← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΗΔΡΑ ΛΤΔ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΕΛΛΑΣ, Αρ. Αίτησης: 190/2014, 11/11/2014

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΗΔΡΑ ΛΤΔ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΕΛΛΑΣ, Αρ. Αίτησης: 190/2014, 11/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A406 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 190/2014 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΗΔΡΑ ΛΤΔ Αιτητών και ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΕΛΛΑΣ Καθ' ης η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 5.3.2014 Ημερομηνία: 11 Νοεμβρίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές: κα Μ. Χλωρακιώτου για Μ. Χλωρακιώτου ΔΕΠΕ Για την καθ' ης η αίτηση: κα Χρ. Ηλιοφώτου για Χριστάκης Ν. Ματθαίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές επιζητούν άδεια του Δικαστηρίου όπως η διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 12.3.2013 εναντίον της καθ' ης η αίτηση καταχωρηθεί και εγγραφεί προς εκτέλεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, πλέον έξοδα. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν τα άρθρα 52 (1-5) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν. 22/85, τα άρθρα 2 και 21 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.47 και Δ.48 θθ1-3 και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας της Χρύσως Ιωάννου, υπαλλήλου των αιτητών, που γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη της δήλωση. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, στις 24.6.2013 η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λήδρα έχει μετατραπεί από εταιρεία απεριόριστης ευθύνης σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και το όνομα της έχει αλλάξει, ως φαίνεται στον τίτλο της υπό κρίση αίτησης, με βάση τα άρθρα 12

(5)και 12 (5Α) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στο ιστορικό έκδοσης και γνωστοποίησης της διαιτητικής απόφασης, πιστό αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο Α και με την οποία επιδικάστηκε, δυνάμει ενυπόθηκου δανείου, υπέρ των αιτητών το ποσό των €354.383,72 ως κεφάλαιο και της υποθήκης με αρ. 21Υ14204/2005, πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 12.3.2013, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, πλέον €150 έξοδα διαιτησίας. Η εν λόγω διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε με ιδιωτική επίδοση στην καθ' ης η αίτηση στις 11.2.2014 (Τεκμήριο Β). Εναντίον της εν λόγω απόφασης δεν ασκήθηκε έφεση εντός 21 ημερών από την γνωστοποίηση της στην καθ' ης η αίτηση και κατέστη τελεσίδικη. Περαιτέρω, η Γενική Αίτηση αρ. 1595/2013, η οποία είχε καταχωρηθεί για εγγραφή της εν λόγω διαιτητικής απόφασης, απερρίφθη άνευ βλάβης εναντίον της καθ' ης η αίτηση στις 30.1.2014. Στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης της καθ' ης η αίτηση, που κατεχωρήθη στις 20.5.2014 και βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, Δ.47 και Δ.48 θθ1-9, στο άρθρο 52
(2)(β) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν. 22/85, στους Θεσμούς 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών και στα άρθρα 9, 14, 16, 20, 21, 24
(3)-
(4)και 30 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, καθώς και στις συμφυείς και αναφαίρετες εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι, ως συνοψίζονται: · η ενόρκως δηλούσα εκ μέρους των αιτητών δεν είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί με λογική βεβαιότητα ως προς τα γεγονότα, δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων στα οποία κάνει αναφορά στην ένορκή της δήλωση, ούτε έχει οποιαδήποτε σχέση με την ετοιμασία, υπογραφή και αποστολή των Τεκμηρίων Α και Β της ένορκής της δήλωσης, · η υπό κρίση αίτηση είναι δικονομικά άκυρη ή/και ανυπόστατη ή/και αβάσιμη, · η επίδικη διαφορά δεν παραπέμφθηκε σε διαιτησία ή/και δεν παραπέμφθηκε νόμιμα σε διαιτησία σύμφωνα με τις πρόνοιες της νομοθεσίας περί Συνεργατικών Εταιρειών και του νόμου περί Διαιτησίας, · ο φερόμενος ως διαιτητής στην υπόθεση δεν διορίσθηκε νόμιμα ή/και έγκυρα ή/και καθόλου για να διεξαγάγει την επίδικη διαιτησία, · ο φερόμενος ως διαιτητής ενήργησε καθ' υπέρβαση των εξουσιών του, ενόσω η καθ' ης η αίτηση ουδέποτε ειδοποιήθηκε νομότυπα για το διορισμό του διαιτητή ή/και για την έναρξη διαδικασίας διαιτησίας ούτε και συμφώνησε ή συγκατατέθηκε για το διορισμό του εν λόγω προσώπου ως διαιτητή, ο οποίος δεν διεξήγαγε στην πραγματικότητα οποιαδήποτε διαιτητική διαδικασία ούτε και άκουσε μαρτυρία σε σχέση με οποιαδήποτε θέματα, · οι αιτητές δεν υφίστανται σήμερα και ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία με αυτούς, · η υπό κρίση αίτηση είναι πρόωρη και/ή αδικαιολόγητη εφόσον δεν επιδόθηκε οποιαδήποτε ειδοποίηση στην καθ' ης η αίτηση και/ή οποιαδήποτε ειδοποίηση τυχόν δόθηκε είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή ανυπόστατη και · η επίδικη απόφαση είναι ασαφής και αόριστη, δεν καθορίζει τον χρόνο εντός του οποίου ούτε και σε ποιόν θα γίνει η πληρωμή, κακώς αναφέρεται σε εναγόμενους 1 και 2 και σε πληρωμή από αυτούς αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα εφόσον δεν υπάρχουν, δεν αναφέρεται το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο στο οποίο είναι εγγεγραμμένη η υποθήκη στην οποία γίνεται αναφορά ούτε και καθορίζεται το προϊόν εκποίησής της. Στην ένορκη της δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την ένσταση, η καθ' ης η αίτηση, αναφέροντας ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που σχετίζονται με την υπό κρίση αίτηση ή λαμβάνοντας συμβουλή από το δικηγόρο της, αγνοεί και αρνείται την ιδιότητα της ενόρκως δηλούσας των αιτητών καθώς και την μετονομασία τους. Αναφορικά με τους λοιπούς ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας των αιτητών, η καθ' ης η αίτηση υποστηρίζει ότι η επίδικη απόφαση δεν είναι έγκυρη και νόμιμη εφόσον εκδόθηκε από τον φερόμενο Λεωνίδα Λεωνίδου, δυνάμει μιας παράνομης και ανυπόστατης διαδικασίας καθότι ουδέποτε έγινε νόμιμη και έγκυρη παραπομπή της διαφοράς των διαδίκων σε διαιτησία. Ούτε της επιδόθηκε ειδοποίηση για την πρόθεση των αιτητών να αρχίσουν διαιτητική διαδικασία εναντίον της και/ή να διορίσουν το εν λόγω πρόσωπο ως διαιτητή, για τον διορισμό του οποίου ουδέποτε ειδοποιήθηκε από τον Έφορο Συνεργατικών Ιδρυμάτων για να τον εγκρίνει ή να εκφέρει γνώμη για την καταλληλότητά του. Λόγω του ότι δεν έχει γίνει νόμιμη παραπομπή σε διαιτησία αλλά και επειδή δεν έγινε οποιαδήποτε διαιτητική διαδικασία ενώπιον του προαναφερθέντος διαιτητή ούτε και προσήχθη μαρτυρία, η όλη διαδικασία της ισχυριζόμενης διαιτησίας είναι ανυπόστατη και/ή άκυρη. Ισχυρίζεται περαιτέρω η καθ' ης η αίτηση ότι ουδέποτε συμβλήθηκε με τους αιτητές ούτε εξουσιοδότησε οποιονδήποτε να την εκπροσωπήσει και δεν κατεχώρησε έφεση εναντίον της κατ' ισχυρισμόν διαιτητικής απόφασης εφόσον αγνοούσε την ύπαρξή της και την προηγηθείσα διαδικασία. Επαναλαμβάνοντας περαιτέρω τους λοιπούς λόγους ένστασης, η ενόρκως δηλούσα ζητά την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης, με έξοδα σε βάρος των αιτητών. Κατά την ακρόαση της αίτησης κατεχωρήθησαν γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των μερών στις οποίες προεβλήθησαν οι εισηγήσεις τους προς υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεων τους, αναφορά στις οποίες θα γίνει στη συνέχεια όπου χρειάζεται. Παρατηρείται αρχικά ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται αναφορά σε απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στη Γενική Αίτηση αρ. 1595/13, μεταξύ Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λήδρα Λτδ και 1. Γεωργίου Κύπρου 2. Γεωργίου Στέλλας, ημερομηνίας 30.1.2014, στην οποία επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου με την αγόρευση της και η κα Χλωρακιώτου, όπου το Δικαστήριο εξέτασε θέμα εγγραφής προς εκτέλεση της επίδικης διαιτητικής απόφασης και εξέδωσε σχετικό διάταγμα εναντίον του Γεωργίου Κύπρου, απορρίπτοντας την αίτηση εκείνη εναντίον της Γεωργίου Στέλλας, δηλαδή της καθ' ης η αίτηση στην παρούσα υπόθεση, λόγω του ότι, εξετάζοντας αυτεπάγγελτα το θέμα, έκρινε ότι δεν είχε γίνει έγκυρη γνωστοποίηση σ' αυτήν της επίδικης διαιτητικής απόφασης. Στην εν λόγω απόφαση είχαν εξεταστεί ταυτόσημοι ισχυρισμοί με αυτούς που η καθ' ης η αίτηση προβάλλει στην παρούσα διαδικασία και απερρίφθησαν. Είναι αξιοσημείωτο ότι η κα Ηλιοφώτου, που ήταν η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση σε εκείνη την αίτηση, δεν αναφέρθηκε κατά την παρούσα διαδικασία στην εν λόγω απόφαση, προβάλλοντας στην παρούσα διαδικασία επιχειρήματα ίδια με εκείνα τα οποία έχουν ήδη αποφασιστεί. Ενόψει των διαπιστώσεων αυτών τίθεται κατά την άποψη μου θέμα δεδικασμένου για όσα έχουν αποφασιστεί για την επίδικη διαιτητική απόφαση από το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση του και τα οποία προβάλλονται εκ νέου στην παρούσα υπόθεση. Ωστόσο, και εφόσον δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά ως προς το κατά πόσον η εν λόγω απόφαση έχει εφεσιβληθεί, το παρόν Δικαστήριο θα εξετάσει τα εγερθέντα θέματα στην παρούσα υπόθεση. Ως προς τη νομική πτυχή, σύμφωνα με το άρθρο 52
(1)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985, Ν. 22/85, ως είχε τροποποιηθεί κατά τον χρόνο έκδοσης της επίδικης διαιτητικής απόφασης (στο εξής «ο Νόμος»), οποιαδήποτε διαφορά που αφορά τις εργασίες συνεργατικής εταιρείας εγγεγραμμένης σύμφωνα με το Νόμο μεταξύ των προσώπων που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (α)-(δ), θα παραπέμπεται από οποιονδήποτε από αυτούς στον Έφορο. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 52 προνοείται η δυνατότητα του Εφόρου να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή να την παραπέμπει προς επίλυση σε διαιτησία που διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας περί διαιτησίας. Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών μπορεί να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο μέσα σε 21 μέρες από την ημερομηνία που του γνωστοποιήθηκε η απόφαση. Σύμφωνα με την παράγραφο 5, που προστέθηκε στο άρθρο αυτό με τον τροποποιητικό Ν. 171(Ι)/2000, αν οποιαδήποτε απόφαση που εκδίδεται βάσει της παραγράφου 2 δεν έχει εφεσιβληθεί στο Δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο 4 ή αν η έφεση εναντίον της εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο σαν να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου. Ως έχει υποδειχθεί στη νομολογία (βλ. Αλεξάνδρου κ.α.
(2007)1(Α) ΑΑΔ 158), η εγγραφή διαιτητικής απόφασης υπέρ Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας στο Επαρχιακό Δικαστήριο για εκτέλεση γινόταν, πριν από την ειδική ρύθμιση την οποία επέφερε ο τροποποιητικός Ν. 171(Ι)/2000, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, όπως ορίζεται στο άρθρο 52
(2)(β) του Νόμου. Όπως δε κρίθηκε στην προγενέστερη νομολογία και ειδικότερα στις υποθέσεις Πιττάκας
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1932 και Τάσου
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1372, η άδεια εκτέλεσης βάσει του άρθρου 21 του Κεφ. 4 θα πρέπει να δίδεται κατόπιν αίτησης διά κλήσεως εφόσον ο καθ' ου η αίτηση έχει δικαίωμα ακροάσεως. Επισημαίνεται ότι στην υπόθεση Πιττάκας (πιο πάνω) λέχθηκε ότι το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να παραχωρήσει άδεια εγγραφής της διαιτητικής απόφασης ως δικαστικής για να εκτελεστεί, για λόγους που ενδεχόμενα κρίνει ως ορθούς ή που δυνατό να προβληθούν από το άτομο εναντίον του οποίου εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση, με την υπόδειξη ότι στο άρθρο 20 του Κεφ. 4 προβλέπονται περιπτώσεις που όταν διαπιστωθούν, το Δικαστήριο παραμερίζει τη διαιτητική απόφαση και δεν αποκλείεται να γίνει τέτοια εισήγηση στην αίτηση για εγγραφή της απόφασης βάσει του άρθρου
  1. Αναφορικά με τη διαδικασία εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης εκδοθείσας δυνάμει του Νόμου, στην πρόσφατη απόφαση Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, Πολ. Έφ. Αρ. 357/2008, ημερομηνίας 11.4.2012, λέχθηκαν τα εξής σημαντικά: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Στην πιο πρόσφατη απόφαση Χριστοφή ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών, ECLI:CY:AD:2014:A413, Πολ. Έφ. Αρ. 87/11, ημερομηνίας 20.6.2014, υπεδείχθη ότι κατά την εξέταση της αίτησης για εγγραφή διαιτητικής απόφασης το πρωτόδικο Δικαστήριο «..όφειλε μόνο να διαπιστώσει κατά πόσο αυτή επιδόθηκε, ότι η απόφαση έφερε τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα.» Στην υπό κρίση αίτηση τα ουσιώδη γεγονότα που ενδιαφέρουν, όπως προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση, ενόψει και των εισηγήσεων των συνηγόρων των μερών, είναι ότι εκδόθηκε η επίδικη διαιτητική απόφαση στις 12.3.2013, με περιεχόμενο ως εμφαίνεται στο Τεκμήριο Α, η οποία δεν εφεσιβλήθηκε. Από το περιεχόμενο της εν λόγω διαιτητικής απόφασης (Τεκμήριο Α) προκύπτει ότι επιδόθηκε ειδοποίηση στους πρωτοφειλέτες αναφορικά με την ακρόαση της διαιτησίας και στην ακρόαση παρουσιάσθηκε ο Γεωργίου Κύπρος, ο οποίος παραδέχθηκε/ανεγνώρισε την απαίτηση των αιτητών. Η καθ' ης η αίτηση, μέσα στα πλαίσια άρνησης όλων των ισχυρισμών των αιτητών, αρνείται ότι έλαβε γνώση του γεγονότος ότι θα διεξαχθεί διαιτησία, υποστηρίζοντας ότι συνεπεία αυτού δεν παρέστη κατά την ακρόαση της. Είναι αναμφισβήτητο ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση εκδόθηκε στην απουσία της καθ' ης η αίτηση, όπως και ότι αυτή δεν εφεσίβαλε την επίδικη διαιτητική απόφαση σε οποιοδήποτε στάδιο μέχρι σήμερα, παρά το ότι προφανώς πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της τουλάχιστον κατά την καταχώρηση της Γενικής Αίτησης αρ. 1595/13, μεταξύ Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λήδρα Λτδ και
  2. Γεωργίου Κύπρου
  3. Γεωργίου Στέλλας, στην οποία όπως προαναφέρθηκε εκδόθηκε δικαστική απόφαση στις 30.1.
  4. Η καθ' ης η αίτηση ισχυρίστηκε και πάλι στην παρούσα διαδικασία ότι δεν της γνωστοποιήθηκε η επίδικη διαιτητική απόφαση, παρά το ότι, ως ισχυρίζονται οι αιτητές, της γνωστοποιήθηκε μεταγενέστερα προσωπικά η διαιτητική απόφαση στις 11.2.2014, όπως προβάλλει από το Τεκμήριο Β. Είναι πρόδηλο ότι η συμπεριφορά της καθ' ης η αίτηση καταδεικνύει τόσο την αναλήθεια του ισχυρισμού της ότι δεν έλαβε γνώση της επίδικης διαιτητικής απόφασης όσο και την καταχρηστική προβολή του ισχυρισμού αυτού ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Η πιο πάνω διαπίστωση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι και ο ισχυρισμός της καθ' ης η αίτηση ότι δεν γνώριζε για την διεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Αντίθετα συνάγεται ότι η καθ' ης η αίτηση, κατόπιν δικής της επιλογής δεν παρουσιάσθηκε, αν και είχε ειδοποιηθεί, ως προβάλλει από το Τεκμήριο Α, κατά την ακροαματική διαδικασία της διαιτησίας, όπου θα είχε κάθε ευκαιρία να προβάλλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς της ως προς το πρόσωπο του διαιτητή ή την τηρηθείσα διαδικασία, έχοντας και τη δυνατότητα να εφεσιβάλει την διαιτητική απόφαση (βλ. και Σωτηρούλλα Κωνσταντινίδου
(1995)1 ΑΑΔ 827). Όπως λέχθηκε στην απόφαση Κούλλουρου v. ΣΠΕ Αθηαίνου
(2005)1(Β) ΑΑΔ 987, η οποία αφορούσε έφεση δυνάμει του άρθρου 52
(4)του Νόμου εναντίον διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία της εφεσείουσας, οι οποιεσδήποτε θέσεις προσώπου αδικημένου από την απόφαση διαιτητή είναι ορθό να τίθενται ενώπιον του διαιτητή πριν την έκδοση της διαιτητικής απόφασης και όχι να προβάλλονται σε έφεση εναντίον της διαιτητικής απόφασης για πρώτη φορά, παρόλο που εξετάστηκαν οι ισχυρισμοί της εφεσείουσας στην υπόθεση εκείνη τόσο από το πρωτόδικο Δικαστήριο όσο και κατ' έφεση και κρίθηκαν ανυπόστατοι. Πέραν του ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, οι ισχυρισμοί που αφορούν την εγκυρότητα της διεξαχθείσας διαιτητικής διαδικασίας θα πρέπει να εγείρονται μέσα στα πλαίσια αυτής αλλά και δεδομένου ότι στο άρθρο 52
(5)του Νόμου ρητά προνοείται ότι η μη προσβολή της διαιτητικής απόφασης με έφεση οδηγεί στο να θεωρείται αυτή τελική, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης, οι ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση περί μη νόμιμης διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας σε συνάρτηση με τη νομιμότητα του διορισμού του διαιτητή και κατ' επέκταση περί ανυπόστατης διαιτητικής απόφασης, ως θέματα ουσίας, δεν είναι επιτρεπτό να εξεταστούν στο παρόν στάδιο, καθότι εκφεύγουν του δικαιοδοτικού πλαισίου της διαδικασίας (βλ. και Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς (πιο πάνω) και Χριστοφή ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών (πιο πάνω)). Παρά ταύτα παρατηρείται ότι, όπως ορθά εισηγήθηκε η κα Χλωρακιώτου, ο διορισμός του διαιτητή έγινε από τον Έφορο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, ως πιο πάνω παρατέθηκε, χωρίς να παρέχεται στα μέρη δικαίωμα επιλογής του διαιτητή. Οι αντίθετες εισηγήσεις της κας Ηλιοφώτου, ακόμη και αν θα μπορούσε να εγερθεί στο παρόν στάδιο ο «θεμελιακός», όπως τον χαρακτηρίζει, ισχυρισμός περί ανυπόστατης και άκυρης διαδικασίας, δεν ευσταθούν. Περαιτέρω, αποτελεί εισήγηση της συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση, με αναφορά σε νομολογία, ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση δεν φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά έγκυρης διαιτητικής απόφασης επειδή η απόφαση είναι αόριστη και ασαφής εφόσον δεν καθορίζει τον χρόνο εντός του οποίου, ούτε και σε ποιόν, θα γίνει η πληρωμή, κακώς αναφέρεται σε εναγόμενους 1 και 2 και σε πληρωμή από αυτούς αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα εφόσον δεν υπάρχουν εναγόμενοι, δεν αναφέρεται το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο στο οποίο είναι εγγεγραμμένη η υποθήκη στην οποία γίνεται αναφορά ούτε και καθορίζεται το προϊόν εκποίησής της. Για σκοπούς εξέτασης της εισήγησης αυτής, επισημαίνεται ότι στην επίδικη διαιτητική απόφαση, αφού γίνεται αναφορά στα μέρη της διαφοράς και στις απαιτήσεις των αιτητών εναντίον του Γεωργίου Κύπρου και της καθ' ης η αίτηση, με τον πρώτο να είναι παρών και να παραδέχεται την απαίτηση, καταγράφεται το διατακτικό της ως ακολούθως: « ΑΠΟΦΑΣΗ Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, καθώς και τα ενώπιον μου παρουσιασθέντα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία έχουν μονογραφηθεί, αποφασίζω όπως: (α) Το πιο πάνω ποσό και οι τόκοι του πληρωθούν, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα από τους εναγόμενους 1 και 2 και το προϊόν εκποίησης της Υποθήκης με αρ. 21 Υ14204/2005, ως η πιο πάνω απαίτηση της ενάγουσας εταιρείας. (β) Έξοδα ποσού €150,00 πληρωθούν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα από τους ίδιους (ως η παράγραφος (α)).» Στην υπόθεση Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1895, την οποία επικαλέστηκε η συνήγορος της καθ' ης η αίτηση, επισημάνθηκε ότι το λεκτικό του άρθρου 21 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, είναι το ίδιο με αυτό του άρθρου 26
(1)του Αγγλικού ομώνυμου Νόμου του 1950 και σύμφωνα με το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 2, παραγ. 713 «το Δικαστήριο θα χορηγήσει άδεια για την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εκτός αν υπάρχει πραγματικός λόγος αμφισβήτησης της εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης ή εκτός αν η διαιτητική απόφαση δεν είναι σε τύπο που μπορεί να εκτελεσθεί ως απόφαση». Η αναγκαιότητα να είναι αναμφίβολη και να καθορίζονται με βεβαιότητα όσα διατάσσονται στη διαιτητική απόφαση προβάλλει από τα Αγγλικά συγγράμματα και τη νομολογία, ως επικαλέσθηκε η συνήγορος της καθ' ης η αίτηση. Στο σύγγραμμα Russell on Arbitration, 20η έκδοση, σελ. 314, υπό τον τίτλο «Award must be certain» αναφέρονται τα ακόλουθα: "An award ought to be certain, so that no reasonable doubt can arise upon the face of it as to the arbitrator's meaning, or as to the nature and extent of the duties imposed by it on the parties. If the arbitrator directs one party to pay money, or to execute a release to the other, the award is sufficiently certain, though it mentions no time;" (βλ. και σελ. 232 στη 16η έκδοση του ίδιου συγγράμματος). Συμφωνώ επί του προκειμένου με το σκεπτικό της προαναφερθείσας απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στη Γενική Αίτηση αρ. 1595/13, μεταξύ Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λήδρα Λτδ και 1. Γεωργίου Κύπρου 2. Γεωργίου Στέλλας, ημερομηνίας 30.1.2014 (η οποία βεβαίως δεν είναι δεσμευτική), όπου επισημαίνεται ότι ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 2, παρ. 96 σελ. 43, δεν υπάρχει καθορισμένος τύπος προαπαιτούμενος για την εγκυρότητα μιας διαιτητικής απόφασης, η οποία μπορεί να διατυπωθεί σε γλώσσα ανάλογη με την κρίση του διαιτητή, νοουμένου ότι είναι σαφής. Αναφέρεται, επίσης, η απόφαση Margulies Brothers Ltd ν. Dafnis Thomaides & Co (UK) Ltd
(1958)1 All ER 777, όπου παραπέμφθηκε η απόφαση στο διαιτητή ώστε να υπολογισθεί το ποσό που επιδικάσθηκε να πληρωθεί, το οποίο δεν είχε εξειδικευθεί με ακρίβεια αλλά γινόταν παραπομπή σε συγκεκριμένη μέθοδο υπολογισμού, καθώς και η απόφαση Middlemiss & Gould (a firm) v. Hartlepool Corporation
(1973)1 All ER 172, όπου κρίθηκε ότι η μη εφεσιβληθείσα διαιτητική απόφαση είναι τελική, έγκυρη και δεσμευτική. Υιοθετώ και τη θέση του αδελφού Δικαστή ότι από την Αγγλική νομολογία πηγάζει η τάση ερμηνείας των διαιτητικών αποφάσεων με φιλελεύθερο τρόπο ώστε ακόμα κι αν το νόημά τους δεν είναι απόλυτα σαφές, να είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να κρίνει ότι συνάγεται από τη διατύπωσή τους, λόγω του τεκμηρίου εγκυρότητας της διαιτητικής απόφασης (βλ. την απόφαση Middlemiss & Gould (a firm) v. Hartlepool Corporation (πιο πάνω) και σύγγραμμα Russell on Arbitration, 16η έκδοση, σελ. 224), συμφωνώντας και με τις παρατηρήσεις του ως προς την ανάγκη μελέτης του τρόπου διατύπωσης τέτοιων αποφάσεων εκ μέρους των διαιτητών ώστε να μην αφήνονται κενά ή να δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς την τελική κρίση τους. Στην παρούσα υπόθεση, έχοντας κατά νου τους λόγους αμφισβήτησης της εγκυρότητας της επίδικης διαιτητικής απόφασης σύμφωνα με την εισήγηση της συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση και παρόλο ότι η συνολική διατύπωσή της δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απόλυτα ορθή νομικά, δεν μπορώ να δεχθώ ότι ο τρόπος διατύπωσης της καθιστά την διαιτητική απόφαση αόριστη και ασαφή επηρεάζοντας την εγκυρότητα της, ώστε να μην είναι δυνατή η εγγραφή της για σκοπούς εκτέλεσης. Αυτό που προβάλλει από το σύνολο της διαιτητικής απόφασης είναι ότι δυνάμει του ενυπόθηκου δανείου με αρ. 7219351-1 επιδικάζεται υπέρ των αιτητών και εναντίον των δυο πρωτοφειλετών συγκεκριμένο ποσό, ύψους €354.383,72 ως κεφάλαιο, πλέον τόκο προς 9% ετησίως από τις 12.3.2013 μέχρις εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους, πλέον €150 έξοδα διαιτησίας, πληρωτέα, τόσο το επιδικασθέν ποσό όσο και τα έξοδα, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα από τους δυο οφειλέτες και το προϊόν εκποίησης της Υποθήκης με αρ. 21 Υ14204/2005. Η αναφορά του διαιτητή σε ενάγουσα εταιρεία και εναγόμενους 1 και 2, παρότι λανθασμένη, δεν δημιουργεί οποιαδήποτε αμφιβολία σε ποιους αναφέρεται και αφορά προφανώς τους αιτητές και τους οφειλέτες αντίστοιχα. Ούτε ο καθορισμός χρόνου εντός του οποίου θα έπρεπε να εξοφληθεί το επιδικασθέν ποσό ήταν αναγκαίος, εφόσον προφανώς διετάχθη ότι το ποσό έπρεπε να καταβληθεί άμεσα με τόκο επ' αυτού από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Όσον αφορά την πρόνοια πληρωμής του επιδικασθέντος ποσού και από το προϊόν εκποίησης της υποθήκης, αν και θα έπρεπε να είχε διαταχθεί η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με δημόσιο πλειστηριασμό και η πίστωση του προϊόντος πωλήσεως προς εξόφληση του επίδικου χρέους, δεν αφήνεται οποιαδήποτε αμφιβολία ότι αυτό εννοούσε ο διαιτητής όταν εξέδωσε την επίδικη διαιτητική απόφαση. Αναφορικά δε με τον ισχυρισμό της καθ' ης η αίτηση περί ανυπαρξίας των αιτητών, συμφωνώ απόλυτα με την κρίση του αδελφού Δικαστή στην προαναφερθείσα απόφαση ημερομηνίας 30.1.2014 ότι, πέραν του ότι από το συνημμένο στην αίτηση Πιστοποιητικό, όπου εμφαίνεται η εγγραφή των αιτητών ως Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας βάσει της νομοθεσίας με το όνομα τους από τις 24.6.2013 να έχει αλλάξει ως αναγράφεται στον τίτλο της παρούσας αίτησης, η αμφισβήτηση της ύπαρξης ως νομικής οντότητας των αιτητών δεν είναι επιτρεπτό να γίνεται μέσω των ισχυρισμών της ένστασης, εφόσον, σύμφωνα με τη νομολογία, το ορθό δικονομικό διάβημα θα ήταν η αίτηση διαγραφής της αίτησης (βλ. The Annual Practice, 1958, σελ. 574 και 575 και Lioufis and Co. Ltd ν. Ανδρονίκου κ.α.
(1996)1(Β) ΑΑΔ 773). Ενόψει των προαναφερθέντων, η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης για την καθ' ης η αίτηση, με έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, υπέρ των αιτητών και εναντίον της καθ' ης η αίτηση. (Υπ.) .......... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.