ΑΛΕΞΗΣ ΜΙΧΑΛΙΑΣ ν. ΔΗΜΟΣ ΜΙΚΕΛΛΙΔΗΣ, Αρ. Αγωγής: 5021/2013, 25/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A426 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 5021/2013 Μεταξύ: ΑΛΕΞΗΣ ΜΙΧΑΛΙΑΣ Ενάγοντας -και- ΔΗΜΟΣ ΜΙΚΕΛΛΙΔΗΣ Εναγόμενος Αίτηση για παραμερισμό της απόφασης 25 Νοεμβρίου,
- Εμφανίσεις Για τον εναγόμενο/αιτητή: κος Μίτσιγγας. Για τον ενάγοντα/καθ' ου η αίτηση: κος Βιολάρης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣH Με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται ο παραμερισμός της απόφασης που εκδόθηκε την 5.12.
- Αιτητής εν προκειμένω είναι ο εναγόμενος και καθ' ου η αίτηση ο ενάγων. Επιπλέον σημειώνεται ότι η απόφαση που βάλλεται λήφθηκε ερήμην του εναγομένου. Έχει νομολογηθεί ότι αίτημα ως το επίδικο ανάγεται στη σφαίρα της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου (βλ. Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 ΑΑΔ 1094, 1097). Ό,τι εξετάζεται είναι∙ αφενός ο λόγος διά τον οποίο ο εναγόμενος παρέλειψε να εμφανιστεί στο δικαστήριο από την πρώτη στιγμή, αφετέρου συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση (βλ. Νεάρχου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 954, Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, 2123). Βαρυσήμαντος είναι ο λόγος της υπόθεσης Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210, όπου αναφέρθηκε ότι. «In exercising its discretion, the Court must strive to balance two considerations fundamental for the administration of justice. The need to uphold effectively on the one hand, the right of a party to be heard in his cause, and the need to ensure the expeditious transaction of judicial business, on the other.» Τόσο η αίτηση όσο και η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης υποστηρίζονται από ένορκο δήλωση. Την πρώτη δήλωση ορκίζεται ο εναγόμενος ενώ την άλλη ορκίζεται ο ενάγων. Εφόσον ουδεμία από τις πλευρές ζήτησε αντεξέταση η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε στις ένορκες δηλώσεις και στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων. Δεν επαναλαμβάνω εδώ εκείνο που οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν καθ' ότι η διεργασία που ακολουθεί αναδεικνύει ό,τι σχετικό. Απλή και μόνο ανάγνωση της ένορκου δηλώσεως του εναγομένου φανερώνει ότι η αίτηση εδράζεται και επί των δύο παραμέτρων που εξετάζονται. Είναι η θέση του εναγομένου ότι η επίδοση της αγωγής είναι κακή και επιπλέον, ότι έχει καλή και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Παρεμβάλλω εδώ ότι από τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων και από το περιεχόμενο του φακέλου του δικαστηρίου, αποκαλύπτεται ότι μέρος του μαρτυρικού υλικού θέλει το κλητήριο ένταλμα να έχει επιδοθεί στον εναγόμενο την 30.9.
- Σε σχετική ένορκο δήλωση ιδιώτη επιδότη, η δήλωση τούτου είναι ημερομηνίας 2.10.2013, αναφέρεται ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον εναγόμενο την 30.9.2013 «άνευ της υπογραφής του». Στο δε πιστό αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος που συνοδεύει την ένορκο δήλωση του ιδιώτη επιδότη, ως άλλωστε επιβάλλεται, επίσης αναφέρεται η ημερομηνία 30.9.2013 και ότι. «Αρνήθηκε να υπογράψει». Ότι τούτο είναι το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του επιδότη και ότι βρίσκεται εντός του φακέλου του δικαστηρίου, αποτελεί γεγονός που και οι δύο πλευρές αποδέχονται. Εντούτοις ο εναγόμενος διατείνεται ότι τα αναφερόμενα στην ένορκο δήλωση του επιδότη δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Υποστηρίζει ότι η πρώτη φορά που έλαβε γνώση της αγωγής ήταν την 6.3.
- Μάλιστα το πρόσωπο που τον πληροφόρησε ήταν ο συνήγορός του, ο οποίος την 5.3.2014 έλαβε επιστολή από το συνήγορο του ενάγοντα με την οποία τον πληροφορούσε ότι το Δεκέμβριο του 2013 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του εναγομένου. Η επιστολή, μαζί με την απόφαση του δικαστηρίου, είναι το τεκμήριο 1 στην αίτηση. Από τα συμφραζόμενα του εναγομένου συνάγεται ότι η πλευρά του ενάγοντα γνώριζε ποιος είναι ο συνήγορός του, εφόσον πριν την καταχώριση της αγωγής τα μέρη προέβησαν σε ανταλλαγή αλληλογραφίας με σκοπό τη διευθέτηση της διαφοράς. Σε σχέση με την επίδοση ο εναγόμενος αναφέρει ότι είναι από τη Λεμεσό και κατά τον επίδικο χρόνο δραστηριοποιείτο επιχειρησιακά τόσο στη Λεμεσό όσο και στη Λευκωσία. Την 30.9.2013, ημερομηνία που ο επιδότης αναφέρει ότι του επέδωσε την αγωγή, βρισκόταν στη Λεμεσό μέχρι το μεσημέρι ενώ αργότερα, όταν μετέβηκε στο γραφείο της εταιρείας στη Λευκωσία, ήταν σε σύσκεψη όλο το απόγευμα με κάποιο συνεργάτη του, ονόματι Ανδρέα Σαββίδη, και δεν δέχθηκε επίσκεψη από οποιονδήποτε δικαστικό επιδότη. Διατείνεται δε ότι η αγωγή δεν επιδόθηκε στον ίδιο ή σε μέλος της οικογένειάς του ή σε πρόσωπο που εργάζεται μαζί του. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι ο επιδότης ψεύδεται, ότι ουδέποτε συναντήθηκε με οιονδήποτε δικαστικό επιδότη και ότι ουδέποτε του ζητήθηκε να παραλάβει ή έστω αφέθηκε στην παρουσία του οιονδήποτε κλητήριο ένταλμα. Μάλιστα ο εναγόμενος δηλώνει ότι οι ισχυρισμοί του επιδότη στην ένορκο δήλωση - αντίγραφο της ενόρκου δηλώσεως του επιδότη επισυνάπτεται ως τεκμήριο 2 στην αίτηση - αποτελούν αποκύημα της φαντασίας του και πως σκοπεύει να τον καταγγείλει στον αρχιπρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η αντίδραση του ενάγοντα στους πιο πάνω ισχυρισμούς του εναγόμενου συμπυκνώνεται στην 4η παράγραφο της ενόρκου δηλώσεως. Αναφέρεται εκεί ότι. «4.Απορρίπτω κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου - Αιτητή ως αυτοί παρατίθενται στις παραγράφους
(3),
(6),
(7),
(8),
(9),
(10),
(11),
(12)και
(13)της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την Αίτηση και εις απάντηση αναφέρω τα ακόλουθα: i. Ως με συμβουλεύει ο Δικηγόρος μου, η επίδοση της αγωγής έγινε καθόλα νόμιμα, σύμφωνα με τους σχετικούς θεσμούς και τη νομολογία επί του θέματος, γεγονός το οποίο φαίνεται από το Τεκμήριο 2 το οποίο επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωση του Αιτητή. Το Τεκμήριο 2 αποτελεί ένορκη δήλωση Ιδιώτη Επιδότη, ανεξάρτητου δηλαδή ατόμου, που έχει προβεί και καταχωρήσει στον φάκελο του δικαστηρίου την εν λόγω ένορκη δήλωση σε ανύποπτο μάλιστα χρόνο. Ο ιδιώτης επιδότης δεν έχει κανένα απολύτως λόγο να προβεί σε ψευδή δήλωση, αφού με το να κάνει κάτι τέτοιο υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να χάσει ακόμα και την δουλειά του. ii. Αντιθέτως ο μοναδικός που έχει συμφέρων να παραμεριστεί η απόφαση ημερ. 5.12.2013 είναι ο Αιτητής ο οποίος δεν προσκόμισε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο που να υποστηρίζει τους ανυπόστατους ισχυρισμούς του ότι δήθεν δεν τον επισκέφτηκε ο Ιδιώτης Επιδότης κ. Ιωάννου. iii. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμοί του Αιτητή περί κακής επίδοσης είναι παραπλανητικοί, δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και ως τέτοιοι πρέπει να απορριφτούν από το Δικαστήριο». Στο στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα υποστήριξε ότι η ένορκος δήλωση του εναγομένου δεν είναι αρκετή για να αποσείσει το βάρος απόδειξης του σχετικού ισχυρισμού. Όπως ανέφερε, η ένορκος δήλωση του επιδότη βρίσκεται στο φάκελο του δικαστηρίου και αποτελεί μαρτυρία που λαμβάνεται υπόψη. Εφόσον ο εναγόμενος δεν αντεξέτασε τον επιδότη η μαρτυρία του τελευταίου παρέμεινε αναντίλεκτη. Ο συνήγορος δεν άφησε αδιαπραγμάτευτη ούτε την ουσία των ισχυρισμών του εναγομένου. Είναι η θέση του ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί του εναγομένου είναι αόριστοι και ότι δεν πλαισιώνονται από υποστηρικτική μαρτυρία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καλεί το δικαστήριο να απορρίψει τη θέση του εναγομένου. Είναι αντιληπτό ότι εάν ήθελε απορριφθεί η θέση του εναγομένου, δηλαδή ότι δεν του επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα, καμία άλλη μαρτυρία θέλει τούτη την επίδοση να είναι κακή. Η ένορκος δήλωση επίδοσης δεν αποκαλύπτει σφάλμα στην όψη της. Για δε την ουσία του θέματος εκείνο που βρίσκεται ενώπιον του δικαστηρίου είναι δύο άκρως αντίθετες θέσεις. Ο μεν επιδότης ορκίστηκε ότι επέδωσε το κλητήριο ένταλμα στον εναγόμενο προσωπικά, ο δε τελευταίος ότι ουδέποτε το παρέλαβε. Το πρώτο που αρμόζει να ειπωθεί είναι ότι η θέση του ενάγοντα πως το περιεχόμενο του φακέλου του δικαστηρίου συνιστά μαρτυρία που συνεκτιμάται, αποτελεί ορθή δικανική θεώρηση του πράγματος. Αυτό γιατί η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποκαλύπτει ότι είναι βασική αρχή πως το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του δικαστηρίου δεν αγνοείται. Ας μου επιτραπεί να προσθέσω ότι θα ήταν τουλάχιστον παράλογο και θα οδηγούσε σε οξύμωρα και άδικα αποτελέσματα αν το δικαστήριο δεν λάμβανε υπόψη του το περιεχόμενο του φακέλου, ενίοτε ουσιώδες και μείζονος σημασίας για παρεμπίπτοντα αιτήματα. Τέτοια στάση θα άφηνε να νοηθεί πως το δικαστήριο εθελοτυφλεί και αδιαφορεί για την αδικία που ενδέχεται να προκληθεί. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Εν πάση περιπτώσει, τα λεχθέντα στην υπόθεση Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (αρ.2)
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1938, εξανεμίζουν τυχόν αμφιβολία και εδραιώνουν το αυτονόητο. Λέχθηκε εκεί ότι (σελ. 1943). «Ο ισχυρισμός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του έλαβε υπόψη στοιχεία από. ένορκη δήλωση άλλης αίτησης που περιέχεται στο φάκελο της αγωγής, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Η άλλη αίτηση αποτελούσε μέρος του φακέλου και αφορούσε τόσο την ίδια διαδικασία όσο και τους ίδιους διαδίκους. Συνακόλουθα κρίνεται ότι το διάταγμα αυτό του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν ήταν λανθασμένο, αφού το Δικαστήριο μπορούσε να αντλήσει πληροφορίες και άλλα στοιχεία από έγγραφα που αποτελούσαν μέρος του φακέλου». Είναι λοιπόν ηλίου φαεινότερον ότι το περιεχόμενο του φακέλου του δικαστηρίου δεν μπορεί να αγνοηθεί και αποτελεί μαρτυρία που λαμβάνεται υπόψη. Πώς όμως αυτή η δικανική αρχή επιδρά στα δεδομένα της υπό κρίση αίτησης; Ο ενάγων διατείνεται ότι λόγω τούτης της αρχής η ένορκος δήλωση του επιδότη, η οποία βρίσκεται στο φάκελο του δικαστηρίου, συνιστά μαρτυρία. Απαντώ λοιπόν ότι περί αυτού ουδεμία αμφιβολία υφίσταται. Η ένορκος δήλωση του επιδότη συνιστά όντως μαρτυρία και δεν μπορεί να αγνοηθεί κατά την εξέταση του επίδικου αιτήματος. Ο ενάγων διατείνεται περαιτέρω ότι εφόσον ο εναγόμενος δεν ζήτησε να αντεξετάσει τον επιδότη, η μαρτυρία του τελευταίου παρέμεινε αναντίλεκτη. Ως εκ τούτου, αναφέρει, οι ισχυρισμοί του εναγομένου, οι οποίοι τελούν υπό αμφισβήτηση, δεν αποδείχθηκαν. Τούτη η θέση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Έχω την αίσθηση ότι προσκρούει στο δικονομικό πλαίσιο εξέτασης ενδιάμεσων αιτήσεων, καθώς και στον τρόπο εξέτασης μιας ιδιαίτερης κατά τα άλλα αίτησης, όπως είναι η αίτηση για παραμερισμό απόφασης. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η εξέλιξη της διαδικασίας διέπεται από δικονομικούς κανόνες. Στις αιτήσεις οδηγός είναι η διαταγή 48. Στο πλαίσιο που εδώ ενδιαφέρει σχετική είναι η επιταγή της παραγράφου 2 του κανονισμού 4 ότι: «Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Επί του προκειμένου καθοδηγητική είναι και η υπόθεση Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1B Α.Α.Δ. 1377,
- Τούτου δοθέντος, όπου ο καθ' ου η αίτηση απορρίπτει τους ισχυρισμούς του αιτητή και προτάσσει εκδοχή που τους αναιρεί, ο αιτητής οφείλει είτε να απαντήσει τούτους με συμπληρωματική ένορκο δήλωση, είτε να αντεξετάσει τον ομνύοντα την ένσταση ώστε να αμφισβητήσει τη θέση του. Σε διαφορετική περίπτωση ενδέχεται η αίτηση να μην αποδεικνύει τα γεγονότα που επικαλείται, εφόσον ο καθ' ου αίτηση αμφισβήτησε τούτα. Εντούτοις η αίτηση για παραμερισμό απόφασης είναι ιδιαίτερη. Αυτό γιατί στο φάκελο του δικαστηρίου ευρίσκεται ήδη η ένορκος δήλωση του επιδότη και αποτελεί μαρτυρία που συνεκτιμάται. Μάλιστα η καταχώριση τούτης της ενόρκου δηλώσεως προηγείται χρονικά της αίτησης και της ένστασης. Προς το σκοπό αποφυγής αοριστολογίας στρέφω την προσοχή μου στην υπό κρίση αίτηση. Υποδεικνύω εν προκειμένω ότι ο επιδότης ορκίστηκε τη σχετική ένορκο δήλωση την 2.10.
- Είναι σε εκείνη τη δήλωση που υποστήριξε ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε προσωπικά στον εναγόμενο και ότι ο τελευταίος αρνήθηκε να υπογράψει την παραλαβή του. Τούτην όμως την ένορκο δήλωση ακολούθησε η ένορκος δήλωση του εναγομένου, η οποία υποστηρίζει την αίτηση. Εκεί, δηλαδή στη δεύτερη, χρονικά, ένορκο δήλωση, προβάλλεται εκ διαμέτρου αντίθετη θέση. Εν ολίγοις, αναιρούνται τα λεγόμενα του επιδότη. Ο δε εναγόμενος δεν αντεξετάστηκε. Υπό αυτές τις περιστάσεις δυσκολεύομαι να αντιληφθώ και να συμφωνήσω με την εισήγηση ότι η μαρτυρία του επιδότη παρέμεινε αναντίλεκτη. Ακριβώς το αντίθετο ισχύει. Η ένορκος δήλωση του εναγομένου, διά την οποία οφείλω εν παρόδω να αναφέρω ότι είναι απαλλαγμένη εγγενούς αναξιοπιστίας, αναίρεσε τα λεγόμενα του επιδότη και ανέδειξε νέα γεγονότα. Σε τούτο το πλαίσιο γεγονότων δεν παραγνωρίζεται ούτε η ένορκος δήλωση του ενάγοντα. Έχω παραθέσει ήδη το σχετικό μέρος τούτης (βλ. παράγραφο 4 ενόρκου δηλώσεως του ενάγοντα). Εντούτοις τα εκεί αναφερόμενα δεν προάγουν ισχυρισμούς αλλά μόνο δικανικά συμπεράσματα και εικασίες για τις προθέσεις των μερών. Κρίνω πως το περιεχόμενο τούτης της ενόρκου δηλώσεως, η οποία καταχωρίστηκε τελευταία, είναι ανίκανο να αναστρέψει τη θετική εκδοχή του εναγομένου. Επιπλέον, εφόσον ο εναγόμενος δεν αντεξετάστηκε η εκδοχή του αφέθηκε αναλλοίωτη και αναντίλεκτη. Για του λόγου το ασφαλές αρκεί να παραπέμψω σε ό,τι αναφέρθηκε στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου ν. Μιχαήλ
(2003)1Β Α.Α.Δ. 1044. Λέχθηκε εκεί ότι (σελίδα 1046): «Εφόσον ο εφεσίβλητος έδωσε στην ένορκη του κατάθεση πειστικό λόγο γιατί δεν έλαβε γνώση του κλητηρίου εντάλματος, τον οποίο αποδέκτηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, εναπόκειτο στην εφεσείουσα να αντικρούσει τον ισχυρισμό αυτό, κάτι βεβαίως που δεν έγινε. Ορθή ήταν επομένως η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου». Είναι γι' αυτούς τους λόγους που διαφωνώ με τη θέση του ενάγοντα ότι η μαρτυρία του επιδότη παρέμεινε χωρίς αμφισβήτηση. Διερεύνηση του αιτήματος στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, όπως ο σχετικός κανονισμός προβλέπει, φανερώνει ότι, υπό τις περιστάσεις, η δήλωση που παρέμεινε άνευ ουσιαστικής αμφισβήτησης είναι αυτή του εναγομένου που δεν αντεξετάστηκε και του οποίου η δήλωση δεν καταρρίφθηκε από τη δήλωση του ενάγοντα. Η πιο πάνω διαπίστωση δεν επιλύει βεβαίως την ουσία του θέματος. Απαντά απλώς τα δικονομικά ζητήματα και ανοίγει το δρόμο για ουσιαστική εξέταση των ισχυρισμών του εναγομένου. Έχω αναφέρει ήδη ότι η δήλωση του εναγομένου δεν αναδεικνύει εγγενή προβλήματα, υπό την έννοια ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν αυτοαναιρούνται και δεν αντιβαίνουν της κοινής λογικής. Αναφέρω εν προκειμένω ότι ούτε επί της ουσίας ασπάζομαι τη θέση του ενάγοντα, δηλαδή πως οι ισχυρισμοί του εναγομένου είναι γενικοί και αόριστοι. Τουναντίον, λεπτομέρεια και πληρότητα είναι εκείνο που χαρακτηρίζει τη θέση του ενάγοντα, ο οποίος κάλυψε όλες τις εκφάνσεις του θέματος όπως χρόνο, χώρο και πρόσωπα. Ο εναγόμενος έδωσε μια καθ' όλα πειστική εκδοχή, δηλαδή ότι την 30.9.2013 αρχικά βρισκόταν στη Λεμεσό και ακολούθως, μετά το μεσημέρι, ήρθε στη Λευκωσία. Παρ' ότι δέχεται ότι μετά το μεσημέρι βρισκόταν στο γραφείο του στη Λευκωσία, υποστήριξε ότι ήταν σε σύσκεψη όλο το απόγευμα και ουδείς επιδότης τον επισκέφθηκε. Μάλιστα εμπλούτισε το σχετικό ισχυρισμό με αναφορά σε τρίτο πρόσωπο. Επιπλέον, δεν περιορίστηκε σε αφηρημένη επίκληση συνεργάτη, κατονόμασε το πρόσωπο με το οποίο βρισκόταν, δίδοντας έτσι την ευχέρεια στον ενάγοντα να διερευνήσει, μέσω αντεξετάσως, την ορθότητα τούτης της θέσης. Εντούτοις κάτι τέτοιο δεν ζητήθηκε ούτε για τον εναγόμενο όπως ούτε για το συνεργάτη του. Υπό τις περιστάσεις είμαι της γνώμης ότι όλα τα πιο πάνω αναδεικνύουν πειστικότητα και αληθοφάνεια. Η θέση του εναγομένου, σφύζει λεπτομερειών και επεξηγεί, με περισσή ανάλυση, καθετί που εκεί αναφέρεται. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι σε σχέση με την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος η αλήθεια βρίσκεται στα λεγόμενα του εναγομένου και συνεπώς διαπιστώνω ότι το κλητήριο ένταλμα ουδέποτε του επιδόθηκε. Αν χρειάζεται να υποστηρίξω νομολογιακά τί συνεπάγεται για την εξέλιξη της διαδικασίας η μη επίδοση κλητηρίου εντάλματος, νιώθω ότι δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος από το να παραθέσω το σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Δημοκρατία ν. Ζήνας Πουλλή
(2001)3Β Α.Α.Δ. 1060,
- Λέχθηκε εκεί ότι: «Η παροχή ευκαιρίας σε κάθε πρόσωπο να ακουστεί σε υπόθεση που το αφορά αποτελεί αξίωμα της φυσικής δικαιοσύνης, οι ρίζες του οποίου ανάγονται στα πρώτα στάδια διαμόρφωσης των θεσμών της δίκης. Η αρχή της ακροάσεως αμφοτέρων των μερών, πριν το δικαστήριο προέλθει σε κρίση, διακηρύχθηκε από αρχαιοτάτων χρόνων, από τους Έλληνες ποιητές και τραγωδούς, ως ανυπέρβατη αρχή του δικονομικού δικαίου και αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα του διαδίκου. Το «μηδενί δίκην δικάσεις πριν αμφοίν μύθον ακούσης» αποδίδεται στον Ησίοδο. Το κωδικοποιεί σε πληρέστερη μορφή ο Ευριπίδης: «Τις αν δίκην κρίνειεν ή γνοίη λόγον, πριν αν παρ' αμφοίν μύθον εκμάθη σαφώς» - («Ηρακλείδες», στίχοι 179-180)*. Μη επίδοση της διαδικασίας στους διαδίκους καθιστούσε, ανέκαθεν στο αγγλικό δίκαιο, άκυρη διαταγή ή απόφαση που εκδιδόταν στο πλαίσιο της. Η θεμελιώδης αυτή αρχή του αγγλικού δικαίου αποτυπώνεται ως ακολούθως στο εισαγωγικό μέρος της Graig v. Kanssen [1943] 1 K.B. 256 (C.A.):- "A person who is affected by an order of the court which can properly be described as a nullity is entitled ex debito justitiae to have it set aside. Failure to serve process where service of process is required renders null and void an order made against the party who should have been served. The court can set aside such an order in its inherent jurisdiction and it is not necessary to appeal from it." (Ελληνική μετάφραση ελεύθερη: «Πρόσωπο, το οποίο επηρεάζεται από διαταγή του δικαστηρίου, η οποία δεόντως μπορεί να χαρακτηριστεί ως άκυρη, μπορεί δικαιωματικά να ζητήσει τον παραμερισμό της, ως οφειλόμενο χρέος προς τη δικαιοσύνη. Παράλειψη επίδοσης της διαδικασίας, όπου η επίδοσή της απαιτείται, καθιστά άκυρη και ανυπόστατη τη διαταγή που εκδόθηκε εναντίον του προσώπου, προς το οποίο έπρεπε να είχε επιδοθεί. Το δικαστήριο δύναται να παραμερίσει τέτοια διαταγή, εν τη ενασκήσει της σύμφυτης δικαιοδοσίας του. Δε χρειάζεται να υποβληθεί έφεση κατ' αυτής.») Δεν απαιτείται προδιαγεγραμμένη ενέργεια ή συγκεκριμένο δικονομικό διάβημα για την κινητοποίηση του δικαστηρίου να εκπληρώσει το οφειλόμενο προς τη δικαιοσύνη χρέος και να παραμερίσει άκυρη απόφαση. Εφόσον τα γεγονότα που εκθέτουν την απόφαση σε ακύρωση περιέλθουν σε γνώση του, το ίδιο το δικαστήριο μπορεί να θέσει το θέμα και να δράσει, αφού ακούσει πάντα ενδιαφερόμενο. Άλλη αντιμετώπιση θα προσέκρουε στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, όπως υποδεικνύει ο Pennycuick V-C στη Fleet Mortgage v Lower Maisonette [1972] 2 All ER
- Τα ίδια υιοθετεί και ο Sir Arnold P στην Ebrahim v Ali [1983] 3 All E.R. 615:- (σελ. 616) "It is, in my judgment, quite plain that where there has been no service of process any order made in the litigation in which process should have been served must necessarily be void, unless service has been in some way validly dispensed with." (Ελληνική μετάφραση ελεύθερη: «Σύμφωνα με την απόφασή μου, είναι σαφές ότι, όπου δε γίνεται επίδοση της διαδικασίας, οποιαδήποτε διαταγή εκδίδεται στη δίκη, στην οποία η διαδικασία έπρεπε να είχε επιδοθεί, πρέπει απαρέγκλιτα να θεωρείται ως άκυρη, εκτός εάν εξουσιοδοτήθηκε εγκύρως η μη επίδοσή της.») Διαπιστώνουμε ότι παρέχεται στο δικαστήριο σύμφυτη δικαιοδοσία ακύρωσης διαταγής ή απόφασης, που εκδίδεται σε διαδικασία η οποία δεν επιδίδεται σε ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Αυτό ισχύει τόσο στην περίπτωση της έφεσης όσο και της αντέφεσης, που ακούονται χωρίς γνωστοποίηση της διαδικασίας σε κάθε διάδικο ή ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Η ακύρωση αποτελεί χρέος προς αποκατάσταση της δικαιοσύνης και το χρέος αυτό μπορεί να πληρωθεί είτε μετά από διάβημα ενδιαφερομένου προσώπου ή με πρωτοβουλία του ιδίου του δικαστηρίου». Τα πιο πάνω δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι άμα τη διαπιστώσει πως το κλητήριο ένταλμα ουδέποτε επιδόθηκε στον εναγόμενο, ο τελευταίος δικαιούται παραμερισμό της απόφασης ex debito justitiae. Σε αυτό μάλιστα το πλαίσιο ο παραμερισμός δεν είναι προϊόν άσκησης διακριτικής εξουσίας από μέρους του δικαστηρίου. Είναι καθαρή υποχρέωση για αναγνώριση και διαφύλαξη του αναφαίρετου δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί. Ως εκ τούτου, τέτοιος παραμερισμός απόφασης δεν συμβαδίζει με επιβολή όρων (βλ. Γεωργαλλίδης ν. Χρυσοστόμου
(1997)1Α Α.Α.Δ. 247, 250). Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η απόφαση ημερομηνίας 5.12.2013 παραμερίζεται. Παρ' ότι η πιο πάνω κατάληξη σφραγίζει την τύχη της αίτησης, εντούτοις η διερεύνηση δεν εξαντλείται. Φρονώ ότι επιβάλλεται να πραγματευτώ, έστω εν συντομία, και την άλλη πτυχή τούτης, δηλαδή ότι ο εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση. Επί του προκειμένου σχετική είναι η υπόθεση Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289, 294 όπου λέχθηκε ότι. «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή». Είναι με προσοχή που διεξήλθα το σύνολο των ισχυρισμών που προτάσσονται. Δεν χρειάζεται να επαναλάβω ότι σε αιτήσεις αυτού του είδους η μαρτυρία δεν αξιολογείται, εκτός εάν τέτοια διεργασία είναι απολύτως απαραίτητη. Ο εναγόμενος δεν αρνείται ότι οφείλει στον ενάγοντα κάποιο ποσό. Επί του προκειμένου σχετική είναι η 64η παράγραφος της ενόρκου δηλώσεως του εναγομένου, όπου δέχεται ότι οφείλει το ποσό των €8.940,
- Εκείνο που αμφισβητεί ο εναγόμενος είναι το υπόλοιπο μέρος της απόφασης. Το σύνολο τούτης της απόφασης είναι για €21.700,
- Ο εναγόμενος επικεντρώνει τα βέλη του σε τέσσερα ποσά. Το πρώτο είναι η εγγύηση που κατέβαλε με την έναρξη της ενοικίασης, ήτοι €1.800,00, το δεύτερο είναι τα κοινόχρηστα, €800,00, το τρίτο είναι το ενοίκιο για το μήνα Ιούλιο, €1.980,00, και τέλος, οι επιδικασθείσες αποζημιώσεις, ύψους €9.900,00, ως απώλεια μηνιαίων ενοικίων για την περίοδο Αυγούστου 2013 μέχρι Δεκεμβρίου 2013, ήτοι πέντε μηνιαία ενοίκια. Είναι η θέση του εναγομένου ότι η εγγύηση των €1.800,00 δεν του επιστράφηκε και ούτε συμψηφίστηκε με το οφειλόμενο ποσό. Αυτό, διατείνεται, του δίδει δικαίωμα υπεράσπισης ή έστω ανταπαίτησης. Επί του προκειμένου δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με τη θέση του ενάγοντα. Και οι δύο πλευρές δέχονται ότι δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας - τεκμήριο 3 στην αίτηση - τούτο το ποσό συνιστά εγγύηση και σε καμία περίπτωση θα θεωρηθεί ενοίκιο (βλ. όρο 1 συμφωνίας). Κατ' επέκταση το γεγονός ότι το ποσό δεν επιστράφηκε δεν δίδει δικαίωμα υπεράσπισης. Δικαίως ο ενάγων υποστηρίζει ότι δεν τίθεται θέμα συμψηφισμού καθ' ότι τούτη αρχή είναι άγνωστη στο δικαιϊκό μας σύστημα. Σχετική εν προκειμένω είναι η υπόθεση Heatron Co Ltd v. Νικολάου
(1999)1Α Α.Α.Δ. 577,
- Ως εκ τούτου, αν η μη επιστροφή της εγγύησης παρέχει στον εναγόμενο οιονδήποτε δικαίωμα, τούτο είναι θέμα ανταπαίτησης ή έγερσης νέας αγωγής. Σε αυτό όμως το πλαίσιο ό,τι εξετάζεται είναι αποκάλυψη καλής ή συζητήσιμης υπεράσπισης και η εγγύηση δεν δικαιολογεί τέτοιο συμπέρασμα. Ας σημειωθεί δε ότι ουδεμία απόφαση αλλά ούτε και η Ετήσια Πρακτική του 1958 αναγνωρίζουν το δικαίωμα ανταπαίτησης ως στοιχείο που επιτρέπει παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην. Ανάλογα βεβαίως ισχύουν και για τυχόν δικαίωμα που έχει ο εναγόμενος ένεκα εξόδων που έκανε για αναβάθμιση του εσωτερικού χώρου του υποστατικού. Αναφορικά με τα άλλα τρία κονδύλια ο εναγόμενος διατείνεται ότι τα μέρη είχαν προφορική συνεννόηση ότι δεν θα καταβάλλονταν κοινόχρηστα. Μόνο σε μια περίπτωση, αναφέρει ο εναγόμενος, κατέβαλε επιπλέον ποσό και αυτό δεν αφορούσε κοινόχρηστα per se αλλά κάμερες παρακολούθησης. Είναι δε η θέση του ότι ουδέποτε έλαβε την κατάσταση λογαριασμού κοινοχρήστων που ο ενάγων προσκόμισε στο στάδιο απόδειξης της αγωγής. Δεν παραγνωρίζω ότι ο ενάγων αμφισβητά έντονα την πιο πάνω θέση του εναγομένου. Μάλιστα επικαλείται νέα κατάσταση λογαριασμού - τεκμήριο 1 στην ένσταση - η οποία, υποστηρίζει, απεστάλη στον εναγόμενο. Τέλος, υποδεικνύει ότι η γραπτή συμφωνία των διαδίκων επιβάλλει καταβολή κοινοχρήστων. Υποδεικνύω, και πάλιν, ότι σε αυτό το στάδιο η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν αξιολογείται εκτός αν κάτι τέτοιο είναι αναπόφευκτο (βλ. Morris v. Saratoga Swimming Pools, Πολ. Έφ. 145/09, ημερομηνίας 10.4.2012). Στην προκείμενη περίπτωση εκ της όψεως αμφότερων των αιτιάσεων καταλήγω πως ο εναγόμενος απέδειξε συζητήσιμη υπεράσπιση. Η θέση του ότι ήταν ο πρώτος ενοικιαστής και πως ουδέποτε κατέβαλε ή του ζητήθηκε να καταβάλει κοινόχρηστα, συναρτάται με την κατάσταση λογαριασμού που φαίνεται να αρχίζει το 2012 και αυτό παρ' ότι η ενοικίαση άρχισε το
- Επιπλέον, σχετικός είναι και ο ισχυρισμός του για παράλληλη προφορική συμφωνία ότι δεν θα κατέβαλε κοινόχρηστα. Για αυτό το στάδιο της διαδικασίας οι πιο πάνω θέσεις του εναγομένου ικανοποιούν το κριτήριο συζητήσιμης υπεράσπισης. Γι' αυτό λοιπόν το ζήτημα θα παραχωρούσα δικαίωμα υπεράσπισης. Το ίδιο όμως κρίνω και για το ενοίκιο Ιουλίου, καθώς και τα απολεσθέντα ενοίκια για τους μήνες Αύγουστο με Δεκέμβριο. Επί του προκειμένου η θέση του εναγομένου ότι παρέδωσε το κλειδί του υποστατικού την 2.7.2013 μέσω του συνηγόρου του, καθ' ότι ο ενάγων σκοπίμως δεν απαντούσε τα τηλεφωνήματά του, επίσης ικανοποιεί τον απαιτούμενο βαθμό εφόσον συναρτήθηκε με πληθώρα λεπτομερειών και δη αλληλογραφία που αντάλλαξαν τα μέρη (βλ. τεκμήρια 4 μέχρι και 16). Ενδεικτική εν προκειμένω είναι η επιστολή ημερομηνίας 2.7.2013 (τεκμήριο 12 στην αίτηση) από τον ενάγοντα προς τον εναγόμενο, ότι θεωρεί αυθαίρετη και αντισυμβατική την εγκατάλειψη του υποστατικού. Συνάγεται ότι για να αποστείλει ο ενάγων την επιστολή αυτή την 2.7.2013, ο εναγόμενος εγκατέλειψε το υποστατικό πριν την 2.7.
- Εντούτοις στην εκδοθείσα απόφαση εμπερικλείεται ποσό που αφορά το μήνα Ιούλιο. Τέλος, τόσο η ένορκος δήλωση του εναγομένου όσο και η αλληλογραφία που ο τελευταίος απέστειλε στον ενάγοντα, κάνουν λόγο σε τρίτο πρόσωπο που ενδιαφερόταν να ενοικιάσει το υποστατικό. Μάλιστα είναι η θέση του εναγομένου ότι αυτή την πληροφορία του την έδωσε ο ενάγων. Λόγω τούτης της θέσης και επιπλέον, από το γεγονός ότι η αλληλογραφία των διαδίκων αφήνει να νοηθεί πως ο ενάγων δεν ήταν διατεθειμένος να ρίξει, έστω προσωρινά, την τιμή του ενοικίου, αναδεικνύεται συζητήσιμη υπόθεση σε σχέση με την προσπάθεια που κατέβαλε ο ενάγων για μείωση της ζημίας του. Ως εκ τούτου και γι' αυτό το ζήτημα θα παραχωρούσα δικαίωμα υπεράσπισης. Οφείλω εντούτοις να υποδείξω ότι αν η απόφαση δεν παραμεριζόταν ex debito justitiae αλλά λόγω της υπεράσπισης που παρουσιάστηκε, θα επιβάλλονταν σχετικοί όροι. Τούτοι θα αφορούσαν καταβολή στο πρωτοκολλητείο, σε μετρητά ή υπό μορφή τραπεζικής εγγυήσεως, του ποσού των €8.940,00, εντός 30 ημερών. Ο λόγος έγκειται στο ότι ο εναγόμενος αποδέχεται ότι οφείλει αυτό το ποσό. Επιπλέον, ο εναγόμενος θα διατάζετο να καταβάλει το σύνολο των εξόδων του ενάγοντα εντός του ίδιου χρόνου. Η δε υπεράσπιση να καταχωριστεί 14 ημέρες μετά τη συμμόρφωση των πιο πάνω όρων. Παράλειψη συμμόρφωσης με τους όρους ακυρώνει το διάταγμα άμα την εκπνοή της καθορισθείσας προθεσμίας. Παρ' όλα αυτά, για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω, η εκδοθείσα απόφαση παραμερίζεται άνευ όρων, ως υποχρέωση στη δικαιοσύνη, εφόσον το κλητήριο ένταλμα της αγωγής ουδέποτε επιδόθηκε στον εναγόμενο. Υπέρ του εναγομένου και εναντίον του ενάγοντα επιδικάζονται τα έξοδα της αίτησης ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. Η καταβολή των εξόδων να διενεργηθεί άμα την αποπεράτωση της αγωγής. (Υπ.) ............ Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο