← Κύπρος

ΑΘΩΣ ΠΑΡΙΣΙΝΟΣ κ.α. ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αριθ. Αγωγής: 5071/11, 28/11/2014

ΑΘΩΣ ΠΑΡΙΣΙΝΟΣ κ.α. ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αριθ. Αγωγής: 5071/11, 28/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A436 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Ι. Πογιατζή, Π.Ε.Δ. Αριθ. Αγωγής: 5071/11

  1. ΑΘΩΣ ΠΑΡΙΣΙΝΟΣ,
  2. ΕΡΣΗ ΠΑΡΙΣΙΝΟΥ,
  3. ΒΕΡΟΝΙΚΑ-ΕΛΕΝΗ ΣΤΡΕΓΓΕΛ,
  4. ΤΟΜ-ΑΝΤΕΡΣ ΣΤΡΕΓΓΕΛ,
  5. ΜΑΡΙΑ ΠΑΡΙΣΙΝΟΥ, ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ -και-
  6. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
  7. ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ,
  8. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ & ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ, ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΙ -και- ΑΡΧΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, ΜΕΣΕΓΓΥΟΥΧΟΣ ------------------------------ ΜΟΝΟΜΕΡΗΣ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 3 ΑΠΡΙΛΙΟΥ, 2014, ΓΙΑ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΕΙΣ ΧΕΙΡΑΣ ΤΡΙΤΟΥ: Ημερομηνία: 28 Νοεμβρίου, 2014 Για Αιτητές-Ενάγοντες 1, 3-5: Ντίνος Καλλής, Διομήδης Διομήδους για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. Για Αιτήτρια-Ενάγουσα 2: Νίκος Θεοδώρου Για Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένους: Δήμητρα Παπαστεφάνου για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για Καθ΄ ης η Αίτηση-Μεσεγγυούχο: Ανδρέας Δημητρίου για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. ----------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτησή τους, οι Αιτητές εξαιτήθηκαν από το Δικαστήριο: (αυτούσια): «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου εναντίον του Μεσεγγυούχου με το οποίο να διατάσσεται η δέσμευση και/ή μη αποξένωση των χρημάτων τα οποία κατέχει και οφείλονται προς την Κυπριακή Δημοκρατία υπό μορφή Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) από τον Μεσεγγυούχο και/ή οποιωνδήποτε χρημάτων που οι Καθ΄ ων η Αίτηση και/ή Κυπριακή Δημοκρατία έχει να λαμβάνει από τον Μεσεγγυούχο και/ή των χρημάτων που οι Καθ΄ ων η Αίτηση και/ή Κυπριακή Δημοκρατία δικαιούνται και/ή έχουν να λαμβάνουν από τον Μεσεγγυούχο για ποσό μέχρι €5.000.000, πλέον τόκους 9% ετησίως από 25.05.2010 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €4.479 με τόκο 5,5% από 21.07.2011, πλέον Φ.Π.Α. €599,25, πλέον 102,00 έξοδα απόφασης και/ή οποιοδήποτε ποσό στο οποίο οι Αιτητές οικονομικά ενδιαφέρονται και/ή δικαιούνται να πληρωθούν δυνάμει της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.02.
  9. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Μεσεγγυούχος να εμφανιστεί και εξετασθεί ενώπιον του, σε χρόνο που θα καθορίσει το Δικαστήριο, σχετικά με τα χρήματα τα οποία έχει στην κατοχή του υπό μορφή Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) και/ή ως προς οποιοδήποτε ποσό το οποίο οι Καθ΄ ων η Αίτηση έχουν να λαμβάνουν από τον Μεσεγγυούχο και/ή το οποίο ποσό οι Καθ΄ ων η Αίτηση δικαιούνται να πληρωθούν από τον Μεσεγγυούχο. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Μεσεγγυούχος να μην παραιτηθεί εν τω μεταξύ από τη φύλαξη των χρημάτων υπό μορφή Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) ή άλλως πως, που οι Καθ΄ ων η Αίτηση και/ή η Κυπριακή Δημοκρατία έχει να λαμβάνει από τον Μεσεγγυούχο και/ή των χρημάτων που οι Καθ΄ ων η Αίτηση και/ή Κυπριακή Δημοκρατία δικαιούνται να λάβουν από τον Μεσεγγυούχο για ποσό μέχρι €5.000.000, πλέον τόκους 9% ετησίως από 25.05.2010 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €4.479 με τόκο 5,5% από 21.07.2011, πλέον Φ.Π.Α. €599,25, πλέον 102,00 έξοδα απόφασης και/ή οποιοδήποτε ποσό στο οποίο οι Αιτητές οικονομικά ενδιαφέρονται και/ή δικαιούνται να πληρωθούν δυνάμει της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.02.
  10. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσει τον Μεσεγγυούχο να καταβάλει προς τους Αιτητές μέχρι του ποσού των €5.000.000, πλέον τόκους 9% ετησίως από 25.05.2010 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €4.479 με τόκο 5,5% από 21.07.2011, πλέον Φ.Π.Α. €599,25, πλέον 102,00 έξοδα απόφασης και/ή οποιοδήποτε ποσό στο οποίο οι Αιτητές οικονομικά ενδιαφέρονται και/ή δικαιούνται να πληρωθούν δυνάμει της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.02.
  11. Ε. Οποιοδήποτε περαιτέρω διάταγμα ή οδηγίες το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει πρέπον υπό τις περιστάσεις. ΣΤ. Έξοδα πλέον 18% Φ.Π.Α.» Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο μονομερώς της Αίτησης, εξέδωσε Διάταγμα ως οι Παράγραφοι Α και Β της Αίτησης, ενώ τα αιτητικά Γ και Δ ορίστηκαν για επίδοση. Η Αίτηση στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, Άρθρα 9, 14, 73-81, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.40, Δ.41, Δ.42Α, Δ.43 και Δ.48, θθ1-3 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, Άρθρα 29, 32 και 43, καθώς και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τόσο οι Καθ΄ ων η Αίτηση, όσο και η Μεσεγγυούχος καταχώρισαν Ένσταση στην Αίτηση με την οποία προβάλλουν διάφορους λόγους ένστασης οι οποίοι θα αναλυθούν πιο κάτω. Πορεία της Υπόθεσης Η πορεία της υπόθεσης είναι παραδεκτή και συνοπτικά, έχει ως ακολούθως:
  12. Στις 10.2.2012, εκδόθηκε Απόφαση υπέρ των Αιτητών και σε βάρος των Καθ΄ ων η Αίτηση για ποσό €5.000.000, συν τόκους 9% ετησίως από 25.5.2010 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Έξοδα συν ΦΠΑ.
  13. Η εν λόγω Απόφαση δεν έχει ανασταλεί και είναι εκτελεστή, ενώ οι Καθ΄ ων η Αίτηση δεν έχουν καταβάλει οποιοδήποτε ποσό προς τον σκοπόν εξόφλησής της.
  14. Προσπάθειες των Αιτητών να εισπράξουν το εξ Αποφάσεως ποσό απέβησαν, μέχρι στιγμής άκαρπες. Συγκεκριμένα, παρά το γεγονός ότι στις 21.3.2012 καταχώρισαν Ένταλμα Κατάσχεσης και Πώλησης Κινητής Περιουσίας, το εν λόγω Ένταλμα, μέχρι σήμερα, δεν έχει εκτελεσθεί παρά τις παραστάσεις των Αιτητών και των δικηγόρων τους τόσο προς τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Διοικητικό Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας αλλά και στην Αρχιπρωτοκολλητή και Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Επιπρόσθετα οι συζητήσεις που γίνονταν κατά καιρούς με το Γενικό Εισαγγελέα, δεν απέφεραν οποιοδήποτε αποτέλεσμα.
  15. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση, στην προσπάθειά τους να μην πληρώσουν το ποσό της Απόφασης του Δικαστηρίου, καταχώρισαν έφεση κατά της Απόφασης και προχώρησαν σε ανάκληση της απαλλοτρίωσης της επίδικης περιουσίας. Επιπρόσθετα, καταχώρισαν τρεις αιτήσεις για αναστολή εκτέλεσης του Εντάλματος και αναστολή εκτέλεσης της Απόφασης. Όλες οι προσπάθειές τους τόσο στο Επαρχιακό, όσο και στο Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίφθηκαν και σήμερα η Απόφαση είναι άμεσα εκτελεστή.
  16. Οι Αιτητές έχουν καταχωρίσει προσφυγές κατά της ανάκλησης της απαλλοτρίωσης, οι οποίες εκκρεμούν.
  17. Η υπόθεση μάλιστα είχε λάβει διαστάσεις και δημοσιοποιήθηκε από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας όταν οι αρμόδιοι επιδότες είχαν προσπαθήσει να κατάσχουν το υπηρεσιακό αυτοκίνητο του πρώην Υπουργού Εσωτερικών κ. Ν. Συλικιώτη αλλά αυτό δεν επετεύχθη κατόπιν παρέμβασης του πρώην Γενικού Εισαγγελέα κ. Πέτρου Κληρίδη.
  18. Τελικά, περί το τέλος Μαρτίου, 2014, οι δικαστικοί επιδότες κατέσχεσαν το υπηρεσιακό όχημα του νυν Γενικού Εισαγγελέα κ. Κώστα Κληρίδη, του οποίου όμως η αξία εκτιμάται σε €5.000-€10.000
  19. Προσπάθειες εκτέλεσης του Εντάλματος στο Υπουργείο Εσωτερικών εμποδίστηκαν από τον ίδιο τον Υπουργό κ. Σ. Χάσικο. Άλλες προσπάθειες εκτέλεσης του Εντάλματος με κατάσχεση πινάκων από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, εμποδίστηκαν από το Γενικό Εισαγγελέα.
  20. Σε μία απεγνωσμένη προσπάθεια τους για να εισπράξουν το εξ Αποφάσεως ποσό, οι Αιτητές καταχώρισαν την παρούσα Αίτηση αφού θεωρούν ότι η Μεσεγγυούχος, Α.Η.Κ. εισπράττει από πελάτες της και έχει στην κατοχή της χρήματα υπό μορφή Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) τα οποία οφείλει με τη σειρά της να καταβάλει στους Καθ΄ ων η Αίτηση και/ή την Κυπριακή Δημοκρατία.
  21. Είναι γεγονός και έχει δηλωθεί τόσο από την ΑΗΚ όσο και από το δικηγόρο της ότι η ΑΗΚ έχει στα χέρια της τέτοιο ποσό υπό μορφή ΦΠΑ το οποίο φαίνεται να καλύπτει το ύψος του εξ αποφάσεως οφειλομένου ποσού. Εκτέλεση με Κατάσχεση Ιδιοκτησίας στα Χέρια Τρίτου: Νομική Πτυχή: Όπως αναφέρεται πιο πάνω, η Αίτηση βασίζεται κυρίως στο Μέρος VII (Άρθρα 73-81) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, καθώς και στη Δ.43 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι εν λόγω διατάξεις παρέχουν στο Δικαστήριο τόσο το δικαιοδοτικό όσο και το διαδικαστικό πλαίσιο εντός του οποίου δύναται να ενεργήσει. Παρέχεται δε εξουσία στο Δικαστήριο, στα πλαίσια εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης, να διατάξει κατάσχεση κινητής περιουσίας η οποία βρίσκεται στα χέρια τρίτου προσώπου και μετέπειτα, αφού τηρηθούν οι νόμιμες διαδικασίες, να εκδόσει διάταγμα όπως η εν λόγω κινητή περιουσία χρησιμοποιηθεί για ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους, αφού πρώτα δόσει την ευκαιρία σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα να ακουσθούν. Είναι όμως ξεκάθαρο ότι έκδοση διατάγματος πληρωμής του ποσού της μεσεγγύησης προς τον εξ αποφάσεως πιστωτή, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Αυτό προνοείται τόσο από το λεκτικό του Άρθρου 78 του Κεφ.6, όσο και από σχετική νομολογία. Rossides v. Tossoun and another (VIII) CLR 43

(1908), Carna Plants Ltd v. Masalcha Brothers Ltd κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 28. Οι προσπάθειες για την έκδοση διατάγματος πληρωμής αναλύθηκαν στην υπόθεση Carna Plants Ltd
(1990), πιο πάνω, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 32-33 (Πικής, Δ): «Το Άρθρο 73 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου δεν περιορίζει σε αντίθεση με την αγγλική νομοθεσία την έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης σε χρέη. Επεκτείνει τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να εκδόσει διάταγμα σε σχέση και με άλλες μορφές δικαιωμάτων, σε αγαθά, σε χρήματα και εγγυήσεις ("securities") για χρηματικά ποσά. Η πρώτη προϋπόθεση που πρέπει να ικανοποιηθεί για την έκδοση διατάγματος αφορά το συμφέρον του εξ αποφάσεως χρεώστη στο αντικείμενο της μεσεγγύησης. Ο νόμος ορίζει (Άρθρο 73) ότι πρέπει να είναι ο δικαιούχος του αντικειμένου - "beneficially interested". Ο αγγλικός όρος "beneficially interested" είναι ευρύτερος από τον αντίστοιχο ελληνικό «δικαιούχος». ................................................................................ Ανεξάρτητα από την επακριβή σημασία στο πλαίσιο του Άρθρου 73 του όρου "beneficially interested" και τη φύση των δικαιωμάτων και συμφερόντων τα οποία περιλαμβάνει, το συμφέρον του εξ αποφάσεως χρεώστη πρέπει να είναι άμεσο και όχι έμμεσο ή η άσκησή του να τελεί υπό όρους. Η δεύτερη διαπίστωση σχετίζεται με τον τόπο αποπληρωμής του χρέους. Η σημασία αυτής της προϋπόθεσης δεν σχετίζεται μόνο με τον προσδιορισμό του δικαίου της χώρας που τυγχάνει εφαρμογής αλλά πολύ σημαντικότερο με την ευχέρεια λήψης μέτρων για εκτέλεση του εξ αποφάσεως χρέους. H έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης αποτελεί μέσον εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Στην υπόθεση Pastella v. Marine Iranian Tanker
(1987)1 C.L.R., 583 (απόφαση Ολομέλειας) υποδεικνύεται ότι τα μέσα εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων περιορίζονται κατά κανόνα σε στοιχεία ενεργητικού ("assets") που ευρίσκονται εντός και όχι έξω από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.»ΗΗ έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης αποτλεΗH Η όλη διαδικασία και τρόπος κατάσχεσης έγιναν αντικείμενο εξέτασης στις υποθέσεις F. Hoffman-La Roche and Co A.G. v. Inter-Continental Pharmaceuticals (Bletchley) Ltd and others
(1969)1 C.L.R. 106, Κυριάκος και Νικόλας Τρικομίτες Λτδ ν. Τουμαζή κ.α. Π.Ε. 155/2010, ημερομηνίας 22.3.2013, καθώς και στην υπόθεση Choice Investments Ltd v. Jeronimon Investments [1981] 1 All E.R. 225 όπου ο Λόρδος Denning MR ανέλυσε την έννοια του όρου «garnishee» (μεσεγγυούχος). Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την F. Hoffman
(1969), πιο πάνω, στη σελίδα 113 (Ιωσηφίδης, Δ.): «Sections 73 to 81 (Part VII) of the Civil Procedure Law, Cap. 6 (which we need not quote verbatim) provide that, if an application for the issue of a writ of attachment is granted by the Court, a writ goes out to the third party (the garnishee) calling on him to appear before the Court and be examined regarding the money or other movable property in is hands which is alleged to be the property of, or be due to, the judgment debtor. Under the provisions of section 74, that property becomes security in the hands of the garnishee, for the satisfaction of the claim of the judgment creditor. Finally, under section 78, the Court, after hearing all interested persons, may order that an part of the money attached shall be paid over to the judgment creditor in satisfaction of his judgment. Sections 73 to 81, referred to above, are contained in Part VII of the Civil Procedure Law, which part has as its heading "Execution by Attachment of Property". Συμπεράσματα Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, προχωρώ στην εξαγωγή των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου λαμβανομένων υπ΄ όψιν των λόγων ένστασης και επιχειρημάτων όλων των πλευρών. Ο Έφορος ΦΠΑ δεν αναφέρεται ως διάδικο μέρος: Αυτό το λόγον ένστασης προβάλλει η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα στηριζόμενη στην πρόνοια του Άρθρου 78 του Κεφ.6 ότι το Δικαστήριο οφείλει να ακούσει όλα τα «ενδιαφερόμενα πρόσωπα» προτού εκδόσει διάταγμα πληρωμής του ποσού της μεσεγγύησης. Ο Έφορος ΦΠΑ είναι γεγονός ότι είναι ο τελικός δικαιούχος του ποσού ΦΠΑ το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Θεωρώ όμως ότι τα συμφέροντα του και η προώθηση των θέσεών του διασφαλίζονται από την εκπρόσωπο του Γενικού Εισαγγελέα. Ο ΦΠΑ είναι φορολογία η οποία καταλήγει στα ταμεία του Κράτους το οποίο, με βάση το Σύνταγμα και τη νομοθεσία, εκπροσωπεί ο Γενικός Εισαγγελέας, στην παρούσα δε περίπτωση μέσω της εκπροσώπου του. Εξάλλου δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι με βάση τον Περί Τμήματος Φορολογίας Νόμο 70(Ι)/2014, τα Τμήματα Εσωτερικών Προσόδων και Υπηρεσίας ΦΠΑ τώρα έχουν ενοποιηθεί και αποτελούν το Τμήμα Φορολογίας το οποίο υπάγεται στο κράτος. Δεν βλέπω επομένως οποιονδήποτε λόγο για τη χωριστή εκπροσώπηση του Εφόρου ΦΠΑ, γι΄ αυτό και αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Η παρούσα διαδικασία αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας: Η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα εισηγήθηκε ότι η παράλληλη προώθηση της παρούσας διαδικασίας και των Προσφυγών κατά της ανάκλησης της απόφασης για απαλλοτρίωση, αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας. Διαφωνώ με το εν λόγω σκεπτικό αφού οι δύο διαδικασίες αποβλέπουν σε διαφορετικούς στόχους. Στο παρόν στάδιο η Απόφαση στην παρούσα υπόθεση είναι τελεσίδικη και εκτελεστή και οποιαδήποτε προσπάθεια εκτέλεσης της είναι απόλυτα θεμιτή. Εξάλλου στην υπόθεση Αδελφοί Θράσου και Συνεργάτες (Ομόρρυθμη Εταιρεία) ν. Βασιλαρά κ.α.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 830, λέχθηκε ότι δεν υπάρχει πρακτική ότι δεν πρέπει να καταχωρίζονται αιτήσεις εκτέλεσης αποφάσεων όπως, για παράδειγμα, κατάσχεση στα χέρια τρίτου, ενόσω βρίσκονται σε ισχύ διατάγματα μηνιαίων δόσεων. Ως εκ τούτου και αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Τυχόν έκδοση Διατάγματος Πληρωμής, θα εκθέσει την ΑΗΚ και το Συμβούλιό της σε άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον της: Αυτός ο λόγος ένστασης προβάλλεται από το δικηγόρο της ΑΗΚ και σ΄ αυτόν εστιάζεται ο βασικός πυρήνας των επιχειρημάτων του. Η έκδοση διατάγματος πληρωμής οποιουδήποτε ποσού ΦΠΑ από την ΑΗΚ προς τους Αιτητές, θα αφήσει την ΑΗΚ εκτεθειμένη σε ποινική δίωξη εναντίον της εφόσον, με βάση τον Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, 95(Ι)/2000, η ΑΗΚ ως πρόσωπο δημοσίου δικαίου έχει υποχρέωση καταβολής του ΦΠΑ και δεν απαλλάσσεται από οποιαδήποτε ευθύνη (Άρθρο 31). Μάλιστα το Άρθρο 48 του εν λόγω Νόμου, περιλαμβάνει ως ποινικά συνυπεύθυνους πιθανόν και τα Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΑΗΚ. Ο δικηγόρος της ΑΗΚ αποδεικνύει περαιτέρω ότι τα Άρθρα 80 και 81 του Κεφ.6 απαλλάττουν το μεσεγγυούχο αστικής και όχι ποινικής ευθύνης σε περίπτωση συμμόρφωσης του με διάταγμα του Δικαστηρίου για πληρωμή του ποσού της μεσεγγύησης. Είναι γεγονός ότι σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος ίσως να δημιουργηθεί περιπλοκή. Η μεν ΑΗΚ θα είναι υπόχρεη να συμμορφωθεί με το εκδοθέν Διάταγμα αφού σε ενάντια περίπτωση, τόσο ως οργανισμός, όσο και τα Μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου θα είναι αντιμέτωπα με πιθανή διαδικασία παρακοής δικαστικού διατάγματος. Από την άλλη, η νομοθεσία που αφορά στο ΦΠΑ, επιβάλλει στην ΑΗΚ να καταβάλει προς το κράτος το ποσό του ΦΠΑ που έχει εισπράξει. Επομένως, ό,τι και εάν πράξει η ΑΗΚ, πιθανόν να βρεθεί αντιμέτωπη με δικαστικές διαδικασίες εναντίον της. Έχω εξετάσει την πιθανότητα η ΑΗΚ να απαλλάσσεται ποινικής ευθύνης σε περίπτωση έκδοσης Διατάγματος Πληρωμής στην παρούσα διαδικασία αφού θα αντιμετωπίζει αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης προς τη νομοθεσία περί ΦΠΑ. Ίσως η ένοχη διάνοια (mens rea) ως απαιτούμενο στοιχείο του ποινικού αδικήματος να εκμηδενιζόταν από την εν λόγω αδυναμία. Το Άρθρο 9 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, προνοεί ότι τηρουμένων των ρητών διατάξεων του παρόντος Νόμου, εκείνες που αναφέρονται στις εξ αμελείας πράξεις ή παραλείψεις, δεν καταλογίζονται σε εκείνο που διενήργησε πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες έχουν διενεργηθεί ανεξάρτητα από τη βούλησή του, ή από τυχαία γεγονότα (η υπογράμμιση είναι δική μου). Στο ίδιο όμως Άρθρο, πιο κάτω, προνοείται ότι «εκτός των περιπτώσεων, κατά τις οποίες προβλέπεται ρητά στο νόμο, ότι η πρόθεση παραγωγής ορισμένου αποτελέσματος, αποτελεί στοιχείο το οποίο συνίσταται από την πράξη, ολοκληρωτική ή μερική, ποινικού αδικήματος, ο σκοπός παραγωγής ορισμένου αποτελέσματος για τη διενέργεια τέτοιας πράξης καθόλου δεν λαμβάνεται υπόψη». Στην Οικονομίδης ν. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ. 235 που αφορούσε σε αδικήματα για την πληρωμή κοινωνικών ασφαλίσεων, λέχθηκε αναφορικά με το ΄Άρθρο 9, πιο πάνω, ότι το νοητικό στοιχείο (mens rea) στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων συναρτάται βάσει της σχετικής νομοθεσίας με την ίδια την παράλειψη ή αμέλεια πληρωμής. Όχι με τους λόγους της παράλειψης πληρωμής. Παρόμοια πρόνοια σχετικά με την παράλειψη πληρωμής εμπεριέχεται στον Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου 95(Ι)/2000, Άρθρο 46
(9). Η αβεβαιότητα στο κατά πόσο η αδυναμία συμμόρφωσης με πρόνοιες του ποινικού δικαίου εκμηδενίζει την ένοχη διάνοια (mens rea) και αποτελεί πλήρη υπεράσπιση σε ποινική δίωξη υπάρχει και στο Αγγλικό δίκαιο. Criminal Law, Smith and Hogan (9η έκδοση, 1999), Κεφάλαιο 10, Defences, σελ. 365, Impossibiity καθώς και Textbook of Criminal Law, Glanville Williams (1η έκδοση, 1978) Κεφάλαιο 24, Necessity, σελ. 572-573, Ιmpossibility. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, ενόψει της νομικής περιπλοκής που πιθανόν να δημιουργηθεί και της αβεβαιότητας που υπάρχει και εφόσο το θέμα της έκδοσης Διατάγματος Πληρωμής εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, έχω καταλήξει στο να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια εναντίον της έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων. Άρθρο 77, Κεφ.6: Συναίνεση του Γενικού Εισαγγελέα: Παρά το γεγονός ότι η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου σφραγίζει και τη μοιρα της παρούσας Αίτησης, θα προχωρήσω στην εξέταση και αυτού του λόγου ένστασης στον οποίο έδωσαν έμφαση τόσο η πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα όσο και των Αιτητών. Το Άρθρο 77 του Κεφ.6 προνοεί τα ακόλουθα: «
  1. Ιδιοκτησία στα χέρια ή υπό τον έλεγχο δημόσιου λειτουργού υπό την επίσημη του ιδιότητα υπόκειται σε κατάσχεση στα χέρια τρίτου για εκτέλεση δικαστικής απόφασης με τη συναίνεση του Γενικού Εισαγγελέα, ιδιοκτησία υπό τον έλεγχο οποιουδήποτε Δικαστηρίου υπόκειται σε κατάσχεση στα χέρια τρίτου με διάταγμα του Δικαστηρίου.» Δεν αμφισβητείται ότι συναίνεση του Γενικού Εισαγγελέα δεν λήφθηκε στην παρούσα περίπτωση. Εκείνο που οι Αιτητές, μεταξύ άλλων, αμφισβητούν είναι το ότι η ΑΗΚ εμπίπτει εντός του ορισμού του «δημοσίου λειτουργού». Στο αρχικό Αγγλικό κείμενο χρησιμοποιείτο ο όρος «public officer». Ερμηνεία αυτού του όρου δεν υπάρχει στο ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Κεφ.
  2. Υπάρχει όμως στον Περί Ερμηνείας Νόμο, Κεφ.1 όπου ο όρος «public officer» μεταφράστηκε σε «δημόσιο υπάλληλο». Σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Κεφ.1, «δημόσιος υπάλληλος, περιλαμβάνει κάθε υπάλληλο στη δημόσια υπηρεσία της Δημοκρατίας ο οποίος έχει εξουσίες και ασκεί καθήκοντα δημόσιας φύσης, είτε με βάση τον άμεσο έλεγχο του Υπουργικού Συμβουλίου, είτε όχι». Ο κ. Καλλής αναφερόμενος στον αναλυτικό ορισμό του όρου «δημόσιος υπάλληλος» που δίνει το ερμηνευτικό Άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, ισχυρίστηκε ότι είναι ξεκάθαρο ότι σ΄ αυτό δεν περιλαμβάνεται οργανισμός όπως η ΑΗΚ. Από την άλλη η κα Παπαστεφάνου, μεταξύ άλλων, επικαλέστηκε το Άρθρο 11 του Περί Αναπτύξεως Ηλεκτρισμού Νόμο, Κεφ. 171, το οποίο προνοεί ότι όλα τα μέλη, λειτουργοί και υπάλληλοι της ΑΗΚ θεωρούνται ως εργοδοτούμενοι στη Δημόσια Υπηρεσία και έχουν τα ίδια δικαιώματα και ευθύνες με τους δημοσίους υπαλλήλους. Εκείνο όμως που είναι σημαντικό και το οποίο έχει επίσης επικαλεσθεί η κα Παπαστεφάνου είναι ότι η ΑΗΚ δεν είναι ιδιωτικός, κερδοσκοπικός οργανισμός όπως οποιαδήποτε ιδιωτική εταιρεία. Είναι ημικρατικός οργανισμός, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που ελέγχεται σε κάποιο βαθμό από την Κυβέρνηση και διαδραματίζει, μέχρι σήμερα τουλάχιστον και κάποιο κοινωνικό ρόλο. Με βάση δε το Άρθρο 122 του Συντάγματος η ΑΗΚ περιλαμβάνεται ρητά εντός του όρου «δημόσια υπηρεσία». Με βάση όλα τα πιο πάνω θεωρώ ότι η ερμηνεία του όρου «δημόσιος λειτουργός» δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στους δημόσιους υπαλλήλους που εργάζονται για την Κυβέρνηση και έχει μία ευρύτερη έννοια που περιλαμβάνει λειτουργούς ή υπαλλήλους ή και οργανισμούς που ασκούν κάποιο είδος δημόσιου καθήκοντος και περιλαμβάνει και την ΑΗΚ. Και αυτό παρά το ό,τι λέχθηκε στην Απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην Στεφανίδης κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1993)3 Α.Α.Δ. 367, (Α. Λοϊζου, στη σελίδα 385) ότι «η όλη φιλοσοφία της δημιουργίας και τρόπου λειτουργίας των Νομικών αυτών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου είναι η ανεξαρτησία τους και η απαγκίστρωση των υπηρεσιών που προσφέρουν από τον Κυβερνητικό μηχανισμό, χάριν της αποτελεσματικότερης λειτουργίας των με τόση βέβαια εποπτεία όπως ο νόμος επιτρέπει». Σε ποιο στάδιο παρέχεται η συναίνεση του Γενικού Εισαγγελέα με βάση το Άρθρο 77 του Κεφ.6: Στο σημείο αυτό υπάρχουν αντιφατικές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου με μονομελή σύνθεση. Στην Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.2)
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 711 εκφράζεται η άποψη ότι η συναίνεση του Γενικού Εισαγγελέα είναι αναγκαία πριν ακόμη την έκδοση του αρχικού διατάγματος nisi. Μεταγενέστερες αποφάσεις όμως εκφράζουν διαφορετική θέση, θέση που υιοθετεί και το παρόν Δικαστήριο. Σχετικές είναι οι Πολιτικές Αιτήσεις 152/2012, Alpha Bank Cyprus Ltd, Βάσος Βαρωσιώτης Λτδ κ.α. ημερομηνίας 21.2.2013 (Πασχαλίδης, Δ), και 154/2012, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βάσος Βαρωσιώτης Λτδ κ.α. ημερομηνίας 13.11.2012 (Ναθαναήλ Δ). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ναθαναήλ, Δ, το οποίο υιοθετεί και το παρόν Δικαστήριο: «Κρίνεται, σε αντίθεση με το σκεπτικό της Γενικός Εισαγγελέας (Αρ. 2) - ανωτέρω -, ότι δεν μπορεί αιτητής να αποκλεισθεί εντελώς από τη διεκδίκηση νόμιμης αξίωσης για απόδοση σ΄ αυτόν ποσού που κατά μεσεγγύηση κρατείται από τρίτο προς όφελος εξ αποφάσεως οφειλέτη εναντίον του οποίου ο αιτητής έχει υπέρ του δικαστική απόφαση. Το στάδιο της έκδοσης εντάλματος κατάσχεσης τύπου nisi, δηλαδή προκαταρκτικού, προσφέρεται για αυτόν ακριβώς το σκοπό. Προς αυτή την ερμηνεία συντείνει και η πρόνοια του άρθρου 81 του Κεφ.6, που ακολουθεί και το οποίο παρέχει το δικαίωμα στο Δικαστήριο να αναστείλει τη διαδικασία σε οποιαδήποτε αγωγή η οποία άρχισε εναντίον οποιουδήποτε προσώπου αναφορικά με κατασχεθείσα περιουσία, υπό τέτοιους όρους ως το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει πρέπον.» Ισχυρισμοί για αντισυνταγματικότητα του Άρθρου 77 του Κεφ. 6 και παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Αιτητών: Τα θέματα αυτά εγέρθηκαν από την αγόρευση των Αιτητών χωρίς να έχουν εγερθεί στην Αίτησή τους και χωρίς να τύχουν απάντησης από πλευράς Καθ΄ ων η Αίτηση και Μεσεγγυούχων. Συγκεκριμένα ο κ. Καλλής ισχυρίστηκε ότι το Άρθρο 77 προϋπήρχε του Συντάγματος και συγκρούεται με πρόνοιες του γι΄ αυτό και θα πρέπει να κριθεί ως αντισυνταγματικό. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι «.μια δικαστική απόφαση αποτελεί «ιδιοκτησία» εντός της έννοιας του Άρθρου 23 του Συντάγματος και του Αρ. 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών («Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση»). Πρόσθετα η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της δίκης εντός της έννοιας του Άρθρου 30
(2)του Συντάγματος και του Άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης (βλ. την απόφαση του ΕΔΑΔ στην Burdov v. Russia
(2002)- III; 38 EHRR 639). Προκύπτει επομένως ότι η εκτέλεση μιας απόφασης σχετίζεται με το ανθρώπινο δικαίωμα ιδιοκτησίας (βλ. Άρθρο 23 του Συντάγματος) και το ανθρώπινο δικαίωμα της δίκαιης δίκης (βλ. Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος και Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης).» Θεωρώ ότι τα πιο πάνω θέματα δεν μπορούν να εξετασθούν εντός της παρούσας διαδικασίας εφόσον δεν δόθηκε η ευκαιρία σε όλες τις πλευρές να εκφράσουν τις θέσεις τους. Ούτε περιλαμβάνονται τέτοιοι ισχυρισμοί στην Αίτηση των Αιτητών. Δεν θεωρώ ορθό για το Δικαστήριο να προχωρήσει σε μία βάθός ανάλυση στην παρούσα Απόφαση χωρίς να έχει δοθεί η ευκαιρία σε όλους τους ενδιαφερομένους να εκφράσουν τις απόψεις τους. Η ορθή διαδικασία θα ήταν το θέμα αυτό να είχε εγερθεί ευθύς εξαρχής στην Αίτηση των Αιτητών. Investylia Ltd v. Ε & Π Λειβαδιώτης Λτδ
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1872. Κατάληξη Με βάση όλα τα πιο πάνω, η Αίτηση, θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Τα εκδοθέντα Διατάγματα ακυρώνονται. Έξοδα: Ο γενικός κανόνας είναι ότι τα Έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα. Στην παρούσα περίπτωση λόγω του καινοφανούς κάποιων θεμάτων που έχουν εγερθεί, έχω καταλήξει να μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για Έξοδα. [Υπ.] Χ. Ι. Πογιατζής, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μκστ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.