← Κύπρος

E.F. EASY FINANCE LTD ν. ΚΩΝΣΤΑΝΙΝΟ ΠΙΕΡΙΔΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2521/2009, 28/11/2014

E.F. EASY FINANCE LTD ν. ΚΩΝΣΤΑΝΙΝΟ ΠΙΕΡΙΔΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2521/2009, 28/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A435 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2521/2009 Μεταξύ: E.F. EASY FINANCE LTD Εναγόντων -και- ΚΩΝΣΤΑΝΙΝΟ ΠΙΕΡΙΔΗ ΚΩΣΤΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Εναγομένων Αίτηση για παραμερισμό της απόφασης 28 Νοεμβρίου,

  1. Εμφανίσεις Για τον εναγόμενο 2/αιτητή: κα Χαραλάμπους. Για τους ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση: κος Πανάγος. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣH Αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως είναι η αίτηση του εναγομένου 2 (στη συνέχεια ο εναγόμενος) για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε την 1.6.
  2. Πριν οτιδήποτε άλλο κρίνω ότι επιβάλλεται να ειπωθούν λίγα λόγια για τις αρχές που διέπουν το ζήτημα. Έχει νομολογηθεί ότι αίτημα ως το επίδικο ανάγεται στη σφαίρα της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου (βλ. Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ

(1996)1 ΑΑΔ 1094, 1097). Ό,τι εξετάζεται είναι∙ αφενός ο λόγος διά τον οποίο ο εναγόμενος παρέλειψε να εμφανιστεί στο δικαστήριο από την πρώτη στιγμή, αφετέρου συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση (βλ. Νεάρχου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 954, Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, 2123). Βαρυσήμαντος είναι ο λόγος της υπόθεσης Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210, όπου αναφέρθηκε ότι. «In exercising its discretion, the Court must strive to balance two considerations fundamental for the administration of justice. The need to uphold effectively on the one hand, the right of a party to be heard in his cause, and the need to ensure the expeditious transaction of judicial business, on the other.» Επανερχόμενος στην υπό κρίση περίπτωση υποδεικνύω ότι τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση, υποστηρίζονται από ένορκο δήλωση. Την πρώτη ένορκο δήλωση ομνύει ο εναγόμενος ενώ την άλλη η Ελένη Κωνσταντίνου, υπάλληλος των εναγόντων. Εντούτοις η μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου δεν εξαντλείται στο περιεχόμενο των ένορκων δηλώσεων που πιο πάνω αναφέρθηκαν. Αυτό γιατί ο εναγόμενος ζήτησε και έλαβε διάταγμα αντεξέτασης του επιδότη που φέρεται να επέδωσε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής. Ως εκ τούτου, ενώπιον του δικαστηρίου βρίσκεται και η μαρτυρία του ιδιώτη επιδότη Γιαννάκη Κτωρίδη (στη συνέχεια ο επιδότης). Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του δικαστηρίου αποκαλύπτει ότι η αγωγή καταχωρίστηκε την 27.4.
  1. Όπως προανέφερα η εκδοθείσα απόφαση εναντίον του εναγομένου είναι ημερομηνίας 1.6.
  2. Η αίτηση που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης είναι ημερομηνίας 19.5.
  3. Περιττό να αναφερθεί ότι η εν λόγω αίτηση υποβλήθηκε μονομερώς και ως εκ τούτου η απόφαση εκδόθηκε στην απουσία του εναγομένου. Η προσοχή εντούτοις δεν επικεντρώνεται στα προαναφερθέντα, αλλά στην ένορκο δήλωσή του επιδότη σε σχέση με την επίδοση της αγωγής. Τούτη η δήλωση, η οποία στην ακρόαση της επίδικης αίτησης αναγνωρίστηκε από τον επιδότη και κατατέθηκε ως τεκμήριο Χ, είναι ημερομηνίας 12.5.2009 και αναφέρει ότι την 8.5.2009 ο επιδότης επέδωσε την αγωγή στον εναγόμενο, στη Λάρνακα, «άνευ της υπογραφής του». Ανάλογη επιγραφή εντοπίζεται και στο κλητήριο ένταλμα που επισυνάπτεται, ως προβλέπεται, στην ένορκο δήλωση του επιδότη. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι «Αφέθη αντίγραφο την 8.5.2009 στην παρουσία του Κώστα Κωνσταντίνου (αρ. 2) άνευ της υπογραφής του». Επί του προκειμένου η θέση του εναγομένου είναι ότι ο επιδότης ψεύδεται. Ουδέποτε, αναφέρει, ήλθε σε επαφή με τον επιδότη και ουδέποτε έλαβε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής. Επιπλέον διατείνεται ότι η πρώτη φορά που έλαβε πραγματική γνώση της απόφασης που βάλλεται είναι την 7.1.2014, όταν του επιδόθηκε Ειδοποίηση Πτώχευσης. Πάραυτα επικοινώνησε με τους δικηγόρους του που αιτήθηκαν έρευνα του φακέλου του δικαστηρίου, διεξήχθη τούτη την 13.1.2014, και διαπίστωσε ότι την 1.6.2009 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του. Σχολιάζει ο εναγόμενος ότι στην ένορκο δήλωση επίδοσης της αγωγής ο επιδότης διέγραψε τη φράση «αρνήθηκε να το παραλάβει» και αντ' αυτού έγραψε «άνευ της υπογραφής του». Δεν δίδει όμως οιονδήποτε λόγο, λέει ο εναγόμενος, γιατί δεν του ζητήθηκε να υπογράψει το κλητήριο ένταλμα. Τέλος, υποδεικνύει ότι η ένορκος δήλωση επίδοσης της αγωγής αναφέρει ότι η επίδοση έγινε στη Λάρνακα, χωρίς όμως να αναφέρει διεύθυνση και αυτό παρ' ότι το κλητήριο ένταλμα ως διεύθυνση εναγομένου αναγράφει την οδό Αιτωλών 15, Στρόβολος, Λευκωσία. Δέχεται όμως ο εναγόμενος ότι η διεύθυνση Αιτωλών 15 στο Στρόβολο είναι το πατρικό του, όπου όμως δεν διαμένει πλέον ο ίδιος. Η αντεξέταση του επιδότη εστιάστηκε στις λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης επίδοσης. Γεγονός είναι ότι ο επιδότης δεν είχε καμία ανάμνηση της επίδοσης. Δεν ήταν εις θέση να θυμηθεί τη διεύθυνση που εντόπισε τον εναγόμενο, την ακριβή ώρα που τον εντόπισε, όπως ούτε αν ήταν μόνος ή με άλλους. Ανέφερε όμως ότι διατηρεί προσωπικό αρχείο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του και εκεί ενδέχεται να σημείωσε την ακριβή διεύθυνση που εντόπισε τον εναγόμενο. Δυστυχώς ουδεμία πλευρά ζήτησε από τον επιδότη να προσκομίσει τούτο το αρχείο. Αφενός η πλευρά των εναγόντων δεν ζήτησε καν την επανεξέταση τούτου, αφετέρου ο εναγόμενος αρκέστηκε να υποδείξει, στο στάδιο αγορεύσεων, ότι η σχετική θέση του επιδότη είναι αόριστη και πως υποχρέωσή του ήταν, εφόσον κλητεύθηκε, να προσκομίσει ό,τι σχετικό είχε στην κατοχή του. Τέλος, ο επιδότης υποστήριξε ότι η χειρόγραφη σημείωση δύο διαφορετικών αριθμών στο πρόσωπο του κλητηρίου εντάλματος, εν προκειμένω των αριθμών 1480/09 και 1481/09, έγινε από τον ίδιο. Αν και δεν θυμόταν ό,τι σχετικό της επίδοσης, επεξήγησε ότι κάθε φορά που πηγαίνει σε μία διεύθυνση σημειώνει στο κλητήριο ένταλμα ένα αύξων αριθμό. Τούτος σχετίζεται με το αρχείο που διατηρεί ο ίδιος. Στην προκείμενη περίπτωση το γεγονός ότι στο κλητήριο ένταλμα αναγράφονται δύο αριθμοί, δηλοί ότι πήγε σε δύο διευθύνσεις. Πιθανολογώντας επεξήγησε ότι ενδεχομένως να επισκέφθηκε τη διεύθυνση Αιτωλών 15 στο Στρόβολο και να μην βρήκε τον εναγόμενο και ακολούθησε δεύτερη επίδοση, προφανώς στη Λάρνακα, εξ ου και ο δεύτερος αύξων αριθμός. Στο στάδιο αγορεύσεων η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγομένου ανέλυσε, ομολογουμένως με ζηλευτή επάρκεια, τις αρχές που διέπουν το ζήτημα. Υποστήριξε ότι η υπό κρίση περίπτωση εμπίπτει σε εκείνες που η εκδοθείσα απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae. Η μαρτυρία του επιδότη, υποστήριξε η συνήγορος, είναι ανεπαρκής. Η αδυναμία του να δώσει λεπτομέρειες σε σχέση με την επίδοση καταδεικνύει και την αναλήθειά του. Με όλο το σεβασμό αλλά δεν συμφωνώ με τούτη τη θέση της συνηγόρου. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τον επιδότη στη διά ζώσης μαρτυρία του και να αντιπαραβάλω το περιεχόμενο τούτης με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού. Η ειλικρίνεια και αληθοφάνεια του επιδότη ήταν αφοπλιστική. Σε κανένα στάδιο επιχείρησε να χαλκεύσει τη μαρτυρία του και να προσθέσει κάτι που δεν θυμόταν. Αρωγός είναι η κοινή λογική που επιβεβαιώνει ότι πολύ δύσκολο είναι, αν όχι αδύνατο, να θυμάται κάποιος τί έπραξε σε ανυποψίαστο χρόνο πριν πέντε έτη. Δεν ξενίζει λοιπόν το γεγονός ότι ο επιδότης δεν θυμόταν κατά πόσο βρήκε τον εναγόμενο στην οικία ή στην εργασία του, με παρέα ή μόνο, ή κατά πόσο ήταν μέρα ή βράδυ. Προέχει εν προκειμένω η αρχή που αναφέρεται στο σύγγραμμα Phipson on Evidence, 16η έκδοση, στην παράγραφο 40-17 κάτω από τον τίτλο where attesting witness forgets, denies, refuses to prove, or is hostile. Παρ' ότι η αρχή αφορά πιστοποιών υπάλληλο, μπορεί να τύχει εφαρμογής σε κάθε περίπτωση που η συλλογή γεγονότων είναι ανάλογη. Αναφέρεται εκεί ότι. «Where the witness has no recollection of the execution but from seeing his signature has no doubt that it took place, this is sufficient proof». Έτσι και στη δοσμένη περίπτωση. Στην απουσία τρανταχτής μαρτυρίας που να αναιρεί το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του επιδότη, η δήλωση και μόνο είναι αρκετή απόδειξη ότι η αγωγή επιδόθηκε. Στη δε προκείμενη περίπτωση η ένορκος δήλωση του επιδότη επιβεβαιώνεται και από τη διά ζώσης αξιόπιστη μαρτυρία τούτου και δεν αναιρείται απλώς και μόνο επειδή ο εναγόμενος υποστήριξε, αόριστα και άνευ λεπτομερειών, ότι δεν έλαβε την επίδοση. Εν πάση όμως περιπτώσει, εδώ ο επιδότης προέβη σε κάποιας μορφής επεξήγηση. Υπέδειξε εν προκειμένω τους δύο αριθμούς - 1480/09 και 1481/09 - στο πάνω δεξί άκρο του κλητηρίου εντάλματος. Ανέφερε ότι ο ίδιος είναι που κατέγραψε τούτους τους αριθμούς και ότι καθ' ένας εξ αυτών αντιστοιχεί σε μια διεύθυνση επίδοσης. Αυτή η θέση του επιδότη δεν αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο. Επιπλέον, ο επιδότης συσχέτισε την πιο πάνω θέση με το προσωπικό του αρχείο στο οποίο ενδέχεται να αναγράφεται η διεύθυνση επίδοσης της αγωγής. Όπως προανέφερα ούτε αυτή η θέση διερευνήθηκε και περιπλέον, ο επιδότης δεν αμφισβητήθηκε ότι κατέχει τέτοιο αρχείο. Ποια είναι όμως η σημασία των πιο πάνω θέσεων του επιδότη; Είμαι της γνώμης ότι αυτές οι θέσεις απαντούν τις αιτιάσεις του εναγομένου ότι το κλητήριο ένταλμα φέρει διεύθυνση επίδοσης την οδό Αιτωλών 15 στο Στρόβολο και εν τέλει επιδόθηκε στη Λάρνακα. Οι δύο αυτοί αριθμοί, τους οποίους έδωσε ο επιδότης, υποστηρίζουν τη θέση του ότι προφανώς δεν βρήκε τον εναγόμενο στην πρώτη διεύθυνση και στη συνέχεια εντόπισε τούτον σε άλλη διεύθυνση. Η δε μη αμφισβήτηση της θέσης ότι διατηρεί αρχείο, δεν δικαιολογεί την εισήγηση της συνηγόρου του εναγομένου ότι ο επιδότης αοριστολογούσε και απέφευγε να απαντήσει. Αν ο επιδότης αμφισβητήτο επί του προκειμένου ενδεχομένως η άλλη πλευρά, δηλαδή η πλευρά του ενάγοντα, να ζητούσε, κάτι που θα δικαιούταν να πράξει, παρουσίαση τούτου του αρχείου. Εφόσον όμως δεν αμφισβητήθηκε δεν τίθεται θέμα προσκόμισής του, αλλά ούτε και δικαιολογείται συμπέρασμα αοριστολογίας ή ψεύδους. Καθίσταται έτσι δεδομένο ότι ο επιδότης έχει τέτοιο αρχείο και εκεί ενδέχεται να αναφέρεται η διεύθυνση του εναγομένου στη Λάρνακα. Επιπλέον, οι δύο αριθμοί που ο επιδότης έδωσε στο κλητήριο ένταλμα το ελάχιστο που φανερώνουν είναι ότι ο επιδότης δεν επέδωσε την αγωγή στην πρώτη διεύθυνση. Η πρώτη όμως διεύθυνση είναι εκείνη που αναφέρεται στο κλητήριο ένταλμα, δηλαδή Αιτωλών 15, Στρόβολος. Εγείρεται όμως το ερώτημα. Αν ο επιδότης ήταν πρόθυμος να προβεί σε ψευδή δήλωση, γιατί δεν έπραξε τούτο την πρώτη φορά και προέβη και σε δεύτερη προσπάθεια επίδοσης; Περαιτέρω, με ποια λογική έγραψε στην ένορκο δήλωση ότι η επίδοση έγινε στη Λάρνακα, δηλαδή στην πόλη που ο εναγόμενος όντως διέμενε; Αν όχι επειδή εντόπισε τον εναγόμενο και του παρέδωσε το κλητήριο ένταλμα, τότε πως δικαιολογείται να γνωρίζει ότι ο τελευταίος διέμενε στη Λάρνακα; Όλα τα πιο πάνω υποστηρίζουν, έστω εμμέσως, την αλήθεια των λεγομένων του επιδότη και ενδυναμώνουν το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που αναγνώρισε (τεκμήριο Χ). Εν κατακλείδι, ο επιδότης δεν ανέφερε ότι πληροφορήθηκε τη δεύτερη διεύθυνση του εναγομένου από του ενάγοντες, ως η συνήγορος του εναγομένου ανέφερε σε μία προσπάθεια απόδειξης αναλήθειας μέσω αντιπαραβολής τούτης της θέσης με τη θέση της ομνύουσας την ένσταση (βλ. παράγραφο 4(δ) της ενόρκου δηλώσεως), που ανέφερε ότι οι ενάγοντες μόλις στο στάδιο εκτέλεσης εντόπισαν τη διεύθυνση του εναγομένου στη Λάρνακα. Επί του προκειμένου ο επιδότης ανέφερε ότι συνήθως λαμβάνει νέα διεύθυνση από τους ενάγοντες, αρκετές φορές όμως οι πληροφορίες δίδονται από γείτονες στην παλαιά διεύθυνση ή άλλα πρόσωπα. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι ουδεμία αντίφαση ή ανακολουθία υφίσταται. Ούτε βεβαίως το γεγονός ότι η φράση «αρνήθηκε να το παραλάβει» αντικαταστάθηκε από τη φράση «άνευ της υπογραφής του», αναδεικνύει οιανδήποτε αμφιβολία. Επί τούτου ο επιδότης επικαλέστηκε τη συνδρομή της μητέρας του στη συμπλήρωση του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως που υπέγραψε. Η φράση, είπε, «άνευ της υπογραφής του», γράφτηκε από τη μητέρα του, η οποία τον βοηθά. Τούτο δεν σημαίνει, ανέφερε ο επιδότης, ότι δεν ζητήθηκε από τον εναγόμενο να υπογράψει. Όλα τα πιο πάνω αναδεικνύουν ότι ο επιδότης επεξήγησε και μάλιστα επαρκώς, το σύνολο των ενεργειών του. Αυτό αναδεικνύει με έντονο και ουσιαστικό τρόπο την αληθοφάνεια και αξιοπιστία τούτου και δεν αφήνει τη λήθη, φυσιολογική συνέπεια του χρόνου που παρήλθε, να παρεμβάλει και να αλλοιώσει τα όποια θετικά συμπεράσματα προκύπτουν από τη μαρτυρία του. Καταλήγω λοιπόν ότι η αντεξέταση του επιδότη όχι μόνο δεν έπληξε τη μαρτυρία του, έτι περισσότερο ανέδειξε την αξιοπιστία τούτου. Πέραν των πιο πάνω δεν μπορεί να μην σχολιασθεί ότι ο εναγόμενος δεν προσκόμισε οιονδήποτε ατράνταχτο στοιχείο που να ακυρώνει την επίδικη επίδοση, φερ' ειπείν ταξιδιωτικό έγγραφο που να φανερώνει ότι κατά το χρόνο της επίδοσης απουσίαζε στο εξωτερικό ή πιστοποιητικό νοσηλευτικού κέντρου που να δείχνει ότι νοσηλευόταν. Επιπλέον, το μαρτυρικό υλικό ενώπιον του δικαστηρίου αποκαλύπτει ότι ο εναγόμενος δεν είπε όλη την αλήθεια σε ουσιώδες ζήτημα που αφορά τη διαδικασία. Επί του προκειμένου σχετικός είναι ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η πρώτη φορά που έλαβε γνώση της απόφασης είναι την 7.1.2014, με την επίδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης. Τούτη όμως η θέση καταρρίπτεται από αριθμό στοιχείων που έφερε στο φως η μαρτυρία των εναγόντων και τα οποία παρέμειναν αναμφισβήτητα. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία της ομνύουσας την ένσταση, την 28.11.2011 οι ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση για εκποίηση της κινητής περιουσίας του εναγομένου. Όταν η αίτηση προχώρησε για εκτέλεση ο συνήγορος των εναγόντων δέχθηκε τηλεφώνημα από τον πατέρα του εναγομένου 1, ο οποίος του ανέφερε ότι έλαβε τηλεφώνημα από τον εναγόμενο που του εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για τη διαδικασία που αντιμετώπιζε. Προς επίλυση αυτού του θέματος ο εναγόμενος 1 παρέδωσε στους ενάγοντες το όχημα που αγόρασε και συνιστά το αντικείμενο της αγωγής και ακολούθως της απόφασης που εκδόθηκε, ώστε να πωληθεί. Είναι γι' αυτό το λόγο που αποσύρθηκαν τότε τα μέτρα εκτέλεσης εναντίον του εναγομένου. Όταν όμως στη συνέχεια, μετά και την πώληση του οχήματος, δεν πληρώθηκε το εναπομείναν υπόλοιπο οι ενάγοντες απέστειλαν διπλοσυστήμενη επιστολή στον εναγόμενο (τεκμήριο 4) που τον ενημέρωναν ότι θα προχωρούσαν σε εκποίηση της ακίνητης περιουσίας του. Η επιστολή παρελήφθη την 4.2.2013 και σχετικό υπογραμμένο έντυπο παραλαβής είναι το τεκμήριο
  4. Όλα τα πιο πάνω είναι ενημέρωση που έπεται της έκδοσης της απόφασης, όπως πολύ ορθά υποδεικνύει η συνήγορος του εναγομένου. Δικαίως δε σχολιάζει η συνήγορος ότι δεν υποκαθιστούν και δεν διασώζουν μια ανύπαρκτη ή κακή επίδοση. Δεν είναι όμως αυτό που απασχολεί σε τούτο το στάδιο. Προεξάρχων εδώ στοιχείο είναι ότι ο εναγόμενος απέκρυψε τούτες τις ενημερώσεις που έλαβε και οι οποίες παραπέμπουν σε βάθος χρόνου. Διερωτώμαι συνεπώς, πως γίνεται πρόσωπο που νιώθει τόσο θιγμένο από το γεγονός ότι σε αγωγή που ουδέποτε του επιδόθηκε εκδόθηκε απόφαση, αν και λαμβάνει γνώση της έκδοσης τούτης της απόφασης δεν αντιδρά για δυο και πλέον έτη. Αυτά τα στοιχεία έχω την αίσθηση ότι καταρρίπτουν την όποια αληθοφάνεια των ισχυρισμών του εναγομένου ότι η αγωγή ουδέποτε του επιδόθηκε. Αν ίσχυε τούτο ο εναγόμενος θα αντιδρούσε συν τω χρόνω της γνωστοποίησης της απόφασης που τον αφορά και όχι σε άλλο στάδιο, πόσω μάλλον καθυστερημένο. Αναδεικνύεται λοιπόν άλλη μια διάσταση στην καθυστέρηση του εναγομένου να αντιδράσει, η οποία αποκαλύπτεται από το μαρτυρικό υλικό και δη τη μαρτυρία των εναγόντων. Διαπιστώνεται έτσι επιτήδευση στη μαρτυρία του εναγομένου στοχευμένη στην αποκόμιση οφέλους και συγκεκριμένα τον παραμερισμό της απόφασης. Αυτή όμως η διαπίστωση δεν επιτρέπει αποδοχή της θέσης του εναγομένου ότι η αγωγή ουδέποτε του επιδόθηκε. Το μαρτυρικό υλικό φανερώνει ότι ο εναγόμενος δεν είπε την αλήθεια σε ένα τόσο ουσιώδες ζήτημα, όπως είναι το πότε έλαβε γνώση της εκδοθείσας απόφασης, και αυτό συμπαρασύρει και την άλλη θέση, δηλαδή ότι η αγωγή δεν του επιδόθηκε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους σωρευτικά αλλά και ξεχωριστά, καταλήγω ότι μεταξύ των δύο θέσεων, εναγόμενου και επιδότη, η αλήθεια κρύβεται στη μαρτυρία του τελευταίου - του επιδότη - και γι' αυτό διαπιστώνω ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο είναι καλή και όχι ακυρώσιμη. Τα πιο πάνω δεν εξαντλούν τη διερεύνηση των ισχυρισμών του εναγομένου. Ο εναγόμενος διατείνεται ότι ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, έχει καλή υπεράσπιση. Σχετική εν προκειμένω είναι η 12η παράγραφος της ενόρκου δηλώσεως του εναγομένου όπου συμπυκνώνεται το σύνολο των σχετικών ισχυρισμών. Σύμφωνα με τον εναγόμενο η υπεράσπιση συνίσταται στο ότι η αξίωση των εναγόντων αποτελεί προϊόν παράνομων τόκων και δικαιωμάτων. η εγγύηση που έδωσε είναι άκυρη καθ' ότι δεν έλαβε ανεξάρτητη νομική συμβουλή. η υπογραφή του εξασφαλίστηκε κατόπιν ψευδών παραστάσεων από τον εναγόμενο. και τέλος, ουδέποτε παρέλαβε τις προειδοποιητικές επιστολές και την επιστολή τερματισμού που οι ενάγοντες διατείνονται ότι απέστειλαν. Πριν οτιδήποτε άλλο αξίζει να υποδειχθεί ότι ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί ότι υπέγραψε τη συμφωνία εγγυήσεως. Τούτο μάλιστα το έγγραφο είναι τα τεκμήρια Α, Β κι Γ στην ένορκο δήλωση ημερομηνίας 29.5.2009, δηλαδή τη δήλωση που προώθησαν οι ενάγοντες για απόδειξη της αξίωσής τους. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι οι σχετικές αιτιάσεις του εναγομένου δεν ικανοποιούν εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289, 294: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή». Οι προειρημένες όμως αιτιάσεις του εναγομένου φείδονται γεγονότων. Δεν είναι τίποτα άλλο από αόριστους και ανεξήγητους ισχυρισμούς, που είναι ανίκανοι να προάγουν θετικό συμπέρασμα και να υπερπηδήσουν ακόμη και αυτό το ελάχιστο εμπόδιο της συζητήσιμης υπεράσπισης. Σε ποια βάση γεγονότων στηρίζεται ο ισχυρισμός παράνομων τόκων ουδείς γνωρίζει. Καμία επεξήγηση δόθηκε ή έστω έγγραφο προσκομίστηκε, ώστε να αναδείξει το συζητήσιμο του θέματος. Ανάλογα όμως ισχύουν και για τα περί ψευδών παραστάσεων του εναγομένου 1. Πότε έλαβαν χώρα, και συγκεκριμένα. πριν, κατά ή μετά την υπογραφή της σχετικής συμφωνίας (τεκμήρια Α έως Γ στην ένορκο δήλωση ημερομηνίας 29.5.2009). Κατά τον χρόνο τούτων των ψευδών παραστάσεων ποια ήταν η κατάσταση της συμφωνίας; Εν ολίγοις, ήταν συμπληρωμένη ως φαίνεται στην ένορκο δήλωση ημερομηνίας 29.5.2009 ή όχι; Αν δεν ήταν συμπληρωμένη και ο εναγόμενος υπέγραψε ένα κενό έντυπο, γιατί δεν ανέφερε ακριβώς αυτό στη δήλωσή του; Από την άλλη, αν ήταν δεόντως συμπληρωμένη, δηλαδή αναγράφετο το ποσό που υπερβαίνει τις €21.000,00, σε τί συνίσταται η ψευδής παράσταση και πώς συναρτάται με την εγκυρότητα της συμφωνία; Τα πιο πάνω ερωτήματα δεν απαντώνται από τη μαρτυρία του εναγομένου. Τούτη όμως η διαπίστωση αποκαλύπτει ότι ο σχετικός ισχυρισμός προωθήθηκε αβασάνιστα και έξω από το πλαίσιο που η νομολογία διαγράφει. Περαιτέρω, η θέση του εναγομένου ότι δεν έλαβε ανεξάρτητη νομική συμβουλή αναιρείται από το γεγονός και μόνο ότι αποδέχεται την υπογραφή της συμφωνίας τεκμήρια Α, Β και Γ. Αυτό γιατί στο ίδιο έγγραφο, στο πλαίσιο που αφορά την εγγύηση που υπόγραψε ο εναγόμενος, αναφέρεται ότι «Δηλώνω ότι μου εξηγήθηκε και κατανοώ πλήρως το δικαίωμά μου όπως συμβουλευτώ δικηγόρο της επιλογής μου, για τις πρόνοιες του παρόντος εγγράφου και ότι είχα την ευκαιρία να τον συμβουλευτώ». Το αδιάψευστο τούτου του όρου δεν παντρεύεται με τον στερνό ισχυρισμό του εναγομένου στην ένορκο δήλωση. Μάλιστα αποκαλύπτει τέτοια αντίφαση που δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί έλλειψη καλής πίστης, διαπίστωση η οποία πλήττει καίρια τη θέση που προωθήθηκε (βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Limited v. Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415, 419 και Πατούρη ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 2118, 2124). Εν κατακλείδι, ούτε και ο ισχυρισμός ότι δεν παρέλαβε τις επιστολές που έστειλαν οι ενάγοντες, αποκαλύπτει υπεράσπιση. Και σε αυτή την περίπτωση οι επιστολές επισυνάπτονται ως τεκμήριο στην ένορκο δήλωση ημερομηνίας 29.5.2009 (βλ. τεκμήρια Δ και Ε) και η μαρτυρία του εναγομένου δεν τις αναιρεί. Παρ' όλα αυτά, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι ο εναγόμενος απέδειξε ότι έχει υπεράσπιση, και πάλιν δεν θα ήμουν διατεθειμένος να παραμερίσω την εκδοθείσα απόφαση. Έχω ήδη αναφέρει ότι σε δύο, τουλάχιστον, προηγούμενες περιπτώσεις, ο εναγόμενος έλαβε γνώση της εκδοθείσας απόφασης. Η πρώτη ήταν με την καταχώριση του εντάλματος εκποίησης κινητών και τοποθετείται χρονικά το τέλος του 2011 - οι ενάγοντες αιτήθηκαν το ένταλμα την 28.11.2011 - και η δεύτερη την 4.2.2013 όταν έλαβε διπλοσυστημένη επιστολή των εναγόντων που τον πληροφορούσε ότι προτίθενται να εκποιήσουν ακίνητη περιουσία του συνεπεία επιβάρυνσης τούτης μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης. Έχω την αίσθηση ότι η πληροφόρηση που έτυχε ο εναγόμενος σε σχέση με την έκδοση της απόφασης, σε συνδυασμό με την αδράνειά του για τρία, σχεδόν, έτη, συνιστά αδικαιολόγητη και ασυγχώρητη συμπεριφορά που δεν επιτρέπει παραμερισμό της απόφασης. Εμπίπτει εν προκειμένω στο γράμμα και το πνεύμα της υπόθεσης Siberia Air v. Πουλλίκα
(2005)1Β Α.Α.Δ. 893, 897 όπου λέχθηκε ότι: «Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 Α.Α.Δ. 818 και Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1101. Η εισήγηση ότι οι εφεσείοντες στερήθηκαν του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο κρίνεται ανεδαφική. Το θεμελιώδες αυτό δικαίωμα αποτελεί ταυτόχρονα και εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας και οπωσδήποτε πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο». Το σύνολο των πιο πάνω αναδεικνύει ασύγγνωστη συμπεριφορά εφόσον ο εναγόμενος είναι εκείνος που αδιαφόρησε για το δίκαιο και την κατίσχυση της απόφασης του δικαστηρίου και αίφνης μόλις έλαβε την Ειδοποίηση Πτώχευσης προσέτρεξε να ζητήσει διαφύλαξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του, ως ο ίδιος αναφέρει. Με όλο το σεβασμό και χωρίς ποσώς να υποτιμώ τα αναφαίρετα και αναπαλλοτρίωτα αυτά θεμελιώδη δικαιώματα, είμαι της γνώμης ότι οι προθεσμίες που τάσσουν οι κανονισμοί και οι θεσπισμένες διαδικασίες αυτή τη διαφύλαξη είναι που προάγουν, ώστε να μην εφαρμόζονται κατά το δοκούν και κατά τρόπο που πλήττει το περί δικαίου αίσθημα. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι οι αιτιάσεις του εναγομένου είναι ανυπόστατες και επιτηδευμένες. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου. (Υπ.) ............ Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.