← Κύπρος

ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΟΤΣΑΠΑΣ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΕΛΙΟΥ ΚΟΤΣΑΠΑΣ, Αρ. Αγωγής: 7293/2008, 4/11/2014

ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΟΤΣΑΠΑΣ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΕΛΙΟΥ ΚΟΤΣΑΠΑΣ, Αρ. Αγωγής: 7293/2008, 4/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A398 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 7293/2008 Μεταξύ: ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΟΤΣΑΠΑΣ Ενάγοντας -και- ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΕΛΙΟΥ ΚΟΤΣΑΠΑΣ Εναγόμενος Αίτηση για τροποποίηση έκθεσης απαίτησης 4 Νοεμβρίου,

  1. Εμφανίσεις Για τον Ενάγοντα: κα Ρούσου. Για τον Εναγόμενο: κος Χατζηνέστωρος. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣH - EX TEMPORE Με την επίδικη αίτηση ο ενάγων αιτείται τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως. Το αίτημα δεν βρίσκει σύμφωνο τον εναγόμενο, εξ ου και καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Ως έχει σήμερα το δικόγραφο του ενάγοντα αναφέρει τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος είναι αδελφότεκνος του και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στη φάρμα που είχε ο ενάγων. Επιπλέον, ο ενάγων διατηρούσε τον λογαριασμό προθεσμίας, υπ' αριθμό 3210332-0, στη ΣΠΕ Ανάγυας. Ο δε εναγόμενος μετέβαινε στη ΣΠΕ Ανάγυας για σκοπούς καταθέσεων στο λογαριασμό του ενάγοντος, ως επίσης πληρωμών και ήταν σε γνώση των εκεί εργαζομένων ότι είναι αδεφλότεκνος του ενάγοντα. Κατά ή περί το έτος 2004 ο ενάγων πώλησε τα ζώα που διατηρούσε στη φάρμα και από την πώληση εισέπραξε το ποσό των Λ.Κ.50.000,00 στις 26.3.2004 και Λ.Κ.70.000,00 στις 30.3.
  2. Τα ποσά αυτά τα κατέθεσε στον τρεχούμενο λογαριασμό 4000106-7 στη ΣΠΕ Ανάγυας. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι κατά η περί την 15.5.2004 ο εναγόμενος μετέβη στη ΣΠΕ Ανάγυας και άνευ εξουσιοδοτήσεως και ή δικαιώματος και εντελώς αδικαιολόγητα, προέβη σε πράξεις που αφορούσαν τους δύο πιο πάνω λογαριασμούς και απέσυρε από αυτούς το ποσό των Λ.Κ.26.157,52, το οποίο οικειοποιήθηκε. Σύμφωνα με τον ενάγοντα, οι πάνω ενέργειες του εναγομένου ήταν μη εξουσιοδοτημένες και παράνομες, με αποτέλεσμα η υπεξαίρεση του εν λόγω ποσού να συνιστά αδικαιολόγητο πλουτισμό εις βάρος του ενάγοντος. Ως εκ των πιο πάνω ο ενάγων απαίτησε το ποσό από τον εναγόμενο με επιστολή ημερομηνίας 11.7.2008, την οποία όμως ο τελευταίος δεν απάντησε. Η επίδικη αίτηση επιδιώκει την τροποποίηση των παραγράφων 2, 3 και
  3. Η πρώτη εκ των τριών προσθέτει στους ισχυρισμούς που αφορούν τη σχέση των διαδίκων και συσχετίζει τούτη με τη ΣΠΕ. Προσθέτει εν προκειμένω ότι ο ενάγων εξουσιοδότησε τον εναγόμενο να διαχειρίζεται τους λογαριασμούς του προς όφελος του και σύμφωνα με τις υποδείξεις του. Με την 3η παράγραφο, η οποία επιζητά να αντικαταστήσει την υφιστάμενη, ο ενάγων αναφέρεται στην πώληση των ζώων της φάρμας. Η περίοδος πώλησης - 2004 - παραμένει η ίδια. Εκείνο που διαφοροποιείται είναι οι πληρωμές που αφορούν την πώληση και η πορεία που ακολούθησαν τα χρήματα που έλαβε ο ενάγων. Το τίμημα πώλησης αυξάνεται από Λ.Κ.120.000,00 σε Λ.Κ.150.000,00 και οι δόσεις καταβολής τούτου αυξάνονται από δύο σε τρεις. Με την τροποποίηση ο ενάγων διατείνεται ότι έλαβε τρεις επιταγές ως ακολούθως: (α) επιταγή 1459902, ημερομηνίας 15.3.2004 για ποσό Λ.Κ.15.000,00, (β) επιταγή 1459908, ημερομηνίας 26.3.2004 για ποσό Λ.Κ.50.000,00 και (γ) επιταγή 96240809, ημερομηνίας 30.3.2004 για ποσό Λ.Κ.85.000,
  4. Υπεισέρχεται εδώ νέος ισχυρισμός ότι τις εν λόγω επιταγές παρέδωσε στον εναγόμενο με οδηγίες την κατάθεση τούτων σε γραμμάτιο. Υποστηρίζει ο ενάγων ότι αντί γραμματίου ο εναγόμενος κατέθεσε τις δύο πρώτες επιταγές στο λογαριασμό 4000106-7 στη ΣΠΕ. Η δε τελευταία επιταγή ουδέποτε κατατέθηκε στον εν λόγω λογαριασμό αλλά στις 30.3.2004 ο εναγόμενος κατέθεσε το ποσό των Λ.Κ.70.000,00 και κράτησε το ποσό των Λ.Κ.15.000,00 το οποίο και οικειοποιήθηκε. Και η τελευταία παράγραφος της προτεινόμενης τροποποίησης, 6η παράγραφος, συνιστά αντικατάσταση της ανάλογης και υφιστάμενης παραγράφου. Αντί της γενικής δικογράφησης ότι την 15.5.2004 ο εναγόμενος χωρίς εξουσιοδότηση και αδικαιολόγητα προέβη σε διάφορες πράξεις που αφορούσαν τους δύο λογαριασμούς του ενάγοντος και απέσυρε εκ των λογαριασμών το ποσό των Λ.Κ.26.157,52, επιχειρείται επεξήγηση των ισχυριζόμενων ενεργειών του εναγομένου καθώς και πιέσεως που ασκήθηκε σε αυτόν από τον ενάγοντα. Αναφέρεται εν προκειμένω ότι ο ενάγων καθημερινά ζητούσε από τον εναγόμενο το γραμμάτιο των Λ.Κ.150.000,00, και ότι ο τελευταίος καθημερινά του επιβεβαίωνε ότι θα τον προμήθευε με αυτό. Αντ' αυτού στις 15.5.2004 ο εναγόμενος άνευ εξουσιοδοτήσεως και εντελώς αδικαιολόγητα διέκοψε και/ή έσπασε γραμμάτιο και/ή κατάθεση προθεσμίας/όψεως του ενάγοντα και εισέπραξε από το λογαριασμό με αριθμό 3210332-0 της ΣΠΕ Ανάγυας, λογαριασμός ο οποίος ανήκει στον ενάγοντα, το ποσό των Λ.Κ.26.157,
  5. Την ίδια ημέρα παρουσίασε στον ενάγοντα το γραμμάτιο με αριθμό 944702, ημερομηνίας 15.5.2004, για το ποσό των Λ.Κ.150.000,
  6. Ο εναγόμενος, διατείνεται ο ενάγων, χρησιμοποίησε τα χρήματα των πιο πάνω επιταγών δηλαδή ποσό Λ.Κ.135.000,00 που ήταν κατατεθειμένα στο λογαριασμό του ενάγοντα, καθώς και το ποσό που εισέπραξε από το σπάσιμο του γραμματίου και κατήρτισε το γραμμάτιο των Λ.Κ.150.000,
  7. Συνεπώς, ενώ ο ενάγων έπρεπε να έχει Λ.Κ.176.157,52, εν τέλει βρέθηκε να έχει το ποσό του γραμματίου που του έδωσε ο εναγόμενος, δηλαδή Λ.Κ.150.000,
  8. Εν ολίγοις ο εναγόμενος οικειοποιήθηκε ποσό Λ.Κ.26.157,52 από τα χρήματα του ενάγοντα. Ανέφερα ήδη ότι ο εναγόμενος δεν αποδέχεται το αίτημα. Υποστηρίζει εν προκειμένω ότι υποβάλλεται με υπέρμετρη και αναιτιολόγητη καθυστέρηση, επιδιώκει ριζική αλλαγή της φύσης της απαίτησης, αποκαλύπτει κακοπιστία και τέλος, επηρεάζει τα συμφέροντα του εναγομένου και δίδει αθέμιτο πλεονέκτημα (unfair advantage) στον ενάγοντα. Ουδεμία από τις δύο πλευρές ζήτησε αντεξέταση και ως εκ τούτου η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Δεν χρησιμεύει επανάληψη τούτων εφόσον η συζήτηση που ακολουθεί αναδεικνύει ό,τι σχετικό. Η τροποποίηση των δικογράφων διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.
  9. Η νομολογία αποκαλύπτει ότι η τύχη του αιτήματος εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Όπως σε κάθε άλλη περίπτωση που το Δικαστήριο καλείται να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία έτσι και εδώ η σχετική εξουσία ασκείται κατά τρόπο δικαστικό. Κριτήριο είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του αιτήματος αποδόθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.

(1991)1 Α.Α.Δ. 934 όπου στη σελ. 938 αναφέρθηκε ότι· «Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R. είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd, and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here.". . . . . . . . . . . . . . . ............... Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Δεν είναι πρόσφορο να αναζητηθούν και να σχολιασθούν, εκ προοιμίου και απροσδιόριστα, οι παράμετροι που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου. Όπως υποδεικνύεται στις υποθέσεις D.J. Karapatakis & Sons Ltd v. Δήμου Στροβόλου, Πολ. Εφ. 135/11, ημερ. 13.06.2013 και Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.α., Π.Ε. 79/09, ημερ. 04/05/2012, οι παράγοντες που καθορίζουν το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι πολυάριθμοι και ποικίλλουν ανά περίπτωση. Κατ' επέκταση, δεν χρησιμεύει γενική και αφηρημένη αναζήτηση τούτων. Πιο πάνω επιχειρήθηκε σύνοψη τόσο της υφιστάμενης απαίτησης όσο και των παραγράφων που ο ενάγων επιθυμεί να τροποποιήσει. Δεν συμφωνώ με τη θέση του εναγομένου ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση θα επιφέρει ριζική αλλαγή της απαίτησης. Η βάση της αξίωσης του ενάγοντα παραμένει η ίδια, ήτοι κατάχρηση σχέσης εμπιστοσύνης και/ή οικειοποίηση χρημάτων και/ή αδικαιολόγητος και παράνομος πλουτισμός και/ή παράβαση συμφωνίας. Απλώς σήμερα επιχειρείται ανάπτυξη και εμβάθυνση των ισχυρισμών που περιβάλλουν την απαίτηση η οποία παραμένει αναλλοίωτη. Σε μεγάλο βαθμό η επιδιωκόμενη τροποποίηση δεν είναι τίποτα άλλο από λεπτομέρειες διά τις οποίες αν υποβαλλόταν αίτημα δυνατό να διατάσσετο ο ενάγων να τις παράσχει. Αν επικεντρώσουμε την προσοχή μας στην υφιστάμενη έκθεση απαίτησης διαπιστώνουμε ότι δεν αναφέρεται υπό ποίαν ιδιότητα ο εναγόμενος χειριζόταν τους λογαριασμούς του ενάγοντα. Σήμερα προστίθεται ότι ήταν εξουσιοδοτημένος. Επιπλέον, ο λογαριασμός 3210332-0 αν και αναφέρεται στην υφιστάμενη έκθεση απαίτησης δεν συναρτάται ευκρινώς με την αξίωση και όσα την περιβάλλουν. Η προτεινόμενη τροποποίηση όμως θέλει το ποσό των Λ.Κ.26.157,52 να φεύγει από αυτόν ακριβώς το λογαριασμό. Κατά τον ίδιο τρόπο το τίμημα πώλησης των ζώων της φάρμας, πέραν του ότι αυξάνεται σε ποσό και δόσεις αποπληρωμής, ανακτά πλέον υπόσταση και σημασία μέσα στο δικόγραφο, εφόσον προκύπτει ότι η θέση του ενάγοντα είναι πως η κατάχρηση από τον εναγόμενο έγινε κατά τη διαχείριση αυτού του ποσού και κατά παρέκκλιση οδηγιών που έδωσε σε σχέση με αυτό ακριβώς το ποσό. Όλα τα πιο πάνω δεν αποδεικνύουν απλώς την αναγκαιότητα τροποποίησης, έτι περισσότερο φανερώνουν ότι η δικανική πτυχή της απαίτησης παραμένει αναλλοίωτη αλλά εμπλουτισμένη με λεπτομέρειες αναγκαίες για τον απώτερο στόχο, δηλαδή την εξεύρεση της αλήθειας. Επιπλέον, δυσκολεύομαι να αντιληφθώ πως και γιατί η αιτούμενη τροποποίηση θέτει τον εναγόμενο σε δυσμενή θέση ενώ προσδίδει στον ενάγοντα αθέμιτο πλεονέκτημα. Είναι χρήσιμο να λεχθεί εδώ ότι εξαρχής ο εναγόμενος δέχθηκε πως διαχειριζόταν το λογαριασμό του ενάγοντα στη ΣΠΕ Ανάγυας με αριθμό 4000106-7 (βλ. παράγραφο 3(β) υπεράσπισης και ανταπαίτησης). Μάλιστα ο εναγόμενος υποστήριξε ότι η εν λόγω διαχείριση ήταν δυνάμει πληρεξουσίου εφόσον κατά τον επίδικο χρόνο ήταν συνέταιρος του ενάγοντα και επιπλέον, ο τελευταίος αντιμετώπιζε πρόβλημα αλκοολισμού. Περαιτέρω, ο εναγόμενος δέχεται ότι κατά η περί το 2004 ο ενάγων του έδωσε δύο επιταγές τις οποίες κατέθεσε στον πιο πάνω λογαριασμό του ενάγοντα. Η μόνη διαφορά είναι ότι ο εναγόμενος διατείνεται πως οι δύο επιταγές ήταν για ποσό Λ.Κ.70.000,00 και Λ.Κ.50.000,00, αντίστοιχα, και ότι αυτό το ποσό, δηλαδή Λ.Κ.120.000,00 ήταν το προϊόν από την πώληση των ζώων του ενάγοντα σε τρίτο πρόσωπο. Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι η προτεινόμενη τροποποίηση κατά το μάλλον ή ήττον προσεγγίζει τις θέσεις του εναγομένου παρά οτιδήποτε άλλο. Η διαφορά των δύο παραμένει βεβαίως αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η ζητούμενη τροποποίηση θέτει τον εναγόμενο σε δυσμενή θέση. Το γεγονός και μόνο ότι σήμερα επιχειρείται προσθήκη λεπτομερειών στην ίδια βάση απαίτησης, οι οποίες λεπτομέρειες ενδεχομένως να διευκολύνουν την προσκόμιση σχετικού μαρτυρικού υλικού στο δικαστήριο, δεν σημαίνει ότι θέτουν την άλλη πλευρά σε δυσμένεια, όπως ούτε ότι εξυπηρετούν τον αιτητή. Δεν είναι η έκταση του μαρτυρικού που κατατίθεται στο δικαστήριο που καθορίζει την τύχη της αξίωσης, αλλά η εγκυρότητα και αξιοπιστία τούτου. Το να αποτραπεί όμως διάδικος από την ευχέρεια να προσκομίσει μαρτυρικό υλικό, υπό την έννοια άρνησης να διορθώσει το δικόγραφό του, αυτό είναι που συνιστά δυσμένεια που απολήγει σε αδικία. Καταλήγω συνεπώς ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν προκαλεί στον εναγόμενο ζημία που να μην μπορεί να αποτιμηθεί και αποζημιωθεί σε χρήμα. Υποστηρίζει ο εναγόμενος ότι η αίτηση υποβλήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και χωρίς οιανδήποτε αιτιολόγηση τούτης. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι μια υπόθεση που καταχωρίστηκε προς εξαετίας είναι παλαιά. Πόσω μάλλον όταν ακόμη να ξεκινήσει και σε αυτό το χρονικό σημείο υποβάλλεται αίτημα τροποποίησης το οποίο προσθέτει στην καθυστέρηση. Τι είναι όμως εκείνο που λέγει ο ενάγων σε σχέση με την καθυστέρηση. Στη 2η παράγραφο της ενόρκου δηλώσεως αναφέρει πως «κατά την ετοιμασία μου για σκοπούς ακρόασης και μετά από έρευνα που έγινε στη ΣΠΕ Ανάγυας διαπιστώθηκε ότι δεν καταγράφηκε στην έκθεση απαίτησής μου ο τρόπος που ο εναγόμενος οικειοποιήθηκε το ποσό των Λ.Κ.26.157,52». Στον αντίποδα ο εναγόμενος απαριθμεί τις ημερομηνίες που η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση και υποστηρίζει ότι η πληθώρα τούτων όχι μόνο απορρίπτει τη σχετική επεξήγηση, καθιστά το αίτημα κακόπιστο. Ομολογώ ότι δεν συμμερίζομαι τη σχετική εισήγηση. Το πρώτο που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι πως σε κάθε περίπτωση που υποβάλλεται αίτημα τροποποίησης οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτό έλκουν την καταγωγή τους σε σφάλμα. Άλλωστε αν το δικόγραφο ήταν αλάνθαστο, υπό την έννοια ότι ανταποκρινόταν στη μαρτυρία, δεν θα έχρηζε τροποποίησης. Καθίσταται λοιπόν αντιληπτό ότι πλείστα τόσα αιτήματα τροποποίησης στοχεύουν σε απάλειψη σφάλματος που εμφιλοχώρησε στο δικόγραφο. Είναι ορθό ότι η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος χρειάζεται να αιτιολογηθεί. Εύστοχα όμως υποδεικνύεται στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Σιακόλα
(1999)1 Α. Α.Α.Δ. 44, 53 ότι η έγκαιρη αντίδραση προϋποθέτει γνώση της πλημμέλειας του δικογράφου. Αν, όπως στη δοσμένη περίπτωση δηλώνει ο εναγόμενος, ο διάδικος δεν γνωρίζει ότι το δικόγραφο είναι λανθασμένο, η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος μόνο θεωρητικά μπορεί να αποτιμηθεί. Εξ ου και η νομολογία αποκαλύπτει ότι η πρακτική αξία των συμπερασμάτων που προκύπτουν από τυχόν καθυστέρηση άπτεται της γνησιότητας των προθέσεων του αιτητή (βλ. Federal πιο πάνω, στη σελ. 53). Αυτό χωρίς βεβαίως να λησμονείται ότι μη επαρκώς αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν αποτελεί εμπόδιο στην έγκριση αναγκαίου κατά τα άλλα αιτήματος (βλ. Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005, 1009). Στην προκείμενη περίπτωση η θέση του ενάγοντα ότι μόλις στην προετοιμασία της ακρόασης εντόπισε το πρόβλημα δεν έτυχε πρακτικής αμφισβήτησης αλλά μόνο θεωρητικής, δηλαδή συναρτήθηκε με τις πολλές μέχρι σήμερα αναβολές. Αυτό όμως δεν ακυρώνει τη θέση. Μάλιστα όσοι βιώνουν καθημερινά τον κυκεώνα υποθέσεων που κατακλύζουν τα δικαστήρια και έχουν γνώση του χρονικού διαστήματος που χρειάζεται ώστε η υπόθεση να θεωρηθεί ώριμη για ακρόαση, είναι σε θέση να επιβεβαιώσουν ότι το ενδιαφέρον των συνηγόρων άρχεται μετά την πάροδο τριών με τεσσάρων ετών, εφόσον τότε είναι που το δικαστήριο δύναται να ακούσει την υπόθεση. Εν πάση όμως περιπτώσει, η προειρημένη θέση του ενάγοντα συνιστά κάποια, έστω και πενιχρή, αιτιολόγηση της καθυστέρησης. Κατ' ουδένα όμως λόγο εξισούται με κακοπιστία, όπως διατείνεται ο εναγόμενος. Επί του προκειμένου σχετική είναι η υπόθεση Κώστα Παφίτης & Υιοι Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Έφ. 204/09 ημερομηνίας 25.4.2012 στην οποία λέχθηκε ότι: «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουμε εντοπίσει σαφή στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων, περί ύπαρξης κακοπιστίας. Το μόνο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, είναι ότι ο Εφεσίβλητος γνώριζε από πολλού ότι η Έκθεση Υπεράσπισης έχρηζε τροποποίησης και δεν έπραξε οτιδήποτε. Όμως ο Εφεσίβλητος εξήγησε ότι για ένα μέρος του χρόνου, ανέμενε συμπληρωματικά γεγονότα από το μηχανικό του έργου, ο οποίος όμως ήταν άρρωστος. Όμως, ακόμη και αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον μας στοιχεία που να δείχνουν ή από τα οποία εμείς να συμπεράνουμε ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής.» Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι ούτε η καθυστέρηση, η οποία είναι δεδομένη, είναι ικανή να αποτρέψει έγκριση του αιτήματος. Πέραν όλων των πιο πάνω κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω το απόσπασμα που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, 52 λέχθηκε εκεί ότι· "..... I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, If it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right." Έτσι και στη δεδομένη περίπτωση, το καλόπιστο σφάλμα του ενάγοντα μπορεί και πρέπει να διορθωθεί. Εκδίδω συνεπώς διάταγμα τροποποίησης ως η παράγραφος Α της αίτησης. Για την τροποποίηση να ακολουθηθούν οι θεσμοί. Διαφυγόντα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου. Τα έξοδα της αίτησης, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, περιορισμένα όμως στο 1/3, επίσης επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου. Ο περιορισμός των εξόδων οφείλεται στην απόρριψη των λόγων που προκρίθηκαν. Η αγωγή ορίζεται, λόγω του ότι είναι παλαιά, για προγραμματισμό, την 16.12.2014 στις 08:45. (Υπ.) ............ Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.