← Κύπρος

ELITE CONSTRUCTION LTD, HE 13893 ν. ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5301/13, 3/12/2014

ELITE CONSTRUCTION LTD, HE 13893 ν. ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5301/13, 3/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A439 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5301/13 Μεταξύ: ELITE CONSTRUCTION LTD, HE 13893 Ενάγουσα και

  1. ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ
  2. ΙΩΑΝΝΑ ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ Εναγομένων Αίτηση για Συνοπτική Απόφαση ημερ. 16.5.2014 3 Δεκεμβρίου,
  3. Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Νικολάου για κ. Προύντζο. Για Εναγόμενες-Καθ΄ων η αίτηση: κα Δρυμιώτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Ex-Tempore) Η ενάγουσα εταιρεία - η οποία δραστηριοποιείται στον οικοδομικό και κατασκευαστικό τομέα (εφεξής η αιτήτρια) - με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ημερ. 7.8.2013, διεκδικεί από τους εναγομένους - οι οποίοι αγόρασαν ακίνητο το οποίο ανήγειρε η ενάγουσα (εφεξής οι καθ΄ ων η αίτηση) - ποσό €100.746,00 πλέον Φ.Π.Α, δυνάμει Πιστοποιητικού Ενδιάμεσης πληρωμής και/ή άλλως πως, το οποίο εκδόθηκε στις 13.5.2013 από τον Αρχιτέκτονα του έργου. Η αγωγή επιδόθηκε στους καθ΄ων η αίτηση στις 29.10.2013 και αυτοί καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης στις 4.11.
  4. Στις 21.11.2013 η αιτήτρια προχώρησε με την καταχώρηση αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης. Η αίτηση αυτή άχθην ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά στις 15.1.
  5. Αναβλήθηκε για οδηγίες στις 28.2.2014 και μετέπειτα για απόδειξη στις 3.4.
  6. Την ημερομηνία εκείνη απεσύρθη με έξοδα υπέρ της αιτήτριας - αφού εν τω μεταξύ και συγκεκριμένα στις 24.3.2014 οι καθ΄ ων η αίτηση προχώρησαν στην καταχώρηση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Είναι σημαντικό να σημειωθεί, ότι, στα πλαίσια του δικογράφου αυτού, οι καθ΄ ων η αίτηση εγείρουν διάφορα ζητήματα προς εξέταση, μεταξύ των οποίων είναι και προδικαστική ένσταση που άπτεται της καθ' ύλη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, με παραπομπή στην μεταξύ των διαδίκων Συμφωνία, προβάλλεται ισχυρισμός ότι η όλη διαφορά θα έπρεπε να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Επιπλέον γίνεται λόγος για την καταχώρηση της αγωγής πρόωρα, για την εγκατάλειψη του έργου από την αιτήτρια, για κακοτεχνίες, για ελαττώματα, για ημιτελείς και ατελείς εργασίες. Επιπλέον γίνεται αναφορά στην έκδοση του επίδικου Πιστοποιητικού σε πρόωρο στάδιο, κατά λάθος και ότι εν πάση περιπτώσει το Πιστοποιητικό είχε σε κατοπινό στάδιο αποσυρθεί. Είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι στα πλαίσια της Ανταπαίτησης, οι καθ΄ ων η αίτηση ανταπαιτούν ποσό €154.166,
  7. Το ποσό αυτό, ως προκύπτει από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, σχετίζεται με καθυστερήσεις στην εκτέλεση και παράδοση της οικοδομής, σε μη εκτελεσθείσες και ελαττωματικές εργασίες. Με άλλα λόγια, οι προβαλλόμενοι στην Ανταπαίτηση ισχυρισμοί είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με τους προβαλλόμενους στην Απαίτηση, ισχυρισμούς. Στις 16.5.2014, εννέα μήνες δηλαδή μετά την καταχώρηση της αγωγής και εξίμιση μήνες μετά την επίδοση της στους καθ΄ ων η αίτηση, η αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα Αίτηση για συνοπτική απόφαση με την οποία διεκδικεί την έκδοση απόφασης υπέρ αυτής και εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση. Η Αίτηση εδράζεται πρωτίστως στην Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του διευθύνοντα συμβούλου της αιτήτριας Μιχάλη Κετώνη. Στην ένορκη αυτή δήλωση, επιβεβαιώνεται η ύπαρξη της οφειλής. Διατυπώνεται η πεποίθηση ότι οι καθ΄ων η αίτηση δεν έχουν καμία απολύτως υπεράσπιση στην εναντίον τους αγωγή και προβάλλεται η θέση ότι η αιτήτρια δικαιούται σε συνοπτική απόφαση. Οι καθ΄ων η αίτηση αντέδρασαν στην κατατεθείσα εναντίον τους Αίτηση, καταχωρώντας με τη σειρά τους στις 17.9.2014 Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης, (εφεξής η Ένσταση). Η Ένσταση η οποία έχει περίπου το ίδιο νομικό υπόβαθρο όπως και η Αίτηση, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της καθ΄ης η αίτηση 1, ενώ σε αυτή προβάλλονται οι εξής συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης: «(α) Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν αποκάλυψαν όλα τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης στην Ένορκο Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση τους. (β) Η απαίτηση των Εναγόντων δεν είναι ξεκάθαρη και/ή εκκαθαρισμένη και/ή το ύψος του ισχυριζόμενου χρέους τελεί υπό αβεβαιότητα. (γ) Η υπόθεση των Εναγόντων - Αιητών δεν είναι καθαρή ούτε αδιαμφισβήτητη και δεν επιβεβαιώνεται η αιτία αγωγής με την Ένορκο Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση τους. (δ) Οι Εναγόμενες - Καθ΄ ων η αίτηση έχουν καλή, ουσιαστική και καλόπιστη υπεράσπιση και τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται είναι ουσιώδη και τους παρέχουν ικανοποιητικό δικαίωμα να υπερασπισθούν την υπόθεση. (ε) Οι Εναγόμενες - Καθ΄ ων η αίτηση έχουν ουσιαστική ανταπαίτηση στην απαίτηση των Εναγόντων-Αιτητών. (στ) Η απαίτηση των Εναγόντων - Αιτητών τελεί υπό αμφισβήτηση αφού οι εργασίες τους δεν έχουν διεκπεραιωθεί και/ή είναι ελαττωματικές. (ζ) Η απαίτηση των Εναγόντων - Αιτητών τελεί υπό αμφισβήτηση αφού υπήρξε καθυστέρηση στην παράδοση του έργου δια την οποίαν οι Εναγόμενες-Καθ΄ ων η αίτηση αιτούνται αποζημιώσεις. (η) Είναι η θέση των Εναγομένων - Καθ΄ ων η αίτηση ότι υπήρξε παράβαση του μεταξύ των διαδίκων Συμβολαίου εκ μέρους των Εναγόντων-Αιτητών. (θ) Οι Εναγόμενες - Καθ΄ ων η αίτηση έχουν εγείρει προδικαστική ένσταση και είναι η θέση τους πως η διαφορά βάσει του Συμβολαίου θα έπρεπε να παραπεμφθεί σε Διαιτησία ως εκ τούτου η αγωγή είναι πρόωρη και/ή απαράδεκτη». Κατά την ακροαματική διαδικασία δεν κλήθηκαν για αντεξέταση οι ενόρκως δηλούντες, με αποτέλεσμα να δοθεί απευθείας ο λόγος στους συνηγόρους να επιχειρηματολογήσουν προς υποστήριξη των θέσεων των πελατών τους. Αμφότεροι το έπραξαν με επάρκεια και πληρότητα, παραπέμποντας το Δικαστήριο στις εφαρμοστέες επί του ζητήματος νομικές αρχές. Συνέδεσαν δε τις νομικές αυτές αρχές, με τα επιμέρους γεγονότα της υπό συζήτηση υπόθεσης. Ο κάθε ένας βεβαία από τη δική του οπτική γωνία των πραγμάτων. Μέσα από την ανάλυση στην οποία έχουν προβεί, καταλήγουν σε αντίθετα συμπεράσματα, με τον μεν κ. Νικολάου να υποβάλλει ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για την έκδοση συνοπτικής απόφασης - αφού καμία απολύτως υπεράσπιση επί της ουσίας δεν έχει προβληθεί - και τη δε κα Δρυμιώτου να ισχυρίζεται ότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση η οποία αναδεικνύεται μέσα από το δικόγραφο το οποίο έχει καταχωρηθεί. Επισημαίνω ότι τις αγορεύσεις των συνηγόρων, τις έχω παρακολουθήσει με κάθε προσοχή, σταθμίζοντας και συνεκτιμώντας κάθε τι το οποίο έχει αναφερθεί και τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προς εξέταση. Προτού καταπιαστώ με την επίλυση της ανακύπτουσας διαφοράς, αξίζει να γίνει μια σύντομη ανασκόπηση των εφαρμοστέων νομικών αρχών. Η Δ.18 θ.1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που δεσπόζει σε τέτοιες περιπτώσεις, διαλαμβάνει ως εξής: «(α) Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land, (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend». Από τις πιο πάνω πρόνοιες προκύπτουν τρεις προκαταρτικές προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να εκπληρωθούν για να δύναται το Δικαστήριο να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Πρώτα απ΄ όλα το κλητήριο ένταλμα θα πρέπει να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο συμφώνως της Δ.2 θ.
  8. Δεύτερο, ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και τρίτο, η αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ιδίου του ενάγοντος ή σε περίπτωση νομικού προσώπου από κάποιον, ο οποίος να είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης και ο οποίος να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα, το αξιούμενο ποσό και να δηλώνει ότι κατά την πεποίθηση του, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Επισημαίνω, ότι, η παράλειψη ενός ενάγοντα να εκπληρώσει κατά τρόπο αυστηρό τις πιο πάνω προϋποθέσεις, αφαιρεί παντελώς από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (βλ. Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ

(1997)1 Α.Α.Δ. 782 και Μεττή κ.α v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 417). Αν όμως ο ενάγοντας καταφέρει να αποσείσει αυτό το βάρος, τότε το σκηνικό μεταφέρεται στην πλευρά του εναγομένου, ο οποίος οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή τουλάχιστον να αποκαλύψει τέτοια στοιχεία και γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην καταχωρηθείσα εναντίον του αγωγή (βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Αυγουστή κ.α v. Πίριλλου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 5, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 22 και Μεττή κ.α (πιο πάνω)). Σκοπός της Δ.18 είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να πετύχει απόφαση εναντίον του εναγόμενου, χωρίς χρονοτριβή και χωρίς την ανάγκη αναμονής σε μελλοντικό χρόνο μιας επίπονης ακροαματικής διαδικασίας, νοουμένου όμως ότι ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να προβάλει καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, άξιον εξέτασης σε μια κανονική και εφ όλης της ύλης ακροαματική διαδικασία (βλ. Παύλου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1051). Στόχο έχει η συνοπτική απόφαση την αποφυγή κωλυσιεργίας, σκοπιμοτήτων και καθυστερήσεων από ένα εναγόμενο, στοιχεία τα οποία αντιστρατεύονται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Στην προκειμένη περίπτωση έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, φρονώ ότι η αιτήτρια έχει ικανοποιήσει τις προκαταρκτικές προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πιο συγκεκριμένα, το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικώς οπισθογραφημένο, καταχωρήθηκε στις 7.8.2013. Οι καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 4.11.2013 και η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση πληροί πράγματι τις προϋποθέσεις της Δ.18, αφού υπάρχει επιβεβαίωση, από αρμόδιο άτομο με άμεση και θετική γνώση για τα προαπαιτούμενα της συγκεκριμένης διάταξης. Όπως έχω προαναφέρει, μετά την απόσειση αυτού του βάρους, το σκηνικό μεταφέρεται στην πλευρά των καθ΄ων η αίτηση. Η βάση της αγωγής υπενθυμίζω είναι κατά μείζονα λόγο η έκδοση Ενδιάμεσου Πιστοποιητικού Πληρωμής Αρχιτέκτονα. Η έκδοση ενός τέτοιου πιστοποιητικού πράγματι δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την υποβολή μιας εκκαθαρισμένης και ξεκαθαρισμένης οφειλής, όπως πολύ σωστά έχει επισημανθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο της αιτήτριας. Περαιτέρω με βάση τη Νομολογία και τα σχετικά επί του θέματος Συγγράμματα, είναι πολύ δύσκολο για τον όποιο εναγόμενο να αμφισβητήσει το τελικό άθροισμα ενός τέτοιου πιστοποιητικού με αναφορά σε επί μέρους ζητήματα τα οποία, κατά τεκμήριο, ήδη έχουν εξεταστεί από τον αρχιτέκτονα και λήφθηκαν υπόψη προ της έκδοσης του εν λόγω πιστοποιητικού. Αυτού λεχθέντος φρονώ ότι στην προκειμένη περίπτωση έχουν τεθεί από πλευράς καθ' ων η αίτηση δύο τουλάχιστον ζητήματα τα οποία όχι απλά είναι άξια αναφοράς, αλλά δικαιολογείται και η παραπομπή τους για εξέταση στα πλαίσια μιας κανονικής και εφ όλης της ύλης ακροαματικής διαδικασίας, όπως εξάλλου ορίζει και το Σύνταγμα μας. Το πρώτο καθάπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, το οποίο περιλαμβάνεται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ως προδικαστική ένσταση. Ως έχει εξηγηθεί από την ευπαίδευτο συνήγορο των καθ' ων η αίτηση, αφορά τον όρο 36 της μεταξύ των διαδίκων Συμφωνίας, βάσει του οποίου διαφορές μεταξύ των διαδίκων παραπέμπονται σε διαιτησία. Ο κ. Νικολάου αναφερόμενος στον συγκεκριμένο όρο, υπέβαλε στο Δικαστήριο πως εφόσον οι καθ΄ ων η αίτηση δεν προχώρησαν εντός της προθεσμίας των 7 ήμερων, που προβλέπεται στο Συμβόλαιο, στην υποβολή γραπτής ειδοποίησης ή παραπόνου, έχουν ουσιαστικά απεμπολήσει το δικαίωμα για παραπομπή σε διαιτησία και επομένως η συγκεκριμένη πρωτόδικη ένσταση είναι εκδήλως αβάσιμη. Είναι βεβαίως ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι, στο ίδιο πλαίσιο, ο συνήγορος αναφερόμενος στην Ανταπαίτηση των καθ΄ ων η αίτηση, ερμηνεύοντας τον ίδιο ακριβώς όρο, καταλήγει σε αντίθετο συμπέρασμα, υποβάλλοντας ότι τα όσα εγείρονται στα πλαίσια της Ανταπαίτησης, είναι ζητήματα τα οποία θα έπρεπε να παραπεμφθούν και να αποφασιστούν από διαιτητή. Όπως και να έχουν τα πράγματα, έχω διεξέλθει με προσοχή τον συγκεκριμένο όρο. Γίνεται όντως αναφορά σε υποβολή γραπτής ειδοποίησης παραπόνου εν γένει. Η υποχρέωση όμως υποβολής μιας τέτοιας ειδοποίησης εντός μόνο της καθορισμένης προθεσμίας των 7 ημερών που προβλέπεται για την πληρωμή Ενδιάμεσων Πιστοποιητικών Πληρωμής είναι μια υποκειμενική ερμηνεία, η οποία έχει γίνει από τον ευπαίδευτο συνήγορο. Δεν προκύπτει ρητά ένας τέτοιος περιορισμός από τον συγκεκριμένο όρο. Ο όρος εν πάση περιπτώσει είναι εκτενής και σύνθετος και χρήζει έτσι προσεκτικής ερμηνείας. Η ερμηνεία ενός όρου και γενικότερα μιας Συμφωνίας είναι ένα αμιγώς νομικό εγχείρημα, το οποίο θα πρέπει να αναλαμβάνεται αποκλειστικά από το Δικαστήριο. Η ερμηνεία γίνεται υπό το φως των γεγονότων και ενίοτε - κατ' εξαίρεση βέβαια - και υπό το φως εξωγενούς μαρτυρίας. Λαμβάνοντας υπόψη το στοιχείο τούτο, και συναρτώντας το με το γεγονός ότι θέματα που καθάπτονται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου είναι υψίστης σημασίας, φρονώ ότι γι΄ αυτό τον λόγο θα πρέπει να δοθεί άδεια στους καθ΄ ων η αίτηση να υπερασπιστούν. Θέματα δικαιοδοσίας δύναται να εγείρονται από τα μέρη όχι μόνο στα δικόγραφα αλλά και σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης. Το δε Δικαστήριο οφείλει να τα εξετάζει ακόμα και αυτεπάγγελτα αν χρειαστεί. Ένα δεύτερο στοιχείο το οποίο με οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα είναι τα όσα αναφύονται στην Ανταπαίτηση. Ως προείπα, οι καθ΄ ων η αίτηση προβάλλουν Ανταπαίτηση με την οποία διεκδικούν ποσό χρημάτων που υπερβαίνει αυτό της αρχικής απαίτησης και το οποίο σχετίζεται άμεσα και εντάσσεται στο ίδιο ακριβώς πλέγμα γεγονότων όπως και η απαίτηση. Δεν είναι δηλαδή ξέχωρη και ασύνδετη με τα αρχικά γεγονότα Στην υπόθεση Subotic v. Στυλιανίδη (ανωτέρω), στην οποία εύστοχα έχει παραπέμψει η ευπαίδευτος συνήγορος των καθ΄ ων αίτηση, υποδεικνύεται, μεταξύ άλλων, ότι, όπου εγείρεται καλή τη πίστει ανταπαίτηση που προκύπτει από τα ίδια γεγονότα της αγωγής και συνδέεται άμεσα με τους λόγους υπεράσπισης, επιβάλλεται να δίδεται άδεια για Υπεράσπιση, ακόμα και αν ο εναγόμενος παραδέχεται μέρος ή ολόκληρη την απαίτηση. Δεν έχω λόγους, στο παρόν στάδιο, να μη θεωρήσω καλόπιστη την υποβολή της συγκεκριμένης Ανταπαίτησης από μέρους των καθ' ων η αίτηση. Στην πιο πάνω κατάληξη, έφτασα χωρίς ποσώς να αξιολογήσω τη δύναμη ή το εύλογο των προβληθέντων ισχυρισμών. Τούτο θα γίνει κατά την ακρόαση. Το μόνο που εξέτασα, καταλήγοντας σε θετικό για την πλευρά των καθ΄ων η αίτηση αποτέλεσμα, είναι αν αυτοί αποκάλυψαν γεγονότα ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος. Σε αυτό το πλαίσιο, πιστεύω ότι το έχουν πράξει. Κλείνοντας να υπομνήσω ότι, άδεια για υπεράσπιση θα πρέπει να παρέχεται ακόμη και όταν η προβληθείσα υπεράσπιση δεν συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες επιτυχίας (βλ. Jacobs v. Booth's Distillery Co
(1901)85 L.T. 262, καθ΄ ότι η έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι η εξαίρεση και η διεξαγωγή κανονικής δίκης που διασφαλίζει και τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των διαδίκων ο κανόνας. Κλείνοντας και ένα γενικό σχόλιο για την διαδικαστική συμπεριφορά της αιτήτριας όπως την έχω σκιαγραφήσει στην αρχή αυτής της απόφασης. Χωρίς να εισηγούμαι ότι υπάρχει κανόνας γενικής απαγόρευσης για το αντίθετο, το θεωρώ άκρως επιθυμητό αίτημα για συνοπτική απόφαση να υποβάλλεται το συντομότερο δυνατό μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης. Το να αφήνεται ο χρόνος να διαρρεύσει ή ακόμα να λαμβάνονται διαβήματα προς ουσιαστικά αντίθετη κατεύθυνση, όπως είναι η υποβολή αίτησης για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης - η οποία μάλιστα μετά από συναινετικές αναβολές - να αποσύρεται με ανάλογη διαταγή εξόδων προς όφελος της αιτήτριας, αντιστρατεύεται ευθέως των σκοπών που τάσσει να εξυπηρετήσει η έκδοση συνοπτικής απόφασης. Στη βάση όλων των πιο πάνω η Αίτηση απορρίπτεται. Οι καθ΄ων η αίτηση έχουν ήδη καταχωρήσει Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, οπόταν δεν χρειάζεται να δοθούν περαιτέρω οδηγίες επί του προκειμένου. Τα έξοδα όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της όλης διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας. (Υπ.) ......... Στ. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.