← Κύπρος

ΖΗΝΩΝΑ ΚΛΗΡΙΔΗ ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ ΠΙΕΡΙΔΗ, Αρ. Αγωγής: 926/08, 26/11/2014

ΖΗΝΩΝΑ ΚΛΗΡΙΔΗ ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ ΠΙΕΡΙΔΗ, Αρ. Αγωγής: 926/08, 26/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A432 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 926/08 Μεταξύ: ΖΗΝΩΝΑ ΚΛΗΡΙΔΗ Ενάγοντος και ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ ΠΙΕΡΙΔΗ Εναγόμενου ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 22.10.2014 για τροποποίηση της Υπεράσπισης Ημερομηνία: 26 Νοεμβρίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον αιτητή-εναγόμενο: κα Ο. Σαμπάζοβα για Νίκο Κληρίδη Για τον καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα: κ. Α. Κληρίδης για Φοίβος και Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση ο αιτητής-εναγόμενος ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της Υπεράσπισης του και συγκεκριμένα, σύμφωνα με το αιτητικό Α, ως ακολούθως: «

(1)Δια της προσθήκης της ακόλουθης νέας παραγράφου στην Έκθεση Υπεράσπισης ως παράγραφο 4 στην Έκθεση Υπεράσπισης, ημερομηνίας 19/11/2009, μετά την παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης. «4) Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα που περιέχονται στην Παράγραφο 2, 3 και 4, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι τα ορθά γεγονότα είναι ως ακολούθως:
(2)Δια της προσθήκης της ακόλουθης νέας παραγράφου 4.1 μετά την νέα παράγραφο 4 της Έκθεσης Υπερασπίσεως. 4.1) Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε είχε οποιαδήποτε συμβατική ή άλλη υποχρέωση και ουδέποτε έλαβε οιονδήποτε νόμιμο αντάλλαγμα στις 03/02/2001 από τον Ενάγοντα και/ή την μητέρα του Ενάγοντα η οποία τυγχάνει αδελφή του Εναγομένου και τα όσα αναφέρει ο Ενάγοντας περί δήθεν ανταλλαγμάτων, συμφωνιών και δήθεν συμβιβασμό απαιτήσεων, αποτελούν εκ των υστέρων κατασκευάσματα του Ενάγοντα και είναι παντελώς ανυπόστατα και ψευδή, καλεί δε τον Ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του.
(3)Δια της προσθήκης της ακόλουθης νέας παραγράφου 4.2 μετά την νέα παράγραφο 4.1 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως. 4.2) Περαιτέρω, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι πράγματι κατέβαλε μεγάλα ποσά προς τον Ενάγοντα καθ' όλη την διάρκεια της ζωής του, ένεκα της συγγενικής σχέσης, ήτοι του γεγονότος ότι ο Ενάγων είναι υιός της αδελφής του και πράγματι στήριξε τον Ενάγοντα οικονομικά καθ' όλη την διάρκεια της φοιτητικής ζωής του αλλά και αργότερα και μέχρι πολύ πρόσφατα. Η οικονομική στήριξη και τα ποσά που κατέβαλε ο Εναγόμενος στον Ενάγοντα και/ή στην μητέρα του Ενάγοντα, δεν προήρχοντο από καμία συμβατική και/ή νομική υποχρέωση του προς τον Ενάγοντα, αλλά του τα έδωσε χαριστικά λόγω της αγάπης και στοργής που έτρεφε προς την αδελφή του και προς τον ίδιο σαν αδελφότεκνο του.
(4)Δια της προσθήκης της ακόλουθης νέας παραγράφου 4.3 μετά την νέα παράγραφο 4.2 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως. 4.3) Περαιτέρω, ο Εναγόμενος, θείος του Ενάγοντα, είναι σήμερα ηλικίας περίπου 78 χρόνων, συνταξιούχος και όλη του η περιουσία είναι είτε δεσμευμένη από χρέη προς την Τράπεζα Κύπρου και η αρχαιολογική του συλλογή που στεγάζεται στην οικογενειακή οικία Ζήνωνα Πιερίδη στην Λάρνακα έχει μεταβιβαστεί στην τράπεζα ως καταπιστευματοδόχος με συνδιαχειριστές το ίδρυμα Πιερίδη, και τον Δήμο Λάρνακας και οι απολαβές του είναι ελάχιστες και χρησιμοποιούνται εξ' ολοκλήρου για τα προς το ζειν του και δεν έχει οποιαδήποτε άλλα περιουσιακά στοιχεία, είτε κινητά είτε ακίνητα.» Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.25 και Δ.48 θ.θ.1-9, το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, της Ροδούλας Γεωργίου, η οποία είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον εναγόμενο και είναι εξουσιοδοτημένη από τον εναγόμενο να προβεί στην ένορκη της δήλωση εκ μέρους του, γνωρίζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης από πληροφορίες από τους δικηγόρους που τη χειρίζονται και έχοντας μελετήσει τον φάκελο της υπόθεσης, εκφέροντας τη γνώμη και συμβουλή των δικηγόρων του αιτητή αναφορικά με τη νομική πτυχή της. Η ένορκη δήλωση γίνεται από δικηγόρο καθότι οι λόγοι της αιτούμενης τροποποίησης αποτελούν καθαρά νομικούς λόγους που σχετίζονται με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, αλλά και είναι ισχυρισμοί που αφορούν τα επίδικα γεγονότα και νομικά σημεία της υπόθεσης. Όπως είναι αποδεκτό από τις δύο πλευρές και προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, λόγω της προσπάθειας των δύο μερών να εξεύρουν συμβιβαστική λύση της επίδικης διαφοράς συνεπεία της συγγενικής τους σχέσης, η υπόθεση έχει αναβληθεί πάρα πολλές φορές από το χρόνο καταχώρησης της. Παρά την καλόπιστη προσπάθεια για εξεύρεση μιας φιλικής διευθέτησης και δεδομένου ότι ο ενάγων γνωρίζει ότι ο εναγόμενος-θείος του, που είναι σήμερα προχωρημένης ηλικίας, δεν έχει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο να του προσφέρει λόγω της οικονομικής δυσπραγίας του και της ολοκληρωτικής αποξένωσης προς τους χρεώστες του της ακίνητης περιουσίας του, διαβιώντας σήμερα με πολύ πενιχρά οικονομικά μέσα και συγκεκριμένα με τη χαμηλή σύνταξή του που μόλις του αρκεί για την προσωπική του συντήρηση, δεν κατέστη δυνατή οποιαδήποτε διευθέτηση. Ο εναγόμενος δεν έχει καταχωρήσει πλήρη και λεπτομερή στοιχεία υπεράσπισης λόγω της στενής συγγενικής σχέσης του με τον ενάγοντα, πιστεύοντας ότι η αδελφή του, που είναι και μητέρα του ενάγοντος, θα έπειθε τον τελευταίο να αποσύρει την αβάσιμη παρούσα αγωγή, χωρίς να χρειαστεί ο εναγόμενος να προβάλει λεπτομερή στοιχεία υπεράσπισης, που ενδεχόμενα να προσέβαλλαν τον ενάγοντα και να επιδεινώνετο ακόμη περισσότερο η δημιουργηθείσα μεταξύ των διαδίκων κατάσταση. Ο εναγόμενος, μη έχοντας άλλη επιλογή, αναγκάζεται να υπερασπίσει τον εαυτό του εφόσον ο ενάγων εμμένει στις ανυπόστατες απαιτήσεις του, παρά τις αντίθετες προσπάθειες του εναγόμενου και της αδελφής του - μητέρας του ενάγοντος. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, ο εναγόμενος έχει συνταγματικό δικαίωμα να θέσει την υπεράσπισή του παρά την καθυστέρηση καταχώρησης της παρούσας αίτησης για τους λόγους που ήδη επεξηγήθηκαν, εφόσον η καταχωρηθείσα υπεράσπιση είναι ελλιπής και οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για σκοπούς διευκρίνισης και/ή αποσαφήνισης των θέσεών του και θα πρέπει να του δοθεί η ευκαιρία να θέσει την πλήρη υπεράσπισή του για την ορθή, αμερόληπτη και δίκαιη διεξαγωγή της δίκης. Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις δεν θα προκληθεί ουσιαστική ζημιά ή αδικία στον ενάγοντα ούτε θα επηρεαστούν τα δικαιώματα του εφόσον η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει. Αντίθετα, αν δεν επιτραπούν οι τροποποιήσεις ο εναγόμενος θα υποστεί ουσιαστική ζημιά και ενδεχόμενα ανεπανόρθωτη, εφόσον θα στερηθεί της δυνατότητας να προωθήσει τις θέσεις του. Οι τροποποιήσεις ζητούνται καλόπιστα και χωρίς πρόθεση καθυστέρησης και/ή επηρεασμού της δικαστικής διαδικασίας και είναι απαραίτητες για την εκδίκαση και αποπεράτωση όλων των αμφισβητούμενων και εγειρόμενων ζητημάτων μεταξύ των διαδίκων και/ή με αυτές θα διασφαλιστούν τα νομικά δικαιώματα του εναγόμενου, εφόσον αν δεν επιτραπούν οι τροποποιήσεις, ο εναγόμενος θα εμποδιστεί να προσκομίσει μαρτυρία για να διεκδικήσει τα δικαιώματά του. Καταλήγοντας, η ενόρκως δηλούσα πιστεύει ότι είναι δίκαιο, εύλογο και αναγκαίο προς την ορθότερη διεκπεραίωση των επίδικων θεμάτων και προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης όπως επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις. Στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντος που καταχωρήθηκε στις 31.10.2014 και βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 και Δ.48 θ.θ.1-9, στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης, ως συνοψίζονται: τα γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης παρατίθενται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει από δικηγόρο του εναγόμενου, κάτι που επιτρέπεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, χωρίς να δίδεται επαρκής αιτιολογία για ποιο λόγο ο εναγόμενος δεν ορκίζεται προσωπικά η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη εφόσον καταχωρήθηκαν τρεις όμοιες αιτήσεις τροποποίησης ημερομηνίας 24.2.2014, 27.2.2014 και 22.10.2014, γεγονός που φανερώνει ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις οφείλονται σε μεταγενέστερες σκέψεις του εναγόμενου για εισαγωγή γεγονότων που ήταν ανέκαθεν γνωστά σ' αυτόν και τα προσήρμοσε ανάλογα με τις περιστάσεις στις τρεις αιτήσεις του οι αιτούμενες τροποποιήσεις αναφορικά με τις νέες παραγράφους 4 και 4.1 είναι παντελώς αχρείαστες καθότι καλύπτονται από την υπάρχουσα υπεράσπιση με την προτεινόμενη νέα παράγραφο 4.2 επιχειρείται η εισαγωγή γεγονότων άσχετων με τα επίδικα θέματα δεδομένου ότι η επίδικη διαφορά είναι συγκεκριμένη και αφορά συμφωνία ή καταπίστευμα που έγινε τον Οκτώβριο του 2001 και ο εναγόμενος την αρνείται με την υπάρχουσα υπεράσπισή του, είναι δε αχρείαστη η δυνατότητα προσκόμισης μαρτυρίας περί οικονομικής στήριξης του ενάγοντος εκ μέρους του εναγόμενου ως η αιτούμενη τροποποίηση δεδομένου ότι το επίδικο θέμα είναι κατά πόσο μετά το έτος 2002 ο εναγόμενος κατέβαλε δυνάμει συμφωνίας και/ή εμπιστεύματος τη συμφωνηθείσα ετήσια χορηγία στον ενάγοντα. Λόγω επίσης της γενικότητας της προτεινόμενης νέας παραγράφου υπάρχει κίνδυνος επέκτασης σε αχρείαστες λεπτομέρειες με εισαγωγή μαρτυρίας πάσης φύσεως, παρά το ότι αφαιρέθησαν οι λεπτομέρειες που προϋπήρχαν στις προηγούμενες παρόμοιες αιτήσεις του εναγόμενου η προτεινόμενη νέα παράγραφος 4.4 είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα εφόσον δεν έχει καμία σχέση με αυτά το κατά πόσο ο εναγόμενος στερείται σήμερα περιουσίας η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε πολύ καθυστερημένα εφόσον η αγωγή έχει καταχωρηθεί από το Φεβρουάριο του 2008 και η υπεράσπιση από το Νοέμβριο του 2009, ενόσω η υπό κρίση αίτηση καταχωρηθείσα πέραν των 5,5 ετών από την καταχώρηση της αγωγής και 4 ετών από την καταχώρηση της υπεράσπισης, στερείται επαρκούς αιτιολόγησης η υπό κρίση αίτηση είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική και θα επιφέρει βλάβη στα δικαιώματα του ενάγοντος με την εισαγωγή νέων ισχυρισμών διαφορετικών από τους υπάρχοντες και εφόσον καταχωρήθηκε μετά τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση τουλάχιστον 10 φορές και ενώ η γραπτή κατάθεση του ενάγοντος ετοιμάστηκε με βάση την υπάρχουσα υπεράσπιση πέραν του ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι άσχετες με τα επίδικα θέματα και θα εκτροχιαστεί η διαδικασία, θα εισαχθούν γεγονότα σε χρόνο κατά τον οποίο έχει απωλεσθεί πολύτιμο μαρτυρικό υλικό και ο ενάγων θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά οι ισχυρισμοί που επιθυμεί να προσθέσει ο εναγόμενος ήταν γνωστοί κατά το χρόνο καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης και λόγω αμέλειας και μη ορθής μελέτης δεν καταχωρήθηκε αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισης σε προγενέστερο στάδιο σύμφωνα με τη νομολογία, όταν η διαδικασία έχει σχεδόν εισέλθει σε ακρόαση ή έχει προχωρήσει σε βάθος χρόνου, το Δικαστήριο πρέπει να είναι φειδωλό στην παροχή άδειας τροποποίησης ώστε να μην επηρεαστεί η άλλη πλευρά και να τεθεί σε δυσμενέστερη θέση μετά το κλείσιμο των δικογράφων και την ετοιμότητα των μερών να δικασθούν με την προβολή νέας υπεράσπισης στο προχωρημένο παρόν στάδιο μεταβάλλεται το πλαίσιο της δίκης, ανατρέπεται η πορεία της διαδικασίας και επιβάλλεται επανακαθορισμός της θέσης του ενάγοντος με ορατές ζημιογόνες συνέπειες για τα δικαιώματά του και την απόδειξη της υπόθεσής του, χωρίς να δίδεται καμία εξήγηση για τη μη προγενέστερη προβολή της υπεράσπισης αυτής με τις αιτούμενες τροποποιήσεις εκτροχιάζεται η εκδίκαση της υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου, ως καθορίζεται στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στο άρθρο 30 του Συντάγματος και με τις αιτούμενες τροποποιήσεις δεν εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης ούτε και θα αποκρυσταλλωθούν τα επίδικα θέματα. Την ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύει ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, του ενάγοντος, ο οποίος γνωρίζοντας προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και έχοντας τη νομική συμβουλή των δικηγόρων του, θεωρεί ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι δικαιολογημένες ούτε απαραίτητες. Έχοντας αναγνώσει την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, ο ενόρκως δηλών απορρίπτει το περιεχόμενο τους και αναπτύσσει όλους τους λόγους της ένστασης, όπως έχουν παρατεθεί πιο πάνω, επισημαίνοντας το ανεπίτρεπτο να υποστηρίζονται οι αιτήσεις από ένορκες δηλώσεις δικηγόρων καθώς και την έλλειψη σχετικότητας των αιτουμένων να προστεθούν ισχυρισμών με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. Με αναφορά στις αξιώσεις του και στο ιστορικό της αγωγής σχετικά με την καταχώρηση των δικογράφων και τον ορισμό της υπόθεσης επανειλημμένα για ακρόαση, ο ενάγων αναφέρει ότι έγιναν αρκετές προσπάθειες για συνάντησή του με τον δικηγόρο του εναγόμενου προς το σκοπό εξώδικης διευθέτησης, χωρίς ανταπόκριση εκ μέρους του εναγόμενου και/ή του δικηγόρου του (βλ. Τεκμήρια 1-4), ενόσω η υπόθεση ανεβλήθη όταν ήταν ορισμένη για ακρόαση για διάφορους λόγους (βλ. Τεκμήρια 5-8). Κατά την ακρόαση της αίτησης δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες. Οι συνήγοροι στις γραπτές αγορεύσεις τους, αναπτύσσοντας τους ισχυρισμούς της κάθε πλευράς, υποστήριξαν τις θέσεις τους αντίστοιχα. Οι αρχές που διέπουν το επιτρεπτό ή μη του αιτήματος για τροποποίηση σύμφωνα με τη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών είναι πολύ καλά γνωστές. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση του κλητηρίου ή των εγγράφων προτάσεων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είναι ευρύτατη. Όσο πιο έγκαιρα υποβάλλεται η σχετική αίτηση τόσο πιο εύκολα ασκείται η διακριτική ευχέρεια για αποδοχή της. Όπου η αίτηση γίνεται καλόπιστα, ακόμη και αν εντοπίζεται αμέλεια ή απροσεξία στο δικόγραφο και ανεξάρτητα από την καθυστέρηση υποβολής της αίτησης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την τροποποίηση, νοουμένου ότι ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων κι αυτή δεν προκαλεί αδικία στην άλλη πλευρά εκτός από ταλαιπωρία, η οποία μπορεί να αποκατασταθεί με επιδίκαση εξόδων (βλ. μεταξύ άλλων Georghiou and another v. Pistolia
(1969)1 ΑΑΔ 613, Mahattou v. Viceroy Shipping Co. Ltd
(1979)1 ΑΑΔ 542, United Sea Transport Co. Ltd v. Zakou
(1980)1 ΑΑΔ 510, Ευριπίδου v. Καννάουρου
(1985)1 ΑΑΔ 24, Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 ΑΑΔ 607, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 934, Χρίστου v. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, SABA and Co. v. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426). Κάθε περίπτωση, φυσικά, πρέπει να εξετάζεται και αποφασίζεται με βάση τα δικά της γεγονότα (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. v. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 237). Στην υπόθεση Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω) λέχθηκε ότι η τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223). Βασική αρχή που διέπει την τροποποίηση είναι η κατά κανόνα έγκριση της με ευκολία πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ενώ όταν έχει αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης και οι διάδικοι προσφέρουν ενόρκως τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου η τροποποίηση δεν γίνεται με τόση ευκολία δεκτή. Είναι νομολογημένο ότι όταν η αναγκαιότητα της τροποποίησης ήταν έκδηλη από καιρό ή σαφώς φανερή αλλά δεν είχε ζητηθεί, η τροποποίηση δεν θα επιτραπεί όχι μόνο επειδή θα δημιουργήσει περισσότερη καθυστέρηση αλλά και λόγω του ότι οι διάδικοι οφείλουν να ετοιμάζουν τη δικογραφία τους με την απαραίτητη προσοχή και ενδελέχεια και να καταγράφουν από την αρχή τις συγκεκριμένες θέσεις τους, τις οποίες έπρεπε ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να γνωρίζουν ή ήταν γνωστές σε αυτούς. Όσο πιο καθυστερημένα γίνεται η αίτηση τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος του αιτητή που πρέπει να αποσείσει για να επιτραπεί η τροποποίηση. Όπως προκύπτει από τη νομολογία το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με μεγάλη φειδώ μετά την έναρξη της δίκης όταν πλέον το στάδιο υποβολής της αίτησης είναι πολύ καθυστερημένο έχοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης και τις επιπτώσεις που θα επιφέρει μια τέτοια καθυστερημένη αίτηση στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 33, Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607). Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1956, στη σελίδα 456 όπου αναλύεται ο αντίστοιχος Αγγλικός Θεσμός Ο.28 r.1, αναφέρεται το εξής: «But the Court will not readily allow at the trial an amendment, the necessity for which was abundantly apparent months ago, and then not asked for (Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. p. 361)». Αχρείαστες ή άσχετες τροποποιήσεις, επίσης, δεν πρέπει να επιτρέπονται και το Δικαστήριο πάντοτε εξετάζει το ουσιώδες της προς εισαγωγή τροποποίησης. Χωρίς να αποφασίζεται η ουσία του θέματος ή να αξιολογούνται οι θέσεις των διαδίκων είναι πρόδηλο ότι η αιτούμενη τροποποίηση πρέπει να είναι σχετική με το επίδικο θέμα (βλ. Alexandra Rent a Car Ltd v. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης η αγωγή, με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, καταχωρήθηκε στις 25.2.
