← Κύπρος

SHIPSHORE (CYPRUS) LTD ν. Vineland Development Ltd, Αρ. Αγωγής: 1765/2008, 19/11/2014

SHIPSHORE (CYPRUS) LTD ν. Vineland Development Ltd, Αρ. Αγωγής: 1765/2008, 19/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A415 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1765/2008 Μεταξύ: SHIPSHORE (CYPRUS) LTD Ενάγουσας και Vineland Development Ltd Εναγομένης --------------------- Αίτηση ημερ. 10.9.2014 για προσαγωγή απαντητικής/αντικρουστικής μαρτυρίας Ημερομηνία: 19 Νοεμβρίου, 2014 Για την ενάγουσα - αιτήτρια : κ. Α. Κυριάκου Για την εναγομένη - καθ' ης η αίτηση : κ. Θ. Θωμά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της πλευράς της εναγομένης, η πλευρά της ενάγουσας καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά Διάταγμα με το οποίο να επιτραπεί στην ενάγουσα η προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας. Συνοπτικά αναφέρω ότι η αγωγή αφορά απαίτηση της ενάγουσας για €9.182,70 πλέον τόκοι για προσφερθείσες υπηρεσίες και/ή δυνάμει συμφωνίας και/ή τιμολογίου και/ή κατάστασης λογαριασμού, σε σχέση με την προμήθεια και εγκατάσταση ενός συστήματος επεξεργασίας λυμάτων σε βιολογικό σταθμό ιδιοκτησίας της εναγομένης στο Πισσούρι, βάσει συμφωνίας ημερ. 2.9.2005. Η δε εναγομένη έχει ανταπαίτηση για €1.700 για μη εκτέλεση και παράδοση του έργου κατά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία, για €9.401 ως ποσό που πληρώθηκε σε τρίτο πρόσωπο για την αποπεράτωση του βιολογικού σταθμού και για αποζημιώσεις για αθέτηση συμφωνίας. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, ακούστηκαν τρεις μάρτυρες για την πλευρά της ενάγουσας και ένας μάρτυρας για την εναγομένη. Στις 8.7.2014 που ήταν ορισμένη η υπόθεση για να ακουστεί δεύτερος μάρτυρας της εναγομένης, ο ευπαίδευτος συνήγορός της ανέφερε ότι αρχικά είχε πρόθεση να καλέσει τον κ. Πανίκο Μάρκου, με τον οποίο είχε ήδη ετοιμάσει γραπτή δήλωση, πλην όμως στη συνέχεια το εν λόγω πρόσωπο προτίμησε να μην εμπλακεί στη διαφορά των διαδίκων καθότι πρόκειται για συναδέλφους του. Συνεπώς, ο ευπαίδευτος συνήγορος δήλωσε ότι δεν θα προσκομιστεί άλλη μαρτυρία για την εναγομένη. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας δήλωσε ότι εν όψει αυτής της εξέλιξης, είχε πρόθεση να καταχωρίσει αίτηση για να του δοθεί άδεια για προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας. Η υπόθεση ορίστηκε 23.9.2014 για τελικές αγορεύσεις, με οδηγίες, όμως, όπως η ενδιάμεση αίτηση της ενάγουσας καταχωριστεί ενωρίτερα, έτσι ώστε σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης και παροχής άδειας για προσαγωγή μαρτυρίας, οι αγορεύσεις να μετατεθούν σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Στις 10.9.2014 η ενάγουσα καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση, η οποία στηρίζεται στη Δ.48 θ. 1-4 και 8, Δ.33 θ. 7(ii)(β), στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ε.Σ.Α.Δ., στη σχετική νομολογία, στον φάκελο της δικογραφίας, στα όσα έχουν προσαχθεί από τις δύο πλευρές ως μαρτυρία κατά την ακρόαση της υπόθεσης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Κώστα Σωτηρίου, διευθυντή της ενάγουσας, ο οποίος αναφέρει ότι ο Μάρτυρας Υπεράσπισης 1 κ. Φίλιππος Φιλίππου κατέθεσε ως Τεκμήριο 13 μια συμφωνία ημερ. 27.3.2007 μεταξύ της εναγομένης και κάποιου Πανίκου Μάρκου, η οποία δεν δικογραφείται. Ο ενόρκως δηλών προβάλλει τη θέση ότι η εν λόγω συμφωνία κατασκευάστηκε εκ των υστέρων για να δικαιολογήσει την παραδοχή της εναγομένης όπως φαίνεται στην επιστολή της ημερ. 17.5.2007 προς την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού η οποία κατατέθηκε από τον Μάρτυρα Ενάγουσας 3 ως Τεκμήριο 6 ότι όλα τα μηχανήματα είχαν εγκατασταθεί στο Βιολογικό Σταθμό. Θεωρεί ότι η εναγομένη παρουσίασε την συμφωνία Τεκμήριο 13 με στόχο να δικαιολογήσει ότι τα μηχανήματα εγκαταστάθηκαν όχι από την ενάγουσα αλλά από τον Πανίκο Μάρκου. Προέκυψε επιπλέον από τη μαρτυρία του Μ.Υ. 1 ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ενάγουσα αποχώρησε από το χώρο εργασιών του Βιολογικού Σταθμού περί τον Σεπτέμβριο του 2005, ενώ παράλληλα επικαλείται πρόσληψη του Μάρκου για δήθεν ολοκλήρωση των εργασιών μετά από 18 μήνες. Επισημαίνει περαιτέρω ότι οι θέσεις που αφορούν την αποχώρηση της ενάγουσας από τον Σεπτέμβριο του 2005 και τη συνομολόγηση της συμφωνίας Τεκμήριο 13 δεν υποβλήθηκαν στους μάρτυρες της ενάγουσας κατά την αντεξέτασή τους. Συνεπώς, ζητά άδεια να καταθέσει εκ νέου ο Μ.Ε. 1 διευθυντής της ενάγουσας, για να παρουσιαστούν τεκμήρια με τα οποία το Δικαστήριο θα μπορεί να καταλήξει σε πιο ολοκληρωμένα ευρήματα, όπως φωτογραφίες που έλαβε ο ίδιος και επιστολή προς την εναγομένη με σκοπό την απόδειξη ότι η ενάγουσα βρισκόταν στον χώρο μέχρι και τον Απρίλιο του 2007. Περαιτέρω, ζητά άδεια να κλητευθεί ως μάρτυρας ο Πανίκος Μάρκου για να καταθέσει σε σχέση με τη συμφωνία Τεκμήριο 13. Θεωρεί ότι η εναγομένη παρουσίασε μαρτυρία η οποία δεν μπορούσε να προβλεφθεί εκ των προτέρων και συνεπώς θα πρέπει να δοθεί άδεια για επανακλήτευση του Μ.Ε. 1 και κλήτευση του Πανίκου Μάρκου. Η ένσταση της εναγομένης καταχωρίστηκε στις 10.10.2014, με νομική βάση όμοια με αυτή της αίτησης. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: 1. Η αίτηση για προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας υποβλήθηκε καθυστερημένα, ήτοι μετά που έκλεισε την υπόθεσή της η εναγομένη και μετά που το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για αγορεύσεις. 2. Η μαρτυρία που θέλει να παρουσιάσει η ενάγουσα είναι για να πλήξει την αξιοπιστία του ΜΥ1. 3. Εάν επιτραπεί η αίτηση τότε παραβιάζεται το άρθρο 30.3(γ) του Συντάγματος. 4. Η μαρτυρία του ΜΥ1 δόθηκε στα πλαίσια των ισχυρισμών της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της εναγομένης. Η θέση της εναγομένης ότι είχαν αναθέσει εργασίες σε τρίτο πρόσωπο, είναι δικογραφημένη και σε αυτή τη βάση κατατέθηκε το Τεκμήριο 13. 5. Σκοπός της αίτησης είναι να παραπλανήσει και να επηρεάσει το Δικαστήριο προς όφελος της ενάγουσας. 6. Η ενάγουσα δεν καταλήφθηκε εξ απροόπτου ούτε παραπλανήθηκε. 7. Η αίτηση έγινε με απώτερο σκοπό να επιτραπεί στην ενάγουσα να προσθέσει μαρτυρία, να εισαγάγει ισχυρισμούς και θέσεις, που παρέλειψε και ή αμέλησε να υποβάλει κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 ή και κατά την παρουσίαση της υπόθεσης της, που είχε την ευκαιρία. 8. Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή τείνει στην καθυστέρηση της υπόθεσης. 9. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος με το οποίο να επιτρέπεται στην ενάγουσα να προσαγάγει αντικρουστική μαρτυρία. 10. Η αίτηση αποτελεί μια προσπάθεια να επιτραπεί εκ των υστέρων στην ενάγουσα να καλύψει κενά στη μαρτυρία της τα οποία ανακάλυψε και/ή πιστεύει ότι υπάρχουν μετά το τέλος της παράθεσης της μαρτυρίας εκ μέρους της Υπεράσπισης. 11. Τυχόν έγκριση της αίτησης θα βλάψει ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα της εναγομένης. 12. Δεν είναι δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. 13. Η παρούσα αίτηση στερείται καλής ή/και νομίμου βάσης ή/και είναι πραγματικά ή/και νομικά αστήρικτη ή/και αβάσιμη ή/και ανεδαφική ή/και είναι παράτυπη ή/και αντικανονική ή/και απαράδεκτη. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Φίλιππου Φιλίππου, διευθυντή της εναγομένης, ο οποίος απορρίπτει τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και θεωρεί ότι προβάλλονται σε μια προσπάθεια της ενάγουσας να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να επιτύχει η αίτηση. Όσον αφορά τη θέση ότι η συμφωνία Τεκμήριο 13 δεν ήταν δικογραφημένη, ο κ. Φιλίππου αναφέρει ότι είναι δικογραφημένο ότι η εναγομένη αναγκάσθηκε να αναθέσει εργασίες σε τρίτο πρόσωπο και ότι ο ίδιος ως Μ.Υ. 1 κατέθεσε το Τεκμήριο 13 σε αυτά τα πλαίσια, ενώ η πλευρά της ενάγουσας είχε το δικαίωμα να φέρει ένσταση στην κατάθεσή του αλλά και να τον αντεξετάσει σε σχέση με το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου και να του υποβάλουν όποια θέση ήθελαν. Η όποια παράλειψή της να το πράξει δεν της δίδει δικαίωμα να επανέλθει στο ζήτημα για να προβάλει νέους ισχυρισμούς με σκοπό να πλήξει την αξιοπιστία του Μ.Υ. 1. Αναφέρει επιπλέον ότι η αίτηση υποβλήθηκε καθυστερημένα, αφότου η αγωγή ορίστηκε για τελικές αγορεύσεις. Θεωρεί ότι η ενάγουσα σε καμία περίπτωση δεν βρέθηκε εξ απροόπτου και ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί στην ενάγουσα να εισαγάγει νέα μαρτυρία, νέους ισχυρισμούς και νέα τεκμήρια, για να καλύψει κενά στη δική της μαρτυρία ή παραλείψεις στην αντεξέταση του Μ.Υ. 1, ή για να ενισχύσει την υπόθεσή της με νέα ή επιπρόσθετα στοιχεία. Προβάλλει επίσης τη θέση ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα παραβιάζει το άρθρο 30 του Συντάγματος και θα βλάψει ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα της εναγομένης. Η καταχώριση της αίτησης έγινε καταχρηστικά και κακόπιστα για να καθυστερήσει τη διαδικασία και για να διορθώσει η ενάγουσα λάθη και παραλείψεις στη μαρτυρία της ή στην αντεξέταση του Μ.Υ. 1. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η Διαταγή 33 θ. 7 οργανώνει τη δομή και τη ροή της πολιτικής δίκης, καθορίζοντας τη σειρά με την οποία οι διάδικοι θα καλέσουν μαρτυρία και στη συνέχεια θα αγορεύσουν. Ο θ. 7 (
  2. ii)(β) της Διαταγής 33 προνοεί ότι μετά τη μαρτυρία των δύο πλευρών, ο ενάγων μπορεί να προσαγάγει μαρτυρία σε απάντηση της μαρτυρίας του εναγομένου μόνο κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου. Προς τούτο, θα πρέπει να ζητήσει άδεια αμέσως μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του εναγομένου, και εάν δοθεί τέτοια άδεια, τότε η τελική αγόρευση του εναγομένου θα πρέπει να μετατεθεί αμέσως μετά που θα ακουστεί η μαρτυρία προς απάντηση (evidence in reply). Στην προκειμένη περίπτωση, η πλευρά της ενάγουσας ζήτησε άδεια για προσαγωγή απαντητικής μαρτυρίας ευθύς μόλις δήλωσε η πλευρά της εναγομένης ότι είχε ολοκληρωθεί η δική της μαρτυρία. Εφόσον η πλευρά της εναγομένης δήλωσε ότι θα είχε ένσταση σε τέτοιο αίτημα, η πλευρά της ενάγουσας δήλωσε ότι θα καταχωρούσε γραπτώς το αίτημά της. Στη συνέχεια, η ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης για τελικές αγορεύσεις μετατέθηκε έτσι ώστε να εκδικαστεί πρώτα η υπό κρίση αίτηση. Συνεπώς, θεωρώ ότι δεν τίθεται θέμα καθυστέρησης της πλευράς της ενάγουσας στην υποβολή του επίδικου αιτήματος, εφόσον έγινε στον χρόνο που προστάζει η Διαταγή 33 θ. 7. Στη Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd ν. Του Πλοίου Lipa

(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1976, λέχθηκε ότι η Διαταγή 33 θ. 7 (ii) (β) «προβλέπει για την εξαιρετική περίπτωση που το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει μαρτυρία εκ μέρους του ενάγοντα για να αντικρούσει μαρτυρία του εναγομένου μετά την περάτωση της υπόθεσης του τελευταίου. Είναι η μαρτυρία που είναι γνωστή στο Αγγλικό δίκαιο με τη φράση evidence in rebuttal». Στην υπόθεση Tsiartas a.o. v. Taliotis
(1989)1.C.L.R 216 έγινε ανασκόπηση της σχετικής Αγγλικής νομολογίας και επισημάνθηκε ότι η προσκόμιση απαντητικής ή αντικρουστικής μαρτυρίας από ενάγοντα σε πολιτικές υποθέσεις ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και επιτρέπεται συνήθως εκεί όπου σκοπείται η απάντηση σε μαρτυρία που προσήγαγε ο εναγόμενος προς στήριξη ενός ζητήματος η απόδειξη του οποίου τον βάρυνε, ή όπου ο ενάγων καταλαμβάνεται εξ απροόπτου. Στην εν λόγω απόφαση, υιοθετήθηκε η πιο κάτω σύνοψη των σχετικών αρχών από το σύγγραμμα Phipson on Evidence, 13η έκδοση, παραγ. 33-92: "33-92 Evidence in reply, whether oral or by affidavit, must as a general rule, be strictly confined to rebutting the defendant's case, and must not merely confirm that of the plaintiff. ........... With the judge's leave, rebutting evidence may be called by the plaintiff in answer to evidence of the defendant in support of an issue, the proof of which lay upon him. The discretion may still be exercised in the plaintiff's favour where the nature of the defence became apparent during cross-examination of his own witnesses. The judge, however, has a discretion to admit further evidence either for his own satisfaction or where the interests of justice require it, and confirmatory evidence in rebuttal will generally be allowed when the party tendering it has been misled or taken by surprise." Σε μετάφραση: «33-93 Απαντητική μαρτυρία, είτε αυτή είναι προφορική ή με ένορκη δήλωση, πρέπει κατά γενικό κανόνα να περιορίζεται αυστηρά στο να αντικρούει την υπόθεση το εναγομένου και δεν πρέπει απλώς να επιβεβαιώνει την υπόθεση του ενάγοντα .......... Με την άδεια του δικαστηρίου μπορεί να δοθεί αντικρουστική μαρτυρία από τον ενάγοντα σε απάντηση της μαρτυρίας του εναγομένου προς υποστήριξη επίδικου θέματος η απόδειξη του οποίου εβάρυνε τον ίδιο. Η διακριτική ευχέρεια μπορεί ακόμη να ασκηθεί υπέρ του ενάγοντα όπου η φύση της υπεράσπισης έχει αποκαλυφθεί κατά την αντεξέταση των δικών του μαρτύρων. Ο Δικαστής έχει διακριτική ευχέρεια να δεχθεί περαιτέρω μαρτυρία είτε για την δική του ικανοποίηση ή όπου αυτό απαιτείται από το συμφέρον της δικαιοσύνης -και επιβεβαιωτική αντικρουστική μαρτυρία γενικώς θα γίνεται επιτρεπτή όπου ο διάδικος που την προσφέρει έχει παραπλανηθεί ή έχει καταληφθεί εξ απροόπτου.» Στην Αττεσλή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 231/2009 ημερ. 25 Οκτωβρίου, 2013 αναφέρθηκε ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου διέπεται από τις ακόλουθες αρχές: Η απαντητική μαρτυρία πρέπει, κατά γενικό κανόνα, να περιορίζεται αυστηρά στο να αντικρούει την υπόθεση της αντίδικης πλευράς και δεν πρέπει απλώς να επιβεβαιώνει την υπόθεση του διαδίκου που την παρουσιάζει. Με την άδεια του Δικαστηρίου μπορεί να δοθεί αντικρουστική μαρτυρία από Ενάγοντα σε απάντηση της μαρτυρίας Εναγομένου προς υποστήριξη επίδικου θέματος, η απόδειξη του οποίου βάρυνε τον ίδιο. Η διακριτική ευχέρεια μπορεί ακόμη να ασκηθεί υπέρ του Ενάγοντα, όπου η φύση της υπεράσπισης έχει αποκαλυφθεί κατά την αντεξέταση των δικών του μαρτύρων. Γενικά, αντικρουστική μαρτυρία είναι επιτρεπτή προκειμένου να αποτραπεί μια πιθανή αδικία, όπου ο διάδικος που την προσφέρει έχει παραπλανηθεί ή έχει καταληφθεί εξ απροόπτου. Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Odger's Principles of Pleading and Practice, 22η έκδοση, αναφέρονται τα εξής σχετικά στη σελίδα 298: «In some cases, at the close of the defendant's case, the plaintiff may be allowed to call further evidence to answer an affirmative case raised by the defendant. Thus, if the defendant has pleaded an excuse or justification for his conduct, the plaintiff may, if he chooses, deal with this defence and call evidence to rebut the justification in the first instance; or he may, at the judge's discretion, be allowed to confine his original case to proving what the defendant did, and, when a prima facie defence has been established, to deal with it in his reply. But the plaintiff cannot, in the absence of special circumstances, call some evidence to rebut the justification in the first instance, and more afterwards in reply, thus dividing his proof». Όσον αφορά την επανακλήτευση μάρτυρα (εφόσον μέρος του αιτήματος είναι να επανακλητευτεί ο Μ.Ε. 1 για να καταθέσει απαντητική μαρτυρία), σημειώνω ότι το θέμα επανακλήτευσης μαρτύρων εξετάστηκε στην υπόθεση Savoullas v. Loucas
(1979)1 C.L.R. 336 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην Αγγλική απόφαση R. v. Sullivan [1923] 1 K.B. 47, αποφάσισε ότι ο Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν αιτήματος ενός διαδίκου στη διαδικασία να επανακλητεύσει μάρτυρα για περαιτέρω εξέταση ή αντεξέταση. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης του διαδίκου, όμως, αυτό θα επιτραπεί μόνο κάτω από εξαιρετικές περιστάσεις («under special circumstances». Στην υπόθεση R. v. Sullivan, πιο πάνω, τονίστηκε ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να επανακαλεί μάρτυρες κατά τρόπο και υπό συνθήκες παρόμοιες με εκείνες σε περιπτώσεις που επιτρέπεται η λήψη αντικρουστικής ή απαντητικής μαρτυρίας. Εξετάζοντας το σκέλος της υπό κρίση αίτησης που αφορά την επανακλήτευση του Μ.Ε. 1, σημειώνω ότι η αιτιολογία που δίδεται από τον ίδιο, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, είναι η αναγκαιότητα κατάθεσης νέας μαρτυρίας και τεκμηρίων που να αντικρούουν τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι η ενάγουσα αποχώρησε από τον χώρο εργασιών του βιολογικού σταθμού τον Σεπτέμβριο του 2005, εφόσον η εναγομένη ουδέποτε υπέβαλε στον Μ.Ε. 1 κατά την αντεξέτασή του κάτι τέτοιο. Εν τούτοις, η όποια μη υποβολή από μέρους της εναγομένης των θέσεών της στον Μ.Ε. 1 κατά την αντεξέτασή του, δεν μπορεί να αποτελέσει καλό λόγο για να επιτραπεί στον εν λόγω μάρτυρα να επανέλθει στο εδώλιο του μάρτυρα απλώς και μόνο για να προβάλει τη θέση του επί του συγκεκριμένου ισχυρισμού. Η μαρτυρία των δύο πλευρών θα αξιολογηθεί από το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο βάσει καθιερωμένων αρχών και δεν θα ήταν ορθό να επιτραπεί στον Μ.Ε. 1 να καταθέσει εκ νέου, για να συμπληρώσει τα όποια κενά θεωρεί ότι ενδεχομένως να παρέμειναν στην υπόθεσή του ή στην αντεξέταση της άλλης πλευράς. Συναφώς, επισημαίνω ότι οι θέσεις της εναγομένης περί παράλειψης της ενάγουσας να αποπερατώσει το έργο εντός 20 ημερών από την υπογραφή της συμφωνίας ημερ. 2.9.2005, δηλαδή πριν το τέλος Σεπτεμβρίου του 2005, και η μετέπειτα ανάθεση της περάτωσης του έργου σε τρίτο πρόσωπο, δικογραφούνται στην (τροποποιημένη) Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση της εναγομένης, η οποία βεβαίως και ήταν εν γνώσει της πλευράς της ενάγουσας κατά τη μαρτυρία του Μ.Ε.
  1. Συνεπώς, ο Μ.Ε. 1 είχε την ευκαιρία κατά τη μαρτυρία του να τοποθετηθεί επί των θέσεων της άλλης πλευράς, ιδιαίτερα εφόσον γνώριζε ότι υπήρχε συγκεκριμένη ανταπαίτηση που αφορούσε τη μη περάτωση του έργου εντός 20 ημερών από 2.9.2005 και την ανάθεση της περάτωσης σε τρίτο πρόσωπο. Παρομοίως, είχε την ευκαιρία κατά τη μαρτυρία του να καταθέσει τις φωτογραφίες που αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, που κατά την άποψή του αποδεικνύουν ότι η ενάγουσα βρισκόταν στον χώρο του βιολογικού σταθμού μέχρι και τον Απρίλιο του
  2. Επαναλαμβάνω ότι η δικογραφημένη θέση της εναγομένης ότι η ενάγουσα παρέλειψε να περατώσει το έργο μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου του 2005 και ότι η ενάγουσα «ουδέποτε παρέδωσε και/ή έθεσε σε λειτουργία το σύστημα λυμάτων κατά τη συμφωνηθείσα ημερομηνία και/ή καθόλου» (βλ. παράγραφο 5 της τροποποιημένης Υπεράσπισης), και ότι η εναγομένη ζητά αποζημιώσεις για αθέτηση συμφωνίας με Ανταπαίτηση, ήταν εν γνώσει της ενάγουσας, η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τέθηκε προ εκπλήξεως από τους σχετικούς ισχυρισμούς του Μ.Υ. 1 κατά την ένορκη μαρτυρία του. Συνεπώς, εφόσον ο Μ.Ε. 1 κατείχε τεκμήρια που κατά την άποψή του αντέκρουαν αυτές τις θέσεις, είχε την ευκαιρία να τα παρουσιάσει κατά τη μαρτυρία του. Δεν είναι εφικτή η προσαγωγή απαντητικής μαρτυρίας απλώς και μόνο για να πληγεί η αξιοπιστία του Μ.Υ.
  3. Βεβαίως, το κατά πόσο η μαρτυρία της εναγομένης για τα συγκεκριμένα ζητήματα θα γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο δεν είναι θέμα που θα αποφασιστεί στο παρόν στάδιο. Για τους πιο πάνω λόγους, το σκέλος της αίτησης που αφορά την προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας με την επανακλήτευση του Μ.Ε. 1 θα πρέπει να απορριφθεί. Εξετάζοντας το σκέλος της αίτησης που αφορά την κλήτευση του κ. Πανίκου Μάρκου με σκοπό την προσκόμιση απαντητικής μαρτυρίας προς αντίκρουση των ισχυρισμών του Μ.Υ. 1 που σχετίζονται με τη συνομολόγηση Συμφωνίας ημερ. 12.3.2007 μεταξύ του Μάρκου και της εναγομένης που κατέθεσε ο Μ.Υ. 1 ως Τεκμήριο 13, σημειώνω ότι ο ισχυρισμός περί ύπαρξης γραπτής συμφωνίας με τον Μάρκου δεν ήταν γνωστός στην ενάγουσα πριν την κατάθεση του Μ.Υ. 1 ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτό που γνώριζε η ενάγουσα ήταν ότι η εναγομένη ισχυριζόταν ότι είχε αναθέσει εργασίες περάτωσης του έργου σε κάποιο τρίτο πρόσωπο, γενικά και αόριστα, και ανταπαιτούσε το ποσό των €9.401 «που πληρώθηκε σε άλλο πρόσωπο ή εταιρεία». Επιπλέον, η πλευρά της εναγομένης είχε δηλώσει μετά το πέρας της μαρτυρίας του Μ.Υ. 1 ότι θα καλούσε τον Μάρκου ως μάρτυρα, ενώ στη συνέχεια έκλεισε την υπόθεσή της χωρίς να τον καλέσει, για τους λόγους που αναφέρθηκαν στη σελίδα 2 πιο πάνω. Από τη στιγμή που η ενάγουσα υπερασπίζεται ανταπαίτηση της εναγομένης που αφορά όχι μόνο αθέτηση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, αλλά και για €9.401 ως ποσό που καταβλήθηκε σε τρίτο πρόσωπο προς περάτωση του επίδικου έργου, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως δοθεί η ευκαιρία στην ενάγουσα να κλητεύσει το εν λόγω πρόσωπο, η ταυτότητα του οποίου αποκαλύφθηκε για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία του Μ.Υ. 1, εφόσον η ενάγουσα θεωρεί ότι η μαρτυρία αυτή θα αντικρούσει τους σχετικούς ισχυρισμούς της εναγομένης. Ειδικότερα, εφόσον η θέση της ενάγουσας, η οποία έλαβε γνώση του ισχυρισμού περί ύπαρξης γραπτής συμφωνίας Τεκμήριο 13 για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία του Μ.Υ. 1, είναι ότι η εν λόγω συμφωνία κατασκευάστηκε εκ των υστέρων για να δικαιολογήσει το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 17.5.2007 που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 από τον Μ.Ε. 3, θεωρώ αιτιολογημένο το σκέλος του υπό κρίση αιτήματος που αφορά την κλήτευση του Πανίκου Μάρκου. Είναι σαφές ότι με την κλήτευση του εν λόγω προσώπου για να καταθέσει σε σχέση με τη συμφωνία Τεκμήριο 13, η ενάγουσα δεν επιχειρεί να προσκομίσει περαιτέρω μαρτυρία προς επιβεβαίωση της δικής της υπόθεσης, αλλά προς αντίκρουση της υπόθεσης της αντίδικης πλευράς, η οποία μάλιστα έχει σχετική ανταπαίτηση εναντίον της. Πέραν των πιο πάνω, όμως, κατά την κρίση μου, είναι προς το συμφέρον της ορθής και δίκαιης απονομής δικαιοσύνης να επιτραπεί η κλήτευση του Πανίκου Μάρκου, έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων που σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα. Από τη στιγμή που η πλευρά της εναγομένης επιχείρησε να στηρίξει την υπεράσπισή της στην αγωγή αλλά και να τεκμηριώσει την ανταπαίτησή της στην ύπαρξη της συμφωνίας Τεκμήριο 13 με συγκεκριμένο πρόσωπο, ενώ η ενάγουσα αγνοούσε τον ισχυρισμό περί ύπαρξης τέτοιας γραπτής συμφωνίας και υποστηρίζει ότι η εν λόγω συμφωνία κατασκευάστηκε εκ των υστέρων και είναι εικονική, είναι ορθό να ακουστεί η μαρτυρία του προσώπου με το οποίο η εναγομένη ισχυρίζεται ότι συνομολόγησε την εν λόγω συμφωνία, για να είναι το Δικαστήριο σε καλύτερη θέση να καταλήξει σε τελικά ευρήματα. Ως εκ των ανωτέρω, δεν τίθεται θέμα επηρεασμού των Συνταγματικών δικαιωμάτων της εναγομένης, αλλά αντίθετα θα τεθεί πιο ολοκληρωμένη εικόνα των επίδικων γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου. Καταληκτικά των πιο πάνω, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, το αίτημα της ενάγουσας για προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας με την επανακλήτευση του Μ.Ε. 1 Κώστα Σωτηρίου απορρίπτεται, ενώ το αίτημα της ενάγουσας για προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας με την κλήτευση του κ. Πανίκου Μάρκου που αναφέρεται στο Τεκμήριο 13, γίνεται αποδεκτό. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας-αιτήτριας και εναντίον της εναγομένης-καθ' ης η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας, αλλά στο ήμισυ της κλίμακας της αγωγής, εν όψει της μερικής μόνο επιτυχίας της αίτησης. (Υπ.) ............... Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.