Μαρούλλας Α. Κώστουλλου κ.α. ν. Παντελή Λοΐζου, Αρ. Αγωγής: 4979/2009, 4/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A399 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4979/2009 Μεταξύ: Μαρούλλας Α. Κώστουλλου Ήβης Ι. Τουμάζου Εναγουσών και Παντελή Λοΐζου Εναγομένου ------------------------------------- Ημερομηνία: 4 Νοεμβρίου, 2014 Για τις ενάγουσες : κ. Γ. Κορφιώτης Για τον εναγόμενο : κ. Μ. Ιωάννου ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 24.11.1997 οι ενάγουσες καταχώρισαν εναντίον του εναγομένου και ενός άλλου προσώπου, την υπ' αριθμό 14409/97 αγωγή του Ε.Δ. Λευκωσίας. Κατόπιν ακρόασης, το Δικαστήριο εξέδωσε στις 28.3.2002 απόφαση με την οποία απέρριψε την αγωγή και καταδίκασε τις ενάγουσες στα έξοδα. Στις 9.1.2003 οι ενάγουσες κατέβαλαν προς τους δικηγόρους του εναγομένου ποσό εκ Λ.Κ. 2.227 για τα έξοδα της εν λόγω αγωγής και εκδόθηκε η απόδειξη με αριθμό
- Στις 22.4.2005, το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε δεκτή την έφεση που οι ενάγουσες καταχώρισαν εναντίον της προαναφερόμενης απόφασης. Ως προς τα έξοδα, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «έχοντας υπ' όψη την όλη τροπή της έφεσης, κρίνουμε ορθό όπως, παραμεριζόμενης της πρωτόδικης διαταγής για έξοδα, ο Εφεσίβλητος 1 [εναγόμενος στην παρούσα] καταβάλει το ήμισυ των εξόδων των Εφεσειουσών [εναγουσών στην παρούσα] πρωτοδίκως και κατ' έφεση». Μετά από αυτήν την εξέλιξη, οι ενάγουσες ζήτησαν γραπτώς μέσω των δικηγόρων τους από τον εναγόμενο να τους επιστρέψει το ποσό των εξόδων που είχε εισπράξει στις 9.1.2003 και όταν παρέλειψε ή αρνήθηκε να το πράξει, ήγειραν την παρούσα αγωγή, αξιώνοντας το ποσό των €3.805,05 πλέον τόκο προς 8% από 9.1.2003, στη βάση «είσπραξης ποσού αχρεωστήτως και/ή για αιτία που δεν ακολούθησε και/ή υπό συνθήκες αδικαιολόγητου πλουτισμού». Ο εναγόμενος καταχώρισε Υπεράσπιση στην οποία εγείρει προδικαστικές ενστάσεις ότι οι ενάγουσες δεν αποκαλύπτουν αιτία αγωγής, η αγωγή στερείται ερείσματος, το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι καθ' ύλην αναρμόδιο να εκδικάσει την αγωγή, και ότι με την έφεση η όλη διαδικασία ολοκληρώθηκε και δημιουργήθηκε δεδικασμένο. Επιπρόσθετα, επικαλείται το γεγονός ότι στις 3.10.2005 το Ανώτατο Δικαστήριο καθόρισε τα έξοδα των εναγουσών σε Λ.Κ. 574,15 πλέον Λ.Κ. 70,05 Φ.Π.Α. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, ο εναγόμενος προβάλλει τη θέση ότι κατέβαλε το ποσό των εξόδων που είχε διαταχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην έφεση και συνεπώς συμμορφώθηκε με την απόφαση του Ανωτάτου ημερ. 22.4.
- Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και ζητά την απόρριψή της με έξοδα. Οι ενάγουσες, με την Απάντησή τους, αρνούνται τους ισχυρισμούς του εναγομένου σε σχέση με την καταβολή των εξόδων ως η απόφαση του Εφετείου και ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να επιστρέψει σε αυτές το ποσό των Λ.Κ. 2.227 ή €3.805,05 που οι δικηγόροι του, όπως επιβεβαίωσαν με την επιστολή τους ημερ. 12.12.2002, ανέλαβαν όπως επιστρέψουν σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης και/ή σε περίπτωση που το Εφετείο θα έδιδε ανάλογες οδηγίες. Η ακροαματική διαδικασία υπήρξε πολύ σύντομη, εφόσον περιορίσθηκε στην εκ συμφώνου / από κοινού κατάθεση, ως τεκμηρίων, των ακόλουθων εγγράφων: Τεκμήριο 1: Απόδειξη με αρ. 03617 ημερ. 9.1.2003 των δικηγόρων του εναγομένου για την είσπραξη, από τις ενάγουσες, του ποσού των Λ.Κ. 2.227 (€3.805,05) προς εξόφληση αγωγής εναντίον του εναγομένου. Τεκμήριο 2Α: Επιστολή ημερ. 12.12.2002 των δικηγόρων του εναγομένου προς τους δικηγόρους των εναγουσών, με την οποία αναφέρουν ότι σε περίπτωση που τους καταβληθούν τα έξοδα της αγωγής 14409/97 των εναγουσών εναντίον του εναγομένου και άλλου, τότε είναι πρόθυμοι να επιστρέψουν αυτά εάν η Έφεση με αρ. 11374 επιτύχει και δοθούν οι ανάλογες οδηγίες από το Εφετείο Τεκμήριο 2Β: Απόφαση ημερ. 29.3.2002 του Ε.Δ. Λευκωσίας στην αγωγή 14409/97 μεταξύ των εναγουσών της παρούσας υπόθεσης και του εναγομένου ως εναγομένου 1 και ενός άλλου προσώπου ως εναγομένου 2, με την οποία η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των εναγουσών στο ποσό των Λ.Κ. 1.485,50 με τόκο 8% από 24.11.1997 πλέον Λ.Κ. 93 Φ.Π.Α. Η εν λόγω απόφαση επισυναπτόταν στην επιστολή Τεκμήριο 2Α. Τεκμήριο 3: Αντίγραφο της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 22.4.2005 στην Πολιτική Έφεση Αρ.
- Τεκμήριο 4: Επιστολή ημερ. 26.4.2005 των δικηγόρων των εναγουσών προς τους δικηγόρους του εναγομένου, με την οποία παρακαλούν όπως επιστραφεί το ποσό των Λ.Κ. 2.227 στις ενάγουσες, εν όψει της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 22.4.2005 στην Πολιτική Έφεση Αρ. 11999 και της επιστολής ημερ. 12.12.2002 Τεκμήριο 2Α. Τεκμήριο 5: Επιστολή ημερ. 4.5.2005 των δικηγόρων των εναγουσών προς τους δικηγόρους του εναγομένου, με την οποία τους πληροφορούν ότι εμμένουν στην παράκλησή τους για επιστροφή του ποσού των Λ.Κ. 2.227 στις ενάγουσες, καθότι θεωρούν ότι προκύπτει καθαρά από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η πρωτόδικη απόφαση ως προς τα έξοδα παραμερίζεται αναφορικά και με τους δύο εναγομένους. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Η θέση του κ. Ιωάννου είναι ότι πουθενά στην απόφαση του Εφετείου δεν υπάρχει διαταγή κατά του εναγομένου να επιστρέψει το ποσό που του καταβλήθηκε από τις ενάγουσες στην πρωτόδικη διαδικασία. Θεωρεί ότι το μόνο που δικαιούνται οι ενάγουσες να διεκδικήσουν, με βάση την απόφαση του Εφετείου, είναι το ήμισυ των εξόδων τους πρωτοδίκως και κατ' έφεση, χωρίς οποιαδήποτε υποχρέωση επιστροφής χρημάτων. Ο κ. Κορφιώτης υποστήριξε ότι ο λόγος που οι ενάγουσες δικαιούνται τα χρήματα που κατέβαλαν ως έξοδα είναι ότι η πρωτόδικη διαταγή για έξοδα, στη βάση της οποίας καταβλήθηκαν τα χρήματα, έχει παραμερισθεί. Αναφέρθηκε στα άρθρα 70 - 72 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 ως τη δικαιοδοτική βάση της αγωγής και πρόσθεσε ότι, ναι μεν ο αδικαιολόγητος πλουτισμός δεν αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής, πλην όμως παρέχει δικαίωμα αποκατάστασης. Κατέληξε δε, με αναφορά σε συγγράμματα και νομολογία, ότι είναι αυτονόητο ότι οι ενάγουσες δικαιούνται να λάβουν πίσω τα έξοδα που κατέβαλαν στον εναγόμενο προς συμμόρφωση με μια πρωτόδικη απόφαση η οποία στη συνέχεια παραμερίσθηκε και δεν είχε λόγο το Εφετείο να εκδώσει σχετική ρητή διαταγή, εφόσον δήλωσε ρητά ότι η πρωτόδικη απόφαση ως προς τα έξοδα παραμερίζεται. Σημειώνεται ότι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι δήλωσαν ότι ο εναγόμενος έχει συμμορφωθεί με τη διαταγή του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Έφεση 11199 για την καταβολή του ήμισυ των εξόδων των εναγουσών στην πρωτόδικη διαδικασία της αγωγής 14409/07 και της έφεσης. Το μόνο που παραμένει προς αμφισβήτηση είναι κατά πόσο έχει υποχρέωση να επιστρέψει το ποσό των εξόδων της πρωτόδικης διαδικασίας που έλαβε από τις ενάγουσες, εν όψει του αποτελέσματος της έφεσης. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, τα βασικά γεγονότα της υπόθεσης, αυτά καθ' εαυτά, δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Συνεπώς, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα, με βάση τα όσα γίνονται παραδεκτά από τα δικόγραφα και τα όσα προκύπτουν από τα από κοινού κατατεθέντα Τεκμήρια: Στις 29.3.2002 το Ε.Δ. Λευκωσία απέρριψε την αγωγή με αρ. 14409/97 των εναγουσών εναντίον του εναγομένου και ενός άλλου προσώπου, με έξοδα εναντίον των εναγουσών τα ποία υπολογίσθηκαν σε Λ.Κ. 1.485,50 με τόκο 8% από 24.11.1997 πλέον Λ.Κ. 93 Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 2Α). Στις 12.12.2002 οι δικηγόροι του εναγομένου απέστειλαν επιστολή προς τους δικηγόρους των εναγουσών, με την οποία δήλωσαν ότι σε περίπτωση που τους καταβληθούν τα έξοδα που αφορούν την αγωγή με αρ. 14409/97, είναι πρόθυμοι να τα επιστρέψουν σε περίπτωση που η Έφεση επιτύχει και δοθούν οι ανάλογες οδηγίες από το Εφετείο. Στις 9.1.2003 οι ενάγουσες κατέβαλαν το ποσό των Λ.Κ. 2.227 (€3.805,05) στους δικηγόρους του εναγομένου, προς εξόφληση των εξόδων της αγωγής 14409/97 εναντίον του εναγομένου, και εκδόθηκε σχετική απόδειξη είσπραξης (Τεκμήριο 1). Στις 22.4.2005 εκδόθηκε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση αρ. 11999 των εναγουσών της παρούσας αγωγής ως Εφεσειουσών και του εναγομένου της παρούσας αγωγής ως Εφεσίβλητου 1 και ενός άλλου προσώπου ως Εφεσίβλητου 2 (Τεκμήριο 3 η απόφαση στην εν λόγω Πολιτική Έφεση). Η έφεση ως προς τον Εφεσίβλητο 1 (εναγόμενο της παρούσας υπόθεσης) πέτυχε μερικώς, ενώ η έφεση ως προς τον Εφεσίβλητο 2 απέτυχε. Όσον αφορά τα έξοδα, το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ως ακολούθως: «Ως προς τα έξοδα, έχοντας υπ' όψη την όλη τροπή της έφεσης, κρίνουμε ορθό όπως, παραμεριζόμενης της πρωτόδικης διαταγής για έξοδα, ο Εφεσίβλητος 1 καταβάλει το ήμισυ των εξόδων των Εφεσειουσών πρωτοδίκως και κατ' έφεση.» Η πλευρά των εναγουσών ζήτησε με επιστολές των δικηγόρων τους ημερ. 26.4.2005 και 4.5.2005 όπως διευθετηθεί η επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.2.227 (€3.805,05) στις ενάγουσες (Τεκμήρια 4 και 5), αίτημα το οποίο δεν έγινε αποδεκτό από την πλευρά του εναγομένου. Στις 27.8.2009 καταχωρίστηκε η παρούσα αγωγή με την οποία οι ενάγουσες αξιώνουν το εν λόγω ποσό από τον εναγόμενο. Σημειώνεται ότι ο εναγόμενος έχει καταβάλει προς τις ενάγουσες το ήμισυ των εξόδων των εναγουσών πρωτοδίκως και κατ' έφεση, ως η σχετική διαταγή του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Εξετάζοντας το κατά πόσο ο εναγόμενος υπέχει υποχρέωση να επιστρέψει το ποσό των εξόδων της πρωτόδικης διαδικασίας με αρ. 14409/97 που έλαβε από τις ενάγουσες, σημειώνω κατ' αρχάς ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, στην Πολιτική Έφεση 11999, εξέδωσε ξεκάθαρη διαταγή ως προς τα έξοδα, με την οποία παραμέρισε την πρωτόδικη διαταγή για έξοδα και την αντικατέστησε με νέα, διαφορετική διαταγή. Ενώ πρωτοδίκως τα έξοδα είχαν επιδικασθεί προς όφελος των εναγομένων και σε βάρος των εναγουσών, κατ' έφεση η εν λόγω διαταγή παραμερίσθηκε και ουσιαστικά αντικαταστάθηκε με διαταγή όπως ο εναγόμενος καταβάλει το ήμισυ των εξόδων των εναγουσών, τόσο της πρωτόδικης διαδικασίας όσο και της έφεσης. Όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης, η αγωγή βασίζεται σε υποχρέωση επιστροφής ποσού που εισπράχθηκε αχρεωστήτως και/ή για αιτία που δεν ακολούθησε και/ή υπό συνθήκες αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το Μέρος VI του περί Συμβάσεων Νόμου, ΚΕΦ.149 φέρει τίτλο «Σχέσεις που Προσομοιάζουν με τις Συμβατικές» (quasi-contracts). Το άρθρο 70 του εν λόγω Μέρους του Νόμου, που επικαλείται η πλευρά των εναγουσών, προνοεί ότι αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν οτιδήποτε, χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος, εφόσον ήθελε προσπορισθεί όφελος, υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε. Το δε άρθρο 72 του Νόμου προνοεί ότι πρόσωπο στο οποίο καταβλήθηκαν χρήματα ή παραδόθηκε οτιδήποτε συνεπεία πλάνης ή εξαναγκασμού, οφείλει να τα επιστρέψει. Στην υπόθεση Minerva Finance & Investment Ltd ν. Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173, ο Κωνσταντινίδης, Δ., ως ήταν τότε, αναλύοντας το θέμα του αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment) ανέφερε τα εξής στις σελίδες 2180-2182: «Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου επικαλέστηκε διαζευκτικά τις διατάξεις των άρθρων 70 - 72 του Κεφ. 149 και επίσης την υπόθεση Moses ν. McFerlan [1558 -1774] A.M.E.R. Rep 581 όπως τη συνοψίζει ο Chitty on Contracts 24η Έκδοση § 1789. Εισηγείται πως στη βάση των διαπιστώσεων που έγιναν οι εφεσείοντες υποχρεούνται να επιστρέψουν το ποσό κατά τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και της επιείκειας. Πλούτισαν (enriched) από όφελος (benefit) εξόδοις (at the expense) του εφεσίβλητου και η διατήρηση αυτού του πλουτισμού είναι άδικη (unjust). Ο άδικος πλουτισμός (unjust enrichment) δεν αποτέλεσε και δεν αποτελεί ακόμα στο Αγγλικό Δίκαιο, παρά τον προβληματισμό που εκδηλώνεται, αυτόνομη αιτία αγωγής. Αναγνωρίζεται όμως πλέον πως, ως έννοια βρίσκεται στον πυρήνα της αξίωσης για αποκατάσταση (restitution) ως συνιστώσα την αρχή που την υποστηλώνει. Το θέμα αναπτύσσεται στον Chitty On Contracts 27η Έκδοση, ειδικά από την παράγραφο 29-007 κ.ε. Και το σύγγραμμα The Law of Restitution των Goff & Jones, 2η Έκδοση, αρχίζει ακριβώς με την επεξήγηση πως το δίκαιο της αποκατάστασης είναι το δίκαιο που αφορά σε όλες τις αξιώσεις, οιονεί συμβατικές ή άλλως, που θεμελιώνονται στην αρχή του άδικου πλουτισμού. (Βλ. επίσης σελ. 11 κ.ε.). Και είναι με την πιο πάνω έννοια που και τα δύο συγγράμματα αναφέρονται στα τρία στοιχεία του άδικου πλουτισμού στα οποία αναφέρθηκε ο εφεσίβλητος. (Βλ. παράγραφος 29-011 και σελ. 13 αντίστοιχα). Εκδίδοντας την πρώτη απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Orakpo v. Manson Investments [1911] 3 All E.R. σελ.1, στη σελίδα 7 ο Lord Diplock τόνισε ακριβώς πως δεν υπάρχει γενικός θεσμός περί άδικου πλουτισμού αναγνωρισμένος στο Αγγλικό Δίκαιο. Παρέχονται, συνεχίζει, ειδικές θεραπείες σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που θα μπορούσαν να ταξινομηθούν ως άδικος πλουτισμός σε νομικό σύστημα που βασίζεται στο αστικό δίκαιο. ... Θα προσθέταμε εδώ πως αρκετά πρόσφατα, στην υπόθεση Woolwich Building Society ν. Ι.R.C. (H.L.(E)) [1993] A.C. 167 αποφασίστηκε πως όπου έχει πληρωθεί ποσό χρημάτων αχρεωστήτως αλλά ο πληρώσας δεν μπορεί να θεμελιώσει κάποια βάση για επιστροφή του, το ποσό δεν μπορεί να επιστραφεί. Τέτοια βάση θα μπορούσε να είναι το λάθος, ως πτυχή της ευρύτερης έννοιας που συνοπτικά αποδίδεται με τον όρο "money had and received". (Χρήματα του ενάγοντα που λήφθηκαν από τον εναγόμενο.). Όρος που στην Κύπρο, στο πλαίσιο του Άρθρου 72 του Κεφ. 149 καλύπτει και το νομικό λάθος (βλ. George William Portsmouth v. Cyprus Inland Telecommunications Authority
(1967)1 C.L.R. 87 και συναφώς C.T.C. Consultants ν. Grindlays Bank
(1988)1 C.L.R. 294). Όπως και η πληρωμή συνεπεία εξαναγκασμού (duress ή compulsion ή coercion) που επίσης συνιστά βασικό κεφάλαιο του δικαίου που διέπει την αποκατάσταση. Συνοψίζουν την αγγλική νομολογία πάνω στο θέμα τα δύο συγγράμματα στα οποία έχουμε αναφερθεί, ο Chitty on Contracts από την παράγραφο 29-056 και οι Goff & Jones από τη σελίδα 161. Αναγνωρίζονται εν προκειμένω όσα περιγράφονται ως όρια στο δικαίωμα για αποκατάσταση. Αποκλείεται, μεταξύ άλλων, η αποκατάσταση όταν ο ενάγων ενεργεί εκουσίως προς δικό του όφελος. Ή κατ' αποδοχή ή συμβιβασμό έντιμης αξίωσης. (Βλ. Chitty ανωτέρω παράγραφος 29-011 κ.ε., Goff & Jones σελ. 24 κ.ε.). Στην Κύπρο, οι ρυθμίσεις του Κεφ. 149 κάτω από τον τίτλο "Σχέσεις που προσομοιάζουν με τις Συμβατικές" έχουν στη ρίζα τους τις αρχές ως προς την αποκατάσταση και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, επεκτείνοντας τις μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις. ... Οι προϋποθέσεις για την ένταξη ορισμένης περίπτωσης στο άρθρο 70, εξηγήθηκαν σε αριθμό υποθέσεων. ... Όπως έχει τονισθεί, δεν εφαρμόζεται το άρθρο στις περιπτώσεις στις οποίες η πράξη για την οποία επιδιώκεται αποκατάσταση, που περιλαμβάνει και την πληρωμή χρημάτων, τελείται μετά από ρητή απαίτηση (express request) του εναγομένου.» (οι υπογραμμίσεις δικές μου). Παρομοίως, στην υπόθεση Κιτσή ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1Β Α.Α.Δ. επαναλήφθηκε ότι ναι μεν ο αδικαιολόγητος πλουτισμός δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής, «εντάσσεται όμως στις θεραπείες που δημιουργήθησαν από το δίκαιο της επιείκειας ώστε να συμπληρώσουν τις ατέλειες και τις ελλείψεις του κοινοδικαίου. Παρέχεται κάτω από το γενικότερο πλαίσιο της αποκατάστασης ειδικής θεραπείας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι δίκαιο να διατάξει την επιστροφή χρημάτων ή άλλης περιουσίας». Στη Θεοχαρίδης κ.α. ν. Ιωάννου κ.α., Πολιτικές Εφέσεις 23/2009 και 41/2009, ο Νικολάτος Δ., ως ήταν τότε, ανέφερε τα εξής, στην απόφαση της πλειοψηφίας ημερ. 20.6.2012 στην 41/2009: «Η αρχή του άδικου ή αδικαιολόγητου πλουτισμού, η οποία συνδέεται με την αρχή της αποκατάστασης (των δικαιωμάτων των συμβαλλομένων) (restitution), είναι καλά γνωστή στο κοινό δίκαιο και ιδιαίτερα στο δίκαιο της επιείκειας. Συνηθίζεται να λέγεται ότι δεν υπάρχει γενικός κανόνας που δημιουργεί (αυτόματο) αγώγιμο δικαίωμα σ΄ έναν ενάγοντα, να ανακτήσει κάτι που έδωσε στον εναγόμενο και το οποίο κατέστησε τον εναγόμενο αδίκως πλουσιότερο (Δέστε: Goff and Jones, The Law of Restitution, 7η έκδοση, σελίδες 12 και επόμενες). Για να ισχύει η αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να ικανοποιηθούν τρεις προϋποθέσεις: (α) Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει εμπλουτιστεί από την απόκτηση ενός οφέλους. (β) Το όφελος θα πρέπει να αποκτήθηκε, εις βάρος του ενάγοντα και (γ) Θα πρέπει να είναι άδικο να επιτραπεί στον εναγόμενο να κρατήσει το όφελος». Στο προαναφερόμενο σύγγραμμα των Goff & Jones «The Law of Restitution», 7η έκδοση, στο οποίο με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγουσών, το Κεφάλαιο 16 πραγματεύεται το θέμα της ανάκτησης οφελών που αποδόθηκαν διά αποφάσεων ή διαταγμάτων τα οποία στη συνέχεια ανατράπηκαν ή παραμερίσθηκαν (recovery of benefits conferred under judgments or orders subsequently reversed or set aside). Ειδικότερα, αναφέρεται στη σελίδα 443, παράγραφο 16-001 ότι στις περιπτώσεις όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο διατάσσει έναν διάδικο να καταβάλει ένα χρηματικό ποσό στον αντίδικο, και αυτός συμμορφώνεται πριν την έφεση, και η εν λόγω απόφαση ή διαταγή ανατρέπεται ή παραμερίζεται (reversed or set aside) από το Εφετείο, το Εφετείο θα δώσει οδηγίες στον εφεσίβλητο να αποκαταστήσει στον εφεσείοντα τα χρήματα που κατέβαλε βάσει της πρωτόδικης απόφασης που τώρα έχει ανατραπεί ή παραμερισθεί. Επεξηγείται, περαιτέρω, ότι ο εφεσίβλητος έχει εμπλουτισθεί εις βάρος του εφεσείοντα και ως εκ τούτου αυτός ο πλουτισμός είναι άδικος, εφόσον έγινε προς συμμόρφωση με δικαστική διαταγή, και ο εφεσείων έχει δικαίωμα αποκατάστασης : «The respondent has been enriched at the appellant's expense...the enrichment is an unjust enrichment since the appellant's ''acts were done in the execution of justice, which are compulsive''. Indeed, the appellant may recover even though he satisfied the judgment voluntarily, without waiting for execution. It is then settled that a successful appellant can compel the respondent to restore all benefits gained through the judgment which had been reversed. The appellant has a right of ''restitution'' of money paid by him... under a judgment now reversed.» Τα πιο πάνω θεωρώ ότι ισχύουν, κατ' αναλογία, και στην παρούσα περίπτωση, όπου η πρωτόδικη αγωγή απορρίφθηκε με διαταγή ως προς τα έξοδα εναντίον των εναγουσών, η οποία διαταγή στη συνέχεια παραμερίσθηκε. Το γεγονός ότι το Εφετείο δεν εξέδωσε ρητές οδηγίες για την επιστροφή των χρημάτων που τυχόν καταβλήθηκαν προς συμμόρφωση με την πρωτόδικη διαταγή, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως λόγος μη αποκατάστασης των εναγουσών. Επαναλαμβάνω ότι το Εφετείο εξέδωσε διαταγή ως προς τα έξοδα, με την οποία παραμέρισε την πρωτόδικη διαταγή για έξοδα και την αντικατέστησε με νέα, διαφορετική διαταγή. Ο εναγόμενος έχει συμμορφωθεί με το δεύτερο σκέλος της διαταγής του Εφετείου ως προς τα έξοδα, ήτοι έχει καταβάλει «το ήμισυ των εξόδων των εφεσειουσών πρωτοδίκως και κατ' έφεση». Έχει, όμως, κατακρατήσει το ποσό που του είχε καταβληθεί βάσει της πρωτόδικης διαταγής για έξοδα, την οποία το Εφετείο παραμέρισε με το πρώτο σκέλος της διαταγής του ως προς τα έξοδα της Έφεσης. Μια έφεση δεν ενεργεί σαν αναστολή εκτέλεσης της απόφασης που εφεσιβάλλεται, εκτός κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται ή του Εφετείου (Διαταγή 35 θ. 18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών). Συνεπώς, το γεγονός ότι οι ενάγουσες συμμορφώθηκαν δεόντως με την πρωτόδικη απόφαση, παρά το γεγονός ότι την είχαν εφεσιβάλει, δεν θα πρέπει να αποτελέσει αφορμή να αφεθεί ο εναγόμενος να πλουτίσει εις βάρος των εναγουσών με τη διατήρηση του οφέλους που απέκτησε από την πρωτόδικη απόφαση, μετά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου σύμφωνα με την οποία η πρωτόδικη διαταγή ως προς τα έξοδα παραμερίσθηκε. Έχοντας κατά νουν όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι ενάγουσες έχουν θεμελιώσει δεόντως βάση για την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ. 2.227 (€3.805,05) που κατέβαλαν στον εναγόμενο, ήτοι το γεγονός ότι η αρχική διαταγή ως προς τα έξοδα, προς συμμόρφωση με την οποία κατέβαλαν το εν λόγω ποσό στον εναγόμενο, έχει πλέον παραμερισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ο εναγόμενος έχει εμπλουτισθεί από την απόκτηση ενός οφέλους, το όφελος αποκτήθηκε εις βάρος των εναγουσών και είναι άδικο να επιτραπεί στον εναγόμενο να διατηρήσει το όφελος που απέκτησε από μιαν απόφαση / διαταγή που έχει παραμερισθεί. Συνεπώς, οι ενάγουσες έχουν δικαίωμα αποκατάστασης. Όσον αφορά το θέμα του τόκου, σημειώνω ότι η πλευρά των εναγουσών περιόρισε την αξίωση σε νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Εφετείου. Εφόσον το ποσό αρχικά καλώς καταβλήθηκε προς τον εναγόμενο, και είναι λόγω της μετέπειτα μερικής επιτυχίας της έφεσης που θα πρέπει να αποκατασταθεί, θεωρώ δικαιολογημένη την αξίωση όπως επιδικασθεί νόμιμος τόκος από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Εφετείου με την οποία παραμερίσθηκε η πρωτόδικη διαταγή για έξοδα και απέκτησαν οι ενάγουσες το δικαίωμα αποκατάστασης. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγουσών και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €3.805,05, πλέον νόμιμο τόκο από 22.4.2005 μέχρι εξόφλησης, με έξοδα υπέρ των εναγουσών και εναντίον του εναγομένου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο