Λουκά Κυπριανού ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Κυπρή Ιωάννου ή Κυπρή Θωμά Ιωάννου Κούμνα ν. Αιμιλίας Κύπρου Κούμνα κ.α., Αρ. Αγωγής: 2766/2011, 16/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A452 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2766/2011 Μεταξύ: Λουκά Κυπριανού ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Κυπρή Ιωάννου ή Κυπρή Θωμά Ιωάννου Κούμνα Ενάγοντα και
- Αιμιλίας Κύπρου Κούμνα κ.ά.
- Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας
- Προέδρου Κοινοτικού Συμβουλίου Πραστειού Μόρφου
- Προέδρου Κοινοτικού Συμβουλίου Λινούς Εναγομένων ----------------------- 16 Δεκεμβρίου,
- Για τον ενάγοντα: κα Ν. Εμπανοΐδζε Για τον εναγόμενο 1: Καμία εμφάνιση Για τον εναγόμενο 2: κ. Λ. Λοΐζου, ασκούμενη δικηγόρος για κα Ε. Γαβριήλ Για τους εναγόμενους 3 και 4: κα Προδρόμου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας αξιώνει διατάγματα ακύρωσης των μεταβιβάσεων τεσσάρων τεμαχίων γης που έγιναν στο όνομα της εναγομένης και, διαζευκτικά, την καταβολή αποζημιώσεων ίσων με την αξία των ακινήτων αυτών. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, ο ενάγοντας είναι ο μοναδικός κληρονόμος του Κυπρή Ιωάννου. Ο Κυπρής Ιωάννου ήταν ιδιοκτήτης των πιο πάνω ακινήτων. Η εναγομένη 1, θετή κόρη του Κυπρή Ιωάννου και της δεύτερης συζύγου του, παράνομα, με δόλιο και απατηλό τρόπο, μεταβίβασε, με τη βοήθεια των εναγομένων 2, 3 και 4, την πιο πάνω περιουσία στο όνομά της. Η εναγομένη 1 καταχώρησε υπεράσπιση στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ήταν το υιοθετημένο παιδί του Κυπρή Ιωάννου και της δεύτερης συζύγου του. Τόσο η ίδια όσο και η μητέρα της, ήταν νόμιμοι κληρονόμοι του πιο πάνω προσώπου. Ο φάκελος τέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για πρώτη φορά την 3.11.
- Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η αγωγή είχε καταχωρηθεί στην κλίμακα €500.000-€2.000.000, ενώ η απαίτηση δεν υπερέβαινε το ποσό των €355.000 και εισηγήθηκε όπως η κλίμακα μειωθεί έτσι ώστε να ανταποκρίνεται και στην αξίωση του ενάγοντα. Οι συνήγοροι υπεράσπισης δέχθηκαν την πιο πάνω εισήγηση. Η δικηγόρος που εκπροσωπεί τον ενάγοντα επέμενε όπως η υπόθεση παραμείνει στην ίδια κλίμακα καθότι η αξίωση του ενάγοντα περιλαμβάνει παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις οι οποίες δεν δικογραφούνται. Προς υποστήριξη των θέσεών της επικαλέστηκε μεγάλο αριθμό αποφάσεων του εφετείου και πρωτόδικων δικαστηρίων, όπου γίνεται αναφορά στις προϋποθέσεις που δικαιολογούν την επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 22
(5)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, το αμφισβητούμενο ποσό ή η αξία της επίδικης διαφοράς, είναι το ποσό ή η αξία που πραγματικά αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων, ως αυτή αποκαλύπτεται στις έγγραφες προτάσεις. Οι πρόνοιες του άρθρου 22
(5)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, έχουν τύχει εξέτασης στην υπόθεση Houssein Mehmed Birader v. Zeikiye Ali Osman[1]. Στην απόφασή του το Δικαστήριο τονίζει ότι η αξία της αξίωσης (value of the claim) πρέπει να διατυπώνεται με σαφή τρόπο στη δικογραφία. Διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «.. .It is clear however that the Court has to confine itself to the pleadings. It may be that the pleadings are vague, indefinite and inconclusive in this respect, and a Judge might require the parties, before the hearing and preferably when dealing with summons for directions with a view to ascertaining what is the value of the claim actually disclosed in the pleadings, to supplement the statement of claim and counterclaim : but we do not thing that it is desirable for a Court after the hearing started to go into the matter of Jurisdiction without application on either side, unless of course on the face of the pleadings such a question presents itself. On the other hand we realise that the practice to exaggerate claims and counterclaims has to be discouraged. It must be remembered that the Court or the Registrar as the taxing master can effectively deal with such extravagant claims or counterclaims by applying rigorously the Rules of Court regarding costs, specially Rules 7 and 17 of Order 59 of the Civil Procedure Rules». Τα πιο πάνω έχουν υιοθετηθεί verbatim και στην πιο πρόσφατη απόφαση Andreas G. Thoma v. Anastasia Georgiou Chambou[2]. Τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης έχουν κάποια ιδιαιτερότητα. Στην έκθεση απαίτησης καμία αναφορά γίνεται σε παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Η αναφορά σε παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις έγινε για πρώτη φορά μετά την επισήμανση του Δικαστηρίου ότι το ποσό ή η αξία της επίδικης διαφοράς δεν υπερέβαινε το ποσό των €500.000. Οι θεσμοί δεν καθιστούν απαραίτητο τον επακριβή προσδιορισμό της θεραπείας η οποία επιδιώκεται, ούτε αποκλείουν την παροχή θεραπείας άλλης από εκείνη που επιζητείται. Αν τα γεγονότα περιλαμβάνονται στο σώμα της έκθεσης απαιτήσεως για την παροχή θεραπείας, αυτή μπορεί να αποδοθεί χωρίς να έχει επιζητηθεί. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Αριστοδήμου v. Χαραλάμπους[3] και Kennedy Hotels v. Indjirjian[4]. Στην τελευταία απόφαση, παρά το γεγονός ότι διατυπώνονται οι πιο πάνω αρχές, τονίζεται παράλληλα ότι είναι επιθυμητός ο επακριβής προσδιορισμός της θεραπείας η οποία επιδιώκεται για να γνωρίζει ο αντίδικος την υπόθεση που θα πρέπει να αντιμετωπίσει. Στην ίδια απόφαση γίνεται μνεία στο «επιθυμητό» τροποποίησης των υφισταμένων δικονομικών κανόνων για τη θεσμοθέτηση υποχρέωσης για την επιδίωξη ειδικής θεραπείας ως προϋπόθεσης για την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων[5]. Οι θεσμοί δεν έχουν τροποποιηθεί σε σχέση με το θέμα αυτό, παρατηρώ όμως ότι το εφετείο στην υπόθεση Χάμπου κ.ά. v. C. Avraam (Cater. Serv.) Ltd[6] έχει πρόσφατα υιοθετήσει μια πιο αυστηρή προσέγγιση και έχει απορρίψει αξίωση για καταβολή τιμωρητικών αποζημιώσεων, καθότι η αξίωση αυτή δεν ήταν δικογραφημένη. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Με τον τελευταίο λόγο έφεσης, προβάλλεται ότι οι αποζημιώσεις που επιδικάστηκαν είναι υπερβολικές και, εν πάση περιπτώσει, πέραν του αξιούμενου ποσού. Η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων δεν εδικαιολογείτο, αφού δεν υπήρχε δικογραφημένη τέτοια αξίωση. Είναι ορθό οι παραδειγματικές αποζημιώσεις να ζητούνται ειδικά στην έκθεση απαίτησης - (βλ. Πιριλλής κ.ά. ν. Κονή
(2004)1 ΑΛΛ. 136), παρόλο που, σύμφωνα με την Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 ΑΛΛ. 400, δεν είναι αναγκαίο να δικογρα-φούνται, υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι τα γεγονότα της αγωγής είναι τέτοια, που δικαιολογούν την απόδοση της θεραπείας. Οι εφεσίβλητοι, στην Οπισθογράφηση της Απαίτησης αλλά και στην Έκθεση Απαίτησης τους, αξίωσαν ποσό ΛΚ25.000,00 ως Γενικές και Ειδικές Αποζημιώσεις, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε τιμωρητικές αποζημιώσεις. Παρά το ότι τα γεγονότα της υπόθεσης θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να δικαιολογήσουν την επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων, καταλήγουμε ότι η παράλειψη, καθ' οιονδήποτε τρόπο, της δικογράφησής τους, έτσι που άλλη πλευρά να γνωρίζει το είδος και το μέγεθος της απαίτησης, δεν επιτρέπει την επιδίκαση τους.» Πέραν των πιο πάνω, είναι αναγκαίο να επισημανθεί ότι σύμφωνα με τη νομολογία παραδειγματικές και ή τιμωρητικές αποζημιώσεις επιδικάζονται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όταν η συμπεριφορά του εναγομένου συνοδεύεται από «αλαζονεία, αναίδεια ή κακία..»[7] Από τη νομολογία που μας παρέπεμψε η δικηγόρος του ενάγοντα προκύπτει επίσης ότι είναι εσφαλμένος ο διαχωρισμός των παραδειγματικών αποζημιώσεων από τις συνθήκες αποζημιώσεως και η επιδίκαση βασίζεται «επί της συνολικής θεώρησης των γεγονότων της υπόθεσης»[8]. Τα ποσά δε που επιδικάζονται σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλα εφόσον συνυπολογίζονται με τις γενικές αποζημιώσεις. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές και τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, καταλήγω ότι η αξία της επίδικης διαφοράς δεν υπερβαίνει το ποσό των €500.000. Η υπόθεση θα πρέπει να τεθεί ενώπιον Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή. Ως εκ τούτου ο φάκελος να τεθεί ενώπιον του Πρωτοκολλητή για τα περαιτέρω. [Υπ.] Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. [1] ΠΕ 4299 ημερομηνίας 28.1.1960. [2]
(1986)1 CLR 68. [3]
(1990)1 ΑΑΔ .. [4]
(1992)1 ΑΑΔ 400. [5] Σελίδα 408 της απόφασης. [6]
(2008)1 ΑΑΔ 524. [7] Papakokkinou v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65, Ερωτοκρίτου v. Θεοδώρου κ.ά.
(1987)1(Γ) Α.Α.Δ. 1800. [8] Λ. Κωνσταντίνου v. Γ&Κ Σοφοκλέους Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1952. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο