← Κύπρος

Fonds Rusnano Capital S.A. ν. Nanoenergo Fund Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 1772/2014, 3/12/2014

Fonds Rusnano Capital S.A. ν. Nanoenergo Fund Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 1772/2014, 3/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A440 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1772/2014 Μεταξύ: Fonds Rusnano Capital S.A. Εναγόντων και Nanoenergo Fund Limited κ.ά. Εναγομένων ----------------------- Αίτηση ημερομηνίας 3 Νοεμβρίου 2014 για Απόρριψη Αίτησης για Κατάχρηση Εξουσίας από τον εναγόμενο 6 3 Δεκεμβρίου,

  1. Για Αιτητές: κ. Α. Δημητρίου Για Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Γ. Ζ. Γεωργίου με κα Κ. Οικονόμου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση ο εναγόμενος 6-Αιτητής ζητά την απόρριψη της αίτησης ημερομηνίας 23.10.2014 ως καταχρηστικής και/ή λόγω δεδικασμένου. Ο δεύτερος λόγος, ήτοι ότι η Αίτηση αποτελεί δεδικασμένο, τελικά εγκαταλείφθηκε και παρέμεινε μόνο το θέμα της κατάχρησης της διαδικασίας. Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων, με βάση το Κλητήριο Ένταλμα, είναι για το ποσό των USD45.000.000 που επένδυσαν οι ενάγοντες σε λογαριασμούς της εναγομένης
  2. Η εναγομένη 1 αποτελεί ιδιωτικό διεθνές συλλογικό επενδυτικό ταμείο. Η Αίτηση στηρίζεται στη Δ.48 θθ 1-12, Δ.19 θ.26, Δ.27 θ.3 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως επίσης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η Αίτηση περιέχονται στο φάκελο της υπόθεσης. Οι ενάγοντες-Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση με την οποία ζητούν την απόρριψη της Αίτησης. Είναι η θέση τους ότι η Αίτηση είναι αβάσιμη, παράτυπη, νομικά ανυπόστατη, κακόπιστη και έχει ως μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας. Αποτελεί, ως αναφέρεται χαρακτηριστικά, «. κακόπιστο και καταχρηστικό διαδικαστικό διάβημα». Τα γεγονότα που στηρίζουν την ένσταση βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης και ειδικότερα στην ένορκη δήλωση του Ilya Fainberg ημερομηνίας 23.10.
  3. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ με συντομία στο ιστορικό της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, που προηγήθηκε της Αίτησης, καθότι είναι επί των πιο πάνω γεγονότων που στηρίζεται η παρούσα Αίτηση. Την 27.3.2014 καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση για έκδοση διαταγμάτων τύπου mareva. Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε την πιο πάνω μονομερή αίτηση έκρινε ότι, με βάση τα στοιχεία που είχαν τεθεί ενώπιόν του, δεν στοιχειοθετείτο το κατεπείγον ώστε να στερηθεί η άλλη πλευρά από την ευκαιρία να ακουστεί. Η μονομερής αίτηση επιδόθηκε και οι εναγόμενοι καταχώρησαν ενστάσεις εντός των προθεσμιών που όρισε το Δικαστήριο. Στη συνέχεια εκδόθηκε εκ συμφώνου, αφού προηγήθηκε σχετική αίτηση των εναγόντων, διάταγμα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 16.7.
  4. Η αίτηση δεν εκδικάστηκε την ημέρα εκείνη, καθότι οι αιτητές καταχώρησαν εν τω μεταξύ δεύτερη αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η αίτηση αυτή αποσύρθηκε σε κάποιο στάδιο αργότερα και καταχωρήθηκε τρίτη αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, στην οποία οι εναγόμενοι, συμπεριλαμβανομένου και του εναγομένου 6-Αιτητή έφεραν ένσταση. Η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση την 22.10.
  5. Την ημέρα εκείνη οι ενάγοντες απέσυραν την αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ως επίσης και την αίτηση ημερομηνίας 27.3.2014 για έκδοση προσωρινού διατάγματος και την αίτηση για την έκδοση διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal, που είχαν εν τω μεταξύ καταχωρήσει τη 19.6.
  6. Κατά την απόσυρση των αιτήσεων η δικηγόρος που εκπροσωπούσε τους ενάγοντες δήλωσε στο Δικαστήριο ότι: «Ζητούμε άδεια του Δικαστηρίου όπως αποσύρουμε και τις τρεις Αιτήσεις άνευ βλάβης. Τη 17.10.2014 έγινε συνάντηση στην Κεντρική Τράπεζα και ενόψει των εξελίξεων θεωρούμε στο στάδιο αυτό ότι θα πρέπει να αποσυρθούν οι Αιτήσεις άνευ βλάβης, με επιφύλαξη να επανέλθουν οι αιτητές με νέα μέτρα αν κρίνουν αναγκαίο». Την αμέσως επόμενη μέρα, 23.10.2014, καταχώρησαν μονομερή αίτηση για έκδοση διαταγμάτων τύπου mareva. Επισημαίνω ότι τα διατάγματα που εξαιτούνται οι ενάγοντες με την αίτησή τους περιλαμβάνονταν και στην αίτηση ημερομηνίας 27.3.2014 για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η αίτηση ημερομηνίας 23.10.2014 υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του εκπροσώπου των εναγόντων, Ilya M. Fainberg. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι έχουν προκύψει σημαντικά γεγονότα τα οποία καθιστούν την έκδοση προσωρινού διατάγματος αναγκαία. Πρόκειται για τις εκθέσεις των ελεγκτικών οίκων KPMG και Deloitte, την επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 10.7.2014, την έκθεση του Russian Counsel ημερομηνίας 16.7.2014 και τις πληροφορίες που έλαβαν οι ενάγοντες-Αιτητές κατά τη συνάντηση που έλαβε χώρα στην Κεντρική Τράπεζα την 17.10.2014 και τις καταστάσεις του επενδυτικού ταμείου που προμήθευσαν οι ίδιοι οι εναγόμενοι στους ενάγοντες. Σύμφωνα με τα στοιχεία που οι ενάγοντες-Αιτητές έλαβαν από το δικηγόρο του επενδυτικού ταμείου, Χριστάκη Ιωαννίδη, το ποσό των μετρητών έχει μειωθεί από USD100.000.000 σε USD58.000.
  7. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα των εναγόντων για έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων μονομερώς και έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί στους εναγομένους για να τους δοθεί η ευκαιρία να ακουστούν. Η πιο πάνω αίτηση ορίστηκε για επίδοση την 4.11.
  8. Εν τω μεταξύ καταχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση. Παρενθετικά αναφέρω ότι παρόμοια αίτηση έχει καταχωρηθεί και εκ μέρους των εναγομένων 1-5 και 7-
  9. Με βάση τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι οι εναγόμενοι, συμπεριλαμβανομένου και του εναγομένου 6-Αιτητή, πάντοτε συμμορφώνονταν πλήρως με τις οδηγίες του Δικαστηρίου που αφορούσαν την καταχώρηση των ενστάσεών τους. Τη μεγαλύτερη ευθύνη για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της μονομερούς αιτήσεως και των υπολοίπων αιτήσεων τη φέρουν οι ενάγοντες. Επισημαίνω ότι ο εναγόμενος 6 αιτήθηκε αναβολής σε μία μόνο περίπτωση, ενώ οι υπόλοιποι εναγόμενοι ουδέποτε. Ήταν η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγόντων-Καθ΄ ων η Αίτηση, θέση που προέβαλε κατά την προφορική αγόρευσή του ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι η Αίτηση είναι «.. από φύση της θνησιγενής», καθότι ζητείται από το Δικαστήριο ο παραμερισμός της μονομερούς αιτήσεως ημερομηνίας 23.10.2014, ενώ δεν εκκρεμεί οποιαδήποτε «μονομερής αίτηση» ενώπιον του Δικαστηρίου. Εκείνο που εκκρεμεί είναι αίτηση διά κλήσεως ημερομηνίας 23.10.
  10. Ισχυρίστηκε δε ότι η Αίτηση είναι «νομικά και δικονομικά άγνωστη». Αρχικά παρατηρώ ότι με την υπό κρίση Αίτηση γίνεται αναφορά σε «μονομερή αίτηση» καθότι, ως ορθά υπέδειξε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών, αυτό φέρει σαν τίτλο η αίτηση ημερομηνίας 23.10.2014 που επιδόθηκε στους εναγομένους. Την 23.10.2014 μία μόνο αίτηση καταχωρήθηκε, η μονομερής, και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατό να εγείρεται θέμα απόρριψης της αίτησης για το λόγο αυτό. Σε σχέση με το δεύτερο επιχείρημα του κ. Γεωργίου, θα ήθελα να επισημάνω ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για πάταξη καταχρηστικών διαδικασιών είναι σύμφυτη και δεν έχει οποιαδήποτε νομοθετική ή δικονομική προέλευση. Ως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην υπόθεση Μ. Χαραλαμπίδης v. Ν. Κωμοδρόμου[1] «. είναι μια εξουσία αυτονόητη και απραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων». Στην πιο πάνω απόφαση παρατίθεται απόσπασμα από το άρθρο του Sir Jack I.H. Jacob "The Inherent Jurisdiction of the Court", όπου αναπτύσσεται η θεωρία της σύμφυτης δικαιοδοσίας. Διαβάζουμε τα πιο κάτω: «. the jurisdiction to exercise these powers was derived, not from any statute or rule of law, but from the very nature of the court as a superior court of law, and for this reason such jurisdiction has been called «inherent» .. the essential character of a superior court of law necessarily involves that it should be invested with a power to maintain its authority and to prevent its process being obstructed and abused. Such a power is intrinsic in a superior court; it is its very lifeblood, its very essence, its immanent attribute . The jurisdiction which is inherent in a superior court of law is that which enables it to fulfil itself as a court of law. The juridical basis of this jurisdiction is therefore the authority of the judiciary to uphold, to protect and to fulfil the judicial function of administering justice according to law in a regular, orderly and effective manner». Την ίδια εξουσία καταστολής για κατάχρηση των διαδικασιών έχουν και τα Κυπριακά Δικαστήρια. Στην υπόθεση Διευθυντής Φυλακών v. Περέλλα Τζεννάρο[2], ο Πικής, Π. υπογράμμισε ότι: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι΄ αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης.» Η απόρριψη για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του διαδίκου. Ήταν η θέση του ευπαιδεύτου δικηγόρου των Αιτητών ότι η δεύτερη αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος έγινε για να επωφεληθούν οι ενάγοντες σε βάρος των εναγομένων, συμπεριλαμβανομένου του εναγομένου 6, Αιτητή στην παρούσα διαδικασία. Ανάφερε επίσης ότι δεν είχαν μεσολαβήσει νέα γεγονότα τα οποία θα δικαιολογούσαν την καταχώρηση νέας αίτησης. Η νέα αίτηση καταχωρήθηκε, σύμφωνα πάντα με τον κ. Δημητρίου, για να μην αναγκασθούν να καταχωρήσουν την τέταρτη κατά σειρά αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Αντιλήφθηκαν ότι αυτό θα συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας και ως εκ τούτου «ζέρωσαν το μοτέρ», αποσύροντας όλες τις προηγούμενες αιτήσεις και καταχωρώντας την υπό κρίση Αίτηση. Είναι γεγονός ότι κάποια στοιχεία, που με βάση τους ισχυρισμούς των εναγόντων θα δικαιολογούσαν την έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς, ήταν γνωστά σε αυτούς αρκετό χρόνο προηγουμένως, κάποια άλλα όμως τα πληροφορήθηκαν, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς τους, λίγο χρόνο πριν την καταχώρηση της δεύτερης αίτησης. Αποτελεί όμως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι όλα αυτά τα στοιχεία ήταν γνωστά στη δικηγόρο τους την 22.10.2014 όταν απέσυρε την πρώτη αίτηση για έκδοση μονομερούς διατάγματος. Από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι η λήψη της απόφασης για καταχώρηση της δεύτερης αίτησης για έκδοση μονομερούς διατάγματος, ως επίσης και η ετοιμασία αυτής δεν έλαβαν χώρα μετά την απόσυρση της πρώτης αίτησης, αλλά αρκετές μέρες προηγουμένως. Οι ενάγοντες όμως, μέσω της εκπροσώπου αυτών, επέλεξαν να μην αποκαλύψουν τα γεγονότα αυτά, και στη δήλωση για απόσυρση της πρώτης αίτησης αναφέρθηκε απλώς ότι θα επανέρχονταν με νέα μέτρα αν το έκριναν αναγκαίο. Η δήλωση αυτή υποδηλώνει ότι δεν υπήρχε ειλημμένη απόφαση για καταχώρηση νέας αίτησης στο άμεσο μέλλον. Πρόκειται για δήλωση παραπλανητική, εφόσον την αμέσως επόμενη μέρα καταχωρήθηκε νέα αίτηση. Ουδέποτε αναφέρθηκε ότι πρόθεσή τους ήταν να καταχωρήσουν νέα αίτηση την επαύριο, όπως τελικά έπραξαν, και να επεξηγήσουν τους λόγους της απόφασής τους αυτής. Η εκπρόσωπός τους περιορίστηκε να αναφέρει ενώπιον του Δικαστηρίου την 22.10.2014, γενικά και αόριστα, ότι η απόφασή τους ήταν το αποτέλεσμα κάποιων «εξελίξεων», τις οποίες δεν διευκρίνισε, που έλαβαν χώρα στη συνάντηση που έγινε στην Κεντρική Τράπεζα τη 17.10.
  11. Αυτό ήταν πιστεύω το πρώτο «μελανό σημείο» στη διαδικασία που ακολουθήθηκε από την πλευρά των εναγόντων. Παρενθετικά αναφέρω ότι οι λόγοι που αποσύρθηκαν όλες οι αιτήσεις και καταχωρήθηκε η δεύτερη μονομερής αίτηση, δόθηκαν από τον κ. Γεωργίου εκ των υστέρων, στα πλαίσια της αγόρευσής του. Το δεύτερο «μελανό σημείο» ήταν το γεγονός ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς, στην απουσία της άλλης πλευράς. Ο κ. Γεωργίου εισηγήθηκε ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν καθόλα νόμιμη και επικαλέστηκε, προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης του, την απόφαση Recnex Trading Ltd κ.ά. και Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ[3]. Στην πιο πάνω υπόθεση, η αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος απορρίφθηκε από το Δικαστήριο λόγω απόκρυψης στοιχείων. Δύο μέρες αργότερα καταχωρήθηκε δεύτερη αίτηση, διά κλήσεως, για έκδοση προσωρινού διατάγματος, με το ίδιο αιτητικό. Το Δικαστήριο, μετά από ακρόαση, παραχώρησε το ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα στη βάση του αιτητικού. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε από το εφετείο. Από το κείμενο της πρωτόδικης απόφασης, το οποίο υιοθετήθηκε και από το εφετείο, προκύπτει ότι η μη αποκάλυψη του συγκεκριμένου γεγονότος ήταν, ως αναφέρεται χαρακτηριστικά «αθώα». Αξιωσημείωτη είναι επίσης η βαρύτητα που έδωσε το εφετείο στη συμπεριφορά του αιτητή. Στην απόφαση γίνεται ιδιαίτερη μνεία στο γεγονός ότι ο αιτητής δεν προσπάθησε να εξασφαλίσει διάταγμα στην απουσία του αντιδίκου. Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην τελευταία σελίδα: «Εδώ δεν πρόκειται για την περίπτωση όπου καταχωρείται η αγωγή και ο διάδικος κινείται πολύ καθυστερημένα για να εξασφαλίσει στην απουσία της άλλης πλευράς ένα συντηρητικό διάταγμα». Όταν αποσύρεται ή απορρίπτεται μια αίτηση για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος είναι ορθό να αποφεύγεται η καταχώρηση νέας αίτησης με την οποία να αξιώνονται οι ίδιες θεραπείες και η οποία θα βασίζεται στα ίδια γεγονότα. Είναι προς το συμφέρον όλων η αποφυγή χρονοβόρων διαδικασιών, έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει το χρόνο να εκδικάσει και άλλες υποθέσεις και ο διάδικος να μην νοιώθει καταπιεσμένος από τις διαδοχικές δικαστικές διαδικασίες. Βοηθητική επί του σημείου αυτού είναι η αναφορά που γίνεται στην Αγγλική απόφαση Woodhouse v. Consignia Plc[4] όπου τονίζεται η σημασία της ταχείας εκδίκασης των δικαστικών υποθέσεων. Στην πιο πάνω υπόθεση είχε καταχωρηθεί δεύτερη αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, η οποία βασιζόταν σε γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να είχαν συμπεριληφθεί στην πρώτη αίτηση. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: "There is a public interest in discouraging a party who makes an unsuccessful interlocutory application from making a subsequent application for the same relief, based on material which was not, but could have been, deployed in support of the first application. In some contexts, this is partly because, as Chadwick LJ said in Securum, there is a need for the court to allot its limited resources to other cases. But at least as important is the general need, in the interests of justice, to protect the respondents to successive applications in such circumstances from oppression. The rationale for the rule in Henderson ν Henderson [1843] 3 Hare 100 that, in the absence of special circumstances, parties should bring their whole case before the court so that all aspects of it may be decided (subject to appeal) once and for all, is a rule of public policy based on the desirability, in the general interest as well as that of the parties themselves, that litigation should not drag on for ever, and that a defendant should not be oppressed by successive suits when one would do: see per Sir Thomas Bingham MR in Barrow ν Bankside Ltd[1966] 1 WLR257, 260A-D." Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της κατάχρησης της διαδικασίας είναι ευρεία και δύναται να προσλάβει πολλές μορφές. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται υπό το πρίσμα των δικών της πραγματικών περιστατικών. Ως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην υπόθεση Διευθυντής Φυλακών v. Περέλλα Τζεννάρο (ανωτέρω): «Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου». Η άσκηση τέτοιας δραστικής εξουσίας ασκείται φειδωλά[5]. Το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιείται ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως, ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο μέτρο[6]. Στην υπό κρίση υπόθεση έχω ήδη επισημάνει τα μελανά σημεία στη διαδικασία που ακολουθήθηκε από τους ενάγοντες. Μέμφομαι τον τρόπο που οι ενάγοντες χειρίστηκαν την υπόθεσή τους, για τους λόγους που αναλύω ανωτέρω, κρίνω όμως ότι αυτός δεν ήταν τόσο έντονα καταχρηστικός ώστε να δικαιολογείται απόρριψη της αίτησής τους χωρίς να τους δοθεί τελικά η ευκαιρία να ακουστούν. Στην κατάληξή μου αυτή έλαβα υπόψη, μεταξύ άλλων, ότι παρά το γεγονός ότι η αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς, το Δικαστήριο αρνήθηκε να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα στην απουσία των εναγομένων και διέταξε την επίδοσή τους ώστε να διασφαλιστεί το δικαίωμα των τελευταίων να ακουστούν. Δεν παραγνωρίζω ότι οι ενάγοντες, καταχωρώντας τη δεύτερη αίτηση, έχουν «κερδίσει» κάποια πλεονεκτήματα εφόσον η δεύτερη αυτή αίτηση περιλαμβάνει τα στοιχεία που αποτελούσαν το αντικείμενο της αίτησης για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, παράλληλα όμως λαμβάνω υπόψη ότι όλες οι αιτήσεις είχαν αποσυρθεί άνευ βλάβης του δικαιώματος καταχώρησης νέας αίτησης. Εφόσον οι ενάγοντες είχαν αποσύρει τις αιτήσεις τους με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους, ήταν εύλογα αναμενόμενο ότι σε περίπτωση που καταχωρούσαν νέα αίτηση, θα συμπεριλάμβαναν σε αυτή τα πιο πάνω στοιχεία. Τέλος, λαμβάνω υπόψη το γεγονός ότι στην υπό κρίση αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, περιλαμβάνονται στοιχεία τα οποία προέκυψαν εκ των υστέρων, μετά την καταχώρηση της πρώτης αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Ο κ. Δημητρίου εισηγήθηκε επίσης ότι η αίτηση εναντίον του εναγομένου 6 πρέπει να απορριφθεί καθότι ο τελευταίος δεν είχε οποιονδήποτε «διοικητικό ρόλο» και αναφορά στο πρόσωπό του γίνεται σε δύο μόνο περιπτώσεις. Πιστεύω ότι το στάδιο αυτό είναι πολύ πρόωρο για να εξεταστεί το θέμα αυτό. Η εισήγηση αυτή θα πρέπει να εξεταστεί αργότερα, όταν τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα αναγκαία στοιχεία. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η Αίτηση απορρίπτεται. Σε σχέση με τα έξοδα, η συνήθης πρακτική είναι τα έξοδα να ακολουθούν το αποτέλεσμα, πρακτική την οποία δεν κρίνω ορθό να ακολουθήσω στην παρούσα περίπτωση λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών της, και συγκεκριμένα λόγω της συμπεριφοράς των εναγόντων. Ως εκ τούτου, κάθε πλευρά θα επωμιστεί τα δικά της έξοδα. [Υπ.] Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. [1]

(2002)2 ΑΑΔ 522. [2]
(1995)1 ΑΑΔ
  1. [3] Π.Ε. 71/2011, ημερ. 16.4.
  2. [4] [2002] EWCA Civ 275 [5] Βλέπετε σχετικά R. v. Oxford City Justices, ex P. Smith 75 Crim. App. Rep. 200, 204 και Μιχάλης Χαραλαμπίδης v. Νικολάου Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ
  1. [6] Βλέπετε σχετικά τις αγγλικές αποφάσεις D.P.P. v. Humprys [1977] A.C. 1 και Walpole v. Patridge and Wilson [1994] 1 All E.R.
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.