← Κύπρος

ΣΑΒΒΑ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ν. ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1675/12, 9/12/2014

ΣΑΒΒΑ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ν. ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1675/12, 9/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2014:A444 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1675/12 Μεταξύ: ΣΑΒΒΑ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ Ενάγοντος και

  1. ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ
  2. ΓΙΩΡΓΟ ΦΩΤΙΟΥ Εναγομένων και
  3. S.P.C. HOUSE OF INSURANCE AGENTS & CONSULTANTS LTD
  4. P.F.A. INSURANCE LINK AGENTS & CONSULTANTS LTD Εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων ---------- Αίτηση ημερομηνίας 11.4.2014 για τροποποίηση του τίτλου της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων 1 και για την οπισθογράφηση της με ειδοποίηση ανταπαίτησης Ημερομηνία: 9 Δεκεμβρίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές-εναγόμενους 1: κ. Λ. Κούσιος για Κούσιος & Κορφιώτης ΔΕΠΕ Για τον καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα: κα Θ. Ανδρέου για Θεοφάνης Ανδρέου & Συνεργάτες Για τον καθ' ου η αίτηση-εναγόμενο 2: κ. Παναγίδης για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές-εναγόμενοι 1 ζητούν, με το αιτητικό Α, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται ο τίτλος της καταχωρηθείσας έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων 1 με την απάλειψη της λέξης «και» αμέσως μετά τη λέξη «εναγομένων» και της προσθήκης των ακολούθων: «ΚΑΙ ΔΙΑ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ Μεταξύ: ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εξ ανταπαιτήσεως Ενάγουσα -και- ΣΑΒΒΑ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, εκ Λευκωσίας. Μαζί με» Περαιτέρω, ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την οπισθογράφηση της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων 1 με την ειδοποίηση ανταπαίτησης, Τύπος 13, ως αυτή παρατίθεται στο αιτητικό Β της αίτησης. Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, με την αγωγή του, που καταχωρήθηκε στις 9.3.2012, ο ενάγων αξιώνει εναντίον των εναγομένων 1 και 2 δηλώσεις του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εργοδότηση του από τους εναγόμενους 1 καθώς και για τον παράνομο τερματισμό της σχετικής συμφωνίας κατόπιν συνομωσίας των δυο εναγομένων, αξιώνοντας επίσης, ειδικές, γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις εναντίον των εναγομένων 1 και
  5. Οι εναγόμενοι κατεχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 14.3.
  6. Μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντος στις 12.3.2013, ακολούθησε, στις 24.5.2013, η καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων 1, όπου οι τελευταίοι, κατόπιν άρνησης των ισχυρισμών του ενάγοντος, ζητούν την απόρριψη της αγωγής εναντίον τους προβάλλοντας τους δικούς τους ισχυρισμούς και ανταπαιτούν από τον ενάγοντα και τους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά, το ποσό των €400.000 πλέον γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή λόγω αδικοπραξίας. Παρά το ότι η έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων 1 επιδόθηκε στους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 1 και 2 στις 28.5.2013, αυτοί δεν κατεχώρησαν σημείωμα εμφάνισης. Η έκθεση υπεράσπισης του εναγόμενου 2 καταχωρήθηκε στις 23.9.2013, αφού προηγήθηκε αλλαγή των δικηγόρων που τον εκπροσωπούσαν αρχικά. Η απάντηση στην υπεράσπιση και η υπεράσπιση στην ανταπαίτηση των εναγομένων 1 καθώς και η απάντηση στην υπεράσπιση του εναγόμενου 2 καταχωρήθηκαν, εκ μέρους του ενάγοντος, στις 28.2.
  7. Μετά τον ορισμό της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου κατόπιν αίτησης ορισμού, η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 11.4.2014 και έκτοτε ορίζετο και παραμένει για οδηγίες ενόψει της καταχώρησης και της εκκρεμοδικίας της υπό κρίση αίτησης. Νομικό υπόβαθρο της υπό κρίση αίτησης αποτελούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.21 θ.8, Δ.25 θ.θ.1-6, Δ.48 θ.θ.1-4 και Δ.64, οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και η γενική πρακτική, υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, του Λουκά Χαβιαρά. Όπως ο ενόρκως δηλών αναφέρει, είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές-εναγόμενους 1, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους αιτητές να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Μετά την καταχώρηση από τον ενάγοντα της απάντησης στην υπεράσπιση και της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση των εναγομένων 1 και κατόπιν εξέτασης των ισχυρισμών που εκεί προβάλλονται, διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής δεν οπισθογραφήθηκε η έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων 1 με τον Τύπο 13 - Ειδοποίηση Ανταπαίτησης, σύμφωνα με τη Δ.21 θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Διαπιστώθηκε, ακόμη, ότι στον τίτλο της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων 1 εκ παραδρομής δεν προστέθηκαν οι εναγόμενοι 1 ως εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντες ούτε και ο ενάγων ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για να υπάρξει συμμόρφωση με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και να καταστούν διάδικοι οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 και 2, ως αυτοί αναγράφονται στον τίτλο της αγωγής, ώστε να απονεμηθεί ορθότερα και γρηγορότερα δικαιοσύνη, δεδομένου ότι μεταξύ των θεμάτων που εγείρονται στην καταχωρηθείσα υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγομένων 1 και των θεμάτων που εγείρονται στην παρούσα αγωγή, υπάρχει συνάφεια που καθιστά αναγκαία την εκδίκασή τους στα πλαίσια της παρούσας αγωγής προκειμένου να αποφευχθεί η πολλαπλότητα των διαδικασιών. Ως προσθέτει ο ενόρκως δηλών, η αιτούμενη θεραπεία και τροποποίηση είναι αναγκαία, καλόπιστη και δεν επηρεάζει τα δικαιώματα του ενάγοντος ή των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων. Στην υπό κρίση αίτηση δεν υπάρχει ένσταση εκ μέρους του εναγόμενου 2 και ως εκ τούτου αυτή εκδικάστηκε σε σχέση με τον ενάγοντα, η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης του οποίου, καταχωρήθηκε στις 24.6.2014, έχει ως νομικό υπόβαθρο τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θ.θ.1-5, Δ.21 θ.θ.8-9, Δ.10 θ.θ.1-5 και 9-10, Δ.48 θ.θ.1-4 και Δ.64 καθώς και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, τη νομολογία και τη γενική πρακτική, ενώ ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι, ως συνοψίζονται: Ø με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιδιώκεται η θεραπεία άκυρης και ανυπόστατης διαδικασίας καθώς και άκυρης ανταπαίτησης των εναγομένων 1 Ø η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα από τους εναγόμενους 1, οι οποίοι δεν επέδειξαν την απαραίτητη επιμέλεια, ενώ γνώριζαν για την ορθή και/ή θεσμοθετημένη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται πριν την καταχώρηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης Ø με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιδιώκεται να προστεθεί ο ενάγων ως εξ ανταπαιτήσεως συνεναγόμενος, ενώ δεν δικαιολογείται τέτοια τροποποίηση και θεραπεία από τους λόγους που υποστηρίζουν την αίτηση Ø με τις αιτούμενες τροποποιήσεις προκαλείται ουσιώδης και/ή ανεπανόρθωτη βλάβη και αδικία στον ενάγοντα, του οποίου επηρεάζονται κεκτημένα δικαιώματα Ø με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται να παρακαμφθούν οι Θεσμοί και η διαδικασία καταχώρησης του δικογράφου υπεράσπισης και ανταπαίτησης Ø οι αιτητές αποκρύπτουν ουσιώδη γεγονότα για να αποποιηθούν τις ευθύνες τους για το σφάλμα που διέπραξαν καταχωρώντας υπεράσπιση και ανταπαίτηση κατά παράβαση των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και Ø οι αιτούμενες θεραπείες δεν υποστηρίζονται από την αναγκαία και επαρκή μαρτυρία, αλλά από αόριστες αναφορές χωρίς πραγματική θεμελίωση. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, της Θεοδούλας Ανδρέου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον ενάγοντα, η οποία γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι νομίμως και δεόντως εξουσιοδοτημένη από αυτόν να προβεί στην ένορκη της δήλωση. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, η υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγομένων 1 δεν καταχωρήθηκε ορθά αλλά με λανθασμένο και/ή άκυρο και/ή ανυπόστατο τρόπο εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων, οι οποίοι δεν ήσαν διάδικοι στην παρούσα αγωγή. Πιο συγκεκριμένα, η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι οι αιτητές επέλεξαν να εισάξουν στη διαδικασία τρίτα πρόσωπα, δηλαδή τους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 1 και 2, χωρίς να υπάρχει ανταπαίτηση εναντίον του ενάγοντος, όπως είναι απαραίτητο, σύμφωνα με τη νομολογία, επικαλούμενη το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 37, σελ. 189-190, παρ. 251 και τις αποφάσεις Harris v. Gamble & Furness v. Booth. Με αυτά τα δεδομένα, η διαδικασία που ακολουθήθηκε από τους εναγόμενους 1 δεν είναι σύμφωνη με τις επιτακτικές πρόνοιες της Δ.21 θ.
  8. Η παράλειψη έγερσης ανταπαίτησης εναντίον του ενάγοντος αποτελεί θεμελιώδη παράβαση των Θεσμών εφόσον αφορά τη νομιμότητα έγερσης της διαδικασίας και η ανταπαίτηση, ως ξεχωριστή αγωγή, δεν μπορεί να θεωρηθεί, με τα πιο πάνω δεδομένα, ότι ηγέρθη νόμιμα εκ μέρους των εναγομένων
  9. Από τη στιγμή που οι εναγόμενοι 1 δεν επέλεξαν να προσθέσουν τον ενάγοντα ως εναγόμενο στην ανταπαίτηση, η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι όφειλαν να εγείρουν διαδικασία τριτοδιαδίκου εναντίον τρίτων προσώπων, σύμφωνα με τη Δ.10 θ.θ.1-5 και 9, παραπέμποντας στην υπόθεση Central African Trading Co v. Grove 48 L.J. Ex.
  10. Αποτελεί θέση του ενάγοντος ότι η καταχωρηθείσα ανταπαίτηση είναι άκυρη εξ υπαρχής και η υπό κρίση αίτηση εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου εφόσον επιζητείται θεραπεία ακυρότητας με βάση λανθασμένους δικονομικούς κανόνες. Η παράλειψη των εναγομένων 1 να εγείρουν την ανταπαίτησή τους εναντίον του ενάγοντος ως εναγόμενου και ακολούθως εναντίον οποιουδήποτε άλλου προσώπου, δεν συνιστά απλή παρατυπία αλλά λανθασμένη έναρξη της διαδικασίας, η οποία είναι άκυρη εξ υπαρχής και ανυπόστατη. Επαναλαμβάνοντας στη συνέχεια και αναλύοντας τους λοιπούς λόγους ένστασης, η ενόρκως δηλούσα ζητά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος των αιτητών- εναγομένων
  11. Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι στις γραπτές τους αγορεύσεις, ανέλυσαν τις αντίστοιχες θέσεις των μερών με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και σε νομολογία που υποστηρίζει τις θέσεις τους αυτές. Οι συνήγοροι των αιτητών-εναγομένων 1, επισημαίνοντας ότι στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση τους εγείρονται θέματα και απαιτήσεις που αφορούν τον ενάγοντα και δύο εταιρείες, στις οποίες ο ενάγων ήταν διευθυντής και κύριος μέτοχος, υποστήριξε ότι κανένας από τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης δεν ευσταθεί εφόσον με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται η συμμόρφωση με τα προβλεπόμενα από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ώστε να εκδικαστούν τα επίδικα θέματα που αφορούν όλους τους εμπλεκόμενους στην παρούσα αγωγή. Αντίθετες είναι οι εισηγήσεις των συνηγόρων του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντος, οι οποίοι, με αναφορά σε νομολογία, υποστήριξαν ότι η καταχωρηθείσα ανταπαίτηση, της οποίας επιδιώκεται η τροποποίηση, είναι εξ υπαρχής άκυρη και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να διορθώσει και να θεραπεύσει την ακυρότητα, εφόσον δεν πρόκειται για απλή παρατυπία αλλά για ουσιώδη και θεμελιώδη, μη θεραπεύσιμη, παράλειψη. Ως προς τη νομική βάση της αίτησης που αφορά την τροποποίηση του τίτλου της υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων 1, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το επιτρεπτό ή μη του αιτήματος για τροποποίηση βάσει της Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση του κλητηρίου ή των εγγράφων προτάσεων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είναι ευρύτατη. Όσο πιο έγκαιρα υποβάλλεται η σχετική αίτηση τόσο πιο εύκολα ασκείται η διακριτική ευχέρεια για αποδοχή της και όπου η αίτηση γίνεται καλόπιστα, ακόμη και αν εντοπίζεται αμέλεια ή απροσεξία στο δικόγραφο και ανεξάρτητα από την καθυστέρηση υποβολής της αίτησης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την τροποποίηση, νοουμένου ότι ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων κι αυτή δεν προκαλεί αδικία στην άλλη πλευρά εκτός από ταλαιπωρία, η οποία μπορεί να αποκατασταθεί με επιδίκαση εξόδων (βλ. μεταξύ άλλων Georghiou and another v. Pistolia

(1969)1 ΑΑΔ 613, Mahattou v. Viceroy Shipping Co. Ltd
(1979)1 ΑΑΔ 542, United Sea Transport Co. Ltd v. Zakou
(1980)1 ΑΑΔ 510, Ευριπίδου v. Καννάουρου
(1985)1 ΑΑΔ 24, Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 ΑΑΔ 607, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 934, Χρίστου v. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, SABA and Co. v. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426). Κάθε περίπτωση, φυσικά, πρέπει να εξετάζεται και αποφασίζεται με βάση τα δικά της γεγονότα (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. v. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 237). Στην υπόθεση Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω) λέχθηκε ότι η τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223). Βασική αρχή που διέπει την τροποποίηση είναι η κατά κανόνα έγκρισή της με ευκολία πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ενώ όταν έχει αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης και οι διάδικοι προσφέρουν ενόρκως τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου, η τροποποίηση δεν γίνεται με τόση ευκολία δεκτή. Περαιτέρω, αναφορικά με την ερμηνεία και εφαρμογή της Δ.21 θ.8, στην υπόθεση Athina Leather. Ltd κ.α. ν. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1(Β) ΑΑΔ 787, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 801: «Ο θ.8 της Δ.21 προβλέπει: "8.-
(1)Where a defendant by his defence sets up any counterclaim which raises questions between himself and the plaintiff along with any other persons, he shall add to the title of his defence a further title similar to the title in a statement of claim, setting forth the names of all the persons who, if such counterclaim were to be enforced by cross-action, would be defendants to such cross-action, and shall deliver his defence to such of them as are parties to the action within the period within which he is required to deliver it to the plaintiff." Σε μετάφραση: "Όπου ένας εναγόμενος με την υπεράσπιση του προβάλλει οποιαδήποτε ανταπαίτηση η οποία εγείρει ζητήματα μεταξύ του και του ενάγοντα μαζί με οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα, θα προσθέτει στον τίτλο της υπεράσπισης του ένα ακόμη τίτλο παρόμοιο με τον τίτλο σε έκθεση απαίτησης, και να παραθέτει τα ονόματα όλων των προσώπων που, αν μια τέτοια ανταπαίτηση θα εφαρμοζόταν σαν ανταγωγή, θα ήταν εναγόμενοι σε τέτοια ανταγωγή, και θα παραδίδει την υπεράσπιση του σε όσους από αυτούς είναι διάδικοι στην αγωγή εντός της περιόδου που απαιτείται να την παραδώσει στον ενάγοντα." ................................... Το πρώτο σκέλος της πιο πάνω σύνοψης των θέσεων του εφεσείοντα εγείρει για εξέταση το πεδίο εφαρμογής του πιο πάνω θ.8
(1)της Δ.21. Ο τελευταίος αντιστοιχεί με τον θ.11 της Δ.21 των Παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών. Στο Annual Practice 1960, σελ. 505, επεξηγείται ως εξής το πεδίο εφαρμογής του πιο πάνω Αγγλικού θ.11 Δ.21: "Limitations to Counterclaim under this Rule.
(1)The plaintiff must be a defendant to the counterclaim (Harris v. Gamble, 6 Ch. D. 748; Furness v. Booth, 4 Ch. D. 587), otherwise recourse must be had to O. 16A, in the case of a claim for indemnity against a co-defendant (Central African Co. v. Grove, 48 L.J. Ex. 510). But the fact that the third party could not have been a defendant to the plaintiff's claim makes no difference (Turner v. Hednesford Gas Co. 3 Ex. D. 145).
(2)This Rule does not apply where the defendant's claim against the third person is alternative only to his claim against the plaintiff, and not 'along with' it (Times Cold Storage Co. v. Lowther,
(1911)2 K.B. 100; cf. Evans v. Buck, 4 Ch. D. 432); but a claim against the plaintiff and a third person jointly or in the alternative separately is allowable (Smith v. Buskell
(1919)2 K.B. 362; see Child v. Stenning, 7 Ch. D. 413; Dear v. Sworder, 4 Ch. D. 476).
(3)A third person not a party cannot be joined as co-plaintiff with defendant .................................................. .........
(4)The counterclaim under this Rule must ask for relief relating to or connected with the subject-matter of the plaintiff's claim............................................. ................". Σε μετάφραση: "Περιορισμοί στην ανταπαίτηση δυνάμει του θεσμού αυτού:
(1)Ο ενάγων πρέπει να είναι εναγόμενος στην ανταπαίτηση (Harris v. Gamble, 6 Ch. D. 748; Furness v. Booth, 4 Ch. D. 587), άλλως πρέπει να καταφύγουμε στη Δ.16Α στην περίπτωση αξίωσης για αποζημίωση εναντίον συνεναγομένου (Central African Co. v. Grove, 48 L.J. Ex. 510). Ωστόσο το γεγονός ότι ο τριτοδιάδικος δεν μπορούσε να ήταν εναγόμενος στην αξίωση του ενάγοντα δεν κάμνει διαφορά (Turner v. Hednesford Gas Co. 3 Ex. D. 145).
(2)Ο θεσμός αυτός δεν εφαρμόζεται εκεί που η αξίωση του εναγομένου εναντίον του τρίτου προσώπου είναι μόνο διαζευκτική της αξίωσης του εναντίον του ενάγοντα και όχι 'μαζί με αυτή' (Times Cold Storage Co. v. Lowther,
(1911)2 K.B. 100; cf. Evans v. Buck, 4 Ch. D. 432). Ωστόσο αξίωση εναντίον του ενάγοντα και ενός τρίτου προσώπου από κοινού ή διαζευκτικά κεχωρισμένα είναι επιτρεπτή (Smith v. Buskell
(1919)2 K.B. 362; βλ. Child v. Stenning, 7 Ch. D. 413; Dear v. Sworder, 4 Ch. D. 476).
(3)΄Ενα τρίτο πρόσωπο που δεν είναι διάδικος δεν μπορεί να συνενωθεί ως συνενάγων με τον εναγόμενο .............
(4)Η ανταπαίτηση δυνάμει του θεσμού αυτού πρέπει να αξιώνει θεραπεία που σχετίζεται ή συνδέεται με το αντικείμενο της αξίωσης του ενάγοντα ...........................".» Από τα παρατεθέντα στην απόφαση Athina Leather. Ltd κ.α. ν. Χαραλάμπους κ.α. (πιο πάνω) συνάγεται ότι, είναι ορθή η εισήγηση των συνηγόρων του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντος ότι, όταν εγείρεται ανταπαίτηση εκ μέρους εναγόμενου σε αγωγή, ο ενάγων θα πρέπει να είναι εναγόμενος στην ανταπαίτηση. Σε τέτοια περίπτωση θα πρέπει στον τίτλο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης να παρατίθεται ο ενάγων, ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενος «μαζί» με άλλα πρόσωπα εναντίον των οποίων προβάλλεται η ίδια ανταπαίτηση αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά, αλλά δεν είναι ήδη διάδικοι στην αγωγή. Στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγομένων 1, οι τελευταίοι αξιώνουν στην παράγραφο 21 ανταπαιτητικά «από τον ενάγοντα και/ή τις εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενες 1 & 2 αλληλέγγυα και εις ολόκληρο» όσα προαναφέρθηκαν, παραθέτοντας τους σχετικούς ισχυρισμούς τους στις παραγράφους 16-20. Έχοντας δε διαπιστώσει την παράλειψη τους να αποτυπώσουν στον τίτλο του εν λόγω δικογράφου ορθά τα πρόσωπα εναντίον των οποίων έχουν ανταπαίτηση, οι εναγόμενοι 1 ζητούν την διόρθωση του με την υπό κρίση αίτηση. Χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσία της υπάρχουσας ανταπαίτησης, υπό το φως όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι η υπό αναφορά παράλειψη των εναγομένων 1 αποτελεί καλόπιστο λάθος που έγινε από αυτούς, ως εξηγήθηκε, εκ παραδρομής. Παρά δε την καθυστέρηση 11 περίπου μηνών στην υποβολή του αιτήματος των αιτητών από την καταχώρηση του δικογράφου, η αιτούμενη τροποποίηση του τίτλου στο παρόν στάδιο, ενόσω δεν έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης, είναι αναγκαία και δεν θα επηρεάσει δυσμενώς ούτε θα προκαλέσει οποιαδήποτε ουσιώδη ή ανεπανόρθωτη βλάβη ή αδικία στον ενάγοντα, η οποία να μην μπορεί να ικανοποιηθεί με την καταβολή των εξόδων (βλ. και Οργ. Χρηματ. Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1(Β) ΑΑΔ 825). Ως εκ τούτου, η αίτηση ως προς την αιτούμενη τροποποίηση του τίτλου της υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων 1 μπορεί να επιτύχει. Περαιτέρω, ως προς το σκέλος της αίτησης για την διόρθωση της παράλειψης των εναγομένων 1 να καταχωρήσουν με την υπεράσπιση και ανταπαίτηση τους την Ειδοποίηση Ανταπαίτησης προς τους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 1 και 2 και συγκεκριμένα τον Τύπο 13, όπως προβλέπεται στη Δ.21 θ.8
(2), θεωρώ ότι τούτο είναι εφικτό δυνάμει της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως επικαλούνται οι αιτητές. Παρά το ότι είναι αναμφισβήτητο ότι δεν ακολουθήθηκε ο προβλεπόμενος από τους θεσμούς τύπος για την προβολή της ανταπαίτησης των εναγομένων 1 προς τους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 1 και 2, δεν συμφωνώ με τη θέση των συνηγόρων του ενάγοντος ότι η διαπιστωθείσα παρατυπία είναι θεμελιώδης και μη θεραπεύσιμη δυνάμει της Δ.64, κρίνοντας ότι τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης είναι διαφορετικά από αυτά της πρωτόδικης, αλλά και μη δεσμευτικής, απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην αγωγή αρ. 7/07, μεταξύ Σοφοκλή Κωνσταντίνου και MASRI SHIPPING & TRADING LTD κ.α., ημερομηνίας 15.3.2013, στην οποία οι συνήγοροι επέσυραν την προσοχή του Δικαστηρίου. Καθοδήγηση για αυτή μου την εκτίμηση αντλείται από την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Φαλέκκου ν. Χριστοφίδη, Πολ. Έφ. Αρ. 63/2010, ημερομηνίας 17.12.2013, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της Δ.64: «Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσον η διαπιστωθείσα μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς είναι θεραπεύσιμη ή όχι. Η Δ.64 όπως τροποποιήθηκε με τον Τροποποιητικό Κανονισμό 2/1995 προβλέπει ότι:- «Δ.64 1.
(1)H μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρουμένης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσο διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον.
(3)To Δικαστήριο δε θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία, ή το κλητήριο ένταλμα, ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς. 2. Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δε θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού o διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση.» Βασικά η νέα Δ.64 κατάργησε τη διάκριση μεταξύ άκυρης και αντικανονικής διαδικασίας. Δόθηκε στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς είτε να παραμερίσει τη διαδικασία, είτε να θεωρήσει τη μη συμμόρφωση θεραπεύσιμη και να εκδώσει διάταγμα για διόρθωση ή άρση της παρατυπίας. Η νομολογία καθιέρωσε κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου με προεξάρχων ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ της άρσης της παρατυπίας, δεν θα οδηγούσε σε πασιφανή αδικία στην άλλη πλευρά. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Karl Heinz Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1A ΑΑΔ 366, Landbroke Group Plc κ.α. ν. Παπακόκκινου
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1535 και η αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 WLR 513. Στην προκειμένη περίπτωση η μη συμμόρφωση με τη Δ.2 θ.6
(4)ήταν μια από τις περιπτώσεις που προσπάθησε ρητά να καλύψει η Δ.64 θ.1
(3), ώστε η λανθασμένη χρήση εναρκτήριου μέσου να μην οδηγεί σε ακύρωση. Επομένως, είναι ορθή η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η συγκεκριμένη περίπτωση καλύπτεται πλήρως από τη Δ.64 θ.1
(1)και
(3)και ότι η διαδικασία δεν έπρεπε να παραμεριστεί, αλλά το δικαστήριο θα έπρεπε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια ώστε να την θεραπεύσει. Όπως υποδείξαμε και πιο πάνω, η σημασία τυχόν μη συμμόρφωσης με τη Δ.2 θ.6
(4)δεν είναι πλέον τόσο σοβαρή και ουσιώδης ώστε να μην θεωρηθεί θεραπεύσιμη δυνάμει της Δ.64, ιδιαίτερα όταν δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα του Εφεσείοντος, όπως στην παρούσα περίπτωση. Ερχόμαστε τώρα στο δεύτερο λόγο έφεσης που αφορά στον τρόπο που το πρωτόδικο δικαστήριο επέλεξε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να θεραπεύσει την παρατυπία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εφεσείοντα θεωρεί εσφαλμένη την έκδοση διατάγματος απαλλαγής της διαπιστωθείσας παρατυπίας. Ήταν η θέση του ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν είχε εξουσία να θεραπεύσει αυτεπαγγέλτως την παρατυπία, αλλά θα έπρεπε να αφήσει τον Εφεσίβλητο να αποταθεί ο ίδιος στο δικαστήριο για άρση της παρανομίας. Προς υποστήριξη της θέσης του, επικαλείται τις υποθέσεις Πέτριχου ν. Χ΄΄Ιωσήφ
(1998)1 ΑΑΔ 81, Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου, ανωτέρω, M.I. Holdings Public Ltd v. Παναγή
(2006)1Α ΑΑΔ 298, Αρέστη ν. Ερμογένους
(2010)1(Γ) ΑΑΔ
  1. Δεν συμφωνούμε με τις θέσεις του Εφεσείοντος. Οι υποθέσεις στις οποίες έκαμε αναφορά δεν υποστηρίζουν ένα τέτοιο άκαμπτο κανόνα. Αντίθετα στην υπόθεση Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου, ανωτέρω, στην οποία έκαμε αναφορά ο δικηγόρος του Εφεσείοντος, το Εφετείο υιοθετώντας τα όσα αναφέρθηκαν στην αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union, ανωτέρω, ανέφερε τα εξής:- «Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521,
  2. Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
  3. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
  4. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
  5. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
  6. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
  7. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον". Το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Δικαστή Slade - στις σελ. 522-523 - είναι διαφωτιστικό: "Where, in the course of proceedings, the court finds that a failure of the nature referred to in Ord. 2, r. 1
(1)has occurred, which has not been waived by the other party either expressly or by implication, it is given by Ord. 2, r. 1
(2)a choice of courses to pursue at its own discretion, whether or not an application under Ord. 2, r. 2 is before it. In such a situation, in the exercise of its discretion under rule 1
(2), it may either adopt the more draconian course of setting aside wholly or in part the proceedings in which the failure occurred; ... alternatively, it may 'make such order ... dealing with the proceedings generally as it thinks fit'. The last mentioned words are, in my opinion, manifestly wide enough to empower it to make a dispensing order waiving the relevant irregularity: see, for example, Leal v. Dunlop Bio-Processes International Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 880F, per Stephenson L.J.". Σε ελληνική μετάφραση: "Όπου στη διάρκεια της διαδικασίας, το δικαστήριο διαπιστώνει ότι έχει επισυμβεί παράλειψη της φύσης που αναφέρεται στην Δ.2 θ.1
(1)από την οποία το άλλο μέρος δεν έχει παραιτηθεί με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, η Δ.2 θ. 1
(2)παρέχει στο Δικαστήριο επιλογή της πορείας που θα ακολουθήσει με δική του διακριτική ευχέρεια, είτε υπάρχει ενώπιον του ή όχι αίτηση δυνάμει της Δ.2 θ.2. Σε τέτοια περίπτωση στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει του θ. 1
(2), μπορεί είτε να υιοθετήσει την πλέον δρακόντια πορεία πλήρους παραμερισμού ή μερικώς της διαδικασίας στην οποία έχει επισυμβεί η παράλειψη .... Διαζευκτικά μπορεί «να εκδώσει τέτοιο διάταγμα .. αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον». Οι τελευταίες λέξεις είναι, κατά την άποψη μου, έκδηλα τόσο ευρείες που του δίνουν εξουσία να εκδώσει διάταγμα παραίτησης από το δικαίωμα που παρέχεται λόγω της παρατυπίας: βλ. π.χ., Leal ν. Dunlop Bio-Processes International Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 880F, απόφαση του Δικαστή Stephenson." (Βλ. και Panayiotis Georghiou (πιο πάνω) και Αθανασιάδης ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945). Υιοθετούμε την πιο πάνω θέση της Αγγλικής Νομολογίας γιατί αντανακλά την ορθή ερμηνεία της νέας Αγγλικής Δ.2 η οποία αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64.» Στην πιο πάνω υπόθεση το Εφετείο έκρινε ότι «το πρωτόδικο δικαστήριο έπρεπε να θεραπεύσει την παρατυπία με το να εκδώσει διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία» (βλ. σελ. 381 της απόφασης). Τα όσα αναφέρθηκαν μετέπειτα στις υποθέσεις M.I. Holdings Public Ltd v. Παναγή, ανωτέρω και Αρέστη ν. Ερμογένους, ανωτέρω, ότι η Δ.64 δεν «παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις», ουδόλως επηρεάζουν το δικαστικό λόγο της Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου. Τα όσα αναφέρθηκαν στις πιο πάνω δύο υποθέσεις που επικαλέστηκε ο συνήγορος του Εφεσείοντος, έγιναν με αναφορά στην υπόθεση Πέτριχου ν. Χ΄΄Ιωσήφ, ανωτέρω. Όμως εκείνο που τονίστηκε στην Πέτριχου, ήταν ότι η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, τους οποίους δεν έχει σκοπό να καταργήσει. Τονίστηκε ότι η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο το οποίο ο διάδικος μπορεί να χρησιμοποιήσει για να θεραπεύσει παρατυπίες. Όμως το Δικαστήριο με κανένα τρόπο δεν περιόρισε τη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου, όταν με κάποιο τρόπο εγείρεται ενώπιον του θέμα μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς, να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τη Δ.64 θ.1
(3)και είτε να παραμερίσει το μη θεραπεύσιμο εναρκτήριο μέσο, είτε να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, όπως κρίνει δίκαιο και πρέπον αναφορικά με τη διαδικασία. Δεν χρειάζεται και ούτε και θα ήταν ορθό να αποφασίσουμε τελεσίδικα την εμβέλεια της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου δικαστηρίου, καθότι δεν είναι αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας έφεσης.» Συνοψίζοντας τις εφαρμοστέες αρχές για τους σκοπούς του εξεταζόμενου σκέλους της υπό κρίση αίτησης, επισημαίνεται ότι με τη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καταργείται η διάκριση μεταξύ παρατυπίας και ακυρότητας των νομικών διαδικασιών. Ως η νομολογία υποδεικνύει, η Δ.64 δεν έχει σκοπό να καταργήσει τους θεσμούς και δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με αυτούς. Οι διαδικαστικοί κανονισμοί πρέπει να τηρούνται, ενόσω η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο ο ενδιαφερόμενος διάδικος μπορεί να χρησιμοποιήσει για να θεραπεύσει παρατυπίες, οι οποίες κρίνονται θεραπεύσιμες. Στην παρούσα υπόθεση, η μη συμμόρφωση των εναγομένων 1 με τη χρήση του συγκεκριμένου τύπου κατά την καταχώρηση του δικογράφου της υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους που προβλέπεται στη Δ.21 θ.8
(2), κρίνεται ότι αποτελεί μια από τις περιπτώσεις που καλύπτονται από τη Δ.64 θ.1
(1), ώστε να μην τίθεται θέμα ακυρότητας της διαδικασίας συνεπεία της διαπιστωθείσας παράλειψης κατά την καταχώρηση του εν λόγω δικογράφου. Εφόσον οι αιτητές ζητούν να θεραπεύσουν την παρατυπία αυτή στο παρόν στάδιο, επικαλούμενοι τις πρόνοιες της Δ.64, το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια μπορεί να την θεραπεύσει δυνάμει της Δ.64 θ.1
(2), λαμβανομένου υπόψη ότι ο Τύπος 13 για την οπισθογράφηση της υπεράσπισης και της ανταπαίτησης απαιτείται ουσιαστικά για την επίδοση της σε πρόσωπα που δεν είναι ήδη διάδικοι και ουδόλως επηρεάζονται τα δικαιώματα του ενάγοντος με την έγκριση της θεραπείας της διαπιστωθείσας παρατυπίας, δεδομένου και ότι δεν έχει υποδειχθεί εκ μέρους του οποιοσδήποτε συγκεκριμένος επηρεασμός. Με βάση όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν κρίνεται ότι η αίτηση μπορεί να επιτύχει. Δίδονται συνεπώς οδηγίες όπως, τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγομένων 1, ως το αιτητικό Α της αίτησης, συνοδευόμενη από τον Τύπο 13 - Ειδοποίηση Ανταπαίτησης, ως διατυπώνεται στο αιτητικό Β της αίτησης, καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι θεσμοί ως προς την επίδοση στους επηρεαζόμενους από την τροποποίηση διαδίκους και για την καταχώρηση των λοιπών δικογράφων από αυτούς. Τα έξοδα σε σχέση με τον ενάγοντα, που περιλαμβάνουν τόσο τα έξοδα της αίτησης καθ' ολοκληρίαν όσο και όσα καθίστανται αναγκαία λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται εναντίον των αιτητών-εναγομένων 1 και υπέρ του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντος και θα καταβληθούν στο τέλος της υπόθεσης, αφού υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............ Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.