ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 5429/2014, 14/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A412 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5429/2014 Μεταξύ: ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγοντα και ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΤΔ Εναγομένης --------------------- Αίτηση ημερ. 30.9.2014 για προσωρινά διατάγματα Ημερομηνία: 14 Νοεμβρίου, 2014 Για τον ενάγοντα- αιτητή : κ. Α. Αποστολίδης Για την εναγομένη - καθ' ης η αίτηση : κ. Α. Παπαλοΐζου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρίστηκε με κλητήριο γενικώς οπισθογραφημένο (Δ.2, θ. 1), ο ενάγων αξιώνει εναντίον της εναγομένης εταιρείας διάφορες Δηλώσεις και Διατάγματα προς άρση ισχυριζόμενης παράνομης επέμβασης στο καφεστιατόριο, στο κυλικείο και στις αποθήκες/γραφεία στο κτήριο G στα Κεντρικά Κτήρια του Πανεπιστημίου Κύπρου στην οδό Καλλιπόλεως 74 στη Λευκωσία και στο καφεστιατόριο στους χώρους διδασκαλίας (ΧΩΔ02) στην Πανεπιστημιούπολη στην οδό Πανεπιστημίου
- Αξιώνει επίσης αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση που επεσυνέβη από 24.8.2014 και συνεχίζει, ειδικές αποζημιώσεις ύψους €16.342,96 για οφειλόμενα ενοίκια και άλλες υποχρεώσεις, γενικές αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και/ή δόλο και/ή παράβαση νομικής ευθύνης, καθώς και τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Με την καταχώριση της αγωγής ο ενάγων καταχώρισε μονομερώς την υπό κρίση αίτηση, με την οποία εξαιτείτο την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία να εμποδίζεται η εναγομένη και/ή οι εκπρόσωποι και/ή αξιωματούχοι και/ή υπηρέτες της από του να παραμένουν και/ή εισέρχονται και/ή επεμβαίνουν στην κατοχή και/ή λειτουργία από τον ενάγοντα, και/ή από του να συνεχίσουν την παρέμβασή τους στην κατοχή και/ή λειτουργία από τον ενάγοντα, του καφεστιατορίου, του κυλικείου και των αποθηκών/γραφείων στο κτήριο G στην οδό Καλλιπόλεως 75 και του καφεστιατορίου στους προαναφερόμενους χώρους διδασκαλίας στην οδό Πανεπιστημίου 1, εντός 7 ημερών από την επίδοση του διατάγματος, μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής. Εξαιτείτο επιπλέον προσωρινό διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εναγομένη όπως απομακρύνει όλο τον εξοπλισμό, υλικά ή άλλα είδη από τους προαναφερόμενους χώρους/καφεστιατόρια εντός 7 ημερών από την επίδοση του διατάγματος. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στη Διαταγή 48 θ. 1-4 και 7-9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148, στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμο Κεφ. 224, στον Νόμο 12(Ι)/2006 και στην πρακτική και στη σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Θεοδότης Χατζηβασιλείου, υπεύθυνης επιχειρησιακής διεύθυνσης στην Υπηρεσία Ανθρώπινου Δυναμικού του ενάγοντα, η οποία αναφέρει ότι στις 24.8.2011, μετά από σχετικό διαγωνισμό, ο ενάγων ως αναθέτουσα αρχή και η εναγομένη υπέγραψαν δύο συμβόλαια, με τα οποία η εναγομένη ανέλαβε τη διαχείριση του καφεστιατορίου και κυλικείου των κεντρικών κτηρίων στην οδό Καλλιπόλεως 75 (Τεκμήριο 1) και τη διαχείριση του καφεστιατορίου στους χώρους διδασκαλίας ΧΩΔ02 στην οδό Πανεπιστημίου 1 στην Αγλαντζιά (Τεκμήριο 2). Η διάρκεια εκτέλεσης του αντικειμένου των συμβάσεων ήταν για 12 μήνες με δικαίωμα του ενάγοντα για ανανέωση για επιπρόσθετη περίοδο μέχρι και 24 μήνες. Παρά τα πολλαπλά προβλήματα που προκαλούσε η εναγομένη και τις συνεχείς παραβιάσεις των συμβολαίων από το 2011, αναφορικά με τα οποία στάληκαν επιστολές, έγιναν καταγγελίες και επιβλήθηκε πρόστιμο από το Συμβούλιο Προσφορών και Οικονομικών του Πανεπιστημίου (Τεκμήρια 3 - 10), ο ενάγων δεν προχώρησε στον τερματισμό των συμβάσεων. Αντίθετα, μετά το πέρας των 12 μηνών παρέτεινε τις συμβάσεις για δύο ακόμη χρόνια (Τεκμήριο 11). Στις 23.8.2014 έληξε η τελευταία παράταση που είδε δοθεί σε σχέση και με τα δύο συμβόλαια. Εν τούτοις, η εναγομένη, σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα εκ μέρους του ενάγοντα, αρνείτο να παραδώσει τους επίδικους χώρους και να απομακρύνει τον εξοπλισμό της, παρά τις συνεχείς οχλήσεις του ενάγοντα (δέσμη επιστολών Τεκμήριο 12) ενώ παράλληλα οφείλει ποσό εκ €16.342,96 για ενοίκια και άλλες υποχρεώσεις. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει επιπλέον ότι μετά τη λήξη της σύμβασης με την εναγομένη, η διαχείριση του καφεστιατορίου στην Καλλιπόλεως ανατέθηκε, δυνάμει δημόσιας προσφοράς, στην κοινοπραξία εταιρειών Runway Ltd & Zorbas Catering Ltd, και η εναγομένη πληροφορήθηκε στις 11.9.2014 ότι η δική της προσφορά είχε απορριφθεί (Τεκμήριο 13). Η δε κοινοπραξία κοινοποίησε στον ενάγοντα τις ανησυχίες της σε σχέση με το γεγονός ότι η εναγομένη αρνείτο να εγκαταλείψει τον χώρο, με αποτέλεσμα η ίδια να μην είναι σε θέση να εκπληρώσει τις δικές της συμβατικές υποχρεώσεις (Τεκμήριο 14). Ο ενάγων απαίτησε γραπτώς από την εναγομένη να εγκαταλείψει τους επίδικους χώρους μέχρι 19.9.2014 και την πληροφόρησε ότι σε αντίθετη περίπτωση θα προέβαινε σε ανάκτηση κατοχής με τη διακοπή παροχής ρεύματος και νερού, την αλλαγή κυλίνδρων στις θύρες και την απομάκρυνση του εξοπλισμού της εναγομένης (Τεκμήριο 15). Η εναγομένη απάντησε μέσω δικηγόρου ότι διαφωνεί με τις θέσεις του ενάγοντα, προτρέποντας τον να μην προβεί στις προαναφερόμενες ενέργειες, προβάλλοντας ισχυρισμό περί όρου διαιτησίας στη μεταξύ τους σύμβαση και γνωστοποιώντας την πρόθεσή της να υποβάλει Προσφυγή κατά της απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η προσφορά της και επιλέγηκε άλλη εταιρεία για τη διαχείριση των καφεστιατορίων για τα επόμενα χρόνια (Τεκμήριο 16). Η ενόρκως δηλούσα προβάλλει τη θέση ότι η ανάκτηση κατοχής προβλέπεται από τους όρους των συμβάσεων, ότι η εναγομένη κατέχει πλέον τους χώρους χωρίς άδεια και δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο για απώλεια/καταστροφή της περιουσίας του ενάγοντα-ιδιοκτήτη, και θέτει σε κίνδυνο τους παρευρισκόμενους στους χώρους εφόσον δεν υπάρχει δυνατότητα ελέγχου των συστημάτων ασφαλείας. Επιπλέον, θεωρεί ότι εάν δεν απαγορευτεί η είσοδος στους επεμβασίες, ο ενάγων θα βρίσκεται εκτεθειμένος έναντι της άλλης εταιρείας που έχει επιτύχει στον διαγωνισμό και έχει υπογράψει από 26.9.2014 σύμβαση για τη διαχείριση του χώρου που κρατά η εναγομένη στην οδό Καλλιπόλεως. Με την παράνομη παραμονή της εναγομένης στον χώρο, είναι ορατός ο κίνδυνος ματαίωσης της νέας σύμβασης με τον νέο ανάδοχο, με αποτέλεσμα να ευθύνεται ο ενάγων έναντι τρίτου για τις πράξεις της εναγομένης που αρνείται να απομακρυνθεί από την ιδιοκτησία του ενάγοντα. Υποστηρίζει επιπλέον ότι οι συμβάσεις δεν περιέχουν όρο περί διαιτησίας, ενώ η απόρριψη της προσφοράς της εναγομένης αποτελεί διοικητικά εκτελεστή πράξη που τεκμαίρεται νόμιμη έως την τυχόν ακύρωσή της από το Ανώτατο Δικαστήριο. Θεωρεί ότι η εναγομένη παράνομα επεμβαίνει στους χώρους του ενάγοντα και του προκαλεί ανεπανόρθωτη ζημιά, οι πράξεις της είναι αντισυμβατικές και έκδηλα παράνομες, ενεργεί με φανερό δόλο και αδικαιολόγητα εμμένει στη μη απομάκρυνσή της. Το Δικαστήριο επιλήφθηκε της μονομερούς αίτησης και εξέδωσε τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα, με την υπογραφή σχετικής εγγύησης, και τα όρισε επιστρεπτέα εντός των επόμενων ημερών. Μετά την επίδοση των προσωρινών διαταγμάτων και της αίτησης, η εναγομένη-καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση, με νομική βάση παρόμοια με αυτή της αίτησης. Στην ένστασή της η εναγομένη επικαλείται, ως μπορώ να συνοψίσω, τους εξής λόγους: Η οπισθογράφηση στο προσωρινό διάταγμα ημερ. 2.10.2014 δεν προσδιορίζει ρητά τον χρόνο ή τον χρόνο μετά την επίδοση στον οποίο η εντελλόμενη πράξη πρέπει να τελεστεί ή τον τόπο συμμόρφωσης, κατά παράβαση της Δ.34 θ.
- Ο ενάγων κωλύεται λόγω εγγράφων και/ή λόγω συμπεριφοράς και/ή παραστάσεων να προβάλει τους εν λόγω ισχυρισμούς και/ή κατά συνέπεια δεν νομιμοποιείται και/ή εμποδίζεται και/ή κωλύεται στην καταχώριση και/ή προώθηση της παρούσας αγωγής και/ή αίτησης. Ο ενάγων μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος έχει πάρει τον Νόμο στο χέρια του, προβαίνοντας σε παράνομες ενέργειες. Ο ενάγων αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή απέκρυψε και/ή δεν αποκάλυψε ουσιώδη γεγονότα και/ή παραποίησε γεγονότα και/ή προέβαλε αβάσιμους και/ή αναληθείς και/ή ανυπόστατους ισχυρισμούς με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να εξασφαλίσει διατάγματα τα οποία δεν δικαιούται. Ο ενάγων αιτητής δεν έχει και/ή δεν δείχνει οποιοδήποτε βάσιμο λόγο που να αιτιολογεί την επείγουσα ανάγκη εκδόσεως των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή τη δυσκολία και/ή αδυναμία απόδοσης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, η καθ' ης η αίτηση θα υποστεί τεράστιες και/ή ανεπανόρθωτες ζημιές, ενώ σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν προχωρήσει στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ο αιτητής ουδεμία ζημιά θα υποστεί. Ο ενάγων δεν αποδεικνύει ότι θα εμποδιστεί στην ικανοποίηση τυχόν απόφασης και/ή ότι θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, η οποία δεν θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Η καθ' ης η αίτηση όχι μόνο δεν οφείλει χρήματα στον αιτητή ως ψευδώς ισχυρίζεται, αλλά αντιθέτως έχει να λαμβάνει το ποσό των € 25,
- Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης. Ο ενάγων δεν έχει καλή βάση αγωγής και/ή δεν έχει αποκαλύψει ξεκάθαρα τις αιτίες και τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αγωγή του και/ή δεν υπάρχουν αυτές. Ο ενάγων δεν αποκάλυψε και/ή δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην αγωγή. Ο ενάγων δεν έχει καλή και/ή βάσιμη υπόθεση εναντίον της εναγομένης και/ή δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και/ή ο ενάγων δεν νομιμοποιείται στις αιτούμενες θεραπείες. Η ένορκη δήλωση δεν υποστηρίζει επαρκώς και/ή καθόλου το αιτητικό της αίτησης και/ή είναι γενική και/ή αόριστη και/ή αβάσιμη και/ή ψευδής και/ή άλλως πως. Η ενόρκως δηλούσα δεν αποκαλύπτει όλα τα γεγονότα και/ή σκοπίμως αποκρύπτει ουσιώδη γεγονότα με τρόπο που καθιστά αυτήν ελλιπή και/ή παραπλανητική. Ο αιτητής κάνει κατάχρηση των διαδικασιών και/ή ζητεί τα αιτούμενα διατάγματα χωρίς να συντρέχουν οι νομικές και/ή οι πραγματικές προϋποθέσεις για την έκδοσή τους. Το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι σαφώς υπέρ της καθ' ης η αίτηση και δεν είναι δίκαιη και/ή εύλογη η έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων. Αποδοχή της αίτησης και έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα καθιστούσε την αγωγή άνευ αντικειμένου, στερώντας από την εναγομένη το δικαίωμα υπεράσπισης. Ο ενάγων ουδέν έννομο συμφέρον έχει στην καταχώριση της παρούσας αγωγής και αίτησης. Υπάρχει ουσιαστική υπεράσπιση και ανταπαίτηση εκ μέρους της εναγομένης. Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή εκβιαστική και/ή κακόπιστη και/ή προϊόν δεύτερης σκέψης. Γενικώς δεν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Ελευθερίου, διευθυντή της εναγομένης, οποίος αρνείται τους ισχυρισμούς ότι η εναγομένη δεν εφάρμοσε τους όρους της σύμβασης και ότι δημιουργούνταν προβλήματα με υπαιτιότητα της εναγομένης, εφόσον επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό το 2012, εξού και ο ενάγων ανανέωσε τη σύμβαση για δεύτερο και ακολούθως τρίτο έτος. Αρνείται τους ισχυρισμούς περί άρνησης της εναγομένης να παραδώσει τους επίδικους χώρους και προβάλλει ότι ο ενάγων δεν έχει καλή βάση αγωγής και δεν αποκαλύπτει σοβαρό θέμα προς εκδίκαση και ότι προέβη σε ψεύδη για να επιτύχει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Θεωρεί ότι ο ενάγων δεν κατέστησε τον χρόνο ουσιώδη και δεν τερμάτισε τη συμφωνία ως όφειλε. Προσθέτει ότι με βάση τους όρους της συμφωνίας, η εναγομένη παρείχε φαγητό σε φοιτητές οι οποίοι κατείχαν κουπόνια σίτισης στα πλαίσια του σχεδίου «Επίδομα Γεύματος για Ελλαδίτες». Η εναγομένη παρέδιδε στον ενάγοντα τα κουπόνια και υπολογίζετο το οφειλόμενο προς την εναγομένη ποσό. Στις 30.9.2014 το ποσό ήταν €14.105, στις 8.10.2014 ήταν €9.072 και στις 15.10.2014 παραδόθηκε δελτίο για €2.800 (Τεκμήρια 1 και 2). Ο ενάγων αφαιρούσε τα ποσά από το μηνιαίο ενοίκιο και είτε πλήρωνε το υπόλοιπο, είτε εισέπραττε το υπόλοιπο από την εναγομένη, ανάλογα με τη διαφορά που προέκυπτε. Εν όψει αυτής της συμπεριφοράς, ο ενόρκως δηλών θεωρεί ότι ο ενάγων κωλύεται να προωθήσει την υπόθεση και δεν αποκαλύπτει βάση αγωγής, εφόσον αφενός ισχυρίζεται ότι έληξε η ισχύς της σύμβασης, και αφετέρου την επικαλείται. Προβάλει επιπλέον ότι η εναγομένη όχι μόνο δεν οφείλει το ποσό των €16.342,96, αλλά αντίθετα ο ενάγων της οφείλει €25.977,00 βάσει των κουπονιών. Προσθέτει ότι οι υπάλληλοι του ενάγοντα ενήργησαν κακόπιστα και εκβιαστικά, απειλώντας ότι θα προβούν σε παράνομες ενέργειες, με σκοπό τον εξαναγκασμό της εναγομένης να αποχωρήσει (Τεκμήριο 3 επιστολή 15.10.2014 και Τεκμήριο 4 απάντηση δικηγόρου εναγομένης επίσης 15.10.2014) γεγονός που καταγγέλθηκε στον Γενικό Εισαγγελέα και στον Αρχηγό Αστυνομίας. Ο ενάγων απέστειλε γραπτά μηνύματα σε φοιτητές ότι η καφετέρια θα είναι δήθεν κλειστή από 16.10.2014 (Τεκμήριο 5) ενώ λειτουργούσε κανονικά, μέχρι τις 9π.μ. που ο ενάγων απέκοψε το ρεύμα και το νερό με αποτέλεσμα να υποστεί η εναγομένη ζημιές χιλιάδων ευρώ. Παράλληλα, είχαν μαζευτεί έξω από την καφετέρια περίπου 15 υπάλληλοι του ενάγοντα στην παρουσία αστυνομικού και απειλούσαν ότι θα άδειαζαν το υποστατικό από όλο τον εξοπλισμό. Ο αστυνομικός ανέφερε ότι εφόσον υπάρχει το επίδικο διάταγμα, ο ενάγων δικαιούται να εισέλθει και να ενεργήσει με αυτόν τον τρόπο και έδωσε στην εναγομένη μέχρι τις 20.10.2014 να αδειάσει τον χώρο. Οι εν λόγω ενέργειες καταγγέλθηκαν στον Αρχηγό Αστυνομίας (Τεκμήρια 6 και 7). Ο ενόρκως δηλών θεωρεί ότι ο ενάγων αποφάσισε να πάρει τον Νόμο στα χέρια του, κατά παράβαση κάθε κανόνα δικαίου, αγνοώντας το γεγονός ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, ενώ παράλληλα καταχώρισε αίτηση παρακοής. Θεωρεί επίσης ότι το διάταγμα αποτελεί καταχρηστικό μέτρο και εκδόθηκε μετά που το Δικαστήριο παραπλανήθηκε όσον αφορά τα αληθή γεγονότα και δεν πρέπει να συνεχίσει να ισχύει. Προβάλλει ότι ο ενάγων επιχειρεί να στερήσει τα νόμιμα δικαιώματα της οικογενειακής επιχείρησης της εναγομένης και/ή των συμφωνιών με αποτέλεσμα η εναγομένη να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, αφού η εν λόγω επιχείρηση αποτελεί τη βασική πηγή εσόδων της, ενώ ο ενάγων δεν δικαιολογεί την ύπαρξη ανεπανόρθωτης ζημιάς που θα υποστεί. Υποστηρίζει επιπλέον ότι η οπισθογράφηση του διατάγματος δεν ορίζει χρόνο και τόπο συμμόρφωσης, ότι το προστακτικό μέρος του διατάγματος δεν καθορίζει συγκεκριμένο χρόνο προς συμμόρφωση όπως απαιτεί η Δ.34 θ.5, και ότι ο ενάγων δεν υπέβαλε αίτηση για συμπλήρωση του διατάγματος με τον καθορισμό του χρόνου και τόπου συμμόρφωσης στην οπισθογράφηση προς θεραπεία της παράλειψης, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει στην ακύρωση του διατάγματος. Προσθέτει δε ότι οι παράνομες ενέργειες του αιτητή αποδεικνύουν ότι περιφρονεί της δικαστικές διαδικασίες οι οποίες καθίστανται άνευ αντικειμένου λόγω της συμπεριφοράς του και η συνέχιση της ισχύος του διατάγματος μόνο βλάβη και αδικία θα προκαλέσει. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων όπως και τα αιτούμενα και παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο καθορίζει τρεις ουσιαστικές προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει το αιτούμενο παρεμπίπτον διάταγμα, εφόσον βέβαια το κρίνει δίκαιο και πρόσφορο. Οι προϋποθέσεις είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία. (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία. (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Περαιτέρω, το Δικαστήριο πρέπει να σταθμίσει και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Κατά την εξέταση του κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το διάταγμα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και το κριτήριο του ισοζυγίου ευχέρειας (balance of convenience) των διαδίκων. Η ερμηνεία του άρθρου 32 αποτέλεσε το αντικείμενο πολλών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Τransport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Οdysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, Tσολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Jonitexco Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska B.D.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Η πρώτη προϋπόθεση - η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη - ικανοποιείται όταν με βάση τα δικόγραφα αποκαλύπτεται μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case). H δεύτερη προϋπόθεση - η ύπαρξη πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία - ικανοποιείται όταν με βάση το σύνολο της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα ή ενδεχόμενο επιτυχίας του στην αγωγή. Είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι αναγκαίο για την απόδειξη της αγωγής (βλ. υπόθεση Οdysseos, ανωτέρω, και Πουργουρίδης κ.α. ν. Μέλου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, σελ. 2075). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση - ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή - εξετάζεται το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Συνήθως, εάν κατά την τελική απόφαση επί της ουσίας της αγωγής η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Οι πρώτες δύο προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και τη μαρτυρία που προκύπτει από τυχόν αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος έχει άμεση σχέση με την ύπαρξη νομικής βάσης αγωγής, εφόσον κάτι τέτοιο αποκαλύπτεται από το δικόγραφο. Η δεύτερη προϋπόθεση προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης . Είναι όμως σαφώς νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας, εκτός εκεί όπου τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο, καθότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo Ltd ν. Αdidas, ανωτέρω, στις σελ. 267 - 8 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή πρέπει να παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία και το Δικαστήριο αποφεύγει να υπεισέλθει στην ουσία σε αυτό το στάδιο. (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225, Τ.Α. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802). Η παρούσα αίτηση εκτός από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 στηρίζεται και στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 έχει εφαρμογή όπου η περιουσία σχετικά με την οποία ζητείται το διάταγμα είναι αντικείμενο της αγωγής. Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να διατάσσει τον εναγόμενο να μην αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομά του, η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα και τα έξοδα. Τα υπό κρίση διατάγματα δεν περιλαμβάνουν τέτοιο ζήτημα. Το βασικό / γενικότερο άρθρο είναι το 32 του Ν.14/60 Στην υπόθεση ΑΒP Ηοldings Ltd κ.α. ν. Κιταλίδη κ.α. (Aρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 αναφέρθηκε ότι η εξουσία των άρθρων 4 και 5 του Κεφ. 6, τα οποία προνοούν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται, δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 (βλ. επίσης την υπόθεση Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253). Το άρθρο 7 του Κεφ. 6 αφορά το δικαίωμα εναγομένου για αποζημίωση για τη δαπάνη και βλάβη που προξενήθηκε στον εναγόμενο λόγω της εκτέλεσης διατάγματος, σε περίπτωση που εκδόθηκε διάταγμα, ενώ διαφαίνεται στη συνέχεια ότι ζητήθηκε για ανεπαρκείς λόγους ή η αγωγή αποτύχει και δεν υπήρχε πιθανή βάση αγωγής. Συνεπώς δεν τυγχάνει εφαρμογής στο παρόν στάδιο. Το άρθρο 9 του Κεφ. 6 αποτελεί το υπόβαθρο αιτήσεων που υποβάλλονται μονομερώς, εφόσον προβλέπει ότι κάθε διάταγμα, το οποίο έχει εξουσία το Δικαστήριο να εκδώσει, δύναται να εκδοθεί κατόπιν αίτησης του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο διάδικο, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, κρίθηκε δικαιολογημένη η έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς, λόγω του ότι, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η εναγομένη συνέχιζε τη λειτουργία των καφεστιατορίων ενώ οι παρατάσεις της χρονικής διάρκειας των σχετικών συμβάσεων διαχείρισης/άδειας χρήσης των καφεστιατορίων είχαν λήξει από τις 23.8.2014, η άδεια χρήσης και διαχείρισης του ενός καφεστιατορίου είχε ανατεθεί μετά από διαγωνισμό σε τρίτο πρόσωπο (κοινοπραξία εταιρειών) και είχε υπογραφεί μόλις λίγες μέρες ενωρίτερα, ήτοι στις 26.9.2014, σύμβαση με το εν λόγω πρόσωπο. Δηλαδή, υπήρχε άμεσος κίνδυνος ματαίωσης της νέας σύμβασης με τον νέο ανάδοχο, λόγω της παράνομης συμπεριφοράς της εναγομένης, με σοβαρό ενδεχόμενο ο ενάγων να είναι μετά υπόλογος προς τον εν λόγω νέο ανάδοχο για αποζημιώσεις. Η κατάσταση αυτή διαφαινόταν ξεκάθαρα να υφίσταται από τα τεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία και τεκμήρια, όπως το περιεχόμενο των συμβάσεων Τεκμήρια 1 και 2, οι επιστολές παράτασης Τεκμήριο 11, η αλληλογραφία σε σχέση με την ανάθεση της διαχείρισης σε τρίτο πρόσωπο βάσει διαγωνισμού και την αποτυχία της προσφοράς της εναγομένης Τεκμήρια 12 και 13, και την επιστολή από την κοινοπραξία / νέο ανάδοχο Τεκμήριο 14. Εφόσον η τελευταία παράταση των συμβολαίων βάσει των οποίων δόθηκε άδεια χρήσης των επίδικων χώρων είχε λήξει από το τέλος Σεπτεμβρίου 2014, διαφαινόταν ξεκάθαρα από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία ότι η εναγομένη είχε υποχρέωση να εγκαταλείψει τα επίδικα υποστατικά και να απομακρύνει τον εξοπλισμό και τα αντικείμενά της, έτσι ώστε να δύναται να αναλάβει τη διαχείριση του χώρου ο νέος ανάδοχος, πράγμα που η εναγομένη αρνείτο να πράξει, εφόσον επιθυμούσε να συνεχίσει να διαχειρίζεται τα καφεστιατόρια. Σε αντίθετη περίπτωση, η ζημιά προς τον ενάγοντα, εν όψει της ανάθεσης με βάση δημόσιο διαγωνισμό της διαχείρισης σε τρίτο, με τον οποίο είχε μόλις υπογραφεί νέα συμφωνία, θα ήταν πολύ μεγαλύτερη. Εν όψει αυτών των περιστάσεων, η επείγουσα αναγκαιότητα έκδοσης των διαταγμάτων ήταν και εξακολουθεί να είναι εμφανής. Στρέφομαι στο σημείο αυτό να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που προνοούνται από το άρθρο 32 του Ν.14/60 και το άρθρο 5 του Κεφ. 6. Εξετάζοντας τις πρώτες δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32
(1)για σοβαρό θέμα προς εκδίκαση και την κατάδειξη ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, σημειώνω ότι από μελέτη του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, καθώς και της ενώπιόν μου μαρτυρίας στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης, προκύπτει ότι το μεγαλύτερο μέρος της απαίτησης - και ειδικότερα οι Δηλώσεις, τα Διατάγματα και οι περισσότερες αποζημιώσεις που αξιώνονται - βασίζεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης ορίζεται στο άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο αναφέρει ότι παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο. Το αδίκημα της παράνομης επέμβασης είναι αγώγιμο per se και δεν χρειάζεται απόδειξη ζημιάς. Η απουσία, όμως, συγκεκριμένης ζημιάς ουσιαστικά περιορίζει τον Ενάγοντα στην επιδίκαση ονομαστικών αποζημιώσεων μόνο. Το δε βάρος απόδειξης της ισχυριζόμενης επέμβασης φέρει ο Ενάγων, αλλά, με την απόδειξη της επέμβασης, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του Εναγομένου να αποδείξει ότι δεν ήταν παράνομη (βλ. άρθρο 43
(2)του Κεφ. 148 και Μάρκου ν. Χρυσοστόμου κ.α.,
(2004)1Β Α.Α.Δ. 813). Η απόδειξη ιδιοκτησίας αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη κατοχής, εκτός αν προκύπτει από μαρτυρία ότι την κατοχή την έχει άλλος (βλ. Γλυκύς ν. Ιερά Μονή Μαχαιρά,
(1999)1Α Α.Α.Δ. 654). Στην παρούσα περίπτωση, δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως να αμφισβητείται η ιδιοκτησία των επίδικων χώρων, και η παραχώρηση στην εναγομένη βάσει σχετικών συμβάσεων άδειας χρήσης των επίδικων χώρων για σκοπούς διαχείρισης και λειτουργίας καφεστιατορίων. Ούτε και φαίνεται εκ πρώτης όψεως να αμφισβητείται το γεγονός ότι η διάρκεια των σχετικών συμβάσεων αρχικά ήταν για 12 μήνες από την υπογραφή στις 26.8.2011 και παρατάθηκε για δεύτερο και ακολούθως τρίτο χρόνο (ήτοι μέχρι 26.8.2014). Σημειώνω ότι στον όρο 15 της παραγράφου 3.7 του Μέρους Α των συμφωνιών, καταγράφεται ότι συμφωνείται μεταξύ των συμβαλλομένων ότι η προσφορά αποτελεί άδεια και δεν παρέχει ενοικίαση στον αδειούχο και ότι η κατοχή των καφεστιατορίων και κυλικείων εξακολουθεί να παραμένει στον ενάγοντα, τηρουμένων των δικαιωμάτων που δημιουργούνται από την άδεια αυτή. Η θέση της πλευράς του ενάγοντα είναι ότι στις 26.8.2014 έληξε η διάρκεια ισχύος των συμφωνιών άδειας χρήσης, μετά από την τελευταία παράταση, και κατά συνέπεια η εναγομένη κατέχει τους επίδικους χώρους ως παράνομη επεμβασίας, ενώ η εναγομένη θέτει αντίθετες θέσεις σε σχέση με τα δικαιώματά της. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι υπάρχει θέμα προς εκδίκαση και δεν είναι ορθό να υπεισέλθει το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αναφορικά με την απαίτηση που αφορά αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης, η πλευρά του ενάγοντα φαίνεται να επικαλείται τον όρο 3.8.4
(4)του Μέρους Α των συμφωνιών Τεκμήρια 1 και 2, βάσει των οποίων ο τερματισμός ή η λήξη του συμβολαίου θα επιτρέπει στον ενάγοντα να επανεισέλθει στο καφεστιατόριο και να εξασφαλίσει ελεύθερη κατοχή και ο αδειούχος οφείλει να παραδώσει αμέσως τον χώρο, γεγονός που ο ενάγων ισχυρίζεται ότι αρνήθηκε να πράξει η εναγομένη παρά τις συνεχείς επιστολές. Η πλευρά της εναγομένης προβάλλει τη θέση ότι ο ενάγων κωλύεται στην προώθηση τέτοιων απαιτήσεων και δεν έχει πιθανότητα επιτυχίας, εφόσον ισχυρίζεται από τη μία λήξη της σύμβασης, και από την άλλη την επικαλείται, καθότι με εσωτερικά σημειώματα φρόντιζε για την πληρωμή χιλιάδων ευρώ προς την εναγομένη για κουπόνια σίτισης φοιτητών (Τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση). Εν τούτοις, κατά την κρίση μου, το γεγονός ότι ο ενάγων για έναν περίπου μήνα μετά τη λήξη της ισχύος των συμφωνιών συνέχιζε να καταβάλλει προς την εναγομένη, η οποία εξακολουθούσε να λειτουργεί τα καφεστιατόρια παρά τις συνεχείς παρακλήσεις του ενάγοντα να αποχωρήσει, συγκεκριμένα ποσά βάσει ενός Σχεδίου που αφορούσε την παραχώρηση επιδομάτων γεύματος σε συγκεκριμένους φοιτητές, δεν μπορεί να οδηγήσει χωρίς ο,τιδήποτε άλλο στην εξαφάνιση κάθε προοπτικής και πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε κάποιες τουλάχιστον από τις αιτούμενες θεραπείες. Ούτε και θα ήταν ορθό να προβώ στα πλαίσια της παρούσας αίτησης σε οποιαδήποτε αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε ευρήματα αναφορικά με τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς επί της ουσίας της διαφοράς. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, από την εξέταση της ενώπιόν μου μαρτυρίας, εκ πρώτης όψεως και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε ευρήματα ή αξιολόγηση μαρτυρίας, κρίνω ότι ο ενάγων έχει αποκαλύψει στο δικόγραφό του σοβαρά ζητήματα για εκδίκαση, καθώς και συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, νοουμένου βεβαίως ότι ο ενάγων θα καταφέρει να αποδείξει τους ισχυρισμούς του. Η διαπίστωση κατά πόσο όντως ευσταθούν οι θέσεις του ενάγοντα, και οι αντίθετοι ισχυρισμοί της εναγομένης είναι θέματα τα οποία θα εξεταστούν, θα αξιολογηθούν και θα αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Στη συνέχεια πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο ο ενάγων έχει ικανοποιήσει την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60, κατά πόσο δηλαδή κατάφερε να αποδείξει ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν διατηρηθούν τα υφιστάμενα διατάγματα. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία, αλλά και στην περίπτωση όπου υφίσταται κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως να ληφθεί εναντίον του. Δεν πρέπει όμως να παραγνωριστεί το γεγονός ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί (βλ. Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 A.A.Δ. 1237). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία, εφόσον κάποια θέματα, όπως ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας και φήμης, είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα (βλ. Μ. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.α. ν. The Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791, 1799). Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών (βλ. Highgate Primary School Ltd κ.α. ν. Φυλακτίδης κ.α.
(2009)1Α Α.Α.Δ. 317). Επαναλαμβάνω δε ότι η παρούσα υπόθεση βασίζεται κυρίως σε ισχυρισμό για παράνομη επέμβαση. Στην Κυρισάββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1245, η οποία επίσης αφορούσε προσωρινό διάταγμα στα πλαίσια αγωγής για παράνομη επέμβαση, επισημάνθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. επίσης Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231). Συγκεκριμένα, λέχθηκε ότι μπορεί να ληφθεί υπόψη προς ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου και τυχόν εκδηλωθείσα παρανομία (βλ. επίσης Avila Managment Services Ltd κ.α. ν. Stepanek κ.α., Πολιτική Έφεση 54/2012 ημερ. 27.6.2012). Όπως λέχθηκε στην Zena Company Ltd ν. Demenian Catering Ltd
(2011)1Γ Α.Α.Δ. 1848, στην περίπτωση παράνομης επέμβασης σημασία έχει να διατηρηθεί στο status quo ante - πριν δηλαδή την επέμβαση στον αμφισβητούμενο χώρο. Είναι αυτό που οφείλει να διασφαλίσει το Δικαστήριο με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, εφόσον έχει ήδη κριθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς συζήτηση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Στο σύγγραμμα Kerr on Injunctions, 6η έκδοση, αναφέρονται τα εξής σχετικά, στο κεφάλαιο 5 με τίτλο «Injunctions Against Trespass», στη σελίδα 92: «The jurisdiction of the Court by injunction in cases of trespass is in aid of the legal right. If the right at law is clear and the breach clear, and serious damage is likely to arise to the plaintiff if the defendant is allowed to proceed with what he is doing or threatens to do, an injunction will be granted pending the trial of the right. But if the right at law is not clear or the breach is doubtful, and no irreparable injury can arise to the plaintiff pending the trial of the right, the case resolves itself into a question of comparative convenience.» Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει από τα ενώπιόν μου στοιχεία ότι χωρίς τα επίδικα διατάγματα θα υφίστατο πραγματικός και ορατός κίνδυνος ματαίωσης δημόσιου διαγωνισμού και συναφούς συμφωνίας με τρίτο πρόσωπο (κοινοπραξία εταιρειών), με αποτέλεσμα ο ενάγων να είναι υπόλογος έναντι του εν λόγω τρίτου προσώπου για αποζημίωση, ένεκα της άρνησης της εναγομένης να αποδεχθεί το αποτέλεσμα του διαγωνισμού και την επικύρωση της προσφοράς σε τρίτο και την απόρριψη της δικής του. Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η εναγομένη, εφόσον παραμείνει στους χώρους παρά τη λήξη της άδειας χρήσης, να προκαλέσει ζημιά στην περιουσία του ενάγοντα, αλλά και να τον αφήσει εκτεθειμένο σε σχέση με συμβατικές υποχρεώσεις έναντι τρίτων. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, και ιδιαίτερα εν όψει της λήξης της άδειας χρήσης των επίδικων χώρων και της παραμονής της εναγομένης, παρά την αποτυχία της δικής της προσφοράς για νέα περίοδο, την επικύρωση προσφοράς τρίτου προσώπου και την υπογραφή νέας συμφωνίας με το εν λόγω τρίτο πρόσωπο, κρίνω ότι συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60. Στρέφομαι τώρα στους λόγους ένστασης που αφορούν την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και/ή την παραποίηση γεγονότων και/ή παράθεση ψευδών γεγονότων με αποτέλεσμα την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί, η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση - όπως αναφέρεται στη Resola Cyprus Ltd. v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598 «το κριτήριο είναι κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής» (βλέπε μεταξύ άλλων Χριστοδούλου ν. Antonious M.F.M. Vracts
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1475, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Δημητρίου ν. The Dolphin Insurance Company Limited κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 351). Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αλλά και την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγομένης (σελίδα 6), η θέση ότι ο ενάγων - αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αλλά αντιθέτως προέβαλε σωρεία ψευδών, βασίζεται στο θέμα των ισχυρισμών της ενόρκως δηλούσας εκ μέρους του αιτητή ότι η σχέση των διαδίκων ήταν ανέκαθεν προβληματική, και στο θέμα της ισχυριζόμενης οφειλής των €16.342,96 ενώ στην πραγματικότητα, σύμφωνα με την εναγομένη, είναι ο ενάγων που της οφείλει ποσό εκ €25.977,00. Όσον αφορά το ζήτημα των προβληματικών σχέσεων των διαδίκων, σημειώνω ότι από τη στιγμή που η πλευρά του ενάγοντα δήλωσε από την αρχή ότι είχε παρατείνει την άδεια χρήσης για περαιτέρω δύο χρόνια μετά την αρχική περίοδο του ενός έτος, τα όποια κατ' ισχυρισμό προβλήματα που αναφέρθηκαν από την ενόρκως δηλούσα στις σχέσεις των διαδίκων σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι είναι τέτοιας ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης. Ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι οδήγησαν στην παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Αυτό που ήταν σημαντικό και είχε επίδραση στην κρίση του Δικαστηρίου στο στάδιο της έκδοσης των διαταγμάτων μονομερώς, δεν ήταν τα όποια κατ' ισχυρισμό προβλήματα στο παρελθόν, αλλά το γεγονός ότι η περίοδος παράτασης της ισχύος των συμφωνιών άδειας χρήσης είχε λήξει στις 23.8.2014, ότι παρά τη λήξη η εναγομένη αρνείτο να αποχωρήσει από την περιουσία του ενάγοντα και ότι είχε γίνει αποδεκτή η προσφορά άλλης κοινοπραξίας εταιρειών για τη μετέπειτα διαχείριση των καφεστιατορίων βάσει δημόσιου διαγωνισμού. Συναφώς, σημειώνω ότι η όποια πρόθεση της εναγομένης να καταχωρίσει Προσφυγή κατά της απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η δική της προσφορά στον νέο διαγωνισμό για την παραχώρηση άδειας χρήσης του ενός καφεστιατορίου και ανατέθηκε η σύμβαση σε άλλη κοινοπραξία εταιρειών, δεν είναι θέμα που μπορεί να αφορά το παρόν Δικαστήριο. Όπως ορίζει το άρθρο 146 του Συντάγματος, το Ανώτατο Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να ασκήσει έλεγχο νομιμότητας διοικητικών πράξεων, όπως είναι η απόρριψη της προσφοράς της εναγομένης και η κατακύρωση της προσφοράς στην κοινοπραξία. Ως εκ τούτου, θέματα που αφορούν την εγκυρότητα ή ορθότητα της απόφασης για την απόρριψη της προσφοράς της εναγομένης και την ανάθεση της νέας σύμβασης σε τρίτο πρόσωπο δεν μπορούν να αμφισβητηθούν ή να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, εφόσον κάτι τέτοιο εκφεύγει των αρμοδιοτήτων του παρόντος Δικαστηρίου. Περαιτέρω, είναι πολύ καλά γνωστή η αρχή ότι οι διοικητικές πράξεις φέρουν το τεκμήριο της νομιμότητας. Δηλαδή, τεκμαίρονται νόμιμες και παράγουν άμεσα έννομα αποτελέσματα μέχρι την τυχόν ακύρωση ή αναστολή τους από το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ. Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(A) A.A.Δ. 408 και Αντέννα Λίμιτεδ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1079). Στην παρούσα περίπτωση, τυχόν καταχώριση προσφυγής χωρίς διαδικασία αναστολής της ισχύος της διοικητικής πράξης με σχετικό διάταγμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν αναστέλλει την ισχύ της διοικητικής απόφασης ούτε και αίρει το τεκμήριο της νομιμότητας, με όλες τις συνέπειες που ενέχει αυτή η διαπίστωση στα δικαιώματα των επηρεαζομένων. Αναφορικά με το δεύτερο ζήτημα, ότι η πλευρά του ενάγοντα ψευδώς ισχυρίστηκε ότι η εναγομένη οφείλει €16.342,96 ενώ στην πραγματικότητα, είναι ο ενάγων που οφείλει στην εναγομένη μεγαλύτερο ποσό βάσει κουπονιών σίτισης στα πλαίσια σχεδίου επιδομάτων γεύματος για φοιτητές, επισημαίνω ότι αυτό είναι θέμα που αφορά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Δεν θα ήταν ορθό να προβεί το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης σε αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε ευρήματα αναφορικά με τους εκατέρωθεν αντικρουόμενους ισχυρισμούς επί της ουσίας της διαφοράς. Η εναγομένη είναι ελεύθερη να λάβει τα δέοντα δικαστικά μέτρα προς εξασφάλιση των δικαιωμάτων και απαιτήσεών της, είτε μέσω ανταπαίτησης στα πλαίσια της παρούσας αγωγής είτε άλλως πως. Στο στάδιο αυτό, θα προχωρήσω να εξετάσω και το κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο να συνεχίσει η ισχύς του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος, ως θέμα ισοζυγίου της ευχέρειας. Η φράση αυτή είναι, όπως σημειώθηκε στην υπόθεση Francome v. Mirror Group Newspaper
(1984)1 WLR 892, 898, μια ατυχής έκφραση, εφόσον το Δικαστήριο ασχολείται με τη δικαιοσύνη και όχι με την ευχέρεια των διαδίκων. Το Δικαστήριο θα πρέπει να προσπαθεί να εξισορροπήσει τα δικαιώματα των διαδίκων σε αυτό το αρχικό στάδιο (βλ. σχετικά Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 21, σελ. 366 «Balance of convenience considered»). H ανάγκη προστασίας των εναγόντων πρέπει να σταθμίζεται με την αντίστοιχη ανάγκη του εναγομένου και συνεπώς θα πρέπει να εξεταστεί η επίδραση που ενδεχομένως θα είχε τυχόν διατήρηση του διατάγματος στα συμφέροντα των δύο πλευρών. Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα έχουν αναφερθεί στις σελίδες 13-18 πιο πάνω στα πλαίσια εξέτασης των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32
(1), και το επιθυμητό της διατήρησης της κατάστασης στο status quo ante, πριν δηλαδή την επέμβαση στους αμφισβητούμενους χώρους, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει προς την οριστικοποίηση των διαταγμάτων. Όσον αφορά τη θέση ότι τα προσωρινά μέτρα αποδίδουν στην ουσία και τη θεραπεία που επιδιώκεται με την αγωγή, καθιστώντας την άνευ αντικειμένου, είναι γεγονός ότι το λεκτικό των εκδοθέντων διαταγμάτων ταυτίζεται με κάποιες από τις θεραπείες της αγωγής. Ζητούνται, βεβαίως, και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις με την αγωγή. Όπως έχει νομολογηθεί, ένα προσωρινό διάταγμα το οποίο εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση πρέπει να στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης, και είναι ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτήν της αγωγής έτσι ώστε να αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα δύο φορές (βλ. Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578). Εν τούτοις, όπως αναφέρθηκε στην Avila Managment Services Ltd κ.α. ν. Stepanek κ.α., Πολιτική Έφεση 54/2012 ημερ. 27.6.2012: «Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ΄ αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015).» Στην υπό εξέταση περίπτωση, παρά το γεγονός ότι τα εκδοθέντα διατάγματα είναι ταυτόσημα με κάποιες από τις θεραπείες που ζητούνται στην αγωγή, θεωρώ ότι τα δεδομένα και η φύση της υπόθεσης ως έχουν αναλυθεί εκτενώς πιο πάνω, είναι τέτοια που τα διατάγματα που έχουν εκδοθεί μονομερώς θα πρέπει να παραμείνουν σε ισχύ. Αναφορικά με τα όσα προβλήθηκαν με την ένσταση της εναγομένης σε σχέση με κακόπιστες ενέργειες της πλευράς του ενάγοντα, ότι έχει πάρει τον Νόμο στα χέρια του κ.ο.κ., θεωρώ σχετικά τα ακόλουθα αποσπάσματα από το σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 16η έκδοση, σελ. 1330, παραγρ. 23-35, τα οποία επισημάνθηκαν στην υπόθεση Thanos Hotels Limited κ.ά. v. Ιωακείμ
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1167: «Α licensee who remains on land after his license expires or is properly revoked is a trespasser. He is entitled however, to a reasonable time for "packing up" in which to leave and to remove his goods and until such reasonable time has elapsed he cannot be prevented from entering on the land for the purpose of removing his goods." και παραγ. 23-23 σελ. 1320: «23-23 Forcible expulsion by owner who has entered peaceably. If a person entitled to the possession of premises can manage to get in without committing a forcible entry, even though he does so by means of an artifice, he may then justify using force to defend his possession so acquired without rendering himself liable even to a criminal prosecution. He may justify forcible expelling a trespasser, and it makes no difference that the trespasser was on the premises before the owner. An expulsion, after a peaceable entry by a party having title, does not make the entry forcible. The party so entering, however, must be careful to request the other to depart before he can justify laying hands on him to turn him out, and in no case must he use more force than the occasion requires; for any violence in excess of what is reasonably necessary to effect the expulsion the owner will be liable." (οι υπογραμμίσεις δικές μου). Στην Αγγλική υπόθεση Bristol Corporation v. Ross & Another
(1973)3 All ER. 393, στην οποία γίνεται αναφορά τόσο στην προαναφερόμενη Thanos Hotels Limited κ.ά. v. Ιωακείμ, πιο πάνω, όσο και στην Kennedy Hotels Ltd v. Haig Ildjirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400, επεξηγήθηκε, αναφορικά με τη θεραπεία της αυτοβοήθειας («the remedy of self-help») ότι παρόλο που ένας πολίτης δικαιούται να προχωρήσει σε ανάκτηση της κατοχής του ακινήτου (εκεί που κάποιο πρόσωπο κατέχει τούτο σαφώς παράνομα) χωρίς τη βοήθεια του δικαστηρίου και νοουμένου ότι μπορεί να πράξει τούτο ειρηνικά, εντούτοις είναι συμβουλεύσιμο όπως πράττει τούτο μέσω δικαστηρίου. Ταυτόχρονα όμως και τα δικαστήρια θα πρέπει να φροντίζουν όπως το δικαίωμά του αυτό εξασφαλίζεται σύντομα. Περαιτέρω, στην 20η έκδοση του συγγράμματος Clerk & Lindsell on Torts, σελίδα 2017, παράγραφος 30-01 αναφέρονται τα εξής σχετικά: «There are certain situations where the party injured is not necessarily bound to resort to the courts for his remedy, but is entitled to take the law into his own hands and redress the wrong himself. Such is the right, for example, in the case of trespasses to the person or property» και στη σελίδα 2022, παράγραφο 30-13 «Re-etry on land. He who is entitled to immediate possession of realty may make an entry, and may justify in a civil action the use of so much force as is necessary to enable him to effect the entry and to expel an intruder therefrom, provided the degree of violence used does not exceed what is reasonably necessary to effect his purpose» (με την επισήμανση ότι δεν ισχύει για κατοικίες, οπόταν η εξασφάλιση δικαστικού διατάγματος επιβάλλεται για την ανάκτηση κατοχής). Στην προκειμένη περίπτωση, διαφαίνεται ότι ο ενάγων, μετά τη λήξη των συμφωνιών με την εναγομένη, κοινοποίησε στην εναγομένη την απόφαση για απόρριψη της προσφοράς της για τη διαχείριση των επίδικων χώρων για νέα χρονική περίοδο τριών ετών και την κατακύρωση της προσφοράς τρίτων εταιρειών, και την κάλεσε κατ' επανάληψη να εγκαταλείψει τους επίδικους χώρους (Τεκμήρια 12, 13, 15). Μετά την άρνηση της εναγομένης, ο ενάγων έλαβε τα επίδικα δικαστικά μέτρα και εξασφάλισε τα προσωρινά διατάγματα ημερ. 2.10.2014 τα οποία επιδόθηκαν στην εναγομένη αυθημερόν και με τα οποία είχε υποχρέωση να συμμορφωθεί εντός 7 ημερών. Όλες οι ενέργειες του ενάγοντα τις οποίες επικαλείται η εναγομένη και θεωρεί παράνομες και κακόπιστες - διακοπή ρεύματος και νερού, αποστολή μηνυμάτων ότι η καφετέρια είναι κλειστή ενώ εξακολουθούσε να τη λειτουργεί η εναγομένη χωρίς άδεια, κλήση αστυνομικού στον χώρο ο οποίος έδωσε περαιτέρω χρόνο στην εναγομένη να αποχωρήσει - φαίνεται, από τα όσα αναφέρει ο ίδιος ο διευθυντής της εναγομένης στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, να έλαβαν χώρα στις 16.10.2014. Δηλαδή, 14 μέρες μετά την επίδοση των επίδικων διαταγμάτων. Ο ενάγων δεν φαίνεται να διέπραξε βίαιη είσοδο - εκδίωξη του επεμβασία, αλλά αντίθετα συνεχώς έδιδε χρόνο στην εναγομένη να αποχωρήσει, αποτάθηκε στο Δικαστήριο για θεραπεία και προχώρησε σε μέτρα ώστε να μη δύναται η εναγομένη να συνεχίσει να λειτουργεί το καφεστιατόριο μόνο όταν η εναγομένη εξακολουθούσε να το λειτουργεί χωρίς άδεια και παρά την πάροδο 14 ημερών από την επίδοση των επίδικων διαταγμάτων. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, και ειδικότερα τα όσα προσδιορίζονται στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, πιο πάνω, θεωρώ ότι δεν μπορεί να λεχθεί ότι η πλευρά του ενάγοντα έχει ενεργήσει κακόπιστα, παράνομα και καταχρηστικά. Το τελευταίο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι η θέση της πλευράς της εναγομένης στην ένστασή της ότι τα επίδικα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν επειδή η οπισθογράφηση ή και το διάταγμα στο προστακτικό του μέρος δεν προσδιορίζει ρητά τον χρόνο εντός του οποίου η εντελλόμενη πράξη πρέπει να τελεστεί, ή τον τόπο συμμόρφωσης, κατά παράβαση της Διαταγής 34 θ. 5. Η Διαταγή 34 θ. 5 προνοεί ότι κάθε απόφαση ή διάταγμα το οποίο απαιτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο να πράξει κάτι θα αναφέρει τον χρόνο, ή τον χρόνο μετά την επίδοση της απόφασης ή του διατάγματος, εντός του οποίου η πράξη πρέπει να πραγματοποιηθεί. Δηλαδή, ο θεσμός αυτός υπαγορεύει ότι στο διάταγμα θα πρέπει να αναγράφεται συγκεκριμένος, προσδιορισμένος χρόνος εντός του οποίου θα πρέπει να γίνει συμμόρφωση προς το διάταγμα (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Mainland Global Investments Ltd, Πολιτική Αίτηση αρ. 167/2012, ημερ.9.11.2012, Νικολαίδου ν. Αττιπά κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1620). Όπως προκύπτει από το λεκτικό των επίδικων διαταγμάτων, καταγράφεται ρητά ότι ο χρόνος εντός του οποίου θα πρέπει να γίνει συμμόρφωση είναι «εντός 7 ημερών από της επίδοσης του παρόντος διατάγματος». Είναι γεγονός ότι στην οπισθογράφηση του διατάγματος όπως έχει συνταχθεί και επιδοθεί στην εναγομένη, ο Πρωτοκολλητής έχει τοποθετήσει την απαιτούμενη από τη Διαταγή 42Α των Θεσμών, προειδοποίηση για τον κίνδυνο σύλληψης και κατάσχεσης περιουσίας, σε περίπτωση που παραλείψει να συμμορφωθεί «αμέσως από της επίδοσης με το παρόν διάταγμα». Αυτό, όμως, κατά την κρίση μου, δεν αλλοιώνει το γεγονός ότι ο χρόνος προσδιορίζεται από το Δικαστήριο ρητά και απερίφραστα στο προστακτικό μέρος των διαταγμάτων. Σαφώς και θα ήταν ορθότερο στην οπισθογράφηση να επαναλαμβανόταν ο χρόνος των 7 ημερών από την επίδοση, πλην όμως δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι η οπισθογράφηση συναρτάται με την υποχρέωση συμμόρφωσης «με το παρόν διάταγμα». Απλή ανάγνωση του ίδιου του διατάγματος δεν θα μπορούσε να αφήσει αμφιβολία ότι ο χρόνος συμμόρφωσης είναι εντός 7 ημερών από την επίδοση. Η ουσία της οπισθογράφησης είναι να δοθεί με επάρκεια το στίγμα της ενδεχόμενης ποινικής μεταχείρισης σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με τα όσα προστάζει το ίδιο το διάταγμα. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Δρόσος Μιχαηλίδης ν. Margita Μιχαηλίδου Poliakova
(2011)1A A.A.D. 356 όπου επισημάνθηκαν τα εξής στη σελίδα 368: «Σκοπός της οπισθογράφησης όπως αναφέρθηκε και στην Iberian Trust Ltd v. Founders Trust and Investment Co Ltd - πιο πάνω - είναι «to call to the attention of the person ordered to do the act that the result of disobedience will be to subject him to penal consequences.». Και στους Borrie & Lowe' s: Law of Contempt - ανωτέρω - σελ. 397, αναφέρεται ότι: «... ... although there are authoritative forms of indorsements it has been held that the actual form of the indorsement does not matter, provided its effect substantially accords with the substance of the rule.» Μάλιστα, στο σύγγραμμα του David Bean: Injunctions - ανωτέρω -, αναφέρεται στη σελ. 88, ότι υπάρχει και διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εφαρμόσει ένα διάταγμα ακόμη και αν υπάρχει παράλειψη οποισθογράφησης (Sofroniou v. Szigetti [1991] F.C.R 332).» Συμπερασματικά όλων των πιο πάνω, τα διατάγματα ημερομηνίας 2.10.2014 καθίστανται απόλυτα, με έξοδα υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγομένης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ................ Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο