CYMAT BUILDING MATERIALS LTD ν. CHRISTOFI BROS TRADING LTD, Αρ. Αγωγής: 4543/2013, 10/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A402 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 4543/2013 Μεταξύ: CYMAT BUILDING MATERIALS LTD Ενάγοντες -και- CHRISTOFI BROS TRADING LTD Εναγομένων Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης 10 Νοεμβρίου, 2014. Εμφανίσεις Για τους Ενάγοντες: κος Κούτρας. Για τους Εναγομένους: κος Κούμας. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την επίδικη αίτηση οι ενάγοντες αιτούνται έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων. Πριν οτιδήποτε άλλο κρίνω πρόσφορο να παραθέσω το νομικό πλαίσιο που διέπει το ζήτημα. Είναι αντιληπτό ότι δεν νοείται παρέκκλιση από τα ειωθότα της δικαστικής διαδικασίας. Η δίκη και ιδιαίτερα η κλήτευση μαρτύρων από αμφότερες τις πλευρές, είναι ό,τι αναδεικνύει τα επίδικα ζητήματα και επιτρέπει στο δικαστήριο να διαγνώσει την αλήθεια, διεργασία η οποία αποτελεί ύψιστο στόχο του δικαίου. Από την άλλη το δικαστήριο ανακτά δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης εκεί όπου ικανοποιούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Τούτες είναι οι ακόλουθες: η αγωγή καταχωρίστηκε σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα δυνάμει του κ.6 της Δ.2· ο εναγόμενος καταχώρισε εμφάνιση· και η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και δηλώνει ότι καθώς πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782, Νεάρχου κ.α. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1Β Α.Α.Δ.818 και Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας v. CAA Travel Media Ltd
(2008)1B A.A.Δ. 837). Πλήρωση των πιο πάνω προϋποθέσεων μεταθέτει το βάρος στους ώμους του εναγομένου ο οποίος καλείται∙ είτε να ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, είτε να αποκαλύψει γεγονότα που του δίνουν δικαίωμα υπεράσπισης (βλ. Νεάρχου (πιο πάνω), Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 221, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ.239, Λαζάρου v. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ.817, N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ.1912 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Χατζηνέστορος
(1989)1 Α.Α.Δ.204). Επανερχόμενος στην υπό κρίση αίτηση παρατηρώ τα ακόλουθα. Η αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, συγκεκριμένα τη Δ.18 και τη Δ.48 κ.2, καθώς επίσης στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία εδράζεται η αίτηση αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις της Μαρίας Κωνσταντίνου. Και η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, και συγκεκριμένα τη Δ.39 και τη Δ.48 κ.κ.1-4, 6, 8 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμων 14/1960, άρθρα 29 - 33 και 42, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 9 και 49, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις αρχές της επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του δικαστηρίου. Και σε αυτή την περίπτωση η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκες δηλώσεις. Τούτες ορκίζεται ο Χριστοφής Χριστοφή. Επεξηγείται ότι η αναφορά σε ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, οφείλεται στο γεγονός ότι μετά την καταχώριση της ένστασης η πλευρά των εναγόντων ζήτησε άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Αφότου δόθηκε σχετική άδεια ανάλογο αίτημα υποβλήθηκε και από την πλευρά των εναγομένων και ακολούθησε καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως από τους εναγόμενους. Τέλος, οι ενάγοντες έλαβαν άδεια και καταχώρισαν και τρίτη ένορκο δήλωση. Τούτες τις δηλώσεις ορκίζονται πάντα τα ίδια πρόσωπα, δηλαδή η Μαρία Κωνσταντίνου για τους ενάγοντες και ο Χριστοφής Χριστοφή για τους εναγόμενους. Οι ένορκες δηλώσεις των εναγόντων καταχωρίστηκαν στις πιο κάτω ημερομηνίες. 11.10.2013 - τούτη είναι η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την αίτηση - 12.2.2014 και 23.6.
- Η δε ημερομηνίες που καταχωρίστηκαν οι ένορκες δηλώσεις των εναγομένων είναι 22.11.2013 - είναι η ένορκος δήλωση που καταχωρίστηκε με την ένσταση - και 16.5.
- Σύνοψη των αναφερομένων στις ένορκες δηλώσεις επιχειρείται πιο κάτω. Καμία από τις δύο πλευρές ζήτησε αντεξέταση και έτσι η ακρόαση περιορίστηκε στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων. Δεν κρίνω χρήσιμο να επαναλάβω ό,τι ανέφεραν εφόσον η διεργασία που ακολουθεί αναδεικνύει ό,τι σχετικό. Η υπεράσπιση αμφισβητά ακόμη και αυτό το κλητήριο ένταλμα. Διατείνεται εν προκειμένω ότι απάδει των προϋποθέσεων που θέτει ο κ.6 της Δ.2 και αυτό γιατί εδράζεται σε αναγνώριση χρέους και τιμολόγια, ισχυρισμοί οι οποίοι δεν αποτελούν αναγνωρισμένη βάση αγωγής. Με όλο το σεβασμό στον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων έχω την άποψη ότι η πιο πάνω θέση είναι αποτέλεσμα πλημμελούς ανάγνωσης του κλητηρίου εντάλματος και παρανόησης, ενδεχομένως, σχετικών νομικών αρχών. Στην παράγραφο Α του κλητηρίου εντάλματος αναφέρεται ρητά η βάση στην οποία εδράζεται η αξίωση. Ό,τι εκεί αναφέρεται λοιπόν είναι «οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει παραδεδεγμένου λογαριασμού και/ή λογαριασμού και/ή ποσό οφειλόμενο δυνάμει καταστάσεως λογαριασμών και/ή τιμολογίων και/ή ένεκεν πωλήσεως και παραδόσεως εμπορευμάτων και/ή λόγω αναγνώρισης χρέους». Και οι λεπτομέρειες όμως που παρατίθενται στο κλητήριο ένταλμα δεν υπολοίπονται επάρκειας και δεν αντιφάσκουν της αξίωσης. Στην 3η παράγραφο με πλέον σαφή και ξεκάθαρο τρόπο αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι ήταν πελάτες των εναγόντων εφόσον προέβαιναν σε αγορές οικοδομικών υλικών επί πιστώσει. Σε κάθε περίπτωση εκδίδονταν χρεωστικά τιμολόγια. Την 29.5.2013 το χρεωστικό υπόλοιπο των εναγομένων ανερχόταν σε €9.489,42 πλέον τόκο προς 9% (βλ. 4η παράγραφο έκθεσης απαιτήσεως). Στη δε 9η παράγραφο αναφέρονται διάφορες πληρωμές που έκαναν οι εναγόμενοι έναντι του λογαριασμού που διατηρούσαν οι διάδικοι. Ομοίως στη 10η παράγραφο προβάλλεται ισχυρισμός για δοσοληψίες των μερών που διαφοροποίησαν την κατάσταση λογαριασμού. Όλα τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι η αξίωση δεν περιορίζεται σε αναγνώριση χρέους, δια την οποία έχει νομολογηθεί ότι δεν συνιστά αυτοτελή βάση αγωγής αλλά μόνο μέσω απόδειξης (βλ. Ιγνατίου ν. Λεμονάρη
(2004)1 Γ. Α.Α.Δ. 1562, 1566). Τέτοιος ισχυρισμός προβάλλεται στην 6η παράγραφο του κλητηρίου εντάλματος και συναρτάται, ως αντιλαμβάνομαι, με τις λοιπές βάσεις αγωγής, ήτοι. παραδεδεγμένος λογαριασμός και/ή κατάσταση λογαριασμού. Ενόψει όλων των πιο πάνω δεν αντιλαμβάνομαι γιατί η υπεράσπιση απομονώνει τα αναφερόμενα σε αναγνώριση χρέους και τιμολόγια. Εν πάση περιπτώσει, στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, 348 υποδείχθηκε ότι τα τιμολόγια συνιστούν μέρος του λογαριασμού. Λέχθηκε εκεί ότι: «Εφόσον η αγωγή βασιζόταν σε τιμολόγια, αυτά έπρεπε να θεωρηθούν σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στον Halsbury's Laws of England, 3η Έκδ. Τόμος 34, σελ. 171, ως ο έγγραφος λογαριασμός μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με προϊόντα παραδοθέντα στον αγοραστή με αναφορά στην τιμή ή τη χρέωση». Εν κατακλείδι, κατάσταση λογαριασμού και παραδεδεγμένος λογαριασμός, είναι αναγνωρισμένες βάσεις αγωγής και η δικογράφησή τους εμπίπτει ακριβώς στο γράμμα και το πνεύμα των προνοιών του κ.6 της Δ.2 (βλ. Γιάγκου ν. Deme Diary Ltd
(2006)1A Α.Α.Δ. 91 και Επίσημος Παραλήπτης ν. Ρεϊνμποου
(2005)1 Α. Α.Α.Δ. 610). Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι το κλητήριο ένταλμα των εναγόντων πληροί τις προϋποθέσεις που τίθενται από τον κ.6 της Δ.2. Το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του δικαστηρίου αποκαλύπτει ότι μετά την επίδοση του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, οι εναγόμενοι καταχώρισαν σημείωμα εμφανίσεως. Τούτο έγινε την 8.8.2013, διαπίστωση που αποδεικνύει πλήρωση και αυτής της υποχρέωσης που βαρύνει τον ενάγοντα σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Οι εναγόμενοι πλήττουν και την επάρκεια της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση. Επί του προκειμένου υποστηρίζουν ότι η ομνύουσα είναι ανίκανη να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, εφόσον δεν είναι η ίδια που συνέταξε τα έγγραφα στα οποία στηρίζεται η αξίωση των εναγόντων, δηλαδή τα τιμολόγια (τεκμήριο Γ) και την κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο Ε) και επιπλέον, δεν αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησής της. Η σημασία της θετικότητας της γνώσης του ομνύοντα σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης έχει αναγνωριστεί νομολογιακά και αποτελεί βασική προϋπόθεση (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782). Εντούτοις η νομολογία έχει επίσης αναγνωρίσει ότι στην περίπτωση εταιρείας, δηλαδή νομικού προσώπου, η βούληση, γνώση και ενέργεια του οργανισμού, επιτυγχάνεται μέσω φυσικών προσώπων που το αντιπροσωπεύουν (βλ. Σπηταλιώτης ν. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1143 και τις εκεί αναφερόμενες υποθέσεις). Άλλωστε ο κ.1 της Δ.18 ρητά αναφέρει ότι ομνύων μπορεί να είναι, πέραν του ενάγοντος, οποιοδήποτε πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά. Στην προκείμενη περίπτωση η ομνύουσα δήλωσε ότι είναι διευθύνουσα σύμβουλος των εναγόντων και ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Αυτές οι θέσεις δεν αμφισβητήθηκαν από τους εναγόμενους. Εν ολίγοις, οι εναγόμενοι δεν υποστήριξαν ότι δεν γνωρίζουν την ενάγουσα ή ότι δεν είναι το πρόσωπο με το οποίο συνεργάζονταν. Αρκέστηκαν μόνο σε δήλωση, και αυτό στην αγόρευση του συνηγόρου τους, ότι η ομνύουσα δεν έχει θετική γνώση. Επιπλέον, το γεγονός και μόνο ότι η ομνύουσα δεν αναφέρει ότι είναι η ίδια που συμπλήρωσε τα τιμολόγια (τεκμήριο Γ στην αίτηση) ή την κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο Ε), και ενδεχομένως να μην έχει πράξει τούτο, δεν αφαιρεί τη δεδηλωμένη θετικότητα της γνώσης της. Επαναλαμβάνω ότι οι ενάγοντες είναι εταιρεία. Στην επίδικη αίτηση εκπροσωπούνται στον ύψιστο βαθμό, δηλαδή από την διευθύνουσα σύμβουλό τους. Σε κάθε περίπτωση δεν αναμένεται από τον ομνύοντα και δη διευθύνοτα σύμβουλο να έχει άμεση συμμετοχή στα γεγονότα που ισχυρίζεται. Η νομολογιακή αναφορά σε θετική γνώση δεν μπορεί και δεν πρέπει να εξισωθεί με προσωπική, αποκλειστικά, ενέργεια. Είναι αρκετό για τον ομνύοντα να γνωρίζει τα γεγονότα, είτε λόγω της προσωπικής και άμεσης συμμετοχής του σε αυτά, είτε λόγω της θέσης που κατέχει. Στην προκείμενη περίπτωση υποστηρίχθηκε το δεύτερο και δεν έτυχε αμφισβήτησης από τους εναγομένους. Εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία αποκαλύπτει και προσωπική συμμετοχή της ομνύουσας, στοιχείο που αποκαλύπτει τη θετικότητα της γνώσης της. Σχετικά είναι τα αναφερόμενα στην ένορκο δήλωση του Χριστοφή Χριστοφή, δήλωση ημερομηνίας 16.5.
- Στη 10η παράγραφο τούτης της ενόρκου δηλώσεως αναφέρεται ότι η Μαρία Κωνσταντίνου είναι που επισκέφθηκε τους εναγόμενους και ζήτησε την κατάσταση λογαριασμού που στην αίτηση επισυνάπτεται ως τεκμήριο Δ. Αυτή η ενέργεια καταδεικνύει ότι η ομνύουσα έχει σχέση με την παραλαβή του σχετικού τεκμηρίου και σε συνδυασμό με το ότι η ομνύουσα δεν αμφισβητήθηκε ότι κατέχει τη θέση διευθύνουσας συμβούλου ή ότι γνωρίζει τα γεγονότα, αδυνατώ να αντιληφθώ που εδράζεται η εισήγηση ότι η τελευταία δεν έχει θετική γνώση. Εν κατακλείδι, η ομνύουσα επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής. Σχετικές εν προκειμένω είναι οι παράγραφοι 5 μέχρι και 9 της ενόρκου δηλώσεως που σε μεγάλο βαθμό συνιστούν επανάληψη όσων αναφέρονται στο κλητήριο ένταλμα. Στην 9η μάλιστα παράγραφο επιβεβαιώνεται και το ποσό της αξίωσης, ενώ στην 17η παράγραφο υποστηρίζεται, ως άλλωστε είθισται, ότι η εμφάνιση των εναγομένων είναι μόνο για σκοπούς καθυστέρησης, υπονοώντας τοιουτοτρόπως ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση. Εφόσον τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι οι ενάγοντες όπερ έδει δείξαι, η προσοχή στρέφεται στους ισχυρισμούς που προβάλλουν οι εναγόμενοι. Επιβάλλεται να παρατεθεί εδώ, έστω εν συντομία, η θέση αμφοτέρων των διαδίκων. Έχω παραθέσει ήδη τη θέση των εναγόντων και δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Συμπληρώνω μόνο ότι πέραν των τιμολογίων (τεκμήριο Γ) και της κατάστασης λογαριασμού (τεκμήριο Ε) οι ενάγοντες προσκόμισαν και το τεκμήριο Δ. Σύμφωνα με τους ενάγοντες τούτο είναι κατάσταση λογαριασμού που ετοίμασαν οι εναγόμενοι και δεικνύει χρεωστικό υπόλοιπο προς όφελος των εναγόντων, ίσο με την αξίωση των τελευταίων. Αυτό εν προκειμένω είναι το τεκμήριο που οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι συνιστά αναγνώριση χρέους, εφόσον είναι έγγραφο των εναγομένων στο οποίο οι τελευταίοι παρουσιάζονται να παραδέχονται ότι οφείλουν ποσό ίσο με την αξίωση. Επιπλέον, οι ενάγοντες αναφέρουν ότι πριν την καταχώριση της επίδικης αγωγής πληροφορήθηκαν ότι εναντίον των εναγομένων εκκρεμούσε αίτηση εκκαθάρισης. Θεώρησαν τότε σκόπιμο να αποστείλουν και εκείνοι απαίτηση πληρωμής, δυνάμει του άρθρου 212(α) του Κεφ.
- Τούτη η απαίτηση είναι το τεκμήριο Στ. Αντί πληρωμής, αναφέρουν οι ενάγοντες, οι εναγόμενοι απέστειλαν και εκείνοι σχετική απαίτηση και ακολούθως καταχώρισαν αίτηση εκκαθάρισης. Η απαίτηση των εναγομένων είναι το τεκμήριο Ζ στην επίδικη αίτηση. Τέλος, οι ενάγοντες υπέβαλαν αίτηση παραμερισμού της αίτησης εκκαθάρισης των εναγομένων. Η εν λόγω αίτηση με τα τεκμήρια που την υποστηρίζουν είναι το τεκμήριο Η, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι το δικαστήριο δικαίωσε τους ενάγοντες και παραμέρισε την αίτηση των εναγομένων. Οι εναγόμενοι δεν αμφισβητούν την αξίωση των εναγόντων, υπό την έννοια ότι δέχονται πως ήταν πελάτες των εναγόντων και ότι αγόρασαν τα οικοδομικά υλικά που αναφέρονται στα σχετικά τιμολόγια (τεκμήριο Γ). Διατείνονται όμως ότι και οι ενάγοντες αγόραζαν από τους ίδιους, δηλαδή τους εναγομένους, υπηρεσίες. Προωθώντας τούτη τη θέση υποστηρίζουν ότι ήταν η συμφωνία των διαδίκων και/ή η μεταξύ τους εμπορική πρακτική ότι αμφότερες οι χρεώσεις θα συμψηφίζονταν και το τυχόν υπόλοιπο θα καταβαλλόταν από τον οφειλέτη. Σε αυτό το πλαίσιο είναι που οι εναγομένοι δέχονται το υπόλοιπο που δεικνύει η κατάσταση λογαριασμού των εναγόντων (τεκμήριο Ε). Υποστηρίζουν όμως ότι τούτο το υπόλοιπο θα έπρεπε να είχε συμψηφιστεί με ποσό που οι ενάγοντες οφείλουν στους εναγομένους. Επί του προκειμένου είναι η θέση των εναγομένων ότι την 26.11.2012 εξέδωσαν τιμολόγιο στους ενάγοντες για υπηρεσίες που τους πρόσφεραν. Το τιμολόγιο, που είναι για ποσό €21.400,00, είναι το τεκμήριο ΧΧ
- Επιπλέον οι εναγόμενοι προσκομίζουν και διατακτικό πληρωμής που συνοδεύεται από έντυπα που αποκαλύπτουν το είδος της εργασίας που εκτελέστηκε (τεκμήριο ΧΧ1), καθώς και κατάσταση λογαριασμού που δεικνύει χρεοπιστώσεις και το ποσό που παραμένει οφειλόμενο στους εναγόμενους από τους ενάγοντες. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων υποστήριξε ότι ασχέτως της ορθότητας ή μη των ισχυρισμών των εναγομένων, το δικαστήριο δεν μπορεί παρά να εκδώσει απόφαση υπέρ των εναγόντων και αυτό γιατί η νομολογία μας δεν αναγνωρίζει δικαίωμα συμψηφισμού. Παραπέμπει εν προκειμένω στα λεχθέντα στην υπόθεση Heatron Co Ltd v. Νικολάου
(1999)1 Α. Α.Α.Δ. 577,
- Επιπλέον, υποδεικνύει ότι οι ενάγοντες δεν αποδέχονται τα τεκμήρια των εναγομένων καθ' ότι αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις για απαλλαγή ευθύνης. Επί του προκειμένου είναι ορθό να σημειωθεί ότι στο τεκμήριο Η, δηλαδή την αίτηση παραμερισμού που προώθησαν οι ενάγοντες στην αίτηση εκκαθάρισης που οι εναγόμενοι έστρεψαν εναντίον τους, συμπεριλαμβάνεται και κάποιο τεκμήριο Δ. Αυτό το τελευταίο τεκμήριο (τεκμήριο Δ) τιτλοφορείται συμφωνία ανταλλαγής υπηρεσιών και φέρει τους διαδίκους να συμφωνούν ότι συνολικό ποσό €9.500,00, που αφορά το τιμολόγιο SAL10006004, θα αφαιρεθεί από το ποσό που οι εναγόμενοι οφείλουν στους ενάγοντες. Εντούτοις, πρέπει να λεχθεί ότι οι εναγόμενοι διατείνονται πως το εν λόγω έγγραφο, δηλαδή το τεκμήριο Δ που επισυνάπτεται στο τεκμήριο Η, είναι πλαστό και όχι πραγματικό. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω είμαι της γνώμης ότι οι δύο πλευρές περιπλέκουν το ζήτημα αχρείαστα και παραβλέπουν εκείνο που πραγματικά προκύπτει από τα τεκμήρια και τις θέσεις που αποτελούν κοινό έδαφος. Και εξηγώ. Και οι δύο πλευρές δέχονται ότι είχαν κάποια συνεργασία. Αφενός οι εναγόμενοι αγόραζαν υλικά από τους ενάγοντες, αφετέρου οι εναγόμενοι πωλούσαν υπηρεσίες στους ενάγοντες. Παρ' ότι η πιο πάνω διαπίστωση ευκρινώς προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό, υποδεικνύω ότι η τελευταία θέση βρίσκει έρεισμα τόσο στην 6η παράγραφο της ενόρκου δηλώσεως ημερομηνίας 11.10.2013 της Μαρίας Κωνσταντίνου, όσο και στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο Ε, όπου αποκαλύπτεται ότι την 18.5.2012 αφαιρέθηκε από το χρεωστικό υπόλοιπο των εναγομένων ποσό ίσο με €9.500,
- Οι ενάγοντες δικαιολογούν αυτό το ποσό στη βάση του τεκμηρίου Δ που εμπεριέχεται στο τεκμήριο Η. Από την άλλη οι εναγόμενοι φαίνεται να δέχονται το οφειλόμενο ποσό που αξιώνουν οι ενάγοντες, διατείνονται όμως ότι οι υπηρεσίες που πρόσφεραν στους ενάγοντες την 18.5.2012 δεν ήταν απλώς €9.500,00, αλλά €21.400,
- Το τεκμήριο Δ εντός του τεκμηρίου Η είναι πλαστό, λένε οι εναγόμενοι. Κατ΄ επέκταση ο συμψηφισμός που συμφωνήθηκε έπρεπε να καλύψει το σύνολο του ποσού των €21.400,00, με αποτέλεσμα στο τέλος της ημέρας οι ενάγοντες να οφείλουν στους εναγόμενους ποσό που υπερβαίνει τις €2.000,
- Είμαι της γνώμης ότι το επίδικο αίτημα δεν εξαρτάται από το κατά πόσο ο συμψηφισμός ισχύει στην Κύπρο ή όχι. Αν όμως επιβάλλεται να ειπωθεί κάτι σχετικό, υποδεικνύω όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ττόκου ν. Σεργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 60, από τον αείμνηστο Νικήτα Δ, σε σχέση με παραδεδεγμένο λογαριασμό. Στις σελίδες 65 μέχρι και 67 αναφέρεται ότι: «Από account stated προκύπτει ξεχωριστή ενοχική αξίωση που βασίζεται στην ανάληψη υποχρέωσης από τον οφειλέτη για αποπληρωμή του υπολοίπου. Υπό την προϋπόθεση ότι προηγήθηκε αντιστάθμιση των εκατέρωθεν κονδυλίων του λογαριασμού. Ο Α. C. Patra "The Indian Contract Act", Vol. 1, αναφερόμενος στην ουσία του account stated σαν αιτίας αγωγής λέγει στη σελ. 533: «The essence of an account stated is not the character of the items on one side or the other, but the fact that there are cross items of account and that the parties mutually agree the several amounts of each and by treating the items so agreed on the one side as discharging the items on the other side pro tanto, go on to agree that the balance only is payable. Such a transaction is in truth bilateral, and creates a new debt and a new cause of action.» O Chittty on Contracts, Vol. 1, 25η έκδοση, παράγραφος 2057 στη σελ. 1156, αφού διαπιστώνει πως ο όρος χρησιμοποιείται με τρεις διαφορετικές έννοιες αναφέρει: «A real account stated» is one in which the account includes items on both sides and the parties have agreed that there shall be a set-off and only the balance shall be payable. The «. several items of claim are brought into account on either side, and, being set against one another, a balance is struck and the consideration for the payment of the balance is the discharge of the items on each side». Though such an arrangement is frequently regarded as quasi-contractual, it is more properly described as «a promise for good consideration to pay the balance»; and the consideration is valid and the settlement is binding even though some of the debts may be statute-barred, or otherwise unenforceable». Το απόσπασμα στηρίζεται βασικά στη σημαντική απόφαση του Ανακτοβουλίου Siqueira v. Noronha
(1934)A.C. 332,
- Πρέπει εντούτοις να έχουμε υπόψη τη σύγχρονη αντίληψη ότι αυτού του τύπου ο λογαριασμός αποτελεί κατά βάση κανόνα του δικαίου της αποδείξεως παρά του ουσιαστικού δικαίου. Θεωρείται εκ πρώτης όψεως μαρτυρία οφειλής που μπορεί να αντικρουσθεί από περαιτέρω μαρτυρία. Τον κανόνα εξηγεί ο Chitty on Contracts, στο ίδιο σύγγραμμα πάλιν στη σελ. 1156: «The term "account stated" is applied in at least three ways. (i) To a claim by one party to payment of a definite amount, which is admitted to be correct by the other party. This is merely an admission of a debt out of court and is equivalent to a promise from which the existence of a debt may be inferred. Such an admission is only evidence of a debt, and can be rebutted; an item in an account stated of this type can be rebutted by evidence that there wαs no consideration for the promise to pay. In order to have this evidential effect, the admission of liability must relate to an existing debt»». Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι πλείστες των περιπτώσεων παραδεδεγμένου λογαριασμού δεν είναι τίποτα άλλο από κονδύλια (cross items) των δύο πλευρών, τα οποία αντισταθμίζονται (set off ). Αυτή εν προκειμένω είναι η ουσία παραδεδεγμένου λογαριασμού και προϋποθέτει βεβαίως αναγνώριση της ορθότητας τούτων των κονδυλίων και κατ' επέκταση του υπολοίπου που προκύπτει. Αυτό δεν σημαίνει ότι καλείται το δικαστήριο να συμψηφίσει τα ποσά. Τούτη η διαδικασία, δηλαδή set off, δεν ισχύει στην Κύπρο. Από την άλλη δεν σημαίνει όμως ότι απαγορεύεται στα μέρη να συμφωνήσουν συμψηφισμό, όπως στην περίπτωση παραδεδεγμένου λογαριασμού. Αν τούτη είναι η συμφωνία των μερών, τότε το δικαστήριο καλείται να αποφανθεί κατά πόσο έκαστος εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του. Στην προκείμενη περίπτωση είναι κοινή η θέση ότι οι διάδικοι συνεργάζονταν, ότι γι' αυτή τη συνεργασία διατηρούσαν κατάσταση λογαριασμού και ότι τουλάχιστον σε μια περίπτωση συμφώνησαν να συμψηφίσουν τα ποσά του λογαριασμού. Μοναδικό ζητούμενο είναι το ύψος του ποσού που διεκδικούν οι εναγόμενοι. Κρίνω σκόπιμο να υπομνήσω εδώ και εκείνο που αφορά τον έλεγχο αυτής καθ' εαυτής της θέσης των εναγομένων. Είναι πλέον καλά γνωστό ότι η προβαλλόμενη υπεράσπιση πρέπει να αποκαλύπτει λεπτομέρειες, σε λογική πάντα έκταση, και δεν είναι αρκετό να εγείρει μια θέση αβασάνιστα και χωρίς οιανδήποτε επεξήγηση (βλ. Λαζάρου, πιο πάνω στις σελίδες 821 και 822 και Ν. V. Caterchef Ltd, πιο πάνω, στη σελίδα 1915). Στη δοσμένη περίπτωση έχω την άποψη ότι η θέση των εναγομένων εγείρεται αρκούντος ικανοποιητικά. Δεν την αξιολογώ βεβαίως και δεν αποφαίνομαι για την τύχη της αγωγής. Παρατηρώ όμως ότι οι δύο πλευρές συμφωνούν πως οι ενάγοντες αγόρασαν υπηρεσίες από τους εναγομένους, καθώς ότι η αξία τούτων των υπηρεσιών θα συμψηφίζετο στο πλαίσιο του λογαριασμού που διατηρούσαν οι διάδικοι. Τώρα το ακριβές ποσό των υπηρεσιών που παρείχαν στους ενάγοντες οι εναγόμενοι, δηλαδή κατά ποσό είναι €9.500,00 ή άλλο, αποτελεί ζήτημα που δεν μπορεί παρά να ακουστεί και να αποφασιστεί. Πρόκειται άλλωστε για κονδύλι του λογαριασμού που ενώ είναι παραδεχτό ως τέτοιο, δηλαδή ότι οι υπηρεσίες προσφέρθηκαν και ότι συμφωνήθηκε συμψηφισμός, υπάρχει διαφωνία για την αξία τούτου. Αυτό εν προκειμένω είναι το ζήτημα που το δικαστήριο θα κληθεί να αποφασίσει. Για να γίνει όμως τούτο χρειάζεται και πρέπει να δοθεί η ευχέρεια στους εναγόμενους να θέσουν την υπεράσπισή τους. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι οι εναγόμενοι απέδειξαν ότι έχουν υπεράσπιση ή ζήτημα που αξίζει και πρέπει να ακουστεί. Οι ενάγοντες υποστήριξαν ότι αν είναι κάτι που δικαιούνται οι εναγόμενοι δεν είναι υπεράσπιση αλλά ανταπαίτηση. Όπως πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, θεωρώ ότι η ορθή προσέγγιση δεν είναι η έκδοση απόφασης αλλά να δοθεί άνευ όρων δικαίωμα υπεράσπισης, εφόσον εδώ είναι κοινή η θέση των μερών ότι είχαν συνεργασία και ότι τουλάχιστον σε μια περίπτωση προέβησαν σε συμψηφισμό. Εν ολίγοις η θέση των εναγομένων είναι πως η αντιστάθμιση των κονδυλίων αδικαιολόγητα περιορίστηκε σε μικρότερο ποσό αντί του μεγαλύτερου που πραγματικά τους οφείλετο και συνεπώς, όχι μόνο δεν οφείλουν κανένα ποσό έχουν και να παίρνουν από τους ενάγοντες ποσό πέραν των €2.000,
- Αυτό δεν σημαίνει ότι καλούν το δικαστήριο να συμψηφίσει τα ποσά, πράγμα που δεν μπορεί να κάνει. Απλώς υποστηρίζουν ότι το δικό τους ποσό - cross item στο πλαίσιο της επεξήγησης που δόθηκε στην υπόθεση Ττόκου για το τι εστί account stated - δεν συνεκτιμήθηκε σωστά. Τούτη η θέση θα μπορούσε να ειδωθεί και στο πλαίσιο της υπόθεσης Heatron, πιο πάνω, ως accord and satisfaction. Είμαι της γνώμης ότι αυτό τους δίδει δικαίωμα ουσιαστικής υπεράσπισης σε σχέση με αυτό το ποσό που επικαλείται και η κατάσταση λογαριασμού και γι' αυτό καταλήγω ότι δικαιούνται να προβάλουν τούτον τον ισχυρισμό ως υπεράσπιση και όχι απλώς ως ανταπαίτηση. Εν πάση περιπτώσει σχετική είναι και η αναφορά στην Ετήσια Πρακτική του 1958, στη σελίδα 266, κάτω από τον τίλτο counterclaim όπου αναφέρεται ότι: «Where, however, before the Jud. Act; 1925, a Court of equity would have allowed the defendant's claim by way of suitable set-off, the Court will now grant the defendant unconditional leave of defend. To a claim for £353 for storage of vehicles the defendants alleged that one of the vehicles; worth £375, had been lost by the plaintiffs as bailees. It was held that the defendant was entitled to unconditional leave to defend (Morgan & Son v. S. Martin Johnson & Co.,
(1948)2 All E. R. 196)». Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων. Τα έξοδα να καταβληθούν άμα την αποπεράτωση της αγωγής. Εντός 15 ημερών από σήμερα οι εναγόμενοι να καταχωρίσουν την υπεράσπισή τους. (Υπ.) ............ Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο