ΚΩΣΤΑΚΗ ΚΑΣΙΝΙΔΗ ν. ΓΙΩΡΓΟΥΛΛΑΣ ΣΟΛOΜΩΝΙΔΟΥ, Αρ. 3319/2008, 14/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A413 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. 3319/2008 Μεταξύ: ΚΩΣΤΑΚΗ ΚΑΣΙΝΙΔΗ, Θησέως 7, Στρόβολος, Λευκωσία Ενάγοντος -και- ΓΙΩΡΓΟΥΛΛΑΣ ΣΟΛOΜΩΝΙΔΟΥ, Άθω 11, Ισόγειο, Πάροδος Κέννεντυ, Λευκωσία Εναγομένης Ημερομηνία: 14.11.2014 Εμφανίσεις: Για τoν Ενάγοντα: κ. Κωνσταντίνος Πόλεως, για Δημήτρη Α. Παυλίδης & Συνεργάτες Για την Εναγόμενη: κα Έλενα Ερωτοκρίτου, για Κ. Π. Ερωτοκρίτου & ΣΙΑ ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Α.
- Η αξιούμενη θεραπεία Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ο Ενάγων αξιώνει την εξής θεραπεία: «Α) €2,460.39 (Λ.Κ.1,440.-) δυνάμει του πιο πάνω Γραμματίου και/ή Γραμματίου συνήθους Τύπου και/ή Εγγράφου Αναγνώρισης Χρέους και/ή αποζημίωση για παράβαση της πιο πάνω αναφερόμενης συμφωνίας μεταξύ των Διαδίκων. Β) Τόκο προς 7% από 31.8.
- Γ) Έξοδα.». Α.2 Οι δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων Στο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, όπως αυτό τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος ημερ. 23.9.2011 και καταχωρήθηκε στις 30.9.2011, δικογραφούνται από τον Ενάγοντα οι εξής ισχυρισμοί γεγονότων:
- Κατά ή περί την 31.8.2007 η Εναγόμενη έναντι νομίμου ανταλλάγματος, ήτοι μετρητών χρημάτων, εξέδωσε και υπόγραψε προς όφελος και/ή στην διαταγήν του Ενάγοντα Γραμμάτιο και/ή Γραμμάτιο Συνήθους Τύπου (BOND IN CUSTOMARY FORM) και/ή Έγγραφο Αναγνώρισης Χρέους και/ή δυνάμει γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας Δανείου για το ποσόν των €2,460.39 (Λ.Κ.1,440.-) πληρωτέο στον Ενάγοντα σε πρώτη ζήτηση κατά ή περί την 30.9.
- Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος του Γραμματίου και/ή Γραμματίου Συνήθους Τύπου και/ή Εγγράφου Αναγνώρισης Χρέους και/ή συμφωνίας ότι η Εναγόμενη θα πλήρωνε τόκο προς 7% τον χρόνο για το ποσό των €2,460.39 (Λ.Κ.1,440.-) μέχρι πλήρους εξοφλήσεως του πιο πάνω ποσού και εν περιπτώσει Αγωγής η Εναγόμενη ήταν υπόχρεη να πληρώσει και όλα τα Δικαστικά και Δικηγορικά έξοδα.
- Η Εναγόμενη οφείλει στον Ενάγοντα το ποσό των €2,460.39 (Λ.Κ.1,440.-) πλέον τόκους έναντι του αναφερόμενου Γραμματίου. 3Α.Η ως άνω συμφωνία προνοούσε ότι παράλειψη ή άρνηση του χρεώστη να καταβάλει το εν λόγω ποσό στην καθορισμένη ημερομηνία δυνάμει της ως άνω συμφωνίας, καθιστά το εν λόγω δάνειο ή οποιονδήποτε υπόλοιπο τους άμεσα πληρωτέο και απαιτητό και παρέχει στον Ενάγοντα το δικαίωμα να απαιτήσει και να εισπράξει το ως άνω δάνειο αμέσως, με επιτόκιο 7% και την πληρωμή των δικαστικών εξόδων.
- Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του Ενάγοντα προς την Εναγόμενη, αυτή αμέλησε και/ή παρέλειψε και/ή αρνήθηκε να πληρώσει το προς τον Ενάγοντα οφειλόμενο χρέος του εκ €2,460.39 (Λ.Κ.1,440.-) 4Α.Κατά παράβαση των όρων της προαναφερθείσας συμφωνίας η Εναγόμενη παρέλειψε και/ή αμέλησε και/ή αρνήθηκε να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό μέχρι σήμερα και εξακολουθεί να οφείλει προς τον Ενάγοντα το ποσό των Λ.Κ. 1440 ήτοι €2460.39 πλέον τόκους. (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση, η οποία καταχωρήθηκε στις 20.10.2011, δικογραφούνται από την Εναγομένη οι εξής ισχυρισμοί꞉
- «Η Εναγόμενη εκτός όπου ρητά προβαίνει σε παραδοχή αγνοεί και αρνείται όλους μαζί και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα ως φαίνεται στην Έκθεση Απαίτησης θέτει δε τον Ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του.
- Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό προς τον Ενάγοντα ούτε δε υφίσταται οποιοδήποτε νόμιμο αντάλλαγμα εκ μέρους της προς όφελος και/ή για λογαριασμό του Ενάγοντα, ως ο ισχυρισμός του Ενάγοντα στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης και αρνείται τις αναφορές περί ισχυριζόμενης γραπτής ή προφορικής συμφωνίας δανείου στις παραγράφους 1 και 2 της Εκθεσης Απαίτησης.
- Η Εναγομένη περαιτέρω αρνείται κατηγορηματικά την παράγραφο 3Α της Έκθεσης Απαίτησης και τις σε αυτή αναφορές περί της ισχυριζόμενης γραπτής ή προφορικής συμφωνίας δανείου και/ή των όρων αυτής, ρητών και/ή εξυπακουόμενων, και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε συμφώνησε με τον Ενάγοντα τους αναφερόμενους όρους και/ή πρόνοιες ως αυτοί αναφέρονται στην παράγραφο 3Α. Θέτει δε τον Ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του.
- Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι κατά ή περί τον αναφερόμενο χρόνο ο σύζυγος της ονόματι Khaled ΑΙ Hamdani, Σύριος στην καταγωγή και εργοδοτούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο από τον Ενάγοντα, ζήτησε, στην παρουσία της Εναγόμενης, δάνειο ύψους £440.- για προσωπικούς λόγους και όχι £1440.- που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται και απαιτεί.
- Ο Ενάγοντας αποδέχτηκε την καταβολή του πιο πάνω δανείου των £440.- προς τον σύζυγο της Εναγομένης, ως αναφέρει στην παράγραφο 3 πιο πάνω, με την προϋπόθεση ότι η Εναγόμενη θα υπέγραφε παραλαβή του πιο πάνω ποσού των £440.- ως ασφάλεια και/ή ως εγγύηση ότι ο σύζυγος της θα ξοφλούσε το πιο πάνω δάνειο των £
- Η Εναγόμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο υπέγραψε σε ένα βιβλίο και/ή δευτέρι παραλαβή των πιο πάνω χρημάτων, που σύμφωνα με την πιο πάνω συμφωνία δανείου, καταβλήθηκαν και/ή δόθηκαν απ' ευθείας από τον Ενάγοντα προς τον σύζυγο της Εναγομένης η δε Εναγόμενη ουδέποτε έλαβε και/ή παρέλαβε και/ή της δόθηκε το πιο πάνω ποσό και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό. Ως εκ τούτου η Εναγόμενη αρνείται την παράγραφο 4Α της Έκθεσης Απαίτησης και επαναλαμβάνει ότι ουδέν ποσόν οφείλει στον Ενάγοντα.
- Η Εναγόμενη, με πλήρη επιφύλαξη των πιο πάνω ισχυρισμών της, αναφέρει ότι το ποσόν αυτό έχει πλήρως εξοφληθεί και/ή καταβληθεί από τον σύζυγο της προς τον Ενάγοντα με την αποκοπή ποσού £50.- την βδομάδα από τον εβδομαδιαίο μισθό που ο Ενάγοντας κατέβαλε στον εργοδοτούμενο από αυτόν σύζυγο της.
- Η Εναγόμενη επαναλαμβάνει τους πιο πάνω ισχυρισμούς της, αρνείται την παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης και τις αξιώσεις (Α) (Β) και (Γ) αυτής και αιτείται απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος του Ενάγοντα.». Έκλεισαν τα δικόγραφα χωρίς να καταχωρηθεί Απάντηση από μέρους του Ενάγοντος. Οδηγήθηκε η υπόθεση σε ακρόαση. Α.
- Η ακροαματική διαδικασία Για να αποδείξει την υπόθεσή του, ο Ενάγων έδωσε προφορική μαρτυρία ενόρκως στο Δικαστήριο και έκλεισε την υπόθεσή του βάσει αυτής. Από πλευράς Υπεράσπισης, προσήλθαν ως μάρτυρες η Εναγόμενη και ο σύζυγός της, Khaled Al Hamdani. Αναπτύχθηκαν οι εκατέρωθεν νομικές εισηγήσεις των συνηγόρων των διαδίκων με γραπτές τελικές αγορεύσεις, τις οποίες είχα την ευκαιρία να μελετήσω και στις οποίες θα αναφερθώ κατά την αιτιολόγηση της δικαστικής μου κρίσης. Α.
- Εγκατάλειψη της βάσης αγωγής δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου Όπως προκύπτει από τη δικογράφιση της αξίωσης στο Κλητήριο Ένταλμα, ο Ενάγων διατύπωσε αριθμό διαζευκτικών προτάσεων ως προς τη βάση της αγωγής του. Σπεύδω, ωστόσο να αναφέρω ότι, αμέσως πριν την έναρξη της πρώτης ακροαματικής συνεδρίας (4.3.2014), ο συνήγορος του Ενάγοντος επέλεξε ως όφειλε (βλ. την απόφαση του Ναθαναήλ, Δ., ημερ. 19.7.2012 στην Πολτιτική 64/2009, Πανίκος Α. Λεωνίδου και Δώρα Βόλου ως Διαχειριστές της Περιουσίας της αποβιωσάσης Σωτηρούλας Βόλου ν Δρ. Θρασύβουλου Σπυριδάκη) τη βάση της αξίωσης που θα προωθούσε. Συγκεκριμένα, προέβηκε σε δήλωση ότι, με δεδομένη πλέον την τροποποίηση των δικογράφων δυνάμει του Δικαστικού Διατάγματος ημερ. 23.9.2011, η πλευρά του Ενάγοντος ήταν έτοιμη να εγκαταλείψει τη βάση αγωγής δυνάμει γραμματίου και/ή γραμματίου συνήθους τύπου και να προωθήσει την αγωγή στη βάση συμφωνίας δανείου. Πράγματι, κατά τη διεξαγωγή της ακρόασης, η γραμμή που προώθησε ο συνήγορος του Ενάγοντος μέσα και από τη μαρτυρία του Ενάγοντος ήταν στη βάση συμφωνίας δανείου ως επιμαρτυρείται σε έγγραφο αναγνώρισης χρέους, ημερ. 31.8.2007, στο οποίο θα αναφερθώ στη συνέχεια. Ουδόλως, υποβλήθηκε στους μάρτυρες Υπεράσπισης ως θέση του Ενάγοντος ότι η αξίωση στηρίζεται σε γραμμάτιο συνήθους τύπου. Ούτε και θα μπορούσε να είχε προωθηθεί επιτυχώς από τον Ενάγοντα η αξίωση στη βάση γραμματίου συνήθους τύπου. Όπως ορθά επισημαίνει η συνήγορος του Εναγομένου στην τελική της αγόρευση, παρά το ότι το ίδιο έγγραφο που προσκομίστηκε προς απόδειξη της ισχυριζόμενης συμφωνίας αναγνώρισης χρέους τιτλοφορείται «Γραμμάτιο συνήθους τύπου», εντούτοις το έγγραφο αυτό δεν πληροί τα χαρακτηριστικά που καθορίζει το Αρθρο 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149,[1] το οποίο απαιτεί, μεταξύ άλλων, όπως η υπογραφή του γραμματίου γίνεται στην παρουσία δύο τουλάχιστον μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι. Στο προσαχθέν έγγραφο ημερ. 31.8.2007 δεν υπάρχει ένδειξη παρουσίας δύο μαρτύρων κατά την υπογραφή του από τους συμβαλλομένους (οφειλέτη και δανειστή), παρά μόνο υπάρχει ένδειξη ενός μόνο προσώπου, ο οποίος περιγράφεται ως «εγγυητής». Συνεπώς, ελλείπει μία τουλάχιστον εκ των προϋποθέσεων του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εφαρμοσθούν τα έννομα αποτελέσματα που με αυστηρότητα περιγράφει το άρθρο 80 του Κεφ. 149 (βλ. Παπαστράτης ν. Οικονόμου
(1970)1 AAΔ 11, Θεόδουλος Φούλη -ν-Ανδρέα Μιγαήλ
(2005)IB AAA 1144 και Νίκος Λάρκου κ.α. -ν- Ελένης Παναγή
(1996)1Α A.A.Δ 80).[2] Α.4. Η αξίωση δυνάμει «γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας Δανείου» Προχωρώ, κατά συνέπεια, να εξετάσω το βάσιμο ή μη της αξίωσης του Ενάγοντος στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών γεγονότων περί ύπαρξης μεταξύ του Ενάγοντος και της Εναγομένης «γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας Δανείου για το ποσόν των €2,460.39 (Λ.Κ.1,440.-) πληρωτέο στον Ενάγοντα σε πρώτη ζήτηση κατά ή περί την 30.9.2007.». Λέγω τούτο, διευκρινίζοντας συγχρόνως ότι το ίδιο το Έγγραφο Αναγνώρισης Χρέους δεν συνιστά αφ' εαυτού βάση αγωγής, παρά μόνο αποδεικτικό στοιχείο και συνεπώς η διατύπωση της αξίωσης «δυνάμει [...] Εγγράφου Αναγνώρισης Χρέους» δεν είναι δόκιμη. Παραπέμπω, συναφώς, στην απόφαση Νικόλα & Χρίστου Ιγνατίου ως Διαχειριστών της Περιουσίας του Αποβιώσαντος Απόστολου Ιγνατίου ν Νικόλα Λεμονάρη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1562, όπου ο Κρονίδης, Δ., εξήγησε ότι꞉ «Έγγραφο που περιέχει δήλωση η οποία συνιστά αναγνώριση χρέους θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί κατά τη δίκη για την απόδειξη κάποιας αιτίας αγωγής ως π.χ. για παράβαση συμφωνίας δανείου. Το ίδιο όμως το έγγραφο δεν συνιστά βάση αγωγής. (D & G Products Ltd. ν. Χαράλαμπου Αναστασίου, Πολιτική Έφεση 10744, ημερ. 13.9.2002).». Είναι για το λόγο αυτό, που η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου υποδεικνύει ότι θα πρέπει να εξετάζεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά πόσον η συγκεκριμένη αιτία αγωγής, δηλ. αυτή της αναγνώρισης χρέους, αναφέρεται ονομαστικά και μόνον. Είναι νομολογημένο ότι η απλή διατύπωση και μόνο της θεραπείας που επιζητείται, απογυμνωμένη από οποιαδήποτε γεγονότα που να την υποστηρίζουν δεν επιτρέπει την εξέταση της, πολύ δε περισσότερο την επιτυχία της και την έκδοση δικαστικής απόφασης επ΄ αυτής. (Βλέπε: Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ. 319). Στην Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους, ανωτέρω, τονίστηκε ότι η διατύπωση και μόνο της θεραπείας δεν επιτρέπει την εξέταση του θέματος το οποίο εγείρει. Ο προσδιορισμός στο κύριο σώμα της απαίτησης των γεγονότων που δικαιολογούν μια ή περισσότερες θεραπείες αποτελεί προϋπόθεση για την εξέτασή τους. Η αρχή ότι η όποια αξίωση για θεραπεία προϋποθέτει πραγματικό υπόβαθρο στο σώμα της έκθεσης απαίτησης επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Βασιλειάδης κ.α. ν. Πετρολίνα Λτδ
(1994)1 ΑΑΔ
- Στο Annual Practice 1970, σελ. 248-249, αναφέρεται ότι ενώ η διαζευκτική, ακόμη και αντιφατική, διατύπωση ισχυρισμών είναι επιτρεπτή σε δικόγραφο, εν τούτοις τα υποστηρικτικά γεγονότα δεν πρέπει να αναμειγνύονται, αλλά να διατυπώνονται χωριστά ώστε να φανερώνεται ποια γεγονότα εδραιώνουν την κάθε αξίωση. Εφόσον η αιτία αγωγής που προωθήθηκε εν τέλει στην παρούσα υπόθεση εδράζεται σε συμφωνία δανείου, κρίνω κατάλληλο να σημειώσω ότι στο σύγγραμμα Chitty on Contracts No. 2, 26η έκδοση στη παράγραφο 3574 σελ. 624 δίδεται η εξής έννοια του δανείου: ¨Η συμφωνία δανείου είναι η συμφωνία με βάση την οποία, κάποιος δανείζει ή συμφωνεί να δανείσει χρηματικό ποσό σε κάποιον τρίτον, με αντάλλαγμα τη ρητή ή εξυπακουόμενη υπόσχεση του άλλου προσώπου ότι θα επιστρέψει το ποσό αυτό, σε πρώτη ζήτηση ή σε καθορισμένο μελλοντικό χρόνο, με ή χωρίς τόκο¨. Aξίωση επί συμφωνίας δανείου πρέπει να αναφέρει ρητά και τους βασικούς όρους αυτής, όπως προδιαγράφει η Δ.19 θ.θ. 18, 19 και
- Σχετικά είναι και τα αναφερόμενα στο Annual Practice 1970, σελ. 246-247, παρ. 18/7/8-18/7/9, στα σχόλια του O.18 r.7 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών και Odgers´ Principles of Pleading and Practice, 21η έκδ. σελ. 161-
- Στην παρούσα υπόθεση η εκδοχή του Ενάγοντος ως έχει δικογραφηθεί στο ειδικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα είναι ότι - (α) η συμφωνία δανείου έγινε εγγράφως μεταξύ του Ενάγοντος και της Εναγομένης έναντι της υπογραφής της, (β) η εν λόγω συμφωνία έγινε την 31.8.2007, (γ) το ποσό του δανείου συμφωνήθηκε σε ΛΚ1440- (αντίστοιχο προς €2,460.39, (δ) το ποσό του δανείου θα ήταν πληρωτέο από την Εναγομένη προς τον Ενάγοντα κατά ή περί την 30.9.2007, (ε) σε περίπτωση παράλειψης αποπληρωμής του δανείου κατά την ημερομηνία ανωτέρω, τότε ολόκληρο το ποσό ή οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο θα ήταν άμεσα πληρωτέο με τόκο 7%, πλέον τυχόν δικαστικά έξοδα. (στ) ο Ενάγων ενόχλησε επανειλημμένως την Εναγομένη για να εξοφλήσει το χρέος, αλλά αυτή παρέλειψε και/ή αρνήθηκε. Κρίνω ότι υπό το φως των ανωτέρω η βάση αγωγής δυνάμει συμφωνίας δανείου είναι επαρκώς δικογραφημένη και δύναται να εξεταστεί δικαστικά. Δεν είναι εδώ η περίπτωση της ονομαστικής και μόνον δικογράφισης. Α.
- Η παρούσα υπόθεση κρίνεται στη βάση της αξιοπιστίας των εκατέρωθεν εκδοχών. Η Υπεράσπιση ήγειρε, τόσο στην Έκθεση Υπεράσπισης όσο και κατά την αντεξέταση του Ενάγοντος, εντελώς διαφορετική εκδοχή από αυτήν που προώθησε ο Ενάγων. Ειδικότερα, η θέση της Υπεράσπισης ήταν μέχρι τέλους της δίκης ότι - (α) η συμφωνία δανείου έγινε μεταξύ του Εναγόντος και του συζύγου της Εναγομένης (δηλ. του ΜΥ2), ενώ η Εναγομένη, (β) το ποσό του δανείου ήταν ΛΚ440- και όχι ΛΚ1440-, (γ) το ποσό του δανείου εξοφλήθηκε δια αποκοπής ποσού ΛΚ50- από τον εβδομαδιαίο μισθό του ΜΥ2 που δούλευε ως εργοδοτούμενος του Ενάγοντος, και (δ) η Εναγομένη παραδέχεται ότι υπέγραψε για την παραλαβή των χρημάτων, αλλά ισχυρίζεται ότι τούτο έγινε χωρίς να διαβάσει το έγγραφο, στηριζόμενη σε ό,τι της λέχθηκε από τον Ενάγοντα, ότι δηλαδή ήταν ως ασφάλεια και/ή ως εγγύηση ότι ο σύζυγός της θα τα εξοφλούσε. Με δεδομένο ότι η Υπεράσπιση έχει αρνηθεί κάθε πτυχή της εκδοχής του Ενάγοντος και έχει προωθήσει εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή γεγονότων, το δικαστήριο καλείται να επιλέξει ανάμεσα στις δύο διιστάμενες εκδοχές. Σε τέτοια περίπτωση, η έκβαση της δίκης κρίνεται στη βάση του ελέγχου της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Η μαρτυρία εξετάζεται από τo Δικαστήρίο συνολικά και όχι αποσπασματικά (Βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση της Μιχαηλίδου, Δ., ημερ. 8.4.2014, στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 273/2010, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason ν. Αντώνη Αντωνίου κ.α). Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138). Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Β. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Β.1 Η μαρτυρία του Ενάγοντος ως προς την ύπαρξη έγγραφης συμφωνίας δανείου με δανειολήπτη / οφειλέτιδα την Εναγομένη. Ο Ενάγων επέμεινε ενώπιον του Δικαστηρίου στη δικογραφημένη θέση του ότι αυτός σύναψε γραπτή συμφωνία δανείου με την Εναγόμενη. Προς απόδειξη της θέσης του, παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο, χωρίς ένσταση από πλευράς συνηγόρου Υπεράσπισης, ως τεκμήριο σημειωθέν ως Έγγραφο Α, το πρωτότυπο του εγγράφου της αναφερόμενης γραπτής συμφωνίας. Όπως υπέδειξε ο Ενάγων επί του Εγγράφου Α, η συμφωνία υπογράφεται από την Εναγομένη και τον Ενάγοντα ως συμβαλλομένους και από το σύζυγο της Εναγομένης ως εγγυητή. Σημειωτέον ότι η έγγραφη συμφωνία είναι αποτυπωμένη σε μία κόλλα τετραδίου, στο πίσω μέρος της οποίας υπάρχουν διάφορες σημειώσεις που δεν αφορούν στην παρούσα υπόθεση. Αυτή η εικόνα συνάδει με την περιγραφή που έδωσαν όλοι ανεξαιρέτως οι μάρτυρες ότι η συμφωνία καταγράφηκε από τον Ενάγοντα μέσα στο «δευτέρι του». Λόγω του ότι η πλευρά της κόλλας όπου είναι καταγραμμένη η επίδικη έγγραφη συμφωνία φαίνεται να έχει βραχεί και/ή να υπάρχουν ξεθωριασμένα γράμματα σε αυτήν σαν «μουντζούρες», όπως τις αποκάλεσε ο συνήγορος του Ενάγοντος, πράγμα που προέκυψε, όπως εξήγησε ο Ενάγων, επειδή αυτός είχε το δευτέρι του μέσα στο αυτοκινητο όταν είχε δυστύχημα από το οποίο έσπασε η σόπα του αυτοκινήτου και εχάλασε το δευτέρι του, ο Ενάγων παρουσίασε καθαρό αντίγραφο της έγγραφης συμφωνίας, το οποίο και κατατέθηκε, επίσης χωρίς ένσταση από πλευράς Υπεράσπισης, ως το Έγγραφο Β. Σημειωτέον ότι στην έγγραφη συμφωνία, ως είναι το κείμενο στα Έγγραφα Α και Β, το αντικείμενο της συμφωνίας, ο σκοπός, το ποσό και τα ονόματα των συμβαλλομένων, ως επίσης του εγγυητή, καταγράφονται χειρόγραφα ως εξής꞉ «Γραμμάτιο συνήθους τύπου. Ημερ. 31/8/07 Η Κάτωθι υποφαινόμενι Γιωργούλλα Σολομωνίδου με αρ. Π.Τ. 466585 πέρνω σήμερα 31/8/07 Δανικά Από τον Κωστάκι Κασινίδη το ποσόν των χιλίων τετρακοσίων σαράντα Λίρες Κύπρου (£1440) και θα τα επιστρέψω στον Κωστάκι Κασινίδη μέχρι την 30/9/07 τριάντα Σεπτεβρίου του δυο χιλιάδες επτά με τόκον 7%. Οι Συμβαλλόμενοι Εγγυηταις Γιωργούλλα Σολομωνίδου [υπογραφή][3] [υπογραφή Γιωργούλλας Σολομωνίδου) Κασινίδης Κωστάκις [υπογραφή Κωστάκη Κασινίδη]». Ενώπιον του Δικαστηρίου ουδείς εκ των μαρτύρων Υπεράσπισης αμφισβήτησε την υπογραφή του επ' αυτού του εγγράφου. Αμφισβητήθηκε μόνο η ιδιότητα υπό την οποία υπέγραφε. Πρόδηλα, ο ισχυρισμός της Εναγομένης ό,τι υπέγραψε ως εγγυητής και όχι ως οφειλέτης συγκρούεται με το περιεχόμενο του κειμένου της συμφωνίας που παρατίθεται πιο πάνω. Εκεί ρητά αναφέρεται ότι η ίδια η Εναγομένη είναι «συμβαλλόμενο μέρος», υπό την έννοια ότι πήρε δανεικά από τον Ενάγοντα και η ίδια αναλάμβανε και υποσχόταν να του τα επιστρέψει μέχρι τις 30.9.2007. Non est factum Ο ισχυρισμός της Εναγομένης ότι υπέγραψε χωρίς να διαβάσει το περιεχόμενο του εγγράφου, είναι ισχυρισμός που η ίδια έχει το ειδικό βάρος να τον αποδείξει και συνεπώς άπτεται της αξιοπιστίας της μαρτυρίας της. Εάν και εφόσον η μαρτυρία της Εναγομένης γινόταν αποδεκτή ως αξιόπιστη και αληθής, τότε και μόνον θα είχε λόγο το Δικαστήριο να αξιολογήσει κατά πόσον υπό τις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης η Εναγόμενη δικαιούται βάσιμα να επικαλεσθεί την υπεράσπιση που στηρίζεται στην αρχή non est factum. Πάντως, εδώ η Εναγόμενη δεν ισχυρίστηκε ότι η ίδια δεν μιλά ή δεν αντιλαμβάνεται Ελληνικά, αφού είναι Κύπρια με μητρική γλώσσα την Ελληνική και όπως απέδειξε κατά την ακρόαση αντιλαμβάνεται και ομιλεί την Ελληνική με άνεση. Ούτε ισχυρίστηκε η Εναγομένη ότι εμπίπτει σε κάποια προστατευόμενη κατηγορία προσώπων που είναι είτε τυφλά ή έχουν κάποια προσωρινή ή μόνιμη αναπηρία ή ανικανότητα που τα εμποδίζουν είτε να διαβάσουν είτε να κατανοήσουν ένα κείμενο ανάλογης έκτασης και σημασίας. Ούτε δικογράφησε η Εναγόμενη στην Υπεράσπισή της ισχυρισμό δόλου από πλευράς του Ενάγοντος. Απεναντίας, παραδέχθηκε κατά την αντεξέτασή της ότι ο Ενάγων ξεκάθαρα ζήτησε από την ίδια όπως συμβληθεί μαζί της αντί με το σύζυγό της και της εξήγησε ότι τούτο οφειλόταν στο ότι εκείνος ήταν Σύριος και δεν τον εμπιστευόταν. Έχει εξάλλου δοθεί μαρτυρία από όλους τους μάρτυρες συγκλίνουσα στο ότι πρώτα υπέγραψαν ο Ενάγων και η Εναγομένη και μετά από αυτούς τους δύο ο σύζυγός της. Τούτο δείχνει ότι εκείνη ήταν το συμβαλλόμενο μέρος και ο σύζυγός της ο μάρτυρας της συμφωνίας και/ή εγγυητής. Συνεπώς, η όλη εικόνα που δημιουργείται στο Δικαστήριο είναι ότι ο Ενάγων δεν απέκρυψε την πραγματική φύση της εγγράφου συμφωνίας από την ίδια ως συμφωνίας δανείου που συνάπτετο με την ίδια. Υπό το φως των ανωτέρω στοιχείων, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι στη βάση της μαρτυρίας της Εναγομένης μπορούν να στοιχειοθετηθούν οι προϋποθέσεις για την έγερση της υπεράσπισης «non est factum» όπως αυτές έχουν προδιαγραφεί στη σχετική Αγγλική αυθεντία Saunders n Anglia Building Society [1971] AC 1004 και οι οποίες έχουν υιοθετηθεί από την Κυπριακή νομολογία (βλ., μεταξύ άλλων, Αναστασία Θεοδόση Αναστασίου ν Χριστίνας Θεοδόση Μιχαηλούδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 264). Όταν ένα πρόσωπο, ενώ έχει την ικανότητα να διαβάσει το περιεχόμενο ενός εγγράφου που υπογράφει, δεν επιδεικνύει τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή στο περιεχόμενό του πριν το υπογράψει, δεν εφαρμόζεται η αρχή «non est factum». Ψυχική πίεση Αξίζει εδώ να σταθώ λίγο στις λεπτομέρειες που έδωσε ο Ενάγων ως προς το τί προηγήθηκε της υπογραφής του εγγράφου. Αυτές, όπως ανέφερα πιο πάνω, ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν από την Εναγομένη ή τον ΜΥ2. Απεναντίας, οι δυο μάρτυρες Υπεράσπισης επιχείρησαν να στηριχθούν στις ίδιες λεπτομέρειες για να εγείρουν κατά την ακρόαση της αγωγής την υπεράσπιση της ψυχικής πίεσης. Συγκεκριμένα, ο Ενάγων δήλωσε ότι αυτός έδωσε το αξιούμενο ποσό των ΛΚ1440- στην Εναγομένη επειδή τα ήθελε ο σύζυγός της, ο οποίος, όπως του είπε, θα πάντρευε την κόρη του στη Συρία. Σχετική η εξής περιγραφή που έδωσε ο Ενάγων για ό,τι προηγήθηκε της σύναψης της συμφωνίας꞉ «Και του είπα, εγώ δεν μπορώ να σου δώσω λεφτά. Της γυναίκας σου μπορώ να της τα δώσω και να μου κάμει μια συμφωνία, να μου υπογράψει, και να της τα δώσω. Όπως και έγινε.». Εξήγησε ο Ενάγων ότι ο λόγος που αυτός δεν ήθελε να δώσει τα χρήματα στο σύζυγο της Εναγομένης ήταν επειδή ήταν αλλοδαπός και δεν του είχε εμπιστοσύνη. Το σκεπτικό του ήταν ότι «Αν έφευγε πού να τον ψάχνω». Γι' αυτό και του είπε «θα τα δώσω στη γυναίκα σου, αν μου υπογράψει ότι τα παρέλαβε και απ' εκεί και πέρα να σου τα δώσει η γυναίκα σου». Διευκρίνισε ο Ενάγων ότι αυτός δεν άσκησε καμία πίεση πάνω στην Εναγόμενη για να υπογράψει τη συμφωνία. Εκείνος εξήγησε στο σύζυγό της Εναγομένης ότι δεν θα έδινε του ιδίου τα χρήματα εκτός αν γινόταν συμφωνία με την Εναγομένη και ακολούθως πήγε η Εναγόμενη μαζί με το σύζυγό της στο σπίτι του Ενάγοντα, χαμογελαστοί και οι δύο, για να γίνει η συμφωνία και να λάβουν τα χρήματα. Η προσπάθεια της Υπεράσπισης να εγείρει κατά την ακρόαση ισχυρισμούς γεγονότων που άπτονται της υπεράσπισης της ψυχικής πίεσης, συνάντησε, ως ήταν ορθό, την ένσταση του συνηγόρου του Ενάγοντος με το σκεπτικό ότι τέτοιοι ισχυρισμοί γεγονότων δεν είχαν δικογραφηθεί καθόλου ή δεόντως στην Έκθεση Υπεράσπισης. Η Δ.19, θ. 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επιβάλλει στο διάδικο (είτε είναι Ενάγων είτε είναι Εναγόμενος) την υποχρέωση να εκθέτει συνοπτικά όλα τα ουσιώδη γεγονότα που συνθέτουν και στηρίζουν την υπόθεσή του. Οι πρόνοιες αυτές αποβλέπουν στον επακριβή προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και στον αποκλεισμό πιθανότητας αιφνιδιασμού του αντίδικου. Έτσι, είναι νομολογιακά θεμελιωμένο ότι τα δικόγραφα συνιστούν το θεμέλιο της δίκης και αποτελούν το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Παρέκκλιση από την αρχή αυτή εκτρέπει τη δίκη έξω από τα δικονομικά πλαίσια που παρέχουν εγγύηση για δίκαιη δίκη και ορθή απονομή της δικαιοσύνης (Βλέπε: Loucaides v. C.D. Hay & Sons
(1971)1 C.L.R. 134,Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ. 319 και Ελένη Βραχίμη ν. Πάρη Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836). Είναι βασική αρχή ότι η μαρτυρία που προσάγεται για θέματα που δεν καλύπτονται από αυτά, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (Πουρίκκος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507). Η έγερση της υπεράσπισης της ψυχικής πίεσης και συναφών ισχυρισμών γεγονότων πρέπει να δικογραφείται ρητά στην Έκθεση Υπεράσπισης. Η υπεράσπιση αυτή άπτεται της εφαρμογής του άρθρου 10
(1)του Κεφ.149 το οποίο προϋποθέτει ότι για να είναι μια σύμβαση έγκυρη, νοείται ότι αυτή καταρτίζεται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι. Σύμφωνα με το άρθρο 14 η συναίνεση θεωρείται ελεύθερη, όταν δεν προκαλείται με εξαναγκασμό, ψυχική πίεση, απάτη, ψευδή παράσταση ή πλάνη. Το άρθρο 16 προσδιορίζει με σαφήνεια τον όρο ψυχική πίεση και είναι αναγκαίο να δικογραφούνται εκείνοι οι ισχυρισμοί γεγονότων που επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ελέγξει σε ποια περίπτωση κατατάσσεται η επίδικη συμπεριφορά και σχέση μεταξύ των διαδίκων.[4] Ο λόγος που η δικογράφιση της συγκεκριμένης υπεράσπισης κρίνεται ουσιώδης αφορά στις νομικές συνέπειες σε περίπτωση επιτυχούς απόδειξης της. Ως προβλέπεται στο άρθρο 20 του ΚΕΦ. 149, αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης, τότε η σύμβαση είναι ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους του οποίου συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό ενώ σύμφωνα με το εδάφιο
(2)η σύμβαση αυτή δύναται να ακυρωθεί και εφόσον, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Eurohouse Finance Ltd v. Μιχαηλίδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 721, αποδειχθεί ψυχική πίεση, οδηγεί σε απαλλαγή από αναληφθείσα συμβατική υποχρέωση. Είναι υπό το φως των πιο πάνω νομολογημένων αρχών που απέκλεισα μαρτυρία την οποία η Εναγόμενη επιχείρησε να εισάξει μέσω της γραπτής της δήλωσης, ως το Έγγραφο Δ, για να στηρίξει την υπεράσπιση της ψυχικής πίεσης, με δεδομένη την έγερση ένστασης εκ μέρους του συνηγόρου του Ενάγοντος στην κατάθεσή της.[5] Εν πάση περιπτώσει είναι αντιφατικό εκ μέρους της Υπεράσπισης αφενός να αμφισβητεί τη σύναψη της συμφωνίας από την Εναγομένη υπό την ιδιότητά της ως δανειολήπτη και αφετέρου να ισχυρίζεται ότι συμβλήθηκε υπ' αυτή την ιδιότητα υπό ψυχική πίεση. Β.
- Το ύψος του ποσού του δανείου Ο ισχυρισμός της Εναγομένης ότι το ποσό του δανείου ήταν για ΛΚ440 και όχι για ΛΚ1440 στερείται πειστικότητας, ενόψει του ότι το ποσό αυτό καταγράφεται στη συμφωνία δανείου, ως τα Έγγραφα Α και Β, όχι μόνον αριθμητικά, αλλά και ολογράφως. Έτσι, με τη δέουσα επιμέλεια ενός προσώπου που υπογράφει μια συμφωνία (είτε ως δανειολήπτης είτε ως εγγυητής), αυτό το στοιχείο, ως προς το ύψος του ποσού, μπορούσε με σαφήνεια να γίνει αντιληπτό. Β.
- Ο τόπος και χρόνος σύναψης της σύμβασης Ήταν κοινώς παραδεκτό από όλους τους μάρτυρες ότι η επίδικη συμφωνία έγινε την 31.8.2007 που ήταν μέρα Παρασκευή, όπως αποδεικνύεται στη βάση ημερολογίου το οποίο κατατέθηκε, χωρίς ένσταση, ως Έγγραφο Ζ, θέμα για το οποίο το Δικαστήριο έχει εν πάση περιπτώσει δικαστική γνώση. Ο τόπος σύναψης της επίδικης έγγραφης συμφωνίας δεν είχε δικογραφηθεί από κανένα διάδικο μέρος ως επίδικο θέμα. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Ενάγων δήλωσε ότι η σύναψη της έγγραφης συμφωνίας έγινε στο σπίτι του, στην οδό Αγ. Σοφίας 3, Διαμ. 403, Έγκωμη στις 31.8.
- Η Εναγόμενη, μέσω της συνηγόρου της, στην προσπάθεια να πλήξει την αξιοπιστία του Ενάγοντος ήγειρε κατά την αντεξέτασή του, την εκδοχή ότι η σύναψη της συμφωνίας έγινε στο δικό της σπίτι. Και τούτο, στο πλαίσιο της ευρύτερης εκδοχής της ότι κάθε Παρασκευή ο Ενάγων μετέβαινε στο σπίτι της για να πληρώσει τον εβδομαδιαίο μισθό του συζύγου της (ΜΥ2), όπου και συμφωνήθηκε η σύναψη του δανείου με υπόσχεση αποπληρωμής του δια αποκοπής ποσού ΛΚ50 από τον εβδομαδιαίο μισθό του ΜΥ
- Συνέδεσε η Εναγόμενη τον ισχυρισμό της ως προς τον τόπο σύναψης της συμφωνίας με τον ισχυρισμό ότι ο ΜΥ2 εργαζόταν κατ' εκείνον τον ουσιώδη χρόνο σε πολυκατοικία σε παρακείμενη πάροδο πίσω από το σπίτι της. Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι κλονίσθηκε η αξιοπιστία του Ενάγοντος μέσω της πιο πάνω υποβληθείσας εκδοχής. Αν και ο Ενάγων παραδέχθηκε ότι ένα από τα έργα στα οποία εργάστηκε ο σύζυγος της Εναγόμενης κατά τη διάρκεια της εργοδότησής του από την εταιρεία «Κωστάκης Κασινίδης Ελαιοχρωματιστές Λτδ», ήταν και η πολυκατοικία Νο. 76 της CYFIELD, σε πάροδο της οδού Kennedy, η οποία βρίσκεται στο δρόμο πίσω από το σπίτι που έμεναν η Εναγόμενη και ο σύζυγός της, εντούτοις ξεκαθάρισε τη θέση του ότι το έργο στη συγκεκριμένη πολυκατοιία έγινε πολύ πιο πριν από την επίδικη περίπτωση της έγγραφης συμφωνίας δανείου. Συγκεκριμένα, ήταν η θέση του Ενάγοντος ότι τη συγκεκριμένη περίοδο που συνήφθη η επίδικη συμφωνία, ο σύζυγός της Εναγομένης δούλευε στο έργο της G4S πάνω στη Λεωφ. Σπύρου Κυπριανού. Θυμόταν ο Ενάγων ότι ήταν «εκεί που μας επιέζαν πάρα πολύ να τελιώσει το κτίριο επειδή ήταν να φέρουν τα ευρώ». Αρνήθηκε επίσης ο Ενάγων την υποβληθείσα εκδοχή της Υπεράσπισης ότι αυτός πήγαινε κάθε Παρασκευή στο σπίτι της Εναγομένης για να πληρώσει το σύζυγό της. Η θέση του Ενάγοντος ήταν ότι η πληρωμή γινόταν πάντα στο χώρο εργασίας. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε ανεξάρτητη μαρτυρία που να αντικρούει αυτές τις θέσεις του Ενάγοντος. Β.
- Ο χρόνος και τρόπος αποπληρωμής Ο Ενάγων αρνήθηκε την εκδοχή περί ύπαρξης συμφωνίας για αποπληρωμή του δανείου με εβδομαδιαίες δόσεις των ΛΚ50 αντί ολόκληρου του ποσού την 30.9.
- Εξήγησε μάλιστα ο Ενάγων ότι αυτός δεν συμπεριέλαβε στην έγγραφη συμφωνία οποιαδήποτε ρήτρα για πληρωμή δικαστικών εξόδων, διότι όπως είπε δεν περίμενε ότι δεν θα του έδιναν τα λεφτά. Εκείνοι ήταν που του είπαν ότι θα του τα επέστρεφαν σε ένα μήνα. Άλλες μικρές λεπτομέρειες της μαρτυρίας του Ενάγοντος, π.χ. ως προς την έκταση της εργοδότησης του ΜΥ2, επιβεβαιώθηκαν παρά να αναιρέθηκαν από τη μαρτυρία της Εναγομένης και του ΜΥ
- Ο Ενάγων δήλωσε ότι αυτός γνώριζε την Εναγομένη ως σύζυγο του εργοδοτούμενού του επ' ονόματι «Μασούρ», ο οποίος κατάγεται από τη Συρία. Έτσι φώναζαν όλοι στη δουλειά τον ΜΥ2, ο οποίος δούλευε για τον Ενάγοντα για 2 - 3 χρόνια μέχρι τον Δεκέμβρη του 2007 που ο Ενάγων έκαμε εγχείρηση καρδίας και τον απέλυσε. Διευκρίνισε ο Ενάγων ότι ο σύζυγος της Εναγομένης εργαζόταν ως πογιατζής για την εταιρεία «Κωστάκης Κασινίδης Ελαιοχρωματιστές Λτδ» στην οποία ο Ενάγων είναι Διευθυντής και μέτοχος. Κατατέθηκε στο Δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος της συνηγόρου Υπεράσπισης, Βεβαίωση του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ημερομηνίας 20.11.2008, στην οποία εμφανίζεται η χρονική περίοδος για την οποία ο Khaled Alhamdant με αρ. Αλλοδαπού 5477002 εμφανιζόταν ως ασφαλισμένος στο Σχέδιο Κοινωνικών Ασφαλίσεων σαν μισθωτό άτομο με τελευταίο εργοδότη την Κωστάκης Κασινίδης (Ελαιοχρωματιστές) Λτδ. Πρόκειται για την περίοδο από 3/4/2006 μέχρι 15/12/
- Η Βεβαίωση αυτή σημειώθηκε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 προς αναγνώριση. Κατατέθηκε επίσης ως Τεκμήριο 2 προς αναγνώριση Βεβαίωση από το ΤΚΑ για την περίοδο 2005 έως 2007 αναφορικά με το ύψος των κοινωνικών ασφαλίσεων που καταβάλλονταν προς όφελος του ιδίου αλλοδαπού προσώπου. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΥ2, είδε και αναγνώρισε τις δύο Βεβαιώσεις του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήρια προς αναγνώριση αρ. 1 και 2), τις οποίες και κατέθεσε ως κανονικά τεκμήρια τα οποία σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως Έγγραφα Ε και Στ, αντίστοιχα. Με την πιο πάνω Βεβαίωση, ως το Τεκμήριο 1 προς αναγνώριση / Έγγραφο Ε, επιβεβαιώθηκε η αλήθεια της δήλωσης του Ενάγοντος ως προς τη διάρκεια της εργοδότησης του ΜΥ
- Η απόδειξη του ύψους του μισθού του ΜΥ2 συναρτήθηκε με την απόδειξη της εκδοχής της Υπεράσπισης ως προς τη συμφωνία για τον τρόπο εξόφλησης του δανείου, καθώς και την εκδοχή ότι εξοφλήθηκε το δάνειο από τον ΜΥ2 δια αποκοπής από το μισθό του. Ενώ ο Ενάγων έδωσε μαρτυρία περί του ότι ο μισθός που λάμβανε ο ΜΥ2 από την εταιρεία Κωστάκης Κασινίδης (Ελαιοχρωματιστές) Λτδ κατά ή περί τον Αύγουστο του 2007 ήταν γύρω στις ΛΚ100 τη βδομάδα, η θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι ο μισθός του ΜΥ2 ανερχόταν στο ποσό των ΛΚ250- εβδομαδιαίως για πενθήμερη εργασία από Δευτέρα μέχρι Σάββατο κατά το έτος
- Αρνήθηκε εντελώς αυτή την εκδοχή ο Ενάγοντας, λέγοντας «Ουδέποτε έδωκα έτσι μισθό σε κανένα». Μάλιστα, ο Ενάγων εξήγησε ότι ήταν αναλογιζόμενος το μικρό μέγεθος του μισθού του συζύγου της Εναγομένης (ΛΚ100 τη βδομάδα) που αυτός αρνήθηκε να του δώσει απευθείας τα λεφτά και τα έδωσε στη σύζυγό του, η οποία δούλευε τότε σαν καθαρίστρια στην Τράπεζα Κύπρου. Πρόσθετα ο Ενάγων έλαβε υπόψη του, όπως εξήγησε και το γεγονός ότι αυτός ήξερε ότι η Εναγόμενη είχε και κάποιο διαμέρισμα και το ενοικίαζε. Πάντως, η Βεβαίωση ως το Τεκμήριο 2 προς αναγνώριση / Έγγραφο Στ, στην οποία στηρίχθηκε η συνήγορος Υπεράσπισης για να πλήξει την αξιοπιστία του Ενάγοντος δεν βοηθά τη θέση της. Προκύπτει από την εν λόγω Βεβαίωση ότι για το έτος 2007 ο σύζυγος της Εναγομένης είχε συνολικές ασφαλιστέες αποδοχές £4.623, ποσό που αν διαιρεθεί δια 52 εβδομάδες δίνει αποτέλεσμα ΛΚ88,90 τη βδομάδα, ποσό που είναι μικρότερο και από αυτό το ίδιο το ποσό των ΛΚ100 που δήλωσε ο Ενάγων,[6] και επουδενί λόγο τόσο μεγάλο όσο ισχυρίζεται η Υπεράσπιση (ΛΚ250). Β.
- Η εκδοχή της Υπεράσπισης περί εξόφλησης Πέραν της αποτυχίας της Υπεράσπισης να αποδείξει την πιο πάνω θέση της ως προς το μισθό του ΜΥ2 και κατ' επέκταση της αποτυχίας της να καταστήσει αληθοφανή την εκδοχή της περί εβδομαδιαίων αποκοπών ΛΚ50, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε πραγματική ή αντικειμενική μαρτυρία προς απόδειξη του ισχυρισμού της εξόφλησης, για τον οποίο η Εναγόμενη είχε το ειδικό βάρος απόδειξης. Αντεξασθέντες οι δύο μάρτυρες Υπεράσπισης, δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσουν οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής στον Ενάγοντα οποιοδήποτε ποσού ή καταγραφής της αποκοπής από το μισθό του οποιουδήποτε ποσού ούτε να πουν πότε ακριβώς άρχισαν οι αποκοπές και πότε ακριβώς εξοφλήθηκε το ποσό του δανείου από το μισθό του ΜΥ
- Ενδεικτικά της σύγχυσης και/ή της ασάφειας που επικρατούσε στη μαρτυρία του ΜΥ2 κατά την αντεξέτασή του είναι τα εξής꞉ Ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενος ο ΜΥ2 ότι η 1η φορά που του έγινε αποκοπή από το μισθό του ήταν την 1η βδομάδα ευθύς μετά που επέστρεψε από τη Συρία. Ερωτηθείς να πει πότε επέστρεψε, δεν ήταν σε θέσει να θυμηθεί ακριβή ημερομηνία. Η μόνη απάντηση που έδωσε ήταν ότι επέστρεψε «Μετά από τον Αύγουστο. 1η βδομάδα δούλεψα μαζί του. Τον 9ο ήμουν μαζί του.» Ισχυρίστηκε ότι από την 1η κιόλας βδομάδα του Σεπτέμβρη 2007 είχε ήδη επιστρέψει από τη Συρία στην Κύπρο. Ερωτηθείς όμως στη συνέχεια να πει πόσο καιρό διήρκησε η παραμονή του στη Συρία, ο ΜΥ2 απάντησε «Έμεινα για περίπου 3 εβδομάδες». Δεν θυμόταν να πει πόσες βδομάδες εργάστηκε στην εταιρεία μετά που επέστρεψε από τη Συρία και μέχρι την απόλυσή του. Επανεξετασθείς, ο ΜΥ2 επέμεινε ότι πήγε στη Συρία τον Αύγουστο. Πήρε τα λεφτά στο χέρι και μετά έφυγε για τη Συρία. Τα λεφτά τα πήρε μετά που υπέγραψαν τη συμφωνία της 31.8.
- Επέμεινε, συγχρόνως ότι έμεινε στη Συρία για 3 βδομάδες και ότι τον Σεπτέμβρη ήταν ήδη πίσω στην Κύπρο. Δεν μπορεί να κριθεί ελαστικά η ποιότητα της μαρτυρίας του ΜΥ2 στη βάση του ότι είναι αλλοδαπός, αφού έτυχε καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του της βοήθειας διερμηνέα από τα Ελληνικά στα Αραβικά και αντίστροφα και του έγινε αριθμός διευκρινιστικών ερωτήσεων για να του δοθεί η ευκαιρία να αποσαφηνίσει τη θέση του. Από την άλλη, η Εναγομένη είναι σύζυγός του ΜΥ2 από τις 17.2.05 μέχρι σήμερα. Η μαρτυρία της κρίνεται σχολαστικά υπό το φως του άμεσου συμφέροντος που έχει στην έκβαση της δίκης. Πάντως, ο ισχυρισμός της Εναγομένης ότι ο Ενάγων ζητεί από αυτήν χρήματα που έχουν ήδη πληρωθεί από το σύζυγό της με την αποκοπή των ΛΚ50- από τον εβδομαδιαίο μισθό του συζύγου της, στερείται πειστικότητας από κάθε άποψη. Προς τί να μπει στην ταλαιπωρία της δίκης ο Ενάγων και στη δικαστική δαπάνη η οποία υπερβαίνει το ποσό που αξιώνει να ανακτήσει, εάν αυτό δεν του οφείλεται διότι το έχει λάβει ήδη; Β.
- Αναφορικά με τον ισχυρισμό της Υπεράσπισης ότι η παρούσα αγωγή αποτελεί προϊόν εκ των υστέρων σκέψης του Ενάγοντος για να εκδικηθεί τον ΜΥ2 Ο Ενάγων παραδέχθηκε ότι σε σχέση με την αμοιβή του ΜΥ2 για την εργασία του στο έργο του Κέντρου Ελέγχου Εναέριας Κυκλοφορίας στην Κοκκινοτριμιθιά εκκρεμεί η αγωγή αρ. 3686/08 που καταχώρισε ο σύζυγος της Εναγομένης εναντίον της Α. Panayides Contracting Public Ltd και της Κωστάκης Κασινίδης (Ελαιοχρωματιστές) Λτδ. Αντίγραφο του Κλητηρίου της εν λόγω αγωγής, η οποία και εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας σε συνεχιζόμενη ακρόαση, κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Έγγραφο Γ. Η αξίωση του Khaled Al Hamdani στην εν λόγω αγωγή αφορά σε꞉ «
- Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας που καταρτίσθηκε στις 10/1/2008 για ελαιοχρωμαστιστικές εργασίες και/ή πογιατίσματα και/ή σπάτουλα που ο Ενάγοντας εκτέλεσε κατόπιν εντολών και/ή οδηγιών των εναγομένων και/ή των αντιπροσώπων τους και/ή υπαλλήλων τους στο υπό ανέγερση υποστατικό του Κέντρου Ελέγχου Εναέριας Κυκλοφορίας στην Κοκκινοτριμιθιά.
- €43.000 για προσφερθείσες και/ή εκτελεσθείσες εργασίες προς όφελος και/ή για λογαριασμό των Εναγομένων και/ή αντιπροσώπων και/ή υπαλλήλων τους κατόπιν οδηγιών και/ή εντολών και/ή υποδείξεων τους και/ή εκάτερου εξ αυτών στο Κέντρο Ελέγχου Εναέριας Κυκλοφορίας στην Κοκκινοτριμιθιά και/ή διαζευκτικά δυνάμει των περί Αδικαιολόγητου Πλουτισμού Διατάξεων.
- Παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις.
- Νόμιμο Τόκο.
- Έξοδα πλέον ΦΠΑ.». Δεν έγινε δεκτός από τον Ενάγοντα ο ισχυρισμός της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι η παρούσα αγωγή είναι εκδικητικά που καταχωρήθηκε εξαιτίας της έγερσης από μέρους του ΜΥ2 της αγωγής αρ. 3686/
- Μαρτυρία που επιχείρησε να εισάξει η Εναγομένη μέσω της γραπτής της δήλωσης, περί της εκδικητικότητας αυτής, αποκλείσθηκε από το Δικαστήριο δεδομένης της μη δικογράφισης τέτοιου ισχυρισμού στην Ε/Υ. Εν πάση περιπτώσει, αξίζει να αναφέρω προς άρση οποωνδήποτε εντυπώσεων ότι, όπως προκύπτει από το Κλητήριο της αγωγής αρ. 3686/07, ως το Έγγραφο Γ, εκείνη η αγωγή καταχωρήθηκε στις 25.6.2008, ενώ η παρούσα αγωγή (υπ' αριθ. 3319/08) προκύπτει από το Κλητήριό της ότι καταχωρήθηκε στις 2.6.2008, δηλαδή προγενέστερα της καταχώρησης της αγωγής 3686/
- Ακόμη και αυτή η ίδια η επιστολή του συνηγόρου του ΜΥ2 προς την εταιρεία του Ενάγοντος, την οποία επικαλέστηκε η Εναγομένη για να ισχυριστεί αλλότρια κίνητρα έγερσης της παρούσας αγωγής, είναι ημερομηνίας 14.5.2008 και, συνεπώς, επίσης μεταγενέστερη της έγερσης της παρούσας αγωγής. Δ. Ευρήματα Για όλους τους λόγους που εξηγώ κατά την προεκτεθείσα ανάλυση της μαρτυρίας, καταλήγω να αποδέχομαι ως αληθή και αξιόπιστη την εκδοχή γεγονότων που πρόταξε ο Ενάγων στη βάση των όσων καταηράφονται στην έγγραφη συμφωνία ως το Έγγραφο Α και απορρίπτω την εκδοχή που προώθησε η Εναγομένη. Αποτελεί κατά συνέπεια εύρημά μου ότι η Εναγόμενη είναι οφειλέτης για το ποσό του δανείου ως αναγράφεται στο Έγγραφο Α (ισοδύναμο των ΛΚ1440 σε ευρώ, ήτοι €2.460,39), το οποίο εξακολουθεί να εκκρεμεί ως οφειλόμενο και πληρωτέο, πλέον τόκο όπως επίσης προσδιορίζεται στο Έγγραφο Α (ήτοι 7% επί ποσού €2.460,39 από 30.9.2007). Ε. Κατάληξη Η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €2.460,39 πλέον τόκο 7% επί ποσού €2.460,39 από 30.9.2007, πλέον τα έξοδα της παρούσας αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)........................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ [1]
- "Γραμμάτιο συνήθους τύπου" είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση. Το πρόσωπο που παρέχει την υπόσχεση καλείται «οφειλέτης χρέους» ενώ το πρόσωπο στο οποίο παρέχεται η υπόσχεση καλείται «πιστωτής». [2] «
- Σε κάθε δικαστικό μέτρο που λήφθηκε βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενο του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτόː Νοείται ότι σε οποιοδήποτε τέτοιο δικαστικό μέτρο, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπόγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη.». [3] Η υπογραφή του Εγγυητή φαίνεται να είναι εντελώς διαφορετική από κείνην της Γιωργούλλας Σολομωνίδου και του Κωστάκη Κασινίδη. Ο ΜΥ2 την αναγνώρισε ως δική του. [4] "16
(1)Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία "ψυχικής πίεσης" όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο- (α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3)΄Οταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου." [5] Διαγράφηκε η 1η πρόταση της παρα. (στ), στην οποία αναφερόταν ότι «Χωρίς να έχω άλλη επιλογή, από την ψυχική πίεση και ουσιαστικά την απειλή, εκβιασμό και εξαναγκασμό του Ενάγοντα, υπέκυψα και συμφώνησα να υπογράψω», κατόπιν αποδοχής από μέρους του Δικαστηρίου της ένστασης που ήγειρε ο συνήγορος του Ενάγοντα ότι δεν είχε δικογραφηθεί στην Ε/Υ ισχυρισμός περί ψυχικής πίεσης ή εξαναγκασμού ή εκβιασμού. [6] Γι' αυτό και ο ίδιος ο Ενάγων αισθάνθηκε την ανάγκη να αιτιολογήσει τη θές του λέγοντας δίνοντας τις εξής επεξηγήσεις꞉ «Κάθε τέλος του μήνα κάθε υπάλληλος υπογράφει απόδειξη πόσα παίρνει κάθε τέλος του μήνα. Αυτή η απόδειξη πηγαίνει στο Λογιστή μου ο οποίος βάζει βάσει εκείνων των αποδείξεων τις κοινωνικές ασφαλίσεις. Έχει όμως περιπτώσεις υπαλλήλων όπως ήταν και ο συγκεκριμένος όπως π.χ. που έφυγε και πήγε στη Συρία να παντρέψει την κόρη του, έλειπε μερικές εβδομάδες εκείνες τις μέρες και πιο προηγουμένως έτυχε που έλειπε. Ε όταν λείπει δεν πληρώνεται.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο