύψει την ερμηνεία του όρου υποκατάστημα και το ρόλο του διευθυντή σε αυτό. Δεν παραγνωρίζω εντούτοις ότι έμμεση είναι η σημασία αυτών των όρων. Αυτό γιατί απώτερος στόχος είναι η εξακρίβωση του κατά πόσο οι όροι διευθυντής και υποκατάστημα μεταβάλλονται ή καθορίζονται συνεπεία των ασφαλιστών που υπόκεινται σε αυτούς. Εν ολίγοις, κατά πάτα πόσο ορθή είναι η θέση της ενάγουσας ότι για τους σκοπούς του τεκμήριου 3 ασφαλιστές του υποκαταστήματος λογίζονται μόνο τα πρόσωπα που στρατολογήθηκαν από το διευθυντή, ή το αντίθετο, όπως διατείνεται η υπεράσπιση, δηλαδή ότι το σύνολο των ασφαλιστών που εργάζονται στο υποκατάστημα, ασχέτως ποιος τους στρατολόγησε, ανήκουν στο υποκατάστημα και συνεπώς η παραγωγή τους αποτιμάται για σκοπούς χρηματοδότησης κατά τον τρόπο που αναφέρεται στη σχετική συμφωνία (τεκμήριο 3). Συνεπεία των πιο πάνω η προσοχή μου στρέφεται στο τεκμήριο
  4. Στην 1η παράγραφο του προοιμίου της σύμβασης διευθυντή υποκαταστήματος (τεκμήριο 2), αναφέρεται ότι: «
  5. Η Εταιρεία με την παρούσα αναθέτει στο Διευθυντή Υποκαταστήματος, το έργο του διευθυντή υποκαταστήματος της στην Κυπριακή Δημοκρατία (στο εξής «Περιοχή») αλλά χωρίς αποκλειστικά δικαιώματα σ' αυτήν και τον εξουσιοδοτεί να στρατολογεί, εκπαιδεύει, επιβλέπει και να παρακινεί ασφαλιστικούς αντιπροσώπους (στο εξής «ασφαλιστές») να ενταχθούν στο δυναμικό πωλήσεως της Εταιρείας με σκοπό την πώληση των προϊόντων της Εταιρείας στην Περιοχή. Η Εταιρεία διατηρεί το δικαίωμα να διορίζει άλλους Διευθυντές Υποκαταστημάτων στην Περιοχή. Η εν λόγω σχέση θα ρυθμίζεται, διέπεται και υλοποιείται κατά τους όρους, περιορισμούς και προϋποθέσεις αυτής της Σύμβασης (στο εξής «η Σύμβαση»)». Είναι τούτη μια από τις παραγράφους που επικαλείται η ενάγουσα, εφόσον, υποστηρίζει, αποκαλύπτει ότι ήταν υποχρέωση του διευθυντή η στρατολόγηση, εκπαίδευση και παρακίνηση νέων ασφαλιστικών αντιπροσώπων. Προώθηση τούτης της θέσης οδηγά στο συμπέρασμα, σύμφωνα με την ενάγουσα, ότι η συμφωνία χρηματοδότησης συνεργατών (τεκμήριο 3), δεν συμπεριλαμβάνει ασφαλιστές που ενέταξε στο υποκατάστημα η ενάγουσα, αλλά περιορίζεται μόνο σε εκείνους που στρατολόγησε ο διευθυντής, εν προκειμένω η εναγομένη
  6. Αξίζει να αναφερθεί εδώ ότι το μαρτυρικό υλικό, και συγκεκριμένα το τεκμήριο 7 (επιστολές ημερομηνίας 15.4.2002 και 16.4.2002 που η ενάγουσα απέστειλε στον εναγόμενο 2), αποκαλύπτει ότι όντως η ενάγουσα ενέταξε στο προσωπικό του υποκαταστήματος της εναγομένης 1 ασφαλιστές που προηγουμένως υπάγονταν σε άλλα υποκαταστήματα. Σε αυτό το στάδιο δεν εξετάζω το περιεχόμενο των δύο αυτών επιστολών, διεργασία που ακολουθεί, κρατώ μόνο το δεδομένο ότι αριθμός ασφαλιστών του υποκαταστήματος της εναγόμενης 1 δεν στρατολογήθηκαν από αυτήν, δηλαδή το διευθυντή σύμφωνα με το τεκμήριο 2, αλλά της παραχωρήθηκαν από την ενάγουσα. Έχω την άποψη ότι η σύμβαση διευθυντή υποκαταστήματος (τεκμήριο 2), κοιταγμένη στο σύνολο, δεν υποστηρίζει τη θέση της ενάγουσας. Πλην μιας περίπτωσης που σχολιάζω πιο κάτω, πουθενά δεν γίνεται αναφορά σε ασφαλιστές που στρατολόγησε ο διευθυντής. Οι λέξεις που σχηματίζουν τις πρόνοιες αυτής της συμφωνίας (τεκμήριο 2), προσλαμβάνουν άλλο νόημα. Και μάλιστα αυτό το νόημα αναφύεται είτε από την πρόνοια της συμφωνίας ως σύνολο, είτε από τις λέξεις που εκεί χρησιμοποιήθηκαν. Και εξηγώ. Στην παράγραφο 3(α) του τεκμηρίου 2 επαναλαμβάνεται η υποχρέωση του διευθυντή υποκαταστήματος να στρατολογήσει, εκπαιδεύει, επιβλέπει και παρακινεί ασφαλιστές. Πιο κάτω, στην παράγραφο 3(β), τονίζεται η ευθύνη του διευθυντή υποκαταστήματος για «παραγωγή ασφαλειών από το υποκατάστημα, ικανοποιητικής ποσοτικής και ποιοτικής νέας εργασίας η οποία πρέπει να συνάδει με ένα ετήσιο στόχο.». Αποκαλύπτεται εν προκειμένω ότι η ευθύνη του διευθυντή για εξεύρεση νέας εργασίας συναρτάται με το υποκατάστημα και τους στόχους που οι δύο πλευρές, διευθυντής και ασφαλιστική εταιρεία, συμφώνησαν ότι πρέπει να καλυφθούν. Εκείνο που έχει σημασία από αυτή την πρόνοια είναι ότι ο διευθυντής είναι εκείνος που επωμίζεται την ευθύνη για εξεύρεση νέας εργασίας. Αυτό είναι καθ' όλα λογικό και φυσιολογικό νοουμένου ότι δικαιούται και προμήθεια γι' αυτή τη νέα εργασία, εφόσον δεν νοείται ανάληψη ευθύνης άνευ ανταλλάγματος. Έχοντας τούτο ως δεδομένο δεν μπορεί να μην επισημανθεί ότι ο όρος υποκατάστημα χρησιμοποιείται αδιακρίτως και χωρίς περιορισμούς. Εν ολίγοις δεν αναφέρεται ότι μέρος του υποκαταστήματος που υπόκειται στο διευθυντή, για το οποίο ο τελευταίος έχει την ευθύνη κάλυψης των συμφωνημένων στόχων, είναι μόνο οι ασφαλιστές που ο ίδιος στρατολόγησε. Στοιχείο που φανερώνει ότι δεν ήταν τούτη η πρόθεση των μερών είναι τα αναφερόμενα στις επόμενες παραγράφους. Στις παραγράφους 3(στ) και 5, καθώς και στον πρώτο πίνακα αμοιβών, στην παράγραφο Α, γίνεται αναφορά σε ασφαλιστές που επιβλέπει ο διευθυντής. Η επίβλεψη δεν προϋποθέτει βεβαίως και στρατολόγηση. Ενδεχόμενο είναι κάποιος ασφαλιστής, παρ' ότι τελεί υπό την επίβλεψη του διευθυντή, να μην στρατολογήθηκε από τον ίδιο. Μάλιστα η παράγραφος 3(στ), όπου αναφέρεται η επίβλεψη, πραγματεύεται την ευθύνη του διευθυντή για υποχρεώσεις των ασφαλιστών που επιβλέπει. Ιδιαίτερη βαρύτητα ανακτούν όμως και τα αναφερόμενα στους όρους 4 και 5 του τεκμηρίου 2, όροι οι οποίοι τιτλοφορούνται «Επαναφορά» και «Αιτήσεις/Συμβόλαια» αντίστοιχα. Στον όρο 4 αναφέρεται ότι: «
  7. Επαναφορά Αν οποιοδήποτε ασφαλιστικό συμβόλαιο που εκδόθηκε με μεσολάβηση του Διευθυντή Υποκαταστήματος ή ασφαλιστές του Υποκαταστήματος του ακυρωθεί λόγω μη πληρωμής ασφαλίστρων και τελικά επαναφερθεί μετά την πάροδο 90 ημερών από την ημέρα που το μη πληρωθέν ασφάλιστρο κατέστη πληρωτέον από ασφαλιστήν άλλου Υποκαταστήματος ο Διευθυντής Υποκαταστήματος έχει τα δικαιώματα ανταμοιβής επί του εν λόγω συμβολαίου μόνον μέχρι της ημερομηνίας ακύρωσης του». Η σημασία του όρου 4 έγκειται στην αναφορά ότι τα συμβόλαια που διενήργησαν οι ασφαλιστές του υποκαταστήματος του διευθυντή, περιορίζονται από τις ενέργειες ασφαλιστών άλλου υποκαταστήματος. Και πάλιν αναδεικνύεται η έννοια υποκατάστημα εις αντιδιαστολή της κατηγορίας ασφαλιστές που στρατολογήθηκαν. Διαπιστώνεται λοιπόν ομαδοποίηση των ασφαλιστών σε υποκαταστήματα και όχι σε διευθυντές που τους στρατολόγησαν. Έτι περισσότερο ο όρος 5 του τεκμηρίου 2, ο οποίος αναφέρει ότι: «
  8. Αιτήσεις/Συμβόλαια Ο Διευθυντής Υποκαταστήματος δεν μπορεί να έχει απαίτηση για ανταμοιβή επί οποιουδήποτε ασφαλιστηρίου εκτός αν το όνομα ή το όνομα οποιουδήποτε ασφαλιστού που επιβλέπει εμφανίζεται στην πρόταση για ασφάλιση και η εν λόγω ασφάλεια έχει καταρτισθεί στην «Περιοχή»». Παρ' ότι ο πιο πάνω όρος αφορά και επιλαμβάνεται δικαίωμα αμοιβής του διευθυντή υποκαταστήματος, το οποίο δικαίωμα απορρέει από πράξεις ασφαλιστών του, δεν κάνει μνεία σε ασφαλιστές που στρατολογήθηκαν. Πολύ πιο ευρεία είναι η σύνταξη και ακολούθως η ερμηνεία της σχετικής παραγράφου, εφόσον συναρτά το δικαίωμα αμοιβής με τους ασφαλιστές που ο διευθυντής έχει υπό την επίβλεψή του. Εν κατακλείδι, στην παράγραφο Β του πρώτου πίνακα αμοιβών, και κάτω από τον τίτλο «φιλοδώρημα διατηρησιμότητας επί συνήθων ασφαλίστρων ανανεώσεων», στην 3η υποπαράγραφο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι: «Β) Φιλοδώρημα διατηρησιμότητας επί συνήθων ασφαλίστρων ανανεώσεων 3.Το φιλοδώρημα διατηρησιμότητας είναι πληρωτέον μηνιαίως κατά το κλείσιμο κάθε ενός από τους τρεις μήνες που ακολουθούν κάθε μελέτη διατηρησιμότητας της Εταιρείας επί των ασφαλίστρων ανανεώσεων που πληρώθηκαν και κατατέθηκαν στην Εταιρεία σε καθένα ως άνω μήνα σύμφωνα με τον ακόλουθο πίνακα. Το φιλοδώρημα θα καθίσταται πληρωτέον νοουμένου ότι το Υποκατάστημα πληρώνει κατά μέσον όρον 60 ασφαλιστήρια συμβόλαια μέσα σε κάθε λογιστικό τρίμηνο της Εταιρείας κατά τη διάρκεια των αμέσως προηγούμενων οκτώ
