← Κύπρος

ΑΝΤΡΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ & ΥΙΟΣ ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΑ ΛΤΔ ν. ΝΙΚΟΣ ΤΟΦΑΛΛΗ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής 1933/2011, 24/11/2014

ΑΝΤΡΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ & ΥΙΟΣ ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΑ ΛΤΔ ν. ΝΙΚΟΣ ΤΟΦΑΛΛΗ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής 1933/2011, 24/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A424 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝː Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1933/2011 Μεταξύ: ΑΝΤΡΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ & ΥΙΟΣ ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΑ ΛΤΔ Εναγόντων και ΝΙΚΟΣ ΤΟΦΑΛΛΗ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΛΤΔ Εναγομένων 24 Νοεμβρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Γιώργος Παπαθεοδώρου με κα Χ''Μιχαήλ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΜΟΝΟΜΕΡΗ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΩΣ ΑΝΩ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ / ΑΙΤΗΤΩΝ ΗΜΕΡ. 4.2.2014 ΓΙΑ ΕΓΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΑΔΕΙΑ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΗΜΕΡ. 15.6.2011 ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡ. 25.4.2012 ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΔΙΕΥΘΥΝΤΩΝ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ Με την υπό κρίση αίτηση, ημερ. 4.2.2014, οι Ενάγοντες - Αιτητές αιτούνται από το Δικαστήριο: «Α. Απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να δίδεται άδεια όπως η απόφαση η ληφθείσα την 15.6.2011 και το διάταγμα το οποίο εξεδόθη την 25.4.2012 στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή εγγραφούν ή/και εκτελεστούν ως απόφαση και διάταγμα προσωπικά εναντίον των

  1. Νίκου Τοφαλλή και
  2. Παναγιώτας Τοφαλλή και των δύο από τη Ξυλοφάγου. Β. Οιανδήποτε περαιτέρω θεραπεία ή διάταγμα το οποίο το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιο και ορθό υπό τις περιστάσεις. Γ. Τα έξοδα, νόμιμο τόκο επί των εξόδων και ΦΠΑ Αρ. Μητρ. 004351360.». Η αίτηση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.40, θ.θ. 3 και 13, Δ.42Α θ.θ. 1 μέχρι 13, Δ.47 θ.1 - 3, Δ.48 θ.1 - 3, Δ.59, Δ.64 θ.θ. 1 - 2, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 31, 31, 42 και 45, ως και επί της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση (στο εξής «η Ε/Δ»), ημερ. 4.2.2014 του κ. Άντρου Χαραλάμπους, διευθυντή των Εναγόντων, από τη Λευκωσία, ο οποίος, ως δηλώνει στην παρα. 1 της Ε/Δ του, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντες για να προβεί στην εν λόγω Ε/Δ. Σπεύδω να επισημάνω ότι, όπως προκύπτει από τον τίτλο της ως άνω αγωγής και όπως βεβαιώνεται από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου, ως επίσης και από τα επισυνημμένα στην Ε/Δ του κ. Άντρου Χαραλάμπους τεκμήρια, εναγόμενος στην ως άνω αγωγή ήταν η εταιρεία «ΝΙΚΟΣ ΤΟΦΑΛΛΗ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΛΤΔ» και ουδέν άλλο πρόσωπο. Έτσι, το διατακτικό της εκδοθείσας στην αγωγή απόφασης, ημερ. 15.6.2011, όπως επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της παρα. 2 της Ε/Δ του κ. Άντρου Χαραλάμπους, στρέφεται εναντίον της εναγομένης εταιρείας «ΝΙΚΟΣ ΤΟΦΑΛΛΗ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΛΤΔ», υπό τη δική της ξεχωριστή νομική προσωπικότητα. Συγκεκριμένα, με την απόφαση του Επαρχ. Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερ. 15.6.2011, η προαναφερόμενη εναγόμενη εταιρεία διατάχθηκε να καταβάλει το ποσό των €2,714.00σ πλέον 5,5% τόκο το χρόνο από 18.3.2011, πλέον €545.00σ. έξοδα της αγωγής περιλαμβανομένων των εξόδων της απόφασης αυτής, πλέον τόκο 5,5% το χρόνο από 18.3.2011 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον 15% ΦΠΑ, πλέον €16.00σ. έξοδα επίδοσης. Προκύπτει, περαιτέρω, από το φάκελο του Δικαστηρίου καθώς και από το περιεχόμενο της παρα. 3 της Ε/Δ του κ. Άντρου Χαραλάμπους ότι, μετά την εξασφάλιση της ως άνω απόφασης στην αγωγή, οι Ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση έρευνας, ημερ. 12.1.2012, με την οποία ζητούσαν από το Επαρχ. Δικαστήριο Λευκωσίας να εξετάσει τον κ. Νίκο Ττοφαλλή υπό την ιδιότητά του ως Διευθυντή της εναγομένης εταιρείας και την κα Παναγιώτα Ττοφαλλή ως Γραμματέα της εναγομένης εταιρείας «αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της Εναγομένης εταιρείας, με σκοπό την έκδοση διατάγματος πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους της εταιρείας με μηνιαίες δόσεις». Σημειωτέον ότι το πιο πάνω μέτρο που έλαβαν οι Ενάγοντες αποτελεί μέτρο εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης στην αγωγή κατά την έννοια του άρθρου 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6.[1] Η εφαρμογή του συγκεκριμένου μέτρου εκτέλεσης όσον αφορά εξ αποφάσεως οφειλέτη ο οποίος τυγχάνει να είναι νομικό πρόσωπο, όπως συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση, έχει εξετασθεί και αναλυθεί στην απόφαση Gesico Photographic Ltd v J. K. Video Art Ltd

(1991)1 Α.Α.Δ.134, η οποία αποτελεί αυθεντία επί του θέματος. Ο λόγος (ratio) της απόφασης Gesico, ανωτέρω, παραμένει ισχυρός ακόμη και στο πλαίσιο των διατάξεων του Κεφ. 6, ως τροποποιήθηκαν με το Ν. 134(Ι)/99, ήτοι των άρθρων 82 έως 91 του εν λόγω Νόμου, αφού η ουσία των διατάξεων παραμένει η ίδια. Επεξηγείται με σαφήνεια στην απόφαση Gesico ότι το Άρθρο 86 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, νομιμοποιεί τον εξ αποφάσεως δανειστή να αποταθεί στο Δικαστήριο για την εξέταση του "χρεώστη", (debtor), αναφορικά με την ικανότητα του να πληρώσει. Συνεπώς, είναι σε εκείνου του προσώπου την οικονομική δυνατότητα που θα πρέπει να στοχεύει ο εξ αποφάσεως πιστωτής / αιτητής και όχι στην οικονομική δυνατότητα τρίτων προσώπων. Ωστόσο, όπως διευκρίνισε ο Πικής Δ, όπως ήταν τότε, σε δικό του ξεχωριστό κείμενο απόφασης, οι διατάξεις του Μέρους ΙΧ του ΚΕΦ. 6 δεν περιορίζουν την εξέταση αναφορικά με τα μέσα του χρεώστη στον ίδιο τον εξ αποφάσεως χρεώστη ούτε καθιστούν την παρουσία του προϋπόθεση για την διερεύνηση των μέσων του για την αποπληρωμή του χρέους. Παρέχεται εξουσία στο δικαστήριο να διερευνήσει τα μέσα του εξ αποφάσεως χρεώστη μέσω της μαρτυρίας οποιουδήποτε προσώπου εφόσον τείνει να διαφωτίσει ως προς τα μέσα του χρεώστη για αποπληρωμή του χρέους (Άρθρο 89). Λέχθηκε στο ίδιο πλαίσιο, από τον Πική, Δ., ότι, «Σε σχέση με νομικό πρόσωπο, δεδομένου ότι είναι εφικτή η επίκληση των διατάξεων του Μέρους ΙΧ του ΚΕΦ. 6, οι αξιωματούχοι της εταιρείας είναι τα πρόσωπα που είναι κατεξοχήν σε θέση να διαφωτίσουν ως προς τα μέσα της εταιρείας και τη δυνατότητα αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους με περιοδικές ή μηνιαίες δόσεις.». Στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της παρα. 3 της Ε/Δ του κ. Άντρου Χαραλάμπους, από τα επισυνημμένα σε αυτήν τεκμήρια, καθώς και από τα στοιχεία του φακέλου του Δικαστηρίου, οι Ενάγοντες όχι μόνον κλήτευσαν, ως είχαν δικαίωμα, τους κ. Νίκο Ττοφαλή, Διευθυντή της Εναγομένης εταιρείας, και την κα Παναγιώτα Ττοφαλλή, Γραμματέα της Εναγομένης εταιρείας, για να δώσουν μαρτυρία ως προς την οικονομική κατάσταση της εναγομένης εταιρείας, αλλά και εξασφάλισαν την έκδοση από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, από την αδελφή δικαστή που επιλαμβανόταν τότε της αίτησης, διατάγματος μηνιαίων δόσεων, ημερ. 25.4.2012, με το εξής διατακτικό (όπως συντάχθηκε την 26.4.12)꞉ «ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως ο διευθυντής αρ.1 και η γραμματέας αρ. 2 πληρώσουν προς τον ενάγοντα - αιτητή το εξ αποφάσεως χρέος του ως και τα έξοδα του διά μηνιαίων δόσεων εκ €10Ό.00σ έκαστος από την 1.6.12 και μετέπειτα καθ' εκάστην 1η ημέρα εκάστου επομένου μηνός μέχρι τελείας εξοφλήσεως. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως ο διευθυντής αρ.1 και η εναγόμενη αρ.2 πληρώσουν προς τον ενάγοντα - αιτητή το ποσό των €141.ΟΟσ έκαστος έξοδα της παρούσης αιτήσεως, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων του παρόντος διατάγματος, πλέον €21.00σ έξοδα επίδοσης, πλέον 17% Φ.Π.Α.». Κατέληξαν, δηλαδή, οι Ενάγοντες να εξασφαλίζουν διάταγμα μηνιαίων δόσεων το οποίο να στρέφεται προσωπικά κατά του κ. Νίκου Ττοφαλλή αρ. 1 Διευθυντή της Εναγομένης εταιρείας και κατά της κας Παναγιώτας Ττοφαλλή αρ. 2 Γραμματέως της Εναγομένης εταιρείας. Για την ορθότητα ή νομιμότητα του διατάγματος αυτού, δεν έχω δικαιοδοσία να ασκήσω αναθεωρητικό έλεγχο ή να αποφανθώ. Στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, οι Ενάγοντες παρουσιάζουν τώρα στο Δικαστήριο αποδείξεις ότι το ως άνω διάταγμα μηνιαίων δόσεων, εκδοθέν την 25.4.2012 και συνταχθέν την 26.4.2012, επιδόθηκε - (α) στον Νίκο Ττοφαλλή προσωπικά την 22.8.2013 από τον επιδότη Γεώργιο Τζούρρου αφήνοντάς το στην παρουσία του Νίκου Ττοφαλλή έναντι της υπογραφής του (βλ. την Ε/Δ επίδοσης, ημερ. 23.8.2013, που επισυνάπτεται υπό το Τεκμήριο 1 της Ε/Δ του κ. Άντρου Χαραλάμπους), και (β) στην Παναγιώτα Ττοφαλλή, την 22.7.2013 από τον επιδότη Γεώργιο Τζούρρου αφήνοντάς το στην παρουσία της κας Ττοφαλλή έναντι της υπογραφής της, όχι για την ίδια προσωπικά, αλλά για την εναγομένη εταιρεία ΝΙΚΟΣ ΤΟΦΑΛΛΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΛΤΔ, υπό την ιδιότητα της κας Ττοφαλλή ως γραμματέως της εταιρείας (βλ. την Ε/Δ επίδοσης, ημερ. 23.7.2013, που επισυνάπτεται υπό το Τεκμήριο 2 της Ε/Δ του κ. Άντρου Χαραλάμπους). Ο ομνύων στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, κ. Άντρος Χαραλάμπους, δηλώνει στην παρα. 4 της Ε/Δ του ότι ο πιο πάνω Διευθυντής και η Γραμματέας της εναγομένης εταιρείας - «
  1. [...] σκόπιμα αρνούνται να συμμορφωθούν με το Διάταγμα / απόφαση και κανένα ποσό δεν πλήρωσαν μέχρι σήμερα. Μετά από τηλεφωνική επαφή που είχα μαζί τους μετά την επίδοση σ' αυτούς του διατάγματος που ήταν γύρω στα τέλη του μηνός Αυγούστου 2013 μου είπαν ότι τίποτε δεν πρόκειται να πληρώσουν και μου δήλωσαν κάνε ότι θέλεις εμείς τίποτε δεν πληρώνουμε.». Είναι υπό το φως της μη καταβολής οποιασδήποτε μηνιαίας δόσης που οι Ενάγοντες προχώρησαν, όπως δηλώνει ο κ. Άντρος Χαραλάμπους στην παρα. 6 της Ε/Δ του, σε καταχώρηση στο Ε.Δ. Λευκωσίας της Γενικής αίτησης αρ. 1774/2013, ημερ. 10.9.2013, με την οποία αξίωσαν την έκδοση διατάγματος εγγραφής και εκτέλεσης της απόφασης στην αγωγή, ημερ. 15.6.2011, και του διατάγματος μηνιαίων δόσεων, ημερ. 25.4.2012, προσωπικά εναντίον των καθ'ων 1 και 2, όπου καθ' ου αρ. 1 περιγράφετο ο κ. Νίκος Ττοφαλλής και Καθ' ης αρ. 2 περιγράφετο η κα Παναγιώτα Ττοφαλλή. Αντίγραφο της Αίτησης αυτής επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 στην Ε/Δ του κ. Άντρου Χαραλάμπους. Πρόκειται για την ίδια ή πανομοιότυπη θεραπεία με αυτήν που οι Ενάγοντες ζητούν στο πλαίσιο της παρούσας υπό κρίση αίτησης. Όπως ο κ. Άντρος Χαραλάμπους αναγνωρίζει στην παρα. 7 της Ε/Δ του, η Γενική Αίτηση αρ. 1774/2013 εξετάσθηκε ενδελεχώς από άλλον αδελφό Δικαστή και με απόφαση του ημερομηνίας 17.01.2014, απέρριψε την αίτηση λόγω του ότι η αίτηση θα έπρεπε να είχε γίνει ως ενδιάμεση αίτηση στο πλαίσιο της ως άνω αγωγής και όχι όπως έγινε, δηλ. με Γενική Αίτηση με διαφορετικό αριθμό και τίτλο. Η απόφαση του αδελφού Δικαστή, ημερ. 17.1.2014, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4 στην Ε/Δ του κ. Άντρου Χαραλάμπους. Δεν έχει εφεσιβληθεί. Επανέρχονται, λοιπόν, στο Δικαστήριο οι Ενάγοντες με την υπό κρίση αίτηση ζητώντας κατ' ουσίαν την ίδια θεραπεία, στηριζόμενοι στο ότι, παρά την απόρριψη της Γεν. Αίτησης αρ. 1774 για τον τυπικό λόγο που αναφέρεται πιο πάνω, εντούτοις ο αδελφός Δικαστής «εδέχθη ότι θα εδικαιολογείτο η απόδοση της αιτούμενης θεραπείας». Αναφέρονται προφανώς στην προτελευταία παράγραφο της απόφασης, ημερ. 17.1.2014, στη σελ. 11, την οποία παραθέτω꞉ «Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω κρίνω πως στην προκείμενη περίπτωση η μαρτυρία που προσκόμισε ο αιτητής μπορεί, δυνητικά, να αποδείξει ότι εσκεμμένα η εταιρεία αποφεύγει συμμόρφωση με την εναντίον της απόφαση. Το γεγονός ότι οι αξιωματούχοι τούτης δεν κατέβαλαν οιανδήποτε δόση σε συνδυασμό με εκείνο που ανέφεραν στον ομνύοντα την αίτηση, δηλαδή ότι δεν πρόκειται να πληρώσουν, αποδεικνύει του λόγου το ασφαλές. Παρεμβάλλω ότι λόγω της απουσίας των καθ' ων η αίτηση και συγκεκριμένα ότι δεν προώθησαν οιανδήποτε αντίθετη θέση, δεν επιτρέπεται στο Δικαστήριο να προβεί σε οιεσδήποτε εικασίες που θα μπορούσαν να ακυρώσουν ή έστω επεξηγήσουν τη διαπιστωθείσα εσκεμμένη παρακοή. Συνεπώς, αν δεν ήταν το λανθασμένο του μέσου που επιλέχθηκε για προώθηση του αιτήματος, εναρκτήρια αντί ενδιάμεση αίτηση, θα ήμουν πρόθυμος να διαγνώσω εσκεμμένη παρακοή.».[2] Ασφαλώς, τα πιο πάνω λεχθέντα δεν μπορούν παρά να ειδωθούν ως obiter dictum και, εν πάση περιπτώσει, ως μη δεσμευτικά για το παρόν Δικαστήριο. Έχοντας κατά νου το πιο πάνω υπόβαθρο της αίτησης ως εκτίθεται στην Ε/Δ του κ. Άντρου Χαραλάμπους, καθώς και τη νομική επιχειρηματολογία του συνηγόρου των Εναγόντων όπως αναλύεται στη γραπτή του αγόρευση, λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη τα συναφή στοιχεία του φακέλου του Δικαστηρίου, προχωρώ στη διατύπωση της δικαστικής μου κρίσης επί της αίτησης. Α. Αχρείαστη η «εγγραφή» της απόφασης ημερ. 15.6.2011 και/ή του διατάγματος ημερ. 25.4.2012 Διακρίνω στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης την επίκληση της Δ.47, θ.θ. 1 - 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η συγκεκριμένη Διαταγή προβλέπει ότι (παραθέτω το κείμενο αυτής σε ανεπίσημη μετάφραση στην Ελληνική)꞉ «Δ.47, θ.1.Οποτεδήποτε υπάρχει πρόνοια σε οιονδήποτε Νόμο που καθιστά ικανή την επιβολή υπό ενός Δικαστηρίου ενός διατάγματος που γίνεται σύμφωνα με το Νόμο, ή τη μετακίνηση τέτοιου διατάγματος σε ένα Δικστήριο για επιβολή, μπορεί να γίνει μονομερώς (ex parte) αίτηση στο Δικαστήριο ή Δικαστή για καταχώρηση του διατάγματος στα βιβλία διαταγμάτων του Δικαστηρίου και κατόπιν τούτου, αφού δοθεί άδεια, το διάταγμα που πρόκειται να εφαρμοσθεί μπορεί να καταχωρηθεί στο βιβλίο πολιτικών διαταγμάτων σε περίπτωση διατάγματος που μετακινείται στο Ανώτατο Δικαστήριο και στο βιβλίο διαταγμάτων για πρωτογενείς αιτήσεις (Originating applications) στην περίπτωση διατάγματος που θα μετακινηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο.
  2. Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από το διάταγμα που ζητείται να εφαρμοσθεί και οιονδήποτε πιστοποιητικό ή έγγραφο που θα ήταν δυνατό να ζητείται από Νόμο και θα αριθμείται και καταχωρείται σαν πρωτογενής αίτηση.
  3. Δεν θα είναι αναγκαίο να συνταχθεί (drawn up) η άδεια που δίδεται στον κανονισμό 1 αυτής της Διάταξης, αλλά το διάταγμα που ζητείται να εφαρμοσθεί όταν καταχωρείται πρέπει να υπογράφεται από ένα Δικαστή του Δικαστηρίου και κατόπιν τούτου θα εφαρμόζεται σαν διάταγμα του Δικαστηρίου.». Προκύπτει από το λεκτικό της Δ.47, θ.1, αλλά και από απόψεως κοινής λογικής, ότι η καταχώρηση ή, με άλλα λόγια, η εγγραφή ενός διατάγματος στα βιβλία διαταγμάτων του Δικαστηρίου είναι αναγκαία εφόσον το εν λόγω διάταγμα δεν είναι ήδη εκεί καταχωρημένο. Ως προς την καταχώρηση δικαστικών αποφάσεων σχετική είναι η Διαταγή 34, θ.θ. 1 -
  4. Κατά γενικό κανόνα, ως εκτίθεται στη Δ.34, θ.1, «Εκτός όπου το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως μια απόφαση μη εκδοθεί μέχρι ορισμένης ημερομηνίας ή μέχρι ορισμένου γεγονότος κάθε απόφαση πρέπει, κατόπιν αιτήσεως οιουδήποτε διαδίκου προς τον Πρωτοκολλητή, να καταχωρείται σε ένα βιβλίο που θα διατηρείται για το σκοπό αυτό.». Στην παρούσα υπόθεση, δεν υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία η οποία να δείχνει ότι η απόφαση, ημερ. 15.6.2011, στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, δεν έχει καταχωρηθεί στο κατάλληλο βιβλίο του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Απεναντίας, υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία ότι οι Ενάγοντες έχοντας στα χέρια τους το συνταχθέν κείμενο της εν λόγω απόφασης, προχώρησαν στη λήψη μέτρων εκτέλεσης και εξασφάλισαν το διάταγμα ημερ. 25.4.
  5. Τούτο το γεγονός από μόνο του, δείχνει ότι ενήργησαν βάσει καταχωρηθείσας απόφασης. Πάντως, η Δ.34, η οποία σημειωτέον δεν συμπεριλαμβάνεται στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης, δεν φαίνεται να επιτρέπει την καταχώρηση απόφασης ως αφορώσας οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα πέραν εκείνων που αναφέρονται ως διάδικοι στην ίδια την απόφαση. Απεναντίας, κατά την καταχώρησή της η απόφαση πρέπει να δείχνει ποιοι ήταν οι διάδικοι στην υπόθεση (βλ. τη Δ.34, θ.3). Δεν θεωρώ, εξάλλου, ότι μπορεί να υπάρξει παράκαμψη της Δ.34 μέσω της εφαρμογής της Δ.
  6. Δεν θα μπορούσε μια δικαστική απόφαση να εγγραφεί ως αφορώσα σε διαφορετικούς διάδικους, δια της καταχώρησής της δυνάμει της Δ.
  7. Απεναντίας, η Δ.47 αφορά σε διατάγματα εκδοθέντα από κάποιαν αρχή που προβλέπεται σε Νόμο και τα οποία επιζητείται όπως εφαρμοσθούν μεταξύ των ιδίων διαδίκων ως εάν να έχουν εκδοθεί υπό ενός Δικαστηρίου. Συνήθης είναι η περίπτωση διαταγμάτων εκδοθέντων από διαιτητές ή από ειδικά δικαστήρια, τα οποία επιζητείται να εγγραφούν ως διατάγματα του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Έχοντας κατά νου τα προεκτεθέντα, συμμερίζομαι το σκεπτικό του αδελφού Δικαστή Λ. Παντελή, Ε.Δ., όπως αποτυπώθηκε στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφασή του, ημερ. 17.1.2014, στην Αίτηση αρ. 1774/2013꞉ «Πέραν των πιο πάνω τη δική τους σημασία έχουν και τα ακόλουθα. Με την αίτηση επιδιώκεται η εγγραφή της απόφασης και του διατάγματος εναντίον των αξιωματούχων της εταιρείας, ώστε να εκτελεστεί. Εγγραφή απόφασης επιδιώκεται σε σχέση με διαιτητική απόφαση και έτσι η σχετική νομολογία μπορεί να παρέχει καθοδήγηση. Στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ. 716, 719 επεξηγήθηκε γιατί επιβάλλεται η εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Λέχθηκε εκεί ότι· «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφασης Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί" δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της.» Στην υπό κρίση περίπτωση η απόφαση και το διάταγμα στην αγωγή 1933/2011 υφίσταται στη νομική τάξη εφόσον αποτελεί προϊόν τούτης. Η απόφαση και το διάταγμα εκδόθηκαν από Δικαστήριο και την ίδια ώρα καταχωρίστηκαν, δηλαδή εγγράφηκαν, στο βιβλίο (record) του Δικαστηρίου. Αυτό αποκαλύπτει ότι ουδεμία περαιτέρω εγγραφή επιβάλλεται. Το γεγονός ότι η εκτέλεση που επιζητείται στρέφεται και αφορά πρόσωπο άλλο από την εταιρεία, δηλαδή τους αξιωματούχους, δεν αλλοιώνει την υφιστάμενη εγγραφή της απόφασης, κατά τον ίδιο τρόπο που η εκτέλεση μπορούσε να επιδιωχθεί εναντίον περιουσίας που κατέχει τρίτος (βλ. Δ.43 Θεσμών).». ( Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Υπό το φως όλων των ανωτέρω, απορρίπτω το αιτητικό της υπό κρίση αίτησης στο σκέλος που αφορά την «εγγραφή» τόσο της απόφασης 15.6.2011 όσο και του διατάγματος ημερ. 25.4.2012.[3] Β. Αναφορικά με την άδεια εκτέλεσης του διατάγματος ημερ. 25.4.2012 έναντι των Διευθυντών της Εναγομένης Παρατηρώ στη νομική βάση της αίτησης ότι ζητείται άδεια εκτέλεσης κατ' επίκληση της Διαταγής 40, θ.θ. 3 και 13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Παραθέτω το κείμενο αυτών꞉ Η Διαταγή 40, θ.3 «Where a judgment or order is to the effect that any party is entitled to any relief subject to or upon the fulfillment of any condition or contingency, the party so entitled may, upon the fulfillment of the condition or contingency, and demand made upon the party against whom he is entitled to relief, apply to the Court or a Judge for leave to issue execution against such party. And the Court or Judge may, if satisfied that the right to relief has arisen according to the terms of the judgment or order, order that execution issue accordingly, or may direct that may issue or question necessary for the determination of the rights of the parties be tried in any of the ways in which questions arising in an action may be tried». «Όπου μια απόφαση ή διάταγμα είναι προς τον σκοπόν όπως, οιοσδήποτε διάδικος δικαιούται οιανδήποτε θεραπεία υποκείμενη στην εκπλήρωση οιοδήποτε όρου ή ενδεχομένου, το δικαιούχο μέρος δύναται, αφού εκπληρώσει τον όρο ή το ενδεχόμενο, αφού το απαιτήσει από το διάδικο που δικαιούται, αποτείνεται στο Δικαστήριο ή Δικαστή για άδεια εκδόσεως εκτελέσεως εναντίον τέτοιου διαδίκου και το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, αν ικανοποιηθεί ότι το δικαίωμα θεραπείας προήλθε σύμφωνα με τους όρους της απόφασης ή διατάγματος, διατάσει την έκδοση σχετικής εκτέλεσης ή δικαιούται να δώσει οδηγίες ότι οιονδήποτε θέμα ή ερώτημα αναγκαίο για την αποπεράτωση των δικαιωμάτων των διαδίκων εκδικαστεί με οιονδήποτε από τους τρόπους που εκδικάζονται θέματα ή ερωτήματα σε οιανδήποτε αγωγή.» Η Διαταγή 40, θ.13 «Any judgment or order against a corporation willfully disobeyed may, by leave of the Court or a Judge, be enforced by sequestration against the corporate property or by attachment against the directors or other officers thereof or by writ of sequestration against their property». «Οποιαδήποτε απόφαση ή διάταγμα εναντίον οργανισμού που εσκεμμένα παρακούεται δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου ή του Δικαστή, να εφαρμοσθεί δια κατασχέσεως της περιουσίας του οργανισμού ή δια συλλήψεως των διευθυντών ή άλλων αξιωματούχων τούτου, ή δια εντάλματος κατάσχεσης της περιουσίας τους». Κρίνω ότι η υπό κρίση αίτηση δεν δύναται να επιτύχει στη βάση της Δ.40, θ.3, για τους λόγους που εξηγώ κατωτέρω꞉ (α) Η Δ.40, θ.3 δεν αφήνει περιθώριο στο Δικαστήριο για χορήγηση άδειας εκτέλεσης παρά μόνον εναντίον εκείνου του προσώπου από το οποίο ο αιτητής δικαιούται θεραπεία σύμφωνα με τους όρους της απόφασης ή του διατάγματος. Συνεπώς, άδεια εκτέλεσης της απόφασης στην αγωγή, ημερ. 15.6.2011, δεν μπορεί να δοθεί παρά μόνο έναντι της εναγομένης εταιρείας. Τέτοια άδεια είναι εν πάση περιπτώσει αχρείαστη, αφού η εν λόγω απόφαση δεν έθετε ως προϋπόθεση την εκπλήρωση οποιουδήποτε όρου ή ενδεχόμενου προκειμένου να αρχίσει να είναι εκτελεστή. Απεναντίας, προκύπτει από το κείμενό της ότι ήταν αμέσως εκτελεστή. (β) Tο διάταγμα μηνιαίων δόσεων, ημερ. 25.4.2012, αποτελεί αφ' εαυτού μέτρο εκτέλεσης. Σχετική η νομική βάση της αίτησης δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα (βλ. άρθρα 82 και 87 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 134(Ι)/99). Συνεπώς, δεν υπάρχει έννοια χορήγησης άδειας εκτέλεσης δυνάμει της Δ.40, θ.3 σε σχέση με το διάταγμα ημερ. 25.4.2012. (γ) Πέραν των όσων αναφέρω στην παρα. (β) πιο πάνω, σημειώνω τα εξής꞉ Παρόλον ότι διατηρώ την άποψη ότι σύμφωνα με την απόφαση Gesico Photographic Ltd v J. K. Video Art Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ.134, ένα τέτοιο μέτρο εκτέλεσης της απόφασης στην αγωγή, ως το Διάταγμα μηνιαίων δόσεων, ήταν ορθό να εκδοθεί μόνον αναφορικά με την Εναγομένη εταιρεία που ήταν ο εξ αποφάσεως χρεώστης και όχι εναντίον του Διευθυντή ή της Γραμματέως της Εναγομένης εταιρείας προσωπικά, εντούτοις το διάταγμα ημερ. 25.4.2012 δεν φαίνεται στο φάκελο του Δικαστηρίου να έχει εφεσιβληθεί ή ακυρωθεί και, συνεπώς, εξακολουθεί να υφίσταται ως έγκυρο στο νομικό στερέωμα. Συνεπώς, δεν νοείται η χορήγηση άδειας για εκτέλεση του εν λόγω διατάγματος εναντίον του συγκεκριμένου Διευθυντή/Γραμματέως αφού καθορίστηκαν από την αρχή από την αδελφή Δικαστή που επιλήφθηκε τότε της αίτησης έρευνας ως οι αποδέκτες του διατάγματος και τουλάχιστον όσον αφορά τον Διευθυντή Νίκο Ττοφαλλή επιδόθηκε στον ίδιο υπό την προσωπική του ιδιότητα. Εναπόκειται στους Ενάγοντες να αξιοποιήσουν άλλα ένδικα μέσα προκειμένου να εξασφαλίσουν τη συμμόρφωση με το Διάταγμα από μέρους των συγκεκριμένων προσώπων προς τα οποία απευθύνετο η διαταγή του Δικαστηρίου, όπως για παράδειγμα με αίτηση παρακοής δυνάμει του άρθρου 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60και τηρουμένης της Διαταγής 42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.[4] Όσον αφορά την τύχη της αίτησης στη βάση της Δ.40, θ.13, έχω να παρατηρήσω τα εξής꞉ Η Δ.40, θ.13 αντιστοιχεί στον αγγλικό κ.31 της Ο.42. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την Georghoulla Hadjicosta v Eteria Thomaides Bros (Cyprus) Ltd
(1979)1 CLR 476꞉ «In England the Rules make special provision for the sequestration of the property of a company by virtue of 0.42, r.31 in the case of wilful disobedience, or attachment of its directors or other officers or by writ of sequestration against their property. The corresponding order in Cyprus is Order 40, rule 13. The application is not based on this rule but even if we assume that this was the case and further assume that this rule is applicable in Cyprus, which point we leave open, it appears that an endorsed order would have to be served which service should be personal in the case of directors or the officers. In the case of service upon the company there shall further be evidence that the order has laid in the premises of the company for a sufficiently reasonable interval of time as to enable directors and officers take cognizance of it.» ( Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Σχετικά, επίσης, τα σχόλια του συγγράμματος The Annual Practice 1958, σελίδες 1031 και 1032, όπου εκεί αναφέρεται ότι꞉ «Generally.-In addition to the remedy under this Rule, a judgment or order for the recovery or payment of money may be enforced against a corporate body by fi. fa. without order, as against a person (see Coe v. Wise
(1866), L. R. 1 Q. B. 711; Worral Waterworks Co. v. Lloyd
(1866), L. R. 1 C. P. 719; and see O. 71, r. 1). The remedy is alternative, and is not open to the plaintiff unless he is able to pursue the original remedy against the company (Iberian Trust, Ltd. V. Founders' Trust and Investment Co., Ltd., [1932] 2 K. B. 87, followed by Morton, J., in Benabo v. Jay and Partners, Ltd., [1941] Ch. 52)». Application - An application under this Rule may be by motion or summons (Selous v Croydon Local Board
(1885), 53 L.T. 209). Wilfully disobeyed -There must be wilful disobedience constituting a contempt of Court. Accidental and unintentional disobedience is not sufficient to justify sequestration against a corporation any more than it would be to justify committal of an individual (Fairclough v. Manchester Ship Canal Co., [1897] W.N. 7). Wilful disobedience means refusal by the corporation or its servants (A.-G. v. Walthamston U.D.C.
(1895), 11 T. L. R. 533), or neglect by its servants (Stancomb v. Trowbridge U.D.C., [1910] 2 Ch. 190) to do the things which the corporation had been ordered to do. In the two cases cited the writ of sequestration was ordered to lie in the office for a period of nine and six months respectively; and see Lee v. Aylesbury Urban District Council
(1902), 19 T. L. R. 106. Accidental and unintentional results of an act may be sufficient to cause that act to constitute wilful disobedience if repeated (Davis v. Rhayader Granite Quarries, Ltd.
(1911), 131 L. T. Jo. 79). [.] Attachment - See O.44 For a case where attachment was dismissed against the directors of a railway company hereunder, see Lewis n Pontypridd, etc. Ry
(1895)11 T. L. R. 203. The order must be personally served on the directors before it will be enforced by an attachment under the Rule (McKeown v Joint Stock Institute [1899] 1 Ch 671). [.] (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Λαμβάνω υπόψη ότι η αίτηση δυνάμει του Αγγλικού κανονισμού 31 της Διαταγής 42 προβλεπεται να γίνεται δια κλήσεως. Λαμβάνω, αντίστοιχα, υπόψη ότι η αίτηση δυνάμει της Δ.40, θ.13 δεν συμπεριλαμβάνεται σε αυτές που προδιαγράφεται ρητά στη Δ.48, Θ.8
(1)ότι δύνανται να γίνονται μονομερώς ούτε προκύπτει από την ίδια τη Δ.40, θ.13 ότι αίτηση για την εκεί αναφερόμενη άδεια δυνατόν να γίνεται μονομερώς (βλ. Δ.48,θ.8
(2)). Επομένως, κρίνω ότι θα ήταν ακατάλληλο να επιληφθώ της παρούσας αίτησης στη βάση της Δ.40, θ.13 μονομερώς. Δεν παραγνωρίζω ότι η Δ.48, θ.8
(3)μου παρέχει εξουσία να δίδω οδηγίες όπως αίτηση που καταχωρήθηκε μονομερώς γίνει δια κλήσεως με ειδοποίηση προς τους επηρεαζόμενους διαδίκους (εν προκειμένω τους κ.κ. Νίκο Ττοφαλλή, Διευθυντή της Εναγομένης εταιρείας, και Παναγιώτα Ττοφαλλή, Γραμματέα της Εναγομένης εταιρείας). Ωστόσο, θεωρώ αχρείαστο να ασκήσω αυτήν την εξουσία, αφού πρόδηλα στην όψη της αίτησης, το αιτητικό για σύλληψη και προσαγωγή (attachment) εναντίον των Διευθυντών της Εναγομένης εταιρείας αφορά στην ισχυριζόμενη εσκεμμένη παρακοή της εταιρείας (του οργανισμού) στο Διάταγμα ημερ. 25.4.2012, το οποίο όμως Διάταγμα ουδέποτε εκδόθηκε η/και απευθύνθηκε προς την ίδια την εταιρεία (τον οργανισμό). Επομένως, η εφαρμογή της Δ.40, θ.13 δεν θα ήταν κατάλληλη υπό τις περιστάσεις δεδομένου του συγκεκριμένου διατακτικού του διατάγματος ημερ. 25.4.2012. Η αίτηση απορρίπτεται στο σύνολό της. Καμία διαταγή για έξοδα. (υπ.) ............................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] 14.—
(1)Κάθε δικαστική απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου που διατάσσει πληρωμή χρημάτων, δύναται τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, να εκτελεστεί με όλα ή με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέσα:— (α) με κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας· (β) με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας ή επιβάρυνση αυτής με την εγγραφή της δικαστικής απόφασης· (γ) με μεσεγγύηση ακίνητης ιδιοκτησίας· (δ) με κατάσχεση ιδιοκτησίας στα χέρια τρίτου δυνάμει του Μέρους VII του Νόμου αυτού· (ε) με την εξέταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη δυνάμει του Μέρους VΙΙΙ και την έκδοση διατάγματος δυνάμει του Μέρους ΙΧ του Νόμου αυτού. [2] Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι ο αδελφός Δικαστής είχε διατάξει επίδοση της γενικής αίτησης στους Καθ'ων η αίτηση, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν παρά το ότι τους επιδόθηκε. [3] Σημειωτέον ότι στο στάδιο των ζητηθέντων από το Δικαστήριο διευκρινίσεων επί της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου των Εναγόντων / Αιτητών, ο κ. Γ. Παπαθεοδώρου δήλωσε πρόθυμος να αποσύρει το συγκεκριμένο σκέλος του αιτητικού. [4] Το άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου προνοεί τα ακόλουθα: «
  1. Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον θα έχη εξουσία να εξαναγκάζη εις υπακοήν προς οιονδήποτε διάταγμα εκδοθέν υπ' αυτού, διατάττον ή απαγορεύον την εκτέλεσιν οιασδήποτε πράξεως, διά προστίμου ή φυλακίσεως ή μεσεγγυήσεως πραγμάτων. Και το δικαστήριον δύναται επιπροσθέτως να επιδίκαση εις το πρόσωπον προς το συμφέρον του οποίου εξεδόθη το διάταγμα τοιούτον ποσόν υπό μορφήν αποζημιώσεως, ως το δικαστήριον δύναται να θεώρηση πρέπονː Νοείται ότι έκαστο δικαστήριο θα έχει εξουσία τιμωρίας για παρακοή ή και εξαναγκασμού σε υπακοή σ' οποιοδήποτε διάταγμα του στις περιπτώσεις που αφορούν διάδικο σε δικαστική διαδικασία αλλά και στις περιπτώσεις που αφορούν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, νοουμένου ότι αυτό έλαβε γνώση του διατάγματος και εν γνώσει του και ηθελημένα παροτρύνει ή συνεργεί στη μη υπακοή διατάγματος.». Η Διαταγή 42A των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα εξήςː «
  2. Where any order is issued by any Court directing any act to be done or prohibiting the doing of any act there shall be endorsed by the Registrar on the copy of it, to be served on the person required to obey it, a memorandum in the words or to the effect following: "If you, the within-named A.B., neglect to obey this order, by the time therein limited, you will be liable to be arrested and to have your property sequestered."
  3. An office copy of the order shall be served on the person to whom the order is directed. The service shall, unless otherwise directed by the Court or a Judge, be personal.
  4. Where such an order has been issued by any Court and the person directed to do or prohibited from doing an act (hereinafter referred to as "the respondent") refuses or neglects to do or abstain from doing it, according to the directions of such order, the person in whose favour such order has been given (hereinafter referred to as "the applicant") may apply to the Court for a writ of attachment. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.