A.A.K.S. MECHANICAL SERVICES LTD ν. CYPROPERTIES DEVELOPMENTS & CONSTRUCTIONS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 6738/2013, 12/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A410 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6738/2013 Μεταξύ: A.A.K.S. MECHANICAL SERVICES LTD Ενάγουσας και
- CYPROPERTIES DEVELOPMENTS & CONSTRUCTIONS LIMITED
- Γεώργιου (Κόκου) Νεοφύτου
- Θωμά Κουστάππη Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερ. 11.4.2014 για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 12 Νοεμβρίου, 2014 Για τους εναγομένους-αιτητές: κ. Λ. Χαβιαράς Για την ενάγουσα- καθ' ης η αίτηση: κ. Στ. Χριστοδούλου ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα καταχώρισε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στις 23.10.2013 με την οποία αξιώνει απόφαση εναντίον των εναγομένων για €40.000 πλέον τόκους, βάσει απλήρωτου γραμματίου συνήθους τύπου. Η αγωγή επιδόθηκε στους εναγομένους στις 24.10.2013, δεν καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης και η ενάγουσα καταχώρισε αίτηση για απόφαση στις 8.11.2013, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε απόφαση εναντίον των εναγομένων στις 15.11.2013 ως η απαίτηση. Στις 11.4.2014 οι εναγόμενοι καταχώρισαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία επιζητείται ο παραμερισμός της απόφασης. Με την ίδια αίτηση, επιζητείται και η έκδοση διατάγματος αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 15.11.2013 μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης. Σημειώνεται ότι το αιτητικό που αφορά την έκδοση διατάγματος αναστολής αποσύρθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων-αιτητών στο στάδιο των αγορεύσεων και συνεπώς θα εξεταστεί μόνο το αίτημα για παραμερισμό. Η αίτηση στηρίζεται στις Δ.5, θ.1, 2, 7 , Δ.5Β, θ.1-5, Δ.16 θ.1,3 και 7, Δ.17 θ.2, 3 και 10, Δ.48 θ.1 - 3 και 9 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 32 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στη Νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Θωμά Κωστάππη, εναγομένου 3, εκ μέρους όλων των εναγομένων, ο οποίος αναφέρει ότι το όνομά του όπως καταγράφεται στον τίτλο της αγωγής είναι λανθασμένο και ότι έχει διοριστεί ο Επίσημος Παραλήπτης ως διαχειριστής της περιουσίας του κατόπιν έκδοσης διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του στην αίτηση πτώχευσης με αριθμό 541/11 του Ε.Δ. Λευκωσίας (Τεκμήριο 1 το διάταγμα ημερ. 11.6.2013). Αναφέρει επιπλέον ότι εκ παραδρομής οι εναγόμενοι δεν έστειλαν την παρούσα υπόθεση στους δικηγόρους τους για να τους εκπροσωπήσουν και συνεπώς δεν καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης. Στις 15.11.2013, ενώ βρισκόταν ο εναγόμενος 3 στο Δικαστήριο για άλλη υπόθεση, πληροφορήθηκε ότι εκκρεμούσε αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης στην παρούσα αγωγή. Επικοινώνησε με το γραφείο των δικηγόρων της ενάγουσας στη Λεμεσό και ακολούθως με το γραφείο επίδοσης στη Λευκωσία και πληροφορήθηκε ότι θα εμφανιζόταν η δικηγόρος κα Αδρατζιώτου. Συναντήθηκε με την εν λόγω δικηγόρο γύρω στις 9:00 π.μ. στο προαύλιο του Δικαστηρίου, και της ανέφερε ότι εκ παραδρομής οι εναγόμενοι δεν είχαν στείλει την υπόθεση στους δικηγόρους τους και ότι θα ζητούσε χρόνο για να τους διορίσουν στην παρούσα. Η κα Αδρατζιώτου του απάντησε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα και του είπε να περιμένει λίγο γιατί έπρεπε να παρουσιαστεί σε μια άλλη υπόθεση και ότι θα επέστρεφε για να εμφανιστούν μαζί ενώπιον του Δικαστηρίου για την παρούσα υπόθεση. Ο εναγόμενος 3 προσθέτει ότι καθώς ανέμενε την κα Αδρατζιώτου να επιστρέψει, ενημέρωσε τηλεφωνικώς τους δικηγόρους του, οι οποίοι τον πληροφόρησαν ότι θα παρουσιάζονταν ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους των εναγομένων για να ζητήσουν χρόνο να καταχωρίσουν σημείωμα εμφάνισης. Στη συνέχεια, η κα Αδρατζιώτου επέστρεψε στο προαύλιο του Δικαστηρίου και ενημέρωσε τον εναγόμενο 3 ότι τελικά θα εμφανιζόταν άλλος δικηγόρος από το γραφείο της για την υπόθεση. Κατά τις 11:00 π.μ. ο εναγόμενος 3 παρουσιάστηκε ενώπιον της κας Μαθηκολώνη, Ε.Δ. με έναν εκ των δικηγόρων του. Η Δικαστής τους ενημέρωσε ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη για απόδειξη, ότι είχε ήδη εμφανιστεί ενώπιόν της η κα Αδρατζιώτου εκ μέρους της ενάγουσας και είχε καταθέσει ένορκη δήλωση και ότι είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον όλων των εναγομένων για €40.
- Ο εναγόμενος αναφέρει επιπλέον ότι στη συνέχεια, οι δικηγόροι των εναγομένων προέβησαν σε έρευνα στον φάκελο της υπόθεσης και διαπίστωσαν ότι σχετικά με την εναγομένη 1 ο ιδιώτης επιδότης στην ένορκη δήλωση επίδοσης ψευδώς ή εκ παραδρομής αναφέρει ότι επέδωσε το κλητήριο ένταλμα στην κα Χρύσω Κωστάππη, ως Διευθύντρια της εταιρείας, ενώ Διευθυντής είναι ο εναγόμενος
- Σχετικά με τον εναγόμενο 2, ο ιδιώτης επιδότης στην ένορκη δήλωση επίδοσης ψευδώς ή εκ παραδρομής αναφέρει ότι επέδωσε το κλητήριο ένταλμα στην κα Χρύσω Κωστάππη, ως Διευθύντρια του χώρου εργασίας και συνεργάτη, ενώ διευθυντής του χώρου εργασίας είναι ο εναγόμενος
- Περαιτέρω, προβάλλει ότι ο ιδιώτης επιδότης αναφέρει ότι επέδωσε το κλητήριο ένταλμα για τους εναγομένους 1 και 2 στο εγγεγραμμένο γραφείο της εναγομένης 1 εταιρείας στην οδό Πεσόντων και Αγνοουμένων 6, Κοκκινοτριμιθιά, ενώ το εγγεγραμμένο γραφείο της, καθώς και ο χώρος εργασίας του εναγομένου 2, είναι η οδός Θεμιστοκλή Δέρβη 41, Γρ. 506, Λευκωσία. Πέραν των πιο πάνω, ο εναγόμενος 3 αναφέρει ότι οι εναγόμενοι έχουν υπεράσπιση στην αγωγή, καθότι το αναφερόμενο στην έκθεση απαίτησης γραμμάτιο, δεν είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου δυνάμει του Νόμου. Επιπλέον, οι εναγόμενοι αρνούνται ότι υπέγραψαν το επίδικο γραμμάτιο και ότι αυτό εκδόθηκε έναντι νομίμου, καλού ή οποιουδήποτε ανταλλάγματος. Ισχυρίζονται επίσης ότι ουδέποτε υπέγραψαν ή προσυπέγραψαν οποιοδήποτε έγγραφο ως εγγύηση για την αποπληρωμή του επίδικου γραμματίου και οποιουδήποτε χρέους της εναγομένης 1 προς την ενάγουσα και ότι ουδέν ποσό οφείλουν στην ενάγουσα. Ο εναγόμενος 3 αναφέρει επίσης ότι επιφυλάσσει το δικαίωμα των εναγομένων να αναφέρουν περισσότερους λόγους υπεράσπισης, εφόσον παραμεριστεί η απόφαση και τους δοθεί το δικαίωμα καταχώρισης έκθεσης υπεράσπισης. Προβάλλει δε ότι η ενάγουσα δεν θα μπορούσε νόμιμα να καταχωρίσει εναντίον του ιδίου την παρούσα αγωγή, ενόψει της έκδοσης του διατάγματος παραλαβής. Υπό αυτές τις συνθήκες, θεωρεί ότι οι εναγόμενοι έχουν στερηθεί του δικαιώματός τους να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλουν την Υπεράσπισή τους. Η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση, στην οποία επικαλείται τους εξής λόγους: 1.Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών.
- Τα αναφερόμενα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ανακριβή.
- Το κλητήριο ένταλμα περιήλθε στη γνώση των εναγομένων με παραδοχή τους, οι οποίοι εκ παραδρομής δεν καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης.
- Οι ισχυρισμοί τους για το επίδικο γραμμάτιο είναι αναληθείς.
- Δεν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση.
- Υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αίτησης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Ζήνωνα Νικολαΐδη, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων της ενάγουσας , ο οποίος αναφέρει ότι η αγωγή επιδόθηκε στους εναγομένους στις 24.10.2013 στη διεύθυνση Πεσόντων & Αγνοουμένων 6 στην Κοκκινοτριμιθιά, όπου, όπως τον πληροφόρησε ο Διευθυντής της ενάγουσας κ. Άριστος Αριστείδου, βρίσκονται τα υποστατικά εργασίας της εναγομένης 1 εταιρείας. Την ίδια μέρα καταχωρίστηκαν και οι αγωγές 6736/13 και 6737/13 εναντίον αδελφής εταιρείας της εναγομένης 1 και του κ. Θωμά Κωστάππη (Τεκμήρια 1 και 3). Οι εν λόγω αγωγές, οι οποίες επίσης αφορούσαν γραμμάτια συνήθους τύπου, επιδόθηκαν στις 24.10.2013 στην προαναφερόμενη διεύθυνση. Στις 15.11.2013 εκδόθηκαν εκ συμφώνου αποφάσεις και στις δύο εν λόγω αγωγές, ήτοι με τη συγκατάθεση των εναγομένων (Τεκμήρια 2 και 4). Ειδικότερα, στις 15.11.2013 τόσο η παρούσα αγωγή όσο και οι αγωγές 6736/13 και 6737/13 ήταν ορισμένες ενώπιον του Δικαστηρίου κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας για έκδοση απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Παρουσιάστηκε σε όλες τις υποθέσεις για την ενάγουσα η δικηγόρος κα Α. Αδρατζιώτη εκ μέρους του γραφείου των δικηγόρων της ενάγουσας. Για τις αγωγές 6736/13 και 6737/13 υπήρξε συνεννόηση με τους εναγομένους να αποδεχθούν την έκδοση αποφάσεων εκ συμφώνου και προς τούτο ήταν παρών ο κ. Θωμάς Κωστάππη. Για την παρούσα αγωγή, δεν υπήρξε οποιαδήποτε συνεννόηση, και συνεπώς η κα Αδρατζιώτη προχώρησε και απέδειξε την υπόθεση, καταθέτοντας στο Δικαστήριο σχετική ένορκη δήλωση. Αργότερα, όταν θα παρουσιάζετο η κα Αδρατζιώτη με τον κ. Θωμά Κωστάππη για τις δύο άλλες αγωγές, ο τελευταίος αντιλήφθηκε ότι υπήρχε και η παρούσα αγωγή από τον φάκελο που κρατούσε η κα Αδρατζιώτη, για την οποία είχε εκδοθεί νωρίτερα απόφαση. Ο κ. Κωστάππης ανέφερε ότι θα τηλεφωνούσε στους δικηγόρους των εναγομένων γι' αυτήν την υπόθεση. Όσον αφορά τα υπόλοιπα θέματα που εγείρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ο κ. Νικολαΐδης προβάλλει ότι η έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον του εναγομένου 3 δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της επίδικης απόφασης. Επισημαίνει δε ότι ο ίδιος ο εναγόμενος 3 παραδέχεται στην ένορκη δήλωσή του ότι οι εναγόμενοι εκ παραδρομής δεν έστειλαν την υπόθεση στους δικηγόρους τους ώστε να καταχωρίσουν σημείωμα εμφάνισης. Θεωρεί ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε κανονικά στους εναγομένους, οι οποίοι έλαβαν γνώση αυτού και εκ δικής τους παραδρομής δεν καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης. Προσθέτει ότι το επίδικο γραμμάτιο, το οποίο είναι κατατεθειμένο στον φάκελο της διαδικασίας, φέρει όλα τα χαρακτηριστικά του γραμματίου συνήθους τύπου, υπεγράφη από τους εναγομένους στην παρουσία δύο μαρτύρων και φέρει τη σφραγίδα της εναγομένης
- Σύμφωνα δε με τον διευθυντή της ενάγουσας, το γραμμάτιο υπεγράφη για το χρέος της εναγομένης 1 που προερχόταν από αντιπαροχή ακινήτου. Ο κ. Νικολαΐδης τονίζει το γεγονός ότι με την παρούσα αίτηση οι εναγόμενοι δεν δίνουν οποιαδήποτε δικαιολογία για τη μη εμφάνιση πέραν της παραδρομής και ότι είναι παραδεκτό από τους εναγομένους ότι έγινε επίδοση του κλητηρίου και ότι η αγωγή περιήλθε σε γνώση τους. Τέλος, επισημαίνει ότι από τις 19.11.2013 που περιήλθε σε γνώση των εναγομένων η έκδοση της απόφασης, υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αίτησης. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, καθότι δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε ομνύοντα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η Διαταγή 17 θ. 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τη Διαταγή 17, δηλαδή λόγω παράλειψης του εναγομένου να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει την απόφαση με όρους που ήθελαν φανεί δίκαιοι. Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση καλά καθιερωμένες από τη νομολογία αρχές [1] . Το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει την εξισορρόπηση της ανάγκης να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν, με την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής δικαιοσύνης και της τελεσιδικίας των Δικαστικών αποφάσεων. Ο αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή. Το Δικαστήριο βεβαίως δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και δεν προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας στο στάδιο αυτό, αλλά ο αιτητής θα πρέπει να παρουσιάσει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής διαφορετικής από αυτήν του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας, ώστε να μην ασκείται επί ματαίω η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, όμως, ο αιτητής οφείλει να καταδείξει σοβαρή και εύλογη αιτιολογία για την απουσία του με συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίον του. Αίτηση για παραμερισμό πρέπει να υποβάλλεται έγκαιρα. Σε αντίθετη περίπτωση, ο αιτητής φέρει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί προς παραμερισμό της απόφασης. Έχοντας σκιαγραφήσει τις πιο πάνω αρχές, επισημαίνω ότι έχουν εφαρμογή μόνο εφόσον η απόφαση έχει εκδοθεί νομότυπα. Οι προϋποθέσεις για να υπάρξει εξουσία έκδοσης απόφασης ερήμην δυνάμει της Δ.17 είναι η καλή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο, εκπνοή της προθεσμίας για καταχώριση σημειώματος εμφάνισης και παράλειψή του να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Εάν οι προϋποθέσεις αυτές υπάρχουν, τότε το θέμα παραμερισμού εξετάζεται με βάση τις αρχές που έχουν εκτεθεί πιο πάνω. Εάν όμως αποδειχθεί ότι η απόφαση εκδόθηκε χωρίς να έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.17, τότε ο εναγόμενος δικαιούται σε παραμερισμό της χωρίς να τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να τεθούν όροι από το Δικαστήριο σε σχέση με τον παραμερισμό. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου (Ττόμη)
(1997)1 Α.Α.Δ. 247, 250, όπου ακυρώθηκε το μέρος της πρωτόδικης απόφασης για παραμερισμό που αφορούσε την επιβολή όρου: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή., το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος). » Παρομοίως, όπως αναφέρεται στο Halsbury' s Laws Of England, 4η έκδοση, τόμος 26, παρ. 559: «When a judgment in default of appearance or defence has been entered before the proper time, or there has been no service or no sufficient service, or it has been entered for a greater amount than is due, or there has been a breach of good faith, it will be set aside ex debito justitiae, apart from consideration as to whether there is good defence on the merits, and the plantiff is usually ordered to pay the costs occasioned by the judgment or order.» Στην υπό κρίση περίπτωση, σε σχέση με τους εναγομένους 1 και 2, προβάλλεται ως αιτιολογία για τον παραμερισμό της απόφασης, τόσο το ζήτημα της επίδοσης, όσο και η ύπαρξη καλής υπεράσπισης και δικαιολογίας για την παράλειψή τους να εμφανισθούν στη διαδικασία. Συνεπώς, θα πρέπει να εξεταστεί πρώτα το θέμα της επίδοσης, τουλάχιστον όσον αφορά τους εναγομένους 1 και 2 (για τον εναγόμενο 3 δεν υπάρχει ισχυρισμός περί κακής επίδοσης, ούτε και προκύπτει κάτι τέτοιο από τον φάκελο). Συναφώς, σημειώνω ότι η νομική βάση της αίτησης περιλαμβάνει δεόντως τη Διαταγή 5 των Θεσμών, το άρθρο 30 του Συντάγματος και τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου (βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 615, «inherent power to set aside irregular judgment»). Η αίτηση θα πρέπει πρώτα να εξεταστεί μέσα σε αυτά τα πλαίσια, σε σχέση με τους εναγομένους 1 και 2, εφόσον η αντικανονικότητα της επίδοσης μπορεί από μόνη της να οδηγήσει στον παραμερισμό της απόφασης. Η εναγόμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Για να κριθεί νομότυπη η επίδοση σε νομικό πρόσωπο θα πρέπει να έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 372 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 σε συνδυασμό με τις πρόνοιες της Δ.5, θ.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου προβλέπει: «Έγγραφο δύναται να επιδοθεί σε εταιρεία με την άφεση του ή με την αποστολή του ταχυδρομικώς στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας.» Το μέρος της Διαταγής 5 θ. 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που αφορά στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, προνοεί τα ακόλουθα (σε μετάφραση): «Στην απουσία οποιασδήποτε νομοθετικής πρόνοιας, η οποία να ρυθμίζει την επίδοση δικαστικής κλήσης σε νομικό πρόσωπο, η επίδοση επίσημου αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος ή άλλης δικαστικής κλήσης στον πρόεδρο ή σε άλλο ανώτερο αξιωματούχο, ή στον ταμία ή τον γραμματέα του νομικού προσώπου ή παράδοση (delivery) τέτοιου αντιγράφου στα γραφεία του νομικού προσώπου, θα θεωρείται καλή επίδοση.» Ως εκ των ανωτέρω, όταν πρόκειται για εναγόμενη εταιρεία, το κλητήριο ένταλμα θα πρέπει να επιδίδεται στον πρόεδρό της ή σε ανώτερο αξιωματούχο ή ταμία ή γραμματέα της εταιρείας, ή να παραδίδεται («delivery») στα γραφεία της εταιρείας. Στην απόφαση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 43 επισημάνθηκε ότι η λέξη «delivery» (παράδοση) έχει πολύ διαφορετικό νόημα από την απλή «άφεση» ενός εγγράφου στο εγγεγραμμένο γραφείο μιας εταιρείας. Θεωρήθηκε, δηλαδή, ότι η άφεση εγγράφων στο γραφείο μιας εταιρείας, χωρίς να τα έχει παραλάβει συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο, δεν αποτελεί καλή επίδοση εντός της έννοιας της Διαταγής 5 θ. 7, καθότι με τον τρόπο αυτόν δεν διασφαλίζεται η αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου με βάση το άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος να πληροφορηθεί για την εναντίον του διαδικασία, ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπιστεί. Εξετάζοντας λοιπόν το θέμα της επίδοσης όσον αφορά την εναγομένη 1 εταιρεία, παρατηρώ από τον φάκελο της υπόθεσης ότι ο ιδιώτης επιδότης Βάσος Αργυρού κατέθεσε στις 31.10.2013 ένορκη δήλωση, όπου αναφέρει ότι στις 24.10.2013 επέδωσε επίσημο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής στην Κοκκινοτριμιθιά έναντι της υπογραφής της κας Χρύσως Κωστάππη, «η οποία είναι Διευθυντής της εναγομένης 1». Εν τούτοις, οι εναγόμενοι, στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, ισχυρίζονται ότι διευθυντής της εταιρείας είναι ο εναγόμενος 2, ότι ο ιδιώτης επιδότης «ψευδώς ή εκ παραδρομής» ανέφερε ότι η κα Κωστάππη είναι διευθύντρια της εταιρείας, και ότι το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας δεν είναι στην Κοκκινοτριμιθιά όπου επιτεύχθηκε η επίδοση, αλλά στην οδό Θεμιστοκλή Δέρβη. Η πλευρά της ενάγουσας-καθ' ης η αίτηση ουδόλως αντικρούει με οποιαδήποτε απτά στοιχεία τις θέσεις αυτές, παρά μόνο θέτει γενικές αρνήσεις των όσων αναφέρει ο εναγόμενος 3 στην ένορκη δήλωσή του εκ μέρους όλων των εναγομένων-αιτητών. Ειδικότερα, ο κ. Νικολαΐδης, δικηγόρος, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, αναφέρει μόνο ότι απορρίπτονται οι ισχυρισμοί και ότι το κλητήριο ένταλμα επεδόθη κανονικά στους εναγομένους οι οποίοι έλαβαν γνώση και εκ παραδρομής δεν καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης. Δεν παραθέτει οποιεσδήποτε ουσιαστικές πληροφορίες είτε για το εγγεγραμμένο γραφείο της εναγομένης 1, είτε για το κατά πόσο η κα Κωστάππη ήταν διευθυντής της εναγομένης 1 είτε άλλως πως, που να καταρρίπτουν τους ισχυρισμούς των εναγομένων. Στη δε σελίδα 2 της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου της ενάγουσας-καθ'ης η αίτηση, αναφέρεται ότι «η επίδοση είχε γίνει στην κα Χρύσω Κωστάππη, ανώτερο υπάλληλο των εναγομένων, στον κοινώς γνωστόν χώρο εργασιών της εταιρείας». Συνεπώς, στην ουσία δεν αμφισβητείται ότι η εν λόγω κυρία δεν είναι διευθυντής της εταιρείας, ως ορκίστηκε ο ιδιώτης επιδότης, παρά μόνο υπάλληλος αυτής. Η δε παράδοση του κλητηρίου στην κα Κωστάππη, δεν φαίνεται να έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, αλλά σε κάποια άλλη διεύθυνση, στην οποία η ενάγουσα προβάλλει ότι βρίσκονται τα υποστατικά εργασίας της εναγομένης 1 εταιρείας, χωρίς να αμφισβητείται ποσώς η θέση των εναγομένων ότι δεν πρόκειται περί του εγγεγραμμένου γραφείου της εναγομένης 1 εταιρείας. Υπενθυμίζω, όμως, ότι, εφόσον πρόκειται για νομικό πρόσωπο, η επίδοση είναι έγκυρη μόνο στην περίπτωση που έχει επιδοθεί στον πρόεδρο, στον γραμματέα ή κάποιο άλλο υψηλόβαθμο αξιωματούχο της εταιρείας, όπως διευθυντή (σε οποιαδήποτε διεύθυνση), ή σε κάποιο φυσικό πρόσωπο στο εγγεγραμμένο γραφείο της (βλ. Ιερά Μητρόπολη, πιο πάνω, και J. Z. Classic Music Pro Ltd v. Alkadia Music Land Ltd 2002 1Β Α.Α.Δ. 1151). Η επίδοση κλητηρίου σε υπάλληλο της εταιρείας ο οποίος δεν είναι διευθυντής ή γραμματέας της εταιρείας, σε διεύθυνση η οποία δεν αποτελεί το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, δεν μπορεί να θεωρηθεί έγκυρη. Άλλωστε, η απόφαση εναντίον της εναγομένης 1 εταιρείας εκδόθηκε ερήμην στις 15.11.2013 καθότι το Δικαστήριο είχε ενώπιόν του ένορκη δήλωση ιδιώτη επιδότη βάσει της οποίας είχε επιδώσει το κλητήριο ένταλμα σε «Διευθυντή» της εταιρείας, γεγονός που διαφάνηκε, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, να μην ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η επίδοση όσον αφορά την εναγομένη 1 ήταν αντικανονική, εφόσον δεν έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 372 του Κεφ.113 σε συνδυασμό με τις πρόνοιες της Διαταγής 5 θ.7. Κατά συνέπεια, η απόφαση εναντίον της εναγομένης 1 θα πρέπει να παραμεριστεί ex debito justitiae. Όσον αφορά τον εναγόμενο 2 που είναι φυσικό πρόσωπο, σημειώνω ότι η Διαταγή 5 θ. 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα (σε μετάφραση): «2
(1)Η επίδοση πρέπει, όποτε είναι πρακτικό, να γίνεται δια της αφέσεως του αντιγράφου στο πρόσωπο στο οποίο θα γίνει η επίδοση, αλλά αν δεν βρεθεί στο σπίτι του ή στον συνήθη τόπο εργασίας του, η επίδοση θα θεωρείται ότι έγινε αν το αντίγραφο αφεθεί: (
- i)Σε ένα μέλος της οικογένειάς του, που να φαίνεται ότι είναι 16 ετών και άνω, και βρίσκεται στην πόλη ή το χωριό του ή εντός της περιοχής του, ή (
- ii)Σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιας ηλικίας και που να είναι υπεύθυνο του τόπου εργασίας του, ή (iii) Στον αφέντη του, στην περίπτωση υπηρέτη που διαμένει με τον αφέντη του Όταν γίνει η επίδοση δια της αφέσεως του αντιγράφου σε πρόσωπο εκτός από τον ίδιο προσωπικά, η ένορκη δήλωση επιδόσεως πρέπει να αναφέρει (εάν έτσι έχουν τα πράγματα) ότι το πρόσωπο στο οποίο έπρεπε να γίνει η επίδοση δεν βρέθηκε στο σπίτι του ή στον συνήθη τόπο εργασίας του (Τύπος 5). » Εξετάζοντας το θέμα της επίδοσης όσον αφορά τον εναγόμενο 2, παρατηρώ από το ενώπιόν μου υλικό ότι ο ιδιώτης επιδότης Βάσος Αργυρού κατέθεσε ένορκη δήλωση ημερ. 31.10.2013, όπου αναφέρει ότι στις 24.10.2013 επέδωσε επίσημο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος, αφήνοντάς το έναντι της υπογραφής της κας Χρύσως Κωστάππη, για τον εναγόμενο 2, τον οποίο δεν βρήκε στο σπίτι ή στον συνήθη τόπο εργασίας του, και ότι η εν λόγω κυρία είναι «Διευθύντρια χώρου εργασίας και συνεργάτης (σύγαμπροι)» του εναγομένου 2. Εν τούτοις, η πλευρά των εναγομένων προέβαλε τη θέση ότι διευθυντής του χώρου εργασίας της εναγομένης 1 είναι ο ίδιος ο εναγόμενος 2, ότι η κα Κωστάππη δεν είναι υπεύθυνη του χώρου εργασίας του εναγομένου 2 και ότι ο χώρος εργασίας του εναγομένου 2 είναι η οδός Θεμιστοκλή Δέρβη 41 και όχι η οδός Πεσόντων & Αγνοουμένων 6 Κοκκινοτριμιθιά, όπου επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα. Οι θέσεις αυτές, επαναλαμβάνω, ουδόλως αντικρούσθηκαν από την πλευρά της ενάγουσας-καθ'ης η αίτηση καθ' οιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο. Συνεπώς, προκύπτει ότι η επίδοση στον εναγόμενο 2 δεν μπορεί να θεωρηθεί καλή, εφόσον δεν έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 5 θ. 2, και κατά συνέπεια η απόφαση εναντίον του θα πρέπει επίσης να παραμεριστεί ex debito justitiae. Σημειώνω ότι στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολις Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 43, όπου κρίθηκε ότι ορθά παραμερίστηκε η απόφαση εφόσον δεν προηγήθηκε έγκυρη επίδοση, λέχθηκε ότι η καλή επίδοση «συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίου εγκαλείται στο Δικαστήριο» ως Συνταγματικό δικαίωμά του βάσει του άρθρου 30
(3)του Συντάγματος. Στην παρούσα περίπτωση, δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι η αγωγή φαίνεται να περιήλθε σε γνώση των εναγομένων 1 και 2, εφόσον, όπως αναφέρει εκ μέρους όλων των εναγομένων ο εναγόμενος 3 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ο λόγος που δεν καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης ήταν η απλή παραδρομή. Εν τούτοις, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο, ενόψει του ότι η απόφαση που εκδόθηκε ερήμην στις 15.11.2013 δεν εκδόθηκε νομότυπα όσον αφορά τους εναγομένους 1 και 2 εφόσον δεν προηγήθηκε έγκυρη επίδοση σε αυτούς, να εγκρίνει το αίτημά τους για παραμερισμό της, χωρίς να τίθεται καν θέμα διακριτικής ευχέρειας. Προχωρώντας στην εξέταση της αίτησης όσον αφορά τον εναγόμενο 3, σημειώνω ότι δεν προβάλλεται ισχυρισμός περί κακής/αντικανονικής επίδοσης, εφόσον το κλητήριο παραδόθηκε για αυτόν στην κα Χρύσω Κωστάππη, σύζυγό του, σχέση που προφανώς και εμπίπτει εντός των προνοιών της Διαταγής 5 θ. 2
(1)(i) εφόσον πρόκειται για μέλος της οικογένειάς του. Εν τούτοις, προβάλλεται η έκδοση διατάγματος παραλαβής ως λόγος για τον οποίο θα πρέπει να παραμεριστεί η απόφαση εναντίον του, καθότι δεν μπορούσε νόμιμα να καταχωριστεί αγωγή εναντίον του. Συνεπώς, θα πρέπει να εξεταστεί το συγκεκριμένο ζήτημα με βάση τις αρχές που αφορούν τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό αντικανονικής απόφασης (βλ. The Annual Practice 1958, σελ 615, «inherent power to set aside irregular judgment»). Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του εναγομένου 3 και δεν αμφισβητήθηκε, στις 11.6.2013, ήτοι πριν την καταχώριση της παρούσας αγωγής, εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του εναγομένου 3. Το άρθρο 9
(1)του περί Πτωχεύσεων Νόμου, Κεφ. 5, όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 206(Ι)/2012, προνοεί ότι με την έκδοση διατάγματος παραλαβής, ο επίσημος παραλήπτης καθίσταται παραλήπτης της περιουσίας του χρεώστη και ακολούθως κανένας πιστωτής στον οποίο ο χρεώστης οφείλει αναφορικά με οποιοδήποτε χρέος που δύναται να επαληθευτεί σε πτώχευση, δεν θα έχει οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον της περιουσίας ή του προσώπου του χρεώστη σχετικά με το χρέος ή θα εγείρει οποιαδήποτε αγωγή εκτός κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου. Προνοείται επιπλέον ότι για χρέη τα οποία δημιουργεί ο χρεώστης μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής, οποιοδήποτε πρόσωπο θα έχει το δικαίωμα να εγείρει αγωγή εναντίον του χρεώστη προσωπικά προς είσπραξη της απαίτησής του, χωρίς οποιαδήποτε άδεια του Δικαστηρίου. Το δε εδάφιο 3 του άρθρου 9 όπως έχει τροποποιηθεί προνοεί ότι μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής και πριν την έκδοση του διατάγματος κήρυξης του χρεώστη σε πτώχευση, ο χρεώστης είναι το μόνο πρόσωπο που δύναται να εγείρει ή υπερασπιστεί οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία που αφορά την περιουσία του, και ότι η αγωγή «καταχωρείται υπό και/ή εναντίον του χρεώστη προσωπικά και μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής». Δηλαδή, για την έγερση αγωγής μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής (και πριν την έκδοση διατάγματος πτώχευσης), για την είσπραξη επαληθεύσιμου χρέους που δημιουργήθηκε πριν την έκδοση του διατάγματος παραλαβής, χρειάζεται η άδεια του Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι εγείρεται εναντίον του χρεώστη προσωπικά (και όχι εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη όπως συνέβαινε πριν την τροποποίηση του Νόμου). Για χρέος που δημιουργήθηκε μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής, η αγωγή εγείρεται εναντίον του χρεώστη προσωπικά χωρίς τη λήψη άδειας από το Δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος 3 υπέγραψε το επίδικο γραμμάτιο ως εγγυητής στις 31.1.2013, το διάταγμα παραλαβής εκδόθηκε 11.6.2013 και η αγωγή καταχωρίστηκε 23.10.2013. Ως εκ τούτου, δεν φαίνεται να πρόκειται περί χρέους που δημιουργήθηκε μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής, για το οποίο δεν υπάρχει υποχρέωση εξασφάλισης άδειας του Δικαστηρίου πριν την καταχώριση αγωγής. Συνεπώς, θα πρέπει να εξακριβωθεί κατά πόσο το υπό εξέταση χρέος όσον αφορά τον εναγόμενο 3 είναι χρέος το οποίο δύναται να επαληθευτεί σε πτώχευση, ενόψει της πρόνοιας του άρθρου 9
(1)του Κεφ. 5 ότι κανένας πιστωτής στον οποίο ο χρεώστης οφείλει αναφορικά με χρέος που δύναται να επαληθεύσει σε πτώχευση μπορεί να εγείρει αγωγή παρά μόνο μετά από άδεια του Δικαστηρίου, εκτός όταν το χρέος δημιουργήθηκε μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής. Το άρθρο 34 του Κεφ. 5, με πλαγιότιτλο «περιγραφή χρεών που δύνανται να επαληθευτούν σε πτώχευση» εξειδικεύει ποια χρέη μπορούν να επαληθευτούν. Σύμφωνα με το άρθρο 34
(1), απαιτήσεις σε μορφή ανεκκαθάριστων αποζημιώσεων, οι οποίες προκύπτουν διαφορετικά παρά από σύμβαση, υπόσχεση ή κατάχρηση εμπιστοσύνης, δεν είναι επαληθεύσιμα. Σύμφωνα με το άρθρο 34
(2), πρόσωπο που έχει γνώση οποιασδήποτε πράξης πτώχευσης που υφίσταται εναντίον χρεώστη, δεν δύναται να προβεί σε επαλήθευση με βάση το διάταγμα για χρέος ή υποχρέωση που δημιουργήθηκε από τον χρεώστη μετά την ημερομηνία που έλαβε γνώση της πράξης πτώχευσης. Σύμφωνα δε με το άρθρο 34
(3), εκτός όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, «όλα τα χρέη και όλες οι υποχρεώσεις, παρούσες ή μελλοντικές, βέβαιες ή υπό αίρεση, στις οποίες υπόκειται ο χρεώστης κατά την ημερομηνία του διατάγματος παραλαβής, ή στις οποίες θα υπόκειται πριν από την αποκατάσταση του λόγω ευθύνης που προέκυψε πριν από την ημερομηνία του διατάγματος παραλαβής, θα θεωρούνται ως χρέη που δύνανται να επαληθευτούν». Στην παρούσα περίπτωση, πρόκειται περί επαληθεύσιμου χρέους, εφόσον δημιουργήθηκε στις 31.1.2013, ήτοι πριν την έκδοση του διατάγματος παραλαβής. Παρά ταύτα, δεν φαίνεται να εξασφαλίσθηκε η άδεια του Δικαστηρίου (που εξέδωσε το διάταγμα παραλαβής) για την έγερση της παρούσας αγωγής κατά του εναγομένου 3. Ως εκ των ανωτέρω, προκύπτει ότι η αγωγή εγέρθηκε κατά του εναγομένου 3 χωρίς την απαιτούμενη από το άρθρο 9 του Κεφ. 5 άδεια του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Williams and Muir Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελίδα 70 σε σχέση με πανομοιότυπο Αγγλικό άρθρο του σχετικού Νόμου: «A receiving order operates, and protects the debtor, as from the day it is pronounced, and no action can be commenced without leave, even although the order has not yet been drawn up. ... ...creditors cannot now commence any action or other legal proceedings against the debtor or his property without leave of the court; their rights to proceed against the debtor's person or his property are suspended, but may revive on annulment.» Συνεπώς, η απόφαση εναντίον του εναγομένου 3 θα πρέπει επίσης να παραμεριστεί δικαιωματικά (ex debito justitiae), εφόσον εκδόθηκε εναντίον προσώπου για το οποίο η ενάγουσα δεν είχε δικαίωμα έγερσης αγωγής και εξασφάλισης απόφασης, χωρίς την προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου που είχε εκδώσει το διάταγμα παραλαβής. Πρόκειται για παράλειψη συμμόρφωσης με νομοθετική απαίτηση (statutory requirement), ήτοι του άρθρου 9
(1)του Κεφ. 5. Όπως αναφέρεται στο The Supreme Court Practice 1982, Volume 1, Centenary edition, στη σελίδα 157, παρ. 13/9/4: «Where a judgment is obtained irregularly the defendant is entitled ex debito justistiae to have it set aside. When setting aside an irregular judgment, the Court should impose no terms whatever on the defendant, not even contingent terms, such as that the costs should be costs in cause.» Παρομοίως, στο Halsbury's Law of England, Τόμος 37, 4η έκδοση, παράγραφος 403: «In the case of an irregular judgment, the defendant is entitled to have it set aside ex debito justitiae, and the court should not impose any terms whatever upon the defendant.» Στις περιπτώσεις, ως η παρούσα, όπου η έκδοση απόφασης είναι αποτέλεσμα θεμελιώδους αντικανονικότητας, ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης γίνεται καθηκόντως υπό του Δικαστηρίου, ex debito justitiae, και ανεξαρτήτως του κατά πόσο φανερώνεται η ύπαρξη καλής υπεράσπισης επί της ουσίας (βλ. Ευθυμίου ν. Χαραλάμπους
(2004)1Β Α.Α.Δ. 700). Παρά την πιο πάνω κατάληξή μου, θεωρώ ορθό, για σκοπούς πληρότητας, να καταγραφεί η κρίση μου αναφορικά με θέμα του παραμερισμού σε περίπτωση που η απόφαση δεν ήταν αντικανονική για όλους και εξετάζετο το αίτημα για παραμερισμό υπό το πρίσμα των παραγόντων και προϋποθέσεων που έχει καθιερώσει η προαναφερόμενη στις σελίδες 7 και 8 νομολογία. Όσον αφορά το θέμα της παράλειψης του εναγομένου 3 να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, η αιτιολογία που προβάλλει είναι ότι εκ παραδρομής δεν έστειλε την υπόθεση στους δικηγόρους των εναγομένων για να τους εκπροσωπήσουν, με αποτέλεσμα να μην καταχωριστεί σημείωμα εμφάνισης. Κατά την κρίση μου, αυτή η απλή «παραδρομή» σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί σοβαρή και εύλογη αιτιολογία για την απουσία του εναγομένου 3, εφόσον είχε προηγηθεί έγκυρη επίδοση. Εάν και εφόσον είχε πρόθεση να υπερασπιστεί την αγωγή μέσω δικηγόρων, τότε όφειλε να λάβει έγκαιρα τα αναγκαία μέτρα διορισμού των. Παρομοίως, τα όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του σε σχέση με τα όσα διημείφθησαν στις 15.11.2013, που βρισκόταν στο Δικαστήριο για άλλη υπόθεση, δεν αποτελούν επαρκή αιτιολογία. Στην ουσία, ο εναγόμενος 3 επιχειρεί να εναποθέσει την ευθύνη για την παράλειψή του να εμφανιστεί έγκαιρα στη διαδικασία, στην δικηγόρο που παρουσιάστηκε δεόντως ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους της ενάγουσας. Ειδικότερα, ο εναγόμενος 3 ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωσή του ότι πληροφορήθηκε, ενώ βρισκόταν στο Δικαστήριο για άλλες υποθέσεις, ότι εκκρεμούσε αίτηση για απόφαση στην παρούσα, και ενημέρωσε τηλεφωνικώς τους δικηγόρους του, οι οποίοι τον πληροφόρησαν ότι θα παρουσιάζονταν εκ μέρους των εναγομένων για να ζητήσουν χρόνο να καταχωρίσουν σημείωμα εμφάνισης. Εν τούτοις, όπως επιμαρτυρείται από το πρακτικό του Δικαστηρίου (με διαφορετική σύνθεση) ημερ. 15.11.2013 που βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης, ο εναγόμενος 3 παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς δικηγόρο στις 11.15π.μ., και πληροφορήθηκε ότι είχε εκδοθεί ενωρίτερα απόφαση στα πλαίσια αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι ο εναγόμενος 3 παραλείπει παντελώς να αποκαλύψει το γεγονός ότι «η άλλη υπόθεση» για την οποία βρισκόταν στο Δικαστήριο, κατά τον χρόνο που πληροφορήθηκε για την εκκρεμότητα της αίτησης για απόφαση στην παρούσα, στην πραγματικότητα ήταν δύο άλλες αγωγές, με αριθμό 6736/2013 και 6737/2013, οι οποίες του επιδόθηκαν μαζί με την παρούσα, και στις οποίες παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαζί με τη συγκεκριμένη αντίδικο δικηγόρο και δέχθηκε απόφαση (βλ. Τεκμήρια 2 και 4 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση). Από όλα αυτά τα στοιχεία, καταδεικνύεται σαφώς ότι ο εναγόμενος 3 είχε κάθε ευκαιρία μετά την επίδοση της παρούσας αγωγής να λάβει έγκαιρα τα δέοντα μέτρα, εάν η πρόθεσή του ήταν να υπερασπιστεί την αγωγή, και δεν το έπραξε με δική του υπαιτιότητα. Συναφώς, επισημαίνω ότι ο εναγόμενος 3 ουδόλως δικαιολογεί καθ' οιονδήποτε τρόπο την καθυστέρησή του να αποταθεί στο Δικαστήριο προς παραμερισμό της απόφασης. Το κλητήριο ένταλμα του επιδόθηκε στις 24.10.
- Στις 15.11.2013 πληροφορήθηκε ότι εκκρεμούσε αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, και στις 11.15π.μ. της ίδιας μέρας ότι εκδόθηκε απόφαση ερήμην. Οι δικηγόροι του, μετά από οδηγίες των εναγομένων, προέβησαν σε έρευνα στον φάκελο της υπόθεσης στις 30.1.2014, ήτοι ενάμισι μήνα αργότερα, και εν τέλει καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση για παραμερισμό στις 11.4.2014, ήτοι πέντε μήνες μετά την ημερομηνία κατά την οποία πληροφορήθηκε ο εναγόμενος 3 από το ίδιο το Δικαστήριο για την έκδοση της απόφασης. Επαναλαμβάνω ότι καμία απολύτως αιτιολογία δεν δίδεται για την καθυστέρηση/κωλυσιεργία αυτή, παρά το ότι ο εναγόμενος 3 φέρει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε. Αναφορικά με το κατά πόσο αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, για σκοπούς πληρότητας και μόνο, σημειώνω ότι ο εναγόμενος 3 προβάλλει ότι το επίδικο γραμμάτιο δεν είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου, ότι οι εναγόμενοι αρνούνται ότι το υπέγραψαν, ότι οι εναγόμενοι αρνούνται ότι εκδόθηκε έναντι νομίμου ή οποιουδήποτε ανταλλάγματος, ότι ουδέποτε υπέγραψαν εγγύηση για την αποπληρωμή του γραμματίου και ότι ουδέν ποσό οφείλουν στην ενάγουσα. Εν τούτοις, ο εναγόμενος 3 ουδέν απτό στοιχείο παραθέτει προς τεκμηρίωση των εν λόγω γενικών και αόριστων ισχυρισμών, ή έστω και το παραμικρό στοιχείο που να μπορεί να θεωρηθεί ότι προσδίδει την ελάχιστη απαιτούμενη βαρύτητα στους ισχυρισμούς αυτούς. Το επίδικο γραμμάτιο, το οποίο βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης, φαίνεται να υπογράφεται από τον εναγόμενο 3 ως εγγυητή της πληρωμής του ποσού των €40.000 από την εναγομένη 1 προς την ενάγουσα, στην παρουσία δύο μαρτύρων. Ο εναγόμενος 3 δεν εξειδικεύει για ποιο λόγο θεωρεί ότι δεν αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου εντός της έννοιας του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Το δε άρθρο 80 του εν λόγω Νόμου προνοεί ότι σε κάθε δικαστικό μέτρο που λαμβάνεται βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενό του συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό. Νοείται όμως ότι αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπέγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη. Ο εναγόμενος 3 με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση σε κανένα σημείο δεν επικαλείται οποιαδήποτε από αυτές τις υπερασπίσεις ή οποιουσδήποτε σχετικούς ισχυρισμούς, παρά μόνο γενική άρνηση υπογραφής και οφειλής, χωρίς ισχυρισμό περί πλαστογραφίας ή εξαναγκασμού ή απάτης. Όσον αφορά το γεγονός ότι ο εναγόμενος 3 επιφυλάσσει το δικαίωμα να αναφέρει περισσότερους λόγους υπεράσπισης εφόσον παραμεριστεί η απόφαση και του δοθεί άδεια για καταχώριση έκθεσης υπεράσπισης, σημειώνω ότι η τοποθέτηση αυτή είναι εντελώς ανεπαρκής. Εφόσον αιτείται τον παραμερισμό της απόφασης, φέρει το βάρος απόδειξης ύπαρξης καλής εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμης υπεράσπισης και συνεπώς η ατεκμηρίωτη και αόριστη προβολή του ισχυρισμού για την ύπαρξη άλλων λόγων υπεράσπισης δεν έχει κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Εν όψει των πιο πάνω, σε περίπτωση που η απόφαση είχε εκδοθεί νομότυπα και κανονικά και δεν ετίθετο θέμα παραμερισμού της ex debito justitiae, και το αίτημα για παραμερισμό απόφασης εξετάζετο ως θέμα διακριτικής ευχέρειας με βάση τους παράγοντες που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία, τότε θα απέρριπτα την αίτηση. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται Διάταγμα παραμερισμού της απόφασης που εκδόθηκε υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 στις 15.11.2013, ex debito justitiae. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και συνεπώς επιδικάζονται υπέρ των αιτητών-εναγομένων 1, 2 και 3 και εναντίον της καθ' ης η αίτηση-ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .................. Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Evans v. Bartlam [1937] 2 All ER 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317, Mine & Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1.Α.Α.Δ. 26, Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, Ιωάννου v. Το Σκάφος "VERONICA"
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 437, Λαική Κυπριακή Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ v. Ιακώβου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 457, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρυσάνθου Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941, Ευάνθη ν. Δημάδη,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1822, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, Πίττας ν. Unigoods Trading Company Ltd,
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 176, Steven Bush κ.α v. Γιαννάκης Γιαννή,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο