← Κύπρος

JSC BTA BANK ν. MUKHTAR ABLYAZOV, Γενική Αίτηση 165/14, 21/11/2014

JSC BTA BANK ν. MUKHTAR ABLYAZOV, Γενική Αίτηση 165/14, 21/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A421 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Γενική Αίτηση 165/14 Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΚ) Αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για την διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Και Αναφορικά με το Διάταγμα του Ανώτερου Δικαστηρίου της Αγγλίας και Ουαλίας (High Court of Justice, Chancery Division) ημερομηνίας 26 Νοεμβρίου 2013 που εκδόθηκε από τον Δικαστή Henderson στα πλαίσια της Aγωγής με αριθμό HC10CO2462 (Claim No. HC10CO2462). Μεταξύ: JSC BTA BANK από το Καζαχστάν Αιτήτριας Και MUKHTAR ABLYAZOV Καθ' ου η Αίτηση ---------------------------------------------------------------- Αίτηση από Mukhtar Ablyazov - Αιτητή ημερομηνίας 2.5.14 για ακύρωση του Διατάγματος ημερ. 25.2.14 21 Νοεμβρίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή: κα Σιακαλλή Για Καθ' ων η Αίτηση: κος Γαβριηλίδης με κ. Σκορδή Α Π Ο Φ Α Σ Η Με Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 25/2/14 αναγνωρίστηκε και κηρύχθηκε εκτελεστό στην Κυπριακή Δημοκρατία το Διάταγμα του Ανώτερου Δικαστηρίου της Αγγλίας και της Ουαλίας (High Court of Justice, Chancery Division) ημερομηνίας 26.11.13 που εκδόθηκε από τον Δικαστή Henderson στα πλαίσια της Αγωγής με αριθμό HC10CO2462 (Claim N. HC10CO2462) εναντίον του Αιτητή. Στις 2.5.14, ο Αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία αιτείται (α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει και/ή ανακαλεί και/ή αναστέλλει το πιο πάνω Διάταγμα ημερ. 25.2.

  1. (β) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να παραμερίζει και/ή ακυρώνει και/ή αναστέλλει και/ή ανακαλεί οποιοδήποτε διάταγμα αναγνώρισης ή/και εκτελεστότητας στην Κυπριακή Δημοκρατία της πιο πάνω αλλοδαπής δικαστικής απόφασης ημερ. 26.11.13 και (γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την κήρυξη της ως άνω αλλοδαπής απόφασης ως μη εκτελεστής ή/και ως μη αναγνωρίσιμης στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η αίτηση βασίζεται στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 2ης Δεκεμβρίου 2000 (ως τροποποιήθηκε) για την διεθνή Δικαιοδοσία την Αναγνώριση και Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές υποθέσεις, άρθρα 1-3, 32-76, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007, στον Περί Αλλοδαπών Δικαστικών Αποφάσεων (Αμοιβαία Εκτέλεση) Νόμο Κεφ.10, στους Περί Αλλοδαπών Αποφάσεων Αμοιβαία Εκτέλεσης (Κανονισμούς) Κεφ.16 ως τροποποιήθηκαν, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.47, Δ.5, 5Α, 5Β, Δ.6, Δ.48, θ.1-4, 9, στις Ευρωπαϊκές αποφάσεις C-619/10 (619/11) Trade Agency Ltd vs. Seramico Investment Ltd, C-397/07 Gambazzi vs. DaimlerChrysler Canada Inc, στην Γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα (26/04/2012) που δόθηκε στην υπόθεση C-619/10, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην Κυπριακή Νομολογία, στο Δίκαιο της Επιεικείας, στους Κανόνες φυσικής Δικαιοσύνης, και στις Γενικές και Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Παναγιώτη Μακρίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Αιτητή ημερ. 2.5.
  2. Ο Παναγιώτης Μακρίδης αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι ο Αιτητής διέφυγε από το Καζακστάν μετά από σοβαρές πολιτικές διαφωνίες με την τοπική κυβέρνηση και απευθύνθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου και έλαβε πολιτικό άσυλο το
  3. Από τον Αύγουστο 2013 μέχρι και σήμερα ο αιτητής κρατείται από τις γαλλικές αρχές με σκοπό την έκδοσή του στη Ρωσία. Οι λόγοι για τους οποίους οι Καθ' ων η Αίτηση (JSC BTA BANK) δεν δικαιούνται στην έκδοση και διατήρηση του Διατάγματος ημερ. 25.2.14 για αναγνώριση και εκτέλεση της αλλοδαπής απόφασης του αγγλικού Δικαστηρίου ημερ. 26.11.13 είναι οι ακόλουθοι:
  4. Η αγγλική δικαστική απόφαση ημερ. 26.11.13 δεν είναι της μορφής ή/και της φύσης η οποία να μπορεί να τύχει αναγνώρισης και εκτέλεσης δυνάμει του Κανονισμού 44/2001 στην Κυπριακή Δημοκρατία.
  5. Δεν ακολουθήθηκαν οι δέουσες διαδικασίες για την έκδοση του Διατάγματος ημερ. 25.2.14 και συγκεκριμένα δεν λήφθηκε άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση της γενικής αίτησης εγγραφής. Κατά συνέπεια η διαδικασία είναι άκυρη εξ' υπαρχής, ανυπόστατη και παράνομη.
  6. Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να επιτρέψουν αναγνώριση και εκτέλεση της αγγλικής απόφασης διότι ο Αιτητής δεν έχει οποιαδήποτε περιουσία εγγεγραμμένη στο όνομα του ούτε είναι άμεσος ιδιοκτήτης περιουσίας στην Κυπριακής Δημοκρατία, κάτι που οι Καθ' ων η Αίτηση απέκρυψαν από το Δικαστήριο.
  7. Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να επιτρέψουν αναγνώριση ή/και εκτέλεση της αγγλικής απόφασης διότι ο Αιτητής δεν έχει την κατοικία του στην Κυπριακή Δημοκρατία.
  8. Η αναγνώριση και εκτέλεση της αγγλικής δικαστικής απόφασης αντίκειται στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνώρισης δηλαδή της Κυπριακής Δημοκρατίας [αρ.34

(1)] του ΕΚ.44/
  1. Ο Αιτητής προχώρησε στην καταχώριση προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εναντίον της Αγγλικής Κυβέρνησης για τον τρόπο με τον οποίο τα αγγλικά Δικαστήρια στέρησαν από τον ίδιο την εκπροσώπηση του σε δικαστικές διαδικασίες που εγέρθηκαν από τους Καθ΄ ων η Αίτηση εναντίον του. Συγκεκριμένα ο αιτητής παραπονείται για τις καταπιεστικές και στερητικές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του αποφάσεις των αγγλικών Δικαστηρίων για παροχή δίκαιης δίκης. Τα αγγλικά Δικαστήρια αρνήθηκαν να επιτρέψουν στον αιτητή να προωθήσει την Υπεράσπιση του στις διαδικασίες με την ονομασία DCM, DREY, GRANTON και CHRYSOPA που οι Καθ΄ ων η Αίτηση προωθούσαν εναντίον του. Κατ΄ επέκταση τα ευρήματα των Δικαστηρίων εναντίον του αιτητή στις εν λόγω διαδικασίες DREY, GRANTON και CHRYSOPA ήταν το αποτέλεσμα άδικης δίκης και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα Τεκμήρια και οι ισχυρισμοί του αιτητή. Τέτοια συμπεριφορά από τα αγγλικά Δικαστήρια και τα ευρήματα των Δικαστηρίων στις πιο πάνω διαδικασίες, είχαν επίδραση και στην αγγλική απόφαση στη διαδικασία ΑΑΑ ημερ. 26.11.
  2. Εάν η Προσφυγή του αιτητή γίνει αποδεκτή από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, τότε η αγγλική απόφαση ημερ. 26.11.13, τα γεγονότα επί των οποίων στηρίχτηκαν τα ευρήματα του Δικαστηρίου και τα ίδια τα ευρήματα θα επηρεαστούν και κατ΄ επέκταση η αναγνώριση και εκτέλεση της αγγλικής απόφασης θα υπόκειται σε παραμερισμό.
  3. Δεν έχει εξειδικευθεί στο κείμενο του Διατάγματος ημερ. 25.2.14 το δικαίωμα του Αιτητή να υποβάλει ένσταση στην αίτηση και η προθεσμία εντός της οποίας ο Αιτητής ήταν υποχρεωμένος να υποβάλει την αίτηση του για παραμερισμό του εν λόγω Διατάγματος με αποτέλεσμα να καθίσταται άκυρη και/ή παράτυπη η διαδικασία.
  4. Δεν τηρήθηκαν ή/και δεν πληρούνταν κατά το χρόνο εγγραφής της αγγλικής απόφασης, οι νόμιμες διαδικασίες ή/και προϋποθέσεις ή/και νομική βάση ή/και κανόνες της επιείκειας ή/και οι πρόνοιες του ΕΚ αρ. 44/2001 για την εγγραφή και αναγνώριση αλλοδαπής απόφασης στην Κυπριακή Δημοκρατία εναντίον του Αιτητή.
  5. Η αίτηση των Καθ΄ ων η Αίτηση είναι καταπιεστική ή/και καταχρηστική ή/και πρόωρη. Αναφέρθηκε στο ιστορικό της δικαστικής διαδικασίας στην αγωγή αρ. HC10CO2462 (Claim No. HC10CO2462) του Ανώτερου Δικαστηρίου της Αγγλίας και Ουαλίας (Διαδικασία ΑΑΑ) στην οποία οι Καθ΄ ων η Αίτηση ήγειραν απαίτηση για κατ΄ ισχυρισμό απάτη από μέρους του Αιτητή, λόγω της κατ΄ ισχυρισμό υπεξαίρεσης εκ μέρους του επενδυτικών αξιογράφων κατηγορίας ΑΑΑ συνολικού ύψους USD 300.000.000 περίπου. Εναντίον του Αιτητή εκδόθηκε συνοπτική απόφαση στις 26.11.13 και μετά που ο Αιτητής λόγω των προσωπικών του περιστάσεων (λόγω της κράτησης του στη Γαλλία και των προσπαθειών του να υπερασπιστεί την έκδοση του στη Ρωσία) δήλωσε άνευ βλάβης των δικαιωμάτων του και χωρίς παραδοχή των ισχυρισμών των Καθ΄ ων η Αίτηση, ότι δεν θα του ήταν εφικτό να υπερασπιστεί τον εαυτό του στη διαδικασία ΑΑΑ. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρισαν αίτηση για συνοπτική απόφαση και έκδοσαν απόφαση στις 26.11.
  6. Το Δικαστήριο στις 26.11.13 διέταξε την πληρωμή από τον αιτητή προς τους Καθ΄ ων η Αίτηση, του ποσού των USD 294.138.715,27 πλέον τόκο προς 7.3% ετησίως. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρησαν εναντίον του Αιτητή διάφορες δικαστικές διαδικασίες ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων για κατ΄ ισχυρισμό δόλο που διέπραξε ο αιτητής ενώ υπηρετούσε ως ο εκτελεστικός διευθυντής των Καθ΄ ων η Αίτηση. Τέτοιες διαδικασίες είναι οι DCM, DREY, GRANTON και CHRYSOPA στις οποίες οι Καθ΄ ων η Αίτηση εξασφάλισαν δικαστικές αποφάσεις εναντίον του αιτητή. Ο αιτητής πάντοτε αμφισβητούσε και αρνείτο τους ισχυρισμούς των Καθ΄ ων η Αίτηση, όμως οι ισχυρισμοί του και οι υπερασπίσεις του δεν λήφθηκαν υπόψη από το Αγγλικό Δικαστήριο στις διαδικασίες DCM, DREY, GRANTON και CHRYSOPA. Και αυτό γιατί ο αιτητής εμποδίστηκε από το να υπερασπιστεί στις διαδικασίες, μέσω της έκδοσης διατάγματος εναντίον του για παραμερισμό της Υπεράσπισης του, λόγω της κατ΄ ισχυρισμό μη συμμόρφωσης του με διάταγμα του Δικαστηρίου για αποκάλυψη των περιουσιακών του στοιχείων στη διαδικασία DCM. Στη δικαστική διαδικασία ΑΑΑ υπ΄ αρ. HC10CO2462, ο Αιτητής δεν κατέστη δυνατό να προωθήσει την υπεράσπιση του λόγω των πιο πάνω προσωπικών του περιστάσεων, με αποτέλεσμα οι ισχυρισμοί του να μην εξεταστούν από το αγγλικό Δικαστήριο, το οποίο επηρεάσθηκε εναντίον του από τα ευρήματα στις διαδικασίες DCM, DREY, GRANTON και CHRYSOPA, τα οποία και αποτέλεσαν σημείο αναφοράς στη δικαστική απόφαση της ΑΑΑ ημερ. 26.11.13 και υιοθετήθηκαν ως ορθά. Όμως οι αποφάσεις του Δικαστηρίου στις διαδικασίες DCM, DREY, GRANTON και CHRYSOPA (Τεκμ.3-7) αποτελούν προϊόν κακοδικίας, άδικης αντιμετώπισης και προκατάληψης εναντίον του Αιτητή και δεν αντικατοπτρίζουν δίκαια και αμερόληπτα όλα τα γεγονότα και μαρτυρία που θα παρουσιαζόταν ενώπιον του Δικαστηρίου αν επιτρεπόταν στον Αιτητή να προωθήσει την Υπεράσπιση του. Κατ΄ επέκταση και τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην απόφαση ΑΑΑ ημερ. 26.11.13 διαιωνίζουν τέτοια αδικία εναντίον του Αιτητή. Το Αγγλικό Δικαστήριο έκδοσε αποφάσεις στις πιο πάνω διαδικασίες στην απουσία του Αιτητή και χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπεράσπισης του Αιτητή, στηριζόμενο στους παραπλανητικούς, αυθαίρετους ισχυρισμούς και μονομερή συμπεράσματα ή απόψεις των Καθ΄ ων η Αίτηση. Στα ευρήματα του Δικαστηρίου σ΄ αυτές τις δικαστικές διαδικασίες και ειδικά στην υπόθεση DREY, στηρίχθηκε και ο Δικαστής Henderson στην απόφαση HC10CO2462 ημερ. 26.11.13, στην οποία κατέληξε ότι ο Αιτητής σε συνεργασία με άλλους εναγόμενους υπεξαίρεσαν χαρτοφυλάκιο μετοχών εκτιμημένες ως ΑΑΑ, με αξία περίπου USD 300.000.
  7. Ο Δικαστής Henderson υιοθέτησε κατά λέξη τα ευρήματα του Δικαστή Teare στην υπόθεση DREY σχετικά με την κατ΄ ισχυρισμό διάπραξη απάτης από μέρους του Αιτητή. Ο Αιτητής σήμερα προχωρεί διαδικασίες για καταχώρηση προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για την αποστέρηση του βασικού ανθρώπινου δικαιώματος του από τα αγγλικά δικαστήρια να τύχει δίκαιης δίκης στις διαδικασίες DREY, DCM, GRANTON και CHRYSOPA, να υπερασπιστεί τον εαυτό του σε δικαστική διαδικασία αλλά και για την προκατάληψη που δημιουργήθηκε μέσω αυτής της τακτικής που υιοθετήθηκε από τα αγγλικά δικαστήρια εναντίον του. Ο Αιτητής έχει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας στην προσφυγή του και σε περίπτωση που η προσφυγή του πετύχει, το διάταγμα απαγόρευσης (debarring order) και οι αποφάσεις στις διαδικασίες DREY, DCM, GRANTON και CHRYSOPA θα καταστούν ασυμβίβαστες με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ο Αιτητής θα έχει πολύ καλές δυνατότητες παραμερισμού της δικαστικής απόφασης στις εν λόγω δικαστικές διαδικασίες. Αυτό μπορεί να συμπαρασύρει και τα ευρήματα του Δικαστηρίου στη διαδικασία ΑΑΑ. Το ίδιο θα ισχύει και για την αναγνώριση της αγγλικής απόφασης στη διαδικασία ΑΑΑ στην Κύπρο. Ισχυρίζεται ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι απαραίτητο να περιμένουν την έκδοση απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προτού προχωρήσουν στην αναγνώριση και εγγραφή της αγγλικής απόφασης ημερ. 26.11.13 στην Κύπρο. Ισχυρίζεται ότι ο τρόπος και η μέθοδος με την οποία εξασφαλίστηκε η αγγλική απόφαση ημερ. 26.11.13 παραβιάζει βασικούς κανόνες δημοσίου συμφέροντος ως προστατεύονται από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Οι Καθ' ων η Αίτηση πέτυχαν μονομερώς την αναγνώριση και εκτέλεση της αγγλικής απόφασης, η οποία λήφθηκε κατά παράβαση ουσιαστικών και απαράβατων βασικών αρχών και κανόνων δικαίου στην Κυπριακή Δημοκρατία και αυτό αποτελεί ένα από τους λόγους, με βάση το άρθρο 34 του ΕΚ44/01, για τον οποίο η αναγνώριση και εκτέλεση της μπορεί να παραμεριστεί. Επομένως η αναγνώριση και εγγραφή της αγγλικής απόφασης παραβιάζει το δημόσιο συμφέρον, συνταγματικές αρχές και ανθρώπινα δικαιώματα του Αιτητή. Οι Καθ' ων η Αίτηση κατά το χρόνο έκδοσης του Διατάγματος αναγνώρισης ημερ. 25.2.14 δεν αποκάλυψαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στον Αιτητή και βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Προέβαλαν γενικούς, ασαφείς και αόριστους ισχυρισμούς ότι ο Αιτητής δήθεν έχει συμφέρον σε περιουσία την οποία κατ΄ ισχυρισμό δεν αποκαλύπτει. Ουδέποτε παρουσιάστηκε οποιαδήποτε απόδειξη ότι ο Αιτητής είναι ιδιοκτήτης κυπριακών εταιρειών ή άλλης ακίνητης ή κινητής περιουσίας στην Κύπρο και επομένως τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να προβούν στην αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της αγγλικής απόφασης ΑΑΑ στην Κύπρο. Κανένα αγγλικό Δικαστήριο προέβη σε εύρημα για το ποια περιουσιακά στοιχεία από τα μη αποκαλυφθέντα περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στον Αιτητή. Ο Αιτητής αρνείται κατηγορηματικά ότι διαθέτει ή ότι είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης οποιασδήποτε περιουσίας στην Κυπριακή Δημοκρατία και αυτός ήταν ο λόγος που δεν αμφισβήτησε το Διάταγμα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων και διορισμό παραλήπτη, όταν αυτό υποβλήθηκε για αναγνώριση και εκτέλεση στην Κυπριακή Δημοκρατία από τους Καθ' ων η Αίτηση, στα πλαίσια της Γεν. Αίτ.αρ.388/11 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (Τεκμήρια 8, 9 και 10). Ακόμα και στα πλαίσια της Γεν. Αιτ. 388/11 οι Καθ' ων η Αίτηση, δεν αποκαλύπτουν στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι ο Αιτητής διαθέτει περιουσία στην Κυπριακή Δημοκρατία αλλά αντίθετα παραδέχονται ότι οι εταιρείες που περιλαμβάνονται ως μέρος των μη αποκαλυφθέντων περιουσιακών στοιχείων, στην ουσία ανήκουν σε τρίτα πρόσωπα. Τον Ιούλιο του 2011, τα τρίτα πρόσωπα που αναφέρονται στην Γεν. Αίτ. 388/11 έχουν αμφισβητήσει την αναγνώριση και εγγραφή στην Κυπριακή Δημοκρατία των Διαταγμάτων Παραλαβής και Παγοποίησης, στην βάση ότι δεν σχετίζονται με τον Αιτητή. Περαιτέρω τα πρόσωπα που αναφέρονται στο Παράρτημα 2 και 3 των Διαταγμάτων Παραλαβής και Παγοποίησης καταχώρησαν αγωγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με την οποία διεκδικούν απόφαση και Διατάγματα εναντίον των Διαχειριστών (Αρ. Αγωγών 4864/11, 4741/11, 5119/11, 4574/11 και 5478/11) που να καθορίζουν ότι ούτε οι ίδιοι ούτε οι εταιρείες που σχετίζονται μαζί τους και αναφέρονται στο Διάταγμα Παραλαβής, έχουν οποιαδήποτε σχέση ή ανήκουν στον Αιτητή. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι ο Αιτητής δεν έχει καμία σχέση με τις εταιρείες που αναφέρονται στο Διάταγμα Παραλαβής ως μη αποκαλυφθέντα περιουσιακά στοιχεία. Ο Αιτητής δεν είναι κάτοικος Κύπρου, ούτε έχει περιουσία επ΄ ονόματί του εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κατ' επέκταση τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας για να προχωρήσουν στην αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της αγγλικής απόφασης στην Κύπρο αφού ο Αιτητής δεν έχει οποιοδήποτε εγγεγραμμένο περιουσιακό στοιχείο στην Κυπριακή Δημοκρατία. Το επίδικο Διάταγμα ημερ. 25.2.14 είναι λανθασμένο και/ή αντικανονικό αφού δεν περιλαμβάνει καμία πρόνοια για την χρονική περίοδο εντός της οποίας ο Αιτητής θα έχει τη δυνατότητα να εμφανιστεί και να δηλώσει την ένσταση του σ' αυτό. Έχουν επηρεαστεί τα δικαιώματα του Αιτητή και η διαδικασία επίδοσης πρέπει να παραμεριστεί. Περαιτέρω, οι Καθ' ων η Αίτηση δεν εξασφάλισαν άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση της Γενικής Αίτησης για αναγνώριση. Οι Καθ' ων η Αίτηση με την ένστασή τους εγείρουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  8. Η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί λόγω του δεδικασμένου που έχει δημιουργηθεί από τις αποφάσεις του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 6.6.14 στις Γενικές Αιτήσεις αρ. 63/13 και 64/
  9. Η κυρίως αίτηση, στη βάση της οποίας εκδόθηκε το Διάταγμα ημερ. 25.2.14 είναι απόλυτα νομότυπη, και σύμφωνη με τις πρόνοιες του ΕΚ 44/01 και οι Καθ' ων η Αίτηση ακολούθησαν την ορθή και δέουσα διαδικασία για την έκδοση του Διατάγματος.
  10. Το επίδικο Διάταγμα ημερ. 25.2.14 εκδόθηκε έγκυρα και νομότυπα σύμφωνα με τις διατάξεις του ΕΚ 44/
  11. Κανένας από τους λόγους για τους οποίους τα Κυπριακά Δικαστήρια θα δικαιούνταν να αρνηθούν την αναγνώριση της αγγλικής απόφασης ως αυτοί καθορίζονται εξαντλητικά στα άρθρα 34 και 35 του ΕΚ 44/01 συντρέχει στην παρούσα υπόθεση.
  12. Τα Κυπριακά Δικαστήρια έκδηλα είχαν εξουσία και/ή δικαιοδοσία σύμφωνα με τις διατάξεις του ΕΚ 44/01 να εκδώσουν το επίδικο Διάταγμα.
  13. Ο Αιτητής έκδηλα έχει ιδιοκτησιακό συμφέρον στις μετοχές και/ή περιουσιακά στοιχεία αριθμού κυπριακών εταιρειών ή σε άλλη περιουσία στην Κύπρο, όπως αυτό έχει διαπιστωθεί τόσο από τα αγγλικά όσο και από τα Κυπριακά Δικαστήρια και έχει γίνει ρητά παραδεκτό από τον ίδιο.
  14. Ο Αιτητής εμποδίζεται από του να ισχυρίζεται ότι δεν έχει περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο, δεδομένου ότι αυτός ουδέποτε αμφισβήτησε τα σχετικά διατάγματα παγοποίησης που εκδόθηκαν εναντίον του στα πλαίσια της Γενικής Αίτηση 388/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
  15. Εν πάση περιπτώσει, η κατάδειξη της ύπαρξης περιουσιακών στοιχείων του Αιτητή στην Κύπρο έκδηλα δεν αποτελούσε προϋπόθεση για έκδοση του επίδικου Διατάγματος αναγνώρισης.
  16. Η αναγνώριση και εκτέλεση της Αγγλικής απόφασης ουδόλως αντίκειται στη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας.
  17. Κανένα ανθρώπινο δικαίωμα του Αιτητή παραβιάστηκε κατά τις διαδικασίες που οδήγησαν στην έκδοση της αγγλικής απόφασης.
  18. Το γεγονός ότι ο Αιτητής έχει ή προτίθεται να προχωρήσει στην καταχώρηση προσφυγής εναντίον της αγγλικής κυβέρνησης σε σχέση με ισχυριζόμενες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του από τα Αγγλικά Δικαστήρια σε διαδικασίες άλλες από αυτήν στην οποία εκδόθηκε η επίδικη αλλοδαπή απόφαση, έκδηλα δεν αποτελεί λόγο που να δικαιολογεί ή να καθιστά επιτρεπτή την ακύρωση ή ανάκληση ή αναστολή της ισχύος του επίδικου Διατάγματος το οποίο είναι έγκυρο και απόλυτα νομότυπο.
  19. Το δικαίωμα του Αιτητή να ασκήσει ένδικο μέσο κατά του επίδικου Διατάγματος και η προθεσμία για άσκηση τέτοιου ένδικου μέσου αναφέρονται στην ΕΚ 44/01 και καμία δικονομική ή άλλη διάταξη υπάρχει που να καθιστά αναγκαία την αναφορά των θεμάτων αυτών στο επίδικο Διάταγμα.
  20. Η παρούσα αίτηση είναι πρόδηλα αβάσιμη και καταχρηστική αφού αποσκοπεί αποκλειστικά στην πρόκληση καθυστέρησης στην εκτέλεση της αγγλικής απόφασης και με αυτήν εγείρονται ζητήματα τα οποία έχουν ήδη αποφασιστεί από τα αγγλικά ή τα κυπριακά Δικαστήρια ή και σε σχέση με τα οποία υφίσταται δεδικασμένο.
  21. Η νομική βάση της αίτησης είναι εσφαλμένη και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει περιέχει μη αποδεκτή μαρτυρία. Η ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ζήνωνα Νικολαϊδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση, ημερ. 27.6.
  22. Ο Ζήνωνας Νικολαίδης αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι πανομοιότυποι ισχυρισμοί ως αυτοί που προβάλλονται στην παρούσα αίτηση, προβλήθηκαν και στα πλαίσια των Γενικών αιτήσεων με αρ. 63/13 και 64/13 του Ε.Δ. Λευκωσίας, στις οποίες εκδόθηκαν αποφάσεις στις 6.6.14 (Τεκμήριο 2Α, 2Β). Το δεδικασμένο που έχει δημιουργηθεί καθιστά επιτακτική την απόρριψη της αίτησης αφού αυτή βασίζεται στους ίδιους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που αποφασίσθηκαν ήδη από το Δικαστήριο στις εν λόγω Γενικές Αιτήσεις. Σε σχέση με το ιστορικό της δικαστικής διαδικασίας της αγωγής με αρ. HC10CO2462 (claim No. HC10CO2462) στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η αγγλική απόφαση (Αγωγή ΑΑΔ) παραπέμπει στις παραγράφους 7(Α) - 7(ΙΒ) της ένορκης του δήλωσης ημερ. 17.2.14 η οποία υποστήριζε την κυρίως Αίτηση (Τεκμήριο 1). Αναφέρει περαιτέρω ότι η αγγλική απόφαση δεν εκδόθηκε ως αποτέλεσμα της διαγραφής των υπερασπίσεων του Αιτητή στις αγωγές DREY, DCM, GRANTON και CHRYSOPA αλλά στη βάση αίτησης για συνοπτική απόφαση που καταχωρήθηκε από τους Καθ΄ ων η Αίτηση στα πλαίσια της αγωγής ΑΑΑ. Ο Αιτητής εκπροσωπείτο από δικηγόρους και καταχώρησε ένσταση και μαρτυρία προς υποστήριξη της ένστασης του. Όπως προκύπτει από το κείμενο της αιτιολογημένης απόφασης του Δικαστή Henderson ημερ. 26.11.13 (Τεκμήριο 3), το σύνολο της μαρτυρίας που κατατέθηκε από τον Αιτητή και το γραπτό περίγραμμα αγόρευσης των δικηγόρων του, λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν από το αγγλικό Δικαστήριο. Ο Δικαστής Henderson δεν βασίστηκε ούτε επηρεάστηκε από το γεγονός της διαγραφής των υπερασπίσεων του αιτητή στις αγωγές DREY, DCM, GRANTON και CHRYSOPΑ, ούτε και στηρίχθηκε σε οποιαδήποτε ευρήματα έγιναν στα πλαίσια των εν λόγω αγωγών μετά τη διαγραφή των υπερασπίσεων του Αιτητή ή ως αποτέλεσμα τέτοιας διαγραφής. Σ΄ ότι αφορά τα πραγματικά γεγονότα που οδήγησαν στη διαγραφή των υπερασπίσεων του Αιτητή στις αγωγές DREY, DCM, GRANTON και CHRYSOPA σχετική είναι η παραγρ. 10(Α-1Ζ) της ένορκης του δήλωσης. Επισημαίνει ότι ο Αιτητής είχε αποκλειστεί από του να συνεχίσει να υπερασπίζεται τις αγωγές που καθορίζονταν στο Διάταγμα ημερ. 29.2.12 - στις οποίες δεν συμπεριλαμβανόταν η αγωγή ΑΑΑ - δηλαδή στις αγωγές DREY, DCM, GRANTON και CHRYSOPA. Αναφέρει περαιτέρω ότι η διαγραφή των υπερασπίσεων που καταχωρήθηκαν από τον Αιτητή στα πλαίσια των αγωγών DREY, DCM, GRANTON και CHRYSOPA και ο αποκλεισμός του Αιτητή από του να συνεχίσει να υπερασπίζεται τις εν λόγω αγωγές, δεν διατάχθηκαν απλά και μόνο επειδή ο Αιτητής παρέλειψε να συμμορφωθεί ή ενήργησε κατά παράβαση των διαταγμάτων παγοποίησης και αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων που εκδόθηκαν εναντίον του από το Αγγλικό Δικαστήριο. Ήταν αποτέλεσμα της συστηματικής περιφρόνησης που ο Αιτητής επέδειξε έναντι της δικαστικής διαδικασίας και των διαταγμάτων και αποφάσεων των αγγλικών Δικαστηρίων, η οποία κορυφώθηκε με την διαφυγή του από την Αγγλία αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης του Αγγλικού Δικαστηρίου με την οποία κρίθηκε υπαίτιος καταφρόνησης του Αγγλικού Δικαστηρίου και ακολούθως με την παράλειψη του να συμμορφωθεί έστω και μερικώς με τους όρους του Διατάγματος (Unless Order) ημερ. 29.2.12, η οποία συνεχίστηκε ακόμα και μετά την απόρριψη των Εφέσεων που ο Αιτητής καταχώρησε εναντίον του εν λόγω Διατάγματος και εναντίον του Διατάγματος με το οποίο κρίθηκε ένοχος καταφρόνησης του Δικαστηρίου. Σ΄ ότι αφορά τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι δήθεν συμμορφώθηκε με τα Διατάγματα Παγοποίησης και αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων και δήθεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο τα περιουσιακά στοιχεία του, επεσήμανε ότι η αποκάλυψη περιουσιακών στοιχείων από τον Αιτητή (α) κρίθηκε από το Αγγλικό Δικαστήριο ως εξαιρετικά ανεπαρκής (β) το Αγγλικό Δικαστήριο ικανοποιήθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Αιτητής δεν συμμορφώθηκε με τα Διατάγματα παγοποίησης και αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων αλλά ενήργησε κατά παράβαση αυτών (γ) η έφεση που καταχωρήθηκε από τον Αιτητή κατά της σχετικής απόφασης απορρίφθηκε από το Αγγλικό Εφετείο και (δ) το αίτημα του Αιτητή για παροχή άδειας για καταχώρηση περαιτέρω έφεσης στο Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου απορρίφθηκε από το Αγγλικό Εφετείο και από το Ανώτατο Δικαστήριο. Σ' ότι αφορά τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι δεν διαθέτει ούτε και είναι ιδιοκτήτης οποιασδήποτε περιουσίας στην Κυπριακή Δημοκρατία, αναφέρει ότι η κατάδειξη της ύπαρξης περιουσιακών στοιχείων του Αιτητή στην Κύπρο, έκδηλα δεν αποτελούσε προϋπόθεση για έκδοση του επίδικου Διατάγματος, σύμφωνα με τον ΕΚ 44/
  23. Ο Αιτητής εμποδίζεται να αμφισβητεί ότι οι εταιρείες και τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτονται από τα Κυπριακά Διατάγματα Παγοποίησης στα πλαίσια της Γεν. Αιτ. 388/11 ανήκουν στον ίδιο, δεδομένου ότι τα εν λόγω Διατάγματα επιδόθηκαν στον Αιτητή, και έγιναν απόλυτα εναντίον του ως αποτέλεσμα της επιλογής του να μην ενστεί σε αυτά. Ισχυρίζεται ότι το ίδιο ογκωδέστατο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου [το οποίο ικανοποιήθηκε για τις σχέσεις των προσώπων που παρουσιάζονταν ως ιδιοκτήτες των εταιρειών και άλλων περιουσιακών στοιχείων του Αιτητή, ως και ότι τα πρόσωπα αυτά ενεργούσαν ως αχυράνθρωποι και κατείχαν τις μετοχές των εταιρειών και τα περιουσιακά στοιχεία ως εντολοδόχοι και/ή εμπιστευματοδόχοι και/ή αντιπρόσωποι του Αιτητή], τέθηκε και ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στα πλαίσια της Γεν. Αίτησης 388/11, το οποίο και έκδωσε τα Κυπριακά Διατάγματα Παγοποίησης. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι ο Αιτητής είναι ο τελικός δικαιούχος ιδιοκτήτης αριθμού κυπριακών εταιρειών, έγινε ρητά παραδεκτό από τον ίδιο, στα πλαίσια των διαδικασιών ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου (Τεκμήριο 6 - μαρτυρική κατάθεση του Αιτητή ημερ. 16.4.2010). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 6 ο Αιτητής αποκάλυψε ότι είναι ο τελικός δικαιούχος ιδιοκτήτης των μετοχών των Κυπριακών Εταιρειών Legendcatch Services Ltd, Minlin Estates Ltd, Usarel Investment Ltd, Merenko Ltd, Bondhouse Holdings Ltd, Lemur Holding Ltd, Amerito Ltd, Eminota Ltd, Instem Holdings Ltd. Επομένως ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι δεν διαθέτει περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο είναι αναληθής και απροκάλυπτα παραπλανεί το Δικαστήριο. Σ' ότι αφορά τα πρόσωπα που ο Αιτητής κατονομάζει ως δήθεν τους πραγματικούς ιδιοκτήτες των εταιρειών και περιουσιακών στοιχείων που καλύπτονται από τα Κυπριακά Διατάγματα Παγοποίησης και τα Διατάγματα του Αγγλικού Δικαστηρίου, ανέφερε ότι αυτοί επιδίωξαν τον παραμερισμό των Κυπριακών Διαταγμάτων Παγοποίησης με αίτηση τους στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης αρ. 388/11, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 28.12.12 (Τεκμήριο 7) διότι οι Αιτητές δεν παρουσίασαν μαρτυρία προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι οι πραγματικοί δικαιούχοι ιδιοκτήτες των εταιρειών και περιουσιακών στοιχείων είναι οι ίδιοι και όχι ο Αιτητής. Τα εν λόγω πρόσωπα συνδέονται με τον Αιτητή και ενεργούν στη βάση εντολών που λαμβάνουν από αυτόν. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ενόψει των όσων αναφέρονται στις αποφάσεις του Δικαστηρίου ημερ. 6.6.14 στις Γεν. Αιτήσεις 63/13 και 64/13, ο Αιτητής κωλύεται λόγω δεδικασμένου να προβάλλει ισχυρισμούς περί δήθεν παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του από τα αγγλικά Δικαστήρια, ως αποτέλεσμα της διαγραφής των υπερασπίσεων του στις αγωγές DREY, DCM, GRANTON και CHRYSOPA. Οι εν λόγω ισχυρισμοί του Αιτητή είναι εντελώς άσχετοι με την παρούσα αίτηση αφού η αγγλική απόφαση της αγωγής ΑΑΑ δεν εκδόθηκε ως αποτέλεσμα της διαγραφής οποιασδήποτε υπεράσπισης του Αιτητή, αλλά στη βάση αίτησης για συνοπτική απόφαση, στην οποία ο Αιτητής εκπροσωπήθηκε από δικηγόρους, καταχώρησε ένσταση, κατέθεσε μαρτυρία και υπέβαλε εισηγήσεις που λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν από το Αγγλικό Δικαστήριο. Ανέφερε περαιτέρω ότι το επιχείρημα ότι η διαγραφή της υπεράσπισης του Αιτητή στα πλαίσια των αγωγών DREY, DCM, GRANTON και CHRYSOPA και ο αποκλεισμός του Αιτητή από του να συνεχίσει να υπερασπίζεται στις εν λόγω αγωγές [εκτός αν παραδιδόταν στις αστυνομικές αρχές και προέβαινε σε πλήρη αποκάλυψη των περιουσιακών του στοιχείων] θα απέληγε σε παραβίαση του δικαιώματος του Αιτητή να τύχει δίκαιης δίκης, αναπτύχθηκε από τους δικηγόρους του ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου και κατά την ακρόαση της έφεσης του Αιτητή εναντίον του Διατάγματος (unless order) ημερ. 29.2.
  24. Τόσο το Αγγλικό Δικαστήριο όσο και το Αγγλικό Εφετείο, κατέληξαν ότι ο αποκλεισμός του Αιτητή να συνεχίσει να υπερασπίζεται στις εν λόγω αγωγές εκτός αν παραδιδόταν στις αστυνομικές αρχές και προέβαινε σε πλήρη αποκάλυψη των περιουσιακών του στοιχείων, δεν θα απέληγε σε παραβίαση του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη. Και τούτο ενόψει της διαγωγής του Αιτητή και της συνεχιζόμενης άρνησης του να συμμορφωθεί με τα Διατάγματα εναντίον του, ως και της μεγάλης πρακτικής σημασίας που είχε η συμμόρφωση του Αιτητή με τις υποχρεώσεις του για αποκάλυψη των περιουσιακών του στοιχείων, για σκοπούς διασφάλισης της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και προστασίας των συμφερόντων και δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση. Κρίθηκε ότι το μέτρο αυτό ήταν δίκαιο, αναγκαίο και αναλογικό (Τεκμήριο 5). Το γεγονός ότι ο Αιτητής έχει προχωρήσει στην καταχώρηση προσφυγής εναντίον της Αγγλικής Κυβέρνησης σε σχέση με ισχυριζόμενες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του, έκδηλα δεν αποτελεί λόγο που να δικαιολογεί την ακύρωση ή ανάκληση ή αναστολή ισχύος του επίδικου Διατάγματος Αναγνώρισης. Αυτή ήταν και η απόφαση του Δικαστηρίου στις Γεν. Αιτήσεις 63/13 και 64/
  25. Κανένα ανθρώπινο δικαίωμα του Αιτητή έχει παραβιαστεί κατά τις διαδικασίες ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων και η αναγνώριση της Αγγλικής Απόφασης δεν αντίκειται στη δημόσια τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η παρούσα αίτηση είναι αβάσιμη, κακόπιστη, καταχρηστική και αποσκοπεί αποκλειστικά στην καθυστέρηση στη λήψη μέτρων για εκτέλεση της αγγλικής απόφασης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες έχω διεξέλθει με την επιβαλλόμενη προσοχή και ειδική αναφορά στις εκατέρωθεν εισηγήσεις θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο. Ο πρώτος λόγος που η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή επικαλείται για ακύρωση και/ή παραμερισμό του Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 25.2.14, είναι ότι η αναγνώριση της αλλοδαπής απόφασης ημερ. 26.11.13, αντίκειται στη δημόσια τάξη που εφαρμόζεται και ακολουθείται στην Κυπριακή Δημοκρατία, δυνάμει του άρθρου 34
(1)του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, το οποίο ορίζει ως εξής: Αρ. 34
(1)«Απόφαση δεν αναγνωρίζεται:
  1. αν η αναγνώριση αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως.» Ειδικότερα, είναι η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Αιτητή ότι αυτός κατά τη διάρκεια εκδίκασης της αγωγής ΑΑΑ, όπως και στις διαδικασίες DREY, DCM και GRANTON ενώπιον των Βρετανικών Δικαστηρίων, έτυχε άδικης μεταχείρισης από τα Βρετανικά Δικαστήρια, σε τέτοιο δυσανάλογο βαθμό, που αποστερήθηκε των ουσιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων του να τύχει δίκαιης δίκης. Η συμπεριφορά του Βρετανικού Δικαστηρίου στις διαδικασίες DREY, DCM και GRANTON, αποστέρησε από τον Αιτητή το δικαίωμα να προωθήσει την υπεράσπιση του και να ακουστεί, με αποτέλεσμα να αποστερηθεί του ιδίου δικαιώματος και στη διαδικασία ΑΑΑ, αφού λόγω των συνθηκών και του κατατρεγμού του, δεν κατέστη δυνατό να υπερασπιστεί τον εαυτό του στην υπόθεση ΑΑΑ. Η πιο πάνω εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνη για δύο λόγους: Ο πρώτος γιατί, όπως ορθά υπέδειξε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ΄ ων η Αίτηση, παραπέμποντας στις παραγράφους 47, 48, 49 και 51 - 57 της απόφασης του Δικαστή Henderson ημερ. 26.11.13 (Τεκμήριο 3 στην Κυρίως Αίτηση), αυτός δεν βασίστηκε ούτε και επηρεάστηκε από το γεγονός της διαγραφής των υπερασπίσεων του Αιτητή στις αγωγές DREY, DCM, GRANTON και CHRYSOPA, ούτε και στηρίχθηκε σε οποιαδήποτε ευρήματα έγιναν στα πλαίσια των εν λόγω αγωγών μετά την διαγραφή των υπερασπίσεων του Αιτητή. Τα ευρήματα στα οποία αναφέρθηκε ο Δικαστής Henderson, ήταν τα ευρήματα που έγιναν από τον Δικαστή Teare στα πλαίσια της απόφασης του ημερ. 16.2.12 στην αίτηση Παρακοής (στην οποία ο αιτητής συμμετείχε πλήρως εκπροσωπούμενος από δικηγόρους), ως και τα ευρήματα που έγιναν από το Αγγλικό Εφετείο στα πλαίσια της αίτησης ημερ. 16.11.12 (στην οποία ο Αιτητής επίσης εκπροσωπείτο από δικηγόρους). Το αγγλικό Διάταγμα το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής ΑΑΑ, το οποίο αναγνωρίσθηκε με το επίδικο Διάταγμα Αναγνώρισης, δεν εκδόθηκε ως αποτέλεσμα της διαγραφής των υπερασπίσεων του Αιτητή στις αγωγές DREY, DCM, GRANTON και CHRYSOPA αλλά στη βάση αίτησης για Συνοπτική Απόφαση που καταχωρήθηκε από τους Καθ΄ ων η Αίτηση. Το Διάταγμα (Unless Order) ημερ. 29.2.12 που εκδόθηκε από το Δικαστή Teare, δεν αφορούσε ούτε και κάλυπτε την αγωγή ΑΑΑ στην οποία ο Αιτητής εκπροσωπείτο από δικηγόρους και καταχώρησε ένσταση και μαρτυρία. Ο δεύτερος γιατί, πανομοιότυπος ισχυρισμός προβλήθηκε από τον Αιτητή στα πλαίσια των Γενικών Αιτήσεων 63/13 και 64/13 - που αφορούσαν την αναγνώριση των αποφάσεων του Αγγλικού Δικαστηρίου που εκδόθηκαν στα πλαίσια των αγωγών DREY και DCM (αντίστοιχα) - και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο ως αβάσιμος. Το πιο κάτω απόσπασμα από τις αποφάσεις του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 6.6.14 είναι σχετικό: «Μελέτησα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις επί του εγερθέντος θέματος και εξέτασα, υπό το φως των αρχών που τέθηκαν στην υπόθεση Gambazzi (ανωτέρω), την όλη διαδικασία που ακολουθήθηκε στο Αγγλικό Δικαστήριο ως και το σύνολο των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι υπό το φως των γεγονότων που επισημάνθηκαν πιο πάνω, (σελ. 20-22 της παρούσας) ο αποκλεισμός του Αιτητή από του να συνεχίσει να υπερασπίζεται στην αγωγή, ήταν το αποτέλεσμα σωρείας ενεργειών και παραλείψεων του, που καταδεικνύουν μια πλήρη και απόλυτη περιφρόνηση για το Δικαστήριο και τη δικαστική διαδικασία, και παρεμπόδιζαν την ορθή και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Σε όλα τα στάδια της διαδικασίας μέχρι και την έκδοση της απόφασης που αναγνωρίστηκε με το Επίδικο Διάταγμα Αναγνώρισης, τόσο το Αγγλικό Δικαστήριο όσο και το Αγγλικό Εφετείο σεβάστηκαν πλήρως το δικαίωμα του Αιτητή να ακουστεί και να υπερασπιστεί τον εαυτό του και έδωσαν σε αυτό τη δυνατότητα να εξαντλήσει όλα τα ένδικα μέσα που είχε στη διάθεσή του προκειμένου να αμφισβητήσει τόσο το αρχικό Διάταγμα Παγοποίησης και το συναφές διάταγμα με το οποίο διατασσόταν να αποκαλύψει τα περιουσιακά του στοιχεία όσο και, στη συνέχεια, (α) την απόφαση με την οποία κρίθηκε ένοχος παρακοής διατάγματος και καταφρόνησης του Δικαστηρίου και (β) το Διάταγμα (Unless Order) ημερομηνίας 29.2.2012 με το οποίο διατασσόταν να παραδοθεί στις αστυνομικές αρχές και να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των περιουσιακών του στοιχείων προκειμένου να αποφύγει τη διαγραφή των υπερασπίσεων που καταχώρησε στη σχετική αγωγή. Είναι σημαντικό το γεγονός - όπως προκύπτει από τις παρ. 110-194 της απόφασης του Αγγλικού Εφετείου ημερ. 6.11.12 (Τεκμήριο 7 στην Ένορκη δήλωση ημερ. 9.1.13 που υποστηρίζει την κυρίως Αίτηση) - ότι το επιχείρημα ότι ο αποκλεισμός του Αιτητή από του να συνεχίσει να υπερασπίζεται στη σχετική αγωγή εκτός εάν αυτός (α) παραδιδόταν στις αστυνομικές αρχές και (β) προέβαινε σε πλήρη αποκάλυψη των περιουσιακών του στοιχείων, θα απέληγε σε παραβίαση του δικαιώματος του Αιτητή να τύχει δίκαιης δίκης αναπτύχθηκε από τους δικηγόρους του Αιτητή τόσο κατά την ακρόαση ενώπιον του Δικαστή Teare επί της αίτησης των Καθ' ων η Αίτηση για έκδοση σχετικού Διατάγματος (Unless Order) όσο και κατά την ακρόαση της έφεσης που καταχωρήθηκε εκ μέρους του Αιτητή κατά του σχετικού Διατάγματος (Unless Order) ημερομηνίας 29.2.2012 που εκδόθηκε από το Δικαστή Teare. Το επιχείρημα αυτό εξετάστηκε τόσο από το Δικαστή Teare όσο και από το Αγγλικό Εφετείο με εκτενή αναφορά στη νομολογία τόσο των Αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Τόσο ο Δικαστής Teare όσο και το Αγγλικό Εφετείο κατέληξαν ότι, υπό τις περιστάσεις, ο αποκλεισμός του Αιτητή από του να συνεχίσει να υπερασπίζεται την εν λόγω αγωγή δεν θα απέληγε σε παραβίαση του δικαιώματος του να τύχει δίκαιης δίκης καθότι, εν όψει, της διαγωγής του Αιτητή και της συνεχιζόμενης άρνησης του να συμμορφωθεί με τα διατάγματα που εκδόθηκαν εναντίον του αφ' ενός και της μεγάλης πρακτικής σημασίας που η συμμόρφωση του Αιτητή με τις υποχρεώσεις του για αποκάλυψη περιουσιακών στοιχείων είχε για σκοπούς διασφάλισης της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και προστασίας των συμφερόντων και δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση αφ' ετέρου, το μέτρο αυτό ήταν δίκαιο, αναγκαίο και αναλογικό (fair, necessary and proportionate) (Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση ημερ. 9.1.13, παρ. 110-194). Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, την όλη διαδικασία που ακολουθήθηκε στα Αγγλικά Δικαστήρια και το σύνολο των περιστάσεων, κρίνω ότι το μέτρο αποκλεισμού του Αιτητή από του να συνεχίσει να υπερασπίζεται στην αγωγή, δεν συνιστά προφανή και δυσανάλογη παραβίαση του δικαιώματος του Αιτητή σε δίκαιη δίκη και η αναγνώριση της Αγγλικής απόφασης στην Κύπρο, δεν αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και τούτο έχοντας συγχρόνως κατά νου και την Κυπριακή Απόφαση Άκης Γρηγορίου (ανωτέρω).» Επομένως, ο πρώτος λόγος ακύρωσης του Διατάγματος ημερ. 25.2.14 δεν γίνεται αποδεκτός και απορρίπτεται. Ο δεύτερος λόγος που η πλευρά του Αιτητή επικαλείται για ακύρωση του Διατάγματος ημερ. 25.2.14 είναι η προσφυγή του Αιτητή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), η οποία εκκρεμεί, καταγγέλλοντας τη Βρετανία για αποστέρηση του ανθρώπινου δικαιώματος για δίκαιη δίκη με βάση το Διάταγμα Debarring Order, όπως προνοείται στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Έγινε εισήγηση από την ευπαίδευτη συνήγορο του Αιτητή ότι σε περίπτωση επιτυχίας του Αιτητή στην προσφυγή του, η διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της μονομερούς απόφασης ημερ. 26.11.13 θα υπόκειται παραμερισμό, όπως και το επίδικο Διάταγμα αναγνώρισης ημερ. 25.2.
  2. Επομένως είναι νομικά ορθό, όπως η παρούσα διαδικασία η οποία καθίσταται πρόωρη, απορριφθεί και/ή ανασταλεί μέχρι το ΕΔΑΔ αποφασίσει επί των θεμάτων που άπτονται της παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Αιτητή από τα Βρετανικά Δικαστήρια. Πανομοιότυπος ισχυρισμός προβλήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του Αιτητή στα πλαίσια των Γεν. Αιτήσεων 63/13 και 64/13 ο οποίος επίσης απορρίφθηκε από το Δικαστήριο και σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Η εισήγηση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η καταχώρηση προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) δεν αποτελεί λόγο για τον οποίο το παρόν Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αναγνωρίσει και εκτελέσει την απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου, η οποία αναγνωρίστηκε με το επίδικο Διάταγμα ημερ. 21.1.
  3. Οι λόγοι για τους οποίους Δικαστήριο Κράτους Μέλους μπορεί να αρνηθεί να αναγνωρίσει απόφαση Δικαστηρίου άλλου Κράτους Μέλους καθορίζονται εξαντλητικά στα άρθρα 34 και 35 του ΕΚ 44/2001 και η εκκρεμότητα προσφυγής που καταχωρείται στο ΕΔΑΔ δεν περιλαμβάνεται στους λόγους αυτούς. Περαιτέρω, η εκκρεμότητα προσφυγής στο ΕΔΑΔ δεν αποτελεί λόγο για αναστολή της παρούσας διαδικασίας ή του επίδικου Διατάγματος ημερ. 21.1.
  4. Και τούτο γιατί σύμφωνα με το άρθρο 46
(1)
(2)του ΕΚ 44/2001, αναστολή της διαδικασίας εκτέλεσης απόφασης μπορεί να διαταχθεί μόνο στις περιπτώσεις όπου καταχωρείται έφεση εναντίον της αλλοδαπής απόφασης στο Κράτος Μέλος προέλευσης δηλαδή στο Κράτος Μέλος στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση. Το άρθρο 46
(1)
(2)έχει ως ακολούθως: «46.
  1. Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ασκείται το ένδικο μέσο σύμφωνα με τα άρθρα 43 ή 44, μπορεί, με αίτηση του διαδίκου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση, να αναστείλει τη διαδικασία αν κατά της αλλοδαπής αποφάσεως έχει ασκηθεί στο κράτος μέλος προελεύσεως τακτικό ένδικο μέσο, ή αν η προθεσμία για την άσκηση του δεν έχει ακόμα εκπνεύσει· στη τελευταία περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να τάξει προθεσμία για την άσκηση του ένδικου αυτού μέσου.
  2. Αν η απόφαση έχει εκδοθεί στην Ιρλανδία ή το Ηνωμένο Βασίλειο, κάθε ένδικο μέσο ή προσφυγή που προβλέπεται στο κράτος μέλος προελεύσεως θεωρείται, για την εφαρμογή της πρώτης παραγράφου, ως τακτικό ένδικο μέσο.» Είναι επομένως σαφές ότι η προσφυγή στο ΕΔΑΔ δεν αποτελεί τακτικό ένδικο μέσο, το οποίο έχει ασκηθεί στο Κράτος Μέλος προέλευσης. Ο Αιτητής θα μπορούσε να επικαλεστεί το άρθρο 46
(1)ανωτέρω, μόνο στην περίπτωση που καταχωρούσε έφεση εναντίον της απόφασης που αναγνωρίστηκε με το επίδικο Διάταγμα ημερ. 23.1.13, στα Δικαστήρια του Ηνωμένου Βασιλείου. Τέτοια έφεση δεν έχει καταχωρηθεί.» Για όλα τα πιο πάνω, ούτε ο δεύτερος λόγος ακύρωσης του Διατάγματος ημερ. 25.2.14 γίνεται αποδεκτός και απορρίπτεται. Ο τρίτος λόγος ακύρωσης του επίδικου Διατάγματος ημερ. 25.2.14 είναι η έλλειψη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων να επιληφθούν της αναγνώρισης της επίδικης αλλοδαπής απόφασης ημερ. 26.11.13. Έγινε εισήγηση από την ευπαίδευτη συνήγορο του Αιτητή ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και/ή τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να προβούν σε αναγνώριση της επίδικης αλλοδαπής απόφασης ημερ. 26.11.13 λόγω μη ικανοποίησης των προνοιών του άρθρου 39
(2)του ΕΚ 44/2001, διότι ο Αιτητής δεν είναι Κύπριος Πολίτης, δεν κατοικεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ή σε άλλο Κράτος Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε και κατέχει περιουσία στην Κυπριακή Δημοκρατία. Το άρθρο 39
(1)
(2)ορίζει ως εξής:
  1. Η αίτηση υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο ή αρμόδια αρχή των οποίων ο κατάλογος σημειώνεται το παράρτημα ΙΙ.
  2. Η κατά τόπον αρμοδιότητα καθορίζεται από την κατοικία του προσώπου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση ή από τον τόπο εκτέλεσης.» Πανομοιότυπος ισχυρισμός προβλήθηκε από τον Αιτητή στα πλαίσια των αιτήσεων 63/13 και 64/13, ο οποίος επίσης δεν έγινε αποδεκτός από το Δικαστήριο και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστηρίου είναι σχετικό: «Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω εισήγηση. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του ΕΚ 44/2001, ο διάδικος που ζητά την αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπής απόφασης δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιζητείται η αναγνώριση και εκτέλεση, διαθέτει περιουσιακά στοιχεία εντός της επικράτειας του Κράτους Μέλους όπου επιζητείται η αναγνώριση. Σύμφωνα με τα άρθρα 41 και 53 του ΕΚ 44/01, η αλλοδαπή απόφαση αναγνωρίζεται και κηρύσσεται εκτελεστή με την απλή παρουσίαση αντιγράφου της αλλοδαπής απόφασης και της βεβαίωσης του αλλοδαπού Δικαστηρίου. Τα άρθρα 41 και 53 έχουν ως ακολούθως: «
  3. Η απόφαση κηρύσσεται εκτελεστή ευθύς ως ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 53 χωρίς έλεγχο των λόγων μη εκτέλεσης, που αναφέρονται στα άρθρα 34 και
  4. Ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση δε δύναται στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, να καταθέσει προτάσεις. 53.
(1)Ο διάδικος που επικαλείται την αναγνώριση ή ζητεί την κήρυξη της εκτελεστότητας οφείλει να προσκομίσει αντίγραφο της αποφάσεως, το οποίο να συγκεντρώνει τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας.
(2)Ο διάδικος που ζητεί την κήρυξη της εκτελεστότητας οφείλει επίσης να προσκομίσει τη βεβαίωση που προβλέπεται στο άρθρο 54, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 55.» Περαιτέρω είναι σαφές ότι η μη ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του εξ' αποφάσεως χρεώστη εντός του Κράτους Μέλους όπου επιζητείται η αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπής απόφασης δεν περιλαμβάνεται στους λόγους που καθορίζονται εξαντλητικά στα άρθρα 34 και 35 του ΕΚ 44/
  1. Εν πάση περιπτώσει, όπως αναφέρθηκε από τον ενόρκως δηλούντα εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση στην ένορκη του δήλωση ημερ. 25.8.13, τόσο τα Αγγλικά Δικαστήρια όσο και τα Κυπριακά Δικαστήρια κατέληξαν, στη βάση ογκωδέστατου μαρτυρικού υλικού που παρουσιάστηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση, ότι υπάρχουν ισχυρότατοι λόγοι που δικαιολογούν την πεποίθηση ότι τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτονται από τα Κυπριακά Διατάγματα Παγοποίησης (στα οποία περιλαμβάνονται οι μετοχές και τα περιουσιακά στοιχεία πολύ μεγάλου αριθμού Κυπριακών εταιρειών) ανήκουν στον Αιτητή. Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο Αιτητής είναι ο τελικός δικαιούχος ιδιοκτήτης αριθμού Κυπριακών εταιρειών έγινε ρητά παραδεκτό από τον ίδιο στα πλαίσια των διαδικασιών ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση ημερ. 28.5.13). Είναι επίσης σημαντικό ότι ο Αιτητής επέλεξε να μην καταχωρήσει ενστάσεις στα Κυπριακά Διατάγματα Παγοποίησης και αυτά έγιναν απόλυτα στα πλαίσια της Γεν. Αίτηση 388/
  2. Σ' ότι αφορά τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής δεν έχει την κατοικία του στην Κυπριακή Δημοκρατία, παραπέμπω στην παρ.10 του Προοιμίου του ΕΚ 44/01 που ορίζει ως ακολούθως: «Για τους σκοπούς της ελεύθερης κυκλοφορίας των αποφάσεων, οι αποφάσεις που εκδίδονται σε κράτος μέλος το οποίο δεσμεύεται από τον ανά χείρας κανονισμό αναγνωρίζονται και εκτελούνται σε άλλο κράτος μέλος που δεσμεύεται από τον ανά χείρας κανονισμό, ακόμη και αν ο καταδικασθείς οφειλέτης έχει την κατοικία του σε τρίτο κράτος.» Σχετικό είναι επίσης το άρθρο 43
(5)του ΕΚ 44/01 που ορίζει ότι: «43
(5)Το ένδικο μέσο κατά της κήρυξης εκτελεστότητας ασκείται εντός μηνός από την επίδοση ή την κοινοποίησή της. Αν ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο στο οποίο κηρύχθηκε η εκτελεστότητα, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου είναι δύο μήνες από την ημέρα που έγινε η επίδοση ή η κοινοποίηση προσωπικά ή στην κατοικία του. Η προθεσμία αυτή δεν παρεκτείνεται λόγω απόστασης.» Είναι επομένως σαφές ότι η εκτέλεση απόφασης μπορεί να ζητηθεί και εναντίον διάδικου που έχει την κατοικία του στο έδαφος Κράτους Μέλους άλλου από εκείνο όπου επιδιώκεται να εκτελεστεί η σχετική απόφαση. Τέλος, διευκρινίζεται ότι η επίκληση εκ μέρους της ευπαίδευτης συνηγόρου του Αιτητή των άρθρων 3, 4, 5-7, και 22, του Κεφ. ΙΙ του ΕΚ 44/01 δεν εφαρμόζονται στην παρούσα περίπτωση, εφόσον οι διατάξεις του Κεφ. ΙΙ καθορίζουν τα Δικαστήρια που έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την ουσία διαφορών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού, ενώ οι διατάξεις που περιέχονται στο Κεφ. ΙΙΙ του Κανονισμού ρυθμίζουν την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων που εκδίδονται από τα Δικαστήρια που έχουν δικαιοδοσία επί της ουσίας στα υπόλοιπα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.» Κατ' επέκταση, ούτε και αυτός ο λόγος ακύρωσης ευσταθεί και απορρίπτεται. Πανομοιότυπους ισχυρισμούς που σχετίζονται με τον τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγο ακύρωσης του επίδικου Διατάγματος Αναγνώρισης ημερ. 25.2.14, προβλήθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο του Αιτητή στα πλαίσια των Γεν. Αιτήσεων 63/13 και 64/13 και τα ακόλουθα αποσπάσματα από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου είναι σχετικά: «Ο τέταρτος λόγος ακύρωσης αφορά την παράλειψη του Δικαστηρίου να καθορίσει το δικαίωμα και το χρόνο εντός του οποίου ο Αιτητής θα δικαιούταν να αποταθεί για παραμερισμό του Διατάγματος Αναγνώρισης και εκτέλεσης. Ούτε και αυτός ο λόγος ευσταθεί. Το δικαίωμα του Αιτητή να ασκήσει ένδικο μέσο κατά του επίδικου Διατάγματος Αναγνώρισης ημερ. 21.1.13 και η προθεσμία για άσκηση τέτοιου ένδικου μέσου προκύπτει από το άρθρο 43 του ΕΚ 44/01 και καμία δικονομική διάταξη υπάρχει που να καθιστά αναγκαία την αναφορά των θεμάτων αυτών, στο κείμενο του επίδικου Διατάγματος Αναγνώρισης. Το άρθρο 43 έχει ως ακολούθως:
  1. Κατά της αποφάσεως που εκδίδεται επί της αιτήσεως για την κήρυξη της εκτελεστότητας μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο και από τους δύο διαδίκους.
  2. Το ένδικο μέσο ασκείται ενώπιον του δικαστηρίου που αναφέρεται στο παράρτημα ΙΙΙ.
  3. Το ένδικο μέσο εκδικάζεται σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας.
  4. Αν ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση ερημοδικήσει ενώπιον του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται του ένδικου μέσου, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 26 παράγραφοι 2 έως 4 ακόμα και αν ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση δεν έχει την κατοικία του στο έδαφος κάποιου από τα κράτη μέλη.
  5. Το ένδικο μέσο κατά της κήρυξης εκτελεστότητας ασκείται εντός μηνός από την επίδοση ή την κοινοποίησή της. Αν ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο στο οποίο κηρύχθηκε η εκτελεστότητα, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου είναι δύο μήνες από την ημέρα που έγινε η επίδοση ή η κοινοποίηση προσωπικά ή στην κατοικία του. Η προθεσμία αυτή δεν παρεκτείνεται λόγω απόστασης.» Ο πέμπτος λόγος ακύρωσης του Διατάγματος ημερ. 21.1.13 αφορά την παράλειψη των Καθ' ων η Αίτηση να αιτηθούν από το Δικαστήριο άδεια για σφράγιση της αίτησης για αναγνώριση, προτού αυτή κατατεθεί στο Δικαστήριο. Ο λόγος αυτός κρίνεται ως εντελώς αβάσιμος και θα πρέπει επίσης να απορριφθεί. Και τούτο γιατί δεν υπάρχει καμία δικονομική διάταξη που να απαιτεί τη λήψη άδειας του Δικαστηρίου για την καταχώριση αίτησης για αναγνώριση αλλοδαπής απόφασης. Η αντίθετη θέση του Αιτητή συγκρούεται με το άρθρο 33
(1)του ΕΚ 44/01, το οποίο προνοεί ότι «Απόφαση που εκδίδεται σε κράτος μέλος αναγνωρίζεται στα λοιπά κράτη μέλη χωρίς ιδιαίτερη διαδικασία.» ως και με τις παρ. 16 και 17 του προοιμίου του Κανονισμού που προνοούν ότι: «
  1. Η αμοιβαία εμπιστοσύνη στην απονομή της δικαιοσύνης δικαιολογεί την αυτόματη αναγνώριση των αποφάσεων που εκδίδονται σε κράτος μέλος, χωρίς να απαιτείται καμία διαδικασία, εκτός σε περίπτωση αμφισβήτησης.
  2. Η προαναφερόμενη αμοιβαία εμπιστοσύνη απαιτεί αποτελεσματικότητα και ταχύτητα της διαδικασίας με την οποία κηρύσσεται εκτελεστή σε κράτος μέλος, απόφαση που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος. Για το σκοπό αυτό μια απόφαση θα πρέπει να κηρύσσεται εκτελεστή κατά τρόπο οιονεί αυτόματο, μετά από απλό τυπικό έλεγχο των υποβαλλόμενων εγγράφων, χωρίς να έχει το δικαστήριο τη δυνατότητα να προβάλει αυτεπαγγέλτως έναν από τους λόγους μη εκτέλεσης που προβλέπονται από τον ανά χείρας κανονισμό.» Ο έκτος λόγος ακύρωσης σχετίζεται με την θέση του Αιτητή ότι δεν παρέχεται ευχέρεια για εκτέλεση της αλλοδαπής απόφασης στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή επεσήμανε ότι η παραδοχή του Αιτητή ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων αφορά την ύπαρξη συμφερόντων σε κατασκευαστικά έργα ή/και κτιριακά συγκροτήματα που βρίσκονται σε τρίτες χώρες και ανήκουν σε εταιρείες του εξωτερικού που έμμεσα σχετίζονται με τις υπό αναφορά από τους Καθ' ων η Αίτηση εταιρείες που εδράζονται στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η θέση του Αιτητή είναι ότι τα τελικά του συμφέροντα δεν σχετίζονται άμεσα με τις Κυπριακές εταιρείες που αναφέρονται από τους Καθ' ων η Αίτηση και το ακριβές συμφέρον του στις εν λόγω εταιρείες κρατείται σε μορφή εμπιστεύματος προς όφελος του το οποίο δεν συστάθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία. Επομένως, είναι αδύνατο η υπό κρίση αλλοδαπή απόφαση να μπορεί να τύχει εκτέλεσης στην Κυπριακή Δημοκρατία και οι Καθ' ων η Αίτηση δεν υπέδειξαν το εγγεγραμμένο γραφείο των εταιρειών που αναφέρονται ως σχετικές με τα συμφέροντα του Αιτητή ώστε να διαπιστωθεί η κατά τόπο αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Όπως ορθά επισημάνθηκε από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση, το κατά πόσο ο Αιτητής είναι ο τελικός δικαιούχος ιδιοκτήτης των περιουσιακών στοιχείων που καλύπτονται από τα Κυπριακά Διατάγματα Παγοποίησης, είναι θέμα που έχει ήδη αποφασιστεί τόσο από τα αγγλικά όσο και από τα Κυπριακά Δικαστήρια με την έκδοση των Κυπριακών Διαταγμάτων Παγοποίησης στα πλαίσια της Γεν. Αίτησης 388/
  3. Συμφωνώ με τη θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση ότι είναι στο στάδιο εκτέλεσης της απόφασης που αναγνωρίστηκε με το επίδικο Διάταγμα Αναγνώρισης επί συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων που καλύπτονται από τα Κυπριακά Διατάγματα Παγοποίησης, που το Δικαστήριο - ενώπιον του οποίου θα τεθούν οι σχετικές αιτήσεις των Καθ' ων η Αίτηση για εκτέλεση - θα αποφασίσει κατά πόσο τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία αποτελούν ή όχι περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων μπορεί να εκτελεστεί η σχετική απόφαση, ως και κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται να αμφισβητεί ότι τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία ανήκουν στον ίδιο. Το κατά πόσο τα περιουσιακά στοιχεία που καλύπτονται από τα Κυπριακά Διατάγματα Παγοποίησης ανήκουν στον Αιτητή είναι θέμα που καμία σημασία έχει για σκοπούς της παρούσας αίτησης. Ωστόσο είναι σημαντικό να τονιστεί ότι σύμφωνα με την Κυπριακή Νομοθεσία, δικαστική απόφαση μπορεί να εκτελεστεί όχι μόνο επί περιουσίας που είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι του εξ' αποφάσεως χρεώστη αλλά και επί κάθε περιουσίας στην οποία ο εξ' αποφάσεως χρεώστης έχει ωφέλιμο (beneficial) ή άλλο ιδιοκτησιακό συμφέρον, όπως για παράδειγμα το άρθρο 3
(1)του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου, Ν. 31
(1)/92 και αρ.74 και 75 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6.» Για όλα τα πιο πάνω είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι κανένας από τους λόγους που ο Αιτητής επικαλείται για ακύρωση και/ή παραμερισμό και/ή ανάκληση και/ή αναστολή του επίδικου Διατάγματος Αναγνώρισης ημερ. 25.2.14 ευσταθεί. Περαιτέρω, είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι οι αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 6.6.14, οι οποίες εκδόθηκαν στα πλαίσια των Γενικών Αιτήσεων με αρ. 63/13 και 64/13, δημιουργούν δεδικασμένο - εφόσον με αυτές αποφασίστηκαν ως ανωτέρω, πανομοιότυποι λόγοι ακύρωσης με αυτούς που προβάλλονται στην παρούσα διαδικασία - και επομένως ο Αιτητής εμποδίζεται να εγείρει εκ νέου τους ίδιους ακριβώς λόγους ακύρωσης, στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση και σε βάρος του Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ................. Στ. Χατζηγιάννη Π.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Ε.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.