← Κύπρος

ΗΡΑΚΛΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ, ανηλίκου δια των γονέων αυτού των ασκούντων την γονική μέριμνα ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ και ΧΡΥΣΤΑΛΛΑΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ ν. ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αρ

ΗΡΑΚΛΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ, ανηλίκου δια των γονέων αυτού των ασκούντων την γονική μέριμνα ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ και ΧΡΥΣΤΑΛΛΑΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ ν. ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αρ. Αγωγής: 6980/06, 25/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A428 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6980/06 Μεταξύ: ΗΡΑΚΛΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ, ανηλίκου δια των γονέων αυτού των ασκούντων την γονική μέριμνα ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ και ΧΡΥΣΤΑΛΛΑΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ Ενάγοντος και ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Εναγόμενου -------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 25 Νοεμβρίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: κ. Α. Δράκος για Δράκος & Ευθυμίου ΔΕΠΕ Για τον εναγόμενο: κα Στ. Ερωτοκρίτου για Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σία ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση του ενάγοντος εναντίον του εναγόμενου πηγάζει από δυστύχημα που επεσυνέβη στις 29.10.2004 στη Λεωφόρο Αγίου Ανδρέου, στην Παλλουριώτισσα, στη Λευκωσία. Η σοβαρότητα των τραυματισμών του ενάγοντος συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος αντανακλάται στο ύψος των γενικών αποζημιώσεων και ειδικών ζημιών του, που κατέστη παραδεκτό γεγονός σε προχωρημένο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και ως συμφωνήθηκε αυτές ανέρχονται, επί πλήρους ευθύνης, στο ποσό των €1.350.000, οποιοδήποτε δε ποσό τυχόν επιδικασθεί υπέρ του ενάγοντος να φέρει νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Συνεπώς, η παρούσα απόφαση αφορά το εναπομείναν επίδικο θέμα της απόδοσης και του τυχόν καταμερισμού της ευθύνης. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ενώ ο ενάγων, ηλικίας 16 ετών, κατά τον επίδικο χρόνο και περί ώρα 23:10, διασταύρωνε πεζός νόμιμα και κανονικά τη Λεωφόρο Αγίου Ανδρέου στην Παλλουριώτισσα από δεξιά προς τα αριστερά ως η πορεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο εναγόμενος, ο τελευταίος οδηγώντας το όχημα του με αρ. εγγραφής ΚΗΕ612 με κατεύθυνση προς τον κυκλοφοριακό κόμβο, γνωστό ως Μπάτα, κτύπησε τον ενάγοντα με αποτέλεσμα να προκληθούν σ' αυτόν βαρύτατοι τραυματισμοί, ζημιές και απώλειες, λόγω αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων και εκ των κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του εναγόμενου, οι λεπτομέρειες των οποίων εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης. Κατόπιν αναφοράς στην υπόθεση αρ. 32062/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, όπου ο εναγόμενος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε στις 24.9.2007 για αμελή οδήγηση σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα, παρατίθενται στην έκθεση απαίτησης οι λεπτομέρειες των σωματικών βλαβών και ειδικών ζημιών του ενάγοντος, για τις οποίες απαιτεί γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, το ύψος των οποίων, όπως προαναφέρθηκε, κατέστη παραδεκτό γεγονός. Στην υπεράσπιση του ο εναγόμενος αποδέχεται ότι ήταν οδηγός και ιδιοκτήτης του οχήματος που προαναφέρθηκε και ότι ενεπλάκη στο επίδικο δυστύχημα, αλλά αρνείται τους ισχυρισμούς περί της δικής του αμέλειας καθώς και τις αξιώσεις του ενάγοντος, ζητώντας την απόρριψη της αγωγής. Ως υποστηρίζει ο εναγόμενος, ενόσω οδηγούσε νόμιμα και κανονικά στη δεξιά λωρίδα της εν λόγω Λεωφόρου με κατεύθυνση τον κυκλοφοριακό κόμβο Μπάτα, άγνωστο όχημα που οδηγείτο εξ αντιθέτου, αιφνιδίως οδηγήθηκε προς τη λωρίδα του εναγόμενου και προσέκρουσε στο δεξί πλαϊνό πίσω μέρος του αυτοκινήτου του, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να στρίψει ενστικτωδώς το τιμόνι του αυτοκινήτου του ελαφρώς προς τα αριστερά και τότε εμφανίστηκε μπροστά του ο ενάγων με τον οποίο ο εναγόμενος συγκρούστηκε. Προβάλλει, επίσης, ο εναγόμενος τη θέση ότι ο ενάγων, επιχειρώντας να διασταυρώσει το δρόμο, πέρασε πίσω από αυτοκίνητο που ήταν σταθμευμένο στο δρόμο παρά την είσοδο του περιπτέρου «Άμστερνταμ» και στη συνέχεια πέρασε πίσω από το προαναφερθέν άγνωστο όχημα, το οποίο αναγκάστηκε να αποκλίνει της πορείας του για να αποφύγει σύγκρουση με τον ενάγοντα και να κτυπήσει στο δεξί πλαϊνό μέρος του αυτοκινήτου του εναγόμενου, προκαλώντας του ζημιά. Αποτελεί θέση του εναγόμενου ότι το δυστύχημα, στο οποίο ο ενάγων τραυματίστηκε, οφείλετο στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντος, παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες. Θεωρεί, ακόμη, ο εναγόμενος ότι η αναφορά του ενάγοντος στην υπόθεση αρ. 32062/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, όπου ο εναγόμενος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας κρίθηκε ένοχος για αμελή οδήγηση σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα, είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής, υποστηρίζοντας ότι κατά τη διερεύνηση του ατυχήματος και/ή κατά τη διαδικασία της πιο πάνω ποινικής υπόθεσης έγινε προσπάθεια παραποίησης και/ή απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή φωτογραφικού υλικού και/ή βιντεοκασέτας, η οποία κατά τον ισχυρισμό τρίτων κατέγραψε τις κινήσεις του πεζού στο δρόμο. Στην απάντηση του στην υπεράσπιση, ο ενάγων αρνείται τους ισχυρισμούς και τις θέσεις του εναγόμενου, ειδικότερα δε την εμπλοκή οποιουδήποτε άλλου οχήματος στο δυστύχημα, εμμένοντας στις θέσεις και τις απαιτήσεις του. Η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης υπήρξε πολύ μακρά λόγω της σοβαρότητας των τραυματισμών του ενάγοντος, έχοντας αρχίσει στις 26.2.2013, ολοκληρώθηκε δε στις 6.8.

  1. Στις 15.5.2014 κατέστη παραδεκτό το ύψος, ως ήδη παρατέθηκε, των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων επί πλήρους ευθύνης, ενόσω στο μεταξύ είχε ακουστεί μαρτυρία αναφορικά με την σωματική κατάσταση του ενάγοντος μετά το ατύχημα από τους μάρτυρες ΜΕ6 μέχρι ΜΕ15, με την κατάθεση των σχετικών Τεκμηρίων 13-33, στη μαρτυρία των οποίων δεν απαιτείται να γίνει οποιαδήποτε αναφορά για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης. Σχετικά με την ευθύνη για το ατύχημα, ο ενάγων προσέφερε τη μαρτυρία του Αστυφ. 528 Νίκου Λάμπρου (ΜΕ2), του Παύλου Ινδιάνου (ΜΕ3), της Άντρης Πέτσα (ΜΕ4) και του Αστυφ. 3112 Σωκράτη Θεοφίλου (ΜΕ5), κατέθεσαν, επίσης, εκ μέρους του και οι δυο γονείς του (ΜΕ16 και ΜΕ17). Εκ μέρους του εναγόμενου κατέθεσε ο ίδιος (ΜΥ3), ο Λοχ. 3855 Νεοκλής Κωνσταντίνου (ΜΥ1) και ο Αρχιαστυφύλακας 1144 Ανδρέας Ανδρέου (ΜΥ2). Παρεμβάλλεται σ' αυτό το σημείο ότι ως ΜΕ1 κατέθεσε η Άντρη Μακρή, υπεύθυνη του Τμήματος Ποινικών Υποθέσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η οποία ανέφερε ότι ο φάκελος της ποινικής υπόθεσης με αρ. 32062/2005 δεν έχει ανευρεθεί, έχοντας καταστεί περαιτέρω παραδεκτό εκ μέρους του κ. Δράκου, σε προχωρημένο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, ότι τα Τεκμήρια 8, 11 και 12 αποτελούν πρακτικά της εν λόγω ποινικής υπόθεσης. Ο ΜΕ2 διερεύνησε το επίδικο δυστύχημα, αφού επισκέφθηκε τη σκηνή, όπου βρήκε τον εναγόμενο ενόσω ο ενάγων είχε ήδη μεταφερθεί στο νοσοκομείο, σύμφωνα δε με τη γραπτή του κατάθεση ημερομηνίας 20.6.2005 (Έγγραφο Α) αναφέρθηκε στις ενέργειες του και στις διαπιστώσεις του. Ως Τεκμήριο 1 κατέθεσε αντίγραφο της γραπτής κατηγορίας και απάντησης του εναγόμενου ημερομηνίας 25.2.2005 και ως Τεκμήριο 2 κατέθεσε και επεξήγησε το τελικό σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος που ετοίμασε ο ίδιος, με βάση το πρόχειρο σχέδιο, επί του οποίου τοποθέτησε ως Χ το σημείο που του υπέδειξε ο εναγόμενος ότι έγινε σύγκρουση με άγνωστο εξ αντιθέτου όχημα το οποίο εγκατέλειψε τη σκηνή, ως Χ1 το σημείο που του υπέδειξε ο εναγόμενος ότι έγινε η σύγκρουση με τον πεζό και, σε μεταγενέστερο στάδιο, ως Χ2 το σημείο σύγκρουσης του αυτοκινήτου με τον πεζό που του υπεδείχθη από τον ΜΕ5 και τον ΜΕ
  2. Ελέγχοντας στη σκηνή το αυτοκίνητο του εναγόμενου διεπίστωσε ότι δεν υπήρχαν παραμορφώσεις ή τέτοιες ζημιές στο πίσω δεξί πλαϊνό μέρος του που να υποδηλούν σύγκρουση με άλλο όχημα. Κατά τον ΜΕ2, το δυστύχημα συνέβη κατά τη διάρκεια της νύχτας, περί ώρα 23:10, η άσφαλτος ήταν στεγνή, ο καιρός αίθριος και ο δρόμος ευθύς με ελαφριά κατηφορική κλίση, σύμφωνα με την πορεία του αυτοκινήτου, φωτίζετο ικανοποιητικά από λαμπτήρες οδικού φωτισμού, η ορατότητα από το σημείο σύγκρουσης προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν το αυτοκίνητο ήταν 80 μέτρα και το όριο ταχύτητας ήταν 50 χ.α.ω. Ως προς τις ζημιές, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι το αυτοκίνητο υπέστη ζημιά στον μπροστινό προφυλακτήρα, στο μπροστινό αριστερό φανάρι, στο καπό, στον ανεμοθώρακα και στην καμπίνα. Στη σκηνή του είχε δοθεί μια κόλλα χαρτιού με το όνομα και τον αριθμό τηλεφώνου προσώπου, που όπως του είχε αναφέρει ήταν αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος, ωστόσο παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες του ΜΕ2 για επικοινωνία μαζί του, αυτό δεν κατέστη δυνατό (βλ. αντίγραφο του σχετικού ημερολογίου ενεργείας του φακέλου της υπόθεσης που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3). Κατά την αντεξέταση του ΜΕ2, κατετέθησαν ως Τεκμήρια 5, 6 και 9 αντίστοιχα τρία βιβλιάρια φωτογραφιών, ως Τεκμήρια 7, 7Α και 7Β κενά έντυπα στατιστικής τροχαίων ατυχημάτων και οδηγίες συμπλήρωσης τους αντίστοιχα και ως Τεκμήριο 10 αντίγραφο της Αστυνομικής Διάταξης αρ. 17, που αφορά «το σημειωματάριο του αστυνομικού». Ο ΜΕ3, υιοθέτησε την κατάθεση του στην Αστυνομία ημερομηνίας 31.10.2004 (Έγγραφο Β) όπου είχε αναφέρει ότι κατά τη συγκεκριμένη ημέρα, περί ώρα 23:00, ενώ βρισκόταν στο περίπτερο «Άμστερνταμ», ιδιοκτησίας του, βγήκε έξω και διασταυρώνοντας το δρόμο κάθισε στο σκαλί του καταστήματος «ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ», ακριβώς απέναντι από το περίπτερό του. Την ίδια ώρα είδε τον ενάγοντα να βγαίνει έξω από το περίπτερο και να διασταυρώνει, με κανονικό βήμα, το δρόμο για να μεταβεί κοντά του. Όταν ο ενάγων έφτασε περίπου στη μέση του δρόμου, ο ΜΕ3 είδε ότι πέρασε πίσω από τον ενάγοντα, πολύ κοντά, ένα άγνωστο αυτοκίνητο με κατεύθυνση από το Καϊμακλί προς Λευκωσία και κοιτάζοντας προς τα δεξιά του είδε ένα αυτοκίνητο να κινείται στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση από τη Λευκωσία προς το Καϊμακλί, με μεγάλη ταχύτητα, περίπου 90 χ.α.ω. Έχοντας ο ενάγων προχωρήσει 2-3 βήματα από τη μέση του δρόμου προς τον ΜΕ3, ο τελευταίος αντιλήφθηκε ότι το αυτοκίνητο δεν θα σταματούσε καθότι συνέχιζε να κινείται με την ίδια ταχύτητα και φώναξε στον ενάγοντα «ρε αυτοκίνητο». Το αυτοκίνητο αυτό κτύπησε με το μπροστινό του μέρος τον ενάγοντα, ο οποίος εκτινάχθηκε στον αέρα και αφού περιστράφηκε τέσσερις φορές φτάνοντας στο ύψος έξι μέτρων, στη συνέχεια έπεσε στην άσφαλτο. Μετά τη σύγκρουση το αυτοκίνητο κινήθηκε προς τα δεξιά και μετά προς τα αριστερά και τελικά σταμάτησε λίγο πιο κάτω. Ο ΜΕ3 έτρεξε αμέσως κοντά στον ενάγοντα βλέποντάς τον σοβαρά τραυματισμένο. Σε πέντε δευτερόλεπτα περίπου πλησίασε τον ενάγοντα ένας νεαρός αστυνομικός που ονομάζεται Σωκράτης και προσπάθησε να βοηθήσει τον ενάγοντα, τον οποίο παρέλαβε από τη σκηνή ασθενοφόρο. Ο ενάγων την ώρα του ατυχήματος φορούσε κόκκινη φόρμα παντελόνι και ασημί μπλούζα. Πριν το ατύχημα, το υπό αναφορά αυτοκίνητο, που είχε αναμμένα τα φώτα του, δεν ήρθε σε επαφή με οποιοδήποτε άλλο αυτοκίνητο και ακολουθούσε ευθεία πορεία, ούτε και προπορεύετο από αυτό κανένα άλλο όχημα. Ο φωτισμός του δρόμου ήταν αρκετά καλός και επειδή είχε βρέξει 1-2 ώρες προηγουμένως ο δρόμος ήταν μισόστεγνος. Στο περίπτερό του είχε κάμερα ασφαλείας και ένας αστυνομικός είδε τη βιντεοκασέτα και την παρέλαβε. Η ΜΕ4, η οποία στις 3.11.2004 είχε δώσει κατάθεση στην αστυνομία (βλ. Έγγραφο Γ), ανέφερε ότι κατά το συγκεκριμένο χρόνο βρισκόταν στο προαναφερθέν περίπτερο, όπου εργαζόταν, στο οποίο μετέβη ο ενάγων και αφού αγόρασε κάτι, η ίδια του μίλησε βγαίνοντας μαζί του έξω από το περίπτερο. Ο ενάγων της είπε ότι θα περάσει απέναντι για να μεταβεί στον ΜΕ
  3. Η ΜΕ4 έβαλε νερό στο σκύλο και στη συνέχεια κοιτώντας προς τον ενάγοντα, τον είδε να είναι σχεδόν στη μέση του δρόμου, να κοντοστέκεται λίγο και αφού κοίταξε αριστερά συνέχισε να περπατά με γοργό βήμα για να περάσει απέναντι. Είδε τότε, σε απόσταση περί τα 50-60 μέτρα από τον ενάγοντα, ένα αυτοκίνητο που διακινείτο με κατεύθυνση από τη Λευκωσία προς το Καϊμακλί, στη λωρίδα που είναι δίπλα στο κέντρο του δρόμου, που έτρεχε υπερβολικά. Σε κλάσματα δευτερολέπτου το αυτοκίνητο αυτό, χωρίς να πατήσει φρένα ούτε να λοξοδρομήσει, κτύπησε τον ενάγοντα πάρα πολύ δυνατά, πετώντας τον πολύ ψηλά και ρίχνοντάς τον σε πολύ μακρινή απόσταση. Η ίδια έτρεξε κοντά στον ενάγοντα, νομίζοντας ότι απεβίωσε και περίμενε μέχρις ότου τον παρέλαβε το ασθενοφόρο. Ο ενάγων φορούσε κόκκινη φόρμα κάτω και φωσφορούχο γκρίζο ασημί πάνω. Ο ΜΕ5, όπως είχε αναφέρει στην κατάθεσή του στην αστυνομία (Έγγραφο Δ), κατά τον επίδικο χρόνο ήταν εκτός καθήκοντος με πολιτική περιβολή και οδηγούσε το ιδιωτικό του όχημα στη δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας της επίδικης Λεωφόρου με κατεύθυνση από το Καϊμακλί προς Λευκωσία, με τα μεγάλα φώτα στη χαμηλή στάση και με ταχύτητα περί τα 40 χ.α.ω. Όταν βρισκόταν σε απόσταση περί τα 20-25 μέτρα από το προαναφερθέν περίπτερο, που ήταν στα αριστερά της πορείας του, είδε περίπου στη μέση των δύο λωρίδων της αντίθετης κατεύθυνσης έναν πεζό να τον κτυπά ένα αυτοκίνητο που κινείτο, με αναμμένα τα μεγάλα του φώτα, από απέναντι, τινάζοντάς τον στον αέρα, στη συνέχεια δε το αυτοκίνητο κάνοντας ελιγμό προς τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του, σταμάτησε πιο κάτω. Ο ΜΕ5 σταμάτησε το όχημά του έξω από το περίπτερο και έτρεξε προς τον πεζό που ήταν πεσμένος στην άσφαλτο, περί το ένα μέτρο πίσω από το αυτοκίνητο που τον κτύπησε. Ειδοποίησε ασθενοφόρο που παρέλαβε τον τραυματία. Όταν έγινε το ατύχημα δεν κινείτο οποιοδήποτε όχημα μπροστά και πίσω από το δικό του αυτοκίνητο ούτε και από το αυτοκίνητο που κτύπησε τον πεζό. Ο πεζός φορούσε σκούρο παντελόνι (φόρμα) και μπεζ μπλούζα. Ο ΜΕ5 έφυγε από τη σκηνή και επιστρέφοντας περί τις 01:20 της 30.10.2004 στο μέρος, έδειξε στον ΜΕ2 το σημείο στο οποίο το αυτοκίνητο κτύπησε τον πεζό, που σημειώθηκε στο πρόχειρο σχέδιο ως Χ
  4. Ο πατέρας του ενάγοντος, Παναγιώτης Μιχαηλίδης, ΜΕ16, που δεν ήταν παρών στη σκηνή του ατυχήματος, είχε αρχίσει να καταθέτει ενόρκως προτού γίνει παραδεκτό το ύψος των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων, καταθέτοντας και τα Τεκμήρια 34-36 που σχετίζονται με τις σωματικές βλάβες του ενάγοντος. Η αντεξέταση του στη συνέχεια περιορίστηκε σε σημεία που είχαν σχέση με το εναπομείναν επίδικο θέμα της ευθύνης για το ατύχημα. Η μητέρα του ενάγοντος, Χρυστάλλα Μιχαηλίδη, ΜΕ17, που επίσης δεν ήταν παρούσα όταν έγινε το ατύχημα, κατέθεσε ως Τεκμήριο 37 ένα παντελόνι φόρμας κόκκινο και ένα ζεύγος αθλητικά παπούτσια, τα οποία φορούσε ο ενάγων κατά το χρόνο του ατυχήματος και της παραδόθηκαν μετά τον τραυματισμό του στο νοσοκομείο, ενόσω, ως ανέφερε, δεν της είχε παραδοθεί το γκρίζο με ασημί φούτερ που φορούσε ο ενάγων εκείνο το βράδυ, προτού φύγει από το σπίτι. Ο ΜΥ1, υπεύθυνος του αρχείου της Τροχαίας Λευκωσίας για τη φύλαξη φακέλων των τροχαίων ατυχημάτων, κατέθεσε ως Τεκμήριο 38 το αντίγραφο του στατιστικού εντύπου σχετικά με το επίδικο τροχαίο ατύχημα, που φυλάσσετο στο σχετικό αρχείο του εν λόγω Τμήματος και δεν αντεξετάστηκε. Ο ΜΥ2, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν τοποθετημένος στο Τμήμα Διερεύνησης Τροχαίων Ατυχημάτων της Τροχαίας Λευκωσίας. Ως εξουσιοδοτημένος φωτογράφος, στην παρουσία και καθ' υπόδειξη του ΜΕ2, έλαβε αριθμό φωτογραφιών της σκηνής του ατυχήματος και του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο εναγόμενος τόσο στις 29.10.2004 όσο και στις 31.10.2004 (βλ. την κατάθεσή του, Τεκμήριο 4). Ανεγνώρισε τις φωτογραφίες που είχε ετοιμάσει στα Τεκμήρια 5, 6 και 9, επισημαίνοντας ότι τα Τεκμήρια 6 και 9 περιέχουν φωτογραφίες που δεν είχαν περιληφθεί στο Τεκμήριο 5 και ετοιμάσθηκαν κατόπιν απαίτησης της συνηγόρου του εναγόμενου, καταθέτοντας ως Τεκμήριο 39 μια φωτογραφία, παρόμοια με τη φωτογραφία 39 του Τεκμηρίου 9, αλλά πιο «ασπρισμένη». Περιέγραψε κάποιες από τις φωτογραφίες για τις οποίες ρωτήθηκε επεξηγώντας επ' αυτών ευρήματα, λόγω της εκπαίδευσης που έτυχε και της εμπειρίας του στη διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων. Ανέφερε, ακόμη, ότι αν μια κασέτα κλειστού κυκλώματος αξιολογηθεί ότι έχει ή δεν έχει σχέση με μια υπόθεση κρατείται ως Τεκμήριο, σύμφωνα και με τις Αστυνομικές Διατάξεις (βλ. Τεκμήριο 10). Ο εναγόμενος (ΜΥ3), σύμφωνα με τη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο ΣΤ), είχε αγοράσει το επίδικο όχημά του περί τους έξι μήνες πριν το ατύχημα, μεταχειρισμένο μεν αλλά σε άριστη μηχανική και εξωτερική κατάσταση, χωρίς κανένα γδάρσιμο εξωτερικά. Κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν σε ανθοπωλείο μέχρι το απόγευμα με διάλειμμα δύο ωρών κατά τις μεσημβρινές ώρες και από τις 8 το βράδυ εργαζόταν σε εστιατόριο στη Λαϊκή Γειτονιά. Κατά το βράδυ του ατυχήματος, ως ανέφερε, είχε φύγει από το εστιατόριο που εργαζόταν και κατευθύνετο με το εν λόγω όχημά του προς το Καϊμακλί, που είναι η κατοικία του, κρατώντας τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της πορείας του, επί της Λεωφόρου Αγίου Ανδρέου με αναμμένα τα μεγάλα φώτα στη χαμηλή στάση και με ταχύτητα περί τα 45 χ.α.ω. Ο δρόμος ήταν βρεγμένος λόγω προηγούμενης βροχής και δεν προπορεύετο από αυτόν κανένα όχημα στην πορεία του. Από την αντίθετη κατεύθυνση εκινείτο ένα μόνο όχημα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της πορείας του με τα φώτα του αναμμένα. Φθάνοντας κοντά στο περίπτερο «Άμστερνταμ», που ήταν στα δεξιά της πορείας του, αντιλήφθηκε το εξ αντιθέτου του όχημα να κατευθύνεται ξαφνικά προς το μέρος του και προτού προλάβει να αντιδράσει, το όχημα αυτό κτύπησε στο πίσω δεξί μέρος του αυτοκινήτου του. Ενστικτωδώς έστριψε αμέσως το τιμόνι του προς τα αριστερά και την ίδια στιγμή ένιωσε και άκουσε κτύπημα στον μπροστινό ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου του, ο οποίος έσπασε. Ελάττωσε την ταχύτητά του και σταμάτησε πιο κάτω. Κατέβηκε από το αυτοκίνητό του και προχώρησε προς τα πίσω όπου είδε τον πεζό, που φορούσε ρούχα σκούρου χρώματος, πεσμένο και τραυματισμένο στην άσφαλτο. Ένας νεαρός που στεκόταν δίπλα στον τραυματία, του είπε να μην μετακινήσει το όχημά του και να ανάψει τα φώτα κινδύνου, ειδοποίησε δε για ασθενοφόρο το οποίο παρέλαβε τον τραυματία από τη σκηνή του ατυχήματος. Τα κτυπήματα με το εξ αντιθέτου άγνωστο όχημα καθώς και στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου του ήταν ταυτόχρονα και τα γεγονότα εξελίχθηκαν ραγδαία. Το άγνωστο αυτοκίνητο δεν σταμάτησε στη σκηνή και δεν πρόλαβε να δει τη μάρκα ούτε το χρώμα του αλλά ούτε και τους αριθμούς εγγραφής του. Δεν είχε δει τον πεζό πριν από το σπάσιμο του ανεμοθώρακα αλλά ούτε και τη στιγμή που ο ανεμοθώρακας έσπασε. Παραμένοντας στη σκηνή του ατυχήματος, όπου έφθασαν 3-4 αστυνομικοί και φωτογράφος της αστυνομίας που έλαβε φωτογραφίες της σκηνής και του αυτοκινήτου του, υπέδειξε στην αστυνομία τα σημεία των δύο συγκρούσεων, τα οποία ο αστυνομικός σημείωσε στο σχεδιάγραμμα της σκηνής. Παρά το ότι κάποιο από τα άτομα που ήταν στη σκηνή του ατυχήματος, το οποίο ο εναγόμενος δεν γνώριζε, έδωσε στον αστυνομικό εξεταστή μία κόλλα με τα στοιχεία και το τηλέφωνό του ως αυτόπτης μάρτυρας με το όνομα «Γεώργιος Πίροκκας», ο αστυνομικός εξεταστής, στις 25.2.2005, του ανέφερε ότι το άτομο αυτό δεν ανταποκρίνετο στο τηλέφωνο που του είχε δώσει. Τότε ο εναγόμενος κατόρθωσε και βρήκε τον αριθμό τηλεφώνου του εν λόγω ατόμου που ήταν πρόθυμο, όπως του είπε, να καταθέσει αν τον καλούσε η αστυνομία και έδωσε τον αριθμό αυτό στον αστυνομικό εξεταστή στις 26.2.2005, χωρίς ωστόσο το πρόσωπο αυτό να έχει εντοπιστεί από την αστυνομία. Ο εναγόμενος, περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 40, τη γραπτή κατάθεση που είχε δώσει στην αστυνομία στις 30.10.2004 μεταξύ των ωρών 02:20-02:55, υιοθετώντας το περιεχόμενό της. Αναφέρθηκε, επίσης, στον τρόπο με τον οποίο αποκαλύφθηκε ότι δεν είχαν παρουσιαστεί αρχικά όλες οι φωτογραφίες που λήφθηκαν από την αστυνομία στα πλαίσια της διερεύνησης του ατυχήματος, καταθέτοντας ως Τεκμήριο 41 σχετική επιστολή ημερομηνίας 20.6.2007 της συνηγόρου του προς τον Αρχηγό Αστυνομίας. Λόγω του ότι δεν παρουσιάστηκαν από την αρχή οι φωτογραφίες που έδειχναν τη ζημιά στο πίσω δεξί μέρος του αυτοκινήτου του, αλλά ούτε και η κασέτα του κλειστού κυκλώματος που διέθετε το προαναφερθέν περίπτερο, η οποία είχε παραληφθεί από τους αστυνομικούς, ο εναγόμενος υποστήριξε ότι η αστυνομία επεχείρησε να αποκρύψει και να εξαφανίσει στοιχεία υποστηρικτικά της θέσης του. Δεν έχει εμπλακεί σε άλλο δυστύχημα παρόλο ότι καθημερινά κάνει πολλές διαδρομές με οχήματα. Υποστήριξε τέλος ότι δεν μίλησε ποτέ με ιερωμένο για το επίδικο δυστύχημα από τον οποίο να ζητήσει να συναντηθεί με τον πατέρα του ενάγοντος και να ζητήσει συγχώρεση και παρά το ό,τι αισθάνεται λύπη για τον σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντος, ο ίδιος δεν έχει ευθύνη ούτε προκάλεσε το ατύχημα. Πέραν των πιο πάνω, στη γραπτή κατάθεσή του στην Αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 40), ο εναγόμενος είχε αναφέρει ότι κατά το συγκεκριμένο βράδυ στην εργασία του κατανάλωσε 4 μικρές μπύρες μαζί με φαγητό και όταν του έγινε άλκοτεστ μετά το ατύχημα, η πρώτη ένδειξη ήταν 34 και η δεύτερη ήταν
  5. Οι συνήγοροι αγορεύοντας με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Οι επί μέρους εισηγήσεις των συνηγόρων θα παρατεθούν στη συνέχεια, όπου χρειάζεται, όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των σχετικών με τις εισηγήσεις τους θεμάτων της υπόθεσης. Θεωρώ ωστόσο ότι είναι κατάλληλο το παρόν στάδιο να αναφέρω ότι, στις αγορεύσεις τους και οι δυο συνήγοροι των διαδίκων επικαλέσθηκαν τα λεχθέντα στην υπόθεση Vakanas v. Thomas & Another

(1982)1 C.L.R. 530, ως προς τα καθήκοντα των χρηστών του δρόμου και για το αχρείαστο περιπλοκής του Δικαστηρίου, κατά τον καθορισμό της ευθύνης σε τροχαίο ατύχημα, με ακρίβειες μαθηματικής πράξης. Επεσήμαναν, επίσης, ότι όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Σοφοκλέους ν. Καλογήρου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 369, το βάρος απόδειξης σε υποθέσεις αμέλειας βρίσκεται στους ώμους του ενάγοντος, ο οποίος θα πρέπει να παρουσιάσει απόδειξη που να προχωρά πέρα από την καθαρή πιθανολόγηση και να φθάνει μέχρι το πεδίο των νομικών συμπερασμάτων, εφόσον οι εικασίες δεν έχουν νομική ισχύ στο νομικό μας σύστημα. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοι Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd κ.α.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 820). Πριν από την αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας, επισημαίνεται ότι, όπως έχει νομολογηθεί η πραγματική μαρτυρία, που είναι η μαρτυρία που προβάλλει από τα ίδια τα πράγματα και μόνο, αποτελεί αντικειμενικό εύρημα με αποδεικτική δυναμική, όταν κατά την αντιπαραβολή προς αυτό των αντικρουόμενων εκδοχών είναι εγγενώς αποκαλυπτικό της εξέλιξης των πραγμάτων (Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ. 45). Η πραγματική μαρτυρία αποτελεί γνώμονα τόσο για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων όσο και για τον έλεγχο των λεπτομερειών της μαρτυρίας, συνιστά δε σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που προκάλεσαν το δυστύχημα (Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Κονναρή ν. Κυριάκου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 267, Κυριάκου ν. Δημητρίου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1362, Α/φοι Παπαλαζάρου Λτδ ν. Σοφοκλή Μιχαήλ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1388, Ιωαννίδου κ.ά. ν. Singh κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1805). Κατά την ακροαματική διαδικασία, έχει αμφισβητηθεί έντονα από την κα Ερωτοκρίτου η μαρτυρία του αστυνομικού εξεταστή, ΜΕ2, στον οποίο μάλιστα τέθηκε, κατά την ιδιαίτερα μακρά αντεξέταση του, ότι διερεύνησε το επίδικο δυστύχημα με αδόκιμο, άστοχο και πλημμελή τρόπο, σκόπιμα αποκρύπτοντας στοιχεία και εξαφανίζοντας τεκμήρια για να ενοχοποιηθεί ο εναγόμενος, εφόσον υπήρχαν στοιχεία που αποδείκνυαν ότι ο τελευταίος δεν ευθύνετο. Όπως απάντησε ο ΜΕ2, διαφωνώντας με τις πιο πάνω θέσεις της συνηγόρου, μπορεί να υπάρχουν κενά λόγω ανεπάρκειας δικής του ή παραλείψεις κατά τη διερεύνηση του ατυχήματος, αλλά δεν μπορεί να του αποδοθεί τέτοια πρόθεση εφόσον υπήρχαν τρεις αυτόπτες μάρτυρες στη σκηνή του ατυχήματος, η δε ανεπαίσθητη ζημιά στο πίσω δεξί πλαϊνό μέρος του αυτοκινήτου του εναγόμενου, ως αξιολογήθηκε από τον ΜΕ2, δεν θα μπορούσε να είχε προέλθει από σύγκρουση με άλλο αυτοκίνητο κατά το χρόνο του ατυχήματος, όπως την περιέγραψε ο εναγόμενος. Όσον αφορά την κασέτα του κλειστού κυκλώματος του περιπτέρου, δεν αποτελούσε τεκμήριο, ως αυτός ανέφερε, εφόσον δεν παρουσίαζε τη σύγκρουση με τον πεζό που έγινε στην τρίτη λωρίδα του δρόμου, μακριά από το περίπτερο ούτε και οτιδήποτε σχετικό με το ατύχημα. Έχοντας κατά νου το σύνολο της υπάρχουσας μαρτυρίας και διατρέχοντας με πολλή προσοχή τη μαρτυρία του ΜΕ2, δεν μπορώ να συμφωνήσω με την πιο πάνω θέση της συνηγόρου του εναγόμενου. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του ΜΕ2, σε συνάρτηση με τη λοιπή προσφερθείσα μαρτυρία και από τις δύο πλευρές, η εντύπωση που έχει δημιουργηθεί στο Δικαστήριο είναι ότι παρά τον εντοπισμό κάποιων παραλείψεων, δεν έχει προκύψει ότι υπήρχε πρόθεση του ΜΕ2 να αποκρύψει ή να παραποιήσει ουσιώδη στοιχεία για να του αποδοθεί κακοπιστία κατά τη διερεύνηση του ατυχήματος, ούτε και προέκυψε να έχει οποιοδήποτε κίνητρο για να ενοχοποιήσει τον εναγόμενο. Άλλωστε, για τις συνθήκες του ατυχήματος, βαρύνουσα σημασία έχουν οι μαρτυρίες των προσώπων που είτε εμπλέκονται στο ατύχημα είτε το είδαν και η μαρτυρία του αστυνομικού εξεταστή είναι βοηθητική για το Δικαστήριο, υπό το φως των μετρήσεων και πραγματικών δεδομένων που ανευρίσκονται από αυτόν στη σκηνή του ατυχήματος (βλ. Ευθυμίου ν. Γεωργίου
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1280). Στην παρούσα υπόθεση έχουν καταγραφεί από τον ΜΕ2 τέτοια στοιχεία και το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στα ευρήματα του ΜΕ2, όπως πιο κάτω θα αναλυθεί. Οι λεπτομέρειες για τις οποίες εξαντλητικά αντεξετάστηκε ο ΜΕ2 δεν έχουν, κατά την αντίληψή μου, ιδιαίτερη σημασία, υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης και δεν προέκυψε διάσταση της μαρτυρίας του με όσα είχε αναφέρει στην ποινική υπόθεση σύμφωνα με το Τεκμήριο
  1. Ο ΜΕ2 εξήγησε ικανοποιητικά το λόγο που δεν είχε θεωρήσει αναγκαία την παρουσίαση των φωτογραφιών που περιέχονται στα Τεκμήρια 6 και 9 σχετικά με την ανεπαίσθητη ζημιά στο πίσω πλαϊνό δεξί μέρος του αυτοκινήτου του εναγόμενου, έχοντας περιλάβει, αλλά και διερευνήσει, τη θέση του εναγόμενου για τη σύγκρουση με το άγνωστο όχημα στην κατάθεση του (βλ. Έγγραφο Α). Ούτε και κρίνεται αναγκαία η ενασχόληση του Δικαστηρίου με τα Τεκμήρια 7, 7Α, 7Β, 10 και 38, που σχετίζονται αφενός με την ετοιμασία του στατιστικού εντύπου για το ατύχημα αλλά και με την υποχρέωση καταχωρήσεων στο σημειωματάριο του αστυνομικού σύμφωνα με τις Αστυνομικές Διατάξεις. Αναφορικά δε με την εισήγηση ότι υπήρξε εσκεμμένη παράλειψη εντοπισμού του μάρτυρα Πίροκκα ή Τηρόκκα από τον ΜΕ2, εύλογα τίθεται το ερώτημα για ποιο λόγο δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης το πρόσωπο αυτό, εφόσον κατά τον εναγόμενο ήταν υπαρκτό πρόσωπο και τον είχε εντοπίσει, κάτι που δεν κατέστη δυνατό για τον ΜΕ2 ως αυτός κατέγραψε στο Τεκμήριο
  2. Αποδέχομαι τις μετρήσεις και τα στοιχεία που έχουν τοποθετηθεί από τον ΜΕ2 στο τελικό σχεδιάγραμμα της σκηνής - Τεκμήριο 2, εκτός αυτών που αμφισβητήθηκαν και τα κατέγραψε ο ΜΕ2 ως του υπεδείχθησαν, σε σχέση δηλαδή με την πορεία του πεζού και τα σημεία σύγκρουσης, για τα οποία εναπόκειται στο Δικαστήριο να προβεί σε σχετικά ευρήματα, κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας των τριών αυτόπτων μαρτύρων, δηλαδή των ΜΕ3, ΜΕ4 και ΜΕ5, καθώς και του εναγόμενου (ΜΥ3). Ούτε και κρίνεται ουσιώδες αν ο ΜΕ2 παρέλειψε να καταχωρήσει στο Τεκμήριο 2 το σημείο στο οποίο καθόταν ο ΜΕ
  3. Όπως άλλωστε θα διαφανεί και στη συνέχεια, δεν υπήρχε λόγος εξέτασης εκ μέρους του ΜΕ2 του οχήματος που οδηγούσε ο ΜΕ5 ή διερεύνησης ως προς το κατά πόσο υπήρχαν σταματημένα οχήματα έξω από το περίπτερο, δεδομένου μάλιστα και ότι ουδέποτε προεβλήθη από τον εναγόμενο σχετικός ισχυρισμός. Σχετικά με την αναφορά του ΜΕ2 ότι ο δρόμος κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν στεγνός, παρά το ότι από τις φωτογραφίες της σκηνής προκύπτει ότι αυτή δεν είναι απόλυτα ορθή, δεν θεωρώ ότι θα πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη εξ ολοκλήρου της μαρτυρίας του ως αναξιόπιστης, έχοντας κατά νου τις θέσεις επί του θέματος των προσώπων που έδωσαν μαρτυρία λόγω της παρουσίας τους στη σκηνή του ατυχήματος, συμπεριλαμβανομένου του εναγόμενου και που αναφέρθηκαν σε προηγούμενη βροχή, επισημαίνοντας ότι ο ΜΕ3 ανέφερε ότι ο δρόμος ήταν μισόστεγνος, η ΜΕ4 και ο εναγόμενος ανέφεραν ότι ήταν βρεγμένος, ενόσω ο ΜΕ5 δεν θυμόταν. Είναι άλλωστε αναντίλεκτο σύμφωνα με το Τεκμήριο 2, ότι η Λεωφόρος Αγίου Ανδρέου, χωρίζεται με άσπρη διαχωριστική γραμμή σε δύο κατευθύνσεις, δηλαδή από τη Λευκωσία προς το Καϊμακλί και αντίστροφα, κάθε δε κατεύθυνση διαχωρίζεται με άσπρη διακεκομμένη γραμμή σε δύο λωρίδες κυκλοφορίας, εκ των οποίων οι λωρίδες κυκλοφορίας της κατεύθυνσης προς Καϊμακλί έχουν πλάτος η δεξιά λωρίδα 3 μέτρα και η αριστερή λωρίδα 3,30 μέτρα, ενώ οι αντίστοιχες λωρίδες της αντίθετης κατεύθυνσης έχουν πλάτος η δεξιά λωρίδα 3,10 μέτρα και η αριστερή λωρίδα 3,20 μέτρα. Εκατέρωθεν του δρόμου υπάρχουν πεζοδρόμια, με πλάτος 2,30 μέτρα στην κατεύθυνση προς Καϊμακλί και 2,40 μέτρα στην αντίθετη κατεύθυνση. Στη σκηνή του ατυχήματος δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπέδησης και το αυτοκίνητο του εναγόμενου, έχοντας πορεία ως το σημείο Α του Τεκμηρίου 2, από Λευκωσία προς Καϊμακλί, μετά το ατύχημα βρέθηκε από τον ΜΕ2 στην τελική θέση Α
  4. Στα σημεία Σ1 - Σ5Α βρέθηκαν αντικείμενα και κηλίδες αίματος, όπως καταγράφεται στο Τεκμήριο
  5. Ο δρόμος είναι ευθύς και κατηφορικός σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου, η ορατότητα από το χώρο της σύγκρουσης ως προς την πορεία του αυτοκινήτου, ενόψει της ώρας που έγινε το δυστύχημα και του φωτισμού του μέρους, ήταν περί τα 80 μέτρα και το όριο ταχύτητας 50 χ.α.ω. Ως προς τις ζημιές, αποδέχομαι ότι συνεπεία της σύγκρουσης με τον ενάγοντα, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εναγόμενος υπέστη ζημιά στον μπροστινό προφυλακτήρα, στο μπροστινό αριστερό φανάρι, στο καπό, στον ανεμοθώρακα και στην καμπίνα, ενόσω ο ενάγων τραυματίστηκε σοβαρά. Αξιολογώντας τη λοιπή εκ μέρους του ενάγοντος προσφερθείσα μαρτυρία με βάση τις προαναφερθείσες αρχές, παρατηρείται αρχικά ότι η μαρτυρία των αυτόπτων μαρτύρων ΜΕ3, ΜΕ4 και ΜΕ5, ως θα αναλυθεί στη συνέχεια, συγκλίνει ουσιωδώς σε σχέση με την οδική συμπεριφορά του εναγόμενου. Έχοντας κατά νου τις υποδείξεις της κα Ερωτοκρίτου σε σχέση με την αξιολόγηση της προσφερθείσας εκ μέρους του ενάγοντος μαρτυρίας, σαν γενική παρατήρηση αναφέρεται ότι, όπως πιο κάτω θα διαφανεί, οι όποιες διαφορές μεταξύ της μαρτυρίας των μαρτύρων αυτών σε παρεμφερή μη ουσιώδη σε σχέση με την επίδικη σύγκρουση γεγονότα καθώς και κάποιες μικροαντιφάσεις στη μαρτυρία τους σε δευτερεύουσας σημασίας θέματα, δεν μπορούν να αλλοιώσουν τη γενική εντύπωση που δημιουργήθηκε στο Δικαστήριο για την ειλικρίνεια τους. Ειδικότερα, αξιολογώντας τον ΜΕ3, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας, καταθέτοντας απλά και φυσικά, χωρίς υπερβολές και ανακολουθίες, έχοντας αποδεχθεί ότι η πάροδος μακρού χρόνου από το συμβάν μπορεί να έχει οδηγήσει σε απώλεια μνήμης για κάποιες λεπτομέρειες αλλά όχι για τα ουσιώδη σημεία της αντίληψης που είχε ως αυτόπτης μάρτυρας για το δυστύχημα, το οποίο τον συγκλόνισε, δεδομένου ότι είχε συμβεί μπροστά του. Η θέση του ΜΕ3 ότι ο δρόμος δεν ήταν τελείως στεγνός, εφόσον είχε βρέξει 1-2 ώρες προηγουμένως, συνάδει με το περιεχόμενο των φωτογραφιών 6-13 και 16-19 του Τεκμηρίου 5, που αναμφισβήτητα λήφθηκαν αμέσως μετά το ατύχημα. Παρά την έντονη και μακρά αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε ο ΜΕ3, δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ότι λίγο προτού συμβεί το ατύχημα αυτός είχε καθίσει στα σκαλιά υποστατικού, απέναντι από την είσοδο του περιπτέρου του, κάτι που συνήθιζε να κάνει και έκανε το συγκεκριμένο βράδυ, μετά την προηγηθείσα βροχή. Δεν έχω, επίσης, αμφιβολία ότι από τη θέση στην οποία καθόταν ο ΜΕ3 είχε τη δυνατότητα να δει τόσο τον ενάγοντα, τον οποίο γνώριζε ως πελάτη του περιπτέρου να πορεύεται προς το μέρος του βγαίνοντας από το περίπτερο, όσο και το όχημα του εναγόμενου που διακινείτο στο δρόμο με κατεύθυνση από τη Λευκωσία προς το Καϊμακλί, στα δεξιά του ΜΕ3, με αναμμένα τα φώτα του, υπό τις συνθήκες φωτισμού του μέρους που ο ΜΕ3 προσδιόρισε ως αρκετά καλό. Αποδεκτή, επίσης, είναι η αναφορά του ΜΕ3 στο ότι ο ενάγων διασταύρωνε το δρόμο με κανονικό, λίγο γοργό όπως διευκρίνισε κατά την αντεξέταση του, βήμα, φθάνοντας στη μέση περίπου του δρόμου, οπότε πέρασε από πίσω του ένα αυτοκίνητο που κατευθυνόταν από το Καϊμακλί προς τη Λευκωσία. Ήταν, επίσης, σε θέση ο ΜΕ3 να αντιληφθεί ότι το όχημα του εναγόμενου διακινείτο με μεγάλη ταχύτητα στην πορεία του και εντοπίζοντάς το περί τα 4-5 μέτρα μακριά έχοντας το ακούσει προηγουμένως, φώναξε στον ενάγοντα για να τον προειδοποιήσει να προσέξει. Ο ΜΕ3 ήταν σε θέση να αναφέρει στο Δικαστήριο, και δεν αμφιβάλλω για την ορθότητα της θέσης του, ότι από το κλειστό κύκλωμα που ήταν εγκατεστημένο στο περίπτερο του δεν μπορούσε να γίνει λήψη μετά τη μέση του δρόμου, οπότε δεν μπορούσε να καταγραφεί στην κασέτα η επίδικη σύγκρουση. Ο ΜΕ3 ήταν σίγουρος και απόλυτα πειστικός ως προς το ότι ο ενάγων κτυπήθηκε μόνο από το όχημα του εναγόμενου, υπό τις συνθήκες που περιέγραψε, αλλά και ως προς το ότι δεν είχε προηγηθεί της σύγκρουσης του ενάγοντος με το όχημα του εναγόμενου, οποιαδήποτε σύγκρουση άλλου οχήματος επί του οχήματος του εναγόμενου. Ούτε και θεωρώ ότι είναι αναξιόπιστος ακόμα και αν παρατηρούνται επουσιώδεις διαφορές στη μαρτυρία του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου σε σχέση με τη μαρτυρία του ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου (βλ. Τεκμήριο 11). Έχοντας κατά νου το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας κρίνεται ότι η μαρτυρία του ΜΕ3 μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση για την εξαγωγή ευρημάτων του Δικαστηρίου ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη η επίδικη σύγκρουση. Η ΜΕ4 μου έκανε, επίσης, πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας, έχοντας καταθέσει με απλό και φυσικό τρόπο και χωρίς να αφήνει περιθώρια αμφιβολίας για την ειλικρίνειά της. Όπως ορθά υπέδειξε ο κ. Δράκος, κάθε αυτόπτης μάρτυρας αντιλαμβάνεται την εξέλιξη των γεγονότων με βάση την οπτική γωνία που έχει σε σχέση με το συμβάν και είναι αναμενόμενες μικροδιαφορές στην περιγραφή των διαδραματισθέντων από διαφορετικά πρόσωπα παρόντα σε ένα ατύχημα. Η ΜΕ4 είδε το δυστύχημα και δεν συμφωνώ με την εισήγηση της κας Ερωτοκρίτου ότι ο ΜΕ3 στη γραπτή του κατάθεση-Έγγραφο Β, τοποθέτησε την ΜΕ4 μέσα στο περίπτερο κατά τη στιγμή του ατυχήματος. Ακόμα και αν γινόταν δεκτό ότι ο ενάγων κοντοστάθηκε όταν έφθασε στη μέση του δρόμου, όπου πορεύετο με γοργό, βιαστικό βήμα, όπως ανέφερε η ΜΕ4, δεν μεταβάλλεται η εικόνα που παρουσιάστηκε από τον ΜΕ3 ως προς τις συνθήκες της σύγκρουσης. Από τη μαρτυρία της ΜΕ4 προβάλλει σαφώς και ότι δεν προηγήθηκε η σύγκρουση οποιουδήποτε οχήματος με το όχημα του εναγόμενου, το οποίο σύμφωνα με τη ΜΕ4 έτρεχε αρκετά, όπως διεπίστωσε η ίδια, ακούγοντας τα λάστιχά του στο βρεγμένο δρόμο και βλέποντας το να έρχεται από απόσταση περί τα 50-60 μέτρα. Παρά το ότι η ΜΕ4 δεν θυμόταν να είχε περάσει οποιοδήποτε αυτοκίνητο, πίσω από τον ενάγοντα, που ερχόταν από τα δεξιά του, όταν αυτός έφθασε στο μέσο του δρόμου, εφόσον, όπως πολύ ορθά παρατήρησε η ίδια, δεν ήξερε ότι θα γίνει δυστύχημα για να καταγράψει στον εγκέφαλό της κάθε κίνηση, ήταν βέβαιη ότι δεν υπήρχαν σταματημένα αυτοκίνητα στο δρόμο έξω από την είσοδο του περιπτέρου κατά τον χρόνο της επίδικης σύγκρουσης. Όπως, επίσης, επεσήμανε η ΜΕ4, και είναι απόλυτα λογικό, στη γραπτή κατάθεσή της στην αστυνομία (Έγγραφο Γ) είχε αναφερθεί στην ουσία όσων είχε αντιληφθεί κατά τη νύχτα του συμβάντος, όσα δε είχε αναφέρει κατά την ακροαματική διαδικασία της ποινικής υπόθεσης προήλθαν από καθαρή σκέψη και έχοντας ξεπεραστεί το σοκ που είχε νιώσει κατά τον χρόνο που συνέβη το ατύχημα. Παρόμοια είναι η αντίληψή μου και για τον ΜΕ5, ο οποίος με φυσικότητα, σαφήνεια και σταθερότητα παρέθεσε τα γεγονότα που αφορούν το ατύχημα, όπως τα είχε αντιληφθεί από τη δική του θέση σε σχέση με τη σύγκρουση. Δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ο ΜΕ5 ήταν αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος και δεν προσπάθησε να διαφοροποιήσει όσα διαδραματίστηκαν μπροστά του, θεωρώντας απόλυτα πειστική τη θέση του ότι το μόνο που αντιλήφθηκε ήταν η σύγκρουση του ενάγοντος με το όχημα του εναγόμενου, χωρίς να έχει προηγουμένως ο ίδιος δει τις κινήσεις του ενάγοντος και την ακριβή πορεία του οχήματος του εναγόμενου και χωρίς άλλωστε να έχει προκύψει ουσιαστική διάσταση της μαρτυρίας του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου σε σχέση με τη μαρτυρία του στην ποινική υπόθεση (βλ. Τεκμήριο 12). Είναι αυτονόητο ότι δεν αναμένεται από έναν περαστικό από τη σκηνή του δυστυχήματος να είναι ιδιαίτερα κατατοπιστικός για κάθε λεπτομέρεια (βλ. σχετικά τα λεχθέντα στην υπόθεση Κούτζιη κ.α. ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 908). Η αναμφίβολη παρουσία του ΜΕ5 στη σκηνή αμέσως μετά το ατύχημα καταδεικνύει ότι το ενδεχόμενο εμπλοκής του στο ατύχημα ως οδηγού του άγνωστου οχήματος, όπως αφέθηκε να νοηθεί από την συνήγορο του εναγόμενου, όχι μόνο δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα αλλά ούτε και συνάδει με τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι το άγνωστο αυτοκίνητο που τον κτύπησε δεν σταμάτησε στο μέρος. Ως προς τον ΜΕ16 θεωρώ ότι δεν προσφέρεται η μαρτυρία του για την εξαγωγή ευρημάτων ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, ούτε και κρίνεται ουσιαστικής σημασίας, για την ευθύνη του εναγόμενου, το περιγραφέν από τον ΜΕ16 περιστατικό σε σχέση με ιερωμένο, μέσω του οποίου, ο εναγόμενος ζήτησε να τον συγχωρέσει η οικογένεια του ενάγοντος. Από τη μαρτυρία δε της ΜΕ17, παρά το ότι της υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση ότι σκόπιμα δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο το φούτερ που φορούσε ο ενάγων κατά τη στιγμή του ατυχήματος, πέραν του ότι από το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας δεν κρίνεται αναγκαία η κατάθεση ως Τεκμηρίου του εν λόγω αντικειμένου, δεν έχω αμφιβολία ότι στο Τεκμήριο 37 περιέχονται όσα αντικείμενα του ενάγοντος παραδόθηκαν στη μητέρα του, ΜΕ17, στο νοσοκομείο μετά το συμβάν. Περαιτέρω, παρά το ότι ο ΜΥ1 δεν αντεξετάστηκε, η μαρτυρία του δεν κρίνεται βοηθητική, εφόσον το Τεκμήριο 38, που αυτός κατέθεσε, δεν προσθέτει οτιδήποτε ουσιώδες στην υπόθεση. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του ΜΥ2 θεωρώ, επίσης, ότι δεν έχει ουσιαστική αξία ως προς την εξαγωγή ευρημάτων για τις συνθήκες του ατυχήματος. Παρόλο ότι ο ΜΥ2 είχε μεγάλη εμπειρία αλλά και έτυχε εκπαίδευσης αναφορικά με τη διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων, οι απόψεις του ως προς το περιεχόμενο των φωτογραφιών των κατατεθέντων Τεκμηρίων, για τις οποίες ερωτήθηκε, σε συνάρτηση και με το πώς πιθανώς να προκλήθηκε η ζημιά στο πίσω πλαϊνό δεξί μέρος του οχήματος του εναγόμενου, δεν είναι χρήσιμες εφόσον αποτελούν γνώμη και εικασίες, στις οποίες το Δικαστήριο δεν είναι επιτρεπτό να βασιστεί, υπό το φως της λοιπής υπάρχουσας μαρτυρίας. Όσον αφορά τον εναγόμενο - ΜΥ3, η αντίληψή μου είναι ότι από την πρώτη στιγμή του συμβάντος προσπάθησε να αποποιηθεί οποιασδήποτε ευθύνης για το ατύχημα, χωρίς ωστόσο να κρίνεται πειστικός και απόλυτα ειλικρινής σε σχέση με τις συνθήκες της επίδικης σύγκρουσης. Ουσιώδες παραμένει ότι ο εναγόμενος, ως ανέφερε, σταθερά τόσο κατά το στάδιο της διερεύνησης του ατυχήματος όσο και κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης, δεν είδε καθόλου τον πεζό να διακινείται στο δρόμο και ως εκ τούτου δεν έλαβε οποιοδήποτε αποτρεπτικό μέτρο για να αποφύγει την επίδικη σύγκρουση. Το μόνο που ένιωσε ήταν το κτύπημα επί του οχήματος του με κάτι που δεν είχε αντιληφθεί προηγουμένως τι ήταν, γεγονός που καταδεικνύει ότι δεν ήταν προσηλωμένος στο δρόμο μπροστά του κατά τον επίδικο χρόνο του ατυχήματος. Οπωσδήποτε δε, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η αναφορά του ότι ο ενάγων φορούσε ρούχα σκούρου χρώματος, η οποία, όχι μόνο διαψεύδεται από το Τεκμήριο 37, αλλά και είναι ενδεικτική της προσπάθειας του από την πρώτη στιγμή να αποφύγει την ευθύνη του για τη σύγκρουση και να δικαιολογήσει, ανεπιτυχώς βέβαια, το γεγονός ότι δεν είχε αντιληφθεί καθόλου την παρουσία του πεζού στο δρόμο. Θεωρώ ότι ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι πριν από τη σύγκρουση με τον ενάγοντα, το όχημά του κτυπήθηκε από εξ αντιθέτου ερχόμενο άγνωστο όχημα, που εγκατέλειψε το μέρος, προκαλώντας του ζημιά στο πίσω πλαϊνό δεξί μέρος του αυτοκινήτου του, αποτελεί εφεύρημα και δική του σκέψη, προς αποφυγή της ευθύνης του για τον προφανώς αδικαιολόγητο μη εντοπισμό του ενάγοντος εκ μέρους του στη λωρίδα της κατεύθυνσης του στο δρόμο. Με το εφεύρημά του δε αυτό παρεπλάνησε ακόμη και τη συνήγορό του, πείθοντας την ότι υπήρχε συντονισμένη κακόβουλη προσπάθεια ενοχοποίησης του ίδιου από μέλη της αστυνομικής δύναμης, χωρίς ωστόσο να έχει καταδειχθεί από το σύνολο της μαρτυρίας ότι οποιοσδήποτε από τους μάρτυρες που κατέθεσαν εκ μέρους του ενάγοντος είχε οποιοδήποτε λόγο να καταλογίσει αποκλειστική ευθύνη για τη σύγκρουση στον εναγόμενο και λαμβανομένου υπόψη ότι από τη μαρτυρία των αυτόπτων μαρτύρων ΜΕ3 και ΜΕ4, προβάλλει η έλλειψη ικανοποιητικής αυτοπροστασίας του ενάγοντος στην προσπάθεια του να διασταυρώσει το δρόμο, ως θα αναλυθεί στη συνέχεια. Η κα Ερωτοκρίτου κάλεσε το Δικαστήριο να εξάξει τα ευρήματα του με γνώμονα την κοινή λογική, σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. σελίδα 8 της γραπτής της αγόρευσης). Ωστόσο η εκδοχή του εναγόμενου ουδόλως συνάδει με τη λογική. Μόνο στη σφαίρα της φαντασίας θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι το αυτοκίνητο του εναγόμενου, με την όποια ταχύτητα είχε πριν την επίδικη σύγκρουση, είχε κτυπηθεί από εξ αντιθέτου ερχόμενο άγνωστο όχημα το οποίο του προκάλεσε μια μικρή και ανεπαίσθητη ζημιά στο δεξί πίσω πλαϊνό μέρος του αυτοκινήτου του και, χωρίς να έχει αναχαιτισθεί η ταχύτητα του, να προκληθεί η αναντίλεκτα σφοδρότατη σύγκρουση με τον ενάγοντα, ο οποίος συνεπεία της σύγκρουσης εκτινάχθηκε και περιστράφηκε σε μεγάλο ύψος στον αέρα πέφτοντας στην άσφαλτο πολλά μέτρα πιο κάτω, σοβαρότατα τραυματισμένος. Δεν συμμερίζομαι άλλωστε τη θέση ότι ο εναγόμενος προέβαλλε από την αρχή μια εκδοχή στην οποία παρέμεινε συνεπής, εφόσον αν και στη γραπτή του κατάθεση στην αστυνομία (Τεκμήριο 40) είχε αναφερθεί σε κτύπημα του αυτοκινήτου του από το εξ αντιθέτου πορευόμενο όχημα, στην απάντηση του στη γραπτή κατηγορία (Τεκμήριο 1) ανέφερε ότι όταν άκουσε το κτύπημα με τον πεζό «νόμισε» ότι κτύπησε με το όχημα αυτό. Πλην της αποδοχής του ότι δεν είχε δει καθόλου τον πεζό στο δρόμο πριν από την επίδικη σύγκρουση, η μαρτυρία του εναγόμενου ως προς τις συνθήκες της σύγκρουσης κρίνεται αναξιόπιστη και είναι απορριπτέα. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, ανακεφαλαιώνοντας τα ευρήματά μου βάσει και των αναντίλεκτων στοιχείων της υπόθεσης, βρίσκω ότι στις 29.10.2004 και περί ώρα 23.10, ο ενάγων, φορώντας κόκκινη φόρμα παντελόνι και ασημί μπλούζα, διασταύρωνε τη Λεωφόρο Αγίου Ανδρέου στην Παλλουριώτισσα, έξω από την είσοδο του περιπτέρου «Άμστερνταμ», ως η πορεία που σημειώνεται με το σημείο Β1 επί του Τεκμηρίου 2, με πρόθεση να μεταβεί απέναντι από το περίπτερο όπου καθόταν ο ΜΕ3. Έχοντας διανύσει περί τα 6,30 μέτρα επί της Λεωφόρου και φθάνοντας στο μέσο των δυο κατευθύνσεων του δρόμου ο ενάγων, με γρήγορο βήμα, προσπάθησε να διασχίσει τη δεξιά λωρίδα της κατεύθυνσης από τη Λευκωσία προς το Καϊμακλί, όπου διακινείτο το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος με αρ. εγγραφής ΚΗΕ612, με αναμμένα τα φώτα του και με μεγάλη απροσδιόριστη ταχύτητα. Ο εναγόμενος δεν αντιλήφθηκε καθόλου την παρουσία του ενάγοντος εντός του δρόμου και το αυτοκίνητο του επέπεσε επί του ενάγοντος στο σημείο Χ2 του Τεκμηρίου 2, δηλαδή σε απόσταση περί τα 8,80 μέτρα από την άκρη του δρόμου από όπου ξεκίνησε ο ενάγων, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να κτυπήσει στο μπροστινό αριστερό μέρος και στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου και αφού εκτινάχθηκε και περιστράφηκε στον αέρα σε μεγάλο ύψος να πέσει στο δρόμο πολλά μέτρα πιο κάτω, σοβαρότατα τραυματισμένος. Ο ΜΕ3 και η ΜΕ4, καθώς και ο ΜΕ5 που πορεύετο με το αυτοκίνητο του από την αντίθετη κατεύθυνση του δρόμου, είδαν το δυστύχημα και έσπευσαν να βοηθήσουν τον ενάγοντα. Ο ΜΕ2 επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος και ετοίμασε τα Τεκμήρια 1 και 2, μέρος δε των ευρημάτων του καθώς και οι συνθήκες καιρού, ορατότητας και τα λοιπά στοιχεία πραγματικής μαρτυρίας όπως ήδη παρατέθηκαν, αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί η αμέλεια κρίνεται καθολικά, απρόσωπα και αντικειμενικά, με γνώμονα τις αντιδράσεις του συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί λογικά το δρόμο, συναισθανόμενος την ευθύνη για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο, κάθε δε υπόθεση τροχαίου ατυχήματος εξετάζεται με βάση τα δικά της γεγονότα και περιστατικά. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού και συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Όσον αφορά τη νομολογία που αφορά την ευθύνη σε τροχαίο ατύχημα που εμπλέκεται πεζός, στην πρόσφατη απόφαση Jamal Ismail ν. Μιχαήλ Αντωνίου κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A107, Πολ. Έφ. Αρ. 333/2009, ημερομηνίας 12.2.2014, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Πρώτα θα πρέπει να υπενθυμίσουμε γι' ακόμη μια φορά ότι το δικαίωμα του πεζού στη χρήση δρόμου είναι το ίδιο με εκείνο του οδηγού μηχανοκινήτου οχήματος. Ο βαθμός της απαιτούμενης προσοχής που αναμένεται από πεζό όταν διασταυρώνει για τη δική του ασφάλεια είναι αυτή του μέσου λογικού ανθρώπου. Βαρύνεται με την υποχρέωση να κινείται με την συνεχή προσοχή του στραμμένη στο δρόμο. (Βλ. Αβραάμ. ν. Στυλιανού
(2002)1 Α.Α.Δ. 50, Κυριάκου ν. Φινοπούλου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1950, Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1 Α.Α.Δ. 218). Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι σύμφωνα με τη νομολογία, «Ο καταμερισμός ευθύνης αποτελεί έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου. Το ποιος θα ήταν ο καταμερισμός στον οποίο εμείς θα προβαίναμε δεν είναι το ζητούμενο. Όπως ανέφερε ο δικαστής Wright στην British Fame (Owners) v. Macgregor (Owners)
(1943)A.C. 197 (στη σελ. 201) σχετικά με τον καταμερισμό: «It involves an individual choice or discretion, as to which there may well be differences of opinion by different minds." Η επέμβαση του Εφετείου δικαιολογείται μόνο εφόσον καταδεικνύεται ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είτε εφάρμοσε εσφαλμένη αρχή δικαίου είτε παραγνώρισε ουσιώδες γεγονός ή παράγοντα. Έτσι ώστε να προκύπτει έκδηλο σφάλμα: βλ. την απόφαση του Willmer L.J. στην Quintas v. National Smelting Co Ltd
(1961)1 All E.R. 630 η οποία επικροτήθηκε στην Brown v. Thompson
(1968)2 All E.R. 708, Υιοθετήθηκε στην Solomos Kyriacou v. Nicos Aristotelous
(1970)1 C.L.R. 172 και ακολουθήθηκε έκτοτε.» (Βλ. Γεωργίου κ.α. ν. Πιερίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 1194) Στον καταμερισμό ευθύνης λαμβάνονται υπόψη δυο παράγοντες: ο βαθμός υπαιτιότητας και η αιτιώδης συνάφεια..». Αποτελεί ευθύνη κάθε οδηγού αυτοκινήτου να είναι προσηλωμένος στην πορεία του και σε θέση να αντιμετωπίσει την ενδεχόμενη διακίνηση πεζών που διασταυρώνουν δρόμο σε κατοικημένη περιοχή, ως απαιτεί το καθήκον επιμέλειας του αυτοκινητοδηγού, που είναι αντικειμενικά απρόσωπο και καθολικό και οφείλεται σε κάθε τρίτο που, κατά λογική πρόβλεψη, μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του. Όπως, επίσης, επισημαίνεται στη νομολογία, είναι αυτονόητο ότι οι συνέπειες από την αμέλεια οδηγού αυτοκινήτου είναι μεγαλύτερες από εκείνες που μπορεί να προκύψουν από την αμέλεια πεζού (βλ. Αλεξάνδρου κ.α. ν. Λεβέντη κ.α.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 420, Κωμιάτη ν. Πόλιτσου κ.α.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 226 και Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 218). Στην παρούσα υπόθεση, ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων μου και έχοντας υπόψη μου τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται, θεωρώ ότι ο εναγόμενος επέδειξε αμέλεια και ενήργησε με έλλειψη της δέουσας προσοχής, παρατηρητικότητας και πρόβλεψης με αποτέλεσμα να υπέχει ευθύνη για την επίδικη σύγκρουση. Ο εναγόμενος όφειλε ως μέσος συνετός οδηγός να διακινείται με μεγάλη προσοχή στην πολυσύχναστη Λεωφόρο εντός της κατοικημένης περιοχής και, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες επαρκούς φωτισμού και ικανοποιητικής ορατότητας, να αντιληφθεί τον ενάγοντα ώστε να είναι σε θέση και να λάβει όλα τα αναγκαία αποτρεπτικά μέτρα και να αποφύγει τη σύγκρουση με αυτόν. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Helmond ν. Μιχαηλίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2125, σε κάθε περίπτωση ο οδηγός αυτοκινήτου έχει καθήκον επισκόπησης του δρόμου όχι μόνο μπροστά του αλλά και από τις δυο πλευρές ώστε να αντιληφθεί πεζό που διασταυρώνει το δρόμο έστω και εκτός διάβασης πεζών. Ο εναγόμενος παρέβη το καθήκον επιμέλειας που είχε οδηγώντας το όχημα του έναντι του πεζού-ενάγοντος, ο οποίος είχε εισέλθει στο δρόμο με πρόθεση να τον διασταυρώσει από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του εναγόμενου και έχοντας διανύσει, περπατώντας με γοργό βήμα, τις δυο λωρίδες της αντίθετης κατεύθυνσης, πέραν δηλαδή των 6,30 μέτρων, από αυτή που διακινείτο το όχημα του εναγόμενου. Από τα γεγονότα προκύπτει ότι ο εναγόμενος λόγω έλλειψης της δέουσας προσοχής και παρατηρητικότητας δεν αντιλήφθηκε καθόλου την παρουσία του πεζού στο δρόμο και ως εκ τούτου δεν έλαβε οποιοδήποτε αποτρεπτικό μέτρο, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με αυτόν προκαλώντας του βαρύτατους τραυματισμούς. Η αμέλεια του εναγόμενου εντοπίζεται στη μη λήψη των αναγκαίων μέτρων όπως όφειλε και μπορούσε για την ασφαλή πορεία του στο συγκεκριμένο δρόμο, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, και την αποφυγή πρόκλησης κινδύνου σε πεζούς που εύλογα μπορούσε να προβλέψει και έγκαιρα να είχε αντιληφθεί ότι διακινούντο στο συγκεκριμένο δρόμο. Η ευθύνη του εναγόμενου είναι προφανής και κρίνεται ότι η συμπεριφορά του αποτέλεσε την γενεσιουργό αιτία του δυστυχήματος. Η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται σαφώς από τις υποθέσεις στις οποίες επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου η κα Ερωτοκρίτου, όπου ο πεζός βρέθηκε εξ ολοκλήρου υπεύθυνος λόγω της ξαφνικής και απροσδόκητης παρουσίας του στο δρόμο. Επισημαίνεται επί του προκειμένου ότι, στην υπόθεση Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 576, ο πεζός κτυπήθηκε από αυτοκίνητο ενώ διασταύρωνε υπεραστικό δρόμο διαμέσου διερχομένων οχημάτων, στην απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Κωνσταντίνου κ.α. ν. Κατσιαρδή
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1178, ο οδηγός του αυτοκινήτου απηλλάγη ευθύνης καθότι, ως κρίθηκε, εκινείτο με χαμηλή ταχύτητα κατά τη διάρκεια της νύχτας σε δρόμο που δεν φωτιζόταν και εμποδίστηκε το οπτικό του πεδίο από εξ αντιθέτου ερχόμενο όχημα, έλαβε δε άμεσα αποτρεπτικά μέτρα μόλις αντιλήφθηκε τον πεζό που φορούσε σκούρα ρούχα, στην δε απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Παναγρίτη ν. Χαραλάμπους, Πολ. Έφ. Αρ. 320/2008, ημερομηνίας 15.3.2012, η πεζή, ενώ επικρατούσε σκότος, φορώντας σκούρα ρούχα, διασταύρωνε τρέχοντας από δεξιά προς τα αριστερά Λεωφόρο με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, χωρίς οδικό φωτισμό, ο δε οδηγός του αυτοκινήτου έλαβε άμεσα αποτρεπτικά μέτρα μόλις την αντιλήφθηκε χωρίς όμως να αποφύγει τη σύγκρουση. Ως προς το θέμα της αναζήτησης συντρέχουσας αμέλειας το Δικαστήριο ερευνά για την ύπαρξη τέτοιων στοιχείων από τα οποία να καταφαίνεται κατά πόσο ο ενάγων παρέλειψε να ασκήσει εύλογη φροντίδα και επιμέλεια για τη δική του ασφάλεια και έτσι μπορεί να λεχθεί ότι συνέβαλε στην πρόκληση των δικών του βλαβών ή ζημιάς (βλ. Sofocleous and another v. Georghiou and another
(1978)1 A.A.Δ. 149, Antoniou v. Iordanous and another
(1976)1 Α.Α.Δ. 341, Αντωνιάδη Μαϊττα ν. Γεωργίου κ.α.
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 1). Η ευθύνη για τροχαίο ατύχημα επιμερίζεται υπό το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οδηγό προς κρίση των παραλείψεων αμφοτέρων των πλευρών αποτελεί ο μέσος συνετός πολίτης και όχι η μικροσκοπική συνεκτίμηση των αντιδράσεων (βλ. Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178, Βελάρης ν. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ. 881, Γεωργίου ν. Παναγιωτίδη κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 80, Ιωάννου κ.α. ν. Μιχαήλ
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 141). Η ευθύνη, περαιτέρω, καταμερίζεται σε συνάρτηση με την υπαιτιότητα αφενός κρινόμενη υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας που προξένησε το ατύχημα και της επελεύσεως της ζημιάς, που αποτελεί το αντικείμενο της δίκης αφετέρου (βλ. Αλεξάνδρου κ.α. ν. Λεβέντη κ.α. (πιο πάνω) και Jamal Ismail ν. Μιχαήλ Αντωνίου κ.α. (πιο πάνω)). Εξετάζοντας την οδική συμπεριφορά του ενάγοντος υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης και βάσει των νομολογιακών αρχών, θεωρώ ότι έχει καταδειχθεί ότι αυτός έχει ενεργήσει αμελώς ώστε θα πρέπει να του αποδοθεί συντρέχουσα αμέλεια για τη σύγκρουση. Στην παρούσα υπόθεση δεν έδωσε μαρτυρία ο ίδιος ο ενάγων, χωρίς ωστόσο αυτό να αποτελεί εμπόδιο, υπό το φως των ευρημάτων του Δικαστηρίου και του συνόλου της προσφερθείσας μαρτυρίας, να εξετασθεί θέμα συντρέχουσας αμέλειας εκ μέρους του (βλ., μεταξύ άλλων, Τζιβανίδης ν. Μιχαηλίδη
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 218). Σύμφωνα με τα ευρήματά του Δικαστηρίου, ο ενάγων έχοντας πρόθεση να διασταυρώσει την επίδικη Λεωφόρο, δεν έλαβε, όπως έπρεπε, τις αναγκαίες προφυλάξεις για την ασφαλή διακίνηση του στο δρόμο. Όπως ήταν τα δεδομένα δεν αντιλήφθηκε το όχημα του εναγόμενου που διακινείτο στην πλευρά του δρόμου, την οποία ο ενάγων επιθυμούσε να διανύσει για να φθάσει στον προορισμό του. Αν ο ενάγων ασκούσε τη δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα θα μπορούσε να είχε αντιληφθεί έγκαιρα το αυτοκίνητο του εναγόμενου εντός του δρόμου, όπως το είχε αντιληφθεί τόσο η ΜΕ4 όσο και ο ΜΕ3, έχοντας μάλιστα ο τελευταίος προειδοποιήσει τον ενάγοντα φωνάζοντας του, ώστε να λάβει τα αναγκαία μέτρα προστασίας του έναντι του εύλογα προβλεπτού κινδύνου σύγκρουσης με το αυτοκίνητο αυτό. Η υποχρέωση του ενάγοντος όταν εισήρχετο στη συγκεκριμένη Λεωφόρο διπλής κατευθύνσεως ήταν να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να την διασταυρώσει. Είχε ικανοποιητική ορατότητα υπό τις συνθήκες φωτισμού του μέρους και θα αναμένετο λογικά, διατηρώντας επαρκή έλεγχο του δρόμου, να δει έγκαιρα το αυτοκίνητο του εναγόμενου που πορεύετο στην κατεύθυνση από Λευκωσία προς Καϊμακλί ώστε να λάβει μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης. Υπό τα δεδομένα της υπόθεσης, και χωρίς να παραγνωρίζεται το νεαρό της ηλικίας του, ανακύπτει ευθύνη του ενάγοντος για λήψη μέτρων προφύλαξης ενόψει εύλογα εμφανούς κινδύνου συνεπεία του επερχομένου οχήματος του εναγόμενου (βλ. Αλεξάνδρου κ.α. ν. Λεβέντη κ.α. (πιο πάνω)). Κατά συνέπεια κρίνεται ότι η συμπεριφορά του ενάγοντος οφείλετο σε έλλειψη της δέουσας προσοχής ή μέριμνας και θα πρέπει να του αποδοθεί ποσοστό συντρέχουσας αμέλειας, το οποίο υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, καθορίζεται σε 25%. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι ο ενάγων έχει αποδείξει την απαίτηση του εναντίον του εναγόμενου, στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις, έχοντας αποδείξει ότι ο εναγόμενος ευθύνεται με ποσοστό ευθύνης 75% για το ατύχημα και τις συνέπειες που είχε αυτό σε σχέση με τους τραυματισμούς και τις ζημιές που υπέστη ο ενάγων και που, όπως είναι παραδεκτό, ανέρχονται στο συνολικό ύψος των €1.350.000. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €1.012.500, με νόμιμο τόκο από σήμερα. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντος και εναντίον του εναγόμενου. (Υπ.)............ Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.