← Κύπρος

ATLANTIC SECURITIES LTD ν. ΜΑΡΙΟΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ, Αρ. Αγωγής 2283/2013, 26/11/2014

ATLANTIC SECURITIES LTD ν. ΜΑΡΙΟΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ, Αρ. Αγωγής 2283/2013, 26/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A431 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2283/2013 ATLANTIC SECURITIES LTD, ΑΡ. ΕΓΓΡ. 119857 Ενάγουσας και ΜΑΡΙΟΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ Εναγομένου Ημερομηνία: 26.11.2014 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: Μ. Γεωργίου, για Μάριος Γεωργίου & Συνεργάτες Για τον Εναγόμενο - Καθ΄ου η αίτηση: κα Μ. Μιχαήλ, για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με τη μονομερή αίτηση, ημερ. 9.4.2013, της ως άνω Ενάγουσας - Αιτήτριας για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 9.4.2013, αφορά σε αξίωση από μέρους της Ενάγουσας εναντίον του Εναγομένου - (Α) για το ποσό των €51.247,37σ. δυνάμει εγγράφου συμφωνίας και/ή δανείου και/ή ως υπόλοιπο λογαριασμού και/ή πιστωτικής διευκόλυνσης και/ή άλλως πως, (Β) πλέον τόκο προς 8% επί του πιο πάνω ποσού από 25.2.2012, ήτοι από την ημερομηνία που υπολογίστηκαν οι τόκοι και συμπεριλήφθηκαν στο λογαριασμό που τηρούσε ο εναγόμενος και ο οποίος τερματίστηκε με βάση επιστολή ημερ. 01/12/2011 μέχρι εξοφλήσεως, (Γ) πλέον €1.250,00σ. Ειδικές Αποζημιώσεις και Γενικές Αποζημιώσεις για ψευδείς παραστάσεις, για παράβαση συμβολαίου και/ή προφορικής συμφωνίας, (Δ) πλέον έξοδα, έξοδα επίδοσης και ΦΠΑ. Κατά την ίδια ημερομηνία που καταχωρήθηκε η ως άνω αγωγή, η Ενάγουσα καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία εξαιτείται: «Α. Παρεμπίπτον προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον εναγόμενο προσωπικά, είτε μέσω υπαλλήλων, εκπροσώπων, υπηρετών ή αντιπροσώπων του να πωλήσει, αποξενώσει, δωρίσει, υποθηκεύσει, επιβαρύνει ή άλλως πως διαθέσει την πιο κάτω ακίνητη περιουσία:

(1)Χωράφι, τοποθεσία Απαλός, Ενορία Άγιος Γεώργιος, Δήμος Λατσιών, Λευκωσία με αρ.εγγρ. 4/406. Φ/Σχ. 30/30Ε1, Τμήμα:4, Τεμάχιο: 412, μερίδιο 1/3 μέχρι τελικής αποπεράτωσης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Οποιανδήποτε περαιτέρω ή άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και/ή εύλογη. Γ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ (Αρ. Μητρώου ΦΠΑ 00583810L)». Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32
(1)
(2)και
(3)του Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ.1, 2 και 9 και στις Γενικές Εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται η αίτηση περιέχονται στην ένορκη δήλωση του κου Χαράλαμπου Αλεξάνδρου, ημερ. 9.4.2013, ο οποίος, όπως δηλώνει, είναι ένας εκ των Διοικητικών Συμβούλων της Ενάγουσας - Αιτήτριας Εταιρείας και Γενικός Διευθυντής των εργασιών της, είναι, δε, πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης. Ο κ. Αλεξάνδρου δηλώνει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων, εκτός όπου δηλώνει ρητά το αντίθετο, στην οποία περίπτωση αποκαλύπτει την πηγή των πληροφοριών του. Παραθέτω πιο κάτω, με υποκεφαλίδες που διευκολύνουν τη μελέτη, αυτούσιους τους ισχυρισμούς γεγονότων του κ. Αλεξάνδρου ως εκτίθενται στην Ε/Δ του, ημερ. 9.4.2013꞉ Α. Αναφορικά με τα γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής ως οι αξιούμενες θεραπείες (Α) και (Β) στην Έκθεση Απαίτηση που είναι ειδικά οπισθογραφημένη επί του κλητηρίου · Αναφορικά με τα γεγονότα που αφορούν στη σύναψη συμφωνίας παραχώρησης πιστωτικής διευκόλυνσης από την Ενάγουσα προς τον Εναγόμενο «
  1. Η Ενάγουσα-Αιτήτρια είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113 με έδρα τη Λευκωσία. Είναι Κυπριακή επιχείρηση παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών και υπόκειται ως προς την εν γένει λειτουργία της στην εποπτεία και τον έλεγχο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Ελλάδος. Οι συναλλαγές που διενεργεί και οι υπηρεσίες που παρέχει βρίσκονται μέσα στα πλαίσια της κείμενης Νομοθεσίας. Σύμφωνα με την άδεια λειτουργίας της, μεταξύ άλλων η εταιρεία προσφέρει σε πελάτες την υπηρεσία της λήψης και διαβίβασης εντολών και της εκτέλεσης εντολών για διενέργεια συναλλαγών σε χρηματοοικονομικά μέσα και της παρεπόμενης υπηρεσίας της παροχής πιστώσεων σε πελάτες προς διενέργεια συναλλαγών σε χρηματοοικονομικά μέσα.
  2. Ο Εναγόμενος-Καθ'ου η αίτηση ήταν επενδυτής, πελάτης της Ενάγουσας-Αιτήτριας εταιρείας. Ο Εναγόμενος-Καθ'ου η αίτηση υπέγραψε με την Ενάγουσα-Αιτήτρια σύμβαση ημερ. 10/02/2004, τεκμήριο 1, η οποία στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με νέα σύμβαση ημερ. 26/10/2006, τεκμήριο 2, για την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε μη επαγγελματία επενδυτή και διόρισε με βάση πληρεξούσιο έγγραφο ημερ.26/10/2006, τεκμήριο 3, την Atlantic Securities Ltd ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του.
  3. Στις 30/10/2006 μεταξύ των διαδίκων υπογράφτηκε συμπληρωματική συμφωνία, τεκμήριο 4, η οποία διελάμβανε ότι ο Εναγόμενος-Καθ'ου η αίτηση για την διαβίβαση των χρηματιστηριακών του εντολών προς εκτέλεση θα χρησιμοποιούσε το σύστημα on-line που διαθέτει και λειτουργεί η Atlantic Securities Ltd.
  4. Κατόπιν αιτήσεως του Εναγόμενου-Καθ'ου η αίτηση, ημερ. 17/08/2006, προς την Ενάγουσα-Αιτήτρια, τεκμήριο 5(α), η οποία εγκρίθηκε από την Ενάγουσα-Αιτήτρια με επιστολή ημερ. 21/08/2006, τεκμήριο 5(β), και δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερ. 21/08/2006, τεκμήριο 5(γ), παραχωρήθηκε από την Ενάγουσα-Αιτήτρια στον Εναγόμενο-Καθ'ου η αίτηση πιστωτική διευκόλυνση διάρκειας τριών ημερών ύψους €10.000, η οποία, κατόπιν αιτήσεως του Εναγόμενου-Καθ'ου η αίτηση ημερ. 18/11/2008 προς την Ενάγουσα-Αιτήτρια, τεκμήριο 6(α), η οποία εγκρίθηκε από την Ενάγουσα-Αιτήτρια με επιστολή ημερ. 18/11/2008, τεκμήριο 6(β), και δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερ. 18/11/2008, τεκμήριο 6(γ) αυξήθηκε στο ποσό των €50.
  5. Στη συνέχεια και κατόπιν επιστολής και αιτήσεως του Εναγόμενου-Καθ'ου η αίτηση ημερ. 01/02/2010 προς την Ενάγουσα-Αιτήτρια, τεκμήρια 7(α) και (β) αντίστοιχα, η οποία εγκρίθηκε από την Ενάγουσα-Αιτήτρια με επιστολή ημερ. 04/02/2010, τεκμήριο 7(γ) και δυνάμει εγγράφου συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ημερ. 04/02/2010 («βασική συμφωνία»), τεκμήριο 7(δ), παραχωρήθηκε από την Ενάγουσα-Αιτήτρια στον Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση πιστωτική μόνιμη διευκόλυνση ύψους €50.000 σε αντικατάσταση της προηγούμενης διάρκειας τριών
(3)ημερών. Ως σχετικό παράρτημα της εν λόγω συμφωνίας ο Εναγόμενος-Καθ'ου η αίτηση υπέγραψε δήλωση κινδύνου.». · Αναφορικά με τους όρους της επίδικης συμφωνίας παραχώρησης «
  1. Οι όροι της πιο πάνω βασικής συμφωνίας φαίνονται στη σύμβαση παροχής πιστώσεων για τη Διενέργεια Χρηματιστηριακών Συναλλαγών Τεκμήριο 7(δ)) μαζί με το προαναφερόμενο στην παράγραφο 5, παράρτημα, δήλωσης κινδύνου.
  2. Βάσει της ως άνω αναφερόμενης βασικής συμφωνίας η πιστωτική διευκόλυνση παραχωρήθηκε και ενεργοποιήθηκε σε προϋπάρχον χρηματιστηριακό λογαριασμό που διατηρούσε ο Εναγόμενος-Καθ'ου με την Ενάγουσα-Αιτήτρια με ύψος «Διευκολύνσεων» €50.000 όπως προνοούσε η εν λόγω συμφωνία.». · Αναφορικά με τον καθορισμό της ημερομηνίας λήξης της παραχωρηθείσας διευκόλυνσης και τον ισχυρισμό περί ψευδών παραστάσεων του Εναγομένου βάσει των οποίων η εν λόγω ημερομηνία παρατάθηκε μέχρι 28.2.2012 «
  3. Η βασική συμφωνία θα έληγε στις 30/06/2010 αλλά με διάφορες καλυπτικές επιστολές η ισχύ της συμφωνίας παρατάθηκε μέχρι τις 28/2/
  4. Οι εν λόγω επιστολές ημερ.01/07/2010, 03/01/2011, 01/07/2011, 29/11/2011 και 01/12/2011 επισυνάπτονται ως τεκμήρια 8(α), 8(β), 8(γ), 8(δ) και 8(ε).
  5. Συγκεκριμένα ο Εναγόμενος-Καθ'ου η αίτηση με την από μέρους του υπογραφή της επιστολής ημερ. 29/11/2011 (τεκμήριο 8(δ)) παρέστησε ψευδώς στην Ενάγουσα Εταιρεία ότι αυτός θα ικανοποιούσε τους όρους παροχής των πιστωτικών διευκολύνσεων που του παρείχε η Ενάγουσα-Αιτήτρια και εξασφάλισε με αυτό τον τρόπο την παράταση της ισχύς της συμφωνίας μέχρι τις 28/2/2012.». · Αναφορικά με τον τερματισμό της σύμβασης λόγω ισχυριζόμενης παράβασης σύμβασης «
  6. Επειδή ο Εναγόμενος-Καθ'ου η αίτηση δεν συμμορφώθηκε με τους όρους της σύμβασης αυτή τερματίστηκε βάση της επιστολής ημερ. 01/12/2011 των Εναγόντων, τεκμήριο 8(ε).» · Αναφορικά με το αξιούμενο ποσό «
  7. Στις 28/02/2012 κατά παράβαση των όρων της βασικής συμφωνίας ο λογαριασμός του Εναγόμενου-Καθ'ου η αίτηση παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €51.247,37 πλέον τόκο προς 8 % από 25/02/2012, ήτοι από την ημερομηνία που υπολογίστηκαν οι τόκοι και συμπεριλήφθηκαν στον λογαριασμό που τηρούσε ο Εναγόμενος-Καθ' ου η αίτηση. Επισυνάπτεται ως τεκμήριο 9 η κατάσταση λογαριασμού του Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση.
  8. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας-Αιτήτριας, μέσω μου προς τον Εναγόμενο-Καθ'ου η αίτηση για εξόφληση του οφειλόμενου ποσού, ο Εναγόμενος-Καθ'ου η αίτηση επικαλείτο προβλήματα ρευστότητας και αμελούσε και αρνείτο και παραλείπε να πράξη τούτο.». Β. Αναφορικά με τα γεγονότα που συνθέτουν τη βάση αγωγής ως η αξιούμενη θεραπεία (Γ) της Έκθεσης Απαίτησης που είναι ειδικά οπισθογραφημένη επί του κλητηρίου της αγωγής · Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί παράβασης προφορικής συμφωνίας που έγινε περί το τέλος του 2012 «
  9. Περί το τέλος του 2012 ο Εναγόμενος-Καθ'ου η αίτηση προσήλθε στα γραφεία της Ενάγουσας-Αιτήτριας εταιρείας όπου τον συνάντησα προσωπικά. Από μόνος του έφερε μαζί του τίτλο ιδιοκτησίας επ' ονόματι του και ζήτησε όπως αυτό υποθηκευτεί προς όφελος της Ενάγουσας-Αιτήτριας για την εξασφάλιση των οφειλών του που απαιτούνται με την πιο πάνω αρ. και τίτλο αγωγή. Επισυνάπτεται αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας που μου δόθηκε από τον Εναγόμενο-Καθ'ου η αίτηση ως τεκμήριο
  10. Ως εκ των πιο πάνω και όπως συμφωνήσαμε με τον Εναγόμενο-Καθ'ου η αίτηση ανάθεσα στους Δικηγόρους της Ενάγουσας- Αιτήτριας την ετοιμασία εγγράφων υποθήκης το οποίο επισυνάπτεται ως τεκμήριο
  11. Κατά παράβαση της προφορικής αυτής συμφωνίας και ενώ η Ενάγουσα-Αιτήτρια επωμίσθηκε δικηγορικά έξοδα για την ετοιμασία του τεκμηρίου 11, ο Εναγόμενος-καθ'ου η αίτηση παρέλειψε να προσέλθει στα γραφεία της Ενάγουσας εταιρείας στις 15/03/2013 όπως είχε υποσχεθεί με σκοπό να μεταβεί με αντιπρόσωπο της Ενάγουσας στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας ως συμφώνησε. Λόγω της παράλειψης του να προσέλθει στα γραφεία της Ενάγουσας-Αιτήτριας κατάφερα να επικοινωνήσω τηλεφωνικώς μαζί του στις 29/03/2013 όπου μου ανάφερε ότι λόγω της οικονομικής κρίσης και τις καταστάσεις των ημερών δεν είναι υπόχρεος να αποπληρώσει τις οφειλές του καθώς τα δάνεια θα παγιοποιηθούν ή θα διαγραφούν και άρα δεν ήθελε να δεσμεύσει την περιουσία του. Ανάφερε επίσης ότι σε περίπτωση που του κινούσαμε αγωγή δεν θα ενοχλείτο αφού θα κηρύσσετο σε πτώχευση και επομένως και συμπερασματικά αντιλήφθηκα ότι αυτός θα μεταβιβάσει την περιουσία του σε συγγενικά του πρόσωπα ή να την πωλήσει για δικό του όφελος προς αποφυγή των υποχρεώσεων του.
  12. Έκτοτε παραλείπει να ανταποκριθεί στις οχλήσεις της ενάγουσας εταιρείας είτε τηλεφωνικώς είτε άλλως πως και δεν μπορεί να εντοπιστεί. Ένεκα των πιο πάνω έδωσα οδηγίες στους Δικηγόρους της Ενάγουσας-Αιτήτριας να καταχωρήσουν τη παρούσα αίτηση και έντιμα πιστεύω ότι το Δικαστήριο κέκτηται εξουσίας να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.
  13. Έχω νομική συμβουλή ότι τα πιο πάνω αποτελούν ψευδείς παραστάσεις γιατί ο Εναγόμενος - Καθ' ου η αίτηση παρέστησε στην Ενάγουσα-Αιτήτρια ότι θα προέβαινε στα πιο πάνω διαβήματα κατά παράβαση προφορικής συμφωνίας που έγινε περί τα τέλη 2012.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Γ. Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση του αξιούμενου διατάγματος μη αποξένωσης καθορισμένου τεμαχίου της ακίνητης ιδιοκτησίας του Ενάγοντος «
  14. Έχω νομική συμβουλή από τους δικηγόρους της Αιτήριας εταιρείας και έντιμα πιστεύω ότι η Ενάγουσα έχει πολύ καλή βάση αγωγής εναντίον του Εναγόμενου τόσο για τις οφειλές του που αφορούν στην παροχή υπηρεσιών πιστωτικών διευκολύνσεων που παραμένουν απλήρωτες βάσει γραπτής συμφωνίας ημερ. 04/02/2010, τεκμήριο 7(δ), όσο για παράβαση προφορικής συμφωνίας που έγινε μεταξύ των διαδίκων περί τα τέλη του
  15. Περαιτέρω έχω νομική συμβουλή και έντιμα πιστεύω ότι εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού ο σκοπός του Εναγόμενου-Καθ'ου η αίτηση είναι να αποξενώσει την περιουσία που έχει επ' ονόματι του με αποτέλεσμα η Ενάγουσα-Αιτήτρια να μην έχει άλλο τρόπο να εξασφαλίσει το χρέος που οφείλει ο Καθ'ου η αίτηση με αυτή την αγωγή. Από έρευνα που έκανα η περιουσία που ζητούμε να δεσμευτεί με το διάταγμα είναι ένα χωράφι το οποίο είναι η μόνη περιουσία που έχει επ' ονόματι του ο Εναγόμενος-Καθ'ου η αίτηση, γνωρίζω επίσης ως πελάτης στην εταιρεία μας αυτός έχει και άλλα χρέη και είναι άνεργος και ενόψει της πρόσφατης συμπεριφοράς του είναι πολύ πιθανόν να μην ξοφλήσει ποτέ το χρέος της ενάγουσας.
  16. Εν όψει των ανωτέρω ζητώ την βοήθεια του Δικαστηρίου και ζητώ την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Αξίζει εδώ να σημειώσω ότι ο αδελφός Δικαστής που επιλήφθηκε της αίτησης κατά την 1η δικάσιμο, δεν ικανοποιήθηκε ως προς το κατεπείγον του ζητήματος, με αποτέλεσμα να διατάξει την επίδοση της αίτησης στον Εναγόμενο, ο οποίος εμφανίστηκε και εξασφάλισε χρόνο για καταχώριση ένστασης. Μετά από αριθμό παρατάσεων χρόνου που του δόθηκαν, χωρίς να υπάρχει ένσταση από πλευράς της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος καταχώρισε Ειδοποίηση περί πρόθεσης Ένστασης στην υπό κρίση αίτηση μόλις στις 15.11.
  17. Οι συγκεκριμένοι λόγοι Ένστασης που δικογράφησε, μέσω των συνηγόρων του, είναι οι ακόλουθοι:
(1)Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 9.4.2013 είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και αποτελείται από ανακρίβειες και/ή γενικόλογους ισχυρισμούς και/ή αοριστολογίες.
(2)Η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει με την αίτηση της την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση.
(3)Με την αίτηση της η Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή.
(4)Η αίτηση της Αιτήτριας δεν καταδεικνύει ότι η Αιτήτρια θα υποστεί οποιαδήποτε και/ή ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.
(5)Δεν έχει καταδειχθεί και/ή παρουσιαστεί και/ή αποδειχθεί η ανάγκη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος για την απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο.
(6)Η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης και/ή απέκρυψε επιμελώς και εσκεμμένα τα αληθή γεγονότα από το Δικαστήριο και/ή δεν ήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands).
(7)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για έκδοση τέτοιας φύσεως διαταγμάτων.
(8)Η Αιτήτρια παρέλειψε και/ή αμέλησε να αποδείξει την ύπαρξη όλων των προϋποθέσεων για ψευδή παράσταση.
(9)Η αίτηση της Αιτήτριας στερείται νομικού ερείσματος.
(10)Δεν είναι ορθό και/ή δίκαιο και/ή προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και του Καθ' ου η Αίτηση η έγκριση της υπό εξέταση αίτησης.
(11)Το αιτούμενο από την Αιτήτρια μέτρο είναι δυσανάλογο και/ή υπερβολικό σε σχέση με τις αξιώσεις της Αιτήτριας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή.
(12)Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της υπό εξέταση αίτησης. Η ένσταση στηρίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9, Θ.1-10, Δ.27, Θ. 1-4, Δ.48, Θ. 1-4, στις αρχές της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην συνημμένη Ένορκη Δήλωση του Εναγομένου, κ. Μάριου Πολυκάρπου, ημερ. 15.11.
  1. Όπως δηλώνει, αυτός έχει πολύ καλή γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, ενώ σε σχέση με όσα γεγονότα δεν γνωρίζει προσωπικά, αποκαλύπτει δεόντως τη πηγή της πληροφόρησης του. Παραθέτω πιο κάτω, με υποκεφαλίδες που διευκολύνουν τη μελέτη, αυτούσιο το περιεχόμενο της Ε/Δ του Εναγομένου. · Αναφορικά με τη βάση της αγωγής - Θέση του Εναγόμενου ότι δεν υπήρξε νόμιμος τερματισμός της σύμβασης - Πρόωρη η αγωγή
  2. «Έχω μελετήσει το περιεχόμενο της υπό εξέταση αίτησης του Αιτητή καθώς και την ένορκη δήλωση του κ. Χαράλαμπου Αλεξάνδρου που την συνοδεύει και εκτός από τους ισχυρισμού τους οποίους κάνω ρητά παραδεκτούς κατωτέρω αρνούμαι και απορρίπτω όλους τους υπόλοιπους.
  3. Αγνοώ τις παραγράφους 1 και 2 της ένορκης δήλωσης του κ. Χαράλαμπου Αλεξάνδρου.
  4. Παραδέχομαι το περιεχόμενο της παραγράφου 3 πλην του ισχυρισμού ότι η άδεια λειτουργίας της Αιτήτριας περιλαμβάνει εξουσίες παροχής πιστώσεων σε πελάτες για διενέργεια συναλλαγών σε χρηματοοικονομικά μέσα και την καλεί σε αυστηρή απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού.
  5. Παραδέχομαι τις παραγράφους 4 και 5 της ένορκης δήλωσης του κ. Χαράλαμπου Αλεξάνδρου και σημειώνω τα ακόλουθα: 5.1 Στην συμφωνία ημερομηνίας 10.2.2004, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην προαναφερόμενη ένορκη δήλωση, και πιο συγκεκριμένα στην σελίδα με τίτλο «ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΕΛΑΤΗΣ/CLIENT RECORD» έχει γίνει τροποποίηση του ποσοστού των δικαιωμάτων της Αιτήτριας από 0,015% σε 0,15% χωρίς την συγκατάθεση ή υπογραφή ή μονογραφή μου στην διόρθωση αυτή. 5.2 Στο Παράρτημα Α, σελίδα 16 της συμφωνίας ημερομηνίας 26.10.2006 (Τεκμήριο 2 στην προαναφερόμενη ένορκη δήλωση), όπου, με βάση τους βασικούς όρους της εν λόγω συμφωνίας, αναγράφονται οι υπηρεσίες και εξυπηρετήσεις που η Αιτήτρια θα μου παρείχε, δεν έχει συμφωνηθεί ότι θα μου παρέχονται πιστώσεις ή δάνεια για διενέργεια συναλλαγών σε χρηματοοικονομικά μέσα.
  6. Παραδέχομαι τις παραγράφους 6, 7, 8 και 9 της ένορκης δήλωσης του κ. Χαράλαμπου Αλεξάνδρου.
  7. Αρνούμαι κατηγορηματικά το περιεχόμενο της παραγράφου 10 της ένορκης δήλωσης του κ. Χαράλαμπου Αλεξάνδρου και δηλώνω ότι κατά την υπογραφή και αποστολή της επιστολής μου ημερομηνίας 29.11.2011 (Τεκμήριο 8(δ) στην προαναφερόμενη ένορκη δήλωση) είχα κάθε σκοπό να επαναφέρω το διατηρητέο περιθώριο σε ποσοστό πάνω από το καθοριζόμενο από την συμφωνία ημερομηνίας 4.2.2010 (Τεκμήριο 7(δ)) (στο εξής «η επίδικη συμφωνία»), ήτοι 30% της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου ασφαλείας μου. Αναφέρω ότι είχα περιθώριο να συμμορφωθώ με τους όρους της εν λόγω συμφωνίας μέχρι την 28.2.2012, ημερομηνία κατά την οποία η ισχύς της συμφωνίας θα έπαυε.
  8. Απορρίπτω τους ισχυρισμούς της παραγράφου 11 της ένορκης δήλωσης του κ. Χαράλαμπου Αλεξάνδρου και περαιτέρω αναφέρω ότι η συμφωνία ημερομηνίας 4.2.2010 ουδέποτε τερματίστηκε από την Αιτήτρια και εν πάση περιπτώσει η επικαλούμενη επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 1.12.2011 (Τεκμήριο 8(ε)) δεν αποτελεί νόμιμο ή συμβατικό τερματισμό ως αυτός προνοείται από τις πρόνοιες της εν λόγω συμφωνίας και συγκεκριμένα στην παράγραφο 9 αυτής, ήτοι με γραπτή ειδοποίηση τριών ημερών. Ως εκ τούτου, είμαι της θέσης ότι η Αιτήτρια και Ενάγουσα στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή δεν έχει τερματίσει την εν λόγω συμφωνία νομότυπα, το ισχυριζόμενο οφειλόμενο προς την Ενάγουσα ποσό δεν έχει απαιτηθεί με αποτέλεσμα οι πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής να είναι ελάχιστες εφόσον η έγερση της εν λόγω αγωγής είναι πρόωρη. Περαιτέρω, οι Αιτητές παρέλειψαν να αποδείξουν με ποιο τρόπο έχω παραβιάσει την επίδικη συμφωνία.». · Ισχυρισμός του Εναγομένου περί αποκλειστικής αμέλειας της Ενάγουσας για την ύπαρξη του οποιουδήποτε υπολοίπου λόγω παράλειψής της να εκποιήσει τις μετοχές του Εναγομένου
  9. «Περαιτέρω, εξ' όσων με πληροφορούν οι δικηγόροι μου, με βάση το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 5 της επίδικης συμφωνίας, σε περίπτωση παράλειψης κάλυψης του διατηρητέου περιθωρίου, η Αιτήτρια ήταν υπόχρεη όπως προβεί σε άμεση εκποίηση των μετοχών χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση μου. Ως εκ τούτου, αρνούμαι την ύπαρξη οποιασδήποτε οφειλής έναντι της Αιτήτριας. Διαζευκτικά με τα πιο πάνω αναφέρω ότι η ισχυριζόμενη ύπαρξη οφειλής οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια της Αιτήτριας και στην παράβαση εκ μέρους της του ως άνω αναφερόμενου ουσιώδους όρου της επίδικης συμφωνίας. Εάν η Αιτήτρια προέβαινε στην έγκαιρη εκποίηση των μετοχών, είναι η θέση μου ότι το χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού μου δεν θα υπήρχε ή θα ήταν μειωμένο σημαντικά.». · Ισχυρισμός ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη της κίνησης του λογαριασμού του Εναγομένου - Αμφισβήτηση του ποσού της απαίτησης της Ενάγουσας - Ισχυρισμός ότι υπήρξαν παράνομες χρεώσεις μετά την ημερομηνία του ισχυριζόμενου τερματισμού της σύμβασης
  10. Σε συνέχεια με την πιο πάνω παράγραφο και αναφορικά με την παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης του κ. Χαράλαμπου Αλεξάνδρου και την κατάσταση λογαριασμού την οποία επισυνάπτει, αναφέρω ότι η Αιτήτρια παρέλειψε να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των στοιχείων του λογαριασμού μου, περιορίζοντας αυτόν (Τεκμήριο 9 στην προαναφερόμενη ένορκη δήλωση) στην περίοδο από 1.1.2012 μέχρι 29.2.
  11. Με την παρούσα επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού για την περίοδο από 1.9.2011 μέχρι 18.10.
  12. Στην εν λόγω κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο Α, φαίνεται ότι η τελευταία κίνηση/ συναλλαγή που έγινε στο λογαριασμό μου για αγοραπωλησία μετοχών ήταν την 15.11.2011 και ότι ακόμα και μετά την 1.12.2011, ημερομηνία κατά την οποία οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι τερμάτισαν την μεταξύ μας συμφωνία, ο λογαριασμός μου επιβαρυνόταν με παράνομες και αδικαιολόγητες χρεώσεις όπως χρεώσεις για 'Agent fees' και 'Management fees'. Άνευ βλάβης των όσων αναφέρω πιο πάνω περί μη νόμιμου ή αντισυμβατικού τερματισμού της επίδικης συμφωνίας, αναφέρω ότι ο λογαριασμός μου παρουσιάζει λανθασμένο υπόλοιπο και ότι συμπεριλαμβάνει παράνομες χρεώσεις όπως αυτές που εκτίθενται κατωτέρω: Ημερομηνία χρέωσης Περιγραφή Ποσό χρέωσης 30/12/2011 AGFN FEES 12/2011 €21.00 31/01/2012 AGFN FEES 01/2012 €21.00 29/02/2012 AGFN FEES 02/2012 €21.00 30/03/2012 AGFN FEES 03/2012 €21.00 24/04/2012 MANAGEMENT FEES Ο1-Ο3/2012 €125.00 30/04/2012 AGFN FEES 04/2012 €21.00 31/05/2012 AGFN FEES 05/2012 €21.00 29/06/2012 AGFN FEES 06/2012 €21.00 5/07/2012 MANAGEMENT 06/2012 FEES 04- €125.00 5/10/2012 MANAGEMENT 09/2012 FEES 07- €125.00 4/01/2013 MANAGEMENT 12/2012 FEES 10- €125.00 ΣΥΝΟΛΟ: €647.00 Οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στον πιο πάνω πίνακα είναι σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο Α. Η συντομογραφία «AGFN FEES» σημαίνει «AGENT FEES». Τέτοιες χρεώσεις όπως Agent και Management fees αφορούν συναλλαγές στις οποίες προβαίνει ο πελάτης, σ' αυτήν την περίπτωση εγώ. Νοουμένου ότι η τελευταία συναλλαγή που έπραξα ήταν την 15.11.2011, τέτοιου είδους χρεώσεις δεν νομιμοποιούνται και εν πάση περιπτώσει δεν δύναται να χρεώνονται κατόπιν τερματισμού της συμφωνίας. Ως εκ τούτου και σε συνέχεια των ισχυρισμών που αναφέρω στην παράγραφο 9 ανωτέρω, όχι μόνο αμφισβητώ το ποσό το οποίο η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οφείλω προς αυτήν, αλλά είναι η θέση μου ότι εάν υπάρχει οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό, αυτό οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια της Αιτήτριας να πράξει ως οι πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας. 11.Ως με συμβουλεύουν οι νομικοί μου σύμβουλοι, τέτοιοι όροι της συμφωνίας όπως το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 5 στον οποίο κάνω αναφορά στην παράγραφο 9 ανωτέρω, αποσκοπούν τόσο στην προστασία της Επενδυτικής εταιρείας, δηλαδή της Αιτήτριας, αλλά και του πελάτη, δηλαδή εμένα. · Παραδοχή του Εναγομένου ότι προέβη σε εθελούσια πρόταση για υποθήκευση ακινήτου προς εξεσφάλιση του οφειλόμενου ποσού. Δεν μπορεί να υπάρξει υποθήκευση χωρίς επίσημη εκτίμηση της αξίας του.
  13. Άνευ βλάβης των ανωτέρω, αναφορικά με την παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης του κ. Χαράλαμπου Αλεξάνδρου και τον τίτλο ιδιοκτησίας (Τεκμήριο 10 στην προαναφερόμενη ένορκη δήλωση), παραδέχομαι ότι πρότεινα στον κ. Χαράλαμπο Αλεξάνδρου όπως δώσω στην Αιτήτρια κάποια εξασφάλιση για το οφειλόμενο προς αυτήν ποσό. Σημειώνω, όμως, ότι τέτοια πρόταση ήταν εθελοντική και ότι δεν προνοείτο από τους όρους της επίδικης συμφωνίας ούτε ήταν προϋπόθεση για την ανανέωση ή εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας στις 1.12.2011 ή προηγουμένως. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 18 της ένορκης δήλωσης του κ. Χαράλαμπου Αλεξάνδρου η πρόταση μου έγινε περί τα τέλη του 2012, δηλαδή ένα σχεδόν χρόνο μετά την ανανέωση της επίδικης συμφωνίας. Ως εκ τούτου δεν υπήρξε οποιαδήποτε εξάρτηση από μέρους της Αιτήτριας στην πρόταση αυτή. Περαιτέρω και άνευ βλάβης των όσων αναφέρω ανωτέρω, αναφέρω ότι η Αιτήτρια δεν μπορούσε να υποθηκεύσει το ακίνητο μου χωρίς να έχει προβεί καν σε επίσημη εκτίμηση ως προς την αξία του ακινήτου.
  14. Παραδέχομαι το περιεχόμενο της παραγράφου 16 της ένορκης δήλωσης του κ. Χαράλαμπου Αλεξάνδρου πλην των ισχυρισμών ότι ανέφερα σ' αυτόν τηλεφωνικώς ότι δεν έχω υποχρέωση προς την Αιτήτρια. Περαιτέρω αναφέρω ότι ως με ενημερώνουν οι νομικοί μου σύμβουλοι, δεν είχα και δεν έχω υποχρέωση όπως υποθηκεύσω το επίδικο ακίνητο στην Αιτήτρια. Περαιτέρω με συμβουλεύουν ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας περί ψευδών παραστάσεων από μέρους μου είναι παντελώς ανυπόστατοι και εν πάση περιπτώσει δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις ψευδής παράστασης εφόσον, ως αναφέρω και στην παράγραφο 12 ανωτέρω, η Αιτήτρια ουδέποτε βασίστηκε ή στηρίχθηκε στην ισχυριζόμενη υπόσχεση μου για υποθήκη του επίδικου ακινήτου για ανανέωση της επίδικης συμφωνίας.
  15. Αναφορικά με την παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσης του κ. Χαράλαμπου Αλεξάνδρου αναφέρω ότι πάντα απαντούσα στα τηλεφωνήματα των αντιπροσώπων της Αιτήτριας και ουδεμία προσπάθεια έγινε εκ μέρους τους για εξεύρεση μου. 15.Αρνούμαι τις παραγράφους 18, 19, 20, 21 και 22 της ένορκης δήλωσης του κ. Χαράλαμπου Αλεξάνδρου και καλώ την Αιτήτρια σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Αναφορικά με το κατά πόσον πληρούνται τα κριτήρια έκδοσης του ζητούμενου Διατάγματος - Δεν αποδείχθηκε ότι η Ενάγουσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά - Δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής για ψευδείς παραστάσεις - Δεν αποδείχθηκε ότι ο Εναγόμενος είναι αφερέγγυος ούτε ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος αποξένωσης του περιουσιακού στοιχείου του Εναγομένου. 16.Ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, προσωρινά εκδοθέντα διατάγματα (προστακτικά, απαγορευτικά ή διηνεκή) δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 εκδίδονται μόνο όπου διαφαίνεται καλή εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση, όπου ο Αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη και όταν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. 17.Στην παρούσα υπόθεση η Αιτήτρια δεν κατέδειξε ποια είναι η ανεπανόρθωτη ζημιά που θα υποστεί σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.
  16. Περαιτέρω, ως με πληροφορούν οι νομικοί μου σύμβουλοι, για τους λόγους που προανέφερα, η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει καλές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής. Η υπό εξέταση αίτηση ουσιαστικά βασίζεται, ως διαφαίνεται από το περιεχόμενο της παραγράφου 16 της ένορκης δήλωσης του κ. Χαράλαμπου Αλεξάνδρου σε προαίσθημα του ότι θα αποξενώσω περιουσία η οποία δεν είναι δεσμευμένη στην Αιτήτρια και ούτε είμαι υπόχρεος να δεσμεύσω. Περαιτέρω, η Αιτήτρια παρέλειψε να αποδείξει ότι σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και δεν απέδειξε ότι είμαι αφερέγγυος ή ότι έχω πραγματική πρόθεση όπως αποξενώσω περιουσία μου με σκοπό την αποφυγή τυχόν υποχρεώσεων μου ή να παραπλανήσω την Αιτήτρια.
  17. Επιπρόσθετα, ως αναφέρω στις παραγράφους 10 και 11 ανωτέρω, οι ισχυρισμοί περί ψευδής παράστασης είναι ανυπόστατοι και θα ήθελα να επισημάνω ότι το γεγονός ότι η ίδια η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι τερμάτισε την επίδικη συμφωνία την 1.12.2011 και ότι η πρόταση μου για υποθήκευση του επίδικου ακινήτου έγινε περί τα τέλη του 2012 αποδεικνύει από μόνο του ότι όσο αφορά την εκτέλεση ή ανανέωση της συμφωνίας η Αιτήτρια ουδέποτε βασίστηκε στην πρόταση μου για υποθήκευση του ακινήτου.
  18. Περαιτέρω, ως με συμβουλεύον οι δικηγόροι μου, η ένορκη δήλωση του κ. Χαράλαμπου Αλεξάνδρου περιλαμβάνει σωρεία αοριστολογιών και γενικόλογων ισχυρισμών, οι οποίοι παραμένουν αναπόδεικτοι και τείνουν να αποκρύψουν την αληθή εικόνα των γεγονότων με αποκλειστικό σκοπό την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  19. Ως εκ των ανωτέρω, είναι η θέση μου ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και αυτό οδηγεί στην αναπόφευκτη απόρριψη της υπό εξέτασης αίτησης.
  20. Περαιτέρω, ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, το μέτρο το οποίο η Αιτήτρια ζητά είναι δραστικό και δυσανάλογο της επίδικης διαφοράς μεταξύ των μερών καθότι η αξία του επίδικου ακινήτου είναι πολύ μεγαλύτερη από το αιτούμενο με την αγωγή της Αιτήτριας ποσό και θα με φέρει σε δυσμενέστερη θέση.
  21. Είναι η θέση μου ότι η αίτηση ημερομηνίας 9.4.2013 είναι πρόδηλα αβάσιμη και καταχρηστική και ότι η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στις αιτούμενες θεραπείες και ως εκ τούτου εξαιτούμαι την απόρριψη της μετ' εξόδων.». Μετά την καταχώριση της Ένστασης από πλευράς του Εναγομένου, η Ενάγουσα καταχώρισε στις 14.1.2014 μονομερή αίτηση, με την οποία ζητούσε άδεια για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης από τον κ. Χαράλαμπο Αλεξάνδρου. Το Δικαστήριο έκρινε κατάλληλο να διατάξει όπως η εν λόγω αίτηση επιδοθεί στον Εναγόμενο, ο οποίος τοποθετήθηκε μέσω των συνηγόρων του στις 21.3.2014, λέγοντας ότι δεν είχε ένσταση να δοθεί άδεια στην Ενάγουσα ως η αίτηση ημερ. 14.1.2014, αλλά ζητούσε όπως δοθεί και στον ίδιο για απαντητική ένορκη δήλωση στη συνέχεια. Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, η μεν Ενάγουσα καταχώρησε όντως Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση στις 27.3.2014, ο δε Εναγόμενος επέλεξε εν τέλει να μην καταχωρήσει απαντητική ένορκη δήλωση (βλ. το πρακτικό του Δικαστηρίου, ημερ. 19.9.2014). Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης της Ενάγουσας, το οποίο παραθέτω πιο κάτω, εισήχθη μέσω αυτής μαρτυρία όσον αφορά την εκτιμώμενη αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας του Εναγομένου σε σχέση με την οποία επιζητείται να εκδοθεί από το Δικαστήριο Διάταγμα μη αποξένωσής της από τον Εναγόμενο. Η μαρτυρία αυτή εισήχθη με σκοπό να απαντηθεί ο ισχυρισμός του Εναγομένου περί δυσανάλογου του αξιούμενου περιορισμού του δικαιώματος ιδιοκτησίας του Εναγομένου εν σχέση προς το μέγεθος του αξιούμενου από την Ενάγουσα ποσού στην αγωγή꞉
  22. «Είμαι ένας εκ των Διοικητικών Συμβούλων της Ενάγουσας Εταιρείας και είμαι επίσης ο Γενικός Διευθυντής των εργασιών της, είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβώ σε αυτή την ένορκη δήλωση. Γνωρίζω περαιτέρω προσωπικά όλα τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση αυτή.
  23. Περαιτέρω της ένορκης δήλωσης μου ημερομηνίας 09/04/2013 ήθελα να προσθέσω ότι έχω αναθέσει σε ειδικό εκτιμητή να εκτιμήσει την αξία της περιουσίας, η μη αποξένωση της οποίας είναι το αντικείμενο του αιτούμενου διατάγματος. Η εκτίμηση έγινε από τον κο Χριστόφορο Χριστόφορου, ειδικό εκτιμητή. Επισυνάπτω την εκτίμηση ως Παράρτημα Α.
  24. Σύμφωνα με την εκτίμηση η αξία της περιουσίας της οποίας ζητείται η μη αποξένωση ως η αίτηση ημερομηνίας 09/04/2013 ανέρχεται στο ποσό των 65,000 ευρώ ως η εκτίμηση.
  25. Η απαίτηση της ενάγουσας εταιρείας ανέρχεται στο ποσό των 52,000 ευρώ πλέον τόκο και έξοδα και Φ.Π.Α. και άρα με την τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα επηρεαστεί περιουσία δυσανάλογης αξίας με αυτή της απαίτησης. Αντίθετα η αξία της απαίτησης και της ακίνητης περιουσίας είναι περίπου οι ίδιες. Ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου ο παράγοντας αυτός ο οποίος εκ παραδρομής παραλήφθηκε από την αρχική Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση που αφορά την προϋπόθεση του κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Είναι γεγονός ότι εφόσον δεν θα δεσμευτεί δυσανάλογα μεγαλύτερη σε αξία ακίνητη περιουσία από το ποσό της απαίτησης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Δεν υποβλήθηκε αίτημα αντεξέτασης οποιουδήποτε εκ των ομνυόντων. Οδηγήθηκε έτσι η αίτηση σε ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες έχω μελετήσει με προσοχή και θα αναφερθώ σε αυτές κατά την αιτιολόγηση της δικαστικής μου κρίσης ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/
  26. Σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου αυτού: «32.-
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιούται εις θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δύσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον.» Η αίτηση εδράζεται, περαιτέρω, στα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Το άρθρο 4
(1)του Κεφ. 6 δίδει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εκδώσει συντηρητικής φύσης διάταγμα, για τη μεσεγγύηση, φύλαξη, διατήρηση, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής (βλ., μεταξύ άλλων, Frixos Michael v Brevinos Limited
(1969)1 CLR 578, Χριστοφή Κουνούνα ν C&A SIMONOS LTD
(2002)1B ΑΑΔ 1361). Διαζευκτικά, στη βάση του ιδίου εδαφίου, το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας ζημιάς ή δυσμενού επηρεασμού σε περιουσία, η οποία δυνατό να προκληθεί, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει την περιουσία αυτή ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης (βλ., για την εφαρμογή αυτού του σκέλους του άρθρου 4
(1)του Κεφ. 9 την απόφαση Χριστοφή Κουνούνα, ανωτέρω). Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο για την έκδοση συντηρητικής φύσης διατάγματος που να περιορίζει τη συναλλαγή σχετικά με τη γη. Παραθέτω τις διατάξεις του αυτούσιες꞉ «5.-
(1)Κάθε Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση, δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής, να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής.
(2)Το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του.
(3)Κάθε διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου αυτού πρέπει να ορίζει, εφόσον είναι πρακτικά δυνατό, τη θέση, τα όρια, την έκταση και τη φύση της ιδιοκτησίας που επηρεάζεται από αυτό.
(4)Όταν εκδίδεται διάταγμα δυνάμει του άρθρου αυτού, το πρόσωπο, με αίτηση του οποίου εκδίδεται αυτό, δύναται να καταθέσει στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γβαφείο της επαρχίας στην οποία βρίσκεται η ιδιοκτησία που επηρεάζεται από το διάταγμα, επίσημο αντίγραφο του διατάγματος μαζί με σημείωμα που απευθύνεται στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό, που ζητά να μην μεταβιβαστεί η περιουσία στο όνομα οποιουδήποτε προσώπου άλλου από το πρόσωπο κατά του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα.
(5)Το Διάταγμα και το σημείωμα είναι προσιτά για επιθεώρηση στο γραφείο όπου κατατέθηκαν και κάθε μεταγενέστερη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας, που γίνεται κατά τη διάρκεια της ισχύος του διατάγματος, είναι άκυρη, η θεραπεία όμως οποιουδήποτε προσώπου στο όνομα του οποίου η ιδιοκτησία ήθελε μεταβιβαστεί με τον τρόπο αυτό συνίσταται μόνο σε απαίτηση αποζημίωσης εναντίον του προσώπου που παραχώρησε ή εκχώρησε σε αυτόν την ιδιοκτησία είτε με πώληση, δωρεά, υποθήκη ή με άλλο τρόπο. Ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός προβαίνει σε καταχώρηση σε βιβλίο που τηρείται, για το σκοπό αυτό, η οποία δείχνει ότι τα έγγραφα κατατέθηκαν κανονικά και γνωστοποιεί γραπτώς τον αριθμό της καταχώρησης στο πρόσωπο που κατάθεσε το έγγραφο». Όπως ορθά παρατηρεί η συνήγορος του Εναγομένου στη γραπτή της αγόρευση, σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στα Άρθρα 4 και 5 του Κεφ.6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 (βλ., μεταξύ άλλων, Παπαστράτης ν Πετρίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και Larticon Co. v Detergenta Developments Ltd
(2004)1B A.A.D. 1121). Όπως το έθεσε ο Ηλιάδης Δ, στην προμνησθείσα απόφαση Larticon Co., «Η εισήγηση ότι το άρθρο 5 του Κεφ. 6 θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 είναι ορθή, αφού όπως έχει νομολογιακά τονισθεί το άρθρο 5 αντιστοιχεί στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60.». Προχωρώ λοιπόν σε ανάλυση του άρθρου 32 του Ν.14/60. Τρεις είναι οι βασικές προϋποθέσεις που καθιερώνει το άρθρο 32, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί με νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, την Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557: a. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Το ερώτημα τούτο απαντάται θετικά εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξής του (T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). b. Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (visible chance of success), δηλαδή πιθανότητας οι Ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία. Εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί στο στάδιο της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Luis Vuitton v Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453. c. Ότι, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στους Ενάγοντες σε μεταγενέστερο στάδιο. Αν οι αποζημιώσεις, με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το κοινοδίκαιο, θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο/οι εναγόμενος/οι θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλουν, το Δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του ενάγοντα. Η ύπαρξη απλώς των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (βλ., μεταξύ άλλων, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε), 255, 258 και την πιο πρόσφατη απόφαση, ημερ. 13.6.2013, στην Πολιτική Έφεση αρ. 145/2011, Hellenic Bank Public Company Limited v Alpha Panareti Public Limited). Ειδικά εκεί όπου το δικαστήριο βρίσκεται σε αμφιβολία ως προς την επάρκεια των αντίστοιχων θεραπειών σε αποζημιώσεις που προσφέρονται είτε στον ενάγοντα είτε στον εναγόμενο είτε και στους δύο εγείρεται το θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας (American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd [1975] A.C. 396) ή, καλύτερα διατυπωμένου, του ισοζυγίου της δικαιοσύνης (Francome -ν- Mirron Group Newspapers Ltd
(1984)1 WLR 892). Σ' αυτό το στάδιο- a. το δικαστήριο δικαιούται να εξετάσει κατά πόσο υπάρχει ουσιαστική ανισότητα επί της ουσίας της υπόθεσης και ποιός από τους διαδίκους έχει περισσότερη πιθανότητα επιτυχίας͘ b. το δικαστήριο δικαιούται επίσης να εξετάσει την ικανότητα πληρωμής αποζημιώσεων των διαδίκων (βλ. Copinger and Skone James on Copyright, 12th ed., παρα. 627). Το δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν είναι σε οικονομική θέση να αντιμετωπίσει αξίωση για σημαντικές αποζημιώσεις εναντίον του (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν Χ΄΄Βασίλη
(1989)1 ΑΑΔ 152) και ότι ο ενάγων είναι πιθανόν να υποστεί ζημιές πέραν από εκείνες που μπορεί ο εναγόμενος να του καταβάλει. Από την άλλη το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη την ικανότητα ή άλλως πως του ενάγοντα να αποζημιώσει τον εναγόμενο με την ανάληψη υποχρέωσης για πληρωμή αποζημιώσεων. Τυχόν ισχυρισμός για αφερεγγυότητα του εναγομένου, θα πρέπει να αποδεικνύεται (βλ. Σεβαστού ν Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980). c. το δικαστήριο θα λάβει τέτοια μέτρα τα οποία σκοπό έχουν τη διατήρηση του status quo ante bellum, δηλαδή της κατάστασης πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν την πράξη που αποτελεί το casus belli, δηλαδή της επίδικης παραβίασης δικαιωμάτων (βλ. Bacardi & Co. Ltd v Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788)͘[4]͘ d. το δικαστήριο θα σταθμίσει τον κίνδυνο αδικίας του εναγομένου που δημιουργείται από οποιαδήποτε μη αναγκαία καθυστέρηση από μέρους του ενάγοντα στην επιδίωξη ενδιάμεσης θεραπείας (βλ. την Bacardi, ανωτέρω). Η νομολογία αναγνωρίζει (Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 C.L.R. 788) ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος το δικαστήριο να πάρει εσφαλμένη απόφαση, δηλαδή να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά την κυρίως δίκη της αγωγής ή διαζευκτικά να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει στην κυρίως δίκη. Είναι λόγω αυτού του κινδύνου, που έχει καθιερωθεί η θεμελιώδης αρχής ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία, η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, εάν ήθελε φανεί στο μέλλον ότι η απόφασή του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα. Σημειώνω ότι στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου επί της αξιολόγησης της μαρτυρίας περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σε αυτό το στάδιο να εμπλακεί σε οτιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Η διαδικασία σε παρόμοιες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026). Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής (Γρηγορίου ν. Χριστόφορου
(1995)1 Α.Α.Α. 284). Στα πλαίσια εκδίκασης αίτησης ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος, το Δικαστήριο δεν δικαιούται να διαγνώσει την ουσία της αγωγής, όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 22(η)(β) του περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60(Πούλλου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1. Α.Α.Α. 275). ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Το βάρος απόδειξης ότι πληρούνται οι προεκτεθείσες προϋποθέσεις του άρθρου 32 και, αναλόγως, του άρθρου 4 ή 5 του Κεφ. 6, είναι στους ώμους του διαδίκου που επιζητεί την έκδοση του διατάγματος. Οι ενδιάμεσες αιτήσεις εκδικάζονται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, τηρουμένου του δικαιώματος των διαδίκων να αιτηθούν άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ή για αντεξέταση των ομνυόντων (βλ. τη Δ.48, θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι τα αμφισβητούμενα γεγονότα σε ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει να αποδεικνύονται από το διάδικο που τα επικαλείται. Είναι ορθή η επισήμανση της συνηγήρου του Εναγομένου ότι στην υπό κρίση αίτηση, ο Εναγόμενος αμφισβήτησε ουσιώδεις ισχυρισμούς γεγονότων που είχαν δικογραφηθεί από την Ενάγουσα στην Ε/Δ που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, χωρίς να υπάρξει ποτέ απάντηση επ' αυτών από πλευράς της Ενάγουσας είτε μέσω της καταχωρηθείσας Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης είτε μέσω αντεξέτασης του Εναγομένου που ουδέποτε ζητήθηκε. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος αμφισβήτησε τη νομιμότητα του τερματισμού της επίδικης σύμβασης ως προς το πρόωρο αυτής ή και ως προς το αντισυμβατικό αυτής, λέγοντας ότι δεν του δόθηκε η προβλεπόμενη στη σύμβαση γραπτή προειδοποίηση 3 ημερών πριν τον τερματισμό που δόθηκε στον Εναγόμενο. Ορθά παρατηρεί η συνήγορος του Ενάγοντος ότι δεν τέθηκε ποτέ ενώπιον του Δικαστηρίου από την Ενάγουσα ως τεκμήριο αυτή η ίδια η επιστολή τερματισμού. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος αμφισβήτησε την ορθότητα της κατάστασης λογαριασμού, ως προς το παρουσιαζόμενο εκεί ως οφειλόμενο υπόλοιπο και τη νομιμότητα των χρεώσεων που εμφανίζονται να γίνονταν στο λογαριασμό του μετά την ισχυριζόμενη ημερομηνία τερματισμού. Και αυτοί του οι ισχυρισμοί, οι οποίοι υπήρξαν λεπτομερείς, παρέμειναν αναπάντητοι από πλευράς Ενάγουσας μέχρι τέλους της ακρόασης της αίτησης. Δεν σχολιάστηκαν ούτε από το συνήγορο της Ενάγουσας στη γραπτή του αγόρευση. Με δεδομένο ότι η δικογραφημένη στην Έκθεση Απαίτησης βάση αγωγής αφορά, μεταξύ άλλων, σε υπόλοιπο λογαριασμού που τηρείτο βάσει έγγραφης συμφωνίας ο οποίος τερματίστηκε, οι προαναφερθέντες ισχυρισμοί που ήγειρε ο Εναγόμενος καθιστούν αμφίβολη τη βάση της αγωγής η/και δημιουργούν ερωτηματικά για την πιθανότητα να δικαιούται η Ενάγουσα σε θεραπεία για τα ποσά ως η αξίωση. Άνευ βλάβης της ανωτέρω θέση μου, η οποία καθιστά έκπτωτη σε απόρριψη την υπό κρίση αίτηση, προχωρώ, για χάριν πληρότητας, να εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 σε συνδυασμό με την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ.
  1. Επισημαίνω, συγχρόνως, ότι ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 4 του Κεφ. 6 δεν είναι κατάλληλο να εγείρεται στην παρούσα υπόθεση, εφόσον η ακίνητη περιουσία της οποίας απαιτείται η δέσμευση, δεν αποτελεί αντικείμενο αντιδικίας στην αγωγή, όπως έχει σαφώς επισημάνει ο Εναγόμενος στη δική του Ε/Δ χωρίς να αμφισβητηθεί ποτέ από την Ενάγουσα. Η παρουσίαση μαρτυρίας ως προς τον κίνδυνο αποξένωσης περιουσίας του Εναγομένου συνδέεται με την υποχρέωση του αιτούντος το προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα να αποδείξει το κατεπείγον του αιτήματός του (βλ. την απόφαση ημερ. 15.1.2013 στις Πολιτικές Εφέσεις αρ. 3 και 4 του 2011, Έλενας Αμβροσιάδου ν Martin Coward). Στην παρούσα υπόθεση όμως η αίτηση της Ενάγουσας εκδικάζεται ως δια κλήσεως με αρκετή καθυστέρηση ως την περιέγραψα ανωτέρω, χωρίς ένσταση από πλευράς της ιδίας της Ενάγουσας. Πάντως, όσον αφορά τον ισχυρισμό της συνηγόρου του Εναγομένου ότι η Ενάγουσα παρέλειψε να προσφέρει μαρτυρία που να αποδεικνύει την ύπαρξη πρόθεσης του Εναγομένου να αποξενώσει την ακίνητη ιδιοκτησία του, διευκρινίζω ότι τούτο δεν είναι καθοριστικό για σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 5 του Κεφ.
  2. Όπως λέχθηκε από τον Ηλιάδη, Δ. στην προμνησθείσα απόφαση Larticon Co., εμπίπτει στην εφαρμογή της 3ης προϋπόθεσης του άρθρου 32 ανωτέρω, «δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγομένου για τη μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του. Όπως έχει τονισθεί από το Δικαστή Κωνσταντινίδη στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία "Λεωνίκ" Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785, "Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μή ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία.». Στην παρούσα υπόθεση, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι στην όψη της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση αποδεικνύεται ότι ο Εναγόμενος δεν θα έχει την οικονομική ικανότητα να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος, εάν εκδοθεί απόφαση υπέρ της Ενάγουσας. Ο ισχυρισμός της Ενάγουσας, όπως αόριστα τον έχει δικογραφήσει, ότι δηλαδή αυτός έχει και άλλα χρέη στην ίδια, δεν είναι ικανός να αποδείξει αφερεγγυότητα ή ανικανότητα του Εναγομένου να πληρώσει τα χρέη του. Ως εκ τούτου δεν ικανοποιούμαι ότι πληρούται η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32. Για χάριν πληρότητας και μόνο σημειώνω ότι όσον αφορά τον εγερθέντα από τον Εναγόμενο ισχυρισμό ότι η έκδοση διατάγματος θα ήταν δυσανάλογο μέτρο εν σχέση προς την αξιούμενη στην αγωγή θεραπεία, σημειώνω ότι θα απέρριπτα τον ισχυρισμό αυτό ενόψει του περιεχομένου της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης που καταχώρισε η Ενάγουσα, προσφέροντας μαρτυρία για την εκτιμώμενη αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας, χωρίς αυτή να αμφισβητηθεί στη συνέχεια από τον Εναγόμενο. Εάν ο Εναγόμενος ήθελε να προωθήσει αυτόν τον ισχυρισμό του, σε αυτόν θα εναπόκειτο να τον αποδείξει δίδοντας στοιχεία για την εκτιμώμενη, ως η θέση του, αξία του ακινήτου του (βλ. την απόφαση Φετοκάκης ν. Λάμπρου Χριστοφή.
(2006)1.Α.Α.Δ.800) στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος της Ενάγουσας). Συνεπώς, για τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω, καταλήγω να απορρίπτω την αίτηση, ημερομηνίας 9.4.2013, διότι δεν ικανοποιήθηκα στη βάση της δικογραφίας σε αυτήν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)........................................ Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.