  1. Με αυτήν ο ενάγων απαιτεί από τον εναγόμενο γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή καταπιστεύματος μεταξύ των διαδίκων που έλαβε χώρα περί τις 3.10.2001 και μέχρι το 2005 και/ή δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας το ποσό των £48.000 για τα έτη 2005-2008 και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας/καταπιστεύματος ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλλει στον ενάγοντα ετησίως τον πρώτο μήνα κάθε έτους το ποσό των £12.000 έναντι νομίμου ανταλλάγματος και από δέσμευση καταπιστεύματος, πλέον τόκους και έξοδα. Μετά την καταχώρηση εκ μέρους του εναγόμενου στις 27.5.2008 του σημειώματος εμφάνισης, καταχωρήθηκε η έκθεση απαίτησης στις 16.4.2009, η υπεράσπιση στις 19.11.2009, όπου ο εναγόμενος αρνείται τις αξιώσεις του ενάγοντος κατόπιν άρνησης των ισχυρισμών του χωρίς να προβάλλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς και στις 26.11.2009 καταχωρήθηκε η απάντηση στην υπεράσπιση. Η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες, κατόπιν αίτησης ορισμού, στις 25.2.2010 και στη συνέχεια ορίστηκε για ακρόαση στις 15.11.2010 και στις 3.5.2011, που ανεβλήθη λόγω ελλείψεως χρόνου του Δικαστηρίου και στις 30.11.2011, οπότε ανεβλήθη λόγω ασθένειας του δικηγόρου του εναγόμενου. Από τις 3.4.2012 μέχρι τις 5.7.2012 ανεβάλλετο λόγω προσπαθειών εξώδικης διευθέτησης και στη συνέχεια ορίστηκε για ακρόαση στις 20.11.2012, στις 6.3.2013, στις 18.10.2013 και στις 14.1.2014, που ανεβάλλετο λόγω κωλύματος των διαδίκων ή των συνηγόρων τους. Η πρώτη αίτηση τροποποίησης, που καταχωρήθηκε στις 24.2.2014, απεσύρθη στις 27.2.2014 λόγω τυπογραφικού λάθους με δικαίωμα του αιτητή-εναγόμενου να καταχωρήσει νέα αίτηση. Ακολούθησε η καταχώρηση της δεύτερης αίτησης τροποποίησης ημερομηνίας 27.2.2014, η οποία ενώ ανεβάλλετο αρχικά για σκοπούς εξώδικης διευθέτησης όλης της υπόθεσης, στις 16.10.2014 απεσύρθη, με δικαίωμα του αιτητή-εναγόμενου να καταχωρήσει νέα αίτηση τροποποίησης. Κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, η αγωγή ορίζετο για οδηγίες μέχρι και την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και ενόψει της εκκρεμοδικίας της έχει οριστεί για οδηγίες στις 4.12.
  2. Εξετάζοντας με πολλή προσοχή τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των διαδίκων όπως προβάλλουν από την υπό κρίση αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν αντίστοιχα, υπό το φως των νομολογιακών αρχών και των εισηγήσεων των συνηγόρων και των δυο πλευρών, θεωρώ ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης, όπως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια. Κατά την εξέταση αρχικά της εισήγησης του καθ' ου η αίτηση ότι δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση επειδή η ενόρκως δηλούσα είναι δικηγόρος, θα πρέπει να λεχθεί ότι στην απόφαση Rybolovlev κ.α. v. Rybolovleva
(2010)1(A) AAΔ.82, όπου έγινε ανασκόπηση της σχετικής νομολογίας λέχθηκε ότι «.μία ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036).». Στην παρούσα υπόθεση είναι εμφανές ότι η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται σε γεγονότα που γνωρίζει υπό την ιδιότητα της ως δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον εναγόμενο, προς υποστήριξη της θέσης ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Ανεξάρτητα του ότι δεν εξηγείται ο λόγος που δεν δόθηκε μαρτυρία από τον εναγόμενο, η ενόρκως δηλούσα είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη της δήλωση εκ μέρους του και υποστηρίζει ουσιαστικά τη θέση του εναγόμενου από νομικής άποψης λόγω της ιδιότητας της ως δικηγόρου στη βάση γεγονότων γνωστών σ' αυτήν. Υπό τα δεδομένα της υπόθεσης, δεν διαφαίνεται οτιδήποτε το μεμπτό ώστε να τίθεται θέμα αποκλεισμού της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, λαμβανομένου υπόψη ότι η ενόρκως δηλούσα δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως δικηγόρος εκ μέρους του αιτητή κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης. Όπως προβάλλει από τα γεγονότα που συνοψίστηκαν πιο πάνω και εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, η αναγκαιότητα τροποποίησης της υπεράσπισης του εναγόμενου διαφάνηκε όταν επίκειτο η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Παρά το ότι προηγουμένως, ως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, αυτή είχε ορισθεί για ακρόαση αρκετές φορές, λόγω του ότι, ως έχει εξηγηθεί, θέματα της υπόθεσης χρειάζονται εξειδίκευση και προβολή στην υπεράσπιση, κρίθηκε αναγκαίο να ζητηθεί η προσθήκη γεγονότων και ισχυρισμών προς υποστήριξη των θέσεων του εναγόμενου, ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Ως έχει επισημανθεί, είναι υποχρέωση κάθε διαδίκου να θέτει με πολλή προσοχή τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου στα δικόγραφα που καταχωρεί και στην παρούσα υπόθεση, εφόσον τα θέματα που επιθυμεί ο αιτητής να εισάξει ήσαν γνωστά σ' αυτόν κατά τον χρόνο καταχώρησης της υπεράσπισης του, υπάρχει αμέλεια, η οποία ωστόσο μπορεί να διορθωθεί σ' αυτό το στάδιο της δίκης. Τα δεδομένα φανερώνουν ότι η μη συμπερίληψη ουσιωδών γεγονότων στην υπεράσπιση δεν μπορεί να αποδοθεί σε κακοπιστία του εναγόμενου, αν και η καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης είναι πρόδηλη, αιτιολογείται όμως λόγω και των προσπαθειών εξώδικης διευθέτησης της υπόθεσης μεταξύ του ενάγοντος και του εναγόμενου, ως διαφαίνεται και στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Όπως και η νομολογία υποδεικνύει, ακόμη και τυχόν αμέλεια ή απροσεξία στη σύνταξη των δικογράφων που δεν οφείλεται σε κακοπιστία των διαδίκων, δεν μπορεί να στερήσει αυτούς από τη δυνατότητα να προβάλλουν ουσιώδεις ισχυρισμούς για την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Και στην παρούσα περίπτωση, όπως λέχθηκε ήδη, δεν μπορεί να αποδοθεί κακοπιστία στον εναγόμενο καθότι θα ήταν αυθαίρετο τέτοιο συμπέρασμα, ενόψει της προεκτεθείσας μαρτυρίας της ενόρκως δηλούσας του αιτητή ως προς το θέμα αυτό και της φύσης των αιτουμένων τροποποιήσεων (βλ. Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1956, στη σελίδα 456). Θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν θα πρέπει να στερηθεί ο εναγόμενος του δικαιώματος να προβάλλει τους ισχυρισμούς του ενώπιον του Δικαστηρίου, δεδομένου μάλιστα ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προτεινόμενη τροποποίηση της υπεράσπισης ο εναγόμενος επικαλείται ουσιώδη πραγματικά γεγονότα και θέματα. Η τροποποίηση που επιζητείται είναι αναγκαία εφόσον με αυτή θα τεθούν γεγονότα που θεμελιώνουν τους ισχυρισμούς του εναγόμενου ενώπιον του Δικαστηρίου, ενόψει του ελλιπούς περιεχομένου της υπάρχουσας υπεράσπισης για τους λόγους που επεξηγήθηκαν και δεν συμφωνώ με τη θέση του ενάγοντος ότι επιχειρείται η εισαγωγή άσχετων ισχυρισμών. Βέβαια, η ουσία και ειδικότερα το βάσιμο των επικαλούμενων γεγονότων και ισχυρισμών, που ως είναι πρόδηλο εξειδικεύουν τη θέση του εναγόμενου, δεν μπορούν να εξεταστούν σ' αυτό το στάδιο και επισημαίνεται ότι ο εναγόμενος έχει το βάρος να αποδείξει τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς του. Η τροποποίηση ζητείται πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η δίκη εκτροχιάζεται αν αυτή επιτραπεί και είναι αναγκαία εφόσον με αυτή θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ουσιώδη και σχετικά με τα επίδικα θέματα, γεγονότα ώστε να επιλυθεί η όλη διαφορά των διαδίκων. Όπως τονίστηκε στην απόφαση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1005, το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στις αιτήσεις τροποποίησης είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης και τελικά ο κρίσιμος παράγων, από τους παράγοντες στους οποίους το Δικαστήριο βασίζει την απόφαση του, είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Όπως λέχθηκε στην απόφαση αυτή, όταν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί τον διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα θέματα τα οποία εγείρει (βλ. και Οργ. Χρηματ. Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1(Β) ΑΑΔ 825). Ως προς τη θέση του καθ' ου η αίτηση ότι η καταχώρηση της αίτησης συνιστά κατάχρηση διαδικασίας, είναι αστήρικτη και κρίνεται ανυπόστατη. Το γεγονός ότι έχουν καταχωρηθεί προγενέστερα δυο αιτήσεις τροποποίησης της υπεράσπισης του εναγόμενου, που απεσύρθησαν με δικαίωμα του να καταχωρήσει νέα αίτηση, δεν μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα κατάχρησης της διαδικασίας. Εφόσον κρίθηκε ότι, παρά την απόσυρση των δυο αιτήσεων, απαιτείτο να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου περαιτέρω θέματα, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την παρούσα αίτηση. Στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. v. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά. (πιο πάνω), όπου η αίτηση τροποποίησης είχε καταχωρηθεί μετά την έναρξη της ακρόασης και ήταν η τρίτη αίτηση που υποβάλλετο για τροποποίηση του ίδιου δικογράφου, κρίθηκε ότι ορθά επιτράπηκαν οι προτεινόμενες τροποποιήσεις εφόσον προέκυψαν από ενδελεχέστερη μελέτη και επιδιώκετο η ορθότερη παρουσίαση των θέσεων των εναγόντων αναφορικά με το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης τους χωρίς να εισάγεται νέα βάση αγωγής ούτε οι εναγόμενοι θα υφίσταντο ζημιά ή αδικία από την τροποποίηση. Στην παρούσα υπόθεση, η προτεινόμενη τροποποίηση αποσκοπεί να προσθέσει γεγονότα και ισχυρισμούς που σχετίζονται με την κατ' ισχυρισμόν του ενάγοντος συνομολόγηση καταπιστεύματος και/ή σύμβασης, την οποία ο εναγόμενος αρνείται, χωρίς να μεταβάλλεται η βάση της υπεράσπισης του εναγόμενου ή να υφίσταται ζημιά ή αδικία ο ενάγων σ' αυτό το στάδιο της δίκης. Συνεπώς, δεν συμφωνώ με τη θέση του καθ' ου η αίτηση ότι επιζητείται αλλαγή της βάσης της υπεράσπισης καθότι, ως προελέχθη, δεν προκύπτει ότι αυτή μεταβάλλεται με τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Εξάλλου σύμφωνα με τη νομολογία όταν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις ακόμη και προσθήκη νέας απαίτησης μπορεί να εγκριθεί μέσα στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1956, στη σελίδα 459, Άννα Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος
(1999)1 ΑΑΔ 11). Δεν μπορεί, επίσης, να θεωρηθεί ότι αν επιτραπεί η τροποποίηση θα προκληθεί ζημιά στον καθ' ου η αίτηση, ως αυτός επικαλείται. Ο καθ' ου η αίτηση-ενάγων μπορεί να καταχωρήσει απάντηση στην υπεράσπιση, ενώ ο αιτητής-εναγόμενος δεν απαλλάσσεται από το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του. Θα έχει ωστόσο την δυνατότητα ο ενάγων να αντεξετάσει τους μάρτυρες του εναγόμενου και δεν μπορεί να προβλεφθεί στο στάδιο αυτό ότι ο καθ' ου η αίτηση θα είναι αδύνατο να αντικρούσει τους εν λόγω ισχυρισμούς. Η οποιαδήποτε βλάβη του καθ' ου η αίτηση κατά συνέπεια μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση εξόδων. Κρίνεται κατ' επέκταση ότι η αίτηση είναι επιτρεπτή και εγκρίνεται ως προς την αιτούμενη τροποποίηση της υπεράσπισης ενόψει της αντίληψης ότι δεν θα προκληθεί αδικία στον καθ' ου η αίτηση και αυτός ικανοποιείται στο στάδιο αυτό με την καταβολή των εξόδων. Δίδονται, συνεπώς, οδηγίες όπως τροποποιημένη Υπεράσπιση του εναγόμενου καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος και να ακολουθήσει εντός 7 ημερών η καταχώρηση Απάντησης στην Υπεράσπιση. Αίτηση εκ μέρους του αιτητή για σύνταξη του διατάγματος να γίνει εντός 2 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα, που περιλαμβάνουν τόσο τα έξοδα της αίτησης καθ' ολοκληρίαν όσο και όσα καθίστανται αναγκαία λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται εναντίον του αιτητή-εναγόμενου και υπέρ του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντος και θα καταβληθούν στο τέλος της υπόθεσης, αφού υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ)............. Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.