(8)λογιστικών τριμήνων της Εταιρείας». Αναδεικνύεται τοιουτοτρόπως ότι ο στόχος που συμφωνήθηκε να καλυφθεί βαρύνει το υποκατάστημα ως σύνολο. Σε αυτό όμως το υποκατάστημα δυνατό να εργάζονται και ασφαλιστές άλλοι από εκείνους που στρατολόγησε ο διευθυντής. Ποια είναι τότε η αντιμετώπιση αυτών των ασφαλιστών; Που εντάσσεται η δική τους παραγωγή; Είμαι της γνώμης ότι το σύνολο των προνοιών των τεκμηρίων 2 και 3 δεν επιδέχεται άλλης ερμηνείας πλην του ότι το σύνολο των ασφαλιστών υποδιαιρείται και εντάσσεται σε υποκαταστήματα. Δεν έχει σημασία ποιος τους στρατολόγησε, αλλά ποιος τους επιβλέπει. Εξ ου και ο επιβλέπων διευθυντής επωμίζεται την ευθύνη ελέγχου ότι οι υφιστάμενοί του τηρούν τα συμφωνηθέντα (όρος 3(στ) τεκμηρίου 2). Επιπλέον, η μοναδική περίπτωση που η συμφωνία τεκμήριο 2 κάνει αναφορά σε στρατολόγηση και εκπαίδευση νέων ασφαλιστών, είναι στο δεύτερο πίνακα αμοιβών. Προβλέπεται εκεί ότι ο διευθυντής υποκαταστήματος δικαιούται επιπρόσθετης αμοιβής ως ακολούθως: «Ο Διευθυντής Υποκαταστήματος μπορεί να κερδίσει Φιλοδωρήματα Εκαπίδευσης (Training Award) επί καθ' ενός των ασφαλιστών του που είναι υπό την επίβλεψη του, εφ' όσον αυτός πληρεί τις ακόλουθες ελάχιστες προϋποθέσεις. (α) 42 εκδομένα συμβόλαια ζωής μέσα σε κάθε ένα από τα πρώτα έτη από το διορισμό του ως ασφαλιστού. (β) Διατηρεί την ιδιότητα του ασφαλιστού πλήρους απασχόλησης για ολόκληρο το υπό εξέταση έτος. (γ) Διατηρεί κατ' ελάχιστον προσωπικό ποσοστόν διατηρησιμότητας 92% στο τέλος του πρώτου έτους και 88% στο τέλος του δεύτερου έτους της συνεργασίας του με την Εταιρεία. Τα φιλοδωρήματα εκπαίδευσης καθίστανται πληρωτέα μόνον εάν το ποσοστό της διατηρησιμότητας του επιτυγχάνει το Υποκατάστημα είναι τουλάχιστον 80% σύμφωνα με τη μελέτη διατηρησιμότητας διετίας της Εταιρείας κατά το κλείσιμο του τριμήνου μέσα στο οποίο εμπίπτει η επέτειος πρόσληψης του καθενός ασφαλιστή. Τα φιλοδωρήματα εκπαίδευσης υπολογίζονται στο τέλος του κάθε έτους από τα πρώτα έτη συνεργασίας του ασφαλιστή πλήρους απασχόλησης με την Εταιρεία ως ακολούθως». Αν η προμήθεια του διευθυντή συναρτάτο αποκλειστικά με τους ασφαλιστές που στρατολογούσε, προς τι τότε η ειδική αναφορά σε φιλοδώρημα λόγω στρατολόγησης; Από την άλλη, εφόσον σε αυτή την πτυχή της συμφωνία τα μέρη χρησιμοποίησαν τη φράση «στρατολόγηση» και μάλιστα σε συνάρτηση με αμοιβή που απορρέει από αυτή, είναι ηλίου φαεινότερον ότι οι προηγηθείσες αναφορές στη συμφωνία, οι οποίες κάνουν λόγο σε ασφαλιστές που επιβλέπει ο διευθυντής του υποκαταστήματος, διαφέρουν και διακρίνονται από τη στρατολόγηση, υπό την έννοια ότι προσλαμβάνουν τη φυσική τους ερμηνεία, που υπό τις περιστάσεις δεν είναι άλλη από το σύνολο των ασφαλιστών του υποκαταστήματος. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι όπου οι δύο συμφωνίες (τεκμήρια 2 και 3) κάνουν λόγο σε ασφαλιστές και δεν δίδουν κάποια εξειδικευμένη ή συγκεκριμένη ερμηνεία, εννοούν το σύνολο των ασφαλιστών που εργάζεται στο υποκατάστημα. Παρ' ότι το ζήτημα έχει αποφασιστεί κρίνω ορθό να υποδείξω ότι η μαρτυρία και συγκεκριμένα το τεκμήριο 7 που προανέφερα, φανερώνει ότι αυτή ήταν και η αντίληψη που κατά τον επίδικο χρόνο είχαν οι διάδικοι. Στην πρώτη εκ των δύο επιστολών του τεκμηρίου 7 (επιστολή ημερομηνίας 15.4.2002), ο εναγόμενος 2 πληροφορείται ότι η ομάδα του Μιχάλη Φώκλα θα μετακινηθεί από άλλο υποκατάστημα σε εκείνο που ελέγχει ο ίδιος. Πληροφορείται δε ότι: «4. Σε περίπτωση όπου θα υπάρξει αποχώρηση συνεργάτη από την ομάδα του Μ. Φώκλα, για τη χρέωση τυχόν αρνητικού υπολοίπου σε εσένα, θα χρησιμοποιηθεί μόνο το μέρος του υπολοίπου που δημιουργήθηκε μετά την ένταξη της ομάδας στο υποκατάστημα σου». Είναι αντιληπτό ότι για να χρεωθεί ο διευθυντής μέρος αρνητικού υπολοίπου σημαίνει ότι το χαρτοφυλάκιο και η απόδοση των ασφαλιστών που εντάχθηκαν στην ομάδα του λόγω αναδιάρθρωσης στην οποία προέβη η ενάγουσα, ενσωματώθηκαν στην απόδοση του υποκαταστήματος. Διαφορετικά, αν οι ασφαλιστές που μετακινήθηκαν από την ενάγουσα δεν λογίζονταν μέρος του υποκαταστήματος, η πιο πάνω αλληλογραφία δεν θα είχε καμία σημασία εφόσον ο διευθυντής του υποκαταστήματος δεν θα υπείχε καμίας ευθύνης. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι και οι διάδικοι αυτή την αντίληψη είχαν για τους ασφαλιστές, δηλαδή ότι αποτελούσαν μέρος του υποκαταστήματος, ασχέτως του αν στρατολογήθηκαν από το διευθυντή τούτου ή μετακινήθηκαν σε αυτό από την ενάγουσα. Εφόσον έχει διαπιστωθεί ότι το τεκμήριο 3 ερμηνεύεται κατά τον τρόπο που υποστηρίχθηκε από την υπεράσπιση, είναι κατανοητό, βάσει των δηλώσεων των συνηγόρων, ότι η αξίωση της ενάγουσας μειώνεται κατά Λ.Κ.19.130,00, δηλαδή ποσό που συνιστά προμήθειες ασφαλιστών του υποκαταστήματος τις οποίες πιστώνεται ο διευθυντής. Το δε υπόλοιπο Λ.Κ.9.037,12, είναι παραδεχτό από την υπεράσπιση ότι οφείλεται από τους εναγόμενους 1, 2, 3, 4 και 6. Ως εκ τούτου υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 6, εκδίδεται απόφαση για το ποσό των Λ.Κ.9.037,12, ισόποσο σε €15.453,47, πλέον τόκο προς 9% από 1.12.2006, πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή στην κλίμακα του ποσού που επιδικάστηκε και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ............ Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.