← Κύπρος

A. EFTHYMIOU ENTERPRISES LTD - Ανδρέας Ευθυμίου ν. ΧΡΙΣΤΟ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΗΚ, Αίτηση αρ.: 1539/2012, 28/11/2014

A. EFTHYMIOU ENTERPRISES LTD - Ανδρέας Ευθυμίου ν. ΧΡΙΣΤΟ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΗΚ, Αίτηση αρ.: 1539/2012, 28/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A437 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝː Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αίτηση αρ.: 1539/2012 Μεταξύ: A. EFTHYMIOU ENTERPRISES LTD - Ανδρέας Ευθυμίου Αιτητές και ΧΡΙΣΤΟ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΗΚ Λευκωσία Καθ΄ου η Αίτηση Ημερομηνίαː 28.11.2014 Εμφανίσειςː Για τους Αιτητέςː καμία εμφάνιση. Για τον Καθ' ου η αίτησηː κ. Αποστολίδης, για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Ο εκ των Αιτητών, Ανδρέας Ευθυμίου, παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Αναφορικά με τη μονομερή αίτηση, ημερ. 14.4.2014 υπό των ως άνω Αιτητών A.EFTHYMIOU ENTERPRISES LTD - Ανδρέας Ευθυμίου Στις 9.8.2012 είχε καταχωρηθεί, υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο, αίτηση από τους ίδιους Αιτητές εναντίον του ιδίου Καθ' ου η αίτηση, με την οποία εξαιτούνταν ως ακολούθωςː «Α) Ενταλμα Συλλήψεως - προσαγωγή (writ of attachment) του Καθ' ου η αίτηση για κακόβουλη ενέργεια - καταδολίευση. Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου ή commitment (σταλεί φυλακή) διατάττον τον Καθ' ου η αίτηση, όπως παρουσιαστεί και δείξει λόγον γιατί να μην φυλακιστεί μέχρι συμμορφώσεως του για τερματισμό της κακόβουλης ενέργειας - καταδολίευση και να κρατηθεί στη φυλακή έως ότου τερματιστεί η κακόβουλη ενέργεια - καταδολίευση καθ΄ολοκληρία που θα πραγματοποιηθεί αμέσως ή καταβάλει πρόστιμο ως ήθελε το Δικαστήριο διατάξει καθόσον η αλλαγή των εφαρμοσθέντων σχεδίων είναι εκτός λογικής και αναιτιολόγητη. Γ) Τα έξοδα.». Η προαναφερθείσα αίτηση εκδικάστηκε από το παρόν Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε στις 22.11.2013 γραπτή αιτιολογημένη απόφαση, με την οποία απέρριψε την αίτηση. Ό,τι ενδιαφέρει για σκοπούς της υπό κρίση νέας αίτησης ημερ. 14.4.2014 είναι το εξής λεκτικό του διατακτικού της απόφασης ημερ. 22.11.2013, το οποίο παραθέτω: «Για όλους τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτω την αίτηση ημερ. 9.8.2012 ως άκυρη και/ ή εντελώς αβάσιμη. Το ίδιο και το δικόγραφο ημερ. 25.9.

  1. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται εναντίον των Αιτητών και υπέρ του Καθ' ου η αίτηση.». Σε συνέχεια της πιο πάνω απόφασης, ημερ. 22.11.2013, οι συνήγοροι του Καθ' ου η αίτηση καταχώρισαν στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχ. Δικαστηρίου Λευκωσίας την 12.12.2013 το λεγόμενο «Κατάλογο εξόδων προς υπολογισμό από τον Πρωτοκολλητή Ε.Δ. Λευκωσίας» και ο Πρωτοκολλητής, αφού προέβη σε υπολογισμό των εξόδων, προώθησε στις 17.3.2014 τον κατάλογο προς το Δικαστήριο με την εξής σημείωση επί του καταλόγου αυτού: «Ημερομηνία: 17.3.2014 Τα έξοδα υπολογίσθηκαν και ευρέθηκαν να ανέρχονται στο ποσό των €460, πλέον Φ.Π.Α. €83.
  2. Υπογραφή: (υπάρχει υπογραφή)». Στις 18.3.2014 το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση ότι «τα έξοδα εγκρίνονται όπως υπολογίσθηκαν από τον Πρωτοκολλητή». Ακολούθησε η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης στις 14.4.2014 από μέρους των Αιτητών, συνοδευόμενης από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του κ. Ανδρέα Ευθυμίου, με την οποία αίτηση ζητείται από το Δικαστήριο: «Α) Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης της ληφθείσας την 18/3/14 αναφορικά με την υπό τον άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, για είσπραξη του ποσού ως θεραπεία στη απειλή του δικηγόρου του εναγόμενου ημερ. 27/3/2014 ληφθείς 8/4/14, μέχρι την τελική εκδίκαση της αίτησης που αναφέρεται στην παρ. Β πιο κάτω. β) Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η ακύρωση (SET ASIDE) τόσο της ψήφισης των εξόδων από τον πρωτοκολλητή (αρ. 348/13 ημερ. 17.3.14 όσο και της απόφασης του δικαστηρίου που εκδόθηκε την 18/3/14 αναφορικά με την άνω αγωγή εις την απουσία των εναγόντων - αιτητών (Δεν δόθηκε - επιδόθηκε στους ενάγοντες από τον δικηγόρο του εναγόμενου - κατηγορούμενου, ο κατάλογος εξόδων υποβληθείς στον πρωτοκολλητή για ψήφιση, και ο πρωτοκολλητής υπολόγισε τα έξοδα του καταλόγου παραλείποντας να δώσει ειδοποίηση, ΤΟΣΟ Ο ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΟΣΟ ΚΑΙ Ο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΣΤΕΡΗΣΑΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΑΓΟΝΤΑ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΠΑΡΕΥΡΙΣΚΕΤΑΙ ΓΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΘΕΜΑ ΠΟΥ ΤΟΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ ΠΑΡΑΒΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΕΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΡΘΡΟ 30 ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΡΘΡΟ 6 ΝΟΜΟΣ 39/62». Σπεύδω να επισημάνω ότι η ισχυριζόμενη, στο αιτητικό ως η παρα. Α της υπό κρίση αίτησης, «απειλή του δικηγόρου του εναγομένου, ημερ. 27.3.2014», προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Ανδρέα Ευθυμίου και τα επισυνημμένα σε αυτήν έγγραφα ότι αναφέρεται στα διαλαμβανόμενα στην επιστολή ημερ. 27.3.2014, που οι συνήγοροι του Καθ' ου η αίτηση απέστειλαν στους ως άνω Αιτητές λέγοντας «επισυνάπτουμε αντίγραφο του ψηφισθέντα από το Πρωτοκολλητείο και εγκεκριμένου από το Δικαστήριο καταλόγου των εξόδων μας εναντίον σας, και παρακαλούμε όπως το οφειλόμενο ποσό διευθετηθεί άμεσα. Σε αντίθετη περίπτωση είμαστε αναγκασμένοι να προβούμε σε όλα τα δέοντα μέτρα εκτέλεσης για είσπραξη του ποσού, εναντίον σας». Η επιστολή αυτή προκύπτει από τα αναφερόμενα στο αιτητικό ως η παρα. Α, ότι παραλήφθηκε από τους Αιτητές στις 8.4.2014 και συνεπώς απ' εκείνην την ημερομηνία είχαν λάβει γνώση για την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 18.3.2014 όσον αφορά το ποσό των εξόδων που επιδικάστηκαν εναντίον των Αιτητών ως η διαταγή για τα έξοδα στην απόφαση ημερ. 22.11.
  3. Κρίνω κατάλληλο σε αυτό το σημείο να επισημάνω ότι όπως ρητά αναφέρεται στο σώμα της υπό κρίση αίτησης, ημερ. 14.4.2014, η απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 22.11.2013 έχει εφεσιβληθεί από τους Αιτητές στο σύνολό της. Απεναντίας, όσον αφορά την απόφαση ημερ. 18.3.2014 δεν γίνεται καμία αναφορά περί καταχώρησης έφεσης κατ' αυτής. Η ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Ευθυμίου, ημερ. 14.4.2014, δεν διαφοροποιεί το σκηνικό αυτό. Προχωρώ, επισημαίνοντας ότι αραδιάζεται υπό τη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης, ως δικογραφείται σε αυτήν, σωρεία νομοθετικών πράξεων, περιλαμβανομένων Συνταγματικών διατάξεων, καθώς και διαδικαστικοί θεσμοί, ως εξής: «νομικη βαση

(1)- στην βάση των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς Δ.48 κ. 2
(1), 2
(2)- και Δ.27κ1, Δ.29, και Δ.64 (νέα), και Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 9, 14, 15, Αρ. 82-91 Ν. 52/89και επί των Περί Συμβάσεων (συμφωνιών) Νόμος Κεφ. 149 και
(2)Περί Δικαστηρίων Νόμο Κεφ. 14/60 τα άρθρα 9, 19, 29, 30, 31, 32 , 33, 35 και
(3)Νόμο 39/62 άρθρο 1, 6, 13, 14, 18, 60 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και άρθρο 1 του 1ου Πρωτοκόλλου και
(4)στα άρθρα 144 και 30 του Συντάγματος, ΤΑ ΑΡΘΡΑ 30.2 , 144 και 179 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ,
(5)ΤΑ ΑΡΘΡΑ 30.3 (α),(β),(γ), ΚΑΙ 33, 34, 35 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΡΘΡΟ 6 ΚΑΙ 13 ΤΟΥ Νόμου 39/62, και
(6)στο Σύνταγμα άρθρο 30.1, 23, 33
(1)
(2),35 και 188 και την προσαρμογή των Θεσμών στο Σύνταγμα και το Ευρωπαϊκό Κεκτημένο. G- Την ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ και τες γενικές αρχές του Νόμου και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, (general Practice of the Court) H- Η επί του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του Λουξεμβούργου της 19/6/1991 (EE L 176 της 4/7/1991 σ. 7, και EE L 383 της 29/12/1992-διορθωτικά) και τις τροποποιήσεις που επήλθαν μέχρι σήμερα και Διαδικασίας του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του Λουξεμβούργου της 2/5/1991 (EE L 136 της 31/5/1991 διορθ. EE L 37 της 17/11/1991, σ. 34) και τις τροποποιήσεις που επήλθαν μέχρι σήμερα. I- των εν γένει νόμων, αρχών και αυθεντιών (Βλέπε Νομολογία Charter Bank V Apostolides & another
(1976)11 JSC 1729) και J- των εν γένει νόμων, αρχών και αυθεντιών (Βλέπε απόφαση Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Transocean Marine paint Association -ν- E.C Commission
(1974)2 C.M.L.R. 459 στην σελίδα 477) και Νικόλας Μελέτης -ν- Δημοκρατία (απόφαση στην προσφυγή αρ. 911/87 ημερ. 18/2/89) κ- επί της Γενικής Πρακτικής του Δικαστηρίου (general Practice of the Court) και L- στην Ενυπάρχουσα εις το Δικαστήριο Εξουσία πάνω στην πρακτική και τες γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου και τες γενικές αρχές του Νόμου.». Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζονται η υπό κρίση αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Ευθυμίου, ημερ. 14.4.2014, ο οποίος προβαίνει σε αυτήν υπό την ιδιότητα και το πεδίο γνώσης ως περιγράφονται στις παρα. 1 και 2 αυτής, τις οποίες παραθέτω κατωτέρω: «
  1. Είμαι ο απόλυτος (99%) ιδιοκτήτης της οικογενειακής εταιρείας A. Efthymiou Entrerprises Ltd, εμφανίζομαι προσωπικά και για την εταιρεία A. Efthymiou Entrerprises Ltd ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου.
  2. την παρούσα αγωγή, γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης λαθ' ότι την χειρίζομαι προσωπικά, ενώ τα γεγονότα τα οποία δεν εμπίπτουν στην προσωπική μου γνώση και αντίληψη, καταθέτω αυτά εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω ως αληθή.». Το παράπονο των Αιτητών, εν σχέση προς το οποίο ζητούνται οι θεραπείες ως οι παρα. Α και Β της υπό κρίση αίτησης, συνοψίζεται από το Δικαστήριο ως ακολούθως꞉ · Τόσο ο δικηγόρος του Καθ' ου η αίτηση όσο και ο Πρωτοκολλητής δεν έδωσαν ή επέδωσαν στους αιτητές τον υποβληθέντα από τον συνήγορο του Καθ' ου η αίτηση κατάλογο εξόδων, στερώντας του έτσι το δικαίωμα να παρευρίσκεται για οικονομικό θέμα που τον ενδιαφέρει, παραβιάζοντας έτσι τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης ενάντια στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης όπως κυρώθηκε με το Ν.39/
  3. · Χωρίς το στοιχείο της ένστασης σε διαδικασία ψήφισης του καταλόγου εξόδων, δεν δύναται να ζητηθεί Αναθεώρηση του πιστοποιητικού εξόδων του Πρωτοκολλητή και/ή ακύρωση απόφασης - έγκρισης από το Δικαστήριο στη βάση της Δ.59, θ. 15 -
  4. Αποστερήθηκαν συνεπακόλουθα οι Αιτητές του δικαιάματος να καταχωρήσουν έφεση για θέματα που συζητήθηκαν ενώπιον του Πρωτοκολλητή. · Ο Καθ' ου η αίτηση και ο δικηγόρος του αποκρύβουν σημαντικά στοιχεία από το Δικαστήριο. Έχουν απαιτηθεί και εγκριθεί ποσά παράτυπα και/ή αντικανονικά και είναι προϊόν καταδολίευσης και/ή συνέργειας του εναγομένου μετά του δικηγόρου. · Η απαίτηση των δικηγόρων του Καθ' ου η αίτηση για πληρωμή των εξόδων βασίζεται σε παρανομία καθότι Πρωτοκολλητής όρισε ημερομηνία και ώρα εξέτασης του καταλόγου για ψήφιση των εξόδων χωρίς να δώσει ειδοποίηση στους Αιτητές, όπως προβλέπει η Δ.50, θ.9, Δ.59, θ.
  5. Αν και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε ως μονομερής, εντούτοις επιδόθηκε αυτοβούλως από τους Αιτητές στους συνηγόρους του Καθ' ου η αίτηση πριν την 2.5.2014 που η αίτηση ήταν ορισμένη για πρώτη εμφάνιση στο Δικαστήριο. Εκδικάστηκε, συνεπακόλουθα, ως δια κλήσεως αίτηση. Η ένσταση που καταχώρησε ο Καθ' ου η αίτηση μέσω των συνηγόρων του βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.35 Θ.4, 7, 18, 19, 20, Δ.40 Θ. 7 και 11, Δ.48, Δ.59 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 9, 14 και 15 του Κεφ.6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης που δικογραφήθηκαν στην Ειδοποίηση Ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
  6. Η αίτηση στερείται της οποιασδήποτε και/ή οποιασδήποτε ορθής νομικής βάσης και/ή εδράζεται επί άκυρου και/ή άσχετου και/ή εσφαλμένου δικονομικού υπόβαθρου.
  7. Η αίτηση και/ή η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει είναι παράτυπη και/ή άκυρη και/ή ασύμφωνη με τον νόμο, τους κανονισμούς και την σχετική νομολογία και την πρακτική των δικαστηρίων.
  8. Πρόκειται για υπολογισμό εξόδων και όχι για διαδικασία ψήφισης (taxation) ώστε να χρειάζεται η κλήση των Αιτητών.
  9. Η διαδικασία υπολογισμού των εξόδων ισοδυναμεί με απευθείας διαταγή του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα που ως τελική απόφαση μόνο μέσω έφεσης μπορεί να προσβληθεί. Ακολουθείται επομένως εσφαλμένο δικονομικό διάβημα από τους Αιτητές.
  10. Οι Αιτητές δεν έχουν προβάλει επαρκής και/ή πειστικούς λόγους για αναστολή της διαδικασίας είσπραξης των εξόδων εναντίων τους. Δεν έχουν προβάλει τον οποιαδήποτε λόγο για αναστολή εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης.
  11. Δεν προβάλλουν το παραμικρό για αφερεγγυότητα του Καθ' ου η αίτηση για την επιστροφή των εξόδων σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης τους.
  12. Ουδεμία παραβίαση του Δικαιώματος Φυσικής Δικαιοσύνης υφίσταται.
  13. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και/ή παρερμηνεύει τις Δικαστικές αποφάσεις και/ή το νομικό προηγούμενο.
  14. Ακολουθείται λανθασμένος τύπος αφού η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να γίνει μονομερώς.
  15. Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας εφόσον υποβάλλεται σε πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας χωρίς καμία δικαιολογία και/ή καμία έγκυρη και/ή νόμιμη και/ή θεμιτή δικαιολογία. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης εμφαίνονται στην Ένορκη Δήλωση της κας Λωρέττας Παπακωνσταντίνου, ημερομηνίας 26.6.2014, η οποία, όπως ενόρκως δηλώνει, είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Καθ' ου η Αίτηση στην υπό κρίση αίτηση και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση, η οποία βασίζεται σε πληροφορίες που η κα Παπακωνσταντίνου έχει λάβει από τον Καθ' ου η Αίτηση και τους δικηγόρους οι οποίοι χειρίζονται προσωπικά την υπόθεση. Εξηγεί η κα Παπακωνσταντίνου ότι ο λόγος που η ένορκη δήλωση δεν έγινε από τον Καθ' ου προσωπικά είναι διότι ο Καθ' ου η αίτηση τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο βρισκόταν στο εξωτερικό για σοβαρή οικογενειακή υπόθεση. Η κα Λωρέττα Παπακωνσταντίνου αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της, ότι-
  16. «Από το περιεχόμενο της αίτησης αλλά και της ένορκης δήλωσης του κ. Ευθυμίου γίνεται αντιληπτό ότι επιζητείται ουσιαστικά ο παραμερισμός του υπολογισμού των εξόδων από το πρωτοκολλητή που έγινε στο πλαίσιο της αίτησης των Αιτητών ημερ. 9/8/12 για writ of attachment. Η πιο πάνω αίτηση των Αιτητών αφού έγινε ακρόαση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με έξοδα εναντίον τους ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
  17. Οι Αιτητές παραπονούνται τώρα ότι κατά τον υπολογισμό των εξόδων δεν ακούστηκε από τον πρωτοκολλητή και ως εκ τούτου παραβιάστηκε το δικαίωμα της φυσικής δικαιοσύνης. Είναι η θέση μου ότι οι Αιτητές έχουν συγχύσει τη διαδικασία της ψήφισης των εξόδων (taxation) με την διαδικασία του υπολογισμού των εξόδων. Και αυτό γιατί η διαταγή του Δικαστηρίου στην απόφαση του 22.11.13 ήταν όπως τα έξοδα υπολογιστούν, αυτό και μόνο δεν συνεπάγεται άλλη θεσμική διαδικασία εμπίπτουσα στη δικαιοδοσία του Πρωτοκολλητή και απολήγουσα σε δική του τελική απόφαση, παρά μόνο ισοδυναμεί με απ' ευθείας διαταγή του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα όπως αυτά εγκριθούν τελικά από Δικαστήριο, αφού αυτό βοηθηθεί από τον Πρωτοκολλητή στον υπολογισμό τους, με συνέπεια στην βασική αρχή ότι τα έξοδα είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.
  18. Ο όποιος υπολογισμός επομένως των εξόδων, ως ακόλουθο της διαταγής αυτής του Δικαστηρίου, δεν έχει αυτόνομη ή τελική ισχύ για να προσβάλλεται μέσω της παρούσας αίτησης. Την οριστική ευθύνη απόφασης έχει το Δικαστήριο που με την έγκριση τους ενσωματώνεται ουσιαστικά στην απόφαση. Τότε εξάλλου θα είναι που η τελικά διαμορφωθείσα κρίση του Δικαστηρίου ως προς το ύψος των εξόδων θα υπόκεινται σε έφεση ώστε να ελεγχθεί και μόνο μέσω έφεσης ελέγχεται.
  19. Δεν παρέχεται επομένως άλλο δικονομικό διάβημα στον αιτητή πέραν της έφεσης. Η παρούσα αίτηση επομένως για τους νομικούς λόγους που ανέφερα πιο πάνω είναι απορριπτέα στην ολότητα της ως αβάσιμη.
  20. Πέραν όμως των πιο πάνω επισημαίνω ότι στη διαδικασία υπολογισμού των εξόδων δεν είναι υποχρεωτικό να καλούνται οι αντίδικες πλευρές ώστε να εκφέρουν άποψη επί των κονδυλίων. Ως εκ τούτου είναι απορριπτέο το παράπονο των Αιτητών περί παραβίασης του δικαιώματος της φυσικής δικαιοσύνης.
  21. Ούτε βέβαια η ύπαρξη και μόνο της έφεσης επί της ουσίας αποτελεί επαρκή λόγο για την αναστολή της διαδικασίας καταβολής των επιδικασθέντων εξόδων. Ούτε οι Αιτητές εγείρουν οποιαδήποτε θέμα αφερεγγυότητας του Καθ'ου η Αίτηση ότι στη περίπτωση επιτυχίας της έφεσης τους δεν θα είναι σε θέση να τους επιστρέψει τα επιδικασθέντα. Ο Καθ' ου έχει κάθε δικαίωμα να απολαύσει τους καρπούς της επιτυχίας του ως τώρα στην διαδικασία και να λάβει τα έξοδα που έχει υποστεί.
  22. Πέραν των πιο πάνω επισημαίνω ότι η νομική βάση της αίτησης των Αιτητών είναι ολωσδιόλου εσφαλμένη αφού αυτή δεν περιλαμβάνει τις αναγκαίες δικονομικές διατάξεις ώστε να ενεργοποιείται η εξουσία του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα ελλείπει η αναγκαία Δ.59 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αφορά των υπολογισμό των εξόδων καθώς και η Δ.40 που αναφέρεται στην αναστολή της διαδικασίας. Τούτο και μόνο θεωρώ ότι είναι θνησιγενής για την παρούσα αίτηση.
  23. Τέλος παρατηρώ ότι στην ένορκη δήλωση Ευθυμίου πληθαίνουν οι αναφορές σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία όμως δεν βοηθά την υπόθεση του Αιτητή και ουδεμία σχέση έχει αφορά επρόκειται για αποφάσεις Διοικητικού Δικαστηρίου και επί προσφυγών που υπάγονται σε διαφορετική δικαιοδοσία από το Επαρχιακό Δικαστήριο.
  24. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αιτούμαι απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος των Αιτητών.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Μετά την καταχώριση της πιο πάνω Ειδοποίησης Ένστασης, ο κ. Ανδρέας Ευθυμίου ζήτησε άδεια να καταχωρήσει Συμπληρωματική / Απαντητική ένορκη δήλωση και δεδομένης της μη ύπαρξης ένστασης από πλευράς του συνηγόρου του Καθ' ου, δόθηκε άδεια, με αποτέλεσμα την καταχώριση της στις 31.7.
  25. Ό,τι χρήζει αναφοράς από αυτήν είναι η παρουσίαση ως επισυνημμένου στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Ευθυμίου, για πρώτη φορά από της ενάρξεως της εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο κυρίως αίτησης, κατ' ισχυρισμόν Ειδικού Ψηφίσματος, ημερ. 1.8.2012, εκδοθέντος υπό της Γενικής Συνέλευσης A. Efthymiou Enterprises Ltd, ο κ. Αντρέας Ευθυμίου «διορίζεται και είναι το πρόσωπο (trustee) που έχει την εξουσία να ενάγει και να ενάγεται για την εταιρεία». Η υπό κρίση αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση, η οποία διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Η εξουσία του Δικαστηρίου να επιδικάζει έξοδα εκπηγάζει από το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60)και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.59, θ.
  26. Το άρθρο 43 του Ν.14/60 καθορίζει τα εξής: "Τα έξοδα οιασδήποτε πολιτικής διαδικασίας ή τα σχετιζόμενα προς αυτήν, ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται υπό οιουδήποτε εκάστοτε ισχύοντος νόμου ή δευτερογενούς νομοθεσίας, θα τελούν υπό την διακριτικήν εξουσίαν του δικαστηρίου και το δικαστήριον θα έχη πλήρη εξουσίαν να αποφασίζη υπό τίνος και κατά τινα έκτασιν τα τοιαύτα έξοδα θα πληρωθώσι." Η Δ.59, Θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών προνοεί τα πιο κάτω: "
  27. Subject to the provisions of any law or rules, the costs of and incident to any proceeding shall be in the discretion of the Court or Judge, who may authorize an executor, administrator or trustee who has not unreasonably instituted, or carried on, or resisted any [*893] proceeding, to have his costs paid out of a particular estate or fund." Σύμφωνα με τις πιο πάνω πρόνοιες παρέχεται στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική εξουσία να εκδίδει διατάγματα σχετικά με έξοδα. Είναι καθιερωμένη πρακτική των Δικαστηρίων ότι συνήθως τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης εκτός εάν το Δικαστήριο ενασκώντας τη διακριτική του εξουσία και με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνει διαφορετικά. Το Δικαστήριο εκδίδοντας τη διαταγή για τα έξοδα, ως διαλαμβάνεται στην απόφαση ημερ. 22.11.2013, δεν πρωτοτύπησε καθ' οιονδήποτε τρόπο. Είναι σύνηθης πρακτική των Δικαστηρίων, στο πλαίσιο της διακριτικής τους ευχέρειας για καθορισμού του ποσού των εξόδων που θα επιδικάσουν υπέρ του επιτυχόντα διάδικου, να ζητά τη βοήθεια του Πρωτοκολλητή στον υπολογισμό τους. Κατ' ουσίαν, σε περίπτωση έκδοσης τέτοιας διαταγής, η διαδικασία υπολογισμού των εξόδων ισοδυναμεί με απευθείας διαταγή του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα. Όπως υποδείχτηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Αίτηση του Χριστάκη Μιχαήλ
(2008)1 ΑΑΔ 786, ο όποιος υπολογισμός των εξόδων από τον Πρωτοκολλητή, κατ' ακολουθία διαταγής του Δικαστηρίου, δεν έχει αυτόνομη ή τελική ισχύ, αλλά πρέπει να υποβάλλεται για έγκριση των υπολογισθέντων εξόδων προς το Δικαστήριο, το οποίο έχει και την οριστική ευθύνη στο θέμα. Τότε είναι που η τελικά διαμορφωθείσα κρίση του Δικαστηρίου ως προς το ύψος των εξόδων υπόκειται σε έφεση ώστε να μπορεί να ελεγχθεί. Απόλυτα σχετικό, προς ό,τι συζητείται στην παρούσα υπόθεση, το πιο κάτω απόσπασμα της απόφασης: «Η απόρριψη της προαναφερόμενης αγωγής του αιτητή, με έξοδα εις βάρος του, όπως θα υπολογίζονταν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκρίνονταν από το δικαστήριο, ισοδυναμεί ουσιαστικά με απευθείας διαταγή του δικαστηρίου, για υπολογισμό των εξόδων από το ίδιο το δικαστήριο, με τη βοήθεια του Πρωτοκολλητή ο οποίος προβαίνει στον υπολογισμό και το δικαστήριο εγκρίνει ή όχι καθ' ολοκληρία ή εν μέρει τον υπολογισμό του Πρωτοκολλητή. Αυτός ο τρόπος υπολογισμού των εξόδων συνάδει με τη βασική αρχή τηςΔ.59, Θ.1 ότι τα έξοδα είναι στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Ο όποιος υπολογισμός των εξόδων από τον Πρωτοκολλητή, κατ' ακολουθία διαταγής του Δικαστηρίου, δεν έχει αυτόνομη ή τελική ισχύ αλλά πρέπει να υποβάλλεται για έγκριση των υπολογισθέντων εξόδων προς το Δικαστήριο το οποίο έχει και την οριστική ευθύνη στο θέμα. Τότε είναι που η τελικά διαμορφωθείσα κρίση του Δικαστηρίου ως προς το ύψος των εξόδων υπόκειται σε έφεση ώστε να μπορεί να ελεγχθεί (Δέστε: Μιχαήλ κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ. 1275. Δέστε, επίσης, Puqachev
(2006)ΚΑ) Α.Α.Δ. 353).». Υπό το φως της πιο πάνω ερμηνείας της διαταγής του Δικαστηρίου, το Ανώτατο Δικαστήριο επεξήγησε στην ίδια Αίτηση του Χριστάκη Μιχαήλ, ότι, ο διάδικος εναντίον του οποίου επιδικάζονται τα έξοδα ως ανωτέρω δεν στερείται ένδικου μέσου αμφισβήτησης του υπολογισθέντος κατά τα ανωτέρω ποσού εξόδων, αφού υφίσταται δικαίωμα καταχώρησης έφεσης όσον αφορά το ύψος των επιδικασθέντων εξόδων, το οποίο ωστόσο τελεί υπό τις προϋποθέσεις της Δ.35, θ.20 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με αυτήν, άδεια για έφεση δεν πρέπει να παραχωρείται, εκτός αν φανεί ότι οι οδηγίες ή το διάταγμα (ως προς τα έξοδα) είναι αντίθετα με τις πρόνοιες οιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, ή βασίζεται σε παρανόηση γεγονότων ή διατάσσει οποιοδήποτε διάδικο να πληρώσει τα έξοδα που προέκυψαν ή προκλήθηκαν, χωρίς επαρκή αιτία, από άλλο διάδικο. Οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις παρατίθενται εξαντλητικά (Δέστε: Φιλίππου ν. Φιλίππου
(1990)1 Α.Α.Δ. 890 και Χατζηνικολάου ν. Παναγιώτου κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 97). Τα ίδια ακριβώς επισημάνθηκαν και από τον Χατηχαμπή, Δ., στην Serguei Puqachev
(2006)1 Α.Α.Δ. 353 σε αίτηση για έκδοση Certiorari ως προς τα έξοδα: «Ορθώς επιχειρηματολογεί ο Αιτητής ότι στους θεσμούς δεν προβλέπεται διαδικασία υπολογισμού εξόδων από τον Πρωτοκολλητή άλλη από τη διαδικασία ψήφισης. Όντως βεβαίως, όπως παρατηρεί ο Εναγόμενος 2, το Δικαστήριο εδώ δεν διέταξε να γίνει ψήφιση και έτσι δεν θα εφαρμόζετο η διαδικασία της ψήφισης. Όμως, η διαταγή όπως τα έξοδα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή δεν συνεπάγεται άλλη θεσμική διαδικασία εμπίπτουσα στη δικαιοδοσία του Πρωτοκολλητή και απολήγουσα σε δική του τελική απόφαση, παρά μόνο ισοδυναμεί με απ'ευθείας διαταγή του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα όπως αυτά θα εγκριθούν τελικά από το Δικαστήριο, αφού αυτό βοηθηθεί από τον Πρωτοκολλητή στον υπολογισμό τους, με συνέπεια προς τη βασική αρχή της Δ.59 Θ.1 ότι τα έξοδα είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ο όποιος υπολογισμός των εξόδων από τον Πρωτοκολλητή λοιπόν, ακόλουθα τέτοιας διαταγής του Δικαστηρίου, δεν έχει αυτόνομη ή τελική ισχύ αλλά πρέπει να υποβάλλεται για έγκριση των υπολογισθέντων εξόδων προς το Δικαστήριο το οποίο έχει και την οριστική ευθύνη στο θέμα. Τότε εξ άλλου είναι που η τελικά διαμορφωθείσα κρίση του Δικαστηρίου ως προς το ύψος των εξόδων θα υπόκειται σε έφεση ώστε να μπορεί να ελεγχθεί. Μέχρι τότε, ο διάδικος, όπως ο Ενάγων εδώ, εναντίον του οποίου είχε εκδοθεί διαταγή για έξοδα κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, δεν θα είχε λόγο να παραπονείται για το ύψος των εξόδων (παρά μόνο ενδεχομένως, στα πλαίσια έφεσης κατά της απόφασης, για αυτή ταύτη τη διαταγή για έξοδα εναντίον του ως ακόλουθη του αμφισβητούμενου με την έφεση αποτελέσματος της υπόθεσης), αφού αυτό δεν θα ήταν ακόμα καθορισμένο». Αντλώντας καθοδήγηση από τις προεκτεθείσες περικοπές των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταλήγω στην άποψη ότι είναι ανυπόστατο το παράπονο των Αιτητών στην παρούσα υπόθεση ότι δεν εφαρμόστηκαν από τον Πρωτοκολλητή, ως κατ' ισχυρισμόν όφειλε, οι θεσμοί της Διαταγής 59 που εφαρμόζονται εφόσον εκδοθεί από το Δικαστήριο διαταγή για ψήφιση των εξόδων, ακριβώς γιατί η απόφασή μου, ημερ. 22.11.2013 δεν περιείχε διαταγή για ψήφιση των εξόδων. Περαιτέρω, καθοδηγούμενη από την προμνησθείσα νομολογία, καταλήγω ότι είναι ανυπόσταστο το παράπονο των Αιτητών στην παρούσα υπόθεση ότι λόγω της διαδικασίας που ακολουθήθηκε από τον Πρωτοκολλητή και από το Δικαστήριο για τον καθορισμό των σε βάρος τους επιδικασθέντων εξόδων, αυτοί στερήθηκαν του ένδικου μέσου της έφεσης. Οι Αιτητές θα μπορούσαν, κατ' επίκληση της Δ.35, θ.20 και τηρουμένων των όρων αυτής, να ζητούσαν άδεια για την αναθεώρηση της απόφασης του Δικαστηρίου, ημερ. 18.3.2014. Αυτή θα ήταν η σωστή διαδικασία και όχι η υποβολή αίτησης παραμερισμού της τελικής απόφασης ημερ. 18.3.2014 ενώπιον του ιδίου του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αφού αυτό - κατά πάγια νομολογία - δεν δύναται να ενεργεί ως εφέτης του εαυτού του για τέτοιου είδους τελικές αποφάσεις. Η εξουσία του πρωτόδικου Δικαστηρίου να παραμερίζει δικές του αποφάσεις περιορίζεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις, όπώς ειδικά προβλέπονται στη Δ.17, θ.10, Δ.26, θ.14, Δ.33, θ.θ 5 και 15, και Δ.48, θ.8
(4). Στην υπό κρίση αίτηση, οι Αιτητές επικαλούνται τις Διαταγές Δ.27 και 29 σε συνδυασμό με τη Δ.48, οι οποίες δεν συνιστούν κατάλληλη νομική βάση για τον παραμερισμό απόφασης. Δεδομένου του αβάσιμου του αιτητικού ως η παρα. Β της υπό κρίση αίτησης, αυτό απορρίπτεται και συμπαρασύρει σε απόρριψη το αιτητικό ως η παρα. Α της υπό κρίση αίτησης. Το Αιτητικό Α υπενθυμίζω ότι αφορούσε σε αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 18.3.2014, μέχρι τελικής εκδικάσεως του αιτητικού ως η παρα. Β της υπό κρίση αίτησης. Δεν αφορούσε σε αναστολή εκτέλεσης μέχρι εκδόσεως απόφασης στην έφεση που καταχώρισαν οι Αιτητές κατά της απόφασης ημερ. 22.11.2013. Καταλήγω να απορρίπτω την υπό κρίση αίτηση, ημερ. 14.4.2014, με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον των Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.) ..................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.