L.C.A DOMIKI Ltd ν. Kyriakos Andreou Arsiotis Developments Ltd, Αρ. Αγωγής: 4573/13, 11/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A409 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4573/13 Μεταξύ: L.C.A DOMIKI Ltd, εκ Λευκωσίας Εναγόντων και Kyriakos Andreou Arsiotis Developments Ltd, εκ Λευκωσίας Εναγομένων ----------------------- Αίτηση ημερομηνίας 3.9.14 για αντεξέταση Ημερομηνία: 11.11.14 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Π. Πετράκης Για τους Εναγόμενους-Καθ' ων η αίτηση: κα Χρ. Ηλία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες δια ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος καταχώρισαν αγωγή εναντίον των εναγομένων αξιώνοντας το ποσό των €266.782.56 οφειλόμενο για πωληθέντα και παραδοθέντα εμπορεύματα και/ή για επιστραφείσες επιταγές. Μετά την καταχώριση εκ μέρους των εναγομένων σημειώματος εμφανίσεως, οι ενάγοντες αποτάθηκαν προς έκδοση απόφασης εναντίον τους, ενεργοποιώντας την διαδικασία της Δ.18. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν ένσταση συνοδευόμενη με ένορκη δήλωση. Τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση συνοδεύονται από σωρεία εγγράφων-τιμολογίων υποστηριζόμενες αντιστοίχως με μακροσκελείς ένορκες δηλώσεις προωθώντας τις εκατέρωθεν θέσεις. Στην συνέχεια υπεβλήθη η παρούσα αίτηση προς αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος επί της ενστάσεως των εναγομένων - καθ ων η αίτηση, που έτυχε της ένστασης των καθ ων η αίτηση. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.39, θ.1 υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση ο ενόρκως δηλών εκ μέρους των καθ ων η αίτηση προβαίνει σε ορισμένους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν γίνονται αποδεκτοί από τους αιτητές και ως εκ τούτου επιβάλλεται η αντεξέταση του. Επίσης ο ισχυρισμός ότι ουδέν οφείλουν γιατί ουδέποτε παρέλαβαν τα επίδικα τιμολόγια και δεν αναγνωρίζουν την υπογραφή του παραλήπτη σε αυτά συγκρούονται με αναμφισβήτητα γεγονότα. Επιζητείται επίσης η αντεξέταση για τον ισχυρισμό περί εξόφλησης ορισμένων τιμολογίων, γιατί ο τρόπος που προβάλλεται ο ισχυρισμός είναι ανορθόδοξος, αφύσικος, μπερδεμένος και κατά παράβαση της πρακτικής πληρωμών έναντι χρεωστικού λογαριασμού που εγείρει πολλά ερωτηματικά και θέμα αλλότριων σκοπών που χρήζουν διευκρινίσεων. Οι εναγόμενοι προβάλλουν δέκα λόγους για τους οποίους το αίτημα θα πρέπει ν' απορριφθεί. Επιγραμματικά ότι δεν στοιχειοθετείται ειδική περίσταση που να δικαιολογεί το αίτημα, η δε αίτηση είναι γενική και θα οδηγήσει την αντεξέταση σε κυρίως δίκη που συνιστά εκτροπή από τα όρια της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση και ο κ. Πετράκης για τους αιτητές εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να επιτραπεί η αντεξέταση γιατί ακόμα και εκεί που γεγονότα τείνουν να δείξουν υπεράσπιση θα πρέπει αυτή να είναι καλόπιστη. Ακριβώς επ' αυτού του θέματος επιζητείται η αντεξέταση, όχι για την αξιοπιστία της μαρτυρίας, αλλά για το καλόπιστο της υπεράσπισης που προβάλλεται. Παρέπεμψε προς τούτο στην Δ.18, Θ.3 και σε απόσπασμα από το Annual Practice 1954, σελ.659, σύμφωνα με το οποίο όταν το εγειρόμενο θέμα αφορά το κίνητρο ή την καλή πίστη του αντιδίκου, το δικαστήριο δεν θα πρέπει να ενεργήσει χωρίς την αντεξέτασή του. Στην αντίπερα όχθη η κα Ηλία στην γραπτή της αγόρευση προωθεί του λόγους ένστασης και με αναφορά σε νομολογία εισηγείται ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Δεν τίθεται εν αμφιβόλω ότι το όλο ζήτημα εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, αφού σύμφωνα με την υπόθεση Μήλου κ.ά
(2008)1 Α.Α.Δ.280, είναι στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να εγκρίνει ή να απορρίψει αίτημα κάτω από την Δ.39 ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στους Halsbury' s Laws of England s Laws of England 3η έκδ. Τόμος 21,παρα.878, σελ.418-419 επεξηγείται ότι το δικαστήριο δεν θα επιτρέψει σε ένα διάδικο να εξετάσει προφορικά ένα μάρτυρα αν είναι της άποψης ότι η αίτηση για αντεξέταση γίνεται για να προκληθεί καθυστέρηση, ή αν υπάρχει επαρκής μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου για να αποφασίσει. Όταν υποβάλλεται αίτημα για αντεξέταση ενόρκως δηλούντος, τούτο θα πρέπει να είναι αρκούντως προσδιορισμένο και σαφώς περιορισμένο και να εξυπηρετεί τις ανάγκες της διαδικασίας και δεν μπορεί να εκτείνεται επί οιουδήποτε θέματος υπάρχει αμφισβήτηση μεταξύ των μερών. Κριτήριο και παράμετρος εντός της οποίας θα ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου είναι κατά πόσο η αντεξέταση είναι προς το συμφέρον απονομής της δικαιοσύνης και αν καταδεικνύεται ως ανάγκη κάποια εξαιρετική περίσταση στην βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της υπόθεσης. Στην υπόθεση Rana (Αρ.1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660, αίτηση για habeas corpus, υπεδείχθη ότι η αίτηση για αντεξέταση δυνάμει των προνοιών της Δ.39, Θ.1 πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Για όλα αυτά το βάρος προφανώς το φέρει ο αιτητής, που θα πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι συντρέχουν οι πιο πάνω παράγοντες ώστε να ασκηθεί προς όφελος του η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Ο μόνος δε τρόπος με τον οποίο μπορούν να προβληθούν και κυρίως να αξιολογηθούν αλλά και να κριθούν από το δικαστήριο οι σχετικοί παράμετροι, είναι με παράθεση σε λεπτομερή ένορκη δήλωση εκ μέρους του αιτούντος όλων των συγκεκριμένων θεμάτων εκ των οποίων αναδύεται αλλά και καταδεικνύεται η ανάγκη αντεξέτασης, όπως και των εξαιρετικών εκείνων περιστάσεων που να δικαιολογούν το αίτημα. Είναι η κρίση του δικαστηρίου ότι η συνοδεύουσα την αίτηση ένορκη δήλωση δεν είναι επαρκής ως προς το ζήτημα τούτο, αφού εκείνο που στο τέλος της ημέρας επιζητείται είναι η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος επί παντός θέματος που εγείρεται στην ένσταση των καθ ων η αίτηση, και τούτο με αναφορά ή ως υπόβαθρο στο καλόπιστο της υπεράσπισης. Η επίκληση του αξιόπιστου ή μη της προβαλλόμενης υπεράσπισης, δεν υπερκαλύπτει την γενικότητα του επιζητούμενου διατάγματος, ούτε και υποστυλώνει ή και δικαιολογεί καθ' οιονδήποτε τρόπο την αίτηση. Κρίνεται συνεπώς ορθή η εισήγηση της κας Ηλία, ότι δεν γίνεται καν αναφορά στις παραγράφους που επιζητείται η αντεξέταση. Από την άλλη είναι προφανές ότι υπό όποιο μανδύα και αν επιχειρείται η αντεξέταση του ομνύοντος, η γενικότητα με την οποία προβάλλεται, η ακρόαση της αίτησης αναπόφευκτα θα μετατραπεί σε ακρόαση επί της ουσίας, που δεν είναι αυτό το κατάλληλο στάδιο. Η γενικότητα του αιτήματος καθόλου δεν ικανοποιεί τις πρόνοιες της Δ.39. Στην υπόθεση Lord Jeans Ltd v. Orbit-Kazoulis Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ. 808 υπεδείχθη η εξεύρεση των λόγων που δικαιολογούν ένα αίτημα δεν αποτελεί έργο του δικαστηρίου, αλλά του μέρους εκείνου που επιζητά την θεραπεία από το δικαστήριο, με την παράθεση όλων των αναγκαίων γεγονότων στα πλαίσια μιας ένορκης δήλωσης. Εξ' αυτού του λόγου και εκ των πραγμάτων η αίτηση δεν μπορεί να έχει αίσια κατάληξη, ως γενική και αόριστη. Είναι δε δεδομένο ότι το βάρος το φέρει αιτητής ώστε με την παράθεση όλων των αναγκαίων γεγονότων να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι συντρέχουν λόγοι προς άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου προς όφελος του. Και ο αιτητής με βάση όσα έχει παραθέσει δεν το έχει αποσείσει. Έγινε αναφορά από τον κ. Πετράκη και παραπομπή στο Annual Practice ανωτέρω, ως προς το καλόπιστο της υπεράσπισης και κατά συνέπεια, όπου εγείρεται ζήτημα καλοπιστίας, είναι επιτρεπτή η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος. Η παραπομπή που γίνεται στο πιο πάνω απόσπασμα είναι στην υπόθεση In Re Smith and Fawcett, Ltd
(1942)Ch.303, C.A. Η υπόθεση αυτή αφορούσε άρνηση του διευθυντή εταιρείας να επιτρέψει την εγγραφή της μεταβίβασης μετοχών στους κληρονόμους άλλου μετόχου, δυνάμει των προνοιών του καταστατικού της εταιρείας, το οποίο προέβλεπε ότι οι διευθυντές είχαν απόλυτο και ανεξέλεγκτο δικαίωμα (absolute and uncontrolled discretion) να αρνηθούν να εγγράψουν την μεταβίβαση μετοχών. Το ζήτημα όπως το έθεσε ο Simonds J. ήταν κατά πόσο, εν όψει των ευρύτατων εξουσιών που έδινε το καταστατικό στους διευθυντές, περιορίζονται στην άσκηση της εξουσίας τους αυτής μόνο από την καλόπιστη άποψη τους (bona fide view) ως προς τα συμφέροντα της εταιρείας. Και το θέμα που ηγέρθη, ως θέμα γεγονότων, ήταν κατά πόσο η άρνηση των διευθυντών ήταν καλόπιστη. Λέχθηκαν τα εξής ως προς το εξεταζόμενο θέμα: « . I strongly dislike being asked on affidavit evidence alone to draw inferences as to the bona fides or mala fides of the actors. If it is desired to charged a deponent with having given account of his motives and his reasons which is not the true account, then the person on whom the burden of proof lies should take the ordinary and obvious course of requiring the deponent to submit himself to cross-examination. That does not mean that it is illegitimate in a proper case to draw inferences as to bona fides or mala fides in cases where there is on the face of the affidavit sufficient justification for doing so, but where the oath of the deponent is before the court, as it is here, and the only grounds on which the court is asked to disbelieve it are matters of inference many of them of a doubtful character, I decline to give to those suggestions the weight which is desired». Είναι συνεπώς φανερό ότι η πιο πάνω απόφαση δεν δημιούργησε κάποιο άκαμπτο κανόνα, πως σε κάθε περίπτωση που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο υπάρχει ή και εγείρεται μεταξύ άλλων και η καλοπιστία, θα πρέπει οπωσδήποτε και άνευ ετέρου να διατάσσεται η αντεξέταση του ομνύοντος. Ούτε και σε ένσταση επί συνοπτικής απόφασης εγείρεται το καλόπιστο ή το κακόπιστο της προβαλλομένης υπεράσπισης ως το μόνο ζήτημα, ή αποτελεί το μοναδικό ζωτικό θέμα, με τον τρόπο μάλιστα και την έννοια ως προς την εμβέλεια και την ουσία του πράγματος με το οποίο ηγέρθη στην πιο πάνω απόφαση. Ως υποδεικνύεται και στην In Re Smith ανωτέρω, σε κατάλληλες περιπτώσεις τα συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν από την όψη της ενόρκου δηλώσεως. Άμεσα συναφής προς τούτο είναι η υπόθεση Subotic ν. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ.22, 28, που τονίστηκε ότι εκεί όπου εγείρεται καλή τη πίστει υπεράσπιση, αυτή εξάγεται από τα ίδια τα γεγονότα της αγωγής και συνδέεται άμεσα με τους λόγους της υπεράσπισης. Κατά συνέπεια το θέμα μπορεί και πρέπει να εξαχθεί μέσα από τα προβαλλόμενα δια της ενόρκου δηλώσεως γεγονότα και ισχυρισμούς των εναγομένων και όχι ως άσκηση αντεξέτασης του ομνύοντος, που αναπόφευκτα θα οδηγήσει στην αντεξέταση επί της ουσίας των προβαλλόμενων και εν πολλοίς αντικρουόμενων γεγονότων, που είναι παντελώς ανεπίτρεπτο στο στάδιο αυτό, αφού μοιραία και εκ των πραγμάτων θα οδηγήσει ως κατάληξη στην εκδίκαση της υπόθεσης επί της ουσίας. Αυτό ακριβώς κρίνεται ότι είναι και το νόημα αλλά και η ορθή ερμηνεία της Δ.18 Θ.3, αφού ο εναγόμενος, σύμφωνα με την Διαταγή αυτή, επί αίτησης προς έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του, μπορεί να δείξει λόγο είτε δι' ενόρκου δηλώσεως, είτε μπορεί να του επιτραπεί από το δικαστήριο να εξεταστεί (to be examine), ή να παρουσιαστεί και να εξεταστεί επί όρκου, καθώς και οποιοσδήποτε αξιωματούχος εταιρείας για να προσκομίσει βιβλία ή άλλα σχετικά έγγραφα. Στην παρούσα υπόθεση οι εναγόμενοι καταχώρισαν ένσταση συνοδευόμενη με ένορκη δήλωση και συνεπώς δεν τίθεται θέμα να εξεταστούν επί όρκου, πόσω δε μάλλον να αντεξεταστούν. Η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος δεν προσφέρεται, ούτε και παρουσιάζεται ως αναγκαία στην παρούσα υπόθεση, αφού η συζητήσιμη υπεράσπιση, με την έννοια του αν είναι καλόπιστη ή όχι, θα αποφασιστεί επί της ουσίας των γεγονότων και των προβαλλόμενων δια της ενόρκου δηλώσεως ισχυρισμών των εναγομένων και όχι ανεξάρτητα από αυτούς. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος των εναγομένων καθ ων η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και αφού εγκριθούν από το δικαστήριο θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο