← Κύπρος

Inci Hakki, υπό την ιδιότητα ως διαχειριστή της βακούφικης περιουσίας του Barutcuzade Ahmet Vasif Efendi ν. Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων κ.α., Αρ

Inci Hakki, υπό την ιδιότητα ως διαχειριστή της βακούφικης περιουσίας του Barutcuzade Ahmet Vasif Efendi ν. Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων κ.α., Αρ. Αγωγής: 9120/2012, 16/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A454 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9120/2012 Μεταξύ: Inci Hakki, υπό την ιδιότητα ως διαχειριστή της βακούφικης περιουσίας του Barutcuzade Ahmet Vasif Efendi Εναγόντων και

  1. Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων κ.ά.
  2. Γενικού Εισαγγελέα
  3. Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνας των Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Εναγομένων ----------------------- Αίτηση ημερομηνίας 6 Νοεμβρίου 2013 για Απόρριψη της Αγωγής 16 Δεκεμβρίου,
  4. Για τους Αιτητές-εναγομένους 2 και 3: κα Έ. Φλωρέντζου Για την Καθ΄ ης η Αίτηση-ενάγουσα: κ. Murat Hakki ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα αξιώνει από τους εναγομένους 2 και 3 το ποσό των €176.503,12, που αντιπροσωπεύει οφειλόμενα ενοίκια, ως επίσης διατάγματα όπως αυτοί εκκενώσουν το υποστατικό που αποτελεί βακούφι και βρίσκεται στη Λευκωσία και παραδώσουν την κατοχή αυτού. Ζητούν επίσης ενδιάμεσα κέρδη από 17.11.2012 μέχρι την ημερομηνία εκκένωσης του ακινήτου και παράδοσης της κατοχής αυτού στην ενάγουσα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρεις της Έκθεσης Απαίτησης, αντικείμενο της παρούσας αγωγής είναι το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 26/562, Φ/Σχ. ΧΧΙ/46.5.1, Block 26, τεμάχιο 252, που αποτελεί μέρος βακουφικής περιουσίας. Το εν λόγω ακίνητο κατείχετο από την Αραβική Δημοκρατία της Αιγύπτου και χρησιμοποιείτο ως πρεσβεία από την 1.7.1963 μέχρι την 31.7.2004, δυνάμει σύμβασης ενοικίασης. Την 31.7.2007 η πρεσβεία της Αιγύπτου παρέδωσε την κατοχή του ακινήτου. Την 1.8.2004 ο τότε καταπιστευματοδόχος (mutevelli) της επίδικης βακουφικής περιουσίας, Mehmet Nedjati Munir Ertekun παραχώρησε άδεια κατοχής του ακινήτου σε τρίτο πρόσωπο. Τρία περίπου χρόνια αργότερα, και συγκεκριμένα την 17.7.2007, οι εναγόμενοι 1 και 2 εισήλθαν παράνομα στο υποστατικό και έλαβαν την κατοχή αυτού. Η ενάγουσα είναι, σύμφωνα πάντα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, η σημερινή καταπιστευματοδόχος (mutevelli) της επίδικης βακουφικής περιουσίας. Διορίστηκε από το Εβκάφ, σύμφωνα με τη δικαιοδοσία που κατοχυρώνεται στο Έγγραφο Αφιέρωσης, δυνάμει του περί Εβκάφ και Βακουφίου Νόμου. Η αγωγή εναντίον του εναγομένου 1 σε κάποιο στάδιο αποσύρθηκε και παρέμεινε μόνο για τους εναγομένους 2 και
  5. Οι εναγόμενοι 2 και 3 με την υπό κρίση Αίτηση ζητούν τα πιο κάτω: «
  6. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται η απόρριψη της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής εναντίον των Εναγομένων 2 και 3, καθότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας αγωγής και/ή δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα και/ή δεν έχει καταδείξει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων 2 και
  7. Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα με τα ανωτέρω, Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται ο παραμερισμός της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής καθότι αυτή εγείρεται πρόωρα.» Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Δώρας Χ"Βασιλείου, διοικητικού λειτουργού Α' στο Υπουργείο Εσωτερικών, η οποία υπηρετεί στον Κλάδο Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Είναι η θέση της ομνύουσας ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται στην έγερση της αγωγής, καθότι δεν έχει αναγνωριστεί, διοριστεί και εγγραφεί ως η νέα Mutevelli της επίδικης βακουφικής περιουσίας. Η αίτησης της ενάγουσας για διορισμό της ως mutevelli απορρίφθηκε από το Κτηματολόγιο τη 10.12.
  8. Η ενάγουσα προσέβαλε την πιο πάνω απόφαση καταχωρώντας προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Η προσφυγή απορρίφθηκε την 31.10.
  9. Η επίδικη περιουσία, σύμφωνα πάντα με την ομνύουσα, έχει περιέλθει νομίμως στη διαχείριση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, ο οποίος έχει αποκλειστική αρμοδιότητα επί του ζητήματος. Πέραν τούτου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Νόμου 139/91, πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι λόγω της εφαρμογής των προνοιών του πιο πάνω νόμου παραβιάστηκαν τα δικαιώματά του που κατοχυρώνει η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δύναται να καταχωρήσει αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο, νοουμένου όμως ότι έχει απορριφθεί σχετικό αίτημά του στον Υπουργό Εσωτερικών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ενάγουσα υπέβαλε αίτημα στον Υπουργό Εσωτερικών, υπό την ιδιότητά του ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, για την απελευθέρωση των υποστατικών από την κατ΄ ισχυρισμό παράνομη διαχείρισή του, δεν ανέμενε όμως την απάντησή του προτού προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο, γεγονός που καθιστά την παρούσα αγωγή πρόωρη και χωρίς οποιοδήποτε νομικό έρεισμα. Αναφέρει καταληκτικά ότι η αγωγή αυτή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτεται αντίγραφο της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Προσφυγή 209/2011[1]. Υπενθυμίζω ότι αντικείμενο της προσφυγής ήταν η απόρριψη της αίτησης της ενάγουσας από το Κτηματολόγιο για διορισμό της ως mutevelli. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το θέμα εντάσσεται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και το Ανώτατο Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από τη σελίδα 9 της απόφασης: «Κρίνεται ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας. Η επιδιωκόμενη εγγραφή της αιτήτριας δυνάμει του άρθρου 37 του Κεφ. 224, έχει σκοπό τη δυνατότητα οικονομικής συναλλαγής της αιτήτριας εκ μέρους του βακουφίου με τρίτους. Τα βακούφια είναι στην ουσία ιδιωτικά αφιερωματικά καταπιστεύματα, που δημιουργούνται για κληρονομικούς σκοπούς διαδοχής και εκμετάλλευσης της περιουσίας που αφιερώνεται και εντάσσεται στο καταπίστευμα. Το ότι είναι καταπίστευμα ("trust"), το αναφέρει και η ίδια η αιτήτρια στην αίτηση της. Ως εκ τούτου το ζήτημα εμπίπτει στο ιδιωτικό και όχι στο δημόσιο δίκαιο». Η ενάγουσα- Καθ΄ ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Είναι η θέση της ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε υπερβολικά καθυστερημένα και οι εναγόμενοι εμποδίζονται να προωθήσουν την Αίτηση. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο Νόμος 139/91 καμία εφαρμογή έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το προοίμιο του πιο πάνω νόμου θέτει ως προϋπόθεση το ακίνητο να έχει εγκαταλειφθεί. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το επίδικο ακίνητο δεν έχει εγκαταλειφθεί, βρίσκεται δε πολύ πλησίον στο χώρο διαμονής της ενάγουσας. Από την 22.4.2003 που, ως αναφέρει χαρακτηριστικά «χαλάρωσαν οι περιορισμοί», η ενάγουσα είναι σε θέση να περπατήσει από την οικία της προς το ακίνητο «.. μέσα σε 15 λεπτά περίπου». Είναι η θέση της ότι «οποιαδήποτε ρητή και ή εξυπακουομένη απαίτηση» όπως ζει εντός των ελεγχομένων από τη Δημοκρατία περιοχών για να θεωρείται ως mutevelli, αντίκειται στα Συνταγματικά της δικαιώματα που προστατεύονται από τα άρθρα 13.1, 15.1 και 23.1 του Συντάγματος. Η άρνηση του διορισμού της ως mutevelli «παραβιάζει τις υποχρεώσεις των νομοθετικών και εκτελεστικών οργάνων της Δημοκρατίας να απόσχει από οποιεσδήποτε πράξεις που μπορεί να είναι αντίθετες με τους νόμους και τις αρχές των βακουφίων (ahkam-ul evkaf) που προστατεύονται από το Άρθρο 110.2 του Συντάγματος. Σύμφωνα με τους νόμους και τις αρχές των βακουφίων (ahkam-ul evkaf) και τον περί Εβκάφ και Βακουφίων Νόμο, ο διορισμός ενός ατόμου ως μουτεβελλή και η διαδικασία που ρυθμίζει το θέμα αυτό διοικείται μόνο από τη Διαχείριση των Εβκάφ (Evcaf Administration).» Η Δ.27, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δίδει εξουσία στο Δικαστήριο, μέσα από μια συνοπτική διαδικασία, χωρίς τη διεξαγωγή δίκης, να απορρίψει οποιοδήποτε δικόγραφο. Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να απορρίψει μια αγωγή όταν αυτή δεν αποκαλύπτει καλή βάση ή είναι επιπόλαιη και/ή ενοχλητική. Τέτοια ευχέρεια δίδεται και με βάση τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου όταν διαπιστωθεί κατάχρηση της διαδικασίας. Ως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά από το Lord Esher στην υπόθεση Davey v. Bentinck[2] ". As to the question whether an order dismissing the action as frivolous and vexatious is right, such an order might be supported on either of two grounds - that is, either directly under [the Rules of Court], or under the inherent jurisdiction of the court to prevent oppression." Τέτοια εξουσία ασκείται από το Δικαστήριο με μεγάλη προσοχή και φειδώ καθότι πρόκειται για μέτρο που στην ουσία στερεί από το διάδικο το δικαίωμα να ακουστεί. Η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο[3]. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.[4], σε σχέση με την εφαρμογή της Δ.27, θ.3: «Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:

(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής, και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα». Η υπό κρίση Αίτηση στηρίζεται σε τρεις λόγους, ήτοι ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται στην έγερση της αγωγής, δεν έχει και ή δεν έχει καταδείξει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων 2 και 3, καθότι δεν πληρούνται οι πρόνοιες του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Νόμου, Ν.139/91και η αγωγή έχει εγερθεί πρόωρα καθότι η ενάγουσα δεν ανέμενε την απάντηση στο αίτημα που υπέβαλε στον Υπουργό Εσωτερικών υπό την ιδιότητά του ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Προς υποστήριξη του πρώτου λόγου, οι εναγόμενοι-Αιτητές επικαλέστηκαν την απόφαση στην Προσφυγή 209/2011 που καταχώρησε η ενάγουσα εναντίον της Δημοκρατίας. Υπενθυμίζω ότι η ενάγουσα, αιτήτρια στην Προσφυγή εκείνη, είχε προσβάλει την απόφαση του Κτηματολογίου με την οποία είχε απορριφθεί η αίτησή της για διορισμό της ως mutevelli. Η πιο πάνω απόφαση όμως, που ας σημειωθεί ότι έχει εφεσιβληθεί και η έφεση εκκρεμεί ακόμη προς εκδίκαση, δεν επίλυσε το θέμα αυτό, ήτοι του διορισμού της ενάγουσας ως mutevelli, καθότι το Δικαστήριο έκρινε ότι στερείτο δικαιοδοσίας. Ως αναλύεται στη σελίδα 9 της απόφασης, το σχετικό απόσπασμα παρατίθεται ανωτέρω, η επιδιωκόμενη εγγραφή της αιτήτριας ως mutevelli, δυνάμει του άρθρου 37 του Κεφ. 224, έχει σκοπό τη δυνατότητα οικονομικής συναλλαγής της ιδίας εκ μέρους του βακουφίου με τρίτους και ως εκ τούτου το ζήτημα εμπίπτει στο ιδιωτικό και όχι στο δημόσιο δίκαιο. Σε σχέση με τους άλλους δύο λόγους που επικαλούνται οι εναγόμενοι-Αιτητές, παρατηρώ ότι αμφότεροι έχουν ως βάση τις πρόνοιες του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών Νόμου, Ν.139/
  1. Στο προοίμιο του πιο πάνω νόμου αναφέρονται τα πιο κάτω: «Επειδή, συνεπεία της μαζικής μετακίνησης του Τουρκοκυπριακού πληθυσμού ως αποτέλεσμα της Τουρκικής εισβολής στις περιοχές που κατέχονται από τις Τουρκικές δυνάμεις εισβολής και της απαγόρευσης από τις δυνάμεις αυτές της διακίνησης του πληθυσμού αυτού στις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, εγκαταλείφθηκαν περιουσίες που αποτελούνται από κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία, Και επειδή για την προστασία των περιουσιών αυτών κατέστη απαραίτητη η άμεση λήψη μέτρων, Και επειδή μεταξύ των μέτρων που λήφθηκαν περιλαμβανόταν και η διαχείριση των περιουσιών αυτών από ειδική επιτροπή που συστάθηκε με διοικητικές διευθετήσεις, Και επειδή κατέστη αναγκαία η νομοθετική ρύθμιση του θέματος των Τουρκοκυπριακών περιουσιών στη Δημοκρατία. ..................................» Είναι η θέση της ενάγουσας-Καθ΄ ης η Αίτηση ότι οι πρόνοιες του πιο πάνω νόμου δεν εφαρμόζονται στην υπό κρίση περίπτωση καθότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε έχει εγκαταλειφθεί και δεν υπάρχει πρόβλημα στην πρόσβασή του. Η οικία της ενάγουσας απέχει μικρή απόσταση από το επίδικο ακίνητο και η ίδια είναι σε θέση να το επισκέπτεται πεζή. Ως εκ τούτου, το επίδικο ακίνητο δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και οι οποίες περιγράφονται στην πρώτη παράγραφο του προοιμίου, ήτοι ότι συνεχίζει να υφίσταται πρόβλημα «διακίνησης» και ότι πρόκειται για ακίνητο το οποίο έχει εγκαταλειφθεί από τους νόμιμους ιδιοκτήτες του και χρήζει προστασίας. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι υπήρξε παραβίαση Συνταγματικών δικαιωμάτων, ως επίσης και δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Οι εναγόμενοι 1 και 2 έχουν παραβιάσει, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα ιδιοκτησίας λόγω εθνικότητας. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, καταλήγω ότι η αγωγή δεν είναι ανυπόστατη και ή ενοχλητική. Αντιθέτως, με την αγωγή εγείρονται διάφορα θέματα, τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν από το Δικαστήριο και θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στην ενάγουσα να παρουσιάσει την υπόθεσή της. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας-Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον των εναγομένων-Αιτητών, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. [Υπ.] Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. [1] Inci Hakki υπό την ιδιότητα διαχειριστή της βακουφικής περιουσίας και
  2. Υπηρεσίας Εθνικού Κτηματολογίου, Υπουργείου Εσωτερικών. [2] [1893] 1 Q.B. 185,
  3. [3] Βλέπετε σχετικά Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδης κ.ά.
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1855. [4]
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1316. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.