Πέτρου Βράχα ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων της Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 6728/2013, 6/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A400 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6728/2013 Μεταξύ: Πέτρου Βράχα Ενάγοντα και 1. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων της Κυπριακής Δημοκρατίας 2. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Εναγομένων Αίτηση του Εναγόμενου 1 ημερομηνίας 11.6.2014 για παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 13.2.2014 Ημερομηνία: 6 Νοεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 1/Αιτητή: κα. Έλ. Φλουρέντζου Για τον Ενάγοντα/Καθ' ου η αίτηση: κ. Κ. Γεωργίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Στα πλαίσια μονομερούς αίτησης του Ενάγοντα ημερομηνίας 24.1.2014 για έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης από τον Εναγόμενο 1 δυνάμει της Δ.17 ΘΘ. 2, 3 και 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας εκδόθηκε στις 13.2.2014 απόφαση υπέρ τoυ Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου 1 για το ποσό των €9.537,41 πλέον τόκο επ' αυτού προς 5,5% ετησίως από 23.10.2013 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα. Όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης και τις Ένορκες Δηλώσεις του Ενάγοντα ημερομηνίας 24.1.2014 και 12.2.2014 που κατατέθηκαν προς απόδειξη της απαίτησης, το ποσό των €9.537,41 αντιπροσώπευε καταβληθέντα φόρο προστιθέμενης αξίας που επιβλήθηκε στον Ενάγοντα δυνάμει απόφασης των Εναγομένων 1 και 2, η οποία ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφαση ημερομηνίας 1.11.2010 στα πλαίσια της Προσφυγής με αριθμό 1369/2007 που ασκήθηκε από αυτόν. Σε σχέση με τον Εναγόμενο 2 από τον οποίο αξιώνεται το ίδιο ποσό επί της ίδιας βάσης, καταχωρήθηκε Σημείωμα Εμφάνισης από τον Γενικό Εισαγγελέα στις 27.11.2013 και η υπόθεση εκκρεμεί. Με την παρούσα αίτηση ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής (στο εξής ο «Αιτητής») επιδιώκει τον παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 13.2.2014. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5, Δ.17 Θ.10, Δ.26 Θ. 14, Δ.33 ΘΘ. 3 και 5 και Δ.48 ΘΘ. 1-4 και 8 και συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 6.5.2013 της Δικηγόρου της Δημοκρατίας στην οποία ανατέθηκε ο χειρισμός της υπόθεσης κα. Λουϊζα Γρηγορίου ημερομηνίας 6.5.2014, όπου συνοπτικά αναφέρονται τα ακόλουθα: - Στις 14 Νοεμβρίου 2013, στάληκε από το Τμήμα Τελωνείων επιστολή με επισυνημμένο το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής (η επιστολή με το Κλητήριο Ένταλμα επισυνάπτονται ως Παράρτημα 1). Η αγωγή ανατέθηκε στην κα. Γρηγορίου στις 21.11.2013, η οποία με τη σειρά της αφού διαπίστωσε από το επιδοτήριο ότι η επίδοση της αγωγής αφορούσε μόνο τον Εναγόμενο 2, προχώρησε στην καταχώρηση Σημείωματος Εμφάνισης για αυτόν στις 27.11.2013. - Στις 2.12.2013 η κα. Γρηγορίου απέστειλε επιστολή προς τον Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων και Έφορο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ζητώντας Έκθεση Γεγονότων σε σχέση με την υπόθεση προκειμένου να ετοιμαστεί η υπεράσπιση εκ μέρους της Δημοκρατίας (η εν λόγω επιστολή επισυνάπτεται ως Παράρτημα 2). Σημειώνεται, μάλιστα, ότι από μέρους του Γενικού Εισαγγελέα υπήρχε πρόθεση καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης και για τον Εναγόμενο 1, κάτι το οποίο, ωστόσο, δεν έγινε λόγω του ότι η κα. Γρηγορίου δεν είχε λάβει γνώση της σχετικής επίδοσης. - Στις 2.5.2014 η κα. Γρηγορίου έλαβε γνώση της επιστολής του δικηγορικού γραφείου ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ & ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. ημερομηνίας 23.4.2014 (Παράρτημα 3) με την οποία η Δημοκρατία καλείτο να καταβάλει στον Ενάγοντα το ποσό €9.537,41, πλέον τόκους και έξοδα της παρούσας αγωγής, με βάση την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 13.2.2014, φωτοαντίγραφο της οποίας επισυναπτόταν στην επιστολή μαζί με σχετικό τιμολόγιο. - Αμέσως μετά τα πιο πάνω, η κα. Γρηγορίου προχώρησε στην ετοιμασία και καταχώρηση της παρούσας αίτησης στις 6.5.2014. - Σε ότι αφορά την υπεράσπιση του Εναγόμενου αρ. 1 στην παρούσα αγωγή προβάλλονται συνοπτικά τα ακόλουθα: (
- i)Κατά ή περί τις 19.7.2007 ο Ενάγοντας αγόρασε στην Ελλάδα καινούριο φουσκωτό σκάφος με όλο τον αναγκαίο εξοπλισμό πλοήγησης και σχετικά παρελκόμενα έναντι του ποσού €63.500. (
- ii)Ο Ενάγοντας κατέβαλε Φ.Π.Α. με συντελεστή 19%, ίσο με το ποσό των €12.065, σύμφωνα με την απόδειξη λιανικής πώλησης ημερoμηνίας 18.7.2007 στον Αναστάσιο Αθ. Χατζησταματίου (Παράρτημα 4) και στις 20.7.2007 εξασφάλισε από την αρμόδια Ελληνική Αρχή άδεια εκτέλεσης πλόων ερασιτεχνικού σκάφους και σε διάστημα λίγων ημερών το μετέφερε στην Κύπρο (Παράρτημα 5). (iii) Στις 3.8.2007 ο Ενάγοντας καταχώρησε στο Τελωνείο Λεμεσού την υπ' αριθμό 2007601056341 ηλεκτρονική διασάφηση για το πιο πάνω σκάφος και αφού ο Φ.Π.Α. βεββαιώθηκε σε €9.537,41 (το ισόποσο σε ₤5.582), καταβλήθηκε το ποσό αυθημερόν (Παραρτήματα 6 και 7), λαμβανομένου υπόψη ότι σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, ο Φ.Π.Α. καταβάλλεται από το πρόσωπο το οποίο αποκτά καινούριο μεταφορικό μέσο στο κράτος μέλος προορισμού, ανεξάρτητα από την μεταχείρισή του στο κράτος μέλος πώλησης του και με δεδομένο ότι το σκάφος μεταφέρθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία σε διάστημα λιγότερο των τριών μηνών από την πρώτη θέση του σε κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος. (
- iv)Περί την 25.9.2007 ο Ενάγοντας καταχώρησε την προσφυγή με αριθμό 1369/07 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την οποία προσέβαλε την επιβολή του πιο πάνω ποσού ως Φ.Π.Α. και στα πλαίσια της εν λόγω υπόθεσης το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση στις 1.11.2010 με την οποία η σχετική απόφαση ακυρώθηκε λόγω έλλειψης αιτιολογίας (αντίγραφο της απόφασης επισυνάπτεται ως Παράρτημα 8 στην Ένορκη Δήλωση της κας. Γρηγορίου). (
- v)Στα πλαίσια συμμόρφωσης με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προσφυγή με αριθμό 1369/07 και λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης, που ήταν η έλλειψη αιτιολογίας, το Τμήμα Τελωνείων με την επιστολή του ημερομηνίας 3.12.2010 προς τον Ενάγοντα, εξέδωσε νέα διοικητική πράξη και επεξήγησε σε αυτόν τους λόγους επιβολής Φ.Π.Α. στο επίδικο σκάφος από την Κυπριακή Δημοκρατία, με αναφορά στις διατάξεις της ισχύουσας κοινοτικής και εθνικής νομοθεσίας καθώς και της συναφούς νομολογίας (η επιστολή ημερομηνίας 3.12.2010 επισυνάπτεται ως Παράρτημα 9). Ο Ενάγοντας δεν άσκησε προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος με αποτέλεσμα η επιβολή και είσπραξη του Φ.Π.Α. από το Τμήμα Τελωνείων να καταστεί τελεσίδικη. Αποτελεί, δε θέση της κας. Γρηγορίου ότι εάν δεν παραμεριστεί η εναντίον του Εναγόμενου 1 απόφαση, ο Εναγόμενος 2 δεν θα είναι σε θέση να προβάλει την υπεράσπισή του αφού η αγωγή εναντίον του θα καταστεί πλέον άνευ αντικειμένου, παρόλο που η γραμμή της υπεράσπισης του είναι κοινή με αυτήν του Εναγόμενου 1. Ο Ενάγοντας αντιτίθεται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και προς τούτο καταχώρησε στις 26.9.2014 Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης προβάλλοντας συνοπτικά τους ακόλουθους λόγους ένστασης: - Η αίτηση είναι ελαττωματική, αντικανονική και στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ανεπαρκή νομική και πραγματική βάση. - Η αίτηση έχει καταχωρηθεί καθυστερημένα ενώ παράλληλα είναι καταχρηστική και κακόπιστη (mala fide) και έχει ως μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης. - Ο Αιτητής υποβάλλει την παρούσα αίτηση με πλήρη περιφρόνηση των δικαιωμάτων του Καθ' ου η Αίτηση. - Σε περίπτωση ακύρωσης και/ή παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης, ο Ενάγοντας - Καθ' ου η Αίτηση θα αποστερηθεί τους καρπούς της επιτυχίας του και θα καταπατηθούν οι αρχές της νομολογίας που επιβάλλουν την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων καθώς και την διατήρηση της ισχύος των αποφάσεων. - Η αίτηση δεν αποκαλύπτει ικανοποιητική και/ή επαρκή και/ή βάσιμη δικαιολογία για την παράλειψη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης από τον Εναγόμενο 1 - Αιτητή. - Η συμπεριφορά που επέδειξε ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής εξισώνεται με περιφρονητική παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας και είναι ενάντια στην ασφάλεια δικαίου που διέπει την άσκηση δικαστικής διαδικασίας. - Ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε συζητήσιμη και/ή βάσιμη και/ή καλόπιστη υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης. Η πιο πάνω Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του Καθ' ου η αίτηση κ. Πέτρου Βράχα ημερομηνίας 26.9.2014 στην οποία επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης και υποδεικνύεται ότι από την Ένορκη Δήλωση της κας. Γρηγορίου δεν προκύπτει ουσιαστική και καλόπιστη υπεράσπιση ούτε δίδονται ικανοποιητικοί λόγοι σε σχέση με την μη εμφάνιση του Εναγόμενου 1 στο Δικαστήριο μετά την επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος σε αυτόν. Κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους και καμιά πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Η επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων είναι καταγεγραμμένη γι' αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω, παρόλο που αναφορά θα γίνεται εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης το Δικαστήριο καλείται ουσιαστικά να ασκήσει την εξουσία του για παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 13.2.2014 δυνάμει των προνοιών της Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που έχουν ως εξής: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just». Είναι στο στάδιο αυτό που θα πρέπει να σημειωθεί ότι η υποβολή της παρούσας αίτησης είναι το ορθό και ενδεδειγμένο μέτρο και όχι η καταχώρηση έφεσης όπως εισηγείται ο Καθ' ου η αίτηση στην Ένστασή του. Όπως φαίνεται και από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός απόφασης η οποία εκδόθηκε ερήμην του αιτητή εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι πρόνοιες της Δ.17 Θ.10 και οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο ασκεί τις εξουσίες του έχουν αναλυθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συνοπτικά μπορεί να λεχθεί ότι, ζητώντας τον παραμερισμό απόφασης, ένας αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση και μια καλή δικαιολογία για την μη εμφάνιση του στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Evans v. Bartlam
(1957)2 All ER 646, Kotsapas & Sons v. Titan Construction & Engineering Company
(1961)1 ΑΑΔ 317, Takis Phylactou v. Evagoras Michael
(1982)1 ΑΑΔ 204 και Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941). Οι αρχές που διέπουν το θέμα έχουν συνοψισθεί στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Sabine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) A.A.Δ. 678 και επαναλήφθηκαν στην υπόθεση Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 145/2009, απόφαση ημερομηνίας 10.4.2012: «Με βάση τη Διάταξη 17 θεσμός 10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι.» Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά πόσο ο Αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1 ΑΑΔ 893, συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελίδα 897:- «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 ΑΑΔ 818 και Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 1101.» Πέραν των πιο πάνω, το δικαστήριο έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς ο διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το άρθρο 6
(1)της Σύμβασης, θεώρησε ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να είναι και αποτελεσματικά. Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ., ν. Μιχαήλ
(2003)1(Β) 1044 αναφέρθηκε ότι: «Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σ' αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» (Βλ. επίσης Α.Ε.2572, Δημοκρατία ν. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 ΑΑΔ 1060). Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συναρτάται προς τα δικαιώματα άλλων διαδίκων. Κριτήριο είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε στην Κολλάτου ν. Παναγιώτου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 895:- «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δικαίας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεσή του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δικαίας δίκης. .......................... Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου.» Tα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (Βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, 210, Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1938).» Προτού υπεισέλθω στην εξέταση των προϋποθέσεων που καθορίζονται στη Δ.17 Θ.10, θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω ότι από την πλευρά του Αιτητή δεν εγείρεται ζήτημα αντικανονικής και/ή παράτυπης επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος. Με αυτό, λοιπόν, ως δεδομένο θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στη Δ.17 Θ. 10. Σε σχέση με την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, όπως εξάγεται και από την απόφαση Phylactou v. Michael (πιο πάνω), όταν εξετάζεται αίτηση για παραμερισμό απόφασης το έργο του Δικαστή δεν είναι να κάνει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του ή ως προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων, αλλά πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσον αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πάνω στο θέμα του επανανοίγματος της υπόθεσης. Επίσης, όπως προκύπτει από την απόφαση K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd κ.ά. v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415, ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ' αρχήν έστω, ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση. Γενικότερα μπορεί να λεχθεί ότι η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή. Έπεται ότι απλοί ισχυρισμοί και αόριστες και μη τεκμηριωμένες θέσεις δεν είναι αρκετές ώστε να καταδειχθεί η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης (βλ. Βύρων Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 ΑΑΔ 289, Χριστάκης Πίττας ν. Unigoods Trading Company Ltd
(2004)1 AAΔ 1761, Ξενοφών Κάλλης ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 793, Γιώργος Ανδρέου ν. Severis & Athienitis Securities Ltd
(2003)1 AAΔ 1694). Στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, και αντιπαραβάλλοντας τις δύο εκδοχές με σκοπό τη διακρίβωση της καλοπιστίας των ισχυρισμών του Εναγομένου 1-Αιτητή και κατά πόσον υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση (βλέπε Claire Morris v. Saratoge Swimming Pools Ltd (πιο πάνω), έχω ικανοποιηθεί ότι εγείρεται κάποια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση από μέρους του, την οποία θα μπορούσε να προβάλει στα πλαίσια της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής, χωρίς να εισηγούμαι ότι η εν λόγω υπεράσπιση θα ευσταθήσει. Η κατάληξη μου αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι η απόφαση για επιβολή ποσού €9.537,41 ακυρώθηκε με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 1.11.2010 στην υπόθεση με αρ. 1369/2007 λόγω έλλειψης αιτιολογίας, η οποία δόθηκε με τις επιστολές του Τμήματος Τελωνείων ημερομηνίας 3.12.2010 και 5.1.2011 (Παραρτήματα 9 και 11 στην Ένορκη Δήλωση της κας Γρηγορίου). Σύμφωνα δε με τα όσα καταγράφονται στην παράγραφο 9 (xiii) της Ένορκης Δήλωσης της κας Γρηγορίου, ο Ενάγοντας δεν άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης ημερομηνίας 3.12.2010 με την οποία εκδόθηκε η νέα διοικητική πράξη και δόθηκε η σχετική αιτιολογία. Ακολουθώντας, όμως, τις αρχές της νομολογίας κρίνω ότι θα ήταν αδόκιμο να προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της προβαλλόμενης υπεράσπισης και να καταλήξω σε συμπέρασμα εάν αυτή ευσταθεί ή είναι βάσιμη. Το εγχείρημα αυτό ανάγεται στην εξέταση της ουσίας της αγωγής, που θα γίνει μόνο εάν και εφόσον παραμεριστεί η απόφαση ημερομηνίας 13.2.2014 και δοθεί στον Αιτητή το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξή μου αναφορικά με την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, που είναι και η βασικότερη προϋπόθεση την οποία θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, θα προχωρήσω να εξετάσω και τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι το κατά πόσον ο Εναγόμενος 1-Αιτητής έχει κάποια καλή δικαιολογία για τη μη εμφάνισή του και εάν έχει επιδείξει καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης η οποία να ισοδυναμεί με περιφρόνηση του Δικαστηρίου. Όσο και εάν το ζήτημα της μη εμφάνισης εξετάζεται ανεξάρτητα από τα άλλα θέματα που εγείρονται σε μια αίτηση για παραμερισμό απόφασης, φαίνεται να είναι η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου πως εάν η δικαιολογία για την παράλειψη εμφάνισης προβάλλει λογική και η απραξία του αιτητή δεν συνιστά περιφρόνηση του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης και εφόσον έχει προβάλει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας, η απόφαση να παραμερίζεται. Έτσι, βλέπουμε πως είναι σε καθαρές περιπτώσεις έλλειψης ενδιαφέροντος που η μη εμφάνιση κρίθηκε ως αφ' εαυτής τροχοπέδη στο επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ ν. Χαράλαμπου Σπανούδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 28, λέχθηκε ότι το βασικό κριτήριο για το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης είναι το κατά πόσον ο αιτητής ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε ο αιτητής μετά την έκδοση απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, ήτοι την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης (σχετική είναι επίσης η απόφαση David Charles Orams κ.ά. v. Μελέτη Αποστολίδη
(2006)1 ΑΑΔ 1402). Στην υπόθεση Ανδρούλλα Ευγενίου ν. Ανδρούλλα Ιωάννου
(1993)1 ΑΑΔ 852 όπου η εφεσείουσα για επτά μήνες και πλέον δεν είχε ενδιαφερθεί να εξακριβώσει κατά πόσον ο γιος της είχε παραδώσει το κλητήριο στον δικηγόρο της, ούτε είχε επικοινωνήσει με το δικηγόρο της, και ούτε είχε εξηγήσει γιατί δεν είχε προβεί στις ενέργειες που εύλογα αναμένονταν από αυτήν, κρίθηκε ότι ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε η εφεσείουσα ισοδυναμούσε με παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος. Επίσης, στην Χριστοφόρου και άλλος ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 18, κρίθηκε ότι η συμπεριφορά της εφεσείουσας - αιτήτριας αποτελούσε κατάφωρη περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας αφού η αίτηση είχε καταχωρηθεί δύο χρόνια μετά την επίδοση της αγωγής, δεκαέξι μήνες μετά την απόφαση και πέντε μήνες μετά την επίδοση της αίτησης παρακοής. Τέλος, στην Πανίκος Λοίζου κ.ά. ν. Λαική Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1999)1 ΑΑΔ 778, η συμπεριφορά των αιτητών οι οποίοι καταχώρησαν αίτηση παραμερισμού δυόμιση χρόνια αφού έλαβαν γνώση της απόφασης χαρακτηρίστηκε ως κλασσική περίπτωση περιφρόνησης των δικαστικών διαδικασιών. Στην υπό κρίση υπόθεση, όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, το Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα καταχωρήθηκε στις 23.10.2013 και επιδόθηκε στον Εναγόμενο 1-Αιτητή στις 14.11.
- Ακολούθως, στις 24.1.2014 καταχωρήθηκε αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης και στις 13.2.2014 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Εναγομένου 1 για τα ποσά που καταγράφονται πιο πάνω. Οι λόγοι για τους οποίους ο Αιτητής δεν καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης στην αγωγή που του επιδόθηκε κανονικά και η θέση του ως προς την ημερομηνία που έλαβε γνώση για την ύπαρξη της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης καταγράφονται στην Ένορκη Δήλωση της κας. Γρηγορίου που συνοδεύει την αίτηση και παρέμειναν ουσιαστικά αναντίλεκτοι εφόσον η κα. Γρηγορίου δεν αντεξετάστηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Περιορίζομαι απλά να αναφέρω ότι σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στην Ένορκη Δήλωση, η έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 13.2.2014 εναντίον του Εναγομένου 1 έγινε γνωστή στην κα. Γρηγορίου, στην οποία ανατέθηκε ο χειρισμός της παρούσας υπόθεσης εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, στις 2.5.2014 και η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε άμεσα και πιο συγκεκριμένα στις 6.5.
- Χωρίς να παραγνωρίζω ότι το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε κανονικά στον Αιτητή την 14.11.2013 όπως επίσης ότι η μη καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης από τον Εναγόμενο 1 οφείλεται σε λάθη που αφορούν αποκλειστικά στην πλευρά του και δη στην μη πληροφόρηση της κας Γρηγορίου περί της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος στον Εναγόμενο 1 κρίνω ότι με δεδομένη την καταχώρηση Σημειώματος από τον Εναγόμενο 2 και την καταχώρηση της παρούσας αίτησης αμέσως μετά την κοινοποίησή της στην κα Γρηγορίου, η διαγωγή του Αιτητή ειδωμένη συνολικά δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ασυγχώρητη ή περιφρονητική για τη δικαστική διαδικασία και τα δικαιώματα του αντιδίκου σε βαθμό περιφρόνησης, ώστε να πρέπει να αποστερηθεί του δικαιώματός του να προβάλει την υπεράσπισή του. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ του Αιτητή. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει και η απόφαση ημερομηνίας 13.2.2014 παραμερίζεται υπό τον όρο ότι ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής θα καταβάλει στον Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση τα έξοδα της παρούσας αίτησης τα οποία λόγω της φύσης της αίτησης και παρά το ότι ο Εναγόμενος 1 έχει επιτύχει στην αίτησή του επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου 1 - Αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δίδονται, επομένως, οδηγίες προς την πλευρά του Ενάγοντα όπως υποβάλει σχετικό κατάλογο εξόδων εντός 30 ημερών από σήμερα. Τίθεται σαν όρος του παραμερισμού της απόφασης ότι ο Εναγόμενος 1 θα καταβάλει το ποσό των εγκριθέντων εξόδων προς τον Ενάγοντα εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία θα γνωστοποιηθεί στον Γενικό Εισαγγελέα το ποσό αυτό. Ακολούθως, ο Εναγόμενος 1 να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης εντός 10 ημερών από την ημερομηνία της πληρωμής των εν λόγω εξόδων. (Υπ.) ............... Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/αίτηση παραμερισμού απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο