AIRTIME LTD ν. GOODTONES LTD, Αρ. Αγωγής: 4302/2009, 21/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A422 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 4302/2009 Μεταξύ: AIRTIME LTD Ενάγοντες -και- GOODTONES LTD Εναγομένων Αίτηση για τροποποίηση έκθεσης υπεράσπισης 21 Νοεμβρίου,
- Εμφανίσεις Για τους Ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση : κος Κούτρας. Για τους Εναγόμενους/αιτητές: κα Χριστοφή. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣH Αντικείμενο της επίδικης αίτησης είναι η τροποποίηση της υπεράσπισης. Φρονώ εντούτοις ότι πριν οτιδήποτε άλλο επιβάλλεται εξιστόρηση της μέχρι σήμερα πορείας της διαδικασίας, εφόσον, όπως θα διαφανεί, είναι άμεσα συνυφασμένη με το αίτημα και την ένσταση που ηγέρθη. Επιπλέον, τούτη η διεργασία θα αναδείξει άλλη μία ουσιώδη παράμετρο, ήτοι την καθυστέρηση που προκαλείται από αφειδώλευτη χρήση δικονομικών μέτρων. Έχω την αίσθηση ότι η παρούσα αποτελεί τρανταχτό παράδειγμα ότι οι δικονομικοί κανόνες, εξορισμού θεραπαινίδες του δικαίου ως μέσω ανάδειξης και κατίσχυσης τούτου, ακυρώνονται και πλήττονται όταν χρησιμοποιούνται υπέρμετρα. Επ' ουδενί η δικονομία υπερτερεί του δικαίου και της ουσίας της αγωγής. Σκοπός των δικονομικών κανόνων είναι η ορθολογιστική ανάπτυξη των ισχυρισμών των διαδίκων και όπου παρατηρείται απόκλιση, εξαναγκασμός του αποκλίνοντος σε συμμόρφωση. Δεν επεκτείνομαι σε άλλα θέματα εφόσον δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση. Παρατηρώ όμως ότι τα πρωταρχικά δικόγραφα, έκθεση απαιτήσεως και υπεράσπιση, αποτελούν τα θεμέλια της αγωγής. Όπως σε κάθε οικοδόμημα έτσι και στην αγωγή, τα θεμέλια είναι μείζονος σημασίας εφόσον σε αυτά θα ισορροπήσει η πάρα πέρα διαδικασία. Ελλειπτική προώθηση τούτων εμποδίζει την παραπέρα ανάπτυξη της διαδικασίας. Είναι γι' αυτό το λόγο που οι διάδικοι οφείλουν ιδιαίτερη προσοχή και μέριμνα στη δόμηση των ισχυρισμών τους, ώστε να περιορίζονται επάλληλες, παρεμβάλλουσες και ενδιάμεσες διαδικασίες και να ανοίγει ο δρόμος για σύντομη και ορθή εκδίκαση της ουσίας. Διαφορετική προσέγγιση πλήττει την αγωγή και βεβαίως την απονομή της δικαιοσύνης ευρύτερα. Αναδρομή στα πρακτικά της επίδικης διαδικασίας αποδεικνύει του λόγου το ασφαλές. Η επίδικη αγωγή καταχωρίστηκε την 21.7.
- Την 19.10.2009 ακολούθησε η καταχώριση της υπεράσπισης. Την 1.11.2011 εκδόθηκε, μετά από αίτημα, διάταγμα ένορκης αποκάλυψης των εγγράφων που οι ενάγοντες είχαν στην κατοχή τους. Οι τελευταίοι συμμορφώθηκαν με το εν λόγω διάταγμα την 24.11.
- Στη συνέχεια ακολούθησε επιστολή των εναγόντων προς τους εναγόμενους - επιστολή ημερομηνίας 11.4.2012 - για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες σε σχέση με την 2η παράγραφο της υπεράσπισης. Εφόσον η εν λόγω επιστολή αγνοήθηκε, οι ενάγοντες υπέβαλαν αίτηση - αίτηση ημερομηνίας 3.10.2012 - με την οποία ζητούσαν έκδοση ανάλογου διατάγματος. Αποτέλεσμα τούτης της αίτησης ήταν να διαταχθούν οι εναγόμενοι να παράσχουν τις αιτούμενες λεπτομέρειες. Η διαταγή του δικαστηρίου, η οποία ήταν το αποτέλεσμα ακροαματικής διαδικασίας, είναι ημερομηνίας 10.4.
- Εν τω μεταξύ και οι ενάγοντες αιτήθηκαν ένορκο αποκάλυψη των εγγράφων που οι εναγόμενοι είχαν στην κατοχή τους. Τούτο το διάταγμα εξασφαλίστηκε την 15.1.
- Στο μεσοδιάστημα υποβλήθηκαν και άλλες αιτήσεις όπως. Περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων (αίτηση εναγόντων ημερομηνίας 26.10.2012). παράταση ενόρκου αποκαλύψεως (αίτηση εναγομένων ημερομηνίας 22.2.2013). και διαγραφή της υπεράσπισης λόγω μη συμμόρφωσης με διάταγμα ενόρκου αποκαλύψεως (αίτηση εναγόντων ημερομηνίας 20.3.2013). Εν τέλει την 10.4.2013 η τελευταία αίτηση απορρίφθηκε ως αποσυρθείσα και τα αιτούμενα διατάγματα των δύο άλλων αιτήσεων - αιτήσεις ημερομηνίας 26.10.2012 και 22.2.2013 - εκδόθηκαν εκ συμφώνου. Αποτέλεσμα των πιο πάνω ήταν την 22.4.2013 να προβούν οι ενάγοντες σε περαιτέρω αποκάλυψη. Παρεμβάλλω εδώ ότι γεγονός είναι πως τούτη η αποκάλυψη συνίσταται σε μεγάλο αριθμό εγγράφων φορτωτικής (way bill) που αφορούν τα έτη 1996 μέχρι και
- Από την άλλη, την 20.6.2013 οι εναγόμενοι παραχώρησαν τις περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, δηλαδή όπως διατάχθηκαν από το δικαστήριο. Ένας νέος κύκλος δικονομικών αψιμαχιών άρχισε την 10.9.
- Τότε ήταν που οι εναγόμενοι υπέβαλαν αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης. Το ίδιο διάστημα, 26.9.2013, οι ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση με την οποία αιτούνταν, εκ νέου, διαγραφή της δεύτερης παραγράφου της υπεράσπισης και επιπλέον, απόρριψη της αίτησης για τροποποίηση της υπεράσπισης - δηλαδή της αίτησης ημερομηνίας 10.9.2013 - επί τω ότι η προηγηθείσα παροχή λεπτομερειών αντίκειται στο σχετικό διάταγμα του δικαστηρίου (διάταγμα ημερομηνίας 10.4.2013). Ας σημειωθεί ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες ζήτησαν και οι εναγόμενοι με επιστολή ημερομηνίας 13.11.
- Προφανώς η εν λόγω επιστολή επέδρασε καταλυτικά στις αιτήσεις ημερομηνίας 10.9.2013 και 26.9.2013, εφόσον αποσύρθηκαν την 29.1.
- Πέραν της απόσυρσης των εν λόγω αιτήσεων οι συνήγοροι προέβησαν και σε κοινή δήλωση, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η απόσυρση και διαγραφή των λεπτομερειών που παραχώρησαν οι εναγόμενοι στην προσπάθειά τους να συμμορφωθούν με το διάταγμα του δικαστηρίου, ημερομηνίας 10.4.
- Το σχετικό αίτημα εγκρίθηκε και ως εκ τούτου στους εναγόμενους χορηγήθηκε πρόσθετος χρόνος για εκ νέου καταχώριση των λεπτομερειών που διατάχθηκαν να παράσχουν. Τούτες οι λεπτομέρειες καταχωρίστηκαν την 26.2.
- Οι δε περαιτέρω λεπτομέρειες των εναγόντων, ως η απαίτηση των εναγομένων, καταχωρίστηκαν την 28.1.
- Είναι σε αυτό το πλαίσιο που υποβάλλεται η επίδικη αίτηση και γι' αυτό κρίθηκε αναγκαίο να παρατεθεί η διαδρομή που ακολούθησε η αγωγή, εφόσον οι λεπτομέρειες που προσφέρθηκαν από αμφότερες τις πλευρές ενσωματώνονται και αποτελούν μέρος του δικογράφου που αφορούν (βλ. Ετήσια Πρακτική 1958 στη σελ. 460 κάτω από τον τίτλο Form of Particulars όπου αναφέρεται ότι The Particulars so delivered are a part of the pleadings and should be delivered as a formal document in the same way as a pleading, and not in the form of a letter). Το ίδιο βεβαίως ισχύει και για την υπεράσπιση. Οι λεπτομέρειες που προσφέρθηκαν αποτελούν μέρος τούτου του δικογράφου και συνεκτιμώνται στην αναγκαιότητα του αιτήματος για τροποποίηση της υπεράσπισης. Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στην αίτηση αξίζει να αναφερθεί ότι ουδείς από τους διαδίκους ζήτησε αντεξέταση και έτσι η ακρόαση περιορίστηκε στις αγορεύσεις των συνηγόρων. Τι είναι εκείνο που υποστήριξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι δεν επαναλαμβάνεται εδώ εφόσον η διεργασία που ακολουθεί αποκαλύπτει ό,τι σχετικό. Κρίνω αναγκαίο προτού υπεισέλθω σε εξέταση του αιτήματος να συνοψίσω το νομικό πλαίσιο που διέπει τούτο. Η τροποποίηση δικογράφου διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.
- Η νομολογία αποκαλύπτει ότι η τύχη του αιτήματος εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Νοείται βεβαίως ότι όπως σε κάθε άλλη περίπτωση που το δικαστήριο καλείται να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία έτσι και εδώ η σχετική εξουσία ασκείται κατά τρόπο δικαστικό. Κριτήριο είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του αιτήματος αποδόθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 όπου στη σελ. 938 αναφέρθηκε ότι· «Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd, and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here.". . . . . . . . . . . . . . . ............... Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Δεν είναι πρόσφορο να αναζητηθούν και να σχολιασθούν, εκ προοιμίου και απροσδιόριστα, οι παράμετροι που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου. Όπως υποδεικνύεται στις υποθέσεις D.J. Karapatakis & Sons Ltd v. Δήμου Στροβόλου, Πολ. Εφ. 135/11, ημερ. 13.06.2013 και Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.α., Π.Ε. 79/09, ημερ. 04/05/2012, οι παράγοντες που καθορίζουν το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι πολυάριθμοι και ποικίλλουν ανά περίπτωση. Κατ' επέκταση, δεν χρησιμεύει γενική και αφηρημένη αναζήτηση τούτων. Είναι η θέση των εναγόντων ότι η αίτηση είναι κακόπιστη εφόσον σκοπεί σε εξουδετέρωση του διατάγματος ημερομηνίας 10.4.2013, δηλαδή του διατάγματος για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Υποστηρίζουν ότι μέσω αυτής οι εναγόμενοι τεχνηέντως επιχειρούν να υπερκεράσουν την περίοδο 1996 μέχρι και 2002, εφόσον οι λεπτομέρειες που παραχώρησαν την 26.2.2014 αρχίζουν από το
- Ενόψει των πιο πάνω αιτιάσεων επιβάλλεται σύνοψη της υφιστάμενης υπεράσπισης καθώς και των λεπτομερειών που προσφέρθηκαν. Οι εναγόμενοι δέχονται τη θέση των εναγόντων ότι οι διάδικοι είχαν προφορική συμφωνία όπως οι πρώτοι παραδίδουν στους τελευταίους εμπορεύματα, τα οποία οι τελευταίοι είτε θα πωλούσαν είτε θα επέστρεφαν στους ενάγοντες. Μάλιστα δέχονται ότι η παράδοση θα γινόταν με δελτίο αποστολής. Εντούτοις οι εναγόμενοι αρνούνται ότι οφείλουν οιονδήποτε ποσό στους ενάγοντες. Υποστηρίζουν ότι έχουν αποπληρώσει όλες τις οφειλές τους και/ή παραδώσει και/ή επιστρέψει οποιαδήποτε εμπορεύματα έλαβαν από τους ενάγοντες. Τέλος, αρνούνται ότι αναγνώρισαν οιονδήποτε χρέος και/ή υποσχέθηκαν στους ενάγοντες να τους εξοφλήσουν, εφόσον ουδέν ποσό τους οφείλουν. Οι λεπτομέρειες που οι εναγόμενοι διατάχθηκαν να καταβάλουν αφορούν τον ισχυρισμό για αποπληρωμή του ποσού και παράδοση των εμπορευμάτων. Οι δε λεπτομέρειες που έδωσαν οι εναγόμενοι την 26.2.2014 αναφέρουν ότι το συνολικό ποσό που κατέβαλαν στους ενάγοντες μεταξύ της περιόδου 2002 με 2008, ανέρχεται στις €200.000,
- Απαριθμούν εβδομήντα έξι
(76)επιταγές με ποσά και ημερομηνίες και υποστηρίζουν ότι με αυτές εξόφλησαν κάθε οφειλή που είχαν έναντι των εναγόντων. Οι επιταγές επίσης αφορούν την περίοδο 2002 με 2008. Περαιτέρω, ονοματίζουν εκατόν οκτώ
(108)προϊόντα και τις ποσότητες τούτων, τα οποία επέστρεψαν στους ενάγοντες μεταξύ των ετών 2002 με
- Η κατακλείδα των λεπτομερειών αναφέρει ότι: «
- Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι, λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος και/ή λόγω του ότι δεν υπήρξε στο παρελθόν οιαδήποτε απαίτηση από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη, η Εναγόμενη δεν έχει πλέον στη διάθεση της το αρχείο που διατηρούσε για τη συνεργασία της με την Ενάγουσα κατά τη χρονική περίοδο από το έτος 1997 μέχρι και το τέλος του έτους 2001». Με την επίδικη αίτηση οι εναγόμενοι επιθυμούν προσθήκη των ακόλουθων νέων παραγράφων: «
- Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η συνεργασία των διαδίκων, δυνάμει της προφορικής τους συμφωνίας για παράδοση εμπορευμάτων επί παρακαταθήκη, έλαβε χώρα κατά τη χρονική περίοδο από τα τέλη του έτους 1996 μέχρι και το έτος 2008 χωρίς απαίτηση από πλευράς της Ενάγουσας για κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενα ποσά. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η οποιαδήποτε απαίτηση της Ενάγουσας σχετικά με την περίοδο μεταξύ του έτους 1996 και μέχρι το τέλος του 2001 έχει παραγραφεί λόγω παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος και/ή λόγω υπέρμετρης καθυστέρησης στη διεκδίκησή της και/ή λόγω ολιγωρίας (laches).
- H Εναγόμενη ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η Ενάγουσα κωλύεται λόγω συμπεριφοράς και/ή λόγω παραστάσεων από του να οποιαδήποτε απαίτηση για τη χρονική περίοδο από 1996 μέχρι τέλους του 2001 διά το λόγο ότι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων η Ενάγουσα ουδέποτε ανέφερε στην και/ή όχλησε την και/ή διεκδίκησε από την Εναγόμενη οποιαδήποτε κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενα ποσά, καθώς η Ενάγουσα έλαβε γνώση της απαίτησης της Ενάγουσας μόνο με την προώθηση της παρούσας αγωγής εναντίον της.
- Περαιτέρω, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα κωλύεται από του να διεκδικεί αξιώσεις για την περίοδο από το 1996 μέχρι το τέλος του 2001, δια το λόγο ότι η Εναγόμενη στηρίχθηκε στη συμπεριφορά και/ή παραστάσεις της Εναγομένης με αποτέλεσμα η Εναγόμενη να έχει διαφοροποιήσει τη θέση της προς βλάβη της, αφού η Ενάγουσα προέτρεψε και/ή παρακίνησε την Εναγόμενη να συνεχίσει τη συνεργασία μαζί της, ως και έγινε, με δεδομένο ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε διεκδίκηση εκ μέρους της εναντίον της Εναγόμενης. Ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς και/ή των παραστάσεων της Ενάγουσας, όταν η Εναγομένη έλαβε γνώση της απαίτησης της Ενάγουσας με την προώθηση της παρούσας αγωγής, η Εναγόμενη στηριζόμενη στη συμπεριφορά της Εναγομένης, είχε ήδη καταστρέψει τα σχετικά έγγραφα με τη συνεργασία των διαδίκων για την περίοδο 1997 μέχρι τέλους του 2001, σε συνάρτηση και με τις υποχρεώσεις της δυνάμει της Νομοθεσίας περί του φόρου προστιθέμενης αξίας και ή άλλως πως για τη διατήρηση αρχείου μέχρι 7 ετών.
- Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι εύλογα εστηρίχθη εις τη συμπεριφορά και/ή παραστάσεις της Ενάγουσας και ως εκ τούτου, υπό τις περιστάσεις, η Ενάγουσα θα έπρεπε να κωλύεται από του να διεκδικεί ποσά για συναλλαγές που έλαβαν χώρα 8 με 13 χρόνια πριν.
- Άνευ βλάβης των ανωτέρω αναφερομένων, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων και/ή για την περίοδο από το 2002 και μέχρι το τέλος της συνεργασίας της με την Ενάγουσα, ήτοι μέχρι το έτος 2008, η Εναγόμενη εξόφλησε πλήρως όλα τα τιμολόγια που εξέδωσε η Ενάγουσα σχετικά με τα προϊόντα που η Ενάγουσα πώλησε σε τρίτα άτομα και/ή ότι η Εναγόμενη προέβαινε σε υπερπληρωμές προϊόντων προς την Ενάγουσα και/ή κατέβαλε στην Ενάγουσα χρηματικά ποσά τα οποία αναλογούσαν σε περισσότερα προϊόντα απ' αυτά που η Ενάγουσα παρέδιδε στην Εναγόμενη, συνεπεία λανθασμένης τιμολόγησης των προϊόντων.
- Περαιτέρω, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων και/ή για την περίοδο από το 2002 και μέχρι το τέλος της συνεργασίας της με την Ενάγουσα, ήτοι μέχρι το έτος 2008, επέστρεψε πίσω στην Ενάγουσα όσα προϊόντα δεν πώλησε σε τρίτα άτομα, εκδίδοντας προς τούτο σχετικά δελτία επιστροφής (return notes/way bills)». Από τα πιο πάνω αποκαλύπτεται ότι η προσθήκη που επιζητούν οι εναγόμενοι δεν ακυρώνει την υφιστάμενη παραδοχή ότι μεταξύ των ετών 1996 με 2008 οι διάδικοι είχαν εμπορική συνεργασία. Μάλιστα αφήνουν αναλλοίωτο το σύνολο των αναφερομένων στις παραγράφους 2 και 3 της υπεράσπισης, εξ ου και οι πιο πάνω παράγραφοι προωθούνται ως προσθήκη και όχι αντικατάσταση. Εκείνο που σήμερα ζητείται να προστεθεί είναι πως όλα αυτά τα έτη οι ενάγοντες ουδεμία απαίτηση υπέβαλαν στους εναγόμενους. Επιπλέον η θέση συναρτάται δικανικά με την αρχή του κωλύματος λόγω συμπεριφοράς και καθυστέρησης (laches), ιδιαίτερα δε εφόσον λόγω αυτής της συμπεριφοράς οι εναγόμενοι κατέστρεψαν έγγραφα, δηλαδή αποδεικτό υλικό, που αφορά την περίοδο 1996 μέχρι και
- Τέλος, υποστηρίζουν ότι η τιμολόγηση των εναγόντων είναι λανθασμένη και αποκαλύπτει υπερχρεώσεις. Ομολογώ ότι δεν συμφωνώ με τη θέση των εναγόντων ότι η ζητούμενη τροποποίηση είναι επιτηδευμένη με σκοπό να υπερφαλαγγίσει το διάταγμα του δικαστηρίου ημερομηνίας 10.4.2013 και ως εκ τούτου κακόπιστη. Το πρώτο που πρέπει να υποδειχθεί είναι ότι δεν απαγορεύεται τροποποίηση ακόμη και αυτών των λεπτομερειών που διάδικος παρέχει μετά την καταχώριση του δικογράφου του. Επί του προκειμένου σχετικά είναι όσα αναφέρονται στην Ετήσια Πρακτική του 1958 στο πλαίσιο του r.7 της Ο.19, που αφορά περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες (βλ. παράγραφο Amending or Adding to Particulars στη σελίδα 461), και του r.12 της Ο.28, που αφορά τροποποίηση (βλ. παράγραφο Particulars στη σελίδα 637). Τα αναφερόμενα στην Ετήσια Πρακτική φανερώνουν ότι τούτες οι λεπτομέρειες υπόκεινται σε τροποποίηση. Μάλιστα θα έλεγα ότι αυτό είναι καθ' όλα φυσιολογικό εφόσον οι λεπτομέρειες αποτελούν, όπως προαναφέρθηκε, μέρος του δικογράφου. Κατ' επέκταση θα ήταν αντινομικό και εν πάση περιπτώσει παράλογο, να είναι οι λεπτομέρειες το μόνο μέρος του δικογράφου διά το οποίο δεν επιτρέπεται τροποποίηση. Σαφώς και επιτρέπεται τέτοια και μάλιστα όπως αναφέρεται στην Ο.28 r.12, πιο πάνω: «If made a reasonable time before the trial, will generally be allowed on terms (Yorkshire Provident Cov. Gilbert
(1895)2 Q.B. 148, Emden v. Burns 10 T.L.R. 400), unless some injury would be caused by such amendment which could not be sufficiently compensated by the payment of costs)»? Συνεπώς, ακόμη και αν η τροποποίηση σκοπεί σε διαφοροποίηση των λεπτομερειών που παρασχέθηκαν δεν δικαιολογείται, δίχως άλλο, a priori συμπέρασμα κακοπιστίας. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοι ΛΤδ ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 204/09, ημερομηνίας 25.4.2012, απόδειξη κακοπιστίας προϋποθέτει επαρκή μαρτυρία. Η δε καθυστέρηση λόγω λάθους ή αμέλειας, δεν εξισώνεται με κακοπιστία. Τι είναι όμως εκείνο που προτάσσουν εδώ οι ενάγοντες ως στοιχείο που αποκαλύπτει την κακοπιστία των εναγομένων; Ο λόγος, λένε, είναι επειδή το αίτημα υποβάλλεται καθυστερημένα και εν πάση περιπτώσει μετά το διάταγμα ημερομηνίας 10.4.2013 και με σκοπό να καλύψει την περίοδο 1996 μέχρι 2002, δια την οποία δεν δόθηκαν λεπτομέρειες. Δεν συμφωνώ όμως ότι οι εναγόμενοι δεν έδωσαν λεπτομέρειες για την περίοδο 1996 μέχρι
- Η 4η παράγραφος των λεπτομερειών που δόθηκαν την 26.2.2014 και πιο πάνω παρατίθεται, διατυμπανίζει ακριβώς την αδυναμία των εναγομένων να δώσουν λεπτομέρειες για αυτή την περίοδο και επεξηγεί τους λόγους στους οποίους οφείλεται τούτη η αδυναμία. Συνεπώς αναφέρουν, έστω εμμέσως, ότι δεν έχουν στην κατοχή τους έγγραφα που αφορούν αυτή την περίοδο και εξηγούν το λόγο που δεν τα έχουν. Η προσπάθεια, σήμερα, ανάδειξης τούτης της αδυναμίας σε υπεράσπιση, ήτοι κώλυμα λόγω συμπεριφοράς και laches, δεν αποδεικνύει κακοπιστία. Τουναντίον, θα ανέμενε κανείς ότι τούτος ο ισχυρισμός των εναγομένων στις λεπτομέρειες που παραχώρησαν θα επιχειρείτο, με το κατάλληλο δικανικό πλαίσιο, να ενσωματωθεί στο δικόγραφο της υπεράσπισης, διαφορετικά θα έμενε μετέωρος και ανυπόστατος. Αυτή λοιπόν είναι η ουσία του επίδικου αιτήματος. Κατ' επέκταση, η προσπάθεια των εναγομένων να αιτιολογήσουν επαρκώς το λόγο που δεν έχουν τα έγγραφα που αφορά η περίοδος 1996 με 2002, χωρίς όμως να ακυρώνουν τη βασική τους θέση, δηλαδή ότι είναι από το 1996 που συνεργάζονται με τους ενάγοντες, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί αποκαλύπτει κακοπιστία. Από την άλλη οι επεξηγήσεις των εναγομένων σε σχέση με το λόγο που το αίτημα υποβάλλεται σε αυτό το στάδιο, επιβεβαιώνονται από την αναμφισβήτητη θέση του ομνύοντα την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, δηλαδή ότι μόλις μετά τη δεύτερη ένορκη αποκάλυψη των εναγόντων - η οποία τοποθετείται χρονικά την 22.4.2013 - και τις περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες που έδωσαν οι ενάγοντες την 28.1.2014, πληροφορήθηκαν ποια ακριβώς τιμολόγια συνιστούν την αξίωση τούτων. Από το φάκελο του δικαστηρίου και τη μέχρι σήμερα πορεία της υπόθεσης αποκαλύπτεται ότι είναι με αυτές τις περαιτέρω λεπτομέρειες που οι ενάγοντες συγκεκριμενοποίησαν τα τιμολόγια και τα εμπορεύματα που αφορά η αξίωση. Η έκθεση απαιτήσεως δεν αναφέρει τιμολόγιο και ούτε αφήνει να νοηθεί οτιδήποτε σχετικό. Εφόσον λοιπόν σήμερα είναι που καθίσταται σαφές ότι η ισχυριζόμενη οφειλή παραπέμπει σε βάθος χρόνου, δικαίως, πιστεύω, οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι παραπλανήθηκαν και δεν γνώριζαν τα γεγονότα που καλούνταν να υπερασπιστούν. Δεν διέλαθε την προσοχή μου ότι η επίδικη αίτηση μπορούσε να υποβληθεί αμέσως μετά την παροχή λεπτομερειών από τους ενάγοντες, δηλαδή την 28.1.
- Κρίνω όμως ότι η καταχώριση της αίτησης μόλις τρεις μήνες μετά από αυτή την ημερομηνία, δεν αποκαλύπτει υπέρμετρη καθυστέρηση όπως ούτε αδιαφορία και κατάχρηση. Σε σχέση με την αίτηση τροποποίησης που προηγήθηκε και αποσύρθηκε παρατηρώ ότι σε εκείνο το στάδιο έγινε κοινή δήλωση των συνηγόρων, με την οποία αποσύρθηκαν οι πρώτες λεπτομέρειες που καταχώρισαν οι εναγόμενοι. Ως εκ τούτου αφού τη δεδομένη στιγμή οι εναγόμενοι δεν είχαν συμμορφωθεί με το διάταγμα για λεπτομέρειες, η επιλογή τους να αποσύρουν τη σχετική αίτηση και να επανέλθουν μετά τη συμπλήρωση του δικογράφου με λεπτομέρειες, είναι ορθή και σίγουρα δεν φανερώνει κατάχρηση όπως ούτε κακοπιστία. Εν κατακλείδι, δεν αντιλαμβάνομαι ποια ζημία μπορεί να προκαλέσει η τροποποίηση στην πλευρά των εναγόντων, που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με χρήμα. Είμαι πεπεισμένος ότι αν από την πρώτη στιγμή οι δύο πλευρές δικογραφούσαν με σαφήνεια τις θέσεις τους, θα αποφεύγετο όλη αυτή η σπατάλη χρόνου και χρήματος και πρωτίστως, αμφότερες οι πλευρές θα γνώριζαν επ' ακριβώς τι έχουν να αντιμετωπίσουν. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία και απαραίτητη ώστε να τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου το σύνολο των νομικών και πραγματικών ζητημάτων. Κατ' επέκταση εκδίδεται διάταγμα ως οι παράγραφοι Α και Β της αίτησης. Για την τροποποίηση να ακολουθηθούν οι θεσμοί. Τυχόν διαφυγόντα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων. Έξοδα της αίτησης, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, μειωμένα όμως στο ½, επίσης επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων. Η μείωση των εξόδων της αίτησης οφείλεται στην απόρριψη των λόγων που προωθήθηκαν. Εφόσον η αγωγή είναι παλαιά κρίνεται ορθό να μην αφεθεί sine die. (Υπ.) ............ Